ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. M. Al. κ.α., Υπόθεση αρ.: 5775/25, 16/6/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. M. Al. κ.α., Υπόθεση αρ.: 5775/25, 16/6/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ.

Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.Ε.Δ.

Υπόθεση αρ.: 5775/25

 

Δημοκρατία

                                                                        Κατηγορούσα Αρχή

-και-

 

1.    M. Al.

2.    H. Z.

3.    Y. Al M.

Κατηγορουμένων

 

 

 

Ημερομηνία:  16 Ιουνίου, 2026

Για τη Δημοκρατία: κ. Μ. Κουτσόφτας

Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Χρ. Φελλάς 

Κατηγορούμενος 1: παρών

 

 

ΠΟΙΝΗ

(Κατηγορούμενος 1)

 

               Ο Κατηγορούμενος 1 (στο εξής ο «Κατηγορούμενος») κρίθηκε ένοχος, μετά από δική του παραδοχή, στην κατηγορία 2 (ληστεία),[1] 4 (κλοπή) [2] και 6 (διάρρηξη κατοικίας εν καιρώ νυκτός και κλοπή)[3].  

 

Σημειώνεται, για σκοπούς πληρότητας, ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε ακόμη 3 κατηγορίες Συνωμοσίας προς διάπραξη Κακουργήματος, ήτοι της Ληστείας (κατηγορία 1), της Κλοπής (κατηγορία 3) και της διάρρηξης κατοικίας (κατηγορία 5), οι οποίες διακόπηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, με αποτέλεσμα τούτος να απαλλαγεί από αυτές.

Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί, έχουν, συνοπτικώς, ως εξής:

Σε σχέση με την Κατηγορία 2

Ο κατηγορούμενος αφίχθηκε παράνομα στη Δημοκρατία, ως ασυνόδευτος και βρισκόταν σε δομές, υπό την προστασία του Κράτους και αφού ενηλικιώθηκε διέμενε σε διάφορες διευθύνσεις. 

Συγκεκριμένα την 25.03.25 και ώρα 21:50, αφού λήφθηκε πληροφορία στην αστυνομία, για ληστεία στο περίπτερο, με την ονομασία S.-Ε., το οποίο βρίσκεται στα Λ. Λάρνακας, περίπολα του Αστυνομικού Σταθμού Ορόκλινης μετέβηκαν στη σκηνή και από επιτόπιες εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι περί ώρα 21:34, δύο άτομα εισήλθαν εντός του περιπτέρου, τα οποία έφεραν φούτερ με κουκούλα και είχαν καλυμμένα τα πρόσωπα τους με φουλάρι. Αφού πλησίασαν τον υπάλληλο, ο οποίος βρισκόταν πίσω από τον πάγκο του ταμείου, ο ένας εξ αυτών, χωρίς να πει οτιδήποτε, πρόταξε το χέρι του προς τον ταμία, ενώ το δεύτερο πρόσωπο, ο οποίος φορούσε γάντια, εισήλθε πίσω από τον πάγκο και πήρε το αποσπώμενο ταμείο της ταμειακής μηχανής.

Στη συνέχεια, αφού εξήλθαν του περιπτέρου, επιβιβάστηκαν σε σαλούν όχημα χρώματος άσπρου, του οποίου δεν διακρίνονταν οι αριθμοί εγγραφής, και ανέπτυξαν ταχύτητα με κατεύθυνση προς την υπεραγορά Στέλιος. Οι κινήσεις των δραστών καταγράφηκαν από το κλειστό κύκλωμα του περιπτέρου. Από τις εξετάσεις προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός του οχήματος, από το οποίο είχαν αποβιβαστεί τα δύο πρόσωπα που εισήλθαν εντός του περιπτέρου και αυτός φορούσε μπλε φόρμες και έφερε πράσινα γάντια στα χέρια του.

Σύμφωνα με την υπεύθυνη του περιπτέρου, το ποσό της κλοπής ήταν €881, σε διάφορα χαρτονομίσματα και νομίσματα, καθώς επίσης και κερδισμένα λαχεία αξίας €28.

Σε σχέση με την Κατηγορία 4

Ακολούθως την ίδια ημέρα, μετά από εξετάσεις σε κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης της περιοχής, εξασφαλίσθηκε από την παρακείμενη Υπεραγορά Στέλιος, το κλειστό κύκλωμα, στο οποίο διαφαίνεται ότι μετά από πάροδο μερικών λεπτών από τη διάπραξη της Ληστείας, το ύποπτο όχημα πέρασε, από το σημείο, με ταχύτητα.  Το εν λόγω κύκλωμα κατέγραψε και τους αριθμούς εγγραφής του.

Από περαιτέρω εξετάσεις της αστυνομίας, διαπιστώθηκε ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος, είναι ο Ι. Δ., ο οποίος, την 23.03.25 και ώρα 10:00, το είχε σταθμεύσει σε χώρο στάθμευσης, στη Λάρνακα και όταν επέστρεψε η ώρα 13:30, διαπίστωσε ότι αυτό είχε κλαπεί. Την εν προκειμένω κλοπή, ο ιδιοκτήτης του οχήματος την κατήγγειλε στην αστυνομία. Το κλαπέν όχημα είναι  αξίας περί τα €1000.

Στις 28.03.25 και ώρα 05:15, το πιο πάνω κλαπέν όχημα, εντοπίστηκε από περίπολο του Αστυνομικού Σταθμού Ορόκλινης, σε χωράφι στην παραλιακή περιοχή της Ορόκλινης, και από αυτό παραλήφθηκε αριθμός τεκμηρίων.

Περατέρω, σύμφωνα με εξετάσεις που έγιναν από τον Κλάδο Φωτοεπισήμανσης, διαπιστώθηκε ότι ο οδηγός του συγκεκριμένου οχήματος, μεταξύ 23-28.03.25, προέβηκε σε οκτώ παραβάσεις σταθερών και κινητών καμερών στη Λάρνακα, ενώ στις 25.03.25 και ώρα 20:45, δηλαδή πέντε λεπτά μετά το αδίκημα της Ληστείας, το εμπλεκόμενο όχημα με τους επιβάτες του, προέβηκε σε παράβαση κάμερας φωτοεπισήμανσης. Κατά τον χρόνο της εν προκειμένω παράβασης, ο κατηγορούμενος αναγνωρίστηκε από μέλη του Αστυνομικού Σταθμού Ορόκλινης, ως  επιβάτης του οχήματος και όχι ως ο οδηγός του, ιδιότητα που είχε κατά τον χρόνο της διάπραξης της ληστείας.

Στις 17.04.25, εναντίον του κατηγορούμενου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και τα στοιχεία του τοποθετήθηκαν στον κατάλογο stop list. Στις 10.05.25, κατόπιν εκτέλεσης του εν προκειμένω εντάλματος σύλληψης, ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε και απάντησε «ότι έχω να πω, θα το πω στο δικαστήριο».

Στις 11.05.25, λήφθηκε από τον κατηγορούμενο, στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου, με τη βοήθεια διερμηνέα (από αραβικά σε ελληνικά και αντιστρόφως), στην παρουσία του δικηγόρου του, ανακριτική κατάθεση, ως επίσης και τα παρειακά επιχρίσματα του.

Σε σχέση με την Κατηγορία 6

Στις 20.04.25, η S.H. A.E., από το Ισραήλ, και τώρα κάτοικος Κύπρου, η οποία διαμένει μαζί με τους γονείς της, στη Λάρνακα, κατήγγειλε (μετά από έλεγχο που έκανε στο κύκλωμα παρακολούθησης που έχει εγκατεστημένο στην κατοικία της), στο ΤΑΕ Λάρνακας, ότι στις 18.04.25 και μεταξύ των ωρών 19:30-20:32, διαρρήχθηκε η οικία τους. 

Κατόπιν τούτου, κλιμάκιο της αστυνομίας, μετέβηκε στο μέρος και στην παρουσία φιλικού προσώπου της παραπονουμένης - καθότι η ίδια απουσίαζε για διακοπές εκτός Κύπρου - διαπιστώθηκε ότι οι δράστες πέτυχαν είσοδο από την ταράτσα της πολυκατοικίας, στη βεράντα, και ακολούθως εισήλθαν εντός του διαμερίσματος, από κλειστή, αλλά απασφάλιστη μπαλκονόπορτα. Ακολούθως εξήλθαν από την κλειστή, αλλά απασφάλιστη ξύλινη πόρτα της κύριας εισόδου του διαμερίσματος.

Η παραπονούμενη ανέφερε στην αστυνομία ότι διαπίστωσε, μέσω του ενός από τα δύο κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης που έχει εγκατεστημένα στην κατοικία της, ότι οι δράστες έκλεψαν το χρηματικό ποσό των €4000 περίπου, σε διάφορα χαρτονομίσματα, καθώς και διάφορα κλειδιά μηχανοκινήτων οχημάτων τα οποία ανήκουν στον πατέρα της, τα οποία είχε μέσα σε δύο χρηματοκιβώτια εντός του υπνοδωματίου του.

Η αστυνομία προέβηκε σε επιτόπιες εξετάσεις και έλαβε αριθμό τεκμηρίων.

Από ανάλυση των κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης που βρίσκονται τόσο στην είσοδο όσο και εντός της κατοικίας παραπονούμενης,  αναγνωρίστηκε ο Κατηγορούμενος,  ο οποίος είναι γνωστός στην αστυνομία, ως ένας εκ των δραστών που διέρρηξαν και έκλεψαν από την κατοικία της παραπονούμενης. Την 18.05.25, στο Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, στην οποία αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση. Ο κατηγορούμενος έχει ταυτιστεί, στα πλαίσια των εξετάσεων του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, με τα δείγματα τα οποία έχουν παραληφθεί από την αστυνομία, στο πλαίσιο διερεύνησης του αδικήματος της διάρρηξης.

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου, στη γραπτή του αγόρευση για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε, (α) στην άμεση παραδοχή του, (β) στο νεαρό της ηλικίας του, (γ) στη μεταμέλεια και απολογία του, που εξέφρασε, (δ) στις ιδιάζουσες προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, και δη ότι είναι Σ. υπήκοος, με  γονείς που διαμένουν στον Λ. και στη Σ., ο οποίος ήρθε στη Δημοκρατία, ως ασυνόδευτος ανήλικος, και, ακολούθως, αναγνωρίστηκε ως πολιτικός πρόσφυγας, (ε) τον ρόλο και τις συνθήκες  υπό τις οποίες διέπραξε τα αδικήματα και (στ) ότι είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου. Στο πλαίσιο της αγόρευσης του, ο συνήγορος υπεράσπισης υϊοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, στο οποίο θα αναφερθούμε πιο κάτω.

               Για σκοπούς επιβολής ποινής, και μετά από συγκατάθεση της Κατηγορούσας Αρχής, λαμβάνονται υπόψη και οι ακόλουθες 18 ποινικές υποθέσεις (15 υποθέσεις συνοπτικής εκδίκασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και 3 υποθέσεις του Δικαστηρίου Παίδων, το οποίο, επίσης, συνεδριάζει στη Λάρνακα) στο πλαίσιο των οποίων ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τη διάπραξη αριθμού αδικημάτων ως ακολούθως.

 

15 Υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας  

 

111Χ/25

 

               Ότι, στις 30.12.24 στη Λάρνακα, είχε στην κατοχή του ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας I phone, για το οποίο υπάρχει εύλογος υπόνοια ότι είναι κλοπιμαίο[4].

 

658Χ/25

Ότι στις 20.03.2025, στη Λάρνακα, έκλεψε από όχημα, το χρηματικό ποσό των €60 και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung, περιουσίας της Χρ. Π., από τη Λάρνακα[5].

193Χ/26

               Ότι, στις 09.02.2025, έκλεψε ένα αυτοκίνητο αξίας €15.000,  προκαλώντας σε αυτό κακόβουλη βλάβη, ύψους €3,174.87, καθώς  επίσης και ότι έκλεψε από έτερο όχημα, γυαλιά ηλίου αξίας €150 και δεύτερο κλειδί άλλου οχήματος[6].

101Χ/25

Ότι, στις 27.07.2024, στη Λάρνακα, είχε στην κατοχή του ένα ζευγάρι γυαλιά μάρκας Prada και ένα ρολόϊ μάρκας Daniel, για τα οποία υπάρχει εύλογος υπόνοια ότι είναι κλοπιμαία[7].

1383Χ/25

Ότι, στις 17.11.2024, έκλεψε ένα αυτοκίνητο, αξίας €6,500[8].

577Χ/25  

Ότι, στις 09.06.2024, έκλεψε, από όχημα, το ποσό των €850, ένα κινητό τηλέφωνο, αξίας €200 και ένα ρολόι, αξίας €60[9].

55Χ/25

Ότι, στις 12.01.2025, αποπειράθηκε να κλέψει, από οχήματα, ενήργησε ως κλεπταποδόχος (δύο δεσμών κλειδιών οχημάτων) και κατείχε επιθετικό όργανο (σιδερογροθιά)[10].

101Χ/25  

Ότι, στις 22.05.2024, έκλεψε, από όχημα, το χρηματικό ποσό των €840[11].

1566Χ/24

Ότι, στις 23.10.2024, επέδειξε συμπεριφορά διασαλεύουσα την ειρήνη και κατείχε επιθετικό όργανο (σιδερογροθιά)[12].

577Χ/25

Ότι, στις 31.03.25, (α) προμηθεύτηκε 0,2 γρ. πράσινης φυτικής ύλης κάνναβης, (β) κατείχε άγνωστη ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, (γ) χρησιμοποίησε ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β΄, και (δ), στις 12.1.25, προμηθεύτηκε και (ε) κατείχε, 0,7706 γρ. πράσινη φυτική ύλη κάνναβης[13].

302Χ/26

Ότι, στις 12.02.25, έκλεψε όχημα αξίας €7,500[14].         

233Χ/26

Ότι, στις 27.4.2025, οδηγούσε αμελώς και προκάλεσε ζημιά στην περιουσία του Δήμου Λάρνακας, χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφαλείας, χωρίς άδεια οδήγησης, άνευ της συγκαταθέσεως του ιδιοκτήτη και εγκατέλειψε την σκηνή του δυστυχήματος[15].

 

 

296Χ/26

Ότι, στις 09.09.2024, στη Λάρνακα, χρησιμοποίησε μηχανοκίνητο όχημα, χωρίς πιστοποιητικό ασφαλείας, χωρίς να κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης, άνευ της συγκαταθέσεως του ιδιοκτήτη, και υπερέβη το εκ του Νόμου καθοριζόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας, δηλαδή, 87 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ και παρέλειψε να το ακινητοποιήσει, ενώ κλήθηκε από αστυνομικό εν στολή[16].

365Χ/26

Ότι, στις 17.09.2024, στη Λάρνακα, χρησιμοποίησε μηχανοκίνητο όχημα, χωρίς πιστοποιητικό ασφαλείας, χωρίς να κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης, άνευ της συγκαταθέσεως του ιδιοκτήτη, της οδήγησης του μηχανοκινήτου δικύκλου χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος και παρέλειψε να σταματήσει σε κόκκινο φως[17].

 

389Χ/26

Ότι, στις 09.02.2025, διέπραξε τα ίδια πιο πάνω αδικήματα της υπ.αρ.3657/26, οδηγώντας έτερο όχημα.

 

3 Υποθέσεις του Δικαστηρίου Παίδων Λάρνακας

101Χ/25

Ότι, στις 19.06.2024, ενήργησε ως κλεπταποδόχος 5 κινητών τηλεφώνων, συνολικής αξίας €490, και, παράνομα, κατείχε ένα άρωμα αξίας €10, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Redmi Note, αξίας €100, ένα μοτοποδήλατο, αξίας €250, ασύρματα ακουστικά, αξίας €50 και ένα ηλεκτρικό τσιγάρο, αξίας €10, για τα οποία υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαία[18].

101Χ/25

Ότι, στις 16.04.24, έκλεψε, από όχημα, τα χρηματικά ποσά των €250 και £80, δελτίο ταυτότητας, άδεια φρουρού ασφαλείας, πιστωτική κάρτα και ένα τηλέφωνο, και ότι παράνομα κατείχε ποδήλατο, αξίας €334,90, για το οποίο υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι ήταν κλοπιμαίο[19].

914Χ/25

Ότι, στις 14.3.2024, έκλεψε, με άλλα πρόσωπα, από τον Ε/Αστ.7042 Σ. Π., δύο φορτιστές, ακουστικά (αξίας €279), ένα tablet (αξίας €680), αστυνομικό υπηρεσιακό φανάρι, υπηρεσιακή ζώνη, αστυνομικό τζόκεϋ, ως επίσης και ότι επιτέθηκε στο πιο πάνω αστυφύλακα, κατά την δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του, αλλά και προκάλεσε ζημιά σε αριθμό γυαλιών του ξενοδοχείου H.[20].

Σημειώνεται ότι τα αδικήματα των 3, τελευταίων, πιο πάνω, υποθέσεων, ο κατηγορούμενος τα διέπραξε, καθ΄ον χρόνο ήταν ανήλικος και συνεπώς υπό την ιδιότητα Παιδιού σε Σύγκρουση με τον Νόμο, ως προνοείται τούτη στον Νόμο 55(1)/2021. Φυσικά το γεγονός αυτό, δεν επιβάλλει την αντιμετώπιση του κατηγορούμενου, από το παρόν δικαστήριο, υπό τέτοιαν ιδιότητα, καθότι θα επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο μόνο στις κατηγορίες του παρόντος κατηγορητηρίου, που αφορούν αδικήματα που διέπραξε, καθ’ ον χρόνο ήταν ενήλικας.

Μέσω της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του (αυτή που άπτεται της οικειοποίησης περιουσίας στο πλαίσιο των υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη), απέσπασε – σε κάποιες περιπτώσεις με άλλους - περιουσία αξίας €32.691, χωρίς να προκύπτει να έχουν αποζημιωθεί, σχετικώς, οι εκεί παραπονούμενοι.

Εδώ οφείλουμε να πούμε ότι, σε συνάρτηση με τα όσα έχουν λεχθεί στην Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα [21], όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αδικήματα άλλων υποθέσεων, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες[22]. Η εν λόγω νομολογιακή αρχή επιβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Krzysztof Dygdalowicz ν Δημοκρατίας[23], και από το νέο Εφετείο στην Ξενοφώντος ν Αστυνομίας[24].

               Μελέτη των ποινικών υποθέσεων που τέθηκαν ενώπιον μας, αποκαλύπτει μια ποικιλόμορφη δράση του Κατηγορούμενου, η οποία επικεντρώνεται κυρίως σε αδικήματα κατά της περιουσίας. Συναφώς, εντοπίζονται κατηγορίες κλοπών, κλεπταποδοχής και παράνομης κατοχής περιουσίας. Επιπροσθέτως, ως προκύπτει από τα ανωτέρω, εντοπίζονται και κατηγορίες κατοχής ναρκωτικών, οχλαγωγίας, επίθεσης εναντίον αστυνομικού οργάνου και τροχαίες παραβάσεις. Από τις 18 ανωτέρω υποθέσεις, οι 14 αφορούν αδικήματα όμοιας φύσης με την παρούσα υπόθεση, αναδεικνύοντας, έτσι, έτι περαιτέρω, τη σαφέστατη ροπή από πλευράς του Κατηγορούμενου προς αδικήματα εναντίον της περιουσίας άλλων προσώπων, σε μία σχετικά μικρή περίοδο των 11 μηνών (Μάϊος 2024 – Απρίλιο 2025), αδιαφορώντας πλήρως για το συνταγματικό δικαίωμα εκάστου πολίτη της Δημοκρατίας στην περιουσία.

 

               Στρεφόμαστε τώρα στην παρούσα υπόθεση. Αναμφίβολα, τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Ενδεικτική της σοβαρότητάς τους, είναι η προβλεπόμενη από τον Νόμο ανώτατη ποινή, στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και του ύψους της[25].

 

Στο πλαίσιο αυτό, σημειώνουμε ότι, από πλευράς προβλεπόμενων ποινών, το πιο σοβαρό αδίκημα στην παρούσα, είναι το αδίκημα της ληστείας (κατηγορία 2), για το οποίο προνοείται ποινή φυλάκισης 14 ετών. Ακολουθούν, από πλευράς ύψους ποινών, το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας εν καιρώ νυκτός και κλοπής (κατηγορία 6), για το οποίο προνοείται ποινή φυλάκισης 10 ετών και το αδίκημα της κλοπής (κατηγορία 4), για το οποίο, προνοείται ποινή φυλάκισης 3 ετών.

Υποδεικνύουμε ότι, με βάση τη σχετική νομολογία, οι προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές, συνιστούν τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο την επιμέτρηση της ποινής που θα επιβάλει, με στόχο την εξεύρεση των κατάλληλων ποινών σε κάθε περίπτωση[26].

Πέραν όμως της προβλεπόμενης ποινής, η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, εμφαίνεται και μέσα από την νομολογία.  Ειδικότερα, για το αδίκημα της ληστείας, της διάρρηξης και της κλοπής, αλλά και των λοιπών σχετιζόμενων με την περιουσία αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος (κλεπταποδοχής και παράνομης κατοχής περιουσίας), το Ανώτατο Δικαστήριο, από πολύ παλαιά, έχει τονίσει τη σοβαρότητα τους και την ανάγκη αντιμετώπισης τους με αυστηρότητα, επειδή προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη.

Στην Dygdalowicz ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), αναφέρθηκε ότι η ληστεία αποτελεί αποτρόπαιο έγκλημα που προκαλεί κυρίως αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες, ενώ, παράλληλα, δημιουργεί ανησυχία, αγωνία και προβληματισμό στην κυπριακή κοινωνία, αφού προσλαμβάνει επικίνδυνες διαστάσεις. Είναι αδίκημα, το οποίο ενέχει στοιχεία επικινδυνότητας και βλάβης στο θύμα, με τη σοβαρότητα του να έγκειται στο ότι συνδυάζει κλοπή περιουσίας από τον νόμιμο ιδιοκτήτη ή κάτοχο της, με πρόκληση σωματικού πόνου, τρόμου και πανικού στο θύμα, κατόπιν άσκησης σωματικής και/ή ψυχολογικής βίας σ’ αυτό. Το θύμα καθίσταται έρμαιο στις διαθέσεις του εγκληματία, ο οποίος ενεργεί από θέση ισχύος. Πρόκειται για αδίκημα που ενέχει επίδειξη βίας, με σκοπό τον εκφοβισμό και εξαναγκασμό του θύματος και παραβιάζει κάθε έννοια πολιτισμένης συμπεριφοράς (βλέπε επίσης Giannakov ν. Δημοκρατίας (2014) 2Α Α.Α.Δ. 137).  

 Τέτοιας φύσης αδικήματα, όπως και άλλα ομοειδή με αυτά, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας και παρουσιάζουν έξαρση, με αποτέλεσμα τα Δικαστήρια να αντιμετωπίζουν τους αδικοπραγούντες των, με αυστηρότητα.

Όπως αναφέρθηκε στην Παναγιώτου (Αντάρτης) ν Δημοκρατίας[27]

 «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου (1994) 2 Α.Α.Δ. 194Dirazo ν. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 197Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 113Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 160). Μάλιστα, η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: 'οι κλοπές, οι διαρρηξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη'».

 

Επίσης, στην Καμμούγιαρος ν Αστυνομίας [28], το Ανώτατο Δικαστήριο, με παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία, σημειώνει ότι τα αδικήματα αυτά, όπως ληστεία, διάρρηξη, κλοπή (ως τα επίδικα), είναι σε έξαρση, γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας, η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Είναι, λοιπόν, σαφές, ότι τα εν λόγω αδικήματα, εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο της παλαιάς, αλλά, δυστυχώς, ακόμα επίκαιρης διαπίστωσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, πως αδικήματα κατά της περιουσίας, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, και παρατηρείται έξαρση στη διάπραξή τους[29]. Διαπίστωση στην οποία και εμείς αναπόφευκτα οδηγούμαστε, ένεκα της επαναλαμβανόμενης ενασχόλησης μας με τέτοιου είδους υποθέσεις. Οι επικίνδυνες διαστάσεις που έχει προσλάβει το έγκλημα, δημιουργούν ανησυχία, αγωνία και προβληματισμό στην κυπριακή κοινωνία.

Δεν θεωρούμε ότι αποτελεί υπερβολή να πούμε ότι αδικήματα αυτού του είδους, αποτελούν, δυστυχώς, πλέον, μέρος της καθημερινότητας μας, καθιστώντας το φαινόμενο αυτό μάστιγα για την κοινωνία.  Ό,τι δε ανησυχεί ιδιαίτερα, είναι η ευκολία με την οποία, αφενός, φαίνεται να αποφασίζουν, πλέον, οι δράστες, να επιλύσουν τα οικονομικά τους προβλήματα, καταφεύγοντας σε εγκλήματα αυτού του είδους, και αφετέρου η ευκολία με την οποία τα προσχεδιάζουν. Ανησυχεί όμως, έτι περαιτέρω, και το γεγονός ότι οι συμπολίτες μας, περισσότερο από ποτέ, ζουν μέσα στην ανασφάλεια. Αυτή ακριβώς η έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, καθιστά εντονότερο το στοιχείο της αποτροπής στον καθορισμό της ποινής, εξ’ ου και τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τα αδικήματα αυτά με αυστηρότητα. Υπενθυμίζεται, βεβαίως, και η αρχή ότι επιβάλλεται η καταφυγή σε αυστηρότερες ποινές όταν διαπιστώνεται αυξητική τάση, επιμονή ή έξαρση στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων[30].

Στην υπόθεση Abed v. Δημοκρατίας[31], σε σχέση με του μετριαστικούς παράγοντες που υπέχουν ουσιαστικής σημασίας σε υποθέσεις όμοιες με την υπό εξέταση, αναφέρθηκε ότι:  

«Σε εγκλήματα προσχεδιασμένα και όπου ο σκοπός είναι η παράνομη απόσπαση οικονομικού οφέλους, χωρίς σεβασμό στην προσωπικότητα και ακεραιότητα των θυμάτων μόνο η παραδοχή και απολογία αποτελούν σοβαρό παράγοντα που λαμβάνεται ευνοϊκά υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Οι υπόλοιποι παράγοντες είναι πράγματι περιθωριακοί.»

 

Περαιτέρω ως έχει νομολογηθεί, η κακή οικονομική κατάσταση ενός προσώπου δεν αποτελεί ελαφρυντικό, ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή του στο έγκλημα[32] προς βλάβη μάλιστα των συνανθρώπων του. Συναφώς, ως έχει λεχθεί:

«… δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει όμως να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο. Για αυτό και η εξατομίκευση της ποινής ώστε να αντανακλά και στις συνθήκες του παραβάτη δεν αμβλύνει στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής που κατά κανόνα υπεισέρχεται στον καθορισμό της».[33]

 

Σε αυτό το σημείο θα αναφερθούμε σε ποινές που επιβλήθηκαν σε προηγούμενες υποθέσεις για το ενδεικτικό του μέτρου της τιμωρίας τις οποίες αναφέρουμε, έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αναφερόμενες αρχές σε σχέση με την αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις, η οποία γίνεται για να υπάρχει - όσο είναι δυνατό -, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών[34]. Η παραπομπή σε δικαστικά προηγούμενα, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα, αλλά δεν προοιωνίζει την υϊοθέτηση ίδιας ποινής[35].

Στην υπόθεση Δημοκρατία v Ηρακλέους[36], το Πρωτόδικο Δικαστήριο καταδίκασε τον εφεσίβλητο σε ένα έτος φυλάκιση, την οποία το Εφετείο χαρακτήρισε ως έκδηλα ανεπαρκή και, επομένως, αύξησε σε 2 ½ έτη, στη βάση της κρίσης του ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στις προσωπικές περιστάσεις του Εφεσίβλητου και υποβάθμισε τη σοβαρότητα της εγκληματικής του δράσης. Ενώ από τη μια πλευρά είναι ορθό ότι η βία που χρησιμοποιήθηκε δεν ήταν σοβαρής μορφής και ότι η κλαπείσα περιουσία δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, εντούτοις από την άλλη πλευρά η έμφαση αυτή παραγνωρίζει τα όσα τρομακτικά βίωσαν οι υπάλληλοι των αρτοποιείων κατά τις μεταμεσονύκτιες ώρες, ερχόμενοι αντιμέτωποι με άγνωστο πρόσωπο που έφερε μάσκα και κουκούλα. Ο δε Εφεσίβλητος έκλεψε όσα ποσά έβρισκε στα αρτοποιεία, ασχέτως εάν τελικώς δεν κατάφερε να κλέψει μεγάλα ποσά. Το τυχαίο και αστάθμητο αυτό στοιχείο, παρότι ασφαλώς προσμετράται, δεν μπορεί να εξουδετερώσει την απαξία της όλης εγκληματικής δράσης. 

Στην υπόθεση Δ.Δημητρίου v Δημοκρατίας[37], ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής του, για ληστεία σε ΣΠΕ, του χρηματικού ποσού €5450 και η 7ετής ποινή φυλάκισης, που του επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αυτός αντιμετώπιζε ψυχιατρικά προβλήματα, ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών και είχε 2 προηγούμενες καταδίκες.

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.α.[38], το Εφετείο, παραμερίζοντας τις πρωτόδικες επιεικείς ποινές (2 έτη φυλάκιση) που είχαν επιβληθεί στους Εφεσίβλητους, οι οποίοι ήταν ηλικίας περίπου 20 ετών, με προηγούμενες καταδίκες, βρήκε πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο υποβάθμισε τη σοβαρότητα του αδικήματος της ληστείας σε βαθμό που οι επιβληθείσες ποινές να ήταν καταφανώς ανεπαρκείς. Το Εφετείο έκρινε ως αρμόζουσες τις ποινές φυλάκισης των 4 ετών, τις οποίες και επέβαλε στους Εφεσίβλητους.

Σε σχέση με τα αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών:

 

Στην υπόθεση Barek v. Δημοκρατίας[39], ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος από το Κακουργιοδικείο, κατόπιν παραδοχής, σε διάφορες κατηγορίες. Μεταξύ αυτών ήταν και δύο κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπής, τρεις για κλοπή, μία για πρόκληση κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, μία για παράνομη κατοχή περιουσίας, μία για κατοχή διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός, μία για αντίσταση κατά τη σύλληψη, μία για επίθεση κατά οργάνου τήρησης της τάξης και μία για επίθεση που προκάλεσε (σε αστυφύλακα) πραγματική σωματική βλάβη. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν σε περίοδο 5 μηνών. Για σκοπούς επιβολής ποινής λήφθηκε υπόψη ακόμα μία υπόθεση με παρόμοιες κατηγορίες. Επρόκειτο για πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, πατέρα ενός ανήλικου παιδιού, ο οποίος συνεργάστηκε με την Αστυνομία και διέπραξε τα αδικήματα για να εξασφαλίσει οικονομικούς πόρους για αγορά ναρκωτικών. Η κλοπιμαία περιουσία που αφορούσαν οι κατηγορίες της κύριας υπόθεσης και εκείνης που λήφθηκε υπόψη, ανερχόταν σε €82.895. Το Κακουργιοδικείο επέβαλε στον εφεσείοντα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μέγιστη ποινή εκείνη των 3,5 χρόνων σε μία εκ των κατηγοριών διάρρηξης κατοικίας και κλοπής. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή, χαρακτηρίζοντας την μάλιστα ως επιεική, ενόψει της σοβαρότητας του αδικήματος και των συνθηκών διάπραξης του.

Στην υπόθεση Hussein ν Αστυνομίας[40], o εφεσείων κρίθηκε ένοχος, με δική του παραδοχή, σε 10 συνολικά κατηγορίες, οι έξι εκ των οποίων αφορούσαν διάρρηξη κατοικίας και κλοπή και οι τέσσερις διάρρηξη με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή κλοπή. Κατά την επιβολή της ποινής λήφθηκαν υπόψη  άλλες τρεις υποθέσεις, μία εκ των οποίων αφορούσε παρόμοιας φύσης αδικήματα, και συγκεκριμένα έξι κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και έξι για κλοπή, η δεύτερη αφορούσε τροχαίες παραβάσεις, ενώ η τρίτη αφορούσε σε επίθεση εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης, αντίσταση κατά τη σύλληψη, ανυπακοή σε νόμιμες διαταγές, πλαστοπροσωπία, κατοχή οργάνου με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος και παράνομη κατοχή περιουσίας. Ο εφεσείων, ηλικίας 47 ετών και πατέρας πέντε ανήλικων παιδιών (εκ των οποίων το μικρότερο αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας), ήταν λευκού ποινικού μητρώου, είχε δύσκολα παιδικά χρόνια και ήταν αναλφάβητος. Το Δικαστήριο του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 ετών σε κάθε  κατηγορία. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης, αφού τόνισε, αφενός, τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, και αφετέρου ότι το αδίκημα για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή, δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό διάρρηξης κατοικίας και κλοπής, καθότι, στη βάση των υποθέσεων που λήφθηκαν υπόψη, ο εκεί κατηγορούμενος είχε διαπράξει 16 συνολικά διαρρήξεις σε διάστημα τριών χρόνων περίπου, ως επίσης και ότι από την όλη παράνομη δραστηριότητα του, απεκόμισε όφελος €30.000, χωρίς να αποζημιώσει, σχετικώς, τα θύματα.

Στην υπόθεση Παναγίδης (ανωτέρω), όπου ο εφεσείων αντιμετώπιζε κατηγορίες διάρρηξης εργοστασίου και κλοπής του χρηματοκιβωτίου από το γραφείο, με συνολική λεία αξίας £2.690, κατόπιν παραδοχής του, με 6 προηγούμενες καταδίκες και άλλες 28 παρόμοιες υποθέσεις, οι οποίες λήφθηκαν υπόψη, επικυρώθηκε, από το Ανώτατο Δικαστήριο,  η 5ετής, επιβληθείσα σε αυτόν, ποινή φυλάκισης. Μάλιστα, σημειώθηκε ότι αντικρύζονται με συμπάθεια τα δύσκολα παιδικά χρόνια που έζησε ο κατηγορούμενος, τα οποία όμως δεν μπορούν να προβάλλονται εσαή, και διακηρύχθηκε η υποστήριξη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου για επιβολή αυστηρών ποινών σε τέτοιου είδους συμπεριφορές.

Παρά τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν εν σχέση με τη σοβαρότητα των αδικημάτων, σημειώνουμε πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους, δεν μειώνει σε καμμιά περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει και στο πρόσωπο του κατηγορουμένου που έχουμε ενώπιον μας. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Βεβαίως, όταν διαπιστώνεται αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ο παράγοντας της εξατομίκευσης δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε τέτοια έκταση ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής.

               Σ' αυτό το στάδιο πρέπει να πούμε ότι πιστώνουμε τον Κατηγορούμενο με παραδοχή στις κατηγορίες 2, 4 και 6, η οποία δεν ήταν μεν άμεση, όμως έγινε πριν την έναρξη της όποιας ακροαματικής διαδικασίας και αφού διακόπηκαν οι κατηγορίες 1, 3 και 5, αλλά και η διαδικασία για τους κατηγορούμενους 2 και 3, με αποτέλεσμα να εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος.

 

               Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή, ώστε να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων.  Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης[41].

 

               Επιπρόσθετα, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου (κοινωνικο-οικονομικές-οικογενειακές), ως αναφέρθηκαν ενώπιον μας από τον ευπαίδευτο συνήγορό του, αλλά και στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Συγκεκριμένα ότι, ο κατηγορούμενος σήμερα, είναι ηλικίας σχεδόν 20 ετών (νεαρό πρόσωπο), κατάγεται από την Σ. και όταν ήρθε στην Κύπρο, το 2023, ήταν ασυνόδευτος ανήλικος, αναγνωρισμένος, σήμερα, πολιτικός πρόσφυγας, λευκού ποινικού μητρώου.

 

Στο σημείο αυτό, δεν μας διαφεύγει, βέβαια, ότι σύμφωνα με τη νομολογία, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη αποτελούν παράγοντες που πρέπει και συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά, όμως, αδικήματα, όπως αυτά της παρούσας, όπου η  έξαρση της διάπραξης τους καθιστά επιτακτική την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για προστασία της κοινωνίας (βλ. Mahmoud Abed v. Δημοκρατίας[42], Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας[43] και Cristinel v. Δημοκρατίας[44].

Ακόμη, ως έχει νομολογηθεί, το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορούμενου αποτελεί σημαντικό μετριαστικό παράγοντα. Στο αναθεωρημένο σύγγραμμα G. Piki, Sentencing in Cyprus (2nd ed.) τονίζεται το πόσο ευαίσθητο έργο αποτελεί το καθήκον επιβολής ποινής σε νεαρά άτομα για τα οποία έμφαση πρέπει να δίδεται στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία. Για αυτά υπερισχύει η αρχή της υποβοήθησης τους να αναμορφωθούν, αφού ακριβώς η πιθανότητα αναμόρφωσης στους νέους είναι ισχυρότερη από τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα[45].

 

Φυσικά, ως σημειώθηκε στην υπόθεση Ποράς κ.α. v Αστυνομίας[46], η οποία αφορούσε στο αδίκημα της ληστείας, «το νεαρό της ηλικίας του παραβάτη δεν προσδίδει στη διάπραξη του εγκλήματος ιδιάζοντα χαρακτήρα», και στη βάση της κρίσης αυτής, παρά το γεγονός ότι ο εκεί κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 16 ετών, δεν διατάχθηκε η αναστολή της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Εν πάση περιπτώσει, το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορούμενου δεν αποτελεί πάντοτε παράγοντα που επηρεάζει από μόνος του το είδος της ποινής. Συνεκτιμάται και αυτός με όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες[47].  

 

Παράλληλα, στην παρούσα υπόθεση, δεν μας διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος, ενώ ήρθε στη Δημοκρατία για ένα καλύτερο μέλλον, και ενώ φιλοξενείτο σε στέγη με έξοδα των Υπηρεσιών της Δημοκρατίας, αντί να σεβαστεί τους Νόμους της Δημοκρατίας και τα δικαιώματα των συμπολιτών του, άρχισε να διαπράττει αδιαλείπτως τα ανωτέρω αναφερόμενα ποινικά αδικήματα (τόσο του παρόντος κατηγορητηρίου, όσον και αυτών που αφορούν στις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη) και όλα αυτά σε ένα μικρό, σχετικά, χρονικό διάστημα, το οποίο, δυστυχώς, καλύπτει το πλείστο μέρος της εδώ διαμονής του.

 

Σε σχέση με τον ρόλο του κατηγορούμενου στην κατηγορία 2, έχουμε υπόψη μας ότι δεν είναι ο δράστης της υπόθεσης, αλλά το πρόσωπο που παρείχε συνδρομή στους δράστες, για να διαπράξουν τη ληστεία, αφού εκτέλεσε καθήκοντα οδηγού του οχήματος, που τους μετέφερε στο σημείο, εν γνώσει του, ότι τούτοι, είχαν πρόθεση να κλέψουν περιουσία από το υποστατικό και να ασκήσουν βία, αν τούτο ήταν αναγκαίο, στο οποίο υποστατικό, τη δεδομένη στιγμή, βρισκόταν ο υπάλληλος του.

Δεν μας διαφεύγει, επίσης, ότι, η επιθετική συμπεριφορά του δράστη, κατά τον χρόνο της ληστείας (απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος), περιορίστηκε στην επιθετική πρόταξη του χεριού του, προς το θύμα, γεγονός που συνυπολογίζεται μετριαστικά για τον κατηγορούμενο, πλην όμως κρίνουμε ορθό να σημειώσουμε ότι ο τελευταίος (ο κατηγορούμενος), στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μας, δεν ήταν εκ των προτέρων γνώστης της μεθόδου, που θα χρησιμοποιείτο από τους δράστες, για τον τελικό παράνομο σκοπό τους, δηλαδή την κλοπή.

Σημειώνεται, επίσης, επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο, ότι, στη βάση των ενώπιον μας γεγονότων, ο κατηγορούμενος ενήργησε ως μέλος ομάδας (αποτελούμενη από 3 άτομα), με σχέδιο και με σκοπό να αποφευχθεί η όποια αποκάλυψη της εμπλοκής τους, αφού αυτός έφερε γάντια στα χέρια του, ως επίσης οι δράστες έφεραν φούτερ με κουκούλα και είχαν καλυμμένα τα πρόσωπα τους με φουλάρι, και γάντια στα χέρια, στοιχεία που κατά την γνώμη μας δεικνύουν προμελέτη, υπό την έννοια προσχεδιασμού και προετοιμασίας, της εν προκειμένω ληστείας.

 Δεν μας διαφεύγει το γεγονός ότι, η λεία του κατηγορούμενου από τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, ανέρχεται στα €5.000, περίπου, τα οποία, επίσης, δεν έχουν επιστραφεί στους παραπονούμενους.

               Αναγνωρίζοντας ότι ο Κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, σε όλα τα αδικήματα για τα οποία θα του επιβληθεί ποινή, κατά ακολουθία της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias and Others v Cyprus[48], όπου υποδείχθηκε ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες[49], εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή — την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων — και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένης της παραδοχής του Κατηγορούμενου (μετρήσιμος μετριαστικός παράγοντας), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μόνη ποινή που θα άρμοζε, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθεί στον κατηγορούμενο, είναι, αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης ως ακολούθως:

 

Στη 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 5 ½  ετών.

Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης  15 μηνών.

Στη 6η κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 έτη.

 

Αποδίδοντας, όμως, μετρήσιμη αξία στην παραδοχή του[50] στις πιο πάνω αναφερόμενες κατηγορίες, κρίνουμε ότι οι αρμόζουσες ποινές που πρέπει να επιβληθούν, τις οποίες και επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο, στη βάση της μείωσης που θεωρούμε ότι δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις, είναι οι ακόλουθες:

               Στη 2η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 4 ετών.

               Στην 4η κατηγορία, ποινή φυλάκισης  1 έτους.

               Στην 6η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 3 ετών.

 

  Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν, δεδομένου ότι πρόκειται για όμοιας φύσης αδικήματα, τα οποία τελέστηκαν εντός ολίγων ημερών, και δη μιας ενιαίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς. Δεδομένης της ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην κατηγορία 2, δεν προκύπτει οποιαδήποτε δυνατότητα, για εξέταση του ενδεχομένου διαταγής για αναστολή της εκτέλεσης των επιβληθεισών (ανωτέρω) ποινών του κατηγορούμενου, ως ήταν η σχετική εισήγηση του συνηγόρου του.

Σύμφωνα με το άρθρο 117(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν ανωτέρω, μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, και δη από την 19.05.25.

                                                                                                                                (Υπ.).…………..…………..……………

                                                                                                   Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

                                                            

 (Υπ.).…….………...……….…………...

                                                                                   Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ    

   

(Υπ.)……....…….…..……………………

Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] κατά παράβαση των άρθρων 20, 282, 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154

[2] κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154

[3] κατά παράβαση των άρθρων 255, 291, 292(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154

[4] Κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα, κεφ.154

[5] Κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154

[6] Κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 324(1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154

[7] Κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154

8 Κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 255, 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154

 

[9] Κατά παράβαση των άρθρων 255, 262, 266(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154

[10] Κατά παράβαση των άρθρων 366, 367, 255, 262, 306(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και άρθρου 2 και 3 (1) του Περί Επιθετικών Οργάνων Νόμου Κεφ.159

[11] Κατά παράβαση των άρθρων  20, 21, 255, 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154

12 Κατά παράβαση των άρθρων 4, 20, 21, 186Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και των άρθρων 2, 3(1) του Κεφ.159 και του Νόμου 55(I)2021

[13] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6(1, 2), 10 (α), 30, 31 και 38 του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, ως τροποποιήθηκε

[14] Κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154

[15] Κατά παράβαση των άρθρων 8 (1)(β)(2), 11, 19 (1)(4) και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, ως τροποποιήθηκε, των άρθρων 2, 3 (1)(α) 4(α) του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Τρίτου) Νόμου 96(1)2000, ως τροποποιήθηκε, των άρθρων 2, 7, 8, 15, 49 (1)(α) του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(1)/2001, ως τροποποιήθηκε και του άρθρου 235Α(3)(5) του Κεφ.154

[17] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 1(α) 4(α) του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Τρίτου) Νόμου του 96(1)/2000 και άρθρο 20Α του Περί Μηχανοκινήτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, ως τροποποιήθηκε, και άρθρο 6 (2)(3)(5), 11, 19, 20Α του Περί Μηχανοκινήτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, ως τροποποιήθηκε, των άρθρων 2, 7, 8, 15, 49 (1)(α) του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(1)/2001 ως τροποποιήθηκε, των Κανονισμών 2,59(2)(3), 66Β(α)(i)(ii)(2) και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Κανονισμών του 1984, ως τροποποιήθηκαν.

[18] Κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 306(α) και 309 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154

[19] Κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 255, 262 και 309 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154

[20] Κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 255, 262, 243, 244(β), 324 (1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και του Νόμου 55(I)/2021

 

[22] βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων (1993) 2 Α.Α.Δ 129, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου (1994) 2 Α.Α.Δ 194, Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 382.

[24] Ποινική Έφεση 9/2024, απόφαση ημερομηνίας 19.07.2024

[25] Souilmi v Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248, Γεν. Εισαγγελέας v Πέτρου (1993) 2 Α.Α.Δ.  9, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16 

[26] Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632

[29]Παναγίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 104Piliev v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 58, Abed ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 128Ilie κα ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 180/2011 - 182/2011 ημερ. 16.05.2012, Ahmed Saadi v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 308/14, ημερ.24.6.2016Yenier ν, Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.256/2017, ημερ.22.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B153, και Balampanidis v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.210/2018, ημερ. 10.5.2019, ECLI:CY:AD:2019:B178, ECLI:CY:AD:2019:B178

[30]  Cotorceanu κ.α. v Δημοκρατίας Ποιν. Εφέσεις 84/20 και 87/20, ημερ. 17.2.21, όπου έγινε αναφορά στις Abunazha v Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ 551 και Selmani κ.α. v Δημορκατίας, Ποιν. Εφ. 235/13 και 236/13 ημερ. 5.10.16

[31] (2007) 2 ΑΑΔ, 127

[32]  Σταύρου «Φάντης» ν Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ.  61

[33]  Περικλέους ν Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 397

[34] Γρηγορίου ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 217

[36] Ποινική Έφεση 264/24, ημερομηνίας  20.5.2025

[38] (2000) 2 ΑΑΔ, 304

[41]Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία (2002) 2 Α.Α.Δ. 28

[43] (1996) 2 Α.Α.Δ. 328

[44] (2012) 2 Α.Α.Δ. 742

[45]  Ioannou v. Police (1986) 2 C.L.R. 149

[47] Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 50)

 

[48] Application N. 52551/2018, ημερομηνίας 20.6.2023

[49] «21.  Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[49] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»

[50] Όπως και η καθυστέρηση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωσης στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstones Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο