Δημοκρατία ν. A. H. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1032/2025, 2/4/2026
print
Τίτλος:
Δημοκρατία ν. A. H. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1032/2025, 2/4/2026

ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:    Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

                        Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

                        Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

 

Αρ. Υπόθεσης: 1032/2025

 

  ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

-ν-

1. A. H.

2. A. Al.

3. A. Al.

  Κατηγορούμενοι

 

 

Ημερομηνία: 2 Απριλίου 2026

Εμφανίσεις:

Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αντωνίου.

Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Μ. Νικολάου

Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Ε. Λαζαρίδου

Για τον Κατηγορούμενο 3: κα Γ. Μιχαηλίδου

Κατηγορούμενοι : παρόντες

 


ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εκ πρώτης Όψεως

 

Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αρνήθηκαν ενοχή για τις έξι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν από κοινού με βάση το Κατηγορητήριο και διεξάχθηκε ακροαματική διαδικασία. Συνοπτικά, αναφέρουμε ότι καταλογίζεται σε αυτούς Συνωμοσία για φόνο[1] και Απόπειρα για φόνο[2] κατά του ιδίου προσώπου. Επιπλέον, κατηγορούνται για Κατοχή και Μεταφορά Πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β[3] (κατηγορίες 3 και 4 αντίστοιχα) και για Μεταφορά και Κατοχή εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια (κατηγορίες 5 και 6 αντίστοιχα).[4]

Μετά την ολοκλήρωση της παρουσίασης της μαρτυρίας από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, υποβλήθηκε εισήγηση μόνο από τη συνήγορο του Κατηγορουμένου 3, σύμφωνα με το άρθρο 74(I)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 3, ώστε να υποχρεούται να προβάλει την υπεράσπισή του.

 

Αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν και έχουμε ακούσει προσεκτικά τα όσα αναφέρθηκαν.

 

Κατά κανόνα, το Δικαστήριο δεν καταλήγει σε κρίση για αθωότητα ή για ενοχή, εάν δεν ακούσει το σύνολο της μαρτυρίας. Σε περίπτωση που υπάρξει εισήγηση ή διαπίστωση του Δικαστηρίου (χωρίς εισήγηση) ότι η δίκη θα πρέπει να διακοπεί στο στάδιο αυτό, αφενός τέτοια εισήγηση ή διαπίστωση πρέπει να είναι συγκεκριμένη, απαντώντας σε μία εκ των δύο περιπτώσεων που θα εξηγηθούν στη συνέχεια, και αφετέρου θα πρόκειται για διαπίστωση, βασικά, πως «δεν υπάρχει υπόθεση ("no case").

 

Το νομικό πλαίσιο που καλύπτει το όλο ζήτημα, τίθεται από το άρθρο 74(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Οι αρχές που διέπουν το φάσμα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα λέγαμε ότι σταθμοί στη σχετική νομολογία υπήρξαν οι αποφάσεις R. V  Mustafa Kara Mehmet [5], Αζίνας ν. Αστυνομίας [6] και Γενικός Εισαγγελέας ν Χριστοδούλου[7]. Θα παραθέσουμε απόσπασμα από τις σελίδες 144 και 145 της τελευταίας αυτής απόφασης, μέσα από το οποίο αποκρυσταλλώνονται και κωδικοποιούνται οι αρχές:

 

"Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση.  Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.  Χρήσιμη ανάλυση του όρου " εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos (1985) 1 C.L.R. 250.

 

Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη.  Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police, (1981) 2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση.  Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα.  Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962.  Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν,

 

(α)   δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και

 

(β)   Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσον αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου.

 

Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου."

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν  Κουννίδη [8], λέχθηκε ότι:

 

"Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας."

 

 

Το Δικαστήριο μπορεί να προχωρά στην εκτίμηση για το εκ πρώτης όψεως και με συνοπτική αιτιολόγηση, χωρίς ανάλυση της μαρτυρίας.[9]

 

Εξετάσαμε με τη δέουσα προσοχή τις θέσεις του Κατηγορούμενου 3 και της Κατηγορούσας Αρχής, έχοντας, πάντα, κατά νουν τις αρχές που καλύπτουν το ζήτημα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.

Εδώ τονίζουμε ότι, από την αρχή η Κατηγορούσα Αρχή, έθεσε ρητώς ότι δεν είχε μαρτυρία που να τοποθετεί τον Κατηγορούμενο 3 στην σκηνή. Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον μας σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3, είναι ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο ιδιοκτήτης και ή δικαιούχος κάτοχος του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής KVD01Χ, εντός του οποίου επέβαιναν τα πρόσωπα που πυροβόλησαν τον παραπονούμενο, και το οποίο, ως ισχυρίστηκε, είχε αφήσει, σε χρόνο πριν το επίδικο συμβάν, σε συγκεκριμένο σημείο δρόμου (μόλις πέρασε τον κυκλοφοριακό κόμβο των  Λατσιών με κατεύθυνση προς συγκεκριμένη υπεραγορά, 5-6 μέτρα, μετά την έξοδο), λόγω βλάβης, και έχοντας στην κατοχή του το μοναδικό κλειδί που μπορούσε να το θέσει σε λειτουργία. Πάντα κατά τον κατηγορούμενο 3, όταν αναζήτησε, μετά από μέρες, το αυτοκίνητο, διαπίστωσε ότι κλάπηκε. Οι θέσεις αυτές του Κατηγορουμένου 3, ερευνήθηκαν από την ανακριτική ομάδα, και παρουσιάστηκε μαρτυρία στο Δικαστήριο, στη βάση της οποίας, αντικειμενικώς ορώμενη, δεν θα μπορούσε ο Κατηγορούμενος 3 να είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητο με τον τρόπο που περιέγραψε στο συγκεκριμένο σημείο. Περαιτέρω, παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι, από τις  εξετάσεις της Αστυνομίας, διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρξε παραβίαση της μίζας του οχήματος του Κατηγορούμενου 3.

Το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί, ως ορθώς εντοπίζουν αμφότεροι οι συνήγοροι, είναι το κατά πόσο από την μαρτυρία προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος 3 είχε γνώση για το ότι το αυτοκίνητο θα χρησιμοποιείτο για τον συγκεκριμένο σκοπό, σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσε να θεμελιωθεί, με βάση το άρθρο 20 του Κεφαλαίου 154, καταδίκη του. Είναι η θέση της κας Μιχαηλίδου, ότι, επί τούτου, δεν υπάρχει μαρτυρία για την ένοχη διάνοια του Κατηγορούμενου 3 και ως εκ τούτου θα πρέπει να απαλλαχθεί από αυτό το στάδιο. Η επιχειρηματολογία της κας Μιχαηλίδου στηρίζεται στη θέση της ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποκλείσει όλα τα εναλλακτικά συμπεράσματα που θα μπορούσαν να συναχθούν από τα στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας που εν προκειμένω υπάρχουν.

Είναι γεγονός ότι προβλημάτισε την Αγγλική Νομολογία το κατά πόσο το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να αποσύρει την υπόθεση από τους ενόρκους στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, εάν κάποιο συμπέρασμα, διαφορετικό από την ενοχή, θα μπορούσε, εύλογα, να συναχθεί από τα αποδεδειγμένα γεγονότα, όταν η υπόθεση της  Κατηγορούσας Αρχής στηρίζεται στην εξαγωγή ορισμένων συμπερασμάτων από στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας. Το ζήτημα διευκρινίστηκε και αναλύεται εκτενώς στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2026 [10]. Προκύπτει από μελέτη της Αγγλικής Νομολογίας, καθοδήγηση ως προς την ορθή προσέγγιση, σε υποβολή αιτήματος ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, όταν η Κατηγορούσα Αρχή ισχυρίζεται ότι η ενοχή αποδεικνύεται, εν όλω ή εν μέρει, μέσω της εξαγωγής ορισμένων συμπερασμάτων από στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας. Στο παρελθόν, υποστηριζόταν, με βάση την υπόθεση R (Inland Revenue Commissioners) v Crown Court at Kingston [11], ότι υπήρχε υπόθεση προς απάντηση μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή μπορούσε να αποκλείσει κάθε εναλλακτικό συμπέρασμα που θα μπορούσε να συναχθεί από αυτά τα στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας. Στη βάση της διαπίστωσης ότι η στενή αυτή ερμηνεία της νομολογίας απέληγε σε απαλλαγές από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, στην απόφαση στην υπόθεση R (Boota v Gwent MagistratesCourt [2012] EWHV 3550 (Admin) and Goddard [2012] EWCA Crim 1756, το αγγλικό Εφετείο, έθεσε το σκεπτικό της Galbraith[12], στην σωστή του διάσταση. Συγκεκριμένα, στην εν προκειμένω απόφαση, τέθηκε ότι η ορθή εφαρμογή του κριτηρίου είναι, (α) ότι σε κάθε περίπτωση εκ πρώτης όψεως εξέτασης, θα πρέπει να εφαρμόζεται η κλασσική παραδοσιακή αρχή ως αυτή καθιερώθηκε στην υπόθεση Galbraith, (β) ότι, όταν το βασικό ζητούμενο της εισήγησης περί μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι η επάρκεια της προσκομισθείσας από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρίας - και κατά πόσο, δηλαδή, στη βάση της θα μπορούσαν οι ένορκοι να καταλήξουν σε δυσμενές για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (adverse inference) - η διεργασία ως προς το κατά πόσο θα κληθεί ο Κατηγορούμενος σε απολογία περιλαμβάνει και την εξέταση του κατά πόσο έχουν απορριφθεί όλες οι λογικές πιθανότητες που συμβαδίζουν με αθωωτική κρίση και (γ) ότι, σε κάθε περίπτωση, το βασικό ερώτημα είναι το κατά πόσο ένα εύλογο σώμα ενόρκων -  και όχι όλα τα εύλογα σώματα ενόρκων - θα μπορούσε, με βάση μία πιθανή εκδοχή των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, να καταλήξει σε τέτοιο δυσμενές για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Εάν ο Δικαστής καταλήξει ότι ένα εύλογο σώμα ενόρκων θα μπορούσε να το πράξει (δεόντως καθοδηγούμενο) βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή, στο απόγειο της αποδεικτικής τους αξίας, τότε η υπόθεση πρέπει να συνεχιστεί, διαφορετικά, πρέπει να αποσυρθεί από τους ενόρκους.

Δεν παραγνωρίζουμε ότι κατηγορία κατ’ επίκληση του άρθρου 20 του Κεφ. 154 προϋποθέτει προσκόμιση μαρτυρίας περί ενεργειών ή παραλείψεων ικανών να θεμελιώσουν συμμετοχή στη διάπραξη ποινικού αδικήματος και να καταδειχθεί, έτσι, αυτουργία συγκεκριμένου προσώπου και ότι απαιτείται η απόδειξη της ένοχης διάνοιας, εν προκειμένω, ότι ο Κατηγορούμενος 3 γνώριζε ότι το όχημα του θα χρησιμοποιείτο σε σχέδιο φόνευσης του παραπονούμενου. Παρεμφερώς, οφείλουμε να θέσουμε ότι, το υποθετικό σενάριο στο οποίο αναφέρθηκε η κα Μιχαηλίδου, κατά την αγόρευσή της, και δη περί εν γνώσει του Κατηγορούμενου 3 παράδοση του αυτοκινήτου του σε τρίτους, πλην όμως την άγνοια του για τον σκοπό χρήσης του από αυτούς, δεν αποτέλεσε μέρος της υπερασπιστικής γραμμής. Εκείνο που προωθήθηκε, καθ’ όλη τη διάρκεια της μέχρι τώρα δίκης, από πλευράς της Υπεράσπισης του Κατηγορούμενου 3, είναι ότι το αυτοκίνητο του κλάπηκε από το σημείο στο οποίο το είχε αφήσει λόγω βλάβης, και ότι, η όποια μετέπειτα χρήση του στο επίδικο επεισόδιο από τους δράστες, έγινε εν αγνοία του.

Στην όψη της και μόνο, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, θέτει εν αμφιβόλω τις εν προκειμένω θέσεις και εξηγήσεις του Κατηγορούμενου 3. Καταλήγουμε, συνακόλουθα, ότι το σύνολο της ενώπιον μας μαρτυρίας, είναι αρκετό, υπό το φως των ανωτέρω αρχών που διέπουν το παρόν στάδιο της διαδικασίας, για να μας οδηγήσει στην κρίση ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 3, ώστε να κληθεί τούτος για να προβάλει την υπεράσπιση του σε σχέση με όλες τις κατηγορίες.

Επιπλέον αναφέρουμε ότι, καθηκόντως, εξετάσαμε την ενώπιον μας μαρτυρία σε σχέση και με τους Κατηγορούμενους 1 και 2. Με υπαγωγή στις πιο πάνω αναφερόμενες αρχές που διέπουν το παρόν στάδιο της διαδικασίας, καταλήγουμε ότι το σύνολο της ενώπιον μας μαρτυρίας, υπό το φως των ανωτέρω αρχών, επαρκεί για να κληθούν και αυτοί (οι κατηγορούμενοι 1 και 2) σε απολογία, ώστε να προβάλουν την υπεράσπισή τους σε σχέση με όλες τις κατηγορίες.

(Εξηγούνται σε όλους τους κατηγορουμένους τα δικαιώματα τους)

 

 

(Υπ.)  .…………..…..……………

                                                                                                            Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

(Υπ.)  ………...…….….…..........

                                                                                                            Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

 

                                                                                    (Υπ.)  ……....…….………………

  Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 



[1] κατά παράβαση του άρθρου 217 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154

[2] κατά παράβαση των άρθρων 214, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα

[3] Αμφότερες κατηγορίες κατά παράβαση των άρθρων 2, 4(1), 51 και 55 του Περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113 (Ι)/04 και του επισυνημμένου Πρώτου Παραρτήματος όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 91(Ι)/05 και 56 (Ι)/07 και άρθρα 20 και 21 Κεφ. 154 του Ποινικού Κώδικα

[4] Αμφότερες κατηγορίες κατά παράβαση του άρθρου 4(4)(δ) του Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54 και άρθρα 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154

[5] 16 C.L.R. 46

[6] (1981) 2 C.L.R. 9

[8] (1993) 2 ΑΑΔ, 82

[9] Παναγιώτου κ.ά. v. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 191, Νικολάου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 125/2021, 14.03.2024.

[10] Ηλεκτρονική Πηγή Lexis  Nexis- ΜΕΡΟΣ D, Eνότητα D16

 

[11] 2001] EWHC Admin 581

[12] [1981] 2 All ER 1060


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο