ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ, Αρ. Yπόθεσης: 20412/2022, 25/2/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ, Αρ. Yπόθεσης: 20412/2022, 25/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Yπόθεσης: 20412/2022

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ

Κατηγορούμεvος

 

Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου 2026

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Α. Γιάλλουρου.

Για τον Κατηγορούμενο: Η κα. Μ. Μικελλίδου.

Κατηγορούμενος: παρών.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες 5 κατηγορίες:

 

(α)       Δημόσια Εξύβριση κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία).

 

(β)       Επίθεση κατά οργάνου τηρήσεως της τάξης κατά παράβαση του άρθρου 244 (β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

 

 

 

 

(γ)        Αντίσταση  διά ματαίωση νομίμου συλλήψεως ή κρατήσεως του εαυτού του για ποινικό αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 244 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154) (3η κατηγορία).

 

(δ)       Απειλή κατά παράβαση του άρθρου 91 Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (4η κατηγορία).

 

(ε)        Ανησυχία κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (5η κατηγορία).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 25/10/2022 και περί ώρα 22:16 στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στη Λάρνακα ευρισκόμενος σε δημόσιο δρόμο εξύβρισε τον Αστυφύλακα 3303 Χ. Πτωχόπουλο της Τροχαίας Λάρνακας με τη φράση «πεζεβέγκη» με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία επιτέθηκε κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του δηλαδή του Αστυφύλακα 3303 Χ. Πτωχόπουλου της Τροχαίας Λάρνακας.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία αντιστάθηκε στη νόμιμη σύλληψη ή κράτηση του με σκοπό τη ματαίωση της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του για ποινικό αδίκημα.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία προκάλεσε τρόμο στον Αστυφύλακα 3303 Χ. Πτωχόπουλο της Τροχαίας Λάρνακας απειλώντας τον ότι με παράνομη πράξη θα του κάνει κακό λέγοντας του «Ξέρω που εν το σπίτι σου τζαι εννά δεις ήντα που να σου κάμω».

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 5ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο μέρος με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης.  

 

Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε 1 μάρτυρα.

 

Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, o Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε ένα μάρτυρα. Κατατέθηκαν τέλος 2 τεκμήρια.

 

Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1]  

 

Οι αναφορές όλων των μαρτύρων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους κάτι το οποίο θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο.[2]

 

Πρώτος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Αστυφύλακας 3303 Χ. Πτωχόπουλος (ΜΚ1) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 1). Συνοπτικά, ανέφερε ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στην Ομάδα Ζ της Τροχαίας Λάρνακας. Την 25/10/2022 και περί ώρα 22:10 ενώ βρισκόταν για έλεγχο τροχαίας μαζί με τον Αστυφύλακα 2667 και τον Ε/Αστ. 5851 στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στη Λάρνακα σταμάτησε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΝPΖ054 το οποίο οδηγείτο από τον κυκλικό κόμβο Σαλαμίνας προς Κυκλικό Κόμβο Λιμανιού με ταχύτητα 77 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ που είναι το επιτρεπτό όριο. Αφού ανέκοψε το εν λόγω όχημα διαπίστωσε ότι  o οδηγός ήταν o κατηγορούμενος με συνοδηγό νεαρή κοπέλα. Επίσης διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε δεν είχε πινακίδες εγγραφής στο μπροστινό μέρος. Αφού τον κατήγγειλε εξωδίκως με πρόστιμο για τα αδικήματα που διέπραξε με εξώδικο ύψους €220 και τρεις βαθμούς ποινής και αφού του έδωσε το εξώδικο τότε ο κατηγορούμενος διαφώνησε με την καταγγελία και άρχισε να φωνάζει μεγαλοφώνως και να προκαλεί ανησυχία στο μέρος για την εν λόγω καταγγελία ενώ τον αποκάλεσε «πεζεβέγκη». Αμέσως τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο και του απάντησε «Είσαι πεζεβέγκης ρε τζαι ξέρω που εν το σπίτι σου τζαι να δεις ήντα μπου να σου κάμω». Ακολούθως και ώρα 22:16 τον πληροφόρησε ότι για τα πιο πάνω αδικήματα είναι υπό σύλληψη και τότε εκείνος τον έσπρωξε με τα δύο του χέρια στο στήθος. Του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στον Νόμο και αυτός συνέχισε να τον αποκαλεί «είσαι πεζεβέγκης ρε». Με τη βοήθεια των άλλων συναδέλφων της Ομάδας Ζ και χρησιμοποιώντας ανάλογη βία αφού ο κατηγορούμενος αντιδρούσε στη σύλληψη του τον ακινητοποίησαν στο έδαφος και του τοποθέτησε χειροπέδες. Ακολούθως, στη σκηνή μετέβη περίπολο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λάρνακας όπου τον παρέλαβε και τον μετέφερε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λάρνακας για τα περαιτέρω. Στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων παρέδωσε στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του τα οποία παρέλαβε και αρνήθηκε να υπογράψει.

 

Περαιτέρω, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι την επίδικη ημέρα φορούσε τη στολή του μοτοσικλετιστή, μαύρο παντελόνι, μαύρη φανέλα με φωσφόρο κίτρινο γιλέκο τα οποία αναγράφουν "αστυνομία" "police". Σε σχέση με τις αναφορές του στην κατάθεση του ότι ο κατηγορούμενος αντιδρούσε στη σύλληψη του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν καθόταν σε ένα τόπο, κινείτο στο μέρος, έκανε τα χέρια του μπροστά για να τους αποφύγει και να μην μπορούν να τον πιάσουν. Σε σχέση με τη φράση «Είσαι πεζεβέγκης ρε τζαι ξέρω που εν το σπίτι σου τζαι να δεις ήντα μπου να σου κάμω», ανέφερε ο ΜΚ1 ότι ο ίδιος την εξέλαβε ως απειλή και ανησύχησε. Σε σχέση με τον τόνο της φωνής του κατηγορούμενου ανέφερε ότι ήταν έντονος και φώναζε στο μέρος.

 

Ο κατηγορούμενος, ως έχω αναφέρει προηγουμένως, κατέθεσε ενόρκως. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε συνοπτικά ότι έρχονταν από τα φώτα του McDonald’s προς Debenhams και τους έκανε σήμα ο Πτωχόπουλος να σταματήσουν. Ήταν στην αριστερή λωρίδα, σταμάτησαν  του είπαν  ότι δεν έτρεχαν διότι μπροστά είχε ένα περιπολικό και έτρεχε το περιπολικό, τους είπε ότι δεν είναι εκείνο που έτρεχε και ότι είναι αυτοί που έτρεχαν και του είπε "εντάξει". Εντωμεταξύ δεν είχαν ούτε πινακίδες, επειδή τις έχασαν λόγω της κακοκαιρίας που έκανε τις προηγούμενες μέρες και του είπαν να τους γράψει δύο εξώδικα το ένα θα το πλήρωνε και για το άλλο θα πήγαινε Δικαστήριο και ήρθαν σε αντίλογο. Ερωτηθείς να αναφέρει σε τι αντίλογο ήρθαν ανέφερε ότι του έλεγε ο Πτωχόπουλος έτρεχες και αυτός του απαντούσε δεν έτρεχε και «πήγαινε έτσι» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Ανέφερε περαιτέρω ότι δεν εξύβρισε και ότι δεν έσπρωξε και ότι είναι εκείνοι που τον έσπρωξαν και τον χτύπησαν και ότι ήταν σπασμένη η μύτη του, τα γόνατα του ήταν γδαρμένα και το δόντι του σπασμένο. Ήταν η θέση του ότι το μόνο που απαίτησε ήταν να του εκδοθούν δύο εξώδικα.

 

Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος κάλεσε ως μάρτυρα υπεράσπισης τη σύντροφο του κα. Χριστιάνα Παπαϊακώβου (ΜΥ1). Συνοπτικά ανέφερε ότι ήταν μαζί με τον κατηγορούμενο την επίδικη ημέρα και ότι σε κάποια φάση τους σταμάτησε ο κ. Πτωχόπουλος και τους είπε ότι έτρεχαν. Ήταν η θέση της ότι του ζήτησαν να βγάλει δύο εξώδικα και του είπαν ότι δεν θα πλήρωναν το εξώδικο της ταχύτητας και τότε εκνευρίστηκε, πέταξε τα πράγματα που κρατούσε πάνω στο αυτοκίνητο, έσπρωξε τον άντρα της, έπεσε κάτω και όταν γύρισε να τον δει ήταν λιπόθυμος. Πρόσθεσε ότι δεν ήταν ικανοποιημένοι με την εξέταση που του έκανε ο γιατρός και ζήτησαν να τον δει και ένα «έξω» γιατρός.

 

Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το βαθμό στον οποίο συνάδει με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης.

 

Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος.[5] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[6] Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι η αποδοχή κάποιων μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν εξυπακούει πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας αφού η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους.[7] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[8]  

 

Ο παραπονούμενος ΜΚ1 άφησε στο Δικαστήριο πολύ θετική εντύπωση ως μάρτυρας αλήθειας. Κατέθεσε με απλότητα και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά του ενώ γενικότερα εξέπεμπε με τον τρόπο που κατέθετε μία βεβαιότητα, συνάδουσα με πρόσωπο που λέει την αλήθεια. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα.

 

Ο ΜΚ1 επεξήγησε με ενάργεια όλα όσα διαμείφθηκαν κατά την επίδικη ημέρα ενώ απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν έχω εντοπίσει οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά του. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας του ΜΚ1 ήταν και το γεγονός ότι δέχθηκε ότι μπορεί να του ζήτησε ο κατηγορούμενος την έκδοση 2 ξεχωριστών εξωδίκων πλην όμως εξήγησε ότι η διαδικασία η οποία ακολουθείται από την Αστυνομία είναι η έκδοση ενός εξωδίκου. Ήταν σαφής και σταθερός στις αναφορές του ότι κανένα μέλος της Αστυνομίας δεν επιτέθηκε στον Κατηγορούμενο και παρά την επιμονή της Υπεράσπισης παρέμεινε σταθερός στις αναφορές του σε σχέση με τις φράσεις που του απηύθυνε ο κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα, την επίθεση που δέχθηκε αλλά και την αντίσταση που πρόβαλε στη σύλληψη του εξηγώντας με συνέπεια και σταθερότητα τις ενέργειες και τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου την επίδικη ημέρα.  

 

Παρέμεινε επίσης σαφής και σταθερός στις αναφορές του ότι ο Κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα διαφώνησε με την καταγγελία που του έκανε και όταν του εξέδωσε το εξώδικο ξεκίνησε να φωνάζει, να βρίζει και στη συνέχεια επιτέθηκε και αντιστάθηκε στη σύλληψη του.  

 

Ήταν σε θέση να εξηγήσει λογικά και πειστικά με ποιο τρόπο εξελίχθηκαν τα γεγονότα κατά την επίδικη ημέρα και υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου ο ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της.

 

Ο κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ασάφεια, γενικότητα, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Περαιτέρω, περιέπεσε σε αντιφάσεις. Παραθέτω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του που επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο.

 

Ενώ ισχυρίστηκε ότι ήταν αυτοί που τον έσπρωξαν και τον κτύπησαν αναφερόμενος όχι μόνο στον ΜΚ1 αλλά και τους άλλους αστυνομικούς που ήταν παρόντες την επίδικη ημέρα, και σε άλλο σημείο ότι τον έσπρωξαν και έπεσε στο πάτωμα  στη συνέχεια διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας τελικά ότι οι άλλοι αστυνομικοί δεν ήταν εκεί αλλά ότι ήταν 10 μέτρα πιο μακριά και ότι αυτός ουσιαστικά είχε να κάνει μόνο με τον Πτωχόπουλο.

 

Περαιτέρω, ενώ κατά την κυρίως εξέταση του προσπάθησε να παρουσιάσει μία εικόνα περί έχθρας του ΜΚ1 εναντίον του λέγοντας μάλιστα ότι ο ίδιος είχε προβεί και σε καταγγελία εναντίον του ΜΚ1, πέραν του ότι δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο αυτήν την καταγγελία, αντεξεταζόμενος επί τούτου και ειδικότερα ως προς το κατά πόσο έλαβε απάντηση από την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης παραπόνων, αρχικά ισχυρίστηκε πως δεν έλαβε. Όταν στη συνέχεια του υποβλήθηκε ότι έλαβε απάντηση και ότι η απάντηση ήταν ότι δεν ήταν βάσιμη η καταγγελία του, διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι ίσως δεν την έλαβε αυτός, ότι ίσως την έλαβε κάποιος άλλος και ότι εν τέλει δεν ήξερε.

 

Περαιτέρω, αρχικά είπε ότι όταν είπε στον ΜΚ1 ότι δεν είναι αυτοί που έτρεχαν αλλά το περιπολικό μπροστά τους πράγμα το οποίο διέψευσε ο ΜΚ1 ο κατηγορούμενος του είπε εντάξει. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι ήρθαν σε αντίλογο μετά που του ζήτησε να του βγάλει δύο εξώδικα και έλεγαν ο ένας στον άλλο έτρεχες – δεν έτρεχες. Επομένως, ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι είπε εντάξει στον Πτωχόπουλο όταν του είπε ότι είναι αυτός που έτρεχε και όχι το περιπολικό όπως ισχυρίστηκε στη συνέχεια διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι τελικά ήρθαν σε αντίλογο για το εάν έτρεχε ή όχι. 

 

Αστάθεια, ασάφεια, αντιφάσεις και έλλειψη αυθορμητισμού αναδύθηκε και στις αναφορές του σε σχέση με τους κατ’ ισχυρισμό τραυματισμούς που του προκλήθηκαν την επίδικη ημέρα. Ενώ κατά την κυρίως εξέταση αναφέρθηκε σε σπασμένη μύτη, γδαρμένα γόνατα και σπασμένο δόντι καθώς και πρόβλημα στο κεφάλι το οποίο δεν διευκρίνισε, στην αντεξέταση του ανέφερε για πρώτη φορά ότι έσπασε και το χέρι του και ότι φούσκωσε το κεφάλι του. Όταν μάλιστα του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση ότι την επίδικη ημέρα εξετάστηκε από γιατρό στις Πρώτες Βοήθειες και δεν διαπιστώθηκε ότι έφερε οποιοδήποτε τραυματισμό δεν αρνήθηκε το γεγονός αυτός αναγνωρίζοντας μάλιστα το σχετικό έντυπο που αφορούσε την ιατρική εξέταση που του έγινε την επίδικη μέρα (Τεκμήριο 2) λέγοντας γενικά και αόριστα ότι αυτός έβλεπε τις εκδορές που είχε πάνω του.

 

Περαιτέρω, ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι όταν του είπε ο ΜΚ1 ότι είναι αυτός που έτρεχε και όχι το περιπολικό που ήταν μπροστά του όπως ισχυρίστηκε αρχικά ο κατηγορούμενος, του είπε εντάξει ζητώντας του απλώς να του εκδώσει δύο εξώδικα ένα για τις πινακίδες και ένα για την ταχύτητα, αντεξεταζόμενος δέχθηκε ουσιαστικά ότι κατέβηκε από το όχημα του για να πάει να διαμαρτυρηθεί προς το άλλο περιπολικό γιατί ήταν η θέση του ότι δεν ήταν αυτός που έτρεχε. Μάλιστα στη συνέχεια της αντεξέτασης του σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν διαφοροποίησε εκ νέου τη θέση του λέγοντας ότι δεν είχε διαφωνήσει με την καταγγελία που του έγινε για την ταχύτητα.

Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του ότι τον ειρωνεύτηκε ο ΜΚ1. Η θέση αυτή δεν τέθηκε στον ΜΚ1 κατά την αντεξέταση του από την Υπεράσπιση προκειμένου αυτός να τοποθετηθεί. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετικές, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι οι αποφάσεις   Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527, Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Έχω βέβαια υπόψη μου ότι όπως λέχθηκε  στην απόφαση Προδρόμου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 260, «ο εν λόγω κανόνας έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής στις πολιτικές παρά στις ποινικές υποθέσεις». Παρά ταύτα και στο πλαίσιο των ποινικών υποθέσεων τυχόν παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους σημείου έχει κριθεί ότι αφήνει αλώβητη τη σχετική μαρτυρία του μάρτυρα επί του συγκεκριμένου σημείου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Παπαεπιφανείου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 16/2021, ημερομηνίας 19.10.2021. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η Υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 551.

 

Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του κατηγορούμενου στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας του να δώσει σταθερές, σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που του τέθηκαν, καταλήγω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής και την απορρίπτω στο σύνολο της. Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας του σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία του να καθίσταται ακροσφαλής.

 

Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος κρίνεται αναξιόπιστος και απορρίπτω τη μαρτυρία του κατηγορούμενου στην ολότητα της.

Η ΜΥ1 καταθέτοντας ενόρκως δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της δεν ήταν σαφής, σταθερή και πειστική ενώ περιέπεσε σε αντιφάσεις. Κατέστη σαφές ότι ήρθε στο Δικαστήριο όχι για να πει την αλήθεια αλλά για να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο. Προσπάθησε έντονα κατά την κυρίως εξέταση της να παρουσιάσει μια εικόνα ότι ο ΜΚ1 έχει έχθρα με τον σύντροφο της και την ίδια λέγοντας ότι συνεχώς τον βρίσκουν μπροστά τους. Αντεξεταζόμενη, σε σειρά ερωτήσεων που της υποβλήθηκαν και παρά την αρχική της προσπάθεια να αποδώσει έχθρα και αλλότρια κίνητρα στον ΜΚ1 δέχθηκε ότι ο ΜΚ1 τους έδωσε εξώδικα πρόστιμα εκεί που διέπρατταν τροχαία παράβαση. Περαιτέρω, ενώ αρχικά ανέφερε και δέχθηκε ότι κατέβηκαν από το αυτοκίνητο για να διαμαρτυρηθούν επειδή πίστευαν ότι δεν είναι αυτοί που έτρεχαν την επίδικη ημέρα, εντούτοις στη συνέχεια σε μια εμφανή προσπάθεια της να αποδώσει μία άλλη διάσταση στο πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα την επίδικη ημέρα και σε προφανή αντίφαση με την προηγούμενη τοποθέτηση της, ισχυρίστηκε ότι με ήρεμο τρόπο παρακαλούσαν τον Πτωχόπουλο να τους εκδώσει δύο εξώδικα.  

 

Ασάφεια και έλλειψη σταθερότητας αναδύθηκε και σε σχέση με τις τοποθετήσεις ως προς τους κατ’ ισχυρισμό τραυματισμούς του κατηγορούμενου. Αρχικά ανέφερε ότι έπεσε στο έδαφος στη συνέχεια είπε ότι δεν κτύπησε στο αυτοκίνητο ενώ στη συνέχεια διαφοροποίησε τη θέση της λέγοντας ότι ίσως να κτύπησε και στο αυτοκίνητο.

 

Ούτε ήταν σε θέση να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν ήταν ευχαριστημένοι με την ιατρική εξέταση στην οποία υποβλήθηκε ο σύντροφος της την επίδικη ημέρα.

 

Περαιτέρω, οι αναφορές της περί εκνευρισμού του ΜΚ1 και ότι ο ΜΚ1 πέταξε τα αντικείμενα που κρατούσε πάνω στο αυτοκίνητο τους όταν του είπαν ότι δεν θα πληρώσουν το εξώδικο και μάλιστα στην αντεξέταση πρόσθεσε ότι πέταξε και το ταχύμετρο που κρατούσε ο ΜΚ1 ουδέποτε τέθηκαν από την πλευρά της Υπεράσπισης  στον ΜΚ1 για να τοποθετηθεί. Αξιοσημείωτο ήταν μάλιστα και το γεγονός ότι πρόκειται για ισχυρισμούς που τέθηκαν για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία της ΜΥ1 χωρίς να κάμει οποιαδήποτε περί τούτου αναφορά ο κατηγορούμενος. Εν πάση περιπτώσει δεν ήταν ούτε λογική ούτε πειστική η συγκεκριμένα αναφορά της και δη ότι έφτασε στο σημείο ο ΜΚ1 να πετάξει και το ταχύμετρο επειδή δήθεν δεν θα πλήρωναν το εξώδικο.

 

Συνακόλουθα, η ΜΥ1 κρίνεται αναξιόπιστη και απορρίπτω τη μαρτυρία της στην ολότητα της.

 

Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:

 

Την 25/10/2022 και περί ώρα 22:10 ενώ ο Αστυφύλακας 3303 Χ. Πτωχόπουλος (ΜΚ1) ο οποίος υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στην Ομάδα Ζ της Τροχαίας Λάρνακας βρισκόταν για έλεγχο τροχαίας μαζί με τον Αστυφύλακα 2667 και τον Ε/Αστ. 5851 στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στη Λάρνακα σταμάτησε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΝPΖ054 το οποίο οδηγείτο από τον κυκλικό κόμβο Σαλαμίνας προς τον Κυκλικό Κόμβο Λιμανιού για υπέρβαση ορίου ταχύτητας. Αφού ανέκοψε το εν λόγω όχημα διαπίστωσε ότι  οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος με συνοδηγό νεαρή κοπέλα. Επίσης διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε δεν είχε πινακίδες εγγραφής στο μπροστινό μέρος. Αφού κατήγγειλε τον κατηγορούμενο με εξώδικο  πρόστιμο ύψους €220 και τρεις βαθμούς ποινής για τα τροχαία αδικήματα που διαπίστωσε ο ΜΚ1 ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος και αφού του έδωσε το εξώδικο τότε ο κατηγορούμενος διαφώνησε με την καταγγελία και άρχισε να φωνάζει μεγαλοφώνως και να προκαλεί ανησυχία στο μέρος για την εν λόγω καταγγελία ενώ τον αποκάλεσε «πεζεβέγκη». Αμέσως τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο και του απάντησε «Είσαι πεζεβέγκης ρε τζαι ξέρω που εν το σπίτι σου τζαι να δεις ήντα μπου να σου κάμω». Τη φράση αυτή ο ΜΚ1 την εξέλαβε ως απειλή και ανησύχησε. Σε σχέση με τον τόνο της φωνής του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος ήταν έντονος και φώναζε στο μέρος. Ακολούθως και ώρα 22:16 τον πληροφόρησε ότι για τα πιο πάνω αδικήματα είναι υπό σύλληψη και τότε εκείνος τον έσπρωξε με τα δύο του χέρια στο στήθος. Του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στον Νόμο και αυτός συνέχισε να τον αποκαλεί «είσαι πεζεβέγκης ρε». Ο κατηγορούμενος αντιδρούσε στη σύλληψη αφού κινείτο στο μέρος, έκανε τα χέρια του μπροστά για να τους αποφύγει και να μην μπορούν να τον πιάσουν. Με τη βοήθεια των άλλων αστυνομικών της Ομάδας Ζ και χρησιμοποιώντας ανάλογη βία τον ακινητοποίησαν στο έδαφος και ο ΜΚ1 του τοποθέτησε χειροπέδες. Ακολούθως, στη σκηνή μετέβη περίπολο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λάρνακας όπου παρέλαβε τον κατηγορούμενο και τον μετέφερε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λάρνακας.

 

Μετά την αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας και στην κατάληξη στα πιο πάνω ευρήματα, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στα αδικήματα που αντιμετωπίζει.

 

Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[9] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[10] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[11] 

 

Η πιο πάνω υποχρέωση είναι άσχετη από την απόρριψη ή όχι της εκδοχής του κατηγορουμένου, αφού τυχόν απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου  καθίσταται μοιραία για την υπεράσπιση μόνο όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος, ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη.[12] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι:

 

«Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.»

 

Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.

 

1η κατηγορία - Το αδίκημα της Δημόσιας Εξύβρισης:

 

Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης κωδικοποιείται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«99. Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.»

 

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του άρθρου 99 τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Ο κατηγορούμενος να εξυβρίσει άλλον (β) Η εξύβριση να γίνεται με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση και (γ) Η εξύβριση να γίνεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο.

 

Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Στην υπόθεση Brutus v. Cozens (1972) 2 All E.R. 1297 αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο μέσος συνετός άνθρωπος αντιλαμβάνεται την ύβρη όταν τη βλέπει ή την ακούει.[13] Το κριτήριο λοιπόν είναι καθαρά αντικειμενικό.

 

Επιπρόσθετα στην Αχιλλέως ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 98  επισημάνθηκε ότι δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Κάτι τέτοιο συνάγεται στην κάθε περίπτωση από τις περιστάσεις στο σύνολο τους. Στην Αχιλλέως (ανωτέρω) κρίθηκε ως ορθή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η λέξη «καραγκιόζης» που είχε εκστομίσει η εφεσείουσα εναντίον Αστυνομικού, στον τόπο και υπό τις συνθήκες που χρησιμοποιήθηκε ήταν υβριστική και εκδήλωνε περιφρόνηση προς το πρόσωπο προς το οποίο εκστομίστηκε. 

 

Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, στις ερμηνευτικές διατάξεις του Κεφ. 154 διαλαμβάνονται τα ακόλουθα στο άρθρο 4:

 

“δημόσιος χώρος” ή “δημόσιο υποστατικό” περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση

 

Περαιτέρω, ο όρος δημόσιος χώρος ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 25, Anthony Castelow and another v. The Police (1970) 2 C.L.R. 141, Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 362

Ιωάννου  v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 493.

 

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής, ο κατηγορούμενος εκστόμισε τις επίδικες φράσεις ενώ βρισκόταν στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού. Ο παραπονούμενος άκουσε τις επίδικες φράσεις ενώ βρισκόταν σε δημόσιο χώρο εντός της έννοιας του Νόμου. Περαιτέρω, σε ότι αφορά τις φράσεις που εκστόμισε ο κατηγορούμενος, ήτοι «πεζεβέγκης» «είσαι πεζεβέγκης ρε» δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή απευθυνόμενη στον παραπονούμενο, με τον τρόπο που εκφράστηκε, δεν εμπίπτει στα αποδεκτά όρια της ηθικής και της ευπρέπειας της κοινωνίας μας και δύνανται να προσβάλουν τον αποδέκτη αυτών. Αντικειμενικά πρόκειται για υβριστικές λέξεις και φράσεις. Περαιτέρω, η χρήση των επίδικων λέξεων και φράσεων από τον κατηγορούμενο, με τον τρόπο που έγινε, όταν δηλαδή ο παραπονούμενος ανέκοψε τον κατηγορούμενο κατά τον έλεγχο της οδικής κυκλοφορίας, βεβαίως, είχαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου την δυναμική ώστε να προκαλέσουν σε παριστάμενο πρόσωπο, επίθεση.

 

Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της 1ης Κατηγορίας.

 

2η κατηγορία - Επίθεση κατά οργάνου τηρήσεως της τάξης:

 

Σε ότι αφορά το αδίκημα της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης, αυτό κωδικοποιείται στο άρθρο 244 (β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

Όποιος-

 

(β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης…

 

είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.

 

Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης καθίσταται σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) η επίθεση ή αντίσταση ή παρεμπόδιση προσώπου (β)  Το πρόσωπο που δέχθηκε την επίθεση ήταν όργανο τήρησης της τάξης ή πρόσωπο που παρείχε συνδρομή σε όργανο τήρησης της τάξης (γ) Το όργανο τήρησης της τάξης, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εκτελούσε κανονικά τα καθήκοντά του.

 

Ο όρος «επίθεση» περιλαμβάνει κάθε πράξη που ηθελημένα ή κατά αδιαφορία προς το αποτέλεσμα, δημιουργεί σε κάποιο την αίσθηση της άμεσα επερχόμενης βίας καθώς και την άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον κάποιου προσώπου.

 

Η ένοχη διάνοια διάπραξης του υπό κρίση αδικήματος ταυτίζεται με αυτήν του αδικήματος της «επίθεσης». Χρειάζεται να καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε (α) με πρόθεση να ασκήσει βία σε άλλο πρόσωπο ή να προκαλέσει την αίσθηση επερχόμενης βίας σε αυτό, ή (β) με απερισκεψία ως προς το εάν οι πράξεις του θα είχαν αυτό το αποτέλεσμα.[14]

 

Η πρόθεση διάπραξης του ποινικού αδικήματος δεν είναι πάντοτε δεκτική θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενη αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση.[15] Τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει.

 

Βάσει των ευρημάτων του Δικαστηρίου ο Αστυφύλακας 3303 Χ. Πτωχόπουλος (ΜΚ1) ο οποίος υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στην Ομάδα Ζ της Τροχαίας Λάρνακας βρισκόταν για έλεγχο τροχαίας μαζί με τον Αστυφύλακα 2667 και τον Ε/Αστ. 5851 στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στη Λάρνακα ανέκοψε τον κατηγορούμενο και αφού τον κατήγγειλε δίδοντας του εξώδικο πρόστιμο για τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος διαφώνησε με την καταγγελία και άρχισε να φωνάζει μεγαλοφώνως για την εν λόγω καταγγελία ενώ τον αποκάλεσε «πεζεβέγκη». Αμέσως τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο και του απάντησε «Είσαι πεζεβέγκης ρε τζαι ξέρω που εν το σπίτι σου τζαι να δεις ήντα μπου να σου κάμω». Ακολούθως τον πληροφόρησε ότι για τα πιο πάνω αδικήματα είναι υπό σύλληψη και τότε εκείνος τον έσπρωξε με τα δύο του χέρια στο στήθος. Αυτή η ενέργεια συνιστά επίθεση η οποία στρέφεται κατά οργάνου τηρήσεως της τάξης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του, ήτοι να σπρώξει τον αστυφύλακα. Πληρούνται, λοιπόν, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος.

 

Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της 2ης Κατηγορίας.

 

3η κατηγορία - Αντίσταση διά ματαίωσης νομίμου συλλήψεως ή κρατήσεως του εαυτού του για ποινικό αδίκημα:

 

Σε ότι αφορά το αδίκημα της αντίστασης διά ματαίωσης νομίμου συλλήψεως ή κρατήσεως του εαυτού του για ποινικό αδίκημα, αυτό κωδικοποιείται στο άρθρο 244 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

Όποιος-

 

(α) επιτίθεται εναντίον άλλου με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα …

είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.

 

Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης καθίσταται σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) Επίθεση εναντίον άλλου (β) με σκοπό αντίσταση ή ματαίωση νόμιμης σύλληψης.

 

Το τι συνιστά επίθεση έχει εξηγηθεί πιο πάνω. Έχω ήδη αποφασίσει ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε εναντίον του Αστ. 3303 Χ. Πτωχόπουλου. Περαιτέρω, προκύπτει από τη χρονική αλληλουχία των πραγμάτων, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον αστυφύλακα τη στιγμή που ο τελευταίος επιχείρησε να τον συλλάβει πληροφορώντας τον προς τούτο, ότι η ενέργειά του αποσκοπούσε στον να αντισταθεί ή να αποφύγει τη σύλληψή του.

 

Όσον αφορά το ζήτημα του κατά πόσο η σύλληψη ήταν «νόμιμη», η σύλληψη χωρίς δικαστικό ένταλμα επιτρέπεται για αυτόφωρο αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση. Η εξουσία ενός αστυνομικού οργάνου να συλλαμβάνει αυτόφωρα ένα πολίτη διέπεται από το άρθρο 14 του Κεφ.155, οι πρόνοιες του οποίου ερμηνεύονται υπό το φως των προνοιών του Άρθρου 11(3) του Συντάγματος. Το αυτόφωρο του αδικήματος παραπέμπει σε διάπραξη αδικήματος ή ενέργεια τέτοια που δεν αφήνει αμφιβολία στο αστυνομικό  όργανο ή σε ένα αντικειμενικό λογικό παρατηρητή ότι έχει διαπραχθεί αδίκημα. Η διάπραξη του αδικήματος και η σύλληψη πρέπει να ακολουθούν η μια την άλλη χρονικά, άμεσα και σε αλληλουχία («directly in point of time and in sequence»).[16] Αν η σύλληψη είναι παράνομη τότε ο συλληφθείς δικαιούται να αντισταθεί.[17]

 

Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον Αστ. 3303 (ΜΚ1) όταν ο ίδιος επιχείρησε να τον συλλάβει για το αυτόφωρο αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, της πρόκλησης ανησυχίας σε δημόσιο χώρο και της απειλής. Πρόκειται για αδικήματα που επισύρουν ποινή φυλάκισης με βάση τις αντίστοιχες πρόνοιες του Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω αυτά διαπράχθηκαν στην παρουσία του Αστ. 3303 και άρα ο ίδιος νομιμοποιείτο να τον συλλάβει σύμφωνα με της πρόνοιες του άρθρου 14 του Κεφ. 155. Η υπό κρίση σύλληψη του κατηγορούμενου, ήταν, συνεπώς, νόμιμη. Σημειώνω ότι δεν αμφισβητήθηκε η νομιμότητα της σύλληψης από πλευράς της Υπεράσπισης.

 

Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της 3ης Κατηγορίας.

4η κατηγορία - Απειλή:

 

Το αδίκημα της απειλής κωδικοποιείται στο άρθρο 91 Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«Απειλή

91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη.»

 

Καθίσταται σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) η απειλή άσκησης βίας ή τέλεσης παράνομης πράξης, και β) η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στο πρόσωπο που απειλείται.

 

Στην Ιωσήφ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 41/2021, 28/9/2022, ECLI:CY:AD:2022:B369, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια της απειλής:

 

 «το τι συνιστά απειλή, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.  Ειδικότερα, κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο των όσων εκστομίζονται, ως και το αποτέλεσμα που αυτά προκαλούν στο πρόσωπο που απευθύνονται».

 

Περαιτέρω, διαφωτιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κούσουλος ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 119/2021, ημερομηνίας 20.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13:

 

"Το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη Νετζιήπ ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 1, όπου εξετάστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Τα αποφασισθέντα σ΄ εκείνη την υπόθεση εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και στην παρούσα.

 

Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το Άρθρο 4 του αγγλικού Public Order Act 1986, που αφορά το αδίκημα «fear or provocation of violence», όπου τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο.

 

Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος."

 

Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο και νομολογιακά εμπεδωμένο, ότι η ένοχη διάνοια ή πρόθεση διάπραξης ενός ποινικού αδικήματος (εν προκειμένω η πρόθεση εκφοβισμού του προσώπου που δέχεται την απειλή) ως πνευματικό στοιχείο δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση. Επαναλαμβάνεται σε σχέση με το ζήτημα της ένοχης διάνοιας η ανάλυση της νομικής πτυχής που έγινε ήδη από το Δικαστήριο κατά την παράθεση της νομικής πτυχής του αδικήματος της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης, ανωτέρω.  

 

Όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής ο κατηγορούμενος απευθυνόμενος προς τον παραπονούμενο εκστόμισε την ακόλουθη φράση: «Είσαι πεζεβέγκης ρε τζαι ξέρω που εν το σπίτι σου τζαι να δεις ήντα μπου να σου κάμω».

 

Αντικειμενικά ιδωμένη και σε συνάρτηση με τις συνθήκες υπό τις οποίες λέχθηκε, η φράση που εκστόμισε ο κατηγορούμενος ήταν ικανή να προκαλέσει εξ αντικειμένου φόβο ή ανησυχία στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, ήτοι τον παραπονούμενο, ανεξαρτήτως του εάν ο κατηγορούμενος δεν είχε σκοπό να υλοποιήσει την απειλή του.

Αυτό ήταν και το φυσικό επακόλουθο της ενέργειάς του αυτής, ήτοι να εκστομίσει την εν λόγω φράση, αφού σύμφωνα με τη μαρτυρία του παραπονούμενου, η οποία έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη, ο ίδιος όντως φοβήθηκε και ανησύχησε στο άκουσμα της για την ασφάλεια του. Δεν επρόκειτο, δηλαδή, για «κενή απειλή», δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει πρόθεση εκφοβισμού. Ούτε επρόκειτο για φράση η οποία δεν θα μπορούσε εύλογα να εκληφθεί ως απειλητική από τον παραπονούμενο.

 

Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της 4ης Κατηγορίας.

 

5η κατηγορία - Ανησυχία:

 

Το αδίκημα της Ανησυχίας κωδικοποιείται στο άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«95. Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών

 

Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) η πρόκληση από κάποιο πρόσωπο θορύβου ή ταραχής, (β) χωρίς εύλογη αιτία, (γ) σε δημόσιο χώρο που (δ) ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περιοίκους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης.

 

Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, παραπέμπω πιο πάνω στην ανάλυση της νομικής πτυχής του αδικήματος της Δημόσιας Εξύβρισης.

 

Σε ότι αφορά το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης θορύβου που ενδέχεται υπό τις περιστάσεις να προκαλέσει ανησυχία σε περιοίκους ή διασάλευση της ειρήνης, το κριτήριο είναι αντικειμενικό και εξετάζεται σε συνάρτηση με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης.[18]

 

Στην προκείμενη περίπτωση από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής όταν ο κατηγορούμενος εκστόμισε την επίδικη φράση στον κατηγορούμενο φώναζε και ήταν έντονος. Είναι λοιπόν σαφές ότι προκάλεσε με τις φωνές του θόρυβο. Περαιτέρω, το περιστατικό έλαβε χώρα σε δημόσιο χώρο, ως ερμηνεύεται από το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα αφού ο κατηγορούμενος εκστόμισε την επίδικη φράση ενώ ο παραπονούμενος ήταν μέσα στον δρόμο κατά την ανακοπή του σε έλεγχο της τροχαίας κυκλοφορίας ενώ παράλληλα, όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος ήταν έντονος και φώναζε στο μέρος.

 

Περαιτέρω δεν υπήρχε κάποια «εύλογη αιτία» που να δικαιολογεί την αντίδραση του κατηγορούμενου, ούτε προωθήθηκε τέτοια εισήγηση από πλευράς της Υπεράσπισης. Περαιτέρω, έτσι όπως εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι σαφές ότι υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες ο Κατηγορούμενος εκστόμισε την επίδικη φράση και με δεδομένη τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ο οποίος σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου φώναζε στο μέρος και ήταν έντονος, ενδέχετο να προκαλέσει ανησυχία σε περιοίκους ή διασάλευση της ειρήνης.

 

Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της 5ης Κατηγορίας.

 

 

 

 

 

 

Καταληκτικά, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε όλες τις κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει.  

 

 

 

 

 

(Υπ.) ………………………..

Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35

[2] G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά (2001) 1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου (2001) 1Γ ΑΑΔ 1924).

[3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.

[4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.

[5] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499.

[6] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/2011, ECLI:CY:AD:2017:A202, ημερομηνίας 31.5.2017.

[7] Ευσταθίου ν. Μιχαήλ κ.α., Πολ. Έφεση 269/12, Λεμονάρης Αιμίλιος ν. Γιάννη Βιολάρη (2016) 1 ΑΑΔ 378

[8] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997)  1 Α.Α.Δ. 614)

[9] Charitonos and others v. The Republic (1971) (1971) 2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462.

[10] Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 434).

[11] Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401.

[12] Τρύφωνος ν. Αστυνομία Ποινική Έφεση 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119 και  Kafalos v. The Queen 19 CLR 121).

[13] «An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it».

[14] Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 574

[15]  Youssef v. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 289

[16] Kyriakides v. The Republic 1R.S.C.C.66

[18] Ηροδότου v. Αστυνομίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 373


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο