ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ.
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.Ε.Δ.
Υπόθεση αρ.: 5378/25
Δημοκρατία
Κατηγορούσα Αρχή
-και-
1. A. AL K.AL Y.
2. KH.S.
3. M.H.
4. M.AL.
5. M.Y.R.
Κατηγορουμένων
Ημερομηνία: 29 Ιουνίου, 2026
Για τη Δημοκρατία: κ. Μ. Κουτσόφτας
Για τον Κατηγορούμενο 4: κα Ε.Λαζαρίδου
Κατηγορούμενος 4: παρών
ΠΟΙΝΗ
(Κατηγορούμενος 4)
Ο Κατηγορούμενος 4 (στο εξής ο «Κατηγορούμενος») κρίθηκε ένοχος, μετά από δική του παραδοχή, στις κατηγορίες 6 (συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος)[1] και 7 (ληστεία)[2].
Σημειώνεται, για σκοπούς πληρότητας, ότι, αρχικώς ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε, από κοινού με άλλα τέσσερα πρόσωπα, ακόμη 12 πανομοιότυπες κατηγορίες και ότι στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας που άρχισε, κατέθεσαν 9 μάρτυρες. Σε εκείνο το χρονικό σημείο, η Κατηγορούσα Αρχή διέκοψε όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες (πλην της 6ης και 7ης κατηγορίας) για τον Κατηγορούμενο 4 και όλες τις κατηγορίες για τους λοιπούς κατηγορούμενους, με αποτέλεσμα να απαλλαγούν από αυτές. Στη βάση αυτής της εξέλιξης ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στις εναπομείνασες κατηγορίες 6 και 7.
Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί, έχουν, συνοπτικώς, ως εξής:
Την 25/04/2025, και ώρα 1500, προσήλθε στο ΤΑΕ Λάρνακας ο J. E. S. και κατήγγειλε ότι την ίδια ημέρα και ώρα 03.15, στην οδό Ευβοίας στη Λάρνακα, ενώ κατευθυνόταν από την οικία του προς το χώρο εργασίας του, άγνωστα πρόσωπα τον πλησίασαν και αφού τον έσπρωξαν με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του και από τη πτώση να υποστεί τραύματα στον αριστερό του αγκώνα, του έκλεψαν το χρηματικό ποσό των €50 και το κινητό τηλέφωνο του, μάρκας Real Me 7 pro, ενώ στη συνέχεια τράπηκαν σε φυγή προς άγνωστη κατεύθυνση. Ανέφερε ότι τα πρόσωπα που τον έκλεψαν, είχαν καλυμμένα τα πρόσωπα τους με προσωπίδες και ήταν αραβικής καταγωγής.
Στις 28/04/2025, προέκυψε μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου και άλλων νεαρών προσώπων και εκδόθηκαν δικαστικά εντάλματα σύλληψης εναντίον τους. Κατά τη σύλληψη του κατηγορούμενου, παραλήφθηκε από αυτόν, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Real Me, 7 – Pro, με αριθμούς ΙΜΕΙ 867740051893272 και 867740051893864, το οποίο στις 30/04/2025, υποδείχθηκε στον παραπονούμενο και το αναγνώρισε ως το δικό του.
Ο κατηγορούμενος ανακρίθηκε γραπτώς, με τη βοήθεια διερμηνέα στην παρουσία του δικηγόρου του. Του υποβλήθηκαν ερωτήσεις σχετικά με τη διάπραξη των αδικημάτων με την απάντηση «ότι έχω να πω, θα το πω στο δικαστήριο».
Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο κατηγορούμενος ήταν ανήλικος, ηλικίας 17 ετών και είναι λευκού ποινικού μητρώου, ιδιότητα (ανήλικος) που διατηρεί ακόμα. Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, τελεί υπό κράτηση από τις 06/05/2025. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε την επιστροφή όλων των τεκμηρίων στους νόμιμους δικαιούχους των και €265 έξοδα να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου, στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε: (α) στη μεταμέλεια και απολογία που εξέφρασε ο κατηγορούμενος, (β) ότι κατά τη διάπραξη των αδικημάτων ήταν, και ακόμη είναι ανήλικος, (γ) στις ιδιάζουσες προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, και δη ότι είναι ορφανός από μητέρα, αφού αυτή απεβίωσε όταν ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 14 ετών, και δεν διατηρεί καμία σχέση με τον πατέρα του, ως επίσης, και ότι η αδελφή του διαμένει στον Λ. και αυτός ήρθε στη Δημοκρατία, ως ασυνόδευτος ανήλικος, (δ) το γεγονός ότι αυτός συναναστρεφόταν με άτομα που τον εκμεταλλεύτηκαν και τον ώθησαν στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, (ε) ο κατηγορούμενος βρίσκεται ως υπόδικος, σε ειδική πτέρυγα (ΧΧ) στις Κεντρικές Φυλακές, πέραν του ενός έτους, (στ) ότι είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου, και (ζ) ότι αποδέχεται την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης του παραπονούμενου, δηλαδή την καταβολή του χρηματικού ποσού των €50 που κλάπηκε από αυτόν (σημειώνεται ότι το κλαπέν κινητό τηλέφωνο θα επιστραφεί στον παραπονούμενο). Στο πλαίσιο της αγόρευσης της, η συνήγορος υπεράσπισης υϊοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Κηδεμονευτικού Λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας, που ετοιμάστηκε, κατόπιν σχετικής οδηγίας του Δικαστηρίου, έκθεση που προνοείται στο άρθρο 89 του Περί Παιδιών σε Σύγκρουση με τον Νόμο, Ν.55(I)/2021 (στο εξής «ο Νόμος»), στον οποίο θα αναφερθούμε και πιο κάτω.
Στρεφόμαστε τώρα στην παρούσα υπόθεση. Αναμφίβολα, τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Ενδεικτική της σοβαρότητάς τους, είναι η προβλεπόμενη από τον Νόμο ανώτατη ποινή, στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και του ύψους της (Souilmi v Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248, Γεν. Εισαγγελέας v Πέτρου (1993) 2 Α.Α.Δ. 9, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16).
Στο πλαίσιο αυτό, σημειώνουμε ότι, από πλευράς προβλεπόμενων ποινών, το πιο σοβαρό αδίκημα στην παρούσα, είναι το αδίκημα της ληστείας (κατηγορία 7), το οποίο ορίζεται ως κακούργημα (στο άρθρο 282 του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο 154) και για το οποίο προνοείται φυλάκισης 14 ετών (με βάση το άρθρο 283 του ιδίου Κεφαλαίου). Ακολουθεί, από πλευράς ύψους ποινών, το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 6), για το οποίο προνοείται ποινή φυλάκισης 7 ετών.
Υποδεικνύουμε ότι, με βάση τη σχετική νομολογία, οι προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές, συνιστούν τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο την επιμέτρηση της ποινής που θα επιβάλει, με στόχο την εξεύρεση των κατάλληλων ποινών σε κάθε περίπτωση (Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632).
Πέραν όμως της προβλεπόμενης ποινής, η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, εμφαίνεται και μέσα από την νομολογία. Ειδικότερα, για το αδίκημα της ληστείας, το Ανώτατο Δικαστήριο, από πολύ παλαιά, έχει τονίσει τη σοβαρότητα του και την ανάγκη αντιμετώπισης του με αυστηρότητα, επειδή προκαλεί ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνει το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη.
Στην υπόθεση Dygdalowicz ν. Δημοκρατίας (Ποινική Έφεση 11/21, ημερομηνίας 4.11.2022), αναφέρθηκε ότι η ληστεία αποτελεί αποτρόπαιο έγκλημα που προκαλεί κυρίως αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες, ενώ, παράλληλα, δημιουργεί ανησυχία, αγωνία και προβληματισμό στην κυπριακή κοινωνία, αφού προσλαμβάνει επικίνδυνες διαστάσεις. Είναι αδίκημα, το οποίο ενέχει στοιχεία επικινδυνότητας και βλάβης στο θύμα, με τη σοβαρότητα του να έγκειται στο ότι συνδυάζει κλοπή περιουσίας από τον νόμιμο ιδιοκτήτη ή κάτοχο της, με πρόκληση σωματικού πόνου, τρόμου και πανικού στο θύμα, κατόπιν άσκησης σωματικής και/ή ψυχολογικής βίας σ’ αυτό. Το θύμα καθίσταται έρμαιο στις διαθέσεις του εγκληματία, ο οποίος ενεργεί από θέση ισχύος. Πρόκειται για αδίκημα που ενέχει επίδειξη βίας, με σκοπό τον εκφοβισμό και εξαναγκασμό του θύματος και παραβιάζει κάθε έννοια πολιτισμένης συμπεριφοράς (βλέπε επίσης Giannakov ν. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 137).
Τέτοιας φύσης αδικήματα, όπως και άλλα ομοειδή με αυτά, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας και παρουσιάζουν έξαρση, με αποτέλεσμα τα Δικαστήρια να αντιμετωπίζουν τους αδικοπραγούντες των, με αυστηρότητα.
Όπως αναφέρθηκε στην Παναγιώτου (Αντάρτης) ν Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 138:
«Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου (1994) 2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 160). Μάλιστα, η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: 'οι κλοπές, οι διαρρηξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη'».
Επίσης, στην Καμμούγιαρος ν Αστυνομίας, (2003) 2 Α.Α.Δ. 565 το Ανώτατο Δικαστήριο, με παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία, σημειώνει ότι τα αδικήματα αυτά, όπως το επίδικο ( δηλαδή τη ληστεία), είναι σε έξαρση, γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας, η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Είναι, λοιπόν, σαφές, ότι τα εν λόγω αδικήματα, εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο της παλαιάς, αλλά, δυστυχώς, ακόμα επίκαιρης διαπίστωσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, πως αδικήματα κατά της περιουσίας, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, και παρατηρείται έξαρση στη διάπραξή τους (Παναγίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 104, Piliev v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 58, Abed ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 128, Ilie κα ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 180/2011 - 182/2011 ημερ. 16.05.2012, Ahmed Saadi v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 308/14, ημερ.24.6.2016, Yenier ν, Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.256/2017, ECLI:CY:AD:2019:B153, ημερ.22.4.2019, και Balampanidis v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 210/2018, ημερ. 10.05.2019, ECLI:CY:AD:2019:B178.
Διαπίστωση στην οποία και εμείς αναπόφευκτα οδηγούμαστε, ένεκα της επαναλαμβανόμενης ενασχόλησης μας με τέτοιου είδους υποθέσεις. Οι επικίνδυνες διαστάσεις που έχει προσλάβει το έγκλημα, δημιουργούν ανησυχία, αγωνία και προβληματισμό στην κυπριακή κοινωνία.
Δεν θεωρούμε ότι αποτελεί υπερβολή να πούμε ότι αδικήματα αυτού του είδους, αποτελούν, δυστυχώς, πλέον, μέρος της καθημερινότητας μας, καθιστώντας το φαινόμενο αυτό μάστιγα για την κοινωνία. Ό,τι δε ανησυχεί ιδιαίτερα, είναι η ευκολία με την οποία, αφενός, φαίνεται να αποφασίζουν, πλέον, οι δράστες, να επιλύσουν τα οικονομικά τους προβλήματα, καταφεύγοντας σε εγκλήματα αυτού του είδους, και αφετέρου η ευκολία με την οποία τα προσχεδιάζουν. Ανησυχεί όμως, έτι περαιτέρω, και το γεγονός ότι οι συμπολίτες μας, περισσότερο από ποτέ, ζουν μέσα στην ανασφάλεια. Αυτή ακριβώς η έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, καθιστά εντονότερο το στοιχείο της αποτροπής στον καθορισμό της ποινής, εξ’ ου και τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τα αδικήματα αυτά με αυστηρότητα. Υπενθυμίζεται, βεβαίως, και η αρχή ότι επιβάλλεται η καταφυγή σε αυστηρότερες ποινές όταν διαπιστώνεται αυξητική τάση, επιμονή ή έξαρση στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων (Cotorceanu κ.α. v Δημοκρατίας Ποιν. Εφέσεις 84/20 και 87/20, ημερ. 17.2.21, όπου έγινε αναφορά στις Abunazha v Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ 551 και Selmani κ.α. v Δημορκατίας, Ποιν. Εφ. 235/13 και 236/13 ημερ. 5.10.16).
Στην υπόθεση Abed v. Δημοκρατίας, (2007) 2 ΑΑΔ, 127, σε σχέση με τους μετριαστικούς παράγοντες που υπέχουν ουσιαστικής σημασίας σε υποθέσεις όμοιες με την υπό εξέταση, αναφέρθηκε ότι:
«Σε εγκλήματα προσχεδιασμένα και όπου ο σκοπός είναι η παράνομη απόσπαση οικονομικού οφέλους, χωρίς σεβασμό στην προσωπικότητα και ακεραιότητα των θυμάτων μόνο η παραδοχή και απολογία αποτελούν σοβαρό παράγοντα που λαμβάνεται ευνοϊκά υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Οι υπόλοιποι παράγοντες είναι πράγματι περιθωριακοί.»
Περαιτέρω ως έχει νομολογηθεί, η κακή οικονομική κατάσταση ενός προσώπου δεν αποτελεί ελαφρυντικό, ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή του στο έγκλημα (Σταύρου «Φάντης» ν Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 61) προς βλάβη μάλιστα των συνανθρώπων του. Συναφώς, ως έχει λεχθεί:
«… δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει όμως να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο. Για αυτό και η εξατομίκευση της ποινής ώστε να αντανακλά και στις συνθήκες του παραβάτη δεν αμβλύνει στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής που κατά κανόνα υπεισέρχεται στον καθορισμό της» (Περικλέους ν Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 397).
Σε αυτό το σημείο θα αναφερθούμε σε ποινές που επιβλήθηκαν σε προηγούμενες υποθέσεις για το ενδεικτικό του μέτρου της τιμωρίας τις οποίες αναφέρουμε, έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αναφερόμενες αρχές σε σχέση με την αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις, η οποία γίνεται για να υπάρχει - όσο είναι δυνατό -, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (Γρηγορίου v Αστυνομίας(1996) 2 Α.Α.Δ. 217). Η παραπομπή σε δικαστικά προηγούμενα, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα, αλλά δεν προοιωνίζει την υϊοθέτηση ίδιας ποινής (Προεστού ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 17/2016, ημερομηνίας 22.5.2017), ECLI:CY:AD:2017:D183.
Στην υπόθεση Δημοκρατία v Ηρακλέους (Ποινική Έφεση 264/24, ημερομηνίας 20.5.2025) το Πρωτόδικο Δικαστήριο καταδίκασε τον εφεσίβλητο σε ένα έτος φυλάκιση, την οποία το Εφετείο χαρακτήρισε ως έκδηλα ανεπαρκή και, επομένως, αύξησε σε 2 ½ έτη, στη βάση της κρίσης του ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στις προσωπικές περιστάσεις του Εφεσίβλητου και υποβάθμισε τη σοβαρότητα της εγκληματικής του δράσης. Ενώ από τη μια πλευρά είναι ορθό ότι η βία που χρησιμοποιήθηκε δεν ήταν σοβαρής μορφής και ότι η κλαπείσα περιουσία δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, εντούτοις από την άλλη πλευρά η έμφαση αυτή παραγνωρίζει τα όσα τρομακτικά βίωσαν οι υπάλληλοι των αρτοποιείων κατά τις μεταμεσονύκτιες ώρες, ερχόμενοι αντιμέτωποι με άγνωστο πρόσωπο που έφερε μάσκα και κουκούλα. Ο δε Εφεσίβλητος έκλεψε όσα ποσά έβρισκε στα αρτοποιεία, ασχέτως εάν τελικώς δεν κατάφερε να κλέψει μεγάλα ποσά. Το τυχαίο και αστάθμητο αυτό στοιχείο, παρότι ασφαλώς προσμετράται, δεν μπορεί να εξουδετερώσει την απαξία της όλης εγκληματικής δράσης.
Στην υπόθεση Δ.Δημητρίου v Δημοκρατίας (Ποινική Έφεση 342/15, 08.05.18), ECLI:CY:AD:2018:B222 ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής του, για ληστεία σε ΣΠΕ, του χρηματικού ποσού €5450 και η 7ετής ποινή φυλάκισης, που του επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αυτός αντιμετώπιζε ψυχιατρικά προβλήματα, ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών και είχε 2 προηγούμενες καταδίκες.
Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.α. ((2000) 2 ΑΑΔ, 304), το Εφετείο, παραμερίζοντας τις πρωτόδικες επιεικείς ποινές (2 έτη φυλάκιση) που είχαν επιβληθεί στους Εφεσίβλητους, οι οποίοι ήταν ηλικίας περίπου 20 ετών, με προηγούμενες καταδίκες, βρήκε πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο υποβάθμισε τη σοβαρότητα του αδικήματος της ληστείας σε βαθμό που οι επιβληθείσες ποινές να ήταν καταφανώς ανεπαρκείς. Το Εφετείο έκρινε ως αρμόζουσες τις ποινές φυλάκισης των 4 ετών, τις οποίες και επέβαλε στους Εφεσίβλητους.
Στην υπόθεση Ποράς κ.α. v Αστυνομίας, (2005) 2 Α.Α.Δ. 452, η οποία αφορούσε στο αδίκημα της ληστείας, σε πολύ νεαρό κατηγορούμενο (19 ετών), επιβλήθηκε ποινής φυλάκισης 3 ετών, η οποία, παρά το νεαρό της ηλικίας του, δεν αναστάλθηκε η εκτέλεσή της.
Παρά τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν εν σχέση με τη σοβαρότητα των αδικημάτων, σημειώνουμε πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους, δεν μειώνει σε καμμιά περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει και στο πρόσωπο του κατηγορουμένου που έχουμε ενώπιον μας. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Βεβαίως, όταν διαπιστώνεται αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ο παράγοντας της εξατομίκευσης δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε τέτοια έκταση ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής.
Λαμβάνουμε επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο, ότι, στη βάση των ενώπιον μας γεγονότων, ενώ αυτός ήρθε στη Δημοκρατία για ένα καλύτερο μέλλον, αντί να σεβαστεί τους Νόμους της Δημοκρατίας και τα δικαιώματα (σωματικής ακεραιότητας και περιουσίας) των συμπολιτών του, συμφώνησε μαζί με άλλα πρόσωπα και ενήργησε ως μέλος ομάδας, με σχέδιο και με σκοπό να ασκήσουν βία στον παραπονούμενο, κατά τις πρωϊνές ώρες, και να του κλέψουν την περιουσία του, ως και έγινε, δηλαδή το κινητό του και τα χρήματα που είχε στην κατοχή του, προκαλώντας του τραύματα στον αριστερό αγκώνα. Επίσης για να αποφευχθεί η όποια αποκάλυψη της εμπλοκής τους, αυτοί είχαν καλυμμένα τα πρόσωπα τους με προσωπίδες, στοιχείο που κατά την γνώμη μας δεικνύει προμελέτη, υπό την έννοια προσχεδιασμού και προετοιμασίας, της εν προκειμένω ληστείας. Η ύπαρξη ή απουσία προσχεδιασμού είναι επίσης στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη είτε ως επιβαρυντικός είτε ως ελαφρυντικός παράγων, αντίστοιχα (βλ. Αχτάρ κ.α. v Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 397). Αν ο κατηγορούμενος ενήργησε με ομάδα προσώπων θεωρείται επιβαρυντικός παράγων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σενέκκη (2012) 2 ΑΑΔ 285).
Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι, το κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου, ανευρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου, αναγνωρίστηκε από τον πρώτο, ως το δικό του και θα του επιστραφεί, ενώ αναφορικά με το χρηματικό ποσό των €50, το οποίο κλάπηκε από τον παραπονούμενο, δηλώθηκε η αποδοχή του κατηγορούμενου στην έκδοση διατάγματος σχετικής αποζημίωσης του πρώτου.
Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, καθ΄ον χρόνο ήταν ανήλικος και συνεπώς υπό την ιδιότητα Παιδιού σε Σύγκρουση με τον Νόμο, ως προνοείται τούτη στον Νόμο.
Το νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου είναι ένας μετριαστικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του. Ο κατηγορούμενος όταν διέπραξε το αδίκημα ήταν ανήλικος (ηλικίας 17 ετών) και, για σκοπούς του Νόμου, παραμένει παιδί σε σύγκρουση με το νόμο, ως εκεί καθορίζεται ο όρος αυτός. Στο αναθεωρημένο σύγγραμμα G. Piki, Sentencing in Cyprus (2nd ed.) τονίζεται το πόσο ευαίσθητο έργο αποτελεί το καθήκον επιβολής ποινής σε νεαρά άτομα για τα οποία έμφαση πρέπει να δίδεται στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία. Για αυτά υπερισχύει η αρχή της υποβοήθησης τους να αναμορφωθούν, αφού ακριβώς η πιθανότητα αναμόρφωσης στους νέους είναι ισχυρότερη από τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα[3].
Υπήρξε από το Δικαστήριο προσεκτική εξέταση όλων των δεδομένων για την ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου και προβληματισμός ιδίως ως προς το είδος της ποινής, αφού ο κατηγορούμενος είναι ανήλικος. Έχουμε προς τούτο κατά νου τις πρόνοιες του Νόμου που προσανατολίζεται πρωτίστως σε μέτρα αναμόρφωσης και όχι στέρησης της ελευθερίας, εκτός εάν αυτό είναι απολύτως αναγκαίο. Οι διατάξεις του Νόμου παρέχουν την ευκαιρία σε παιδί παραβάτη να ανασυγκροτηθεί και να αναλογιστεί τις πράξεις του σε περιβάλλον πρόσφορο που μπορεί να εξασφαλίσει την ορθή αναμόρφωση του και την ομαλή επανένταξη του στην κοινωνία. Συνεπώς το παρόν Δικαστήριο καλείται να ισοζυγίσει από τη μία τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και από την άλλη την ανάγκη αναμόρφωσης του κατηγορουμένου, ως ανήλικο άτομο κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, αλλά και σήμερα, με την επιβολή της καταλληλότερης και αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις ποινής.
Επιπρόσθετα, δίδουμε ιδιαίτερη βαρύτητα στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου. Είναι νομολογημένο ότι ένας αδικοπραγούντας με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου και στην προκειμένη περίπτωση που ισχύει, ο κατηγορούμενος απολαμβάνει το ευεργέτημα αυτό (Γεωργίου v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, Αριστοδήμου v. Δημοκρατία Ποινική Έφεση 121/2017 ημερ. 21.09.17), ECLI:CY:AD:2017:D311, ECLI:CY:AD:2017:D311, Γεωργίου ν Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525 και Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποιν Έφεση Αρ. 121/2017 ημερ. 21/09/2017), ECLI:CY:AD:2017:D311.
Επίσης μεγάλη βαρύτητα αποδίδουμε στην παραδοχή του κατηγορουμένου. Σε αυτό το στάδιο πρέπει να πούμε ότι πιστώνουμε τον Κατηγορούμενο με παραδοχή στις κατηγορίες 6 και 7, η οποία όμως έγινε σε ήδη προχωρημένο στάδιο της ακρόασης και αφού κατέθεσαν στο δικαστήριο 9 μάρτυρες κατηγορίας. Παρ’ όλα αυτά, εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος.
Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή, ώστε να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης[4].
Στην Ανδρέου ν Δημοκρατίας [5] τονίστηκε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι «η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να «μεταφερθεί» στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι' αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής». Το ίδιο σκεπτικό διατυπώθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Τράντα v. Αστυνομίας[6].
Λαμβάνουμε ακόμη υπόψη τη συνεργασία που επέδειξε ο κατηγορούμενος με τον Κηδεμονευτικό Λειτουργό, σε συνάρτηση με την παραδοχή του στο Δικαστήριο, την αντίληψη της σοβαρότητας των αδικημάτων που διέπραξε, την απολογία του ενώπιον μας ως έκφραση έμπρακτης μεταμέλειας από μέρους του, η οποία μέσω της αγόρευσης της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ήταν ρητή και χωρίς περιστροφές ή προϋποθέσεις (CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους (2010) 2 Α.Α.Δ. 288).
Επιπρόσθετα, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου (κοινωνικο-οικονομικές-οικογενειακές), ως αναφέρθηκαν ενώπιον μας από την ευπαίδευτο συνήγορό του, οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, αλλά και την Έκθεση του Κηδεμονευτικού Λειτουργού, η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του δικαστηρίου ως προαναφέρθηκε. Ειδικότερα, πρόκειται για ασυνόδευτο ανήλικο, κουρδικής καταγωγής από τη Σ., ο οποίος τέθηκε υπό τη φροντίδα της Διευθύντριας των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, και βρίσκεται στην Κύπρο από το 2024 χωρίς οικογενειακό ή κοινωνικό δίκτυο υποστήριξης. Η μητέρα του απεβίωσε πριν από περίπου τρία χρόνια, ενώ ο πατέρας και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του διαμένουν εκτός Κύπρου. Οι συνθήκες της ζωής του έχουν σημαδευτεί από πολλαπλά τραυματικά βιώματα και σημαντικές δυσκολίες προσαρμογής του. Τα πιο πάνω αποτελούν σοβαρούς μετριαστικούς παράγοντες, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη προς όφελος του. Θα πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν χρήστης εξαρτησιογόνων ουσιών δεν έχει συνδεθεί με τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων και συναφώς η περίπτωση του, δεν μπορεί να ενταχθεί στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων από χρήστες ναρκωτικών, συνήθως με σκοπό την εξασφάλιση της δόσης τους ή άλλου σχετικού οφέλους. Αυτό που προκύπτει είναι μόνο ότι κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν και χρήστης γεγονός που λαμβάνεται υπόψη στον δέοντα βαθμό.
Στη βάση της έκθεσης του Κηδεμονευτικού Λειτουργού, την οποία επίσης λαμβάνουμε υπόψη, προκύπτει ότι η γνωστική λειτουργία και η νοημοσύνη του κατηγορούμενου, βρίσκονται εντός φυσιολογικών ορίων, χωρίς να διαπιστώνονται ενδείξεις σοβαρής ψυχοπαθολογίας, παραληρημάτων ή παραισθήσεων. Παρά ταύτα, αναγνωρίζεται ότι οι εμπειρίες που έχει βιώσει, έχουν επηρεάσει ουσιαστικά την ψυχοκοινωνική του ανάπτυξη. Σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση και την επαγγελματική του πορεία, η σχολική του φοίτηση διακόπηκε στη Δ΄ τάξη του Δημοτικού Σχολείου. Από νεαρή ηλικία εργάστηκε ως ελαιοχρωματιστής, ενώ και κατά την παραμονή του στην Κύπρο εργαζόταν, μέχρι τη σύλληψη και την προφυλάκισή του. Η γενικότερη παραβατική συμπεριφορά του, συνυπάρχει χρονικά με την εξάρτηση του από ουσίες, αφού ξεκίνησε την χρήση τους (κάνναβης, Kush, crystal methaphetamine) περίπου στην ηλικία των δεκαέξι ετών, στην απουσία υποστηρικτικού οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος και στις συναναστροφές του, οι οποίες τον επηρέασαν δραστικά. Παράλληλα, ο κίνδυνος υποτροπής αξιολογείται ως χαμηλός, υπό την προϋπόθεση ότι θα συμμετάσχει σε οργανωμένο πρόγραμμα αποκατάστασης εξαρτήσεων.
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω δεδομένα, ο Κηδεμονευτικός Λειτουργός εισηγείται την έκδοση Διατάγματος Συμβούλου (Οικογενειακής Υποστήριξης), την υποχρεωτική συμμετοχή του ανηλίκου στο πρόγραμμα αποκατάστασης εξαρτήσεων «ΧΧΧ» στη Λάρνακα, καθώς και τη συνέχιση της εποπτείας και υποστήριξής του από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, με στόχο την αποκατάσταση, την κοινωνική επανένταξη και την αποφυγή μελλοντικής παραβατικής συμπεριφοράς.
Στη βάση του Νόμου, λόγω της ανωτέρω ιδιότητας του κατηγορούμενου, το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει σε αυτόν τις ακόλουθες ποινές (άρθρο 88 του Νόμου).
(α) επίπληξη του παιδιού,
(β) επιβολή προστίμου,
(γ) επιβολή καταβολής των εξόδων ή/και ειδικές αποζημιώσεις στο θύμα από το παιδί,
(δ) διάταγμα που υποχρεώνει τους ασκώντες τη γονική μέριμνα αυτού να καταβάλει αποζημίωση στο θύμα,
(ε) διάταγμα γονικής επιτήρησης,
(στ) διάταγμα κοινοτικής επιτήρησης,
(ζ) διάταγμα κράτησης σε χώρο κράτησης παιδιών,
(η) αναστολή ποινής κράτησης,
(θ) διάταγμα παρακολούθησης με ηλεκτρονικό βραχιόλι,
(ι) διάταγμα υποχρεωτικής συνεργασίας του παιδιού με οποιαδήποτε δημόσια αρχή,
(ια) διάταγμα θεραπείας σε κέντρο θεραπείας ουσιοεξάρτησης αδειοδοτημένο από την Αρχή Αντιμετώπισης Εξαρτήσεων Κύπρου, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Θεραπείας Κατηγορούμενων Χρηστών ή Ουσιοεξαρτημένων Νόμου.
Τούτων λεχθέντων, αποτελεί ύψιστη υποχρέωση του Δικαστηρίου να διασφαλίσει το συμφέρον του παιδιού, με την αυστηρή τήρηση των προνοιών του Νόμου, ο οποίος επιφυλάττει την ποινή κράτησης ως το έσχατο μέτρο στα χέρια του Δικαστηρίου. Οτιδήποτε παρεκκλίνει από την πιστή εφαρμογή των διατάξεων της εν λόγω ειδικής νομοθεσίας, θέτει σε κίνδυνο τον σκοπό θέσπισης της.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επιβολή ποινής είναι λεπτό και συνάμα δύσκολο και πολυδιάστατο δικαστικό έργο, το οποίο απαιτεί βαθύ προβληματισμό για εξατομίκευση της μέσα από εκτίμηση των δεδομένων, των γεγονότων που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση, των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, των επιβαρυντικών και ελαφρυντικών παραγόντων της υπόθεσης, χωρίς να παραγνωρίζεται ο σκοπός του Νομοθέτη στη θέσπιση των υπό κρίση αδικημάτων και τη Νομολογία επί του θέματος (Αντωνίου v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 74/2020 ημερ. 31.07.20). Να σημειωθεί ότι σήμερα που θα του επιβληθεί ποινή, ο κατηγορούμενος εξακολουθεί να είναι ανήλικος.
Μετά από πολλή μελέτη και περίσκεψη και αφού λάβαμε υπόψη την ηλικία του κατηγορουμένου, τις προσωπικές συνθήκες του και γενικά τους επιβαρυντικούς και ελαφρυντικούς παράγοντες στους οποίους αναφερθήκαμε πιο πάνω και τις εκτιμήσεις του Κηδεμονευτικού Λειτουργού, τόσο ως προς το χαρακτήρα και βούληση του κατηγορούμενου, όσο και ως προς την εκτιμώμενη από τον ίδιο καταλληλόλητα της εισηγούμενης ποινής, καταλήξαμε ότι η παρούσα δεν αποτελεί τη περίπτωση εκείνη που η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της συνέχισης της κράτησης (υπενθυμίζουμε ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται υπό κράτηση ως υπόδικος στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης από τις 06/05/2025) και, κατά συνέπεια, ότι μπορούμε να ακολουθήσουμε τις εισηγήσεις του Κηδεμονευτικού Λειτουργού και να εκδώσουμε Διάταγμα Συμβούλου (Οικογενειακής Υποστήριξης) σύμφωνα με το άρθρο 114 του Νόμου αφού κρίνουμε ότι με τον τρόπο αυτό, αφενός εξυπηρετούνται οι σκοποί του Νόμου και αφετέρου οι σκοποί της ποινής περιλαμβανομένης και της ανάγκης για εξατομίκευσή της. Καθίσταται, έκδηλο από τα πιο πάνω, ότι, δεν θεωρούμε, στη βάση της σοβαρότητας των διαπραχθέντων αδικημάτων, ειδικότερα της ληστείας, και της επακόλουθης ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικής ποινής, ότι η μέχρι τώρα κράτηση του κατηγορουμένου (κάτι περισσότερο από ένα χρόνο) αποτελεί επαρκή τιμωρία του. Ο σκοπός του Διατάγματος στοχεύει, ως εκ τούτων, στη δημιουργία και την επιβολή ενός υποχρεωτικού, εποπτευόμενου και χρονοδρομολογημένου πλάνου, το οποίο θα συντονίζεται από τον Κηδεμονευτικό Λειτουργό και θα περιλαμβάνει υποχρεωτική παραπομπή και συμμετοχή σε συγκεκριμένους άξονες.
Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας, κρίνεται ότι ενδείκνυται, υπό τις περιστάσεις, η έκδοση Διατάγματος Συμβούλου (Οικογενειακής Υποστήριξης) σύμφωνα με το άρθρο 114 του Νόμου. Το Διάταγμα αυτό θα ισχύει για περίοδο 18 μηνών από σήμερα, κατά τη διάρκεια της ισχύος του οποίου ο κατηγορούμενος διατάζεται όπως:
(α) Τελεί υπό επιτήρηση αρμοδίου για τον σκοπό αυτό Κηδεμονευτικού Λειτουργού. Για σκοπούς της παρούσας, αυτός θα είναι ο Δρ. Γ. Μ.
(β) Ενταχθεί στο πρόγραμμα Αποκατάστασης Εξαρτήσεων «ΧΧ» στη Λάρνακα, το αργότερο εντός 30 ημερών από σήμερα, νοουμένου ότι γίνει αποδεκτός από το πρόγραμμα ή σε περίπτωση που δεν γίνει αποδεκτός, σε ανάλογο πρόγραμμα Αποκατάστασης Εξαρτήσεων, σε συντονισμό με τις αρμόδιες υπηρεσίες και με την συγκατάθεση του Κηδεμονευτικού Λειτουργού.
(γ) Θα συνεχίσει η εποπτεία του από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας.
(δ) Παρουσιάζεται και/ή επικοινωνεί με τον Κηδεμονευτικό Λειτουργό, σύμφωνα με τις οδηγίες αυτού.
(ε) Συμμορφώνεται και να συνεργάζεται καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου που ισχύει το διάταγμα με τις υποδείξεις και απαιτήσεις του Κηδεμονευτικού Λειτουργού, τις οποίες αυτός θεωρεί αναγκαίες για τη διασφάλιση της καλής του διαγωγής και της αποτροπής επανάληψης ή διάπραξης οποιουδήποτε αδικήματος.
(στ) Ο Κηδεμονευτικός Λειτουργός θα επισκέπτεται και θα λαμβάνει αναφορά από τον κατηγορούμενο κάθε μήνα και θα υποβάλλει στο Δικαστήριο Έκθεση Προόδου αναφορικά με την τήρηση και εφαρμογή του διατάγματος κάθε έξι (6) μήνες.
(ζ) Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος ή δεν συμμορφώνεται με τις υποδείξεις και/ή οδηγίες του Κηδεμονευτικού Λειτουργού, το Δικαστήριο να ενημερωθεί αμέσως με σχετική έκθεση του Κηδεμονευτικού Λειτουργού.
Αντίγραφο του παρόντος Διατάγματος, να αποσταλεί, από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας Λευκωσίας.
Τέλος, στη βάση της σχετική συγκατάθεσης του κατηγορούμενου για σκοπούς αποζημίωσης του παραπονούμενου, με γνώμονα τις πρόνοιες του άρθρου 24(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960 και του άρθρου 88(γ) του Νόμου (ως αυτός ορίστηκε ανωτέρω), εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ο κατηγορούμενος (Κατηγορούμενος 4) διατάσσεται όπως καταβάλει στον παραπονούμενο το ποσό των €50 για σκοπούς αποζημίωσης του.
Όλα τα τεκμήρια της υπόθεσης, τα οποία αποτελούν νόμιμη ιδιοκτησία τρίτων, που κατέχονται σήμερα από την Αστυνομία, περιλαμβανομένου και του κινητού τηλεφώνου του παραπονούμενου να επιστραφούν στους ιδιοκτήτες τους.
Τα έξοδα €265 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
(Υπ.).…………..…………..……………
Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
(Υπ.).…….………...……….…………...
Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ
(Υπ.)……....…….…..……………………
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] κατά παράβαση των άρθρων 282, 283 και 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και Νόμος 55(I)/2021.
[2] κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 282, 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και Νόμος 55(I)/2021.
[3] Ioannou v. Police (1986) 2 C.L.R. 149
[4]Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία (2002) 2 Α.Α.Δ. 28
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο