ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.
Αρ. Yπόθεσης: 10145/2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
1. MD SHAMIM SHEIKH
2. MD IDU MIAH
3. MT AZIZOYL HAKOYE
Κατηγορούμεvοι
Ημερομηνία: 6 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ζ. Κούμουρου.
Για τους Κατηγορούμενους: ο κ. Στυλιανού.
Κατηγορούμενοι: παρόντες.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Oι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν αδικήματα παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, παράνομης απασχόλησης και παράνομης εργοδότησης κατά παράβαση των προνοιών του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105. Ειδικότερα:
Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται για το αδίκημα της παραμονής στη Δημοκρατία χωρίς άδεια κατά παράβαση των άρθρων 2, 19 (1) (λ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 και του Κανονισμού 9 (1) (ε) των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 242/1972. (Κατηγορία 1 και 3 αντίστοιχα) και το αδίκημα της άσκησης επαγγέλματος χωρίς άδεια κατά παράβαση των άρθρων 19(1)(ι)(κ) και 20 του Κεφ. 105 και των Κανονισμών 9, 11 και 14 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 242/1972 (Κατηγορία 2 και 4 αντίστοιχα).
Ο κατηγορούμενος 3 κατηγορείται για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση των άρθρων 2, 14(Β) και 19 του Κεφ. 105 (κατηγορίες 5 και 7) και για το αδίκημα της πρόσληψης αλλοδαπού σε υπηρεσία και παράλειψη ειδοποιήσεως του λειτουργού καταγραφής περί τοιαύτης πρόσληψης κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κεφ. 105 και του Κανονισμού 38 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 242/1972 (κατηγορίες 6 και 8).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι την 1/09/2025 και περί ώρα 11:30 στην οδό Αγίου Ιωάννη 51 στη Λάρνακα ενώ ήταν αλλοδαπός και του είχε παραχωρηθεί άδεια επισκέπτη για προσωρινή παραμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία η οποία ακυρώθηκε στις 10/11/2023 αφού η αίτηση του στη Αναθεωρητική Αρχή Προσφυγών απορρίφθηκε, αυτός παρέμεινε στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά την ακύρωση της άδειας του χωρίς να εξασφαλίσει για το σκοπό αυτό άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία ενώ ήταν αλλοδαπός και του είχε παραχωρηθεί άδεια επισκέπτη για προσωρινή παραμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία η οποία ακυρώθηκε στις 10/11/2023, αυτός αποδέχθηκε απασχόληση ως εργάτης σε υπό ανακαίνιση οικία με εργοδότη τον 3ο κατηγορούμενο χωρίς να εξασφαλίσει προηγουμένως γραπτή άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία ως αλλοδαπός που είχε εισέλθει στη Δημοκρατία για προσωρινή παραμονή με άδεια απασχόλησης η οποία έληξε στις 13/08/2025, παρέμεινε στην Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς να εξασφαλίσει για το σκοπό αυτό άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία ενώ ήταν αλλοδαπός ο οποίος εισήλθε στη Δημοκρατία νόμιμα, αποδέχθηκε απασχόληση ως εργάτης σε υπό ανακαίνιση οικοδομή με εργοδότη τον 3ο κατηγορούμενο χωρίς να εξασφαλίσει προηγουμένως γραπτή άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 5ης και 7ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος 3 κατηγορείται ότι, στον ίδιο τόπο και κατά τον ίδιο χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, εργοδοτούσε τους Κατηγορούμενους 1 και 2 στην υπηρεσία του, ως εργάτες σε υπό ανακαίνιση οικοδομή, χωρίς την άδεια του Διευθυντή.
Τέλος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 6ης και 8ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος 3 κατηγορείται ότι, στον ίδιο τόπο και κατά τον ίδιο χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία προσέλαβε στην υπηρεσία του ως εργάτες τους κατηγορούμενους 1 και 2 και παρέλειψε να ειδοποιήσει τον Διευθυντή ευθύς όταν οι αλλοδαποί εισήλθαν στην υπηρεσία του.
Ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας και δήλωσε μη παραδοχή στη 2η κατηγορία. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 δήλωσαν μη παραδοχή στο σύνολο των όσων τους καταλογίζονται, με αποτέλεσμα η υπόθεση να προχωρήσει με ακρόαση σε σχέση με τις κατηγορίες 2, 3 , 4, 5, 6, 7 και 8. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε 2 μάρτυρες. Κατατέθηκαν επίσης 9 τεκμήρια.
Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, οι Κατηγορούμενοι επέλεξαν να καταθέσουν ενόρκως και κάλεσαν ένα μάρτυρα.
Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1]
Οι αναφορές όλων των μαρτύρων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους κάτι το οποίο θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο.[2]
Πρώτος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν η Αστυφύλακας 4869 Δ. Μάου (ΜΚ1) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 1). Συνοπτικά, ανέφερε ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένη στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λάρνακας. Αναφέρθηκε στις ενέργειες που η ίδια έκανε σε σχέση με την παρούσα υπόθεση ως ανακρίτρια, ήτοι ότι την 1/09/2025 επέδωσε τα δικαιώματα υπόπτων κατηγορουμένων στους κατηγορούμενους και τους ανέκρινε. Περαιτέρω κατέθεσε τις ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 ως Τεκμήρια 2, 3 και 4 αντίστοιχα.
Δεύτερος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Αστυφύλακας 3099 Ζ. Μωυσή (ΜΚ2) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 5). Συνοπτικά, ανέφερε υπηρετεί στην ΥΑΜ Αρχηγείου και είναι τοποθετημένος στην ΥΑΜ Λάρνακας. Την 1/09/2025 κατόπιν πληροφορίας μετέβη σε υπό ανακαίνιση οικία στην οδό Αγίου Ιωάννη 51 στη Λάρνακα και είδε 2 άντρες ασιατικής καταγωγής και μετά από παρακολούθηση 5 περίπου λεπτών διαπίστωσε ότι ασχολούνταν με την τοποθέτηση κεραμικών περιμετρικά εντός δωματίου στην εν λόγω οικοδομή. Τους πλησίασε και αφού τους υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα του έδωσαν τα στοιχεία τους και από έλεγχο που έκανε μέσω του συστήματος της Αστυνομίας, του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και της Υπηρεσίας Ασύλου διαπίστωσε ότι πρόκειται: (1) για τον MD SHAMIM ο οποίος εισήλθε στη Δημοκρατία παράνομα το 2022, στις 3/11/2022 έκανε αίτηση ασύλου, στις 23/11/2022 απορρίφθηκε η αίτηση του κα στις 29/12/2022 έκανε προσφυγή. Ακολούθως, στις 8/11/2023 έκανε μεταγενέστερη αίτηση η οποία κρίθηκε απαράδεκτη και του επιδόθηκε στις 10/11/2023. Έκτοτε δεν διευθέτησε την άδεια παραμονής του στην Κυπριακή Δημοκρατία με αποτέλεσμα να διαμένει μέχρι σήμερα παράνομα, και (2) για τον MD IDU MIAH, ο οποίος εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία με άδεια εισόδου ως εργάτης στις 10/07/2025. Στις 14/07/2025 του δόθηκε αποδεσμευτική επιστολή για να εξεύρει νέο εργοδότη όπου δεν το έπραξε με αποτέλεσμα από τις 13/08/2025 μέχρι και την 1/9/2025 να παραμένει παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ρωτήθηκαν οι δύο αλλοδαποί ποιος είναι ο εργοδότης τους και ανέφεραν και οι δύο ότι είναι ο AZIZOYL. Στη συνέχεια ο εργοδότης κλήθηκε στο μέρος από τους αλλοδαπούς και από εξετάσεις που έγιναν διαπίστωσε ότι πρόκειται για τον MD AZIZOYL HAKOYE, κάτοχο κυπριακής ταυτότητας. Τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε δηλαδή της παράνομης εργοδότησης και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο απάντησε «Εν χωρκανοί μου και διαμένουν εδώ» υποδεικνύοντας δύο δωμάτια στα οποία τελούσαν εργασίες οι αλλοδαποί. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι οι αλλοδαποί ανέφεραν ότι διαμένουν στη διεύθυνση Αρχιεπισκόπου Κυρίλλου 70.
Αναγνώρισε ότι τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται στην κατάθεση του είναι οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3. Πρόσθεσε ότι με τους κατηγορουμένους, 1 και 2 μιλούσε την επίδικη ημέρα στα αγγλικά και ότι αυτοί αντιλαμβάνονταν αγγλικά.
Σε ότι αφορά την επίδικη οικία στην οποία εντόπισε τους κατηγορούμενους 1 και 2 ανέφερε ότι τα δύο εκ των τριών δωματίων στα οποία γίνονταν οι εργασίες δεν είχα ούτε πόρτες ούτε παράθυρα και ότι δεν ήταν κατοικήσιμα. Υπήρχε και τρίτο δωμάτιο στο οποίο εντοπίστηκαν 2 άλλοι αλλοδαποί οι οποίοι του ανέφεραν ότι μένουν εκεί μόνο αυτοί. Όταν ζητήθηκαν τα στοιχεία των Κατηγορούμενων 1 και 2 από τον ΜΚ1 ο Κατηγορούμενος 2 του είπε ότι το διαβατήριο του βρίσκεται στην οικία όπου διαμένει και άλλος ομοεθνής του που ήταν εκεί και ήταν νόμιμα στη Δημοκρατία, ο οποίος πήγε με το ποδήλατο του και του έφερε το διαβατήριο του. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο τη συμφωνία αποδέσμευσης (release agreement) που του είχε δώσει ο Κατηγορούμενος 2 την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 6. Εξήγησε ότι το έγγραφο αυτό ισχύει για 1 μήνα μόνο προκειμένου να εξεύρει νέο εργοδότη. Σε αυτήν την περίπτωση, δόθηκε στις 14/7/2025 και είχε δικαίωμα να βρει εργοδότη μέχρι και τις 13/8/2025. Από εκεί και πέρα, όπως ανέφερε, εάν δεν διευθετούσε την άδεια παραμονής του είναι παράνομος.
Οι Κατηγορούμενοι έδωσαν ένορκη μαρτυρία και περαιτέρω κάλεσαν ένα μάρτυρα.
Ο Κατηγορούμενος 1 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι την 1/9/2025 δεν εργαζόταν στην επίδικη οικία αλλά πήγε να καθαρίσει και να σφουγγαρίσει για να μείνει εκεί. Όταν του υποδείχθηκε η κατάθεση του Τεκμήριο 2 αναγνώρισε την υπογραφή του στην κατάθεση του πλην όμως ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αγγλικά, ούτε μιλάει αγγλικά. Ερωτηθείς να αναφέρει σε ποια γλώσσα του λήφθηκε κατάθεση ανέφερε ότι οι αστυνομικοί ετοίμασαν κάποια έγγραφα και του είπαν να υπογράψει και υπέγραψε. Όταν του αναφέρθηκε από τον συνήγορο του ότι στην κατάθεση του αναφέρει ότι δούλευε για τον κατηγορούμενο 3 για 2 χρόνια, το αρνήθηκε και είπε πως δεν κατανόησε και το είπε αυτό. Πρόσθεσε ότι δεν είχαν κάπου να μείνουν και ένας φίλος του τους συμβούλευσε ότι υπάρχει κάποιος που είναι καλός άνθρωπος και βοηθά όλους στην κοινότητα και γι’ αυτό πήγαν στον κατηγορούμενο 3 και του ζήτησαν κάπου για να μείνουν.
Ο Κατηγορούμενος 2 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι δεν εργαζόταν για τον κατηγορούμενο 3 και ότι μελέτησε πολύ λίγο την αγγλική γλώσσα και δεν καταλαβαίνει τα πάντα. Αναφέρθηκε στη συμφωνία αποδέσμευσης η οποία του δόθηκε από τον προηγούμενο εργοδότη και ανέφερε ότι έχει εξεύρει νέο εργοδότη με τον οποίο υπέγραψε συμφωνία εργοδότησης την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 και περεταίρω κατέθεσε απόδειξη παραλαβής αίτησης σε σχέση με την αίτηση που υπέβαλε για έκδοση άδειας εργασίας την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 9. Όταν του υποδείχθηκε η κατάθεση του Τεκμήριο 3 ενώ αναγνώρισε την υπογραφή του ανέφερε ότι δεν μπορούσε να διαβάσει τι γράφει αφού δεν καταλαβαίνει όπως ανέφερε γιατί είναι στα αγγλικά. Ισχυρίστηκε ότι δεν είπε τα πράγματα που αναφέρονται στην κατάθεση του και ότι απλώς του είπαν να υπογράψει και υπέγραψε και ότι του φώναζαν και του θύμωσαν και επειδή φοβήθηκε υπέγραψε.
Περαιτέρω, αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι από τις 14/7/2025 μέχρι και τις 4/9/2025 δεν είχε βρει νέο εργοδότη.
Ο Κατηγορούμενος 3 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι δεν εργοδοτούσε τους κατηγορούμενους 1 και 2 και ότι απλώς του ζήτησαν κάπου να μείνουν και επειδή τους λυπήθηκε τους είπε ότι μπορούσαν να μείνουν εκεί για 3-4 μέρες και ότι το σπίτι δεν είχε ούτε πόρτες, ούτε παράθυρα.
Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι κάλεσαν και ένα μάρτυρα. Πρόκειται για τον Rashadul Islam Rabby (ΜΥ1). Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι εντόπισε τον κατηγορούμενο 3 σε ένα γκρουπ, πήγε στο κατάστημα του να ψωνίσει και του ζήτησε χώρο για να μείνει επειδή δεν είχε χρήματα. Του έστειλε την τοποθεσία του σπιτιού, πήγε εκεί και βρήκε το δωμάτιο για να μείνει, στο οποίο διαμένει εδώ και 25 με 30 μέρες. Την ημέρα που ήρθε η Αστυνομία χτύπησαν την πόρτα του, του ζήτησαν τα έγγραφά του και τους τα έδωσε. Αφού έδωσε τα έγγραφά του στην Αστυνομία, η Αστυνομία του είπε ότι είναι εντάξει τον ρώτησαν αν γνωρίζει τους κατηγορούμενους 1 και 2, τους απάντησε ότι τους είδε χθες το βράδυ και δεν τους γνωρίζει προσωπικά. Πριν έρθει η Αστυνομία δεν τους είδε καθόλου επειδή κοιμόταν και η Αστυνομία του χτύπησε την πόρτα και σηκώθηκε.
Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το βαθμό στον οποίο συνάδει με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης.
Πρέπει περαιτέρω να αναφερθεί ότι η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο.[5] Μικρές ασυνέπειες, μικροδιαφορές και μικρές αντιφάσεις σε επουσιώδη θέματα δεν καταρρίπτουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια τους και δείχνουν ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων στην εκδοχή που μετέφεραν στον Δικαστήριο.[6]
Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος.[7] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[8]
Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι η αποδοχή κάποιων μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν εξυπακούει πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας αφού η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους.[9] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[10]
Η ΜΚ1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Παρέθεσε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα τη δική της εμπλοκή στη διερεύνηση της υπόθεσης και αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί.
Παρέμεινε σταθερή στη θέση της ότι υποβλήθηκαν συγκεκριμένες ερωτήσεις στους κατηγορούμενους στο πλαίσιο λήψης των ανακριτικών τους καταθέσεων και ότι οι κατηγορούμενοι είχαν το δικαίωμα να απαντήσουν με όποιο τρόπο οι ίδιοι επιθυμούσαν. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά, αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και συνεκτικότητα. Συνακόλουθα, η ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της.
Ο ΜΚ2 άφησε στο Δικαστήριο πολύ θετική εντύπωση ως μάρτυρας αλήθειας. Κατέθεσε με απλότητα και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά του ενώ γενικότερα εξέπεμπε με τον τρόπο που κατέθετε μία βεβαιότητα, συνάδουσα με πρόσωπο που λέει την αλήθεια. Ήταν σε θέση να εξηγήσει λογικά και πειστικά την κατάσταση στην οποία εντόπισε τους Κατηγορούμενους 1 και 2 στην επίδικη οικοδομή, ενώ παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 την επίδικη ημέρα εργάζονταν και ειδικότερα τοποθετούσαν κεραμικά στη συγκεκριμένη οικοδομή. Αντεξεταζόμενος ήταν επίσης σταθερός και σαφής στις τοποθετήσεις του ως προς το πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα εξηγώντας με σαφήνεια το τι ακριβώς υπέπεσε στην αντίληψη του την επίδικη ημέρα χωρίς να περιπέσει σε αντιφάσεις.
Σαφήνεια και σταθερότητα αναδύθηκε και σε σχέση με τις τοποθετήσεις του ως προς τη συμφωνία αποδέσμευσης που του παρουσίασε ο Κατηγορούμενος 2. Επανέλαβε ότι ισχύει για 1 μήνα και ότι εάν ο αλλοδαπός δεν εξεύρει εργοδότη μέχρι τον 1 μήνα, αυτός πρέπει να αναχωρήσει από την Κύπρο και εάν δεν το κάνει διαμένει παράνομα και υπόκειται σε σύλληψη. Ταυτόχρονα εξήγησε ότι εάν για κάποιους γραφειακούς λόγους κάποιος αλλοδαπός βρήκε κάποιο εργοδότη και ο εργοδότης που θα τον εργοδοτήσει δεν μπορεί να το πράξει εντός των 30 ημερών, μπορεί ο αλλοδαπός να κάμει αίτημα στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και να του δοθεί έγκριση για εργοδότηση μετά την πάροδο των 30 ημερών. Εξήγησε όμως ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος 2 την επίδικη ημέρα δεν είχε εξεύρει εργοδότη και ήταν παράνομος.
Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά, ο ΜΚ2 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της.
Ο κατηγορούμενος 1 καταθέτοντας ενόρκως δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ασάφεια, γενικότητα, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Παραθέτω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του που επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο.
Ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν καταλάβαινε, ούτε μιλούσε αγγλικά και απλώς υπέγραψε την κατάθεση του Τεκμήριο 2 χωρίς να καταλαβαίνει την ίδια στιγμή κατέθεσε ως Τεκμήριο στιγμιότυπο οθόνης με τη συνομιλία του ίδιου στην αγγλική γλώσσα με τρίτο πρόσωπο το οποίο σύμφωνα με τη θέση του τον εργοδοτούσε και στον οποίο ζητούσε να του καταβάλει χρήματα.
Περαιτέρω, ενώ ισχυριζόταν ότι δεν μιλούσε και δεν καταλάβαινε αγγλικά σε πλήρη αντίφαση με αυτή την τοποθέτηση δέχθηκε σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του ότι συνομιλούσε με τον ΜΚ2 στα αγγλικά την επίδικη ημέρα. Περαιτέρω, σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του δέχθηκε και πάλι, σε πλήρη αντίφαση με τις προηγούμενες τοποθετήσεις του ότι μίλησε αγγλικά την επίδικη ημέρα με τον ΜΚ2 σε σχέση με κάτι που καταλάβαινε όπως ισχυρίστηκε. Στη συνέχεια, αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι υπέγραψε γιατί φοβήθηκε επειδή του είπαν ότι είναι παράνομος και ότι θα τον στείλουν στο Μπαγκλατέζ. Όταν ρωτήθηκε πως ήταν σε θέση να καταλαβαίνει ότι του είχαν πει αυτά τα πράγματα δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση, ένδειξη και της ανειλικρίνειας του.
Περαιτέρω, ενώ κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ότι είχε διαμείνει στην επίδικη οικία μόνο το προηγούμενο βράδυ κατά την αντεξέταση του διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι είχαν ξαναμείνει εκεί και απλώς εκείνη την ημέρα καθάριζαν τον χώρο.
Ταυτόχρονα, η θέση του ότι ενώ δεν καταλάβαινε απλά υπέγραψε την κατάθεση του δεν είναι ούτε λογική, ούτε πειστική αφού ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει για ποιο λόγο αφού δήθεν δεν καταλάβαινε, εντούτοις υπέγραψε την κατάθεση του αναγνωρίζοντας μάλιστα τις υπογραφές του στην κατάθεση του Τεκμήριο 2. Ούτε έπεισαν οι ισχυρισμοί του κατά την αντεξέταση του ότι σε ότι του έλεγε ο ΜΚ2 την επίδικη μέρα ο ίδιος έλεγε ναι χωρίς να καταλαβαίνει.
Ο κατηγορούμενος 2 καταθέτοντας ενόρκως δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του επίσης χαρακτηρίζεται από ασάφεια, γενικότητα, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Παραθέτω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του που επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο.
Ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν καταλάβαινε, ούτε μιλούσε αγγλικά και απλώς υπέγραψε την κατάθεση του Τεκμήριο 3 χωρίς να καταλαβαίνει την ίδια στιγμή κατέθεσε ως Τεκμήριο τόσο τη συμφωνία αποδέσμευσης από τον προηγούμενο εργοδότη του στην αγγλική γλώσσα όσο και τη νέα συμφωνία με τον νέο εργοδότη που είχε στη συνέχεια εξεύρει επίσης στην αγγλική γλώσσα.
Ταυτόχρονα, η θέση του ότι ενώ δεν καταλάβαινε απλά υπέγραψε την κατάθεση του δεν είναι ούτε λογική, ούτε πειστική αφού ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει για ποιο λόγο αφού δήθεν δεν καταλάβαινε, εντούτοις υπέγραψε την κατάθεση του αναγνωρίζοντας μάλιστα τις υπογραφές του στην κατάθεση του Τεκμήριο 3.
Επιπλέον οι ισχυρισμοί και θέσεις που εξέφρασαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 περί το ότι οι ίδιοι δεν μιλούσαν αγγλικά και ότι δεν καταλάβαιναν και απλά υπέγραφαν ή ότι φοβήθηκαν ή ότι τους θύμωσαν και για αυτό υπέγραψαν τις καταθέσεις τους κατά την προφορική κυρίως εξέταση και αντεξέταση τους ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είχαν τεθεί στους μάρτυρες κατηγορίας κατά την αντεξέταση τους από την Υπεράσπιση. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετικές, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι οι αποφάσεις Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527, Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Έχω βέβαια υπόψη μου ότι όπως λέχθηκε στην απόφαση Προδρόμου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 260, «ο εν λόγω κανόνας έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής στις πολιτικές παρά στις ποινικές υποθέσεις». Παρά ταύτα και στο πλαίσιο των ποινικών υποθέσεων τυχόν παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους σημείου έχει κριθεί ότι αφήνει αλώβητη τη σχετική μαρτυρία του μάρτυρα επί του συγκεκριμένου σημείου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Παπαεπιφανείου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 16/2021, ημερομηνίας 19.10.2021. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η Υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 551. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα όταν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό ( βλ. Πέτρου ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 1060). Ο πιο πάνω κανόνας βρίσκεται στον πυρήνα του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης και παραβίασή του, στην απουσία ικανής δικαιολογίας, δίνει στο Δικαστήριο το δικαίωμα να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή. ( βλ. Ε.Ν.Α Ιουλιανού Λτδ κ.ά ν. Π. Χαραλάμπους Εμπορική Λτδ κ.ά. Ποινική Έφεση 134/22, ημερομηνίας 14/5/2025.)
Ο κατηγορούμενος 3 καταθέτοντας ενόρκως επίσης δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από γενικότητα, ασάφεια, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Παραθέτω κάποια ενδεικτικά σημεία που φανερώνουν την αδυναμία της εκδοχής του.
Ενώ ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι είχε πει στους Κατηγορούμενους 1 και 2 ότι θα μπορούσαν να μείνουν για 3 με 4 ημέρες οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν ανέφεραν κάτι τέτοιο αλλά αντίθετα ισχυρίστηκαν ότι δεν είχε λεχθεί κάτι σε σχέση με τη διάρκεια της διαμονής τους. Περαιτέρω, ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι επειδή είχαν βαλίτσες τους εισηγήθηκε να αφήσουν τις βαλίτσες τους σε κάποια άλλη οικία δική του που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση για να είναι όπως ισχυρίστηκε ασφαλείς, εντούτοις στη συνέχεια διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι αυτό το έκανε για τη δική του ασφάλεια στην περίπτωση που κάτι θα πήγαινε λάθος και κράτησε τις βαλίτσες τους κοντά του έτσι ώστε να μπορούσε να τους βρει.
Ούτε έπεισε η θέση του ότι τον εντόπισαν 2 άγνωστοι και ότι επειδή τους λυπήθηκε τους είπε να μείνουν στην επίδικη οικία η οποία δεν ήταν ασφαλής για τις βαλίτσες τους όπως είπε αρχικά αλλά ήταν ασφαλής για να μείνουν δήθεν οι κατηγορούμενοι 1 και 2. Περαιτέρω, η θέση του ότι οι Αστυνομικοί του φώναζαν και τον απειλούσαν ουδόλως τέθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας προκειμένου να τοποθετηθούν.
Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσαν και της έκδηλης αδυναμίας τους να δώσουν σταθερές, σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που τους τέθηκαν, καταλήγω ότι η μαρτυρία τους δεν ήταν ειλικρινής και την απορρίπτω στο σύνολο της. Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας τους σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία τους να καθίσταται ακροσφαλής.
Συνεπώς οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 κρίνονται αναξιόπιστοι και η μαρτυρία τους απορρίπτεται.
Ο ΜΥ1 δεν έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του δεν ήταν σαφής, σταθερή και πειστική ενώ περιέπεσε σε αντιφάσεις. Κατέστη σαφές ότι ήρθε στο Δικαστήριο όχι για να πει την αλήθεια αλλά για να βοηθήσει τους Κατηγορούμενους.
Αρχικά είπε ότι όταν άνοιξε την πόρτα βγήκε έξω από το δωμάτιο και στα αριστερά του είδε και τους δύο κατηγορούμενους με χειροπέδες. Στη συνέχεια διαφοροποίησε τη θέση του και είπε ότι είδε τον κατηγορούμενο 1 να κρατάει σφουγγαρίστρα και τον κατηγορούμενο 2 να μαγειρεύει. Στη συνέχεια διαφοροποίησε και πάλι τη θέση του λέγοντας ότι τους είδε να κάνουν αυτά ενώ φορούσαν ταυτόχρονα και χειροπέδες. Σε άλλο σημείο μάλιστα αναφερόμενος στις χειροπέδες ανέφερε ότι όταν ήταν με τις χειροπέδες τα χέρια τους ήταν πίσω και όχι μπροστά.
Αξιοσημείωτο ήταν και το γεγονός ότι στη συνέχεια της αντεξέτασης του δήλωσε ευθαρσώς ότι δεν γνωρίζει εάν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 τοποθετούσαν κεραμικά στην οικία πριν του χτυπήσει την πόρτα η Αστυνομία.
Συνεπώς ο ΜΥ1 κρίνεται αναξιόπιστος και η μαρτυρία του απορρίπτεται.
Τα πιο πάνω όμως και η κακή εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 1 και 2 και που καθιστούν την μαρτυρία των Κατηγορουμένων 1 και 2 μη αποδεκτή, δεν ακυρώνουν τις παραδοχές των κατηγορούμενων 1 και 2 οι οποίες καταγράφονται στις καταθέσεις τους Τεκμήρια 2 και 3. Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο μπορεί να αξιολογήσει το περιεχόμενο των γραπτών καταθέσεων του κατηγορούμενου, οι οποίες βρίσκονται κατατεθειμένες ενώπιον του. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109, όπου υιοθετηθήκαν οι αρχές της αγγλικής υπόθεσης Findlay Duncan 73 Cnm. App R. 359. Στην απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου.[11]
Στις καταθέσεις τους Τεκμήρια 2 και 3 οι κατηγορούμενοι 1 και 2 παραδέχονται ότι ασκούσαν εργασία στη συγκεκριμένη οικοδομή λαμβάνοντας αμοιβή. Ειδικότερα ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχεται ότι εργαζόταν ως μπογιατζής και ο Κατηγορούμενος 2 έκανε σπάτουλα και ότι και οι δυο λάμβαναν αμοιβή για την εργασία που έκαναν.
Έχω υπόψη μου την αρχή ότι ακόμα και η εκούσια ομολογία πρέπει να υποβάλλεται στη βάσανο της σύγκρισης της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό και την επισήμανση των στοιχείων ενοχής του κατηγορούμενου που υποστηρίζουν την αυθεντικότητα της ομολογίας. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση F. L. H. ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 4/2020, ημερομηνίας 31.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:D32 και στην απόφαση Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (Αρ.1) (2012) 2 ΑΑΔ 370, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Είναι στοιχειώδες πως και τη θεληματική ομολογία το Δικαστήριο την αξιολογεί ... Παγίως, λοιπόν, τα Δικαστήρια εξετάζουν την ομολογία σε συσχετισμό προς την υπόλοιπη μαρτυρία και ανάλογα με τη φύση και την ποιότητα της ως ενοχοποιητικής ή αναιρετικής, αναλόγως. Απαντούν στον κρίσιμο προβληματισμό ως προς το αν αυτή είναι αληθής και αν, εν τέλει, όπως είναι η πεμπτουσία του συστήματός μας, η ενοχή του κατηγορουμένου αποδεικνύεται, από την κατηγορούσα αρχή, πέραν από κάθε λογική αμφιβολία».
Περαιτέρω, στην υπόθεση Aburamadan v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση Αρ.148/2021 σχ. με 155/2021, ημερομ.10/11/2022 επαναλήφθηκαν οι αρχές που έχουν τεθεί αναφορικά με την ομολογία ως ακολούθως:
«Οι αρχές επί των οποίων εδράζεται η αποδοχή ενοχοποιητικών δηλώσεων, είτε προς την αστυνομία, είτε προς τρίτα πρόσωπα, και η ένταξή τους στον κορμό της μαρτυρίας είναι παγιωμένες.
Όπως τέθηκε στην Ανδρέου ν. Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 166:
«Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic (1961) C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Μάρτιν v. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1994) 2 Α.Α.Δ.65.
Στην υπόθεση R. v. Mallinson [1977] Crim. L. Rev. 161 διακηρύχθηκε ότι καταδίκη που στηρίζεται σε προφορική ομολογία δεν είναι κατ' ανάγκη ανασφαλής ή μη ικανοποιητική. Η καταδίκη του κατηγορουμένου για κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την εμπορία τους στηρίχθηκε κυρίως στις προφορικές παραδοχές ενοχής. Το αγγλικό εφετείο τόνισε πως δε συνάγεται, ως θέμα αρχής, από τη νομολογία ότι η προφορική ομολογία ενοχής δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη.»
Περαιτέρω, στην Ρ. ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 253/2017 ημερ. 28.02.19, ECLI:CY:AD:2019:B66 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την ομολογία:
«Στην υπόθεση xx xxx Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής ως προς τη σπουδαιότητα της ομολογίας:
«Σε αυτή την ενότητα θα πρέπει να τονισθεί ότι η ομολογία ή η παραδοχή στη διάπραξη ή συμμετοχή σε έγκλημα, αποτελεί την κλασσική περίπτωση εξαίρεσης στον εξ ακοής κανόνα. Αυτό διότι η παραδοχή ή η ομολογία γίνεται εναντίον του ιδίου συμφέροντος του ομολογούντος, (Ζακακιώτης ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 175 και Κωνσταντίνου ν. Αθανασίου (2012) 1 Α.Α.Δ.2012). Η ομολογία εν πάση περιπτώσει είτε δίδεται προς αστυνομικό όργανο, είτε σε τρίτο πρόσωπο, πρέπει να είναι το αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης και γενόμενη σε συνθήκες που δεν είχαν δυσμενώς επηρεάσει το ελεύθερο της παραδοχής ή της βούλησης. Παραμένει δε πάντοτε στην κατηγορούσα αρχή, η υποχρέωση της απόδειξης ότι η ομολογία έγινε ελευθέρως, (Ahmad v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 256), ενώ αν η ομολογία γίνει αποδεκτή, με την ένταξη της στην υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία, το Δικαστήριο έχει την περαιτέρω υποχρέωση να εξετάσει και να αποφασίσει για την αλήθεια του περιεχομένου της και κατά πόσο αυτή οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα (R. v. Sfoggaras 22 C.L.R. 13, Volettos v. Republic (1961) C.L.R. 168 και Γρηγορίου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 364).
Στο σύγγραμμα Murphy on Evidence 8η έκδ. σελ. 268 κ.ε., εξηγείται η αξία της ομολογίας κατά το Κοινοδίκαιο ως την πιο σημαντική και συχνή εξαίρεση στον κανόνα της εξ ακοής μαρτυρίας στις ποινικές υποθέσεις. Και, περαιτέρω, ότι δεν έχει σημασία πλέον κατά πόσο η ομολογία γίνεται σε πρόσωπο που βρίσκεται σε θέση εξουσίας σε σχέση με τον παραδεχόμενο ή όχι. Η ομολογία, όπως και κάθε άλλη παραδοχή, μπορεί να γίνει προφορικά, εγγράφως, διά συμπεριφοράς ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο από τον οποίο μπορεί να εξαχθεί αρνητικό συμπέρασμα εναντίον του συμφέροντος του ατόμου που προβαίνει στην ομολογία. Όπως εξηγείται στη σελ. 272 του συγγράμματος, η παραδοχή μπορεί να γίνει όχι μόνο σε ανακριτές ποινικής υπόθεσης, συνήθως αστυνομικά όργανα, αλλά ακόμη και στο ίδιο το θύμα του αδικήματος, σε ένα φίλο, σε ένα συγγενή ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Και έχει λεχθεί στην R. v. Mallinson (1977) Crim. L.Rev. 161, ότι η ομολογία, όταν αποδεικνύεται, αποτελεί την καλύτερη διαθέσιμη μαρτυρία. Η αξία της όμως θα πρέπει να εξετάζεται με μεγάλη προσοχή ώστε το Δικαστήριο να πείθεται πραγματικά ότι η ομολογία είναι και εθελούσια και αληθής.»
Έχοντας κατά νου τη σειρά με την οποία εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα κατά την επίδικη ημέρα όπως αυτά προκύπτουν από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, αυτά υποστηρίζουν το γνήσιο και αληθές των ενοχοποιητικών δηλώσεων των Κατηγορουμένων 1 και 2. Επιπλέον, ενώπιον μου δεν υφίσταται άλλη αξιόπιστη μαρτυρία που να κατατείνει ή να αφήνει ως πιθανότητα ότι οι ενοχοποιητικές δηλώσεις των Κατηγορουμένων 1 και 2, αν και θεληματικές, ήταν αναληθείς ή ότι αυτές δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Στα τεκμήρια 2 και 3 περιέχονται και ενοχοποιητικές δηλώσεις και σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3. Έχω αγνοήσει και δεν αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στις ενοχοποιητικές αυτές αναφορές σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3 στη βάση της καλά εμπεδωμένης αρχής ότι ένας κατηγορούμενος δεν είναι ικανός μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή εναντίον συγκατηγορουμένου του.[12] Θα μπορούσε να αποκτήσει αποδεικτική αξία αν παρουσιαζόταν με τον τρόπο που προνοείται από το άρθρο 25 του Κεφ.9 καθιστάμενη, τοιουτοτρόπως, η κύρια εξέταση του μάρτυρα ή μέρος αυτής.[13]
Πότε κατάθεση κατηγορούμενου μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία εναντίον συγκατηγορούμενου του αναπτύσσεται στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», 2η Εκδ., 2016, σελ.907. Αναφέρεται ότι:
«Εκτός αν ο συγκατηγορούμενος μαρτυρήσει εναντίον συγκατηγορούμενου του από το εδώλιο του μάρτυρα, οπόταν και η μαρτυρία αυτή απαιτεί προσήκουσα αξιολόγηση (Miliotis v The Police (1971) 2 CLR 292), το περιεχόμενο της ομολογίας κατηγορούμενου - όπως, τηρουμένων των αναλογιών και η ανώμοτη του δήλωση (Fourri and Others v The Republic (1980) 2 CLR 152) - συνιστά μαρτυρία μόνο εναντίον του και όχι εναντίον του συγκατηγορούμενου του (Αριστοφάνους ν Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 450, R v Finch (2007) 1 Cr App R 439, R v Hayter (2005) 2 All ER 209, Καττής και Άλλου ν Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 262, Νεάρχου ν Αστυνομίας (1996) 2 ΑΑΔ 38, Milliotis v The Police (1971) 2 CLR 292, R v Rhodes (1959) 44 Cr App R 23). ... Σε δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις, μια ομολογία ενδέχεται να γίνει αποδεκτή, όχι μόνο ως μαρτυρία εναντίον του προσώπου που την έκαμε, αλλά και εναντίον συγκατηγορούμενου του. Η πρώτη, είναι όταν ο συγκατηγορούμενος, με λόγια ή συμπεριφορά, αποδέχεται την αλήθεια του περιεχομένου της ομολογίας, έτσι που να θεωρείται ως δική του (Miliotis v The Police (1971) 2 CLR 292, Nestoros v The Republic (1961) CLR 217, R v Rudd (1948) 32 Cr App R 138). H δεύτερη, αναφέρεται σε υποθέσεις συνωμοσίας, όταν δηλώσεις ή πράξεις συνωμότη που λέγονται ή εκτελούνται για υλοποίηση του κοινού σκοπού, γίνονται αποδεκτές εναντίον του άλλου συνωμότη, για να αποδείξουν τη φύση και έκταση της συνωμοσίας, νοουμένου ότι υπάρχει κάποια άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία για τη συνωμοσία (R v Hayter (2005) 2 All ER 209, R v Shellard (1840) 9 C & P 277).»
Εν προκειμένω, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν υιοθέτησαν ενόρκως τις γραπτές τους καταθέσεις. Αντίθετα, προώθησαν εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές. Το γεγονός ότι αυτοί κρίθηκαν αναξιόπιστοι δεν διαφοροποιεί τα πράγματα αφού το περιεχόμενο των ενοχοποιητικών τους δηλώσεων συνιστά μαρτυρία μόνο εναντίον τους και όχι εναντίον του συγκατηγορούμενου τους, κατηγορούμενου 3 από τη στιγμή που δεν υιοθέτησαν αυτές τις καταθέσεις. Συνεπώς, το Δικαστήριο έχει λάβει υπόψη μόνο τις δηλώσεις ομολογίας των Κατηγορουμένων 1 και 2 οι οποίες μπορούν να ενταχθούν στον κορμό της υπόλοιπης μαρτυρίας χωρίς να παρεισφρήσει μαρτυρία σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3.
Δεν έχει διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου η αναφορά από τον ΜΚ2 στη μαρτυρία του ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 του είπαν την επίδικη ημέρα ότι ο κατηγορούμενος 3 είναι ο εργοδότης τους. Παρά το ότι ο ΜΚ2 έχει κριθεί αξιόπιστος μάρτυρας και η μαρτυρία του έγινε αποδεκτή, δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτήν την αναφορά αφού γεγονός παραμένει ότι αυτή ουσιαστικά προέρχεται από τους συγκατηγορούμενους του κατηγορούμενου 3 οι οποίοι δεν υιοθέτησαν ενόρκως μία τέτοια αναφορά.
Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
Την 1/09/2025 κατόπιν πληροφορίας ο ΜΚ2 μετέβη σε υπό ανακαίνιση οικία στην οδό Αγίου Ιωάννη 51 στη Λάρνακα και είδε εκεί τους Κατηγορούμενους 1 και 2. Μετά από παρακολούθηση 5 περίπου λεπτών διαπίστωσε ότι αυτοί ασχολούνταν με την τοποθέτηση κεραμικών περιμετρικά εντός δωματίου στην εν λόγω οικοδομή. Τους πλησίασε και αφού τους υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα του έδωσαν τα στοιχεία τους και από έλεγχο που έκανε μέσω του συστήματος της Αστυνομία και του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και της Υπηρεσίας Ασύλου διαπίστωσε ότι πρόκειται: (1) για τον MD SHAMIM (Κατηγορούμενος 1) ο οποίος εισήλθε στη Δημοκρατία παράνομα το 2022, στις 3/11/2022 έκανε αίτηση ασύλου, στις 23/11/2022 απορρίφθηκε η αίτηση του κα στις 29/12/2022 έκανε προσφυγή. Ακολούθως, στις 8/11/2023 έκανε μεταγενέστερη αίτηση η οποία κρίθηκε απαράδεκτη και του επιδόθηκε στις 10/11/2023. Έκτοτε δεν διευθέτησε την άδεια παραμονής του στην Κυπριακή Δημοκρατία με αποτέλεσμα να διαμένει μέχρι εκείνη την ημέρα (1/9/2025) παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, και (2) για τον MD IDU MIAH (Κατηγορούμενος 2), ο οποίος εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία με άδεια εισόδου ως εργάτης στις 10/07/2025. Στις 14/07/2025 του δόθηκε αποδεσμευτική επιστολή (Τεκμήριο 6) για να εξεύρει νέο εργοδότη όπου δεν το έπραξε με αποτέλεσμα από τις 13/08/2025 μέχρι και την 1/9/2025 να παραμένει παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ανακρινόμενοι παραδέχθηκαν ότι εργάζονταν στην επίδικη οικοδομή και λάμβαναν αμοιβή.
Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[14] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών που προσάπτονται στην Κατηγορούμενη 1 χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[15] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[16]
Η πιο πάνω υποχρέωση είναι άσχετη από την απόρριψη ή όχι της εκδοχής του κατηγορουμένου, αφού τυχόν απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου καθίσταται μοιραία για την υπεράσπιση μόνο όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος, ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη.[17] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι:
«Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.»
Σαφώς, όμως, η βεβαιότητα, η οποία αναζητείται στη Δικαστική απόφαση δεν είναι αυτή της απόλυτης μαθηματικής βεβαιότητας, αλλά το είδος της βεβαιότητας που ικανοποιεί την κρίση και τη συνείδηση των Δικαστών στα πλαίσια της λογικής.[18]
Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.
Το αδίκημα της 2ης και 4ης κατηγορίας, εδράζεται στις πρόνοιες του άρθρου 19(ι)(κ) του Κεφ. 105, το οποίο διαλαμβάνει τα εξής:
«19.-(1) Πρόσωπo τo oπoίo-
(ι) αv και είvαι αδειoύχo βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ, παραβαίvει oπoιoδήπoτε όρo ή πρoϋπόθεση πoυ περιέχεται σε τέτoια άδεια·
(κ) αv και είvαι κάτoχo άδειας πoυ χoρηγήθηκε βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή oπoιωvδήπoτε Καvovισμώv πoυ εκδόθηκαv βάσει αυτoύ, παραβαίvει oπoιoδήπoτε όρo ή πρoϋπόθεση πoυ περιέχεται σε τέτoια άδεια ή αναλαμβάνει οποιοδήποτε είδος εργασίας χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή δυνάμει του Κανονισμού 11 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών·
είvαι έvoχo πoιvικoύ αδικήματoς και εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αναφέρονται στις παραγράφους (α1) και (ζ) υπόκειται σε φυλάκιση για χρovικό διάστημα πoυ δεv υπερβαίvει τoυς δώδεκα μήvες ή σε πρόστιμo πoυ δεv υπερβαίvει τις χίλιες λίρες ή και στις δύo τις πoιvές της φυλάκισης και τoυ πρoστίμoυ·»
(η υπογράμμιση είναι δική μου)
Το αδίκημα της 3ης κατηγορίας, εδράζεται στις πρόνοιες του άρθρου 19 (λ) του Κεφ. 105, το οποίο διαλαμβάνει τα εξής:
«Πρόσωπο το οποίο, αφoύ έχει εισέλθει στη Δημoκρατία ως πρoσωριvός κάτoικoς για περιoρισμέvη περίoδo παραμέvει στη Δημoκρατία μετά τηv εκπvoή της περιόδoυ αυτής χωρίς vα έχει εξασφαλίσει άδεια από τov Αvώτερo Διευθυντή είvαι έvoχo πoιvικoύ αδικήματoς και εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αναφέρονται στις παραγράφους (α1) και (ζ) υπόκειται σε φυλάκιση για χρovικό διάστημα πoυ δεv υπερβαίvει τoυς δώδεκα μήvες ή σε πρόστιμo πoυ δεv υπερβαίvει τις χίλιες λίρες ή και στις δύo τις πoιvές της φυλάκισης και τoυ πρoστίμoυ».
Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 19 (λ) του Κεφ. 105 έχουν ως ακολούθως: (i) ο Κατηγορούμενος να είναι αλλοδαπός, (ii) να είχε εισέλθει στη Δημοκρατίας ως προσωρινός κάτοικος για περιορισμένη περίοδο, (iii) η περίοδος της άδειας του να έχει εκπνεύσει, και (iv) να παραμένει στη Δημοκρατία μετά την εκπνοή της άδειας παραμονής του χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια από τον Ανώτερο Διευθυντή.
Το αδίκημα της 5ης και 7ης κατηγορίας βασίζεται στο άρθρο 14Β(1) του Κεφ. 105, σύμφωνα με το οποίο:
«14Β.-(1) Η εργoδότηση αλλoδαπoύ χωρίς τηv απαιτoύμεvη από τo Νόμo άδεια ή η εργoδότηση κατά παράβαση τωv όρωv άδειας εργoδότησης ή η εργoδότηση κατά παράβαση oπoιoυδήπoτε άλλoυ vόμoυ ή καvovισμoύ, συvιστά αδίκημα τιμωρoύμεvo με πoιvή φυλάκισης μέχρι πέντε (5) έτη ή με χρηματική πoιvή μέχρι είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και με τις δύo αυτές πoιvές.»
Συνάγεται, συνεπώς, από το ίδιο το λεκτικό του ως άνω άρθρου, ότι η Κατηγορούσα Αρχή για σκοπούς στοιχειοθέτησης του επίδικου αδικήματος, βαρύνεται με την υποχρέωση να αποδείξει (α) την εργοδότηση των Κατηγορουμένων 1 και 2 από τον Κατηγορούμενο 3, εν τη εννοία του όρου εργοδότηση όπως αυτός καθορίζεται από το Κεφ. 105, (β) ότι το πρόσωπο που εργοδοτείται είναι αλλοδαπός και (γ) ότι δεν έχει εξασφαλιστεί η απαιτούμενη από το Νόμο άδεια για την εργοδότηση του.
Όσον αφορά το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 14Β(1) του Κεφ. 105, πρέπει να αναφερθεί ότι αξιόποινη, σύμφωνα με τον Νόμο, είναι η ανάληψη εργασίας οποιουδήποτε είδους και όχι η απόκτηση ιδιότητας εργοδότη και εργοδοτούμενου υπό την έννοια που αποδίδεται στον όρο στο αστικό ή εργατικό δίκαιο. Αυτό δηλαδή που πρέπει να αποδειχθεί είναι πως ο αλλοδαπός προέβαινε σε πράξεις, οι οποίες αποτελούν εργασία.[19] Για σκοπούς απόδειξης του δεύτερου συστατικού στοιχείου, εκείνο το οποίο πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι ο αλλοδαπός δεν εμπίπτει στην έννοια του κύπριου υπηκόου, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.[20] Τέλος, σε σχέση με το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, δηλαδή την έλλειψη της απαιτούμενης από το Νόμο άδειας, εφόσον αποδειχθεί η εργοδότηση του αλλοδαπού, τότε το βάρος μετατίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου να αποδείξει ότι είχε τέτοια άδεια από το αρμόδιο, για την έκδοση αυτής, τμήμα του κράτους.[21]
Κρίνω επίσης σκόπιμο, στο σημείο αυτό να επισημάνω ότι, σύμφωνα με το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 14Β (1) του Κεφ. 105, η εργοδότηση αλλοδαπού κατά παράβαση των προνοιών του συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης (strict liability offence). Δεν απαιτείται δηλαδή για σκοπούς στοιχειοθέτησης του η απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος (mens rea).[22]
Αναφορικά με το αδίκημα της 6ης και 8ης κατηγορίας, σημειώνω ότι ο Κανονισμός 38 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών, προνοεί τα εξής:
«38. Πας όστις προσλαμβάνει είς την υπηρεσίαν αυτού αλλοδαπόν, δέον όπως ειδοποιή τον λειτουργόν καταγραφής ευθύς ως ο τοιούτος αλλοδαπός εισέλθη εις την υπηρεσίαν αυτού ή εγκαταλείψη ταύτην.»
Τέλος παραπέμπω στα εξής τα οποία λέχθηκαν στην απόφαση Κανάρη (ανωτέρω), με τα οποία συνοψίστηκε η σχετική με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης Νομολογία:
«Σύμφωνα με την απόφαση στην Seraphim v. The Police (1981) 2 C.L.R. 227 στο ποινικό δίκαιο η εργοδότηση αλλοδαπού και κατ' επέκταση η απασχόληση του με την έννοια της ανάληψης εργασίας, μπορεί να αποδειχθεί, χωρίς να απαιτείται συμφωνία εργοδότησης, έλεγχος από εργοδότη, καθορισμός ωρών εργασίας ή πληρωμή μισθού. Σύμφωνα με την νομολογία, η ανάληψη οποιουδήποτε είδους εργασίας είναι αξιόποινη και καλύπτει μια ευρύτατη κατάσταση πραγμάτων (δέστε Karaoglanian v. The Police 2 C.L.R. 161, Θεοχάρους κ.α. ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 831, ECLI:CY:AD:2014:B897), όπως λέχθηκε στην H. AJAMI LTD κ.α. ν. Αστυνομία Ποιν. Εφ. 15/2019 ημερ. 13.1.2020. Να σημειωθεί ότι στην Seraphim (άνω) ο αλλοδαπός κρίθηκε ένοχος καθότι χωρίς καμία σχέση με τον ιδιοκτήτη εστιατορίου θεάθηκε να κάθεται στο Ταμείο του εστιατορίου και σε μια περίπτωση να σερβίρει πελάτες. Στην Jones v. Αστυνομίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 355 η αλλοδαπή κρίθηκε ένοχη στην βάση μαρτυρίας ότι θεάθηκε να σερβίρει ποτά σε πελάτες. Στην Karaoglanian (άνω) ο αλλοδαπός κρίθηκε ένοχος όταν εργοδοτήθηκε σε γκαράζ με σκοπό διακρίβωσης των ικανοτήτων του ως μηχανικού, ώστε να προσληφθεί στην υπηρεσία πελατών του ιδιοκτήτη του γκαράζ. Στην Θεοχάρους κ.α. ν. Αστυνομία Ποιν. Εφ. 49/2013, 50/2013, 51/2013 ημερ. 26.11.2014 κρίθηκε ότι συνιστούσε "εργοδότηση" εν τη εννοία του Νόμου (ΚΕΦ. 105 Άρθρο 148) όπου αλλοδαπός παρουσιαζόταν ως υπεύθυνος καταστήματος, έστω χωρίς, άμεσο τουλάχιστον, χρηματικό αντάλλαγμα, το οποίο, όπως κρίθηκε, ούτως ή άλλως δεν αποτελεί προϋπόθεση για διάπραξη του αδικήματος.»
Στην προκείμενη περίπτωση από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής προκύπτει ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κατά τον επίδικο χρόνο βρίσκονταν στη Δημοκρατία, χωρίς άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και περαιτέρω κατά τον επίδικο χρόνο απασχολούνταν στην επίδικη οικοδομή χωρίς να κατέχουν άδεια του Διευθυντή.
Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να λεχθεί ότι οι υποβολές του κ. Στυλιανού σε σχέση με το καθεστώς του Κατηγορούμενου 2 και ειδικότερα ότι είχε το δικαίωμα να διαμένει νόμιμα στη Δημοκρατία για χρονικό διάστημα 3 μηνών από την ημερομηνία της συμφωνίας αποδέσμευσης – Τεκμήριο 6 πέραν του ότι ουδόλως υποστηρίζονται από το περιεχόμενο της ίδιας της συμφωνίας αποδέσμευσης – Τεκμήριο 6, κατέστη σαφές ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για ένα ισχυρισμό ο οποίος παρέμεινε μετέωρος. Αξιοσημείωτο ήταν άλλωστε και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 2 αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι από τις 14/7/2025 μέχρι και τις 4/9/2025 δεν είχε βρει νέο εργοδότη.
Αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 640 και Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» Καϊμακλίου ν. Αργυρίδου Πολιτική Έφεση 32/14, ημερομηνίας 29/9/2021, ECLI:CY:AD:2021:A430.
Σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 3, για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία ότι εργοδοτούσε τους Κατηγορούμενους 1 και 2 ή ότι τους προσέλαβε στην υπηρεσία του χωρίς ειδοποιήσει τον λειτουργό καταγραφής.
Τέλος, σημειώνω ότι το γεγονός ότι έχει αποδειχθεί μέρος των λεπτομερειών της 2ης, 3ης και 4ης κατηγορίας υπό την έννοια ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι ο εργοδότης ήταν ο 3ος κατηγορούμενος δεν αποτελεί πρόβλημα για την καταδίκη των Κατηγορουμένων 1 και 2 στη 2η, 3η και 4η κατηγορία, αφού τέτοια δυνατότητα παρέχεται από το Άρθρο 85(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ήτοι για απόδειξη μέρους κατηγορίας, νοουμένου ότι αυτό το τμήμα συνιστά αδίκημα, όπως είναι εν προκειμένω η περίπτωση.[23]
Συνακόλουθα, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 2ης, 3ης και 4ης κατηγορίας εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2, ενώ απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της στο απαιτούμενο επίπεδο δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του Κατηγορούμενου 3 στις κατηγορίες 5-9.
Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στη 2η κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 3η και 4η κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος 3 αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει.
(Υπ.) ………………………..
Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35
[2] G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά (2001) 1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου (2001) 1Γ ΑΑΔ 1924).
[3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.
[4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.
[5] Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 68), Πέτρου ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 76 και Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1998) 2 ΑΑΔ 104, 118).
[6] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 320, 322, Ξυδίας ν. Αστυνομίας (1993) 2 ΑΑΔ 217 και Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 143, 155.
[7] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499.
[8] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/2011, ECLI:CY:AD:2017:A202, ημερομηνίας 31.5.2017.
[9] Ευσταθίου ν. Μιχαήλ κ.α., Πολ. Έφεση 269/12, Λεμονάρης Αιμίλιος ν. Γιάννη Βιολάρη (2016) 1 ΑΑΔ 378
[10] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614)
[11] Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 693, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 96/2016, 100/2016 και 101/16, ημερομηνίας 17/11/2017, Σταματίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 163/2018, ημερομηνίας 11/3/2020, ECLI:CY:AD:2020:B101 και Γιώρκας ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 27/2021, ημερομηνίας 16/3/2022.
[12] βλ. Νεάρχου ν. Αστυνομίας (1996) 2 ΑΑΔ 38, Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 790, Narmania κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 4/2018 και 5/2018, 3/4/2019, Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 141/2017, 31/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B202 )
[13] βλ. Petrov v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση Αρ.162/2020, ECLI:CY:AD:2021:B241 ημερομ. 8/6/2021, Miliotis v. The Police (1971) 2 CLR 292)
[14] Charitonos and others v. The Republic (1971) (1971) 2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462.
[15] Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 434).
[17] Τρύφωνος ν. Αστυνομία Ποινική Έφεση 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119 και Kafalos v. The Queen 19 CLR 121).
[18] Μαμαλικόπουλος κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 25 και 29/2014, ημερομηνίας 20.9.2018, Rex v. Dickman (1910) 5 Cr.App.R. 135 και Miller v. Minister of Pensions (1947) 2 All E.R. 372.
[19] βλ. μεταξύ άλλων, Κανάρη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 251/2019, 28/9/2021, ECLI:CY:AD:2021:B427, Seraphim v. The Police (1981) 2 CLR 227 και Karaoglanian v. The Police (1984) 2 CLR 161.
[20] βλ. επίσης άρθρο 2 του Κεφ. 105.
[21] βλ. Ζυπιτής ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 220.
[22] βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πιρίκκη (2001) 2 ΑΑΔ 279.
[23] Mehmet v. Police (1970) 2 C.L.R. 62 και Apollon Lemesou Basketball Ltd v. Διευθύντριας Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, Ποινική Έφεση Αρ.: 91/2022, 31/7/2025
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο