ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.
Ποινική Υπόθεση Αρ.: 1132/2026
Δημοκρατία
v.
1. Λ. Π.
2. Κ. Κ.
3. Κ. Γ.
4. Θ. Θ.
Κατηγορουμένων
Ημερομηνία: 4 Αυγούστου 2026
Για τη Δημοκρατία: κ. Μ. Κουτσόφτας
Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Μ. Καούλλας
Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Ν. Δημητρίου
Για την Κατηγορούμενη 3: κ. Δ. Τσολακίδης
Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Α. Γιάγκου
Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4 : παρόντες
ΠΟΙΝΗ
Σκιαγράφηση του κατηγορητηρίου
Ο 1ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (Κατηγορίες 1, 2 και 3) και του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 (Κατηγορία 4). Συγκεκριμένα αντιμετωπίζει κατηγορία Προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β από άλλο πρόσωπο[1], κατηγορία Κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β[2], και Κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα[3], ήτοι ότι προμηθεύτηκε (κατηγορία 1), κατείχε (κατηγορία 2) και κατείχε με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία 3), 991,4 γραμμάρια κάνναβης. Επιπρόσθετα αντιμετωπίζει κατηγορία Αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης[4] και συγκεκριμένα ότι, στις 6/2/2026, στις οδούς Λύσης στις Κόκκινες, στην οδό Μητροπολίτη Κυπριανού Οικονομίδη στη Λάρνακα και στην οδό Στυλιανού Χουρμούζη, επαρχία Λάρνακας, οδήγησε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧ649 αλόγιστα / επικίνδυνα δια το κοινό.
Η 3η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει από κοινού με τον 1ο κατηγορούμενο την δεύτερη κατηγορία, ήτοι της κατηγορίας κατοχής 991,4 γραμμάρια κάνναβης. Αντιμετωπίζει επίσης, την κατηγορία της Συνεργεία μετά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος[5] (Κατηγορία 11). Συγκεκριμένα αυτό που καταλογίζεται στην 3η κατηγορούμενη είναι ότι ενώ γνώριζε ότι ο 1ος κατηγορούμενος ήταν ένοχος ποινικού αδικήματος, δηλαδή εμπορίας ναρκωτικών, παρέσχε βοήθεια σε αυτόν με σκοπό να του δώσει τη δυνατότητα να διαφύγει την τιμωρία.
Ο 2ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 5, 7, 8 και 9, όλες κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77. Συγκεκριμένα αντιμετωπίζει δυο κατηγορίες Κατοχής σκευών για τη λήψη ναρκωτικών (κατηγορίες 5 και 8)[6] , ήτοι δύο ζυγαριές ακριβείας με ίχνη κάνναβης(κατηγορία 5) και ήτοι ένα πλαστικό αλεστήρι με κάνναβη βάρους 0,6 γραμμαρίων (κατηγορία 8). Επιπρόσθετα αντιμετωπίζει δυο κατηγορίες Κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β (κατηγορίες 7 και 9)[7], ήτοι 8,54 γραμμάρια κάνναβης (κατηγορία 7) και 0,6 γραμμαρίων κάνναβης - που αφορά στη ποσότητα που βρέθηκε στο πλαστικό αλεστήρι, αντικείμενο της κατηγορίας 8, (κατηγορία 9). Η κατηγορία 6, που αφορούσε τον 2ο κατηγορούμενο αναστάληκε.
Ο 4ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία Συνέργειας μετά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (Κατηγορία 10)[8]. Οι λεπτομέρειες του αδικήματος καταλογίζουν στον 4ο κατηγορούμενο ότι παρέσχε βοήθεια στους κατηγορούμενους 1 και 3 ενώ γνώριζε ότι αυτοί ήταν ένοχοι του ποινικού αδικήματος της κατοχής ναρκωτικών με σκοπό να τους δώσει τη δυνατότητα να διαφύγουν την τιμωρία.
Γεγονότα
Τα γεγονότα παραδόθηκαν σε γραπτό κείμενο από την Κατηγορούσα Αρχή και μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως:
Η υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο υπόθεση άρχισε να διερευνάται μετά από πληροφορία που περιήλθε στην Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών (Υ.ΚΑ.Ν.) στις 4 Φεβρουαρίου 2026, σύμφωνα με την οποία ο 1ος κατηγορούμενος ασχολείτο με την εμπορία και διακίνηση κάνναβης, χρησιμοποιώντας για τις μετακινήσεις του το όχημα με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ649. Δύο ημέρες αργότερα λήφθηκε νέα πληροφορία ότι ο ίδιος θα παραλάμβανε ποσότητα ναρκωτικών κατά την ίδια ημέρα, γεγονός που οδήγησε στην οργάνωση επιχείρησης παρακολούθησης από μέλη της Υ.ΚΑ.Ν.
Κατά την επιχείρηση, ο 2ος κατηγορούμενος παρατηρήθηκε να προσεγγίζει το όχημα του 1ου κατηγορουμένου και να ανοίγει την πόρτα του συνοδηγού. Μόλις οι δύο αντιλήφθηκαν την παρουσία της Αστυνομίας, ο 2ος κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή πεζός, ενώ ο 1ος κατηγορούμενος επιχείρησε να διαφύγει οδηγώντας το όχημά του, πραγματοποιώντας επικίνδυνους ελιγμούς και συγκρουόμενος επανειλημμένα με υπηρεσιακά οχήματα κατά τη διάρκεια της καταδίωξης. Η συμπεριφορά αυτή είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό δύο αστυνομικών και την πρόκληση σοβαρών ζημιών στα υπηρεσιακά οχήματα.
Μετά την τελική ακινητοποίηση του οχήματος, η 3η κατηγορούμενη παρατηρήθηκε από αστυνομικό να εξέρχεται από αυτό κρατώντας διάφανη νάιλον συσκευασία και να τρέχει προς την οδό Γρηγορίου Ξενοπούλου, ενώ ταυτόχρονα ο 1ος κατηγορούμενος διέφυγε προς άλλη κατεύθυνση. Κατά τις μεταγενέστερες έρευνες στην ίδια ακριβώς περιοχή εντοπίστηκε εγκαταλελειμμένη διάφανη νάιλον συσκευασία που περιείχε 991,4 γραμμάρια κάνναβης. Η θέση ανεύρεσης του τεκμηρίου συμπίπτει με τη διαδρομή διαφυγής της 3ης κατηγορουμένης, στοιχείο στο οποίο στηρίζεται η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ως προς την εμπλοκή της στη μεταφορά και απόρριψη της συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικών.
Σε σχέση με τον 1ο κατηγορούμενο
Η εμπλοκή του αρχικώς εδραζόταν στις πληροφορίες που προηγήθηκαν της επιχείρησης, σύμφωνα με τις οποίες ήταν το πρόσωπο που διακινούσε ναρκωτικές ουσίες. Ακολούθως, ως προέκυψε, ήταν ο οδηγός του οχήματος μέσα στο οποίο επέβαινε η τρίτη κατηγορούμενη και προς το οποίο προσέγγισε ο δεύτερος κατηγορούμενος λίγο πριν την επέμβαση της Αστυνομίας. Κατά την προσπάθεια ανακοπής του, διέφυγε, συγκρουόμενος επανειλημμένα με υπηρεσιακά οχήματα και αδιαφορώντας για την ασφάλεια των αστυνομικών, δυο εκ των οποίων τραυματίστηκαν. Ακολούθως εγκατέλειψε το όχημά του και διέφυγε πεζός, ενώ μεταγενέστερα παραδόθηκε συνοδευόμενος από τον δικηγόρο του. Κατά τις ανακρίσεις του άσκησε το δικαίωμα σιωπής και αρνήθηκε να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για τα γεγονότα, δηλώνοντας σε μεταγενέστερη κατάθεση ότι όσα έχει να αναφέρει θα τα πει ενώπιον του Δικαστηρίου.
Σε σχέση με την 3η κατηγορούμενη
Η εμπλοκή της 3ης κατηγορουμένης στηρίζεται κυρίως στην άμεση παρατήρηση αστυνομικού ότι εξήλθε από το όχημα που οδηγούσε ο 1ος κατηγορούμενος, κρατώντας νάιλον συσκευασία αμέσως μετά την ακινητοποίησή του, και στη μεταγενέστερη ανεύρεση των 991,4 γραμμαρίων κάνναβης στη διαδρομή που ακολούθησε κατά τη φυγή της. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την κατάθεση του 4ου κατηγορουμένου, μετά τη διαφυγή της μεταφέρθηκε και φιλοξενήθηκε από αυτόν σε οικία προκειμένου να αποφύγει τον εντοπισμό της από την Αστυνομία. Κατά τις ανακρίσεις της επέλεξε αρχικά να μη δώσει οποιαδήποτε απάντηση, ενώ σε μεταγενέστερη κατάθεση αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με την ανευρεθείσα κάνναβη, προβάλλοντας δικούς της ισχυρισμούς για τις περιστάσεις της παρουσίας της στα γεγονότα.
Σε σχέση με τον 2ο κατηγορούμενο
Η εμπλοκή του 2ου κατηγορουμένου διαφοροποιείται από εκείνη των δύο πρώτων. Παρατηρήθηκε αρχικά να προσεγγίζει το όχημα του πρώτου κατηγορουμένου λίγο πριν από την επέμβαση της Αστυνομίας και αμέσως μετά τράπηκε σε φυγή χωρίς ποτέ να σχετιστεί με την ανευρεθείσα κάνναβη βάρους 991,4 γραμμαρίων. Όταν εντοπίστηκε, στην κατοχή του βρέθηκε ζυγαριά ακριβείας με ίχνη κάνναβης, ενώ σε μεταγενέστερη έρευνα στο αυτοκίνητό του βρέθηκαν μικρή ποσότητα κάνναβης, δεύτερη ζυγαριά ακριβείας και αλεστήρας με υπολείμματα κάνναβης. Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι τα αντικείμενα αυτά του ανήκαν και ότι είναι χρήστης κάνναβης, παραδεχόμενος ουσιαστικά τα αδικήματα που με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει.
Σε σχέση με τον 4ο κατηγορούμενο
Ο 4ος κατηγορούμενος δεν συνδέεται, σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου, με κατοχή ή διακίνηση της κάνναβης. Η εμπλοκή του αφορά ενέργειες που ακολούθησαν μετά τα γεγονότα της καταδίωξης. Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον 1ο κατηγορούμενο, μετέβη στα Λειβάδια, παρέλαβε τόσο τον 1ο όσο και την 3η κατηγορούμενη και τους μετέφερε σε άλλη τοποθεσία, ενώ στη συνέχεια τους οδήγησε στην οικία τρίτου προσώπου, γνωρίζοντας ότι αναζητούνταν από την Αστυνομία. Παρότι αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή στα αδικήματα των ναρκωτικών, παραδέχθηκε τα πραγματικά περιστατικά που σχετίζονται με τη φυγάδευση των δύο κατηγορουμένων μετά την αστυνομική επιχείρηση.
Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων 1, 3 και 4 κατέθεσαν και υιοθέτησαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, ενώ ο συνήγορος του κατηγορουμένου 2 αγόρευσε προφορικά. Έκαστος των ευπαίδευτων συνηγόρων ανέπτυξε, με αναφορά στη σχετική νομολογία, τους παράγοντες που, κατά την εισήγησή του, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη προς μετριασμό της ποινής, καθώς και τις ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις του αντίστοιχου κατηγορουμένου. Όλοι οι συνήγοροι εισηγήθηκαν ότι, η μεταχείριση των κατηγορουμένων θα πρέπει να αποβλέπει πρωτίστως στην αναμόρφωση και την κοινωνική τους επανένταξη και όχι στον εγκλεισμό τους στις φυλακές, με όλες τις δυσμενείς συνέπειες που αυτός ενδέχεται να επιφέρει σε νεαρά πρόσωπα.
Δεν κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε λεπτομερώς στο παρόν στάδιο όσα τέθηκαν ενώπιόν μας από τους ευπαίδευτους συνηγόρους υπεράσπισης, καθότι στη συνέχεια θα καταγράψουμε και θα αξιολογήσουμε το σύνολο των περιστάσεων που θα ληφθούν υπόψη, είτε ως ελαφρυντικές είτε ως επιβαρυντικές, αναφορικά με έκαστο κατηγορούμενο. Τονίζουμε, ωστόσο, ότι οι αγορεύσεις όλων των συνηγόρων, καθώς και οι συνακόλουθες εισηγήσεις τους, έχουν μελετηθεί και συνεκτιμηθεί με τη δέουσα προσοχή.
Πριν αναφερθούμε σε κάθε κατηγορία και κάθε κατηγορούμενο χωριστά, θα παραθέσουμε για σκοπούς αποφυγής επαναλήψεων τα τρία κοινά ελαφρυντικά στοιχεία που εντοπίσαμε για όλους τους κατηγορούμενους, τα οποία προσμετρούν υπέρ εκάστου κατηγορούμενου, ως ελαφρυντικά στοιχεία.
1. Την άμεση παραδοχή των κατηγορούμενων στο Δικαστήριο. Με τη στάση τους αυτή εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα[9]. Με τη στάση τους αυτή εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα[10]. Έχουμε πάντα υπόψη μας τη βασική αρχή ότι η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να ανταμείβεται με έκπτωση στην ποινή, καθότι, πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα[11].
2. Το λευκό τους ποινικό μητρώο. Το ποινικό μητρώο ενός κατηγορουμένου, ως μία πτυχή του χαρακτήρα και του ιστορικού του, έχει σημασία και πρέπει, αν τούτο δικαιολογείται από τις περιστάσεις, να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής[12]. Το λευκό ποινικό μητρώο εκάστου κατηγορούμενου, τους δίδει το δικαίωμα να αιτούνται την επιείκεια του Δικαστηρίου[13].
3. Το νεαρό της ηλικίας των κατηγορουμένων. Το νεαρό της ηλικίας αποτελεί πάγια αναγνωρισμένο μετριαστικό παράγοντα στην κυπριακή ποινική νομολογία. Το θεμελιώδες σκεπτικό εντοπίζεται στην Φαναράς κ.α. ν. Δημοκρατίας[14] : δεν είναι επιθυμητό νεαρό άτομο, στα αρχικά στάδια διαμόρφωσης της προσωπικότητάς του, να στερηθεί την ευκαιρία ωρίμανσης. Σε άτομα νεαρής ηλικίας η ανάγκη για αποτροπή μετριάζεται από το κοινωνικό συμφέρον της αναμόρφωσης[15].
Κατηγορία 4
Ξεκινούμε από την κατηγορία 4 που αφορά αποκλειστικά τον κατηγορούμενο 1 για το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 7(1) του Ν.86/72[16] :
Είναι πλέον πάγια η θέση τόσο της θεωρίας όσο και της νομολογίας ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης για το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν αποτελεί την αυτόματη ή συνήθη κατάληξη κάθε καταδίκης. Αντίθετα, πρόκειται για κύρωση που επιφυλάσσεται στις περιπτώσεις εκείνες όπου είτε ο τρόπος οδήγησης είτε οι συνέπειες της συμπεριφοράς του οδηγού καταδεικνύουν ιδιαίτερα αυξημένο βαθμό επικινδυνότητας και αδιαφορίας για την ασφάλεια των λοιπών χρηστών του οδικού δικτύου.
Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Γ. Μ. Πική στο έργο του Sentencing in Cyprus[17], όπου επισημαίνεται ότι ποινή φυλάκισης δύναται να επιβληθεί όταν η οδήγηση θέτει σε πραγματικό κίνδυνο την ασφάλεια άλλων προσώπων ή όταν οι συνέπειές της είναι τέτοιας βαρύτητας ώστε να δικαιολογούν την επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής.
Η κυπριακή νομολογία έχει διαμορφώσει τις σχετικές αρχές κυρίως μέσα από υποθέσεις που αφορούσαν θανατηφόρα τροχαία δυστυχήματα. Μέσα από τις αποφάσεις αυτές έχει καταστεί σαφές ότι οι έννοιες «αλογίστως», «απερισκέπτως» και «επικινδύνως», οι οποίες απαντώνται και στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, πρέπει να ερμηνεύονται κατά ανάλογο τρόπο. Οδήγηση που εμπεριέχει το στοιχείο της απερισκεψίας είναι πιο σοβαρή από τη δημιουργία επικίνδυνης κατάστασης συνεπεία στιγμιαίου σφάλματος κατά την οδήγηση. Σοβαρός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη στο αν θα επιβληθεί ή όχι ποινή φυλάκισης είναι η επίδειξη αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων κατά την οδήγηση. Το στοιχείο που η νομολογία αναδεικνύει ως καθοριστικό για την επιβολή ποινής φυλάκισης είναι η επίδειξη αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων χρηστών του δρόμου. Η παράμετρος αυτή αποτέλεσε ουσιώδες κριτήριο στις αποφάσεις Δημοκρατία ν. Γερολέμου[18] και Αστυνομία ν. Νικολάου[19], στις οποίες υπογραμμίζεται ότι η αξιολόγηση της οδικής συμπεριφοράς δεν περιορίζεται στην παράβαση αυτή καθεαυτή, αλλά επεκτείνεται στον βαθμό αδιαφορίας που αυτή καταδεικνύει έναντι της ανθρώπινης ασφάλειας.
Περαιτέρω, χρήσιμη καθοδήγηση παρέχουν και οι Αγγλικές Κατευθυντήριες Γραμμές Επιβολής Ποινών για το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης[20]. Παρότι δεν δεσμεύουν τα κυπριακά δικαστήρια, αποτελούν αναμφίβολα πειστικό συγκριτικό εργαλείο και έχουν αξιοποιηθεί κατ' επανάληψη για την αξιολόγηση της σοβαρότητας της παραβατικής συμπεριφοράς.
Οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές διακρίνουν τρεις βαθμίδες σοβαρότητας. Η πρώτη αφορά μεμονωμένα περιστατικά περιορισμένης επικινδυνότητας, όπου δεν προκλήθηκε ή ήταν εξαιρετικά περιορισμένος ο κίνδυνος τραυματισμού[21]. Η δεύτερη περιλαμβάνει περιπτώσεις υπερβολικής ταχύτητας ή επιδεικτικής οδήγησης σε κατοικημένες ή πολυσύχναστες περιοχές, καθώς και οδήγηση από πρόσωπο που τελούσε υπό στέρηση της άδειας οδήγησής του[22]. Η τρίτη και σοβαρότερη βαθμίδα αφορά παρατεταμένη και συνειδητή αδιαφορία για την ασφάλεια τρίτων, οδήγηση με ιδιαίτερα επικίνδυνο τρόπο κατά τη διάρκεια αστυνομικής καταδίωξης ή ανάλογες συμπεριφορές που καταδεικνύουν εξαιρετικά υψηλό βαθμό υπαιτιότητας[23].
Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με τις ίδιες κατευθυντήριες γραμμές, η επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής εξετάζεται ουσιαστικά μόνο για τις υποθέσεις που εμπίπτουν στη δεύτερη και, κυρίως, στην τρίτη κατηγορία, ενώ οι τελευταίες θεωρούνται τόσο σοβαρές ώστε να εκδικάζονται από το Crown Court και όχι συνοπτικά.
Εξίσου σημαντικοί είναι και οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της υπαιτιότητας του οδηγού. Ως επιβαρυντικά στοιχεία αναγνωρίζονται, μεταξύ άλλων, η κατανάλωση αλκοόλης ή ναρκωτικών ουσιών, η χρήση κινητού τηλεφώνου κατά την οδήγηση, η επιθετική ή ανταγωνιστική οδική συμπεριφορά, οι επικίνδυνες προσπεράσεις, η αγνόηση προειδοποιήσεων τρίτων, η οδήγηση υπό την επήρεια φαρμακευτικών ουσιών που επηρεάζουν την οδική ικανότητα, καθώς και η χρήση ασυντήρητου ή επικίνδυνα φορτωμένου οχήματος, ιδίως όταν αυτή εξυπηρετεί οικονομικό όφελος[24].
Στην ίδια αξιολόγηση συνεκτιμώνται και οι συνέπειες της πράξης, όπως η πρόκληση σωματικών βλαβών σε τρίτους ή η πρόκληση σημαντικών υλικών ζημιών[25].
Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη πραγματικού έκτακτου περιστατικού, η μη υπερβολική ταχύτητα ή η διαπίστωση ότι η επικίνδυνη οδήγηση οφειλόταν κυρίως σε απειρία και όχι σε συνειδητή αδιαφορία ή ανευθυνότητα, αποτελούν παράγοντες που δύνανται να λειτουργήσουν μετριαστικά κατά την επιμέτρηση της ποινής[26].
Θεωρούμε αναγκαίο όπως εξετάσουμε την οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου 1 στη συνολική της διάσταση. Από τα γεγονότα προκύπτει μία συνεχής και κλιμακούμενη πορεία διαφυγής, η οποία άρχισε όταν ο κατηγορούμενος 1 αντιλήφθηκε την παρουσία της Αστυνομίας και τερματίστηκε μόνο μετά την ακινητοποίηση του οχήματός του, κατόπιν επανειλημμένων συγκρούσεων με υπηρεσιακά οχήματα.
Πιο αναλυτικά, όταν ο κατηγορούμενος 1 αντιλήφθηκε την παρουσία της Αστυνομίας, έθεσε το όχημα που οδηγούσε σε κίνηση με την όπισθεν. Κατά τον ελιγμό αυτό συγκρούστηκε με το υπηρεσιακό όχημα του Α/Α 3021. Αντί να σταματήσει μετά τη σύγκρουση, ανέπτυξε ταχύτητα και διέφυγε. Στη συνέχεια, ο Α/Α 3021 εντόπισε εκ νέου το όχημα που οδηγούσε στην οδό Μητροπολίτη Κυπριανού Οικονομίδη, να κινείται και πάλι με την όπισθεν προς τον δρόμο. Ο Α/Α 3021 επιχείρησε εκ νέου να το ανακόψει, χωρίς αποτέλεσμα. Κατά τη δεύτερη αυτή προσπάθεια ανακοπής, τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν και η καταδίωξη συνεχίστηκε.
Η δεύτερη σύγκρουση έχει ιδιαίτερη σημασία για την αξιολόγηση της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου 1. Δεν επρόκειτο, πλέον, για έναν μεμονωμένο ελιγμό που θα μπορούσε να αποδοθεί σε στιγμιαία σύγχυση ή εσφαλμένη κρίση. Ο κατηγορούμενος 1 γνώριζε ότι η Αστυνομία επιχειρούσε να τον ανακόψει και είχε ήδη βιώσει τις συνέπειες της πρώτης σύγκρουσης. Εντούτοις, επανέλαβε την επικίνδυνη συμπεριφορά και συνέχισε την προσπάθεια διαφυγής.
Η καταδίωξη κατέληξε στην οδό Στυλιανού Χουρμουζίου, όπου το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 συγκρούστηκε εκ νέου με δύο υπηρεσιακά οχήματα. Μετά τη σύγκρουση ακινητοποιήθηκαν τόσο το όχημα του κατηγορουμένου όσο και τα υπηρεσιακά οχήματα. Η ακινητοποίηση, επομένως, δεν υπήρξε αποτέλεσμα οικειοθελούς συμμόρφωσης. Η πορεία του κατηγορουμένου τερματίστηκε επειδή τα εμπλεκόμενα οχήματα ακινητοποιήθηκαν συνεπεία της σύγκρουσης.
Από τη σύγκρουση τραυματίστηκαν ο Α/Α 3021 και η Α/Αστ. 3789, η οποία επέβαινε ως συνοδηγός σε υπηρεσιακό όχημα. Αμφότεροι μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Οι τραυματισμοί αυτοί καταδεικνύουν ότι ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από την οδήγηση του κατηγορουμένου εκδηλώθηκε με πραγματικές συνέπειες για τη σωματική ακεραιότητα των μελών της Αστυνομίας, καθώς και με ζημιές στα εμπλεκόμενα οχήματα.
Μετά την ακινητοποίηση του οχήματος, η κατηγορούμενη 3 εξήλθε από το όχημα και απομακρύνθηκε τρέχοντας, ενώ ο κατηγορούμενος 1 διέφυγε πεζός προς την οδό Αρχιεπισκόπου Λεοντίου. Η ενέργεια αυτή αποτελεί συνέχεια της προηγηθείσας προσπάθειας διαφυγής. Όταν ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιήσει το όχημα για να απομακρυνθεί, συνέχισε πεζός. Η μεταγενέστερη συμπεριφορά του επιβεβαιώνει ότι η προηγηθείσα οδήγηση ήταν προσανατολισμένη στην αποφυγή του αστυνομικού ελέγχου.
Η επικινδυνότητά στην οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε το όχημα και από το σύνολο των περιστάσεων, την αιφνίδια κίνηση με την όπισθεν, την ανάπτυξη ταχύτητας με σκοπό τη διαφυγή, την παράλειψη συμμόρφωσης με επανειλημμένες προσπάθειες ανακοπής, τη συνέχιση της πορείας μετά από κάθε σύγκρουση, την εμπλοκή περισσότερων υπηρεσιακών οχημάτων και τους τραυματισμούς που τελικά προκλήθηκαν.
Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη ότι τα γεγονότα διαδραματίστηκαν σε οδούς κατοικημένης περιοχής. Η κίνηση με την όπισθεν προς τον δρόμο, η ανάπτυξη ταχύτητας και η συνέχιση μιας καταδίωξης σε τέτοιο περιβάλλον δημιουργούσαν σοβαρό κίνδυνο όχι μόνο για τα μέλη της Αστυνομίας και τη συνεπιβάτιδα του κατηγορουμένου 1, κατηγορούμενη 3, αλλά και για άλλους οδηγούς, επιβάτες, πεζούς και περιοίκους που χρησιμοποιούσαν ή ευλόγως θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν τις συγκεκριμένες οδούς.
Η παρουσία της κατηγορουμένης 3 ως επιβάτιδας στο όχημα καθιστά τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου ακόμη πιο σοβαρή. Ο κατηγορούμενος δεν εξέθεσε σε κίνδυνο μόνο τα μέλη της Αστυνομίας που επιχειρούσαν την ανακοπή του και τους λοιπούς χρήστες της οδού. Εξέθεσε επίσης σε κίνδυνο πρόσωπο που επέβαινε στο ίδιο το όχημά του και του οποίου την ασφάλεια όφειλε να λαμβάνει υπόψη κατά την οδήγηση.
Υπό το φως των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου 1 υπήρξε ιδιαιτέρως σοβαρή και αυξημένης επικινδυνότητας. Χαρακτηριζόταν από επιμονή στη διαφυγή, επανειλημμένη άρνηση συμμόρφωσης, πολλαπλές συγκρούσεις και αδιαφορία για τους προφανείς κινδύνους που δημιουργούνταν για ανθρώπινη ζωή, σωματική ακεραιότητα και περιουσία εν τέλει απολήγοντας να επιφέρει τόσο υλικές ζημιές όσο και τραυματισμούς.
Κατηγορίες 1, 2 και 3
Στρεφόμαστε τώρα στις κατηγορίες 1, 2 και 3. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα που αφορούν στην προμήθεια από άλλο πρόσωπο, κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο (κατηγορίες 1, 2 και 3) είναι σοβαρά.
Η σοβαρότητά τους προκύπτει όχι μόνο από τις ποινές που προβλέπει ο Νόμος, αλλά και από τη συχνότητα διάπραξης αδικημάτων αυτής της φύσεως. Η διάπραξη αδικημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά αποτελεί καθημερινό φαινόμενο. Οι συνέπειές τους επηρεάζουν άμεσα και, πολλές φορές, καταλυτικά όχι μόνο τη ζωή του χρήστη αλλά και τη ζωή της οικογένειάς του, ενώ ταυτόχρονα διαβρώνουν τον κοινωνικό ιστό. Τα ναρκωτικά έχουν εξαπλωθεί παντού και το πρόβλημα που δημιουργούν και εξακολουθούν να δημιουργούν είναι τεράστιο και πολυδιάστατο. Τόσο η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών όσο και η πολύ μεγάλη συχνότητα διάπραξής τους, όπως αυτή διαπιστώνεται από τη σωρεία υποθέσεων που τίθενται ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας, καθιστούν αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών.
Οφείλουμε, επίσης, να επισημάνουμε τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η πλειονότητα των παραβατών που εμπλέκονται σε αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, και ιδιαίτερα σε αδικήματα κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθειά τους σε άλλα πρόσωπα, αποτελείται, δυστυχώς, από πολύ νεαρά άτομα. Το γεγονός αυτό προκύπτει από τον ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό σχετικών υποθέσεων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εμπλοκή ολοένα και περισσότερων νεαρών προσώπων στη διακίνηση ναρκωτικών αποτελεί στοιχείο που πρέπει να προκαλεί έντονο προβληματισμό και ανησυχία.
Έχει κατ’ επανάληψη τονιστεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται στο ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος[27]. Στην περίπτωση της εισαγωγής και της παράνομης κατοχής, με σκοπό την προμήθεια, ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, η προβλεπόμενη ποινή είναι η διά βίου φυλάκιση. Όπως, επίσης, έχει τονιστεί κατ’ επανάληψη από το Ανώτατο Δικαστήριο, στις υποθέσεις ναρκωτικών πρέπει να επιβάλλονται αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές, καθότι τα ναρκωτικά αποτελούν, μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση, μάστιγα που πλήττει την υλική και ηθική ευημερία του ανθρώπου και, σε πολλές περιπτώσεις, οδηγεί στην εξαθλίωση και στον θάνατο[28]. Συνεπώς η νομολογία, με σκληρό λόγο δεικνύει ότι αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τα τραγικές συνέπειες που επιφέρει, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών[29].
Σύμφωνα με τη νομολογία, το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών, καθώς και ο σκοπός για τον οποίο αυτά κατέχονται, συγκαταλέγονται μεταξύ των παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό της ποινής. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η κατοχή συνοδεύεται από πρόθεση εμπορίας, η επιβλητέα ποινή καθίσταται αναπόφευκτα αυστηρότερη[30].
Στην παρούσα περίπτωση, οι κατηγορούμενοι 1 και 3 είχαν στην κατοχή τους 991,04 γραμμάρια κάνναβης, μια σημαντική ποσότητα ναρκωτικών, την οποία ο 1ος κατηγορούμενος προμηθεύτηκε από τρίτο πρόσωπο και ο οποίος κατηγορείται επιπλέον ότι τα κατείχε με σκοπό να τα προμηθεύσει σε τρίτους.
Είναι παγίως νομολογημένο ότι στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής λαμβάνεται υπόψη και ο βαθμός συμμετοχής και ο ρόλος του κατηγορούμενου στην τέλεση των αδικημάτων, που οπωσδήποτε διαβαθμίζεται και προσμετρά ανάλογα στον καθορισμό του είδους και του ύψους της ποινής[31]. Στην υπόθεση Κάττος ν. Αστυνομίας[32] όπου λέχθηκε ότι ο βαθμός συμμετοχής των κατηγορουμένων στο έγκλημα, αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο για το κατά πόσο θα πρέπει να διαφοροποιηθούν οι ποινές που θα επιβληθούν[33]. Πέραν τούτου σε σχέση με την εφαρμογή της αρχής της ισότητας στα πλαίσια της τιμωρίας σε ποινικές υποθέσεις στη Θεοχάρους ν. Αστυνομίας[34] λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα:
«H ισότητα ενώπιον της Δικαιοσύνης καθιερώνεται ως θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου από το άρθρο 28.1 του Συντάγματος. O πυρήνας του δικαιώματος για ίση μεταχείριση από το Δικαστήριο συνίσταται στην υποχρέωση των δικαστικών αρχών να μεταχειρίζονται με ομοιόμορφο τρόπο όλους που βρίσκονται στην ίδια ουσιαστικά θέση. Το δικαίωμα επεκτείνεται, όπως αντιλαμβανόμαστε, στην εφαρμογή των αρχών του άρθρου 28.1 του Συντάγματος, και στο συσχετισμό των διαφορών στην τιμωρία συγκατηγορουμένων με την ουσιαστική ανομοιογένεια στην εγκληματική τους ευθύνη για το αδίκημα και το ποινικό τους μητρώο."
Το ζήτημα που εγείρεται στην παρούσα υπόθεση δεν αναφέρεται στη διατύπωση της αρχής αλλά στην εφαρμογή της στην πράξη. Πριν συνοψίσουμε τα ουσιώδη γεγονότα, σημειώνουμε πως οι αρχές ως προς την ανάγκη ομοιομορφίας στη μεταχείριση, καλύπτουν όχι μόνο το είδος και την έκταση της ποινής αλλά και τον τρόπο της εκτέλεσής της. (Βλ. την απόφαση του Δικαστή Γ.M. Πική στην υπόθεση Koukos ν. Police (1986) 2 CLR 1 στη σελ. 16).
………………….............................................................................................................
Όπως έχει εξηγηθεί στην υπόθεση Koukos v. Police (ανωτέρω) η αναστολή της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης δεν διέπεται από άκαμπτα νομοθετικά κριτήρια. H διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι ευρεία. Οι παράγοντες που είναι δυνατό να οδηγήσουν προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, δεν επιδέχονται προκαθορισμό. H ανυπαρξία παράγοντα ακριβώς όμοιου με εκείνο που οδήγησε στην αναστολή της φυλάκισης που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο, δεν μπορεί να είναι αφ’ αυτού λόγος για διαφορετική πορεία στην περίπτωση συγκατηγορουμένων του. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των περιστάσεων. Από την άλλη, η διαφοροποίηση στη μεταχείριση πρέπει να είναι ανάλογη προς τη φύση και τη σημασία των διαφορετικών παραγόντων που εντοπίζονται».
Κατηγορίες 5, 7, 8 και 9
Ως προκύπτει από την σχετική με την κατοχή μικρών και ή πολύ μικρών ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών που δεν συνοδεύονται και με πρόθεση ή σκοπό να προμηθευτούν τούτες σε τρίτα πρόσωπα, παρά μόνο για ιδίαν χρήση από τον αδικοπραγούντα, νομολογία, η συνήθης ποινή σε πρόσωπα λευκού ποινικού μητρώου, είναι αυτή της ολιγοήμερης και ή ολιγόμηνης ποινής φυλάκισης, με πολύ καλές πιθανότητες διαταγής αναστολής της εκτέλεσής της, ή, ακόμα, και η ποινή προστίμου, πλην όμως τέτοιου ύψους που να εξυπηρετεί το στοιχείο της αποτρεπτικότητας, που, συν τοις άλλοις, θα πρέπει να χαρακτηρίζει ποινές για τέτοιας φύσεως αδικήματα[35]. Σημειώνεται, συναφώς, ότι, αν ο αδικοπραγούντας είναι πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του κατά την ημέρα διάπραξης του αδικήματος, η κατοχή των ναρκωτικών ουσιών γίνεται με μόνο σκοπό την χρήση τους και δεν βαρύνεται με προηγούμενη καταδίκη, κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977, Ν.29/1977, τότε η ανώτατη ποινή που μπορεί να επιβληθεί σε αυτόν είναι αυτή των 2 ετών φυλάκισης[36] .
Από την άλλη, και τούτο στην προσπάθεια να αναδειχθεί η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών με στόχο τη διάδοση καταπολέμησης ναρκωτικών σε κάθε έκφανση, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει τονίσει ότι «δεν είναι δυνατό να αναζητηθεί μέσα από τη νομολογία αριθμητική αντιστοιχία των παραμέτρων αυτών με το εύρος των ποινών που επιβάλλονται. Η δε εμφάνιση ενώπιον των Δικαστηρίων υποθέσεων που αφορούν σε πολύ μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών τα τελευταία χρόνια, δεν πρέπει να οδηγήσει στην υποβάθμιση της σοβαρότητας των υποθέσεων με μικρότερες ποσότητες». Στη βάση του ιδίου σκεπτικού, η νομολογία έχει καταδείξει ότι «αν και το γεγονός της μικρής ποσότητας ναρκωτικών πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, αυτό από μόνο του δεν έχει αναγκαστικά και αποφασιστική σημασία»[37] .
Σ’ ότι αφορά στο αδίκημα της κατοχής σκευών για τη λήψη ναρκωτικών, η προβλεπόμενη στο νόμο ποινή είναι ενδεικτική της σοβαρότητάς του. Κατά κανόνα, τουλάχιστον σε εφετειακό επίπεδο, τέτοιου είδους κατηγορίες απασχόλησαν ως μέρος κατηγορητηρίου στο οποίο περιλαμβάνονταν και κατηγορίες χρήσης αλλά και κατοχής ναρκωτικών, με αποτέλεσμα, συνεπεία επιβολής αυστηρής ποινής στα αδικήματα της χρήσης και της κατοχής, είτε να μην επιβληθεί ποινή στο αδίκημα της κατοχής των σκευών, είτε να επιβληθεί συντρέχουσα μικρότερη ποινή. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, ότι, στη βάση του τρόπου αντιμετώπισης των εν προκειμένω αδικημάτων από τα Δικαστήρια, τούτα στην ουσία αντιμετωπίζονται ως παρεπόμενα των κυρίως αδικημάτων των ναρκωτικών[38].
Κατηγορίες 10 και 11
Αναφορικά με το αδίκημα της συνέργειας μετά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, τόσο με γνώμονα την προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή (άρθρο 24 του Ποινικού Κώδικα – ποινή φυλάκισης μέχρι τρία έτη), όσο και τη φύση του, τούτο δύναται ευχερώς να χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερα σοβαρό. Στην ουσία, πρόκειται για το αδίκημα που διαπράττεται από πρόσωπο το οποίο ήταν αμέτοχο μέχρι τον χρόνο τέλεσης ενός εγκλήματος, αλλά στη συνέχεια παρέχει στον δράστη άσυλο ή βοήθεια, με σκοπό να του παράσχει τη δυνατότητα να διαφύγει την τιμωρία[39].
Η σοβαρότητα του αδικήματος προκύπτει και από το γεγονός ότι ο αδικοπραγών τελεί σε γνώση της διάπραξης του εγκλήματος, καθώς και της ταυτότητας του δράστη, και, ενεργώντας εκ προθέσεως, του παρέχει άσυλο ή βοήθεια με σκοπό να διευκολύνει τη διαφυγή του από την τιμωρία.
Συχνά, στο πλαίσιο του σχεδιασμού μιας εγκληματικής ενέργειας, προβλέπεται εκ των προτέρων η παροχή βοήθειας προς τον κύριο δράστη του βασικού εγκλήματος από τρίτο πρόσωπο, μετά τη διάπραξή του, ως πρόσθετο μέτρο για την ολοκλήρωση του παράνομου σχεδίου και την αποφυγή της σύλληψης και, κατ’ επέκταση, της τιμωρίας των δραστών.
Για τον λόγο αυτό, συμπεριφορές της φύσης αυτής δεν είναι ανεκτές από την κοινωνία και δικαιολογούν την επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών.
Η συνέργεια που αποδίδεται στον κατηγορούμενο 4 είναι η παροχή ασύλου στους κατηγορούμενους 1 και 3 με σκοπό να διαφύγουν της σύλληψης από την Αστυνομία.
Η συνέργεια που αποδίδεται στην κατηγορούμενη 3 είναι η παροχή βοήθειας στον 1ο κατηγορούμενο με σκοπό να του δώσει τη δυνατότητα να διαφύγει την τιμωρία ενώ γνώριζε ότι ο 1ος κατηγορούμενος ήταν ένοχος του ποινικού αδικήματος της εμπορίας ναρκωτικών.
Κατηγορούμενος 1 (κατηγορίες 1, 2 και 3) και Κατηγορούμενη 3 (κατηγορίες 2 και 11)
Η κατηγορούσα αρχή αποδίδει στον 1ο κατηγορούμενο τον κεντρικό ρόλο στην υπόθεση ενώ στον αντίποδα, ο ευπαίδευτος συνήγορος καλεί το Δικαστήριο να θεωρήσει το ρόλο του ως περιορισμένο, χαρακτηρίζοντας τον 1ο κατηγορούμενο, ως τον τελευταίο τροχό της αμάξης. Είναι η θέση του κ. Καούλλα ότι ο κατηγορούμενος, 1 ως χρήστης ναρκωτικών ουσιών, παρασύρθηκε από άλλα πρόσωπα τα οποία του έδιναν οδηγίες, ενώ ο ίδιος, λόγω της κατάστασης και της εξάρτησής του, είχε ιδιαίτερα περιορισμένη δυνατότητα να αντιταχθεί, αναφέροντας περαιτέρω ότι φοβούμενος να αρνηθεί στο πρόσωπο που τον προμήθευε με ναρκωτικές ουσίες για δική του χρήση, ενέδωσε στην απαίτησή του και αποδέχθηκε να μεταφέρει την επίδικη ποσότητα κάνναβης από ένα σημείο σε άλλο και ότι ο έμπορος, έχοντας αντιληφθεί τόσο τα προβλήματα όσο και την εξάρτηση του 1ου κατηγορουμένου, εκμεταλλεύτηκε την ευάλωτη θέση του και του πρότεινε να πραγματοποιήσει τη μεταφορά, υποσχόμενος ως αντάλλαγμα μερικά γραμμάρια κάνναβης για τις επόμενες δόσεις του.
Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι, ο 1ος κατηγορούμενος ενήργησε υπό το καθεστώς φόβου, αποδεχόμενος την μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών με οδηγίες του ατόμου που τον προμήθευε και μελλοντικό αντάλλαγμα κάποια γραμμάρια κάνναβης.
Εδώ, οφείλουμε να παρεμβάλουμε και να τονίσουμε ότι δεν μας βρίσκει σύμφωνους η τοποθέτηση του κ. Καούλα ότι, ανεξαρτήτως της συμμετοχής του κατηγορουμένου 1 ως μεταφορέα, οι εν λόγω καταστροφικές ουσίες θα κατέληγαν ούτως ή άλλως στην αγορά. Μια τέτοια προσέγγιση παραγνωρίζει ότι η διακίνηση ναρκωτικών αποτελεί σύνθετη εγκληματική δραστηριότητα, η ολοκλήρωση της οποίας προϋποθέτει τη συνδρομή περισσότερων προσώπων, καθένα από τα οποία αναλαμβάνει συγκεκριμένο ρόλο. Η μεταφορά των ναρκωτικών δεν αποτελεί απλώς μια παρεμπίπτουσα ή περιφερειακή ενέργεια, αλλά ουσιώδες στάδιο της διαδικασίας διακίνησης. Χωρίς τη φυσική μετακίνησή τους από τον έναν κρίκο της αλυσίδας στον επόμενο, η διάθεσή τους στην αγορά δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί κατά τον σχεδιαζόμενο τρόπο.
Το επιχείρημα ότι κάποιο άλλο πρόσωπο θα μπορούσε να είχε αναλάβει τη μεταφορά δεν αναιρεί ούτε περιορίζει την προσωπική ευθύνη του κατηγορουμένου. Η ευθύνη του κρίνεται με βάση τις πράξεις στις οποίες ο ίδιος προέβη και την πραγματική συμβολή του στην τέλεση της παράνομης δραστηριότητας, και όχι στη βάση μιας υποθετικής εξέλιξης των γεγονότων σε περίπτωση που αυτός αρνείτο να συμμετάσχει. Με την εκούσια ανάληψη και εκτέλεση του ρόλου του μεταφορέα, διευκόλυνε τη διακίνηση των ουσιών και συνέβαλε στη συνέχιση και ολοκλήρωση της εγκληματικής αλυσίδας.
Συνακόλουθα, ακόμη και υπό τις παρούσες περιστάσεις, ο κατηγορούμενος 1 ενήργησε με στόχο τη διασπορά εξαρτησιογόνων ουσιών στην κοινωνία, με όλες τις ολέθριες συνέπειες που αυτή αναμφίβολα επιφέρει. Η εξάρτηση, η σωματική και ψυχική καταρράκωση των χρηστών, η διάλυση οικογενειακών και κοινωνικών δεσμών, καθώς και η πρόκληση και αναπαραγωγή άλλων μορφών εγκληματικότητας αποτελούν γνωστές και άμεσα συνδεδεμένες συνέπειες της εμπορίας και διακίνησης ναρκωτικών.
Ενέργειες αυτού του είδους παρουσιάζουν ιδιαίτερα αυξημένη κοινωνική απαξία. Όσοι συμμετέχουν, από οποιαδήποτε θέση, στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών συμβάλλουν στη λειτουργία και διατήρηση ενός μηχανισμού που εκμεταλλεύεται την ανθρώπινη αδυναμία και θέτει σε σοβαρό κίνδυνο τη δημόσια υγεία και την κοινωνική συνοχή. Οι επιζήμιες συνέπειες τέτοιων πράξεων είναι δεδομένες και εκτεταμένες και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να υποβαθμίζονται ούτε να γίνονται ανεκτές.
Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί δευτερεύων, ουδέτερος ή άνευ ουσιαστικής σημασίας ο ρόλος του κατηγορούμενου 1, αφού μέσα από τα γεγονότα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1 ενήργησε ως ενδιάμεσος συνεργάτης (μεταφορέας των ναρκωτικών) γνωστού του προσώπου, τον οποίο ουδέποτε κατονόμασε. Συνεπώς, αποδεχόμενος, με τη μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών κατέστη αναγκαίος κρίκος στην αλυσίδα της διακίνησής τους, συμβάλλοντας έμπρακτα στην προώθησή τους προς τον τελικό τους προορισμό και, κατ’ επέκταση, στη διοχέτευσή τους στην παράνομη αγορά[40]. Επιπλέον, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 έλαβε υποσχέσεις από το εν λόγω γνωστό του πρόσωπο η μελλοντική δωρεάν παροχή κάποιων γραμμαρίων κάνναβης για τον ανάμειξή του στην μεταφορά των ουσιών, δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε αυτή την παράμετρο ως έμμεσο οικονομικό όφελος για την συμμετοχή του στην εκτέλεση του σχεδίου μεταφοράς.
Έχει αναγνωρισθεί νομολογιακώς, πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ’ ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές ή διαμεσολαβητές. Η ίδια όμως νομολογία, παράλληλα, επισημαίνει ότι τέτοιου είδους συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια ή εκδούλευση, δεν καθίσταται άνευ σπουδαιότητας και σημασίας, καθότι, ως λέχθηκε είτε γίνεται για χρηματικό κέρδος, είτε για άλλο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή η διάδοση ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα και η μόλυνση της κοινωνίας. Τα πιο πάνω λέχθηκαν στην Xhaferi ν. Δημοκρατίας[41] , από την οποία παραθέτουμε και το ακόλουθο απόσπασμα:
«Εκείνο το οποίο, ωστόσο, παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Εφεσείων αναμφίβολα κατέστη συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, όποιος και αν ήταν αυτός. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.
Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα: Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του. Στην παρούσα περίπτωση λοιπόν αυτό ακριβώς έπραξε ο Εφεσείων Έχοντας υπό τη φύλαξη του τα ναρκωτικά σε αποθήκη της οποίας αυτός κρατούσε το κλειδί, ορθά κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο ότι έδιδε καθοριστικής σημασίας κάλυψη στον πραγματικό ιδιοκτήτη των ναρκωτικών μέχρι τέλους, αφού δεν τον κατονόμασε. Ορθώς, επομένως, το Κακουργιοδικείο σημείωσε ότι ο Εφεσείων διαπράττοντας τα αδικήματα είχε κύρια συνδρομή στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών, δίδοντας ξεκάθαρα σημαντικό «χέρι βοήθειας» προφανώς σε εμπόρους τους οποίους επέλεξε να μην αποκαλύψει».
Από την άλλη πλευρά, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα επίδικα αδικήματα κατέχουν ουσιαστική σημασία για τον καθορισμό της ποινής σε υποθέσεις αυτής της φύσης. Όπως έχει, επανειλημμένως, επισημανθεί, η πείρα αποδεικνύει ότι οι έμποροι ναρκωτικών επιλέγουν συχνά συνεργάτες άτομα ευάλωτα και σε ανάγκη, όπως ο Κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών, ωστόσο, δεν μπορεί να επιτρέψει την εξασθένιση της αυστηρής και αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου, που αποτελεί θεμέλιο για την καταπολέμηση αυτών των εγκλημάτων[42].
Στρεφόμενοι στην κατηγορούμενη 3, είναι προφανές ότι ο ρόλος της κατηγορούμενης 3, σε ότι αφορά την κατηγορία της κατοχής (κοινή κατηγορία με τον κατηγορούμενο 1) διαφοροποιείται, γιατί η ίδια κατείχε το πακέτο με την κάνναβη για μικρό χρονικό διάστημα κατόπιν οδηγιών του αρραβωνιαστικού της, κατηγορούμενου 1, με σκοπό να το πετάξει, εξ’ ου άλλωστε και η κατηγορούμενη 3 δεν αντιμετωπίζει το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια, με αποτέλεσμα ο όποιος ρόλος της θα πρέπει να εξεταστεί μόνο αναφορικά με το αδίκημα της κατοχής ναρκωτικών, για το οποίο η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή είναι 8 έτη φυλάκισης, σε αντιδιαστολή με την διά βίου φυλάκιση, που προβλέπεται για τα αδικήματα της προμήθειας ναρκωτικών και της κατοχής των ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια.
Των πιο πάνω λεχθέντων, παρότι αναγνωρίζεται η σημασία αυτών των ελαφρυντικών και επιβαρυντικών παραμέτρων, δεν μειώνεται η ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, προκειμένου αυτή να αρμόζει όχι μόνο στο αδίκημα καθ’ αυτό, αλλά και στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Στο σημείο αυτό, κρίνεται απαραίτητο να υπογραμμίσουμε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία μας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως λαμβάνονται υπόψη, κατά έναν βαθμό, προκειμένου η εξατομίκευση της ποινής να επιτευχθεί[43]. Το καθήκον της εξατομίκευσης παραμένει αμετάβλητο, ακόμη και όταν η επιβολή της ποινής αποσκοπεί στην αποτροπή και την πρόληψη. Οφείλουμε, ωστόσο, να τονίσουμε ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγήσει σε μείωση της σοβαρότητας ή της αποτρεπτικής δύναμης της ποινής, καθώς το αδίκημα και οι περιστάσεις της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή ενός αυστηρού πλαισίου τιμωρίας, που να εξυπηρετεί τόσο τη δικαιοσύνη όσο και το συμφέρον της κοινωνίας[44].
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, προς όφελος των Κατηγορουμένων 1 και 3, πέραν των τριών κοινών παραμέτρων με τους λοιπούς κατηγορούμενους, που έχουν καταγραφεί ανωτέρω, λαμβάνουμε υπόψη και τα ακόλουθα στοιχεία όπως αυτά προκύπτουν στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε δια έκαστο και στα όσα αναφέρθηκαν στις αγορεύσεις των συνηγόρων τους, κ. Καούλλα και κ.Τσολακιδη αντίστοιχα.
Αρχικά, λαμβάνουμε υπόψη το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 3 παραδόθηκαν στις αστυνομικές αρχές μετά την έκδοση εναντίον τους ενταλμάτων σύλληψης.
Σε σχέση με τις προσωπικές τους περιστάσεις, για τον κατηγορούμενο 1, 23 ετών σήμερα, λαμβάνουμε υπόψη ότι η οικογενειακή σταθερότητα και συνοχή, διαταράχθηκε το 2017, όταν, σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, οι γονείς του χώρισαν, και η φύλαξη και φροντίδα του κατηγορούμενου 1 ανατέθηκε αποκλειστικά στη μητέρα του. Οι συνέπειες για την ψυχοσυναισθηματική κατάσταση του κατηγορούμενου 1 ήταν δυσμενείς αφού σύντομα εκδήλωσε καταθλιπτικά επεισόδιά ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο, ενώ βρισκόταν ακόμη σε ευάλωτη ηλικία, του ζητήθηκε να εγκαταλείψει την οικία της μητέρας του και διέμενε με τους παππούδες του. Κατά την περίοδο αυτή, σύμφωνα με όσα τέθηκαν ενώπιόν μας, άρχισε τη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Ακολούθως, ο πατέρας του τον δέχθηκε στην οικία του, όπου ο κατηγορούμενος εξακολουθεί να διαμένει μαζί με εκείνον και τη αρραβωνιαστικιά του, μέσα σε σταθερό και υποστηρικτικό περιβάλλον.
Περαιτέρω συνυπολογίζουμε ότι από τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, ο κατηγορούμενος είχε αρραβωνιαστεί, είχε εξασφαλίσει εργασία και προγραμμάτιζε τη δημιουργία δικής του οικογένειας. Πριν την διάπραξη των αδικημάτων, ενεπλάκη σε σοβαρό τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο υπέστη θλαστικό κάταγμα της αριστερής κνήμης και ανοικτό κάταγμα της αριστερής περόνης. Υποβλήθηκε σε σειρά χειρουργικών επεμβάσεων, κατά τις οποίες τοποθετήθηκαν μοσχεύματα και μεταλλικά εμφυτεύματα, ενώ παρέμεινε καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο για αρκετούς μήνες. Όπως προκύπτει από τα ιατρικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν ως Παράρτημα Δ, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προβλήματα ένεκα του τραυματισμού του και υποβάλλεται σε φυσιοθεραπεία και εξετάσεις αποκατάστασης. Αν και τούτο μας λέχθηκε ως παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής του κατηγορούμενου 1, οφείλουμε να τονίσουμε δεν υπάρχει ενώπιον μας θέση ότι δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν επαρκώς εντός των κρατικών δομών, αυτά δεν μπορούν να αποτελέσουν ανασταλτικό παράγοντα στην επιβολή αποτρεπτικής ποινής[45].
Λαμβάνουμε επιπρόσθετα υπόψη μας, την αναφορά της Υπεράσπισης ότι οι συνέπειες του ατυχήματος συνέβαλαν στην επάνοδο του κατηγορουμένου 1 στη χρήση ναρκωτικών ουσιών και, συνακόλουθα, στην εμπλοκή του στα επίδικα αδικήματα. Σήμερα ο κατηγορούμενος 1 απολαμβάνει τη στήριξη του πατέρα και της αρραβωνιαστικιάς του, οι οποίοι του παρέχουν σταθερότητα, καθοδήγηση και ουσιαστική βοήθεια ενώ έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα απεξάρτησης των Κεντρικών Φυλακών, «Δανάη». Η σχετική προσπάθεια απεξάρτησης του κατηγορουμένου 1 πρέπει να αποτιμάται και να ανταμείβεται ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης να τη συνεχίζει[46].
Όλες οι πιο πάνω περιστάσεις, χωρίς να δικαιολογούν ή να υποβαθμίζουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων, αποτελούν στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη προς όφελός του κατά την εξατομίκευση και επιμέτρηση της ποινής.
Επιβαρυντικά, προσμετρούμε, γι’ αυτόν ότι η πιο πάνω περιγραφόμενη οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου 1 εμπίπτει στην έννοια του όρου «χρήση βίας» ως διαβάζεται στο άρθρο 30(4) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977, το οποίο στην ουσία κωδικοποιεί και τις αναφορές των Sentencing Guidelines του Sentencing Guidelines Council με τίτλο ''Drug Offences Definitive Guideline", στα οποία εκτενώς αναφέρθηκε και ο κ. Καούλλας στην αγόρευσή του.
Σε σχέση τις προσωπικές της περιστάσεις της κατηγορούμενης 3, 20 ετών σήμερα, προσμετρούμε ότι, οι γονείς της χώρισαν όταν ήταν μόλις πέντε ετών και μεγάλωσε κυρίως με τη μητέρα της, την αδελφή της και τους μητρικούς παππούδες, με τους οποίους επέλεξε να διαμένει, μετά τη δημιουργία νέας οικογένειας από τη μητέρα της, οικογενειακό περιβάλλον που η ίδια χαρακτηρίζει ως σταθερό και υποστηρικτικό. Μεγάλη βαρύτητα δίνουμε ότι η κατηγορούμενη 3 η οποία επενδύει στην πανεπιστημιακή της εκπαίδευση, αφού είναι δευτεροετής φοιτήτρια του Χ. και Χ. του Πανεπιστημίου Χ. και προς τιμή της, παράλληλα εργάζεται με μερική απασχόληση σε κατάστημα στη Λάρνακα, με σκοπό να συμβάλει στην κάλυψη των αναγκών της κατά τη διάρκεια των σπουδών της.
Λαμβάνουμε δε ιδιαιτέρως υπόψιν μας ότι η κατηγορούμενη 3 έχει ήδη έχει υποστεί ουσιαστικές προσωπικές και ακαδημαϊκές συνέπειες λόγω της εμπλοκής της στην παρούσα υπόθεση, αφού εξαιτίας της προσωρινής κράτησής της, ως υπόδικη, διάρκειας περίπου δυόμισι μηνών για την παρούσα υπόθεση, η κατηγορούμενη απώλεσε την εξεταστική περίοδο του Πανεπιστημίου, γεγονός που επηρέασε αρνητικά την ακαδημαϊκή της πορεία, ενώ επιπτώσεις είχε και στην υγεία της, παρουσιάζοντας διαταραχή του έμμηνου κύκλου, με όλα τα επόμενα και παρελκόμενα που τέτοια κατάσταση δύναται να επιφέρει σε μια νεαρή γυναίκα. Σε ότι αφορά τις επιπτώσεις στην ακαδημαϊκή της πορεία, πρόκειται για μορφή εξωδικαστικής τιμωρίας, την οποία η κατηγορούμενη 3 έχει υποστεί, η οποία, σύμφωνα με την νομολογία, ως παράγοντας, προσμετρά υπέρ της ελαφρυντικά και το συνυπολογίζουμε[47].
Η συνέργεια που αποδίδεται στην κατηγορούμενη 3 είναι η παροχή βοήθειας στον κατηγορούμενο 1 με σκοπό να του δώσει τη δυνατότητα να διαφύγει την τιμωρία ενώ γνώριζε ότι ο 1ος κατηγορούμενος ήταν ένοχος του ποινικού αδικήματος της εμπορίας ναρκωτικών.
Κατηγορούμενος 2 (κατηγορίες 5, 7, 8 και 9)
Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2, πέραν των τριών κοινών παραμέτρων στις οποίες αναφερθήκαμε ανωτέρω και προσμετρούμε ελαφρυντικά υπέρ του, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές του συνθήκες ως αυτές προκύπτουν, τόσο από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, και το περιεχόμενό της υιοθετήθηκε από τον συνήγορό του, όσο και από τις σχετικές αναφορές του τελευταίου. Έχουν ως εξής.
Ο κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 21 ετών, άγαμος και ιδιωτικός υπάλληλος (οικοδόμος). Ο πατέρας του είναι ηλικίας 51 ετών, υπάλληλος σε εταιρεία έτοιμου σκυροδέματος, και η μητέρα του, 47 ετών, καθαρίστρια. Έχει 3 αδελφές, την πρώτη ηλικίας 22 ετών, ανύπανδρη, σπουδάστρια σε σχολή αισθητικής, και άλλες δύο ανήλικες (ηλικιών 7 και 6 ετών), μαθήτριες. Ο κατηγορούμενος διαμένει μαζί με τους γονείς του και τις αδελφές του στο πατρικό σπίτι της οικογένειας. Δεν είναι ιδιοκτήτης οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας, παρά μόνο κινητής, και δη ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου. Από την εργασία του κερδίζει ημερήσιο μεροκάματο €50, ενώ οφείλει προς συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα €2.000, αλλά και €1.000 προς το πρόσωπο από το οποίο αγόρασε το αυτοκίνητό του. Κατά την Α΄ τάξη της Τεχνικής Σχολής Λάρνακας, στην οποία και ενεγράφη, εγκατέλειψε την σχολική μάθηση. Ακολούθως υπηρέτησε κανονικά στην Εθνική Φρουρά, και μετά την απόλυση του άρχισε να εργάζεται στην οικοδομική βιομηχανία. Οι γονείς του αντιμετώπισαν οικονομικά προβλήματα, με αποτέλεσμα η πατρική οικία να αγορασθεί από τον εργοδότη του πατέρα του, με σκοπό να μην καταλήξει σε ξένα χέρια, ο οποίος και επιτρέπει την εκεί διαμονή της οικογένειας του κατηγορούμενου έναντι μηνιαίων δόσεων που καταβάλλει ο πατέρας του τελευταίου, με σκοπό την επαναγορά της. Στην ουσία, στη βάση της πιο πάνω διευθέτησης, τα μόνα πρόσωπα τα οποία καλύπτουν τα έξοδα της οικογένειας είναι ο κατηγορούμενος και η μητέρα του, αφού ο μισθός του πατέρα καταβάλλεται για κάλυψη της ανωτέρω δόσης. Ο κατηγορούμενος, από την ηλικία των 16 ετών άρχισε την χρήση κάνναβης, χρήση την οποία πλέον διέκοψε, αφού έχει αρχίσει τη συνεργασία του με το πρόγραμμα απεξάρτησης «Το αποφασίζω». Αντιμετωπίζει ευαισθησία στα μάτια, για την οποία παρακολουθείται από συγκεκριμένη κλινική. Ο δε πατέρας του υποβλήθηκε σε εγχείρηση νεφρεκτομής και μερικής αφαίρεσης εντέρου, λόγω καρκίνου που αντιμετώπισε. Ο κατηγορούμενος διατηρεί δεσμό με ελληνοκύπρια σπουδάστρια στο τμήμα νομικής πανεπιστημίου. Μετά που αφέθηκε ελεύθερος από το παρόν Δικαστήριο, συνεπεία του ότι απώλεσε την εργασία που διατηρούσε, κατέβαλε προσπάθεια και κατάφερε να εργοδοτηθεί εκ νέου ως υδραυλικός, και από τις απολαβές του συνεισφέρει και αυτός στην εκ νέου αγορά της πατρικής οικίας.
Λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψη ότι ο κατηγορούμενος 2, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, παρέμεινε υπό κράτηση, ως υπόδικος, από τις 13.02.2026 μέχρι και τις 20.04.2026, όταν και αφέθηκε, από το παρόν Δικαστήριο, ελεύθερος με όρους.
Συνυπολογίζουμε επίσης την άμεση παραδοχή του ενώπιον των ανακριτικών αρχών κατά τον χρόνο ανεύρεσης των ναρκωτικών ουσιών που αναφέρονται στις κατηγορίες 7 και 9, αλλά και των σκευών που αναφέρονται στις κατηγορίες 5 και 8. Επιπλέον, ιδιαίτερη σημασία, ελαφρυντικά γι’ αυτόν, δίνουμε στην ένταξή του στο πρόγραμμα απεξάρτησης, ενέργεια η οποία δεικνύει την έμπρακτη μεταμέλειά του αλλά και την ειλικρινή προσπάθειά του να αφήσει τέτοιες πράξεις στο παρελθόν και να αγναντέψει το μέλλον με αισιοδοξία[48].
Συνυπολογίζουμε, επίσης, ότι η κατοχή, τόσο των ναρκωτικών ουσιών, όσο και των σκευών χρήσης ναρκωτικών, έγινε από τον κατηγορούμενο 2 με μόνο σκοπό την δική του χρήση.
Κατηγορούμενος 4 (κατηγορία 10)
Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 4, πέραν των τριών κοινών παραμέτρων στις οποίες αναφερθήκαμε ανωτέρω και προσμετρούμε ελαφρυντικά υπέρ του, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές του συνθήκες ως αυτές προκύπτουν, τόσο από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, και το περιεχόμενό της υιοθετήθηκε από τον συνήγορό του, όσο και από τις σχετικές αναφορές του τελευταίου. Έχουν ως εξής.
Ο κατηγορούμενος 4 είναι ηλικίας 27 ετών, άγαμος και άνεργος, λευκού ποινικού μητρώου, με την αξιόποινη πράξη που τού αποδίδεται στη βάση των λεπτομερειών της κατηγορίας 10, να αποτελεί ένα μεμονωμένο και εξαιρετικό περιστατικό στη ζωή του. Ο πατέρας του είναι ηλικίας 57 ετών, υπάλληλος στο τμήμα καθαριότητας του Χ. Λάρνακας, και η μητέρα του, 52 ετών, καθαρίστρια. Έχει δύο μεγαλύτερα αδέλφια τα οποία είναι παντρεμένα με παιδιά και διαμένουν σε δικές τους κατοικίες. Ο κατηγορούμενος, από σχέση, έχει αποκτήσει ένα γιο ηλικίας 3 ετών, ο οποίος φοιτά σε ιδιωτικό νηπιαγωγείο. Όπως αναφέρθηκε, διατηρεί πολύ καλή επικοινωνία με την πρώην σύντροφό του και βλέπει καθημερινά το παιδί του. Βάσει δικαστικού διατάγματος διατάχθηκε να καταβάλλει μηνιαία διατροφή €300, την οποία, στο παρόν στάδιο, καταβάλλουν οι γονείς του. Ο κατηγορούμενος διαμένει στο πατρικό του σπίτι μαζί με τους γονείς του, οι οποίοι τον στηρίζουν και έχει πολύ καλή σχέση μαζί τους. Πρόκειται για πρόσωπο που αντιμετώπισε πρόβλημα χρήσης ναρκωτικών την οποία, χρήση, το τελευταίο χρονικό διάστημα έχει διακόψει. Δεν είναι ιδιοκτήτης οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας, παρά μόνο κινητής, και δη ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου. Ο κατηγορούμενος είναι απόφοιτος της Τεχνικής Σχολής Χ. Δεν υπηρέτησε στην Εθνική Φρουρά, λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπισε με το πόδι του, αλλά και γιατί, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ποδοσφαιριστής. Ο κατηγορούμενος εργάστηκε σε διάφορες θέσεις στον ιδιωτικό τομέα. Τους τελευταίους έξι μήνες εργαζόταν σε μία εταιρεία, από την οποία και απολύθηκε λόγω του ότι για δυόμισι μήνες ήταν υπόδικος, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Στο παρόν στάδιο, δεν εργάζεται και δεν έχει εισοδήματα, ούτε και αποταμιεύσεις. Τουναντίον, διατηρεί χρέη ύψους €2.000, που είναι το σημερινό υπόλοιπο παρατραβήγματος σε πιστωτική κάρτα, την οποία αδυνατεί να αποπληρώσει λόγω του ότι είναι άνεργος.
Συνυπολογίζουμε επίσης, πάντα μετριαστικά γι’ αυτόν, τη συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές από την πρώτη στιγμή της σύλληψής του. Τέλος, συνυπολογίζουμε ότι η συμμετοχή του στην παρούσα υπόθεση, δεν σχετίζεται με την κύρια εγκληματική δραστηριότητα, και δη την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών, παρά μόνο με την μετά τη διάπραξη των βασικών αδικημάτων συνέργειά του, δηλαδή την παροχή βοήθειας στους κατηγορούμενους 1 και 3 με σκοπό να αποφύγουν τούτοι την τιμωρία.
Στο σημείο αυτό, παραθέτουμε, με συνοπτικό τρόπο, αριθμό αποφάσεων Ανώτερων Δικαστηρίων, στο πλαίσιο των οποίων επικυρώθηκαν ή επιβλήθηκαν ποινές σε αδικήματα ίδιου και ή όμοιου τύπου και σοβαρότητας με αυτά που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι. Δεν μας διαφεύγει ότι με βάση την νομολογία, αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Εφετείου για το ζήτημα της ποινής σχετικά με συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, είναι μόνο ενδεικτικές της ποινικής μεταχείρισης που ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει από το Δικαστήριο, καθότι: «ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων.». Όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ναζίπ ν. Αστυνομίας[49] : «Εκείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι στο πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.»[50].
Σε σχέση με την κατηγορία 4
Στην Alecou v. Police[51], επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών και 6 μηνών στέρησης της άδειας οδήγησης κατηγορουμένου που προκάλεσε δυστύχημα προσπερνώντας επικίνδυνα άλλα οχήματα. Ο κατηγορούμενος ήταν επαγγελματίας οδηγός, πατέρας 3 ανηλίκων τέκνων.
Σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 2 και 3
Στην υπόθεση Ανδρέας Ανδρέου ν. Δημοκρατίας[52], στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αντικατέστησε την ποινή των 4.5 ετών φυλάκισης με ποινή φυλάκισης 3.5 χρόνων για αδικήματα κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών τάξεως Β’, ήτοι 996,8 γρ. κάνναβης, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στη συνεργασία του με την Αστυνομία όσο και με την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου.
Στην υπόθεση Κυριάκου ν. Δημοκρατίας[53], το Εφετείο αντικατέστησε, με ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών, την πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλάκισης έξι (6) ετών, σε κατηγορούμενο, μετά από παραδοχή, για την κατοχή 688,2684 γραμμαρίων ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια, διότι το Κακουργιοδικείο δεν προσέδωσε σημασία στη συνεργασία του κατηγορουμένου με τις ανακριτικές αρχές.
Στην υπόθεση Ahmed κ.α. ν. Δημοκρατίας[54], επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης με ανώτατη ποινή έξι (6) ετών για προμήθεια ρητίνης καννάβεως συνολικού βάρους περίπου 947 γρ. σε νεαρούς κατηγορουμένους, με λευκό ποινικό μητρώο, μετά από παραδοχή και με τον ιθύνοντα νου να είναι άλλο πρόσωπο που δεν συνελήφθη. Η ποινή χαρακτηρίστηκε από το Εφετείο, ως «αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις και οπωσδήποτε όχι έκδηλα υπερβολική».
Στην υπόθεση Soleimani ν. Αστυνομίας[55], επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) ετών, μετά από παραδοχή, για κατοχή 977,7691 γραμμαρίων ρητίνης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 26 ετών. Δεν ήταν ο ιθύνων νους, συνεργάστηκε με την Αστυνομία και ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Ο ρόλος του ως μεταφορέα των ναρκωτικών, χαρακτηρίστηκε ως «ιδιαιτέρως σημαντικός, θα προσθέταμε απαραίτητος, πράγμα που δικαιολογεί και την περαιτέρω παρατήρηση του Κακουργιοδικείου πως η δράση του δεν διέφερε από τη δράση οποιουδήποτε προσώπου που ενεργεί ως έμπορος ναρκωτικών».
Στην υπόθεση Πολυδώρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας[56] επικυρώθηκε η επιβολή ποινής φυλάκισης 8 ετών στον Εφεσείοντα για κατοχή 733 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο.
Κατηγορίες 5, 7, 8 και 9
Στην Γρηγορίου ν. Αστυνομίας[57] κατόπιν παραδοχής, στις κατηγορίες της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, ήτοι 7,42 γραμμάρια κοκαΐνης (3η κατηγορία) και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, ήτοι 33,69 γρ. ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης (7η κατηγορία), 12 και 10 μηνών αντίστοιχα. Οι ποινές φυλάκισης διατάχθηκε όπως συντρέχουν.
Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου[58], επικυρώθηκαν οι ποινές του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την κατοχή μικρής ποσότητας καννάβεως, 0,454 γραμμάρια μετά από παραδοχή σε 29χρονο, έγγαμο και πατέρα τεσσάρων ανήλικων τέκνων, εθισμένο στην χρήση κάνναβης από 14 ετών, ύψους οχτώ, και πέντε μηνών αντίστοιχα για (α) την καλλιέργεια φυτού καννάβεως, (β) την κατοχή της προαναφερθείσας ποσότητας καννάβεως. Η ποινή αναστάλθηκε από το Πρωτόδικο λόγω των προσωπικών συνθηκών του Κατηγορούμενου με προεξάρχοντα λόγο τις ευθύνες και τα καθήκοντά του προς τα τέσσερα ανήλικα παιδιά του.
Στην δε υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κώστα Ανδρέα Ελευθερίου[59] για αδίκημα κατοχής 123,41 γραμμαρίων ρητίνης κάνναβης, κατόπιν παραδοχής σε 49χρονο οικογενειάρχη υπέρ του οποίου προσμέτρησε το γεγονός ότι προσπαθούσε για τριάντα έτη να διακόψει τη χρήση ναρκωτικών επικυρώθηκε ποινή προστίμου ΛΚ1.000. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι δεν δημιουργείται μέσω της επικύρωσης της ποινής νέα δικαστική τάση ως προς την αντιμετώπιση αδικημάτων αυτής της φύσεως επισημαίνοντας παράλληλα ότι οι αρχές που καθιέρωσε η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου παραμένουν, εξηγώντας ότι εν προκειμένω υπήρχαν τέτοιες ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις που συνέβαλαν στην επίδειξη επιείκειας με επιβολή ποινής ψηλού προστίμου αντί ποινής φυλακίσεως
Κατηγορίες 10 και 11
Για το αδίκημα της συνέργειας, παρά τη μελέτη μας δεν έχουμε εντοπίσει απόφαση σε εφετειακό επίπεδο σε σχέση με την επιμέτρηση ποινής. Ούτε και μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση, ως προς το ύψος της ποινής, από την Αγγλική Νομολογία αφού η προβλεπόμενη ποινή, για το εν λόγω αδίκημα συνδέει το ανώτατο όριό της με τη σοβαρότητα του αδικήματος που τέλεσε ο κύριος δράστης. Ειδικότερα, προβλέπεται ανώτατη ποινή φυλάκισης δέκα ετών, όταν το κύριο αδίκημα επισύρει υποχρεωτική ισόβια κάθειρξη, επτά ετών, όταν η προβλεπόμενη ανώτατη ποινή για το κύριο αδίκημα ανέρχεται σε δεκατέσσερα έτη, πέντε ετών, όταν αυτή ανέρχεται σε δέκα έτη, και τριών ετών στις λοιπές περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης. Ωστόσο θεωρούμε, στο βαθμό που μπορεί να παραλληλιστεί ότι μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση από τα Αγγλικά δικαστήρια αναφορικά με τον τρόπο που συνεκτιμούν τους μετριαστικούς και επιβαρυντικούς παράγοντες. Συνεκτιμούν ως επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων, την παροχή συνδρομής προς αποφυγή της σύλληψης προσώπου που έχει διαπράξει ανθρωποκτονία ή άλλο ιδιαιτέρως σοβαρό αδίκημα, την εσκεμμένη παραπλάνηση των αστυνομικών αρχών ή τη δημιουργία ψευδών ιχνών, την καταστροφή ή απόκρυψη αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και την παρατεταμένη, οργανωμένη ή μεθοδευμένη παροχή συνδρομής. Αντιθέτως, ως ελαφρυντικές περιστάσεις λαμβάνονται υπόψη ο περιορισμένος ή βραχύχρονος χαρακτήρας της συνδρομής, η ειλικρινής μεταμέλεια και η έγκαιρη παραδοχή ενοχής, η απουσία προηγούμενων καταδικών, η τέλεση της πράξης υπό καθεστώς πίεσης ή φόβου, καθώς και εξαιρετικές προσωπικές περιστάσεις. Ιδιαίτερη βαρύτητα δύναται να αποδοθεί στην περίπτωση κατά την οποία η στερητική της ελευθερίας ποινή θα είχε δυσανάλογες συνέπειες για εξαρτώμενα τέκνα του καταδικασθέντος.
Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias and Others v. Cyprus[60], τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σχέση με συγκεκριμένους μετριαστικούς παράγοντες, οφείλουν να αποτυπώνουν, με τρόπο ρητό και μετρήσιμο την μείωση της ποινής με την οποία αποζημιώνεται/αμείβεται ο Κατηγορούμενος. Στην εν λόγω υπόθεση, ο ρητός και μετρήσιμος παράγων ήταν η καθυστέρηση. Η αρχή όμως της Krashias, υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:
«21. Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[61] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»
Σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική:
«Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες είχαν απωλέσει την ιδιότητα του θύματος, καθώς τους επιβλήθηκε επιεικής ποινή (πρόστιμο EUR 400 για κάθε προσφεύγοντα σε σύγκριση με το ανώτατο πρόστιμο CYP 5,000 ή φυλάκιση ενός έτους ή και τα δύο) λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, το
Δικαστήριο υπενθυμίζει τις γενικές αρχές που διέπουν την απώλεια της ιδιότητας του θύματος σε υποθέσεις που αφορούν τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών εξαιτίας μείωσης της ποινής, όπως συνοψίστηκαν στην υπόθεση Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. Ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δήλωσε ότι η καθυστέρηση που είχε σημειωθεί «[θα] ληφθεί υπόψη», η ποινή των προσφευγόντων δεν μειώθηκε λόγω της διάρκειας της διαδικασίας ρητά και μετρήσιμα[62] (ibid., §§ 18 και 57-58· βλ. επίσης Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 και 92, 10 July 2018, και Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 και 60, 4 February 2010).
Η διάρκεια της διαδικασίας αποτέλεσε μία μόνο από τις πολλές παραμέτρους που εξετάστηκαν από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής και δεν φαίνεται να υπήρξε ο κύριος λόγος για την επιείκεια (σε αντίθεση με Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 και 28, 26 June 2001). Επιπλέον, το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει τις ενέργειες της κατηγορούσας αρχής κατά τη διάρκεια
της διαδικασίας, ενώ θεωρήθηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν καμία αβεβαιότητα (βλ. και συγκρ. με Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»
Αφού εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή — την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων — και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένων της παραδοχής τους (για όλους τους Κατηγορούμενους) και της συνεργασίας τους (για τους Κατηγορούμενους 2 και 4) με τις αστυνομικές αρχές (ως τούτες αναλύθηκαν ανωτέρω), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι μόνες ποινές που θα άρμοζαν, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθούν έχουν ως ακολούθως:
Στον Κατηγορούμενο 1:
Στην Κατηγορία 1: καμία ποινή αφού τα γεγονότα που την στοιχειοθετούν, αποτελούν μέρος των γεγονότων που στοιχειοθετούν την κατηγορία 3
Στην Κατηγορία 2: καμία ποινή αφού τα γεγονότα που την στοιχειοθετούν, αποτελούν μέρος των γεγονότων που στοιχειοθετούν την κατηγορία 3
Στην Κατηγορία 3: Ποινή φυλάκισης 7 ετών
Στην Κατηγορούμενη 3:
Στην Κατηγορία 2: Ποινή φυλάκισης 3 ετών
Στην Κατηγορία 11: Ποινή φυλάκισης 6 μηνών
Στον Κατηγορούμενο 2
Στην Κατηγορία 5: 3 μηνών
Στην Κατηγορία 7: 3 μηνών
Στην Κατηγορία 8: 3 μηνών
Στην Κατηγορία 9: 20 ημερών
Στον Κατηγορούμενο 4
Στην Κατηγορία 10: Ποινή φυλάκισης 6 μηνών
Αποδίδοντας όμως μετρήσιμη, υπό τις περιστάσεις που εξηγήσαμε ανωτέρω, αξία στη παραδοχή όλων των Κατηγορουμένων και συνεργασία των Κατηγορούμενων 2 και 4 με τις Αρχές[63], κρίνουμε ότι οι πιο κάτω είναι οι αρμόζουσες ποινές, τις οποίες και επιβάλλουμε:
Στον Κατηγορούμενο 1:
Στην Κατηγορία 1: καμία ποινή αφού τα γεγονότα που την στοιχειοθετούν, αποτελούν μέρος των γεγονότων που στοιχειοθετούν την κατηγορία 3
Στην Κατηγορία 2: καμία ποινή αφού τα γεγονότα που την στοιχειοθετούν, αποτελούν μέρος των γεγονότων που στοιχειοθετούν την κατηγορία 3
Στην Κατηγορία 3: Ποινή φυλάκισης 5 ετών
Στην Κατηγορούμενη 3:
Στην Κατηγορία 2: Ποινή φυλάκισης 2 ετών
Στην Κατηγορία 11: Ποινή φυλάκισης 4 μηνών
Στον Κατηγορούμενο 2
Στην Κατηγορία 5: 2 μηνών
Στην Κατηγορία 7: 2 μηνών
Στην Κατηγορία 8: 2 μηνών
Στην Κατηγορία 9:15 ημερών
Στον Κατηγορούμενο 4
Στην Κατηγορία 10: Ποινή φυλάκισης 4 μηνών
Οι ποινές φυλάκισης των κατηγορούμενων 1, 2 και 3 να συντρέχουν.
Σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 2, παρατηρούμε ότι συνεπεία της παραμονής του υπό κράτηση από 13.02.2026 – 20.04.2026 έχει ήδη εκτίσει την ποινή που του επιβλήθηκε και δεν προχωρούμε να εξετάσουμε ενδεχόμενο αναστολής της, ως άλλωστε και η σχετική εισήγηση του κ. Δημητρίου.
Απομένει να εξεταστεί κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε στους Κατηγορούμενους 3 και 4, όπως εισηγήθηκαν οι συνήγοροί τους.
Η νομολογιακή προσέγγιση που διέπει το ζήτημα αυτό έχει αποκρυσταλλωθεί στις υποθέσεις Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας[64] και Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας[65]. Κατά το στάδιο εξέτασης της αναστολής, το Δικαστήριο οφείλει να επανεκτιμήσει κάθε στοιχείο και παράγοντα που ενδέχεται να ασκεί επιρροή στην κρίση του. Το καίριο ζήτημα είναι κατά πόσο, κατόπιν στάθμισης του συνόλου των περιστάσεων, οι παράγοντες αυτοί μπορούν ή πρέπει να λειτουργήσουν κατά τρόπο που να καθιστά δικαιολογημένη την παροχή δεύτερης ευκαιρίας στους Κατηγορούμενους 3 και 4[66].
Στο πλαίσιο αυτό, επανεξετάζονται τόσο οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα όσο και οι προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων. Παράλληλα, αποδίδεται «διπλή βαρύτητα» σε κάθε παράγοντα που συνδέεται είτε με το αδίκημα είτε με τους δράστες, ανεξαρτήτως του κατά πόσο αυτός είναι επιβαρυντικός ή μετριαστικός, και ο οποίος δύναται να επηρεάσει την απόφαση ως προς την αναστολή της ποινής. Σε τελική ανάλυση, το ζητούμενο είναι κατά πόσο η αναστολή της ποινής συνάδει με την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και εξυπηρετεί επαρκώς τους επιμέρους σκοπούς της τιμωρίας.
Έχουμε συνεκτιμήσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε έκαστος εκ των κατηγορουμένων 3 και 4, όπως αυτή έχει ήδη προσδιοριστεί, το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης με ιδιαίτερή έμφαση στο ρόλο εκάστου, καθώς και όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που αφορούν τους Κατηγορούμενους 3 και 4. Έχοντας, περαιτέρω, υπόψη την υποχρέωση του Δικαστηρίου να προσδώσει, στο παρόν στάδιο, διπλή βαρύτητα στο σύνολο των σχετικών παραγόντων, εξετάσαμε κατά πόσο η σωρευτική τους επίδραση δικαιολογεί την αναστολή της ποινής και την παροχή μιας δεύτερης ευκαιρίας στους Κατηγορούμενους 3 και 4.
Καταλήγουμε ότι, παρά την αναμφισβήτητη σοβαρότητα των αδικημάτων που έκαστος διέπραξε, συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση παράγοντες και περιστάσεις οι οποίοι, όταν αξιολογηθούν στο σύνολό τους, δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Τους λόγους που θεμελιώνουν την κατάληξή μας αυτή εκθέτουμε αμέσως κατωτέρω.
Η Κατηγορουμένη 3 παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος και είναι πρόσωπο πολύ νεαρής ηλικίας, με λευκό ποινικό μητρώο, το οποίο ουδέποτε στο παρελθόν απασχόλησε τη Δικαιοσύνη για παρόμοιας ή άλλης φύσεως αδικήματα. Τα στοιχεία αυτά, σύμφωνα με τις αρχές που έχουν διαμορφωθεί νομολογιακά, της παρέχουν ισχυρότερο έρεισμα για να αιτηθεί την αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Αναμφίβολα, τα πιο πάνω δεδομένα δεν θα αρκούσαν, από μόνα τους, για να δικαιολογήσουν την αναστολή της ποινής. Εκείνο που, κατά την κρίση μας, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στην προκειμένη περίπτωση είναι ο ρόλος της κατηγορούμενης 3 που περιορίζεται στην ολιγόλεπτη κατοχή των ναρκωτικών και δεν σχετίζεται με την το αδίκημα της προμήθειας. Περαιτέρω ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουμε στη διαπίστωση ότι η μέχρι σήμερα πορεία της Κατηγορουμένης 3 καταδεικνύει ένα νέο πρόσωπο με φιλομάθεια και ουσιαστική επιθυμία για μόρφωση, το οποίο έχει πλέον αντιληφθεί τόσο τις ολέθριες συνέπειες που ενδέχεται να επιφέρουν τέτοιες παράνομες ενέργειες όσο και την κοινωνική αποδοκιμασία που τις συνοδεύει.
Περαιτέρω, θεωρούμε ότι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η Κατηγορουμένη 3 παρέμεινε υπό κράτηση, μολονότι σχετικά περιορισμένο και συγκεκριμένα διάρκειας περίπου δυόμισι μηνών, ήταν αρκετό ώστε να επιφέρει ουσιαστικές συνέπειες στην πορεία των σπουδών της και να της καταστήσει σαφή τη σοβαρότητα των πράξεών της. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η άμεση έκτιση της ποινής φυλάκισης στο παρόν στάδιο ενδέχεται να επιφέρει περισσότερες αρνητικές παρά σωφρονιστικές και εποικοδομητικές συνέπειες, θέτοντας σε κίνδυνο την εκπαιδευτική και κοινωνική της επανένταξη.
Κατόπιν συνεκτίμησης και στάθμισης όλων των πιο πάνω παραγόντων, καταλήγουμε ότι η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, αφενός αντικατοπτρίζει επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και αφετέρου εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής,
Στρεφόμενοι στον Κατηγορούμενο 4, λαμβάνουμε υπόψη το νεαρό της ηλικίας του, το λευκό ποινικό του μητρώο, καθώς και το γεγονός ότι είναι πατέρας ανήλικου τέκνου ηλικίας 3 ετών. Συνεκτιμούμε, επίσης, τη σοβαρή συνέπεια που υπέστη λόγω της κράτησής του, ήτοι την απώλεια της εργασίας του, καθώς και τον σχετικά περιορισμένο ρόλο που διαδραμάτισε στη διάπραξη του αδικήματος. Ιδιαίτερη, ωστόσο, βαρύτητα αποδίδουμε στην αναφορά του συνηγόρου του ότι έχει διακόψει τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, γεγονός που καταδεικνύει έμπρακτη προσπάθεια απεξάρτησης και κοινωνικής επανένταξης. Ο παράγοντας αυτός αποκτά, κατά την κρίση μας, ιδιαίτερη σημασία κατά την εκ νέου εξέταση και συνολική στάθμιση των περιστάσεων που συνηγορούν υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Υπό το πρίσμα των πιο πάνω περιστάσεων, κρίνουμε ότι η άμεση έκτιση της ποινής φυλάκισης στο παρόν στάδιο ενδέχεται να επιφέρει δυσανάλογα δυσμενείς συνέπειες, χωρίς να εξυπηρετεί ουσιαστικά τον σωφρονιστικό σκοπό της ποινής. Αντιθέτως, θα μπορούσε να ανακόψει την προσπάθεια απεξάρτησης του Κατηγορουμένου 4 και να δυσχεράνει περαιτέρω την επαγγελματική και κοινωνική του επανένταξη.
Έχοντας συνεκτιμήσει και σταθμίσει το σύνολο των παραγόντων που τον αφορούν, καταλήγουμε ότι, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης αποτελεί την προσφορότερη ποινική μεταχείριση. Μια τέτοια κατάληξη δεν παραγνωρίζει ούτε υποβαθμίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, αλλά, αντιθέτως, τη λαμβάνει δεόντως υπόψη, εξισορροπώντας την ανάγκη για τιμωρία και αποτροπή με την προοπτική σωφρονισμού, απεξάρτησης και ομαλής επανένταξης του Κατηγορουμένου 4 στην κοινωνία.
Ως εκ των ως άνω, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί σε έκαστο εκ των Κατηγορούμενων 3 και 4, αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Ευχόμαστε η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης να λειτουργήσει ως Δαμόκλειος σπάθη για τους κατηγορούμενους 3 και 4, αποτρέποντάς τους από την τέλεση οποιασδήποτε νέας αξιόποινης πράξης και ενισχύοντας τη συμμόρφωσή τους προς τον νόμο και την τάξη.
(Επεξηγείται στους Κατηγορούμενους 3 και 4 η σημασία και οι συνέπειες της αναστολής της ποινής φυλάκισης).
Σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 1, η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης του μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτός τελεί σε προφυλάκιση, δηλαδή από την 13/02/2026 στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.
Τα τεκμήρια της υπόθεσης, ήτοι τα ναρκωτικά και τα παρειακά επιχρίσματα να καταστραφούν, ενώ τυχόν προσωπικά αντικείμενα των κατηγορουμένων να τους επιστραφούν, τηρουμένων των διαδικασιών.
(Υπ.)……………………………………
Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
(Υπ.)……………………………………
Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ.
(Υπ.)……………………………………
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6(1)(2), 30, 31 και 38 και του Μέρους ΙΙ του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε, και των άρθρων 20 και 21 του Κεφ. 154 του Ποινικού Κώδικα.
[2] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6(1), 6(2), 30, 31 και 38 και του Μέρους ΙΙ του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε, και των άρθρων 20 και 21 του Κεφ. 154 του Ποινικού Κώδικα.
[3] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5(1), 6(3), 30, 30Α, 31 και 38 και του Μέρους ΙΙ του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε, και των άρθρων 20 και 21 του Κεφ. 154 του Ποινικού Κώδικα.
[4] Κατά παράβαση των άρθρων 7(1), 19(1)(4) και 20Α του περί μηχανοκινήτων οχημάτων και τροχαίας κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί.
[5] Κατά παράβαση των άρθρων 23, 24 και 25 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και του Νόμου 29/77.
[6] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 10(γ)(i)(ii), 26, 30, 31, 32 και 38 της Παρ. 1 του μέρους ΙΙ του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του περί ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 ως ούτως ετέθη εν ισχύ διά της ΚΔΠ 139/79 όπως τροποποιήθηκε.
[7] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6(1), 6(2), 30, 31 και 38 και του Μέρους ΙΙ του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977, Αρ. 29/77 όπως τροποποιήθηκε.
[8] Κατά παράβαση των άρθρων 23, 24 και 25 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και του Νόμου 29/77.
[9] Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28.
[10] Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28.
[11] Sentencing in Cyprus, (β΄ έκδοση) σελ. 65-66.
[12] Σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η εκ. σελ.59.
[13] Γεωργίου ν Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525 και Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 121/2017 ημερομηνίας 21/09/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311.
[15] Βλέπε Sentencing in Cyprus, Πικής, 2η έκδοση, σελ. 88-90.
[16] 7.-(1) Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαμβανομένων υπ’ όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000) ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.
[17] 2η έκδοση, σελ. 245.
[18] Ποινική Έφεση: 169/2016, ημερομηνίας 28.2.2017.
[19] Ποινική Έφεση: 217/2016, ημερομηνίας 11.5.2017.
[20] Guideline on Dangerous driving (www.sentencingcouncil.org.uk) και Wilkinson’s Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, Vol. 1, Appendix 3, παρ. 3A.14, σελ. 1/1239.
[21] Single incident where little or no damage or risk of personal injury.
[22] Incident(s) involving excessive speed or showing off, especially on busy roads or in built-up area; or Single incident where little or no damage or risk of personal injury but offender was disqualified driver.
[23] Prolonged bad driving involving deliberate disregard for safety of others; or Incident(s) involving excessive speed or showing off, especially on busy roads or in built-up area, by disqualified driver; or Driving as described in box above while being pursued by police.
[24] Factors indicating higher culpability: 1. Disregarding warnings of others, 2. Evidence of alcohol or drugs, 3. Carrying out other tasks while driving, 4. Carrying passengers or heavy load, 5. Tiredness, 6. Aggressive driving, such as driving much too close to vehicle in front, racing, inappropriate attempts to overtake, or cutting in after overtaking, 7. Driving when knowingly suffering from a medical condition which significantly impairs the offender's driving skills, 8. Driving a poorly maintained or dangerously loaded vehicle, especially where motivated by commercial concerns.
[25] Factors indicating greater degree of harm: 1. Injury to others, 2. Damage to other vehicles or property.
[26] Factors indicating lower culpability: 1. Genuine emergency, 2. Speed not excessive, 3. Offence due to inexperience rather than irresponsibility of driver.
[27] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 727, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans (2005) 2 Α.Α.Δ. 639.
[28] Γλυκερίου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 171/20, ημερομηνίας 8/7/22, ECLI:CY:AD:2022:B287.
[29] Bora ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2017, ημερομηνίας 13/3/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110, ECLI:CY:AD:2018:B110 και Κλεομένης ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 350.
[30] Γενικός Εισαγγελέας v. Sak (2005) 2 Α.Α.Δ 377 και Τρύφωνος v. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 197
[31] Hassan ν. Αστυνομίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 356.
[33] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 67 και Ιωάννου ν. Αστυνομία (1989) 2 Α.Α.Δ. 251
[35] Γρηγορίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 281/2022, ημερομηνίας 27/03/2023, ECLI:CY:AD:2023:B111, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου (2003) 2 Α.Α.Δ. 21, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κώστα Ανδρέα Ελευθερίου (1996) 2 Α.Α.Δ. 192.
[37] Τσιάκκα κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 282, Σελλάς ν. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 215 και Τρύφωνος ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 197.
[38] Νικολάου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 33/2016, απόφαση ημερομηνίας 19/10/2017, ECLI:CY:AD:2017:B364, Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 513 και Γούμενος ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 10.
[39] Μαμαλικόπουλος κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 25/2014 (σχετ. με Ποινική Έφεση 29/2014), ημερομηνίας 20/09/2018.
[40] Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466.
[42] Marius ν. Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 397.
[43] Abe ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 211 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου (2016) 2Α Α.Α.Δ. 423.
[44] Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 171, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικού Εισαγγελέα ν. Στυλιανού (2001) 2 Α.Α.Δ. 55.
[45] Redjep v. Mehmet (2004) 2 Α.Α.Δ. 217 και Μαυρολουκά v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 95/21, 74/2021, ημερομηνίας 31.10.23.
[46] Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 148:
[47] Κουλουντή ν. Αστυνομίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 870, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 127/2019, κ.α., 10/03/2021, Πετρίδης ν. Αστυνομία (2016) 2 Α.Α.Δ. 44 και Σουτζής ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 424.
[48] Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 148.
[50] Bistriceanu ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 76/2017, ECLI:CY:AD:2018:B199, ημερομηνίας 26/04/2018, ECLI:CY:AD:2018:B199 και Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 2/2022, ημερομηνίας 19/12/2022).
[59] (1996) 2 Α.Α.Δ. 192.
[60] (Application N. 52551/2018) ημερομηνίας 20/06/23.
[62] Υπογράμμιση δική μας.
[63] Όπως και η καθυστέριση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωσης στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούμπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstone’s Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).
[66] βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ.22.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο