ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΊΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Σύνθεση: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ.
Γ.Ιωαννίδου-Παπά, Α.Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 211/25
Μεταξύ:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
-ν-
1. V. K.
2. I. L.
Κατηγορουμένων
Ημερομηνία: 6 Αυγούστου, 2026.
Εμφανίσεις:
Για τη Δημοκρατία: κος Μ. Κουτσόφτας
Για τον κατηγορούμενο 1: κος Π. Παφίτης
Για τον κατηγορούμενο 2: κα Ε. Λαζαρίδου
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(εκ πρώτης όψεως)
Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, αντιμετωπίζουν, από κοινού, τις κατηγορίες 1 και 2, ενώ ο κατηγορούμενος 1, αντιμετωπίζει, επιπροσθέτως, και τις κατηγορίες 4, 5 και 6. Για όλες τις κατηγορίες αυτές, διεξήχθη ακροαματική διαδικασία και έχει περατωθεί η παράθεση της μαρτυρίας από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σημειώνουμε ότι, ο κατηγορούμενος 1 έχει παραδεχθεί ενοχή στις κατηγορίες 3, 7, 8 και 9, που αντιμετωπίζει.
Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων εισηγήθηκαν ότι θα πρέπει οι τελευταίοι να αθωωθούν από αυτό το στάδιο, καθότι, ως αιτιούνται, η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους, σε οποιοδήποτε εκ των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν.
Δεδομένου ότι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού τις δύο πρώτες κατηγορίες, οι οποίες είναι και οι μόνες, που, εν πάση περιπτώσει, αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2, κρίνουμε ορθό, αρχικώς, να θέσουμε τις κοινές τοποθετήσεις των συνηγόρων υπεράσπισης, και ακολούθως, να καταγράψουμε τα όσα ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 έθεσε ενώπιόν μας σε σχέση με τις κατηγορίες 4, 5 και 6.
Είναι, εν προκειμένω, η θέση των συνηγόρων υπεράσπισης, ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που άπτεται της αναφερθείσας στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1 και 2 διάρρηξης, είναι τόσο αδύνατη, αντινομική και αναξιόπιστη, που το Δικαστήριο θα πρέπει να απαλλάξει τους κατηγορούμενους από αυτές, από αυτό το στάδιο. Προς υποστήριξη του επιχειρήματος αυτού, οι συνήγοροι υπεράσπισης προέβαλαν ότι η όποια αξία των κλαπέντων αντικειμένων, αλλά και το είδος και φύση τούτων, μόνο με υπόθεση μπορεί να προκύψει, πράγμα εντελώς ανεπίτρεπτο. Προς τούτο, ισχυρίστηκαν ότι από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό, ελλείπει μαρτυρία η οποία να μπορεί να αποτελέσει τη βάση για κρίση ως προς το είδος και την αξία της περιουσίας που κλάπηκε κατά την επίδικη διάρρηξη, ο δε όγκος των, αναφερόμενων στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 2, κλαπέντων, είναι τέτοιος, που αποκλείεται τούτα να κλάπηκαν κατά την επίδικη διάρρηξη, καθότι, από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι ευκρινές, προκύπτει ότι ο όγκος των μεταφερόμενων από τους δράστες αντικειμένων, είναι κατά πολύ μικρότερος του λογικού όγκου των αναφερόμενων στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 2 αντικειμένων. Προς υποστήριξη της θέσης τους αυτής, παρέπεμψαν και σε αναφορές του Μ.Κ.3, ως προς το εμβαδόν της τσάντας που φέρεται να μεταφέρει ένας εκ των δραστών. Επιπροσθέτως, πάντα προς υποστήριξη της εκ πρώτης όψεως εισήγησής τους, οι συνήγοροι υπεράσπισης ζήτησαν την αθώωση των κατηγορουμένων στις κατηγορίες 1 και 2, και επί το ότι, στη βάση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, είναι αδύνατη η κρίση περί του ότι οι δράστες εισήλθαν στην οικία διά παραβίασης ή ξεκλειδώματος ή έλξης ή ανύψωσης ή ώθησης ή άλλως πως παράνομης ενέργειας, κάτι απαραίτητο για σκοπούς απόδειξης του αδικήματος της διάρρηξης, ισχυριζόμενοι ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία θέλει την πόρτα της οικίας να είναι ανοικτή κατά την είσοδο των δραστών. Προέβαλαν, εν προκειμένω, ότι, η ιδιοκτήτρια της οικίας, δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας ώστε να αναφέρει κατά πόσο η πόρτα ήταν ή όχι ανοικτή, με αποτέλεσμα να παραμένει απροσδιόριστος ο τρόπος εισόδου των δραστών, κάτι που απολήγει σε μη απόδειξη απαραίτητου συστατικού στοιχείου του αδικήματος της διάρρηξης. Πάντα σε σχέση με τις κατηγορίες 1 και 2, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων ζήτησαν την από αυτό το στάδιο απαλλαγή τους, και επί το ότι, στη βάση των θέσεων που προέβαλε ο κατηγορούμενος 1 στις καταθέσεις του, η Αστυνομία όφειλε να διερευνήσει το ενδεχόμενο η επίδικη διάρρηξη να διαπράχθηκε από τρίτο ή τρίτα πρόσωπα, για το οποίο γνώριζε η τελευταία, και όμως δεν το διερεύνησε. Τέλος, αποτελεί βασική θέση των συνηγόρων υπεράσπισης ότι, η Αστυνομία ενήργησε με εντελώς προκατειλημμένο, εναντίον των κατηγορουμένων, τρόπο, σε σημείο που παραβιάστηκαν τα δικαιώματά τους, κάτι που επιβάλλει την από αυτό το στάδιο διακοπή της διαδικασίας και απαλλαγή τους από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Προς υποστήριξη της τελευταίας αυτής θέσης τους, οι συνήγοροι υπεράσπισης προέβαλαν ότι, παρά τη φύση του αδικήματος της διάρρηξης, η αστυνομία δεν προέβη σε δειγματοληψία από τη «ζεστή σκηνή» για σκοπούς ανεύρεσης γενετικού υλικού των δραστών, ούτε και για σκοπούς αναζήτησης δακτυλικών ή άλλων αποτυπωμάτων, ούτε και αναλύθηκε το βίντεο του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, ώστε να προκύψουν οι διαστάσεις των δραστών, με στόχο να διαφανεί αν, εν τέλει, απαλλάσσονται ή συσχετίζονται οι κατηγορούμενοι με το αδίκημα. Προβάλλουν, εν προκειμένω, ότι, οι παραλείψεις αυτές δεν ήταν τυχαίες, αλλά το αποτέλεσμα επιτήδειας μεροληπτικής και προκατειλημμένης στάσης της Αστυνομίας έναντι των κατηγορουμένων, δηλαδή εκ προθέσεως μη αναζήτηση υπαρκτών επιπρόσθετων στοιχείων, τα οποία, ενδεχομένως, να απάλλασσαν τούτους. Προβάλλουν, επιπροσθέτως, ότι, συνεπεία της ανωτέρω παράλειψης της Αστυνομίας να προβεί σε ανάλυση του βίντεο του κλειστού κυκλώματος, δεν υπάρχει, πλέον, η δυνατότητα στην Υπεράσπιση να εξετάσει επιστημονικά τούτο, καθότι δεν διασφαλίζονται οι αναγκαίες σταθερές των διαστάσεων των παρακείμενων αντικειμένων, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για προσδιορισμό των διαστάσεων των δραστών. Ως προς την κατηγορία 1, οι συνήγοροι υπεράσπισης εισηγούνται ότι, δεδομένων των πιο πάνω ισχυόντων για την κατηγορία 2, συμπαρασύρεται και αυτή[1].
Όσον αφορά, τώρα, στον κατηγορούμενο 1 και τις κατηγορίες 4, 5 και 6, ο συνήγορος του, ζητεί την αθώωσή του από αυτό το στάδιο για τους εξής λόγους.
Σε σχέση με τις κατηγορίες 4 και 6, επί τω ότι, τα όσα ο κατηγορούμενος αναφέρει, σχετικώς, στις καταθέσεις του, τα οποία και υιοθετεί, δεν εξετάστηκαν από την Αστυνομία και, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούν να αποκλειστούν ως ενδεχόμενο, δεδομένου ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να τα θέτει υπό αμφισβήτηση. Επί τούτου, επανέλαβε ότι, από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει ότι συγκεκριμένα τρίτα πρόσωπα, γνωστά στην Αστυνομία, φέρονται να κατείχαν την ανευρεθείσα, αναφερόμενη στις λεπτομέρειες των κατηγοριών αυτών, περιουσία, και η Αστυνομία δεν διερεύνησε την όποια τυχόν εμπλοκή τους, ούτε και παρουσίασε μαρτυρία που να αποκλείει ως ενδεχόμενο η κατοχή των αντικειμένων από τον κατηγορούμενο να επήλθε στη βάση του τρόπου που ο ίδιος αναφέρει.
Τέλος, σε ό,τι αφορά στην κατηγορία 5, ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 υπέδειξε ότι, μοναδική μαρτυρία που παρουσιάστηκε είναι αυτή του Μ.Κ.9, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της κατάθεσης του Χρ. Α. (ιδιοκτήτη της αναφερόμενης στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 5 οικίας), ημερομηνίας 09.12.2024, το οποίο εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Προς τούτο, ζήτησε από το Δικαστήριο να κρίνει τον Μ.Κ.9 ως εντελώς αναξιόπιστο, καθότι η περιγραφή του ως προς τον τρόπο δράσης του στο πλαίσιο της προσπάθειας του να ανακόψει τον δράστη, έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με τον περιγραφόμενο, από τον ίδιο, προς τον ιδιοκτήτη της οικίας, τρόπο δράσης του. Ήταν, εν προκειμένω, η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι, ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Μ.Κ.9 ισχυρίστηκε ότι κατευθύνθηκε περπατητός προς τον χώρο απ’ όπου διέφυγε ο δράστης και κατάφερε, χωρίς να τρέξει, να τον φθάσει και ανακόψει, ενώ, σχετικώς, προς τον ιδιοκτήτη της οικίας, στη βάση του περιεχομένου της κατάθεσης του τελευταίου, ανέφερε ότι για σκοπούς ανακοπής του δράστη, έτρεξε ξοπίσω του.
Νομική πτυχή
Στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο δικαιολογείται μόνο όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος και/ή όταν η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Το κριτήριο για σκοπούς ελέγχου ενός τέτοιου αιτήματος είναι πάντοτε αντικειμενικό, δηλαδή το δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά σε αντικειμενική θεώρηση της (βλ. Azinas and another v. Police (1981) 2 C.L.R. 9, Re In Κάκος (1985) 1 C.L.R. 250 και Γεν. Εισαγγελέας ν. Στ. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133).
Στο σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice 2003 σχετικά με την αρχή του εκ πρώτης όψεως αναφέρονται τα ακόλουθα:
«With some hesitancy, the following propositions are advanced as representing the position that has now been reached on determining submissions of no case to answer:
(a) If there is no evidence to prove an essential element of the offence a submission must obviously succeed.
(b) If there is some evidence which – taken at face value – establishes each essential element, then the case should normally be left to the jury. The judge does, however, have a residual duty to consider whether the evidence is inherently weak or tenuous. If it is so weak that no reasonable jury properly directed could convict on it, then a submission should be upheld. Weakness may arise from the sheer improbability of what the witness is saying, from internal inconsistencies in the evidence or from its being of a type which the accumulated experience of the courts has shown to be of doubtful value (especially in identification evidence cases, which are considered in D14.28).
(c) The question of whether a witness is lying is nearly always one for the jury, but there may be exceptional cases (such as Shippey) where the inconsistencies (where in the witness´s evidence viewed by itself or between him and other prosecution witnesses) are so great that any reasonable tribunal would be forced to the conclusion that the witness is untruthful. In such a case (and in the absence of other evidence capable of founding a case) the judge should withdraw the case form the jury.»
Τα πιο πάνω αναφερόμενα, αφορούν παρατηρήσεις και σχολιασμό από τον συγγραφέα, της αγγλικής υπόθεσης Galbraith (1981) 1 WLR 1039 της οποίας το σκεπτικό επιδοκιμάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας στην υπόθεση Azinas (ανωτέρω).
Τέλος, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 9, αναφέρθηκε ότι:
«Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
………………………………………………………………………………………
Στην υπόθεση R. v. Hipson (1969) Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή.».
Κρίση
Για τους λόγους που θα διαφανούν ευθύς αμέσως, είμαστε της άποψης και ως εκ τούτου κρίνουμε, ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον και των δύο κατηγορουμένων στις κατηγορίες 1 και 2, και του κατηγορούμενου 1, και στις κατηγορίες 4 και 5, ενώ απέτυχε να αποδείξει τέτοια υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 1 στην κατηγορία 6.
Με κάθε σεβασμό προς τις σχετικές αιτιάσεις των συνηγόρων υπεράσπισης, τα όσα ισχυρίστηκαν δεν φαίνεται να επαληθεύονται από την αντικειμενική και μόνο θεώρηση της ενώπιόν μας μαρτυρίας, παρά μόνο, ενδεχομένως, κάποια εξ αυτών, να μπορούσαν να προκύψουν ως αποτέλεσμα, κατόπιν υποκειμενικής αξιολόγησης της, διεργασία που είναι ανεπίτρεπτο να διενεργηθεί στο παρόν στάδιο.
Ενδεικτικώς και όχι εξαντλητικώς, συναφώς, σημειώνουμε τα εξής.
· Σε ό,τι αφορά το κατά πόσο η πόρτα της, σχετικής με την κατηγορία 2, οικίας, ήταν ή όχι ανοικτή κατά την είσοδο των δραστών σε αυτήν, ανεξαρτήτως της όποιας σχετικής αναφοράς του Μ.Κ.3, στη βάση του περιεχομένου της κατάθεσης του Μ.Κ.2, κατόπιν εξετάσεων που έγιναν από την Αστυνομία, οι δράστες πέτυχαν είσοδο στην οικία από την πόρτα η οποία ήταν «κλειστή και απασφάλιστη». Ίδια αναφορά γίνεται και από τον Μ.Κ.5.
· Ως προς το κατά πόσο τα βίντεο των κλειστών κυκλωμάτων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ή όχι ευδιάκριτα, είναι ζήτημα που, προφανώς, θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά την υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, δεδομένης και της μαρτυρίας διαφόρων μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι, στη βάση τους (των κυκλωμάτων), αναγνώρισαν τους κατηγορούμενους ή, σε κάποιες περιπτώσεις, την ενδυμασία των δραστών ως ενδυμασία που έφεραν οι κατηγορούμενοι σε μεταγενέστερο στάδιο και η οποία παραλήφθηκε από την Αστυνομία.
· Ως προς το είδος, όγκο και αξία των κλαπέντων αντικειμένων από την οικία που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 2, με κάθε σεβασμό στη σχετική εισήγηση των συνηγόρων υπεράσπισης, δεν είναι δυνατό, στη βάση των όσων προέβαλαν και αναφέρθηκαν ανωτέρω, να απαλλαχθούν οι κατηγορούμενοι από αυτό το στάδιο, δεδομένου του γεγονότος ότι η αξία αλλά και ο όγκος της κλαπείσας περιουσίας δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Στη βάση της ενώπιόν μας μαρτυρίας, αντικειμενικώς ορώμενη, μέρος της περιουσίας που βρέθηκε στην κατοχή των κατηγορουμένων μετά τη διάπραξη της επίδικης διάρρηξης, αποτελεί περιουσία η οποία ανήκε στον αποβιώσαντα σύζυγο της ιδιοκτήτριας της εν προκειμένω οικίας, η οποία περιουσία, σε κάποιο στάδιο, πριν την επίδικη διάρρηξη, βρισκόταν εντός αυτής. Το κατά πόσο η ανευρεθείσα αυτή περιουσία κλάπηκε από τους κατηγορούμενους, και αν ναι, τούτο έγινε κατά την διάρρηξη που αφορά η κατηγορία 2, είναι πιθανό ενδεχόμενο που δεν μπορεί, ως η Υπεράσπιση προβάλλει, να αποκλειστεί κατόπιν αντικειμενικής και μόνο θεώρησης της ενώπιόν μας μαρτυρίας, όπως ούτε και το ενδεχόμενο, μέρος των κλαπέντων της διάρρηξης να αποτελεί και επιπρόσθετη περιουσία που δεν ανευρέθηκε στην κατοχή των κατηγορουμένων. Σημειώνουμε, επί τούτου, ότι, στη βάση της ενώπιόν μας μαρτυρίας, αντικειμενικώς και μόνο ορώμενη, λίγες μέρες πριν την επίδικη διάρρηξη, σε χρόνο μετά την όποια προηγούμενη διάρρηξη, η περιγραφόμενη στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 2 περιουσία, βρισκόταν στην επίδικη οικία, ενώ μετά την διάρρηξη, τούτη εξέλειπε.
· Ως προς την εισήγηση περί μεροληπτικής και προκατειλημμένης διερεύνησης από πλευράς της Αστυνομίας, ούτε αυτή μπορεί να αποτελέσει τη βάση για αθώωση των κατηγορουμένων από αυτό το στάδιο. Στη βάση των όσων οι συνήγοροι υπεράσπισης έθεσαν ενώπιόν μας, δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την περίπτωση επιτήδειας, από πλευράς της Αστυνομίας, αναζήτησης ενοχοποιητικών για τους κατηγορούμενους στοιχείων και παράλειψης αναζήτησης απαλλακτικών γι’ αυτούς στοιχείων. Σημειώνουμε, προς τούτο, ότι, στη βάση της μαρτυρίας που συνέλεξε η Αστυνομία, οι κατηγορούμενοι, αναγνωρίστηκαν από τρίτους, ως οι δράστες της διάρρηξης ή ως πρόσωπα που φέρουν την ίδια ενδυμασία με τους δράστες και βρίσκονται σε παρακείμενα με τη οικία σημεία ακριβώς πριν και μετά τη διάρρηξη, οι οποίοι και μεταφέρουν τσάντες όμοιες με αυτές που μεταφέρουν οι δράστες, καθώς επίσης στην κατοχή τους, μετά τη διάρρηξη βρέθηκε περιουσία, μέρος της οποίας αναγνωρίστηκε ως περιουσία που βρισκόταν, σε προηγούμενο, της διάρρηξης, χρόνο, εντός της διαρρηχθείσας οικίας, ως ανήκουσα στον αποβιώσαντα σύζυγο της ιδιοκτήτριας της.
· Επίσης, η επικαλούμενη μη λήψη δειγμάτων για αναζήτηση γενετικού υλικού ή αποτυπωμάτων των δραστών, δεν αποδίδεται από την Υπεράσπιση, σε επιτήδεια εκ προθέσεως παράλειψη της Αστυνομίας, αλλά σε αποτέλεσμα που προέκυψε λόγω σχετικής απαίτησης της ιδιοκτήτριας της οικίας να μην τοποθετηθούν στους τοίχους και έπιπλα της οικίας οι απαραίτητες για την δειγματοληψία ουσίες που χρησιμοποιεί η Αστυνομία. Εν πάση περιπτώσει, το όλο αυτό επιχείρημα της Υπεράσπισης, δεν εδράζεται επί μαρτυρίας αστυνομικών μαρτύρων, οι οποίοι ερωτήθηκαν ή τοποθετήθηκαν σχετικώς, αλλά σε σχετική αναφορά του Μ.Κ.3, ο οποίος, ακολούθως, δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι έπραξε, σχετικώς, η Αστυνομία. Το δε ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικό παραδεκτό γεγονός, δεν θέλει την Αστυνομία να μην έχει διενεργήσει τέτοιο δειγματοληπτικό έλεγχο, παρά μόνο τους κατηγορούμενους να μην έχουν συσχετιστεί, σχετικώς, μέσω γενετικού υλικού με την σκηνή της διάρρηξης. Σε κάθε περίπτωση, στη βάση της μαρτυρίας του Μ.Κ.4, τη σκηνή της διάρρηξης επισκέφθηκε δακτυλοσκόπος ο οποίος και την εξέτασε και ετοίμασε σχετική έκθεση.
· Κατά συνέπεια, χωρίς υποκειμενική αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, δεν είναι δυνατή η κρίση περί τέτοιας παράλειψης από πλευράς της Αστυνομίας. Δεν θεωρούμε, συναφώς πάντα, ότι η μη ανάλυση του βίντεο για σκοπούς εξακρίβωσης των διαστάσεων των δραστών, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, και στη βάση μόνο της αντικειμενικής θεώρησης των πραγμάτων, αρκεί για να κριθεί, στο στάδιο αυτό, ότι η Αστυνομία ενήργησε μεροληπτικά και με προκατάληψη έναντι των κατηγορουμένων, ως η Υπεράσπιση αιτιάται. Εν πάση περιπτώσει, η Υπεράσπιση, από τη στιγμή που ήρθαν στην κατοχή της τα βίντεο των κλειστών κυκλωμάτων, είχε την ευκαιρία και δυνατότητα, αν το επιθυμούσε, να προβεί στις δικές της σχετικές αναλύσεις, χωρίς, φυσικά, η αναφορά μας αυτή να εκληφθεί ως αν να θεωρούμε ότι η Υπεράσπιση υπέχει οποιασδήποτε υποχρέωσης να παρουσιάσει την όποια απαλλαχτική για τους κατηγορούμενους μαρτυρία. Να σημειωθεί εδώ, ότι δεν αποτελεί θέση των συνηγόρων υπεράσπισης ότι προέβηκαν στον εν προκειμένω έλεγχο και ανάλυση και κατέστη αδύνατη η αξιοποίηση των στοιχείων λόγω μεταβολής των σταθερών αντικειμένων ή των διαστάσεών τους.
Δεδομένου δε ότι οι κατηγορούμενοι φέρονται να διέπραξαν μαζί τη διάρρηξη και να αποτελούν γνωστά μεταξύ τους πρόσωπα από χρόνο πριν την διάπραξή της, σε βαθμό που συγκατοικούσαν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, κρίνουμε ότι τόσο για την κατηγορία 1 όσο και για την κατηγορία 2, η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον αμφότερων των κατηγορούμενων.
Όσον αφορά στην κατηγορία 5, η σχετική εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου 1 δεν μας βρίσκει σύμφωνους, για πέραν του ενός λόγου. Πρώτον, δεν παρατηρείται η αναφερόμενη από τον συνήγορο αντίφαση μεταξύ της κατάθεσης του Μ.Κ.9 και της κατάθεσης του ιδιοκτήτη της οικίας (Τεκμήριο 38). Η όποια, τυχόν, σχετική αντίφαση, ενδεχομένως να παρατηρείται στη σύγκριση μεταξύ των δύο αυτών καταθέσεων (οι οποίες επί του προκειμένου συμφωνούν), με τα όσα, σχετικώς, διά ζώσης ανέφερε ο Μ.Κ.9. Δεύτερον, η όποια τέτοια αντίφαση, δεν άπτεται της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο 1 ανάμειξης του στο αδίκημα της κατηγορίας 5, αλλά μόνο στον τρόπο με τον οποίο ο Μ.Κ.9 καταδίωξε τον δράστη. Τρίτον, στην περίπτωση που υπάρχει τέτοια αντίφαση και ή διάσταση, δεδομένου ότι η μία εκδοχή εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός (τεκμήριο 38), τούτη υπερέχει σε βαθμό που καθιστά την άλλη ανύπαρκτη, χωρίς να προκύπτει εμπόδιο στο Δικαστήριο να καταλήξει σε σχετικό εύρημα. Τέταρτο, η όποια τυχόν υπό συζήτηση αντίφαση, δεν είναι τέτοια που να μπορεί, στο παρόν στάδιο, όχι, δηλαδή, στο πλαίσιο υποκειμενικής αξιολόγησης, να αποτελέσει τη βάση για να κριθεί η σχετική μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ως τόσο αδύνατη ή αντινομική ή αναξιόπιστη που να επιτρέπει απαλλαγή του κατηγορούμενου 1 από αυτό το στάδιο.
Δεδομένων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κατηγορίας 4, στη βάση των οποίων η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει, αφενός, την κατοχή από τον κατηγορούμενο της περιουσίας, και αφετέρου, την ύπαρξη εύλογης υπόνοιας ότι αυτή είναι κλοπιμαία, και σε μια τέτοια περίπτωση το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στους ώμους του τελευταίου να αποδείξει τη νόμιμη απόκτησή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Hassan Farhat, Ποιν. Έφ. 107/2025, ημερομηνίας 15.10.2025 και Narmania v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 4/2018 και 5/2018, ημερομηνίας 03.04.2019), η ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία επαρκεί για να κληθεί ο κατηγορούμενος 1 σε απολογία στην εν προκειμένω κατηγορία που αντιμετωπίζει. Υποδεικνύουμε προς τούτο, τις μη σταθερές απαντήσεις του (ως αυτές εμφαίνονται στις σχετικές καταθέσεις του) ως προς τον τρόπο απόκτησης της αναφερόμενης στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 4 περιουσίας, καθώς επίσης και την επιπρόσθετη, εκεί, αναφερόμενη θέση του ότι δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα (βλ. Farhat, ανωτέρω).
Ερχόμενοι, τώρα, στην κατηγορία 6, δεδομένης της βασικής διαφοράς του εκεί αδικήματος (κλεπταποδοχή), με αυτό της παράνομης κατοχής περιουσίας (κατηγορία 4), η οποία έγκειται στο ότι η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει ότι η ανευρεθείσα, στην κατοχή του κατηγορούμενου, περιουσία, είναι κλοπιμαία και ότι ο τελευταίος, έχοντας την αναγκαία σχετική πρόθεση (όχι ενεργώντας αμελώς ή με αδιαφορία), κατέχει τούτην εν γνώσει του ότι είναι κλοπιμαία (βλ. Ψύλλας ν. Αστυνομίας (Αρ.2) (2011) 2 Α.Α.Δ. 466 σε συνδυασμό με Κόκκινος ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 628[2]), κρίνουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 1 στην κατηγορία 6, καθότι ελλείπει από το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό οτιδήποτε που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για κρίση επί της όποιας γνώσης του κατηγορούμενου ως προς την κλοπιμαία προέλευση της περιουσίας που βρέθηκε στην κατοχή του και αναφέρεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 6. Μόνο με υπόθεση θα μπορούσε να εξαχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα, κάτι ανεπίτρεπτο.
Για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, από κοινού, καλούνται σε απολογία στις κατηγορίες 1 και 2, ο δε κατηγορούμενος 1, πρόσθετα, και στις κατηγορίες 4 και 5, ενώ, στην κατηγορία 6, ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο.
(Υπ.)……………………………………
Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
(Υπ.)……………………………………
Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ.
(Υπ.)……………………………………
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Η κατηγορία 1, αφορά στο αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξης διάρρηξης και κλοπής κατοικίας, δηλαδή του αδικήματος της κατηγορίας 2.
[2] Μολονότι η απόφαση αυτή αφορά στο αδίκημα της κλοπής διά ευρέσεως, η γενική αρχή που εδραιώνεται μέσω της, εφαρμόζεται και στο αδίκημα της κλεπταποδοχής.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο