ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΣΥΝΘΕΣΗ: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ.
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.Ε.Δ.
Υπόθεση Αρ.: 1658/26
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
-ν-
1. Α. Χ.
2. Al.J.J.A.
Κατηγορουμένων
Ημερομηνία: 27 Mαϊου, 2026
Εμφανίσεις:
Για τη Δημοκρατία: κος Α.Αντωνίου
Για τον Κατηγορούμενο 1: κος Αλ.Κληρίδης
Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Χρ. Ασημάκη
Κατηγορούμενοι : παρόντες
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(Δοθείσα αυθημερόν)
Για τους λόγους που θα διαφανούν κατωτέρω, στην παρούσα ενδιάμεση απόφαση θα καταπιαστούμε με τη χρονική σειρά των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση.
Αρχικώς, στις 20/02/26, καταχωρήθηκε από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λάρνακας, κατηγορητήριο εναντίον 2 προσώπων, ώστε τούτoi να παρουσιαστούν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, για σκοπούς παραπομπής τους σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Στη βάση του σχετικού κατηγορητηρίου, απαρτιζόμενο από 86 κατηγορίες, οι 2 κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν, από κοινού, 17 κατηγορίες και ο κατηγορούμενος 1, τις λοιπές. Ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά αυτοί αντιμετώπιζαν, από κοινού, μία κατηγορία συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 1), μία κατηγορία συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος (κατηγορία 2), της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου (κατηγορίες 72 και 73), έτερη κατηγορία εδραζόμενη στη Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων και άλλων μορφών Σκληρής, Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας (κατηγορία 74), της απαγωγής με σκοπό να υποβληθεί πρόσωπο σε βαριά βλάβη (κατηγορία 75), απαγωγής προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό του (κατηγορία 76), επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (κατηγορία 78), πράξεις που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης (κατηγορία 77), συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση (κατηγορίες 83 και 84) και κάποιες άλλες κατηγορίες, αφορώσες σε ελαφρότερης μορφής αδικήματα.
Μετά την κρίση του παραπέμποντος Δικαστηρίου ότι η υπόθεση ήταν κατάλληλη για να παραπεμφθεί σε δίκη ενώπιον Κακουργιοδικείου, και ορισμό της υπόθεσης, ώστε οι κατηγορούμενοι να παρουσιαστούν ενώπιον του στις 27/04/26, η Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε αίτημα όπως και οι 2 κατηγορούμενοι παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι την επόμενη δικάσιμο, αίτημα, στο οποίο, ο μεν κατηγορούμενος 1 δεν έφερε ένσταση, ο δε κατηγορούμενος 2 έφερε ένσταση.
Το παραπέμπον Δικαστήριο, με απόφαση του ημερομηνίας 20/02/2026, ενέκρινε το αίτημα και διέταξε την κράτηση και των δύο κατηγορούμενων μέχρι και την παρουσία τους ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Πιο συγκεκριμένα, το παραπέμπον Δικαστήριο έκρινε ότι, και για τους δύο κατηγορούμενους, υπήρχε ο κίνδυνος φυγοδικίας τους, ενώ για τον κατηγορούμενο 1, επιπροσθέτως, ότι υπήρχε κίνδυνος, εάν αφεθεί ελεύθερος, να διαπράξει άλλα αδικήματα.
Στις 27/4/2026, ο Γενικός Εισαγγελέας καταχώρησε το ενώπιον του παρόντος Κακουργιοδικείου κατηγορητήριο, αποτελούμενο από 20 κατηγορίες. Ο μεν κατηγορούμενος 1, ως μόνος κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1 – 10 και 14 – 20 και, από κοινού με τον κατηγορούμενο 2, αντιμετωπίζει και τις κατηγορίες 11 – 13, ήτοι, της στέρησης της ελευθερίας προσώπου με σκοπό να τύχει τέτοιας μεταχείρισης ώστε να τεθεί σε κίνδυνο βαριάς βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 251, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, της υποβολής προσώπου σε βασανιστήρια, με τη χρήση μεθόδων συστηματικού βασανισμού, κατά παράβαση του άρθρου 3 (1)(β) του Νόμου που κυρώνει τη Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων και άλλων Μορφών Σκληρής, Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας, Ν.235/90 και της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 243 (1), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154.
Στην ουσία, στη βάση της ανωτέρω μεταβολής του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος 2, στον οποίο και αφορά, στην ουσία, η παρούσα απόφαση, δεν αντιμετωπίζει πλέον κατηγορίες, όπως πράξεις που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης (κατηγορία 77), συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση (κατηγορίες 83 και 84), της απαγωγής με σκοπό να υποβληθεί πρόσωπο σε βαριά βλάβη (κατηγορία 75), της απαγωγής προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό του (κατηγορία 76), αλλά ούτε και κατηγορίες συνωμοσίας. Ωστόσο, στη βάση των κατηγοριών 12 και 13 του ενώπιον μας κατηγορητηρίου, τούτος αντιμετωπίζει πανομοιότυπες και/ή όμοιες με τις κατηγορίες 74 και 78 του κατηγορητηρίου του παραπέμποντος δικαστηρίου, και/ή, εν πάση περιπτώσει, κατηγορίες που εδράζονται επί των ιδίων άρθρων, του ιδίου Νόμου, που εδράζονταν οι εν λόγω κατηγορίες του κατηγορητηρίου του παραπέμποντος δικαστηρίου. Σε ότι δε αφορά στην κατηγορία 11 του ενώπιον μας κατηγορητηρίου, τούτη άπτεται αποδιδόμενης σε αυτόν συμπεριφοράς, που περιλαμβανόταν, τόσο στην έκθεση αδικήματος όσο και στις λεπτομέρειες τούτου, της κατηγορίας 75 του κατηγορητηρίου του παραπέμποντος δικαστηρίου.
Στις 27/04/2026, όταν και εμφανίστηκαν για πρώτη φορά οι κατηγορούμενοι ενώπιον του παρόντος Κακουργιοδικείου, αλλά και στις επόμενες συνεδρίες, η συνήγορος του κατηγορούμενου 2 επιφύλαξε το δικαίωμα του πελάτη της στην υποβολή ένστασης στο αίτημα κράτησης της Κατηγορούσας Αρχής.
Στις 25/5/2026, η συνήγορος του κατηγορούμενου 2 υπέβαλε ένσταση στο αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής, σε αντίθεση με τον συνήγορο του κατηγορούμενου 1 ο οποίος δεν ενέστη.
Ειδικότερα, η συνήγορος Υπεράσπισης του κατηγορούμενου 2 προέβαλε ένσταση στο αίτημα και υποστήριξε ότι η ανωτέρω μεταβολή του κατηγορητηρίου αποτελεί, ξεκάθαρο, διαφοροποιητικό στοιχείο, το οποίο επιτρέπει την εκ νέου εξέταση του αιτήματος κράτησης. Εν προκειμένω, εισηγήθηκε συναφώς, ότι, όπως έχει μεταβληθεί το κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει μόνο 3 κατηγορίες (από τις 17 που αντιμετώπιζε) και η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής αποδυναμώνεται, στη βάση του γεγονότος ότι, για το σοβαρότερο αδίκημα, για το οποίο, πλέον, κατηγορείται, προνοείται ανώτατη ποινή φυλάκισης αυτή των 14 ετών, σε αντιδιαστολή με την διά βίου φυλάκιση, που προνοείται για το σοβαρότερο αδίκημα που αντιμετώπιζε στο προϋπάρχον κατηγορητήριο. Περαιτέρω, είναι η θέση της εν προκειμένω συνηγόρου, ότι ο ρόλος του κατηγορούμενου 2 στο παλαιό κατηγορητήριο και συγκεκριμένα βάση των λεπτομερειών των αδικημάτων, κατά την παραπομπή του, ενώπιον του Κακουργιοδικείου, ήταν διαφορετικός, αφού μαζί με τον Κατηγορούμενο 1 παρουσιάζονται ως δύο πρόσωπα που συμμετείχαν σε παράνομες πράξεις εγκληματικής οργάνωσης, συνωμότησαν μεταξύ τους για να διαπράξουν κακούργημα, ήτοι βασανιστήρια, απειλώντας συγκεκριμένο πρόσωπο, κατείχαν και μετέφεραν πυροβόλο όπλο κατηγορίας Β, μαχαίρι και πιστόλι, ότι προκάλεσαν βασανιστήρια, τον χειρίστηκαν εξευτελιστικά και απάνθρωπα, τον απήγαγαν, του προκάλεσαν βαριά και πραγματική σωματική βλάβη, και τον απείλησαν, σε αντίθεση με το τι αποδίδεται σε αυτόν στο παρόν κατηγορητήριο.
Προς τούτο, εισηγήθηκε ότι, σε καμία κατηγορία, δεν παρουσιάζεται ο Κατηγορούμενος 2, ως άτομο που συμμετείχε σε οποιαδήποτε εγκληματική οργάνωση, ή συνωμότησε με τον Κατηγορούμενο 1 για την διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος, ή κατείχε επιθετικά όπλα ή ότι προέβη σε πράξεις που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Η συνήγορος διατείνεται ότι παρατηρείται μια ουσιώδης αλλαγή, στις κατηγορίες, οι οποίες, ενώ συνολικά ήταν 17, σήμερα παρέμειναν μόνο 3. Επιπλέον, εισηγείται ότι παρατηρείται ουσιώδης αλλαγή ως προς το χρονικό πλαίσιο των φερόμενων αδικημάτων, αφού το παλαιό κατηγορητήριο πλαισιώνει τα φερόμενα αδικήματα μεταξύ των ημερομηνιών 1/7/2025 – 31/7/2025 ενώ το νέο κατηγορητήριο περιορίζεται πλέον στην ημερομηνία 28/07/2025 σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2.
Ακόμα, σε ότι αφορά πάντα τη θέση της περί δικαιωματικής επανεξέτασης του ζητήματος κράτησης από το παρόν δικαστήριο, ισχυρίστηκε ότι, δεδομένων των λεπτομερειών των κατηγοριών του ενώπιον μας κατηγορητηρίου, θα πρέπει να ανατρέξουμε στο μαρτυρικό υλικό που κατέχει η Κατηγορούσα Αρχή και να εξετάσουμε κατά πόσο, στη βάση του, προκύπτει πιθανότητα καταδίκης του στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, προβάλλοντας, επιπροσθέτως, ότι, από αυτό (το μαρτυρικό υλικό) δεν προκύπτει ο κατηγορούμενος 2 να προέβη σε οποιανδήποτε εκ των πράξεων που του αποδίδονται μέσω των λεπτομερειών των κατηγοριών του ενώπιον μας κατηγορητηρίου.
Είναι, εν προκειμένω, η κύρια θέση της συνηγόρου του κατηγορούμενου 2 ότι οι ανωτέρω διαφοροποιήσεις δεν αποτελούν τυχαίο γεγονός, αλλά ένα αδιάσειστο μεσολαβέν γεγονός, το οποίο αποκαλύπτει την αδυναμία στήριξης των αρχικών ισχυρισμών της Κατηγορούσας Αρχής όπως αυτές αποτυπώνονταν στο κατηγορητήριο του παραπέμποντος δικαστηρίου, κάτι που δικαιολογεί κρίση ότι η υπόθεση της εναντίον του Κατηγορούμενου 2, είναι, πλέον, αποδυναμωμένη.
Επιπρόσθετα, σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου 2, υποστήριξε ότι αυτός, στις 06/03/2026, καταχώρησε προσφυγή στο Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας με σκοπό να ανατρέψει την απόφαση του κράτους για αναστολή του προσφυγικού καθεστώτος που του είχε αναγνωριστεί, σημειώνοντας, συναφώς, ότι, τούτος έχει δεσμούς με τη Δημοκρατία, αφού διαμένει και εργάζεται εδώ, και, επιπρόσθετα, αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και συγκεκριμένα πρόβλημα στο γόνατο του, που ήταν το αποτέλεσμα κατάγματος, το οποίο υπέστη στην αριστερή κνήμη του. Προς επίρρωση των θέσεων της παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά έγγραφα.
Καταληκτικά η κα Ασημάκη υποστήριξε ότι το Δικαστήριο πρέπει να επανεξετάσει το θέμα της κράτησης του πελάτη της, γιατί δεν υπάρχει μαρτυρία που να τον εμπλέκει με τα αδικήματα και τις λεπτομέρειες των αδικημάτων του νέου κατηγορητηρίου και το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής θα πρέπει να απορριφθεί, ελλείψει του κινδύνου φυγοδικίας. Στη βάση δε της ανωτέρω καταληκτικής θέσης της, εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 θα πρέπει να απολυθεί με όρους, αναφέροντας, συναφώς, προτεινόμενους όρους που δύναται να ικανοποιήσει.
Αντίθετη άποψη είχε ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, ο οποίος υποστήριξε ότι θα πρέπει να διαταχθεί η κράτηση και των δύο κατηγορουμένων, προτάσσοντας ότι, η όποια μεταβολή του κατηγορητηρίου δεν πρέπει να θεωρηθεί ως ουσιαστική, δεδομένου του γεγονότος ότι, οι 3 κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2 στη βάση του ενώπιον μας κατηγορητηρίου, αποτελούν, στην ουσία, κατηγορίες, που, ούτως ή άλλως, αντιμετώπιζε και με βάση το κατηγορητήριο του παραπέμποντος δικαστηρίου. Όσο δε αφορά στην ανώτατη προνοούμενη ποινή, μολονότι αναγνώρισε το διαφοροποιητικό αυτό στοιχείο, τόνισε το γεγονός ότι για το σοβαρότερο αδίκημα που τώρα αντιμετωπίζει, προνοείται ανώτατη ποινή φυλάκισης 14 ετών, με αποτέλεσμα, το κριτήριο της σοβαρότητας του αδικήματος, σε κάθε περίπτωση, να ικανοποιείται, εισηγούμενος ότι το ζήτημα αυτό, σε σχέση με αυτό το σοβαρότερο αδίκημα, εξετάστηκε και από το παραπέμπον δικαστήριο, δεδομένου ότι τούτο (το αδίκημα), αντιμετωπιζόταν από τον κατηγορούμενο 2 και στη βάση του κατηγορητηρίου του εν λόγω δικαστηρίου.
Προς τούτο παρέπεμψε σε μέρος του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του παραπέμποντος Δικαστηρίου, το οποίο βρίσκεται και ενώπιον μας, παραδίδοντας επιπροσθέτως και ένα ημερολόγιο ενεργείας επί του οποίου καταγράφονται τα αποτελέσματα δικανικής ανάλυσης βίντεο το οποίο κατέχει η Κατηγορούσα Αρχή ως στοιχείο που συλλέχθηκε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, για να υποστηρίξει ότι, στη βάση του ενώπιον μας μαρτυρικού υλικού που κατέχει η Κατηγορούσα Αρχή ικανοποιείται το κριτήριο της πιθανότητας καταδίκης του κατηγορούμενου 2, υποδεικνύοντας, επιπροσθέτως, πάντα συναφώς, ότι, τόσο στην κατηγορία 11 όσο και στην κατηγορία 13, αλλά, και ανεξαρτήτως ότι δεν αναφέρεται εκεί ρητώς, και στην κατηγορία 12, δεδομένης της συμπερίληψης στις εκθέσεις αδικήματος και των άρθρων 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, η Κατηγορούσα Αρχή δεν επιδιώκει την καταδίκη του κατηγορούμενου 2 επί το ότι ο ίδιος, προσωπικά, προέβη στις πράξεις που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών που αντιμετωπίζει, αλλά επί των ενεργειών του, ως αυτές προκύπτουν από το μαρτυρικό υλικό, οι οποίες, κατά τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής επιτρέπουν δικαστική κρίση περί ενοχής του ως αυτουργός ή συναυτουργός στη βάση των προνοιών του άρθρου 20 και 21.
Ως είναι επαρκώς νομολογημένο, όταν το ζήτημα κράτησης εξετάζεται από το Δικαστήριο, περιλαμβανομένου και ενός παραπέμποντος Δικαστηρίου, επανεξέτασή του επιτρέπεται μόνο στη βάση διαφοροποίησης των δεδομένων που περιέβαλλαν την προγενέστερη διαταχθείσα κράτηση[1].
Με κάθε σεβασμό στη σχετική εισήγηση του εκπρόσωπου της Κατηγορούσας Αρχής, η ανωτέρω μεταβολή του κατηγορητηρίου κρίνεται ουσιαστική, και σε συμφωνία με την ανωτέρω σχετική εισήγηση της συνηγόρου Υπεράσπισης, κρίνουμε ότι αποτελεί διαφοροποιητικό στοιχείο που επιτρέπει την εκ νέου εξέταση του αιτήματος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κρίσεις του παραπέμποντος Δικαστηρίου ως προς το αίτημα κράτησης των κατηγορούμενων, και ειδικότερα ως προς την στάθμιση της σοβαρότητας του αδικήματος, της πιθανότητας καταδίκης, και της ποινής που τυχόν θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο 2, δεν εξετάστηκε αμιγώς επί του είδους και φύσης των αδικημάτων και μόνο, αλλά και σε συνάρτηση με τις λεπτομέρειες των σχετικών κατηγοριών, άρρηκτα συνυφασμένες και με τις αποδιδόμενες στους κατηγορούμενους ενέργειες, ως τούτες αποδίδοντο τότε, αλλά και με γνώμονα και με την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή του σοβαρότερου αδικήματος που αντιμετώπιζε. Εξάλλου στη βάση των τοποθετήσεων του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ενώπιον μας, οι οποίες επικεντρώθηκαν στην προσπάθεια του να ικανοποιήσει το κριτήριο της πιθανότητας καταδίκης του κατηγορούμενου 2 που σήμερα αντιμετωπίζει, φαίνεται, και η Κατηγορούσα Αρχή, να μην διαφωνεί για το επιτρεπτό της εκ νέου εξέτασης του ζητήματος κράτησης.
Δεδομένων των ανωτέρω, ενυπάρχει ενώπιον μας τέτοιο διαφοροποιητικό στοιχείο που, σε συμφωνία και με την εισήγηση της συνηγόρου του κατηγορούμενου 2, κρίνουμε ότι επιτρέπει την εκ νέου εξέταση του ζητήματος κράτησης.
Οι αρχές που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάζει την κράτηση κατηγορούμενου κατά τη διάρκεια της δίκης του, έχουν αναφερθεί με λεπτομέρεια στην απόφαση του παραπέμποντος Δικαστηρίου και παρέλκει η ανάγκη της εδώ επανάληψής τους. Ενδεικτικώς και μόνο σημειώνουμε ότι η νομολογία έχει αναγνωρίσει τρεις λόγους, ο κάθε ένας από τους οποίους μπορεί από μόνος του να δικαιολογήσει την κράτηση: τον κίνδυνο φυγοδικίας, την πιθανότητα διάπραξης, στο μεταξύ, άλλων αδικημάτων και το ενδεχόμενο επηρεασμού μαρτυρίας. Στην προκειμένη περίπτωση, απασχολεί μόνο ο κίνδυνος φυγοδικίας.
Οι παράμετροι στη βάση των οποίων στηρίζεται ο κίνδυνος φυγοδικίας[2] είναι η σοβαρότητα του αδικήματος και το συνεπαγόμενο ενδεχόμενο αυστηρής τιμωρίας, η πιθανότητα καταδίκης, όπως προκύπτει μέσα από το μαρτυρικό υλικό, και οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου (π.χ.δεσμοί με την Κυπριακή Δημοκρατία).
Η σοβαρότητα του αδικήματος δεν απομονώνεται και δεν διαφεύγει από την προσοχή ότι κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος. Δυνατόν να προκύπτει από το ύψος της ποινής, αλλά και την ίδια τη φύση των αδικημάτων και την τιμωρία που δυνατόν να υπάρξει, σε περίπτωση καταδίκης. Η πιθανολόγηση καταδίκης, προκύπτει από την ισχύ του μαρτυρικού υλικού, κρινόμενου στην όψη του. Στο στάδιο αυτό, δεν εξετάζεται η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ούτε το Δικαστήριο προβαίνει σε κρίσεις επί της δεκτότητας ή αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, ούτε σε τελική διαπίστωση γεγονότων ή εξαγωγή συμπερασμάτων. Το δε κριτήριο της πιθανολόγησης καταδίκης, είναι χαμηλότερο από εκείνο της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί ακόμα και σε εξ ακοής μαρτυρία[3] ή και μαρτυρία συγκατηγορούμενου. Αποφασίζει κατά πόσον η πιθανότητα καταδίκης προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, εκτιμώμενου στην όψη του, έστω και αν υπάρχει εύλογη προσδοκία αθώωσης. Στην πιθανολόγηση, λαμβάνεται υπόψη και η κατάθεση του κατηγορούμενου. Ως έχει επαρκώς νομολογηθεί, ο παράγοντας της πιθανότητας καταδίκης, δεν διενεργείται με μια αποσπασματική διεργασία στη βάση μαθηματικών ποσοστώσεων, αλλά ως μια ενιαία διαδικασία. Πρόκειται δε, για κρίση περί πιθανολόγησης καταδίκης, παρά την ενδεχόμενη διαπίστωση εύλογης προσδοκίας αθώωσης (βλ. Dydi v Δημοκρατίας[4]και Τσεκκούρα ν Δημοκρατίας[5]. Ως δε έχει υποδειχθεί στις μόλις αναφερόμενες αποφάσεις, δεν θα πρέπει το Δικαστήριο, κατά τη διεργασία του ως προς τη στάθμιση πιθανότητας καταδίκης να προβαίνει σε ατελέσφορές παρατηρήσεις, οι οποίες δυνατό να επηρεάσουν οτιδήποτε που ανήκει στην κυρίως δίκη.
Ανάμεσα στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου είναι και οι δεσμοί του με τον τόπο στον οποίο γίνεται η δίκη. Εάν υπάρχουν δεσμοί με την Κυπριακή Δημοκρατία, δυνατόν να λειτουργούν αποτρεπτικά σε σχέση με την πιθανότητα διαφυγής του κατηγορουμένου και τη μη εμφάνισή του στη δίκη[6]. Ωστόσο, δεν επενεργούν, από μόνοι τους, ως ασπίδα, ώστε να υπερφαλαγγίσουν τη σοβαρότητα του αδικήματος ή αδικημάτων για τα οποία διώκεται ο κατηγορούμενος και δεν εξαλείφουν με κάποιον αυτονόητο τρόπο τον κίνδυνο φυγοδικίας. Η ανυπαρξία οποιωνδήποτε δεσμών, συνηθέστερα, καθιστά υπαρκτό τον κίνδυνο φυγοδικίας[7].
Αναφορικά, τώρα, με τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2, η οποία, εξάλλου, δεν αμφισβητήθηκε από τη συνήγορο υπεράσπισης, τούτη εξόφθαλμα προκύπτει από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ανώτατες ποινές, οι οποίες είναι τα 14 έτη φυλάκισης για το αδίκημα της κατηγορίας 11, 10 έτη για το αδίκημα της κατηγορίας 12 και 3 έτη για το αδίκημα της κατηγορίας 13.
Ως προς δε την πιθανότητα καταδίκης του κατηγορούμενου, με κάθε σεβασμό στην αντίθετη εισήγηση της συνηγόρου Υπεράσπισης, το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό, στην όψη του, και υπό τις αρχές που διέπουν την εξέτασή του στο παρόν στάδιο (στο πλαίσιο αιτήματος ως προς το υπό εξέταση), επαρκεί, κατά τη γνώμη μας, για να προκύψει κρίση περί πιθανότητας καταδίκης του, στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
Πιο συγκεκριμένα, προκύπτει από τις καταθέσεις του παραπονούμενου M.A., ότι ο κατηγορούμενος 2, τον οποίο γνώριζε, και του είχε δανείσει, στο παρελθόν, €2000, τον επισκέφθηκε με τον κατηγορούμενο 1 και άλλο πρόσωπο στο νοσοκομείο όπου και νοσηλευόταν και τον έπεισαν να μεταβεί στην Πύλα για να μιλήσουν για το εν προκειμένω χρέος. Έπραξε τούτο, και κατά την συνάντηση τους αυτήν, τον «βασάνιζαν», και υπό την απειλή μαχαιριού και πιστολιού στο στόμα, δέχθηκε επίθεση, αρκετές φορές, σε διάφορα σημεία του σώματος του, με ζώνη, με κλωτσιές αλλά και με συσκευή που εκκένωνε ρεύμα. Αυτός υπό απειλή και φόβο, ως οι οδηγίες των βασανιστών του, κατέβασε δύο φορές το παντελόνι του και παρέμεινε γυμνός, όπου και τον βιντεοσκοπούσε ο κατηγορούμενος 2, στην παρουσία του οποίου λάμβαναν χώρα όλες οι πιο πάνω ενέργειες. Μετά ο κατηγορούμενος 2 και άλλα πρόσωπα τον μετέφεραν σε άλλο σημείο, όπου τον απείλησαν ότι εάν καταγγείλει το συμβάν θα τον σκοτώσουν. Στη συνέχεια με οδηγό τον κατηγορούμενο 2, ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στο σπίτι του. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω μεταχείρισης του, υπέστη τραυματισμούς και κακώσεις (κυανούν 36) και παρέμεινε στο νοσοκομείο. Επίσης σύμφωνα με την κατάθεση του Αστ.1231 Α.Χ. (κυανούν 46 και κυανούν 54) επιθεωρώντας πλάνα από κινητό τηλέφωνο, με ημέρα δημιουργίας 28.07.2025 (αναφερόμενη στις κατηγορίες 11, 12 και 13 ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων), είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 2, να κάθεται και να βιντεογραφεί τα συμβάντα, ως αυτά εξάλλου προκύπτουν και από τα καταγραφέντα στα ημερολόγια ενεργείας, στα οποία μας παρέπεμψε σήμερα ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής.
Συναφώς με τον ρόλο του κατηγορούμενου 2 στην όλη υπόθεση, σε συμφωνία με την σχετική εισήγηση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, στην όψη του κατηγορητηρίου, ως έχει ενώπιον μας τούτος διώκεται και ως αυτουργός και/ή συναυτουργός στη βάση των προνοιών των άρθρων 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, με αποτέλεσμα, το γεγονός, στο οποίο στηρίχθηκε η συνήγορος του κατηγορούμενου 2, ότι από το μαρτυρικό υλικό δεν προκύπτει ο εν προκειμένω κατηγορούμενος να προέβη στις αποδιδόμενες μέσω των λεπτομερειών των κατηγοριών ενέργειες, να μην υπέχει τη δυναμική που επιχειρεί να του αποδώσει.
Κατά συνέπεια, το κριτήριο πιθανότητας καταδίκης, έχει, επίσης, ικανοποιηθεί.
Έχοντας κρίνει, ως ανωτέρω, και δη ότι πληρούνται τα δύο πρώτα κριτήρια που εδώ απασχολούν, προχωρούμε τώρα στο τρίτο κριτήριο και δη αυτό της ποινής που τυχόν θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο 2, εάν και εφόσον κριθεί ένοχος στα αδικήματα που αντιμετωπίζει.
Σε διαφωνία με τις σχετικές εισηγήσεις της συνηγόρου Υπεράσπισης, λόγω της σοβαρότητας των εν λόγω κατηγοριών, αλλά και του ενώπιον μας, σχετικού, μαρτυρικού υλικού, στην όψη του ορώμενο, κρίνουμε ότι σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορούμενου είναι ενδεχόμενο να επιβληθούν σε αυτόν ποινές φυλάκισης και μάλιστα αυτές να είναι πολυετείς.
Προχωρούμε τώρα να καταγράψουμε, στη βάση των όσων σχετικών προκύπτουν από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μας, τα όσα υποστηρίχθηκαν αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου 2. Η συνήγορος του υποστήριξε ότι αυτός κατάγεται από την Παλαιστίνη, εκκρεμεί η ανωτέρω αναφερόμενη αίτηση του στο Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου, διαμένει και εργάζεται στη Δημοκρατία και αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας.
Ως έχει νομολογιακώς, σχετικώς, υποδειχθεί, το κατά πόσο η υγεία ενός κατηγορούμενου μπορεί να αποτελέσει λόγο για να διαταχθεί η απόλυση του, εξαρτάται από το κατά πόσο η κατάσταση της υγείας του κατηγορουμένου, στη βάση των όσων θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, μπορεί να θεωρηθεί ως ασυμβίβαστη με την κράτηση του, και δη ότι η τελευταία διενεργείται κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 3 της ΕΣΔΑ. Το βάρος απόδειξης μιας τέτοιας παραβίασης είναι πέραν λογικής αμφιβολίας, και προφανώς βαραίνει τον διάδικο που την εγείρει, εν προκειμένω τον κατηγορούμενο 2 (για μια πλήρη σχετική νομική ανάλυση, βλ. Ποιν. Έφ. 47/2025, μεταξύ Shimon Mistriel Aykout v. Δημοκρατίας, απόφαση ημερομηνίας 24.03.2025).
Στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μας, το μόνο που στην ουσία προβάλλεται, είναι ότι ο κατηγορούμενος, λόγω της κράτησης του, δεν υποβλήθηκε στην τρίτη προγραμματισθείσα εγχείρηση στο γόνατο του, χωρίς όμως να προωθηθεί οποιαδήποτε περαιτέρω θέση, αναφορικά με την εν γένει κατάσταση της υγείας του, το άμεσο της όποιας αναγκαιότητας της, ή την αδυναμία της διενέργειας της ενώ τούτος τελεί υπό κράτηση. Τουναντίον, λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική αναφορά της συνηγόρου του, ήδη η αστυνομία έλαβε μέτρα και τον μετέφερε σε κάποιες περιπτώσεις στο νοσοκομείο. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος 2 στο βαθμό που αφορά στο πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει, δεν απέσεισε το ανωτέρω αναφερόμενο βάρος απόδειξης που έχει.
Όσο δε αφορά τώρα στις λοιπές προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου 2, τούτες δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ιδιάζουσες ή ως ουσιωδώς διαφορετικές από τις πλείστες των υποθέσεων που απασχόλησαν τα δικαστήρια μας στο πλαίσιο της εξέτασης του παράγοντα της φυγοδικίας. Κρίνουμε δε ότι, στη βάση των όσων ισχύουν στην υπό εξέταση περίπτωση, δεδομένης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, της υπαρκτής πιθανότητας καταδίκης του και της ποινής που δυνατό να του επιβληθεί, σε μία τέτοια περίπτωση, οι προσωπικές του περιστάσεις δεν είναι τέτοιες που μπορούν να κατατάξουν την περίπτωση στην άκρως ξεχωριστή κατάσταση που θα υπερφαλάγγιζε την αναγκαιότητα της κράτησης του (Κλεοβούλου v Αστυνομίας, 2014 2 ΑΑΔ, 251).
Κρίνουμε, επομένως, εν προκειμένω, ότι, η παρούσα περίπτωση, για τον κατηγορούμενο 2, που προβάλλει ένσταση στο αίτημα, είναι τέτοια που η κράτηση του, ως η έσχατη αντιμετώπιση, αποτελεί τον μόνο τρόπο εξασφάλισης της παρουσίας του στη δίκη και ότι τούτη δεν μπορεί να εξασφαλιστεί μέσω ικανοποίησης οποιονδήποτε όρων, περιλαμβανομένων και αυτών που έχει εισηγηθεί η συνήγορος Υπεράσπισης.
Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγουμε ότι τόσο ο κατηγορούμενος 2, όσο και ο κατηγορούμενος 1, ο οποίος δεν έφερε ένσταση στο αίτημα, να παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι την επόμενη δικάσιμο.
(Υπ.).…………..…………..……………
Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
(Υπ.).…….………...……….…………...
Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ
(Υπ.)……....…….…..……………………
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] βλ. Ποινική Έφεση 113/22 μεταξύ V.B. v. Δημοκρατίας, απόφαση ημερομηνίας 21/06/2022 και Ποινικές Εφέσεις 103/2024 και 108/2024 μεταξύ Ζορπάς v. Δημοκρατίας, απόφαση ημερομηνίας 03/06/2024
[2] Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 163/2024, 26.07.2024, Ε.Ι.Κ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 186/2024, 24.07.2024, Στυλιανού ν Δημοκρατίας, ΠΕ 78/24, 08.04.2024, Γενικός Εισαγγελέας v. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.07.2023, Κοτσούδη ν. Αστυνομίας, ΠΕ 131/20, 20.08.2020, ECLI:CY:AD:2020:B288, ECLI:CY:AD:2020:B288, Dydi v. Αστυνομίας, ΠΕ 103/20, 03.09.2020, Νικήτα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 54, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 32, Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 790, Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 7.
[3] Παναγή ν. Αστυνομίας, ΠΕ 152/2024, 25.06.2024.
[4] Ποινική Έφεση 103/2020 απόφαση ημερομηνίας 3 Σεπτεμβρίου του 2020
[6] Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024.
[7] Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024, Μωυσίδης v. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 138.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο