ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ.
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.Ε.Δ.
Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 13705/2025
Δημοκρατία
ν.
G. AL.
Κατηγορούμενου
Ημερομηνία: 7 Αυγούστου, 2026.
Εμφανίσεις:
Για τη Δημοκρατία: κ. Θ. Παπανικολάου
Για τον κατηγορούμενο: κ. Ι. Λιαλιάς
Κατηγορούμενος: παρών
Π Ο Ι Ν Η
Οι κατηγορίες 1, 2 και 3, που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος, διακόπηκαν στις 30.07.2026, και τούτος απαλλάχθηκε από αυτές. Παραδέχθηκε ενοχή στην κατηγορία 4, η οποία προστέθηκε την ίδια ημέρα, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, η οποία αφορά στο αδίκημα της διενέργειας πράξεων που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (στο εξής «η επίδικη κατηγορία»).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος, στις 24.11.2025, στην οδό Ρ. Σ. 36, στη Λάρνακα, της επαρχίας Λάρνακας, επί σκοπώ προκλήσεως βαριάς σωματικής βλάβης, παράνομα τραυμάτισε με μαχαίρι τον M. A. από το Ισραήλ (στο εξής «ο παραπονούμενος»), επιφέροντας του, τραύμα στον τράχηλο, στο θώρακα και στο δεξί χέρι.
Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, αναφέρονται σε έγγραφο που ετοίμασε η Κατηγορούσα Αρχή, καθώς επίσης και εμπλουτίστηκαν με επιπρόσθετες αναφορές του συνηγόρου υπεράσπισης, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από την πρώτη. Δεν θεωρούμε απαραίτητο να προβούμε σε αυτούσια μεταφορά των όσων, σχετικώς, αναφέρθηκαν. Ακολουθεί συνοπτική παράθεση τους.
Ο κατηγορούμενος είναι Ρ. υπήκοος και εργαζόταν ως υπάλληλος στην εταιρία S. H. M. S., στη Λάρνακα. Δεν παρουσιάστηκε στο χώρο εργασίας του, τόσο στις 21.11.2025, όσο και στις 24.11.2025, για άγνωστους λόγους. Στις 24.11.2025, κατά τις μεσημβρινές ώρες, ξεκίνησε πεζός από την οικία που διέμενε, ήτοι στην οδό Ικάρων 16, στη Λάρνακα (6 χιλιόμετρα μακριά από το χώρο εργασίας του), έχοντας στην κατοχή του ένα σιδερένιο κουρτινόξυλο, ένα μαχαίρι κουζίνας και μια λευκή μάσκα προσώπου, με εμφανή χρυσά διακοσμητικά δόντια στην περιοχή του στόματος, κατευθυνόμενος προς τον χώρο της εργασίας του. Όταν ο κατηγορούμενος εισήλθε στο εξωτερικό χώρο εργασίας του, περί τις 15:00, συνάντησε τον ιδιοκτήτη της εταιρίας, ήτοι τον παραπονούμενο και του φώναξε δυνατά «Hey M.» και ακολούθως, αιφνιδίως, φόρεσε τη μάσκα στο πρόσωπο και κάλυψε το κεφάλι του με ένδυμα που προσομοιάζει με μπούρκα, και του επιτέθηκε. Συγκεκριμένα, πήδησε πάνω στον παραπονούμενο, τον άρπαξε από τον λαιμό, και τον έπληξε με το μαχαίρι στο αριστερό μέρος του λαιμού, ήτοι στην τραχηλική χώρα πλησίον της καρωτίδας, ακολούθως στον θώρακα και στη συνέχεια στο κέντρο του λαιμού. Ο παραπονούμενος προσπάθησε να αμυνθεί, προτάσσοντας το δεξί του χέρι, με σκοπό να απωθήσει τον κατηγορούμενο, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να τον πλήξει με το μαχαίρι και στο δεξί χέρι. Ο παραπονούμενος ξεκίνησε να αιμορραγεί και καλούσε συνεχώς σε βοήθεια. Οι κινήσεις του κατηγορούμενου έγιναν αντιληπτές από άλλα παρευρισκόμενα πρόσωπα, τα οποία επενέβησαν και τον ακινητοποίησαν, μέχρι την άφιξη της Αστυνομίας. Συγκεκριμένα, ο ΜΚ2 προσέτρεξε πρώτος προς βοήθεια του θύματος, έπιασε το χέρι του κατηγορούμενου, με το οποίο ο τελευταίος κρατούσε το μαχαίρι, τον έριξε στο έδαφος και στη συνέχεια, άλλα πρόσωπα που βρίσκονταν στη σκηνή, βοήθησαν για να τον ακινητοποιήσουν, μέχρι την άφιξη της Αστυνομίας. Ο παραπονούμενος, αμέσως μετά την ακινητοποίηση του κατηγορούμενου, εισήλθε εντός του κτηρίου, πανικόβλητος, φωνάζοντας βοήθεια και προέτρεπε τους εργαζόμενους να κλειδώσουν όλες τις πόρτες του κτηρίου και να ειδοποιήσουν ασθενοφόρο. Δέχθηκε δε τις πρώτες βοήθειες από υπάλληλο του και κατέστη δυνατή η διακοπή της αιμορραγίας. Στη συνέχεια, μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, όπου του έγινε συρραφή στο τραύμα του δεξιού χεριού, καθώς και στην τραχηλική χώρα.
Κατά την άφιξη στη σκηνή των μελών της Αστυνομίας, εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος ακινητοποιημένος στο έδαφος, από πολίτες και συνελήφθη. Όταν του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Από τη σκηνή, παραλήφθηκαν ως τεκμήρια, το μαχαίρι, το αλουμινένιο σκουπόξυλο, ένα καπέλο και η μάσκα, τα αντικείμενα δηλαδή, που ο κατηγορούμενος μετέφερε μαζί του στη σκηνή και κάποια εκ των οποίων έκανε χρήση (μάσκα και μαχαίρι) κατά τη διάπραξη του αδικήματος. Επιπλέον, από τη σκηνή λήφθηκε αριθμός φωτογραφιών, οι οποίες παραδόθηκαν στο Δικαστήριο ως μέρος των γεγονότων.
Σε μεταγενέστερο χρόνο, ο κατηγορούμενος επανασυνελήφθη, κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης και όταν του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «I accept every punishment». Σε ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε την ίδια ημέρα, ήτοι στις 24.11.2025, αυτός ανέφερε ότι δεν θυμόταν το περιστατικό. Πρόκειται για πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, ο οποίος τελεί υπό κράτηση από τις 19.12.2025, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση με σκοπό την παραπομπή του για δίκη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Κρίνεται, αναγκαίο, όχι γιατί υπέχει σημασίας για την ποινολογική μεταχείριση του κατηγορούμενου, αλλά για σκοπούς πληρότητας, στο σημείο αυτό, να σημειωθούν τα εξής. Μετά την παραπομπή του κατηγορούμενου για δίκη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, και πριν την πρώτη εμφάνιση του ενώπιόν μας, εκδόθηκε διάταγμα υποχρεωτικής νοσηλείας του στη βάση του περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμου, Ν.77(1)/1997, με αποτέλεσμα τούτος να εγκλειστεί στη σχετική Κρατική Ψυχιατρική Δομή. Κατά την πρώτη δικάσιμο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, και δη στις 03.02.2026, ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε, καθότι τελούσε ακόμα υπό εγκλεισμό στη βάση του πιο πάνω διατάγματος. Το ίδιο συνέβη και κατά την επόμενη δικάσιμο που όρισε το παρόν Δικαστήριο. Για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορούμενου στη δίκη του, το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε ένταλμα σύλληψης με στόχο να διατηρήσει τον έλεγχο της διαδικασίας, δίδοντας οδηγίες όπως τούτο εκτελεστεί κατά την έξοδο του κατηγορούμενου από τις κρατικές ψυχιατρικές δομές, και μεταφερθεί τούτος ενώπιόν μας για να εξεταστεί, στην παρουσία του, το όποιο τυχόν αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για ενδεχόμενη κράτησή του. Για λόγους που παρέμειναν άγνωστοι στο παρόν Δικαστήριο, το ένταλμα σύλληψης δεν εκτελέστηκε και ο κατηγορούμενος, κατά την έξοδο του από τις ψυχιατρικές δομές, ζήτησε και παρέλαβε τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και ακολούθως μετέβη στην πατρίδα του (Ρ). Μόλις έγιναν αντιληπτά από την Κατηγορούσα Αρχή τα ανωτέρω, ενεργοποιήθηκε η διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, μέσω της οποίας επιτεύχθηκε η εκ νέου μεταφορά του κατηγορούμενου στη Δημοκρατία και η ενώπιόν μας εμφάνιση του για σκοπούς συνέχισης της παρούσας υπόθεσης.
Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε την κατάσχεση και καταστροφή όλων των τεκμηρίων που παραλήφθηκαν από την αστυνομία. Ο λόγος για τον οποίον ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα, ήταν γιατί «θόλωσε» από το γεγονός ότι, από τις πρώτες μηνιαίες απολαβές του, οι οποίες, ως είχε συμφωνηθεί, θα ανέρχοντο στα €1500, ξεκαθάρισε μόνο €20, καθότι του έγιναν αποκοπές για έξοδα μεταφορών, ταξιδιού και ενοίκιο διαμονής, και ένιωσε ότι αδικείται και ότι υπεύθυνος, για την αδικία αυτή, ήταν ο παραπονούμενος.
Στο πλαίσιο της αγόρευσης του για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, η οποία έχει ετοιμαστεί στις 08.06.2026, κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Στη βάση του περιεχομένου της εν προκειμένω έκθεσης, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 33 ετών, κατάγεται από τη Ρ., και έχει μία αδελφή 22 ετών, άγαμη, φοιτήτρια. Οι γονείς του βρίσκονται σε διάσταση. Ο πατέρας του είναι ηλικίας 56 ετών και εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα, ενώ η μητέρα του διαμένει και εργάζεται στην Α., όπου ασχολείται με τη φροντίδα ηλικιωμένων. Μετά την αποφοίτηση του από το Λύκειο, εργάστηκε σε διάφορες εταιρείες, στον κλάδο εξυπηρέτησης πελατών, μέχρι που ήρθε στην Κύπρο τον Οκτώβριο του 2025, και εργάστηκε στην εταιρεία S. H. (ανωτέρω). Ο κατηγορούμενος είχε παντρευτεί στο παρελθόν, αλλά χώρισε πριν λίγα χρόνια, χωρίς να αποκτήσει παιδιά. Πριν τη σύλληψή του, διέμενε μόνος του σε ενοικιαζόμενη οικία στη Λάρνακα, όπου το ενοίκιο ανερχόταν σε €850 μηνιαίως. Δεν είναι ιδιοκτήτης οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας, και δεν έχει αποταμιεύσεις, αλλά ούτε και χρέη. Ήταν συνεργάσιμος κατά τη συνάντηση του με τη λειτουργό που ετοίμασε την έκθεση, και πρόθυμος να απαντήσει στις ερωτήσεις που τού τέθηκαν. Παραδέχθηκε χρήση ουσιών στο παρελθόν, ενώ έχει νοσηλευθεί στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας κατά την περίοδο 28.11.2025 – 19.12.2025 (χρονικό διάστημα κατά το οποίο τελούσε υπό κράτηση στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης)[1], για ζητήματα για τα οποία συνεχίζει να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και να παρακολουθείται από ψυχίατρο.
Ο συνήγορος υπεράσπισης, πάντα στο πλαίσιο της αγόρευσης του για μετριασμό της ποινής, ζήτησε από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου, το γεγονός ότι πρόκειται για πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, καθώς και τους λόγους που τον οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος, αναφορά στους οποίους έγινε ανωτέρω κατά την παράθεση των γεγονότων, προσθέτοντας ότι η ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά του κατηγορούμενου που οδήγησε στην παρούσα δίωξη του, αποτελεί ένα μεμονωμένο παραβατικό περιστατικό στο μέχρι τώρα βίο του, το οποίο δεν πρόκειται ποτέ να επαναληφθεί. Ζήτησε επίσης όπως συνυπολογιστεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται υπό κράτηση από τις 24.11.2025, όταν και συνελήφθη, έστω και αν για σκοπούς διασφάλισης της παρουσίας του στη δίκη της παρούσας υπόθεσης η διαταγή κράτησης έγινε στις 19.12.2025, ως αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπόθεσης. Τέλος, ο συνήγορος υπεράσπισης μετέφερε την πρόθεση του κατηγορούμενου να εκτίσει την ποινή του και να απελαθεί στην πατρίδα του για να συνεχίσει τη ζωή του.
Η σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε ο κατηγορούμενος, προκύπτει από την προβλεπόμενη στον νόμο γι' αυτό ποινή, που δεν είναι άλλη από αυτήν της ποινής φυλάκισης δια βίου, αλλά και από την ίδια τη φύση του, που θέλει το πρόσωπο που το διαπράττει να ενεργεί επί σκοπό πρόκληση βαριάς σωματική βλάβης σε άλλο συνάνθρωπό του, με τις όποιες, τυχόν περαιτέρω τραγικές συνέπειες, να μην μπορούν να αποκλειστούν.
Αδικήματα τα οποία διαπράττονται με άσκηση βίας, πλήττουν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και καταρρακώνουν την αξιοπρέπεια του προσώπου που δέχεται την επίθεση. Ενέργειες άσκησης βίας με σκοπό την επικράτηση ή για λόγους εκδίκησης ή τιμωρίας, δεν γίνονται δεκτές από την κοινωνία μας και θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95). Ως αναφέρθηκε, και τούτο από ανασκόπηση της, σχετικής με το επίδικο αδίκημα, νομολογίας[2], αδικήματα που διαπράττονται με άσκηση βίας αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήρια με επιβολή αποτρεπτικών ποινών, ακόμα και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. Εκείνο δε που προκύπτει από τη εν προκειμένω νομολογία, είναι ότι η επιλογή της ποινής φυλάκισης σε πρόσωπα που κρίνονται ένοχα στο επίδικο αδίκημα, ως θέμα αρχής, δεν αποτελεί λανθασμένη επιλογή. Τουναντίον, στη βάση πάντα της ίδιας νομολογίας, τούτη είναι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται.
Πιο συγκεκριμένα, στην υπόθεση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342, αναγνωρίστηκε ότι η έλλειψη προσχεδιασμού ή προμελέτης του εγκλήματος[3] έτεινε να μετριάσει τη σοβαρότητα του, ιδιαίτερα εκεί όπου η απόφαση του να προβεί σε χρήση μαχαιριού για να τραυματίσει τον παραπονούμενο έγινε «στην έξαψη της στιγμής και κάτω από τη συναισθηματική φόρτιση που τα γεγονότα των αμέσως προηγούμενων ημερών επεσώρευσαν».
Στη ίδια υπόθεση υποδείχθηκε, ακόμα, ότι, «η αποτροπή ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνιστάμενες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing», και δεύτερο, στην αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων, το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους».
Τέλος, πάντα στη βάση των όσων αποφασίστηκαν στην υπόθεση Πισκόπου (ανωτέρω), το εν προκειμένω αδίκημα, έχει αναγνωριστεί ως ένα από τα πλέον σοβαρά αδικήματα που στοιχειοθετεί ο Ποινικός Κώδικας, μια και καθιστά ποινικά κολάσιμες σοβαρές πράξεις βίας, οι οποίες επιφέρουν δυσμενείς συνέπειες στο θύμα και οι οποίες, λόγω των επιθετικών μέσων που συνήθως χρησιμοποιούνται, μεταξύ των οποίων και το μαχαίρι, είναι δυνατό να επιφέρουν σοβαρά πλήγματα στη σωματική ακεραιότητα και υγεία του θύματος.
Η επιβολή της ποινής αποτελεί ένα ουσιώδες μέρος της ποινικής διαδικασίας, το μέγιστο εργαλείο στα χέρια του Δικαστηρίου για την προώθηση των αρχών του ποινικού δικαίου. Είναι πράγματι ένα πολύ δύσκολο και λεπτό καθήκον το οποίο θα πρέπει να ασκείται με τη μέγιστη προσοχή. Όταν το Δικαστήριο αποφασίζει για το είδος και το ύψος της ποινής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του μεγάλο αριθμό παραγόντων, οι οποίοι πολλές φορές συγκρούονται μεταξύ τους και θα πρέπει να ζυγίζει αυτούς με τέτοιο τρόπο που να καθιστά την ποινική διαδικασία κοινωνικά αποδεκτή διατηρώντας έτσι την πίστη του κοινού στον νόμο και στην απονομή της δικαιοσύνης. Είναι πρωτίστως μια διαδικασία η οποία εμπεριέχει την άσκηση διακριτικών εξουσιών η οποία δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται καθορισμένη (standardised), καθότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει ποτέ να είναι τυφλή στο μονοπάτι της (βλ. Sentencing in Cyprus, Γεώργιου Π. Πική, 2nd edition, σελ. 2).
Τελικός κριτής αναφορικά με το είδος αλλά και το ύψος της ποινής είναι το Δικαστήριο το οποίο θα επιλέξει τούτην αφού λάβει υπόψη του όλα τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση αλλά και το πρόσωπο του κατηγορουμένου. Η ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί μπροστά στην ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση κατηγορουμένων που διέπραξαν συγκεκριμένης φύσης αδικήματα. Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου σε κάθε περίπτωση να επιβάλει τέτοια ποινή που να αρμόζει και στο πρόσωπο του κατηγορούμενου. Οι προσωπικές περιστάσεις, καθώς επίσης και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε ένα αδίκημα είναι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όταν όμως καθίσταται ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τότε οι πιο πάνω παράγοντες υποχωρούν μπροστά στην εν λόγω ανάγκη. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με τη διαδικασία της εξατομίκευσης της ποινής, υπό την έννοια ότι δεν θα πρέπει τούτη να απολήγει στην εξουδετέρωση, είτε της σοβαρότητας του αδικήματος, είτε του στοιχείου της αποτροπής (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου (2001) 2 Α.Α.Δ 304).
Στρεφόμενοι τώρα στην υπό κρίση υπόθεση, και πάντα στο πλαίσιο μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουμε στην παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή, ώστε να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία (2002) 2 Α.Α.Δ. 28). Εδώ η παραδοχή του κατηγορούμενου είναι άμεση. Βαρύτητα, για σκοπούς έκπτωσης, δίνουμε και στη συνεργασία του με την Αστυνομία υπό την έννοια ότι δεν αμφισβήτησε τα όσα του αποδίδοντο κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και δήλωσε ετοιμότητα να αποδεχθεί την τιμωρία που του αρμόζει.
Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias and Others v Cyprus (Application N. 52551/2018) ημερ. 20.6.23, τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σχέση με συγκεκριμένους μετριαστικούς παράγοντες, οφείλουν να αποτυπώνουν, με τρόπο ρητό και μετρήσιμο την μείωση της ποινής με την οποία αποζημιώνεται/αμείβεται ο Κατηγορούμενος. Στην εν λόγω υπόθεση, ο ρητός και μετρήσιμος παράγων ήταν η καθυστέρηση. Η αρχή όμως της Krashias, υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:
21. Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello v. Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[4] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius v. Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov v. Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck v. Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou v. Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).
Σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική:
Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες είχαν απωλέσει την ιδιότητα του θύματος, καθώς τους επιβλήθηκε επιεικής ποινή (πρόστιμο EUR 400 για κάθε προσφεύγοντα σε σύγκριση με το ανώτατο πρόστιμο CYP 5,000 ή φυλάκιση ενός έτους ή και τα δύο) λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, το Δικαστήριο υπενθυμίζει τις γενικές αρχές που διέπουν την απώλεια της ιδιότητας του θύματος σε υποθέσεις που αφορούν τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών εξαιτίας μείωσης της ποινής, όπως συνοψίστηκαν στην υπόθεση Chiarello v. Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. Ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δήλωσε ότι η καθυστέρηση που είχε σημειωθεί «[θα] ληφθεί υπόψη», η ποινή των προσφευγόντων δεν μειώθηκε λόγω της διάρκειας της διαδικασίας ρητά και μετρήσιμα[5] (ibid., §§ 18 και 57-58· βλ. επίσης Ščensnovičius v. Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 και 92, 10 July 2018, και Malkov v. Estonia, no. 31407/07, §§ 29 και 60, 4 February 2010). Η διάρκεια της διαδικασίας αποτέλεσε μία μόνο από τις πολλές παραμέτρους που εξετάστηκαν από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής και δεν φαίνεται να υπήρξε ο κύριος λόγος για την επιείκεια (σε αντίθεση με Beck v. Norway, no. 26390/95, §§ 14 και 28, 26 June 2001). Επιπλέον, το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει τις ενέργειες της κατηγορούσας αρχής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ενώ θεωρήθηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν καμία αβεβαιότητα (βλ. και συγκρ. με Menelaou v. Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).
Λαμβάνουμε επίσης υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, ως τούτες αναφέρθησαν από το συνήγορό του, αλλά και ως προβάλλουν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, αναφορά στις οποίες έγινε ανωτέρω με αποτέλεσμα να παρέλκει η ανάγκη της εδώ επανάληψης τους.
Λαμβάνουμε, επίσης, υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα, υπό την έννοια ότι η απόφαση του να ενεργήσει αξιόποινα, λήφθηκε στη βάση της συναισθηματικής φόρτισης υπό την οποία τελούσε λόγω του ελάχιστου ποσού που παρέμεινε (από το μισθό του) διαθέσιμο για κάλυψη των μηνιαίων αναγκών του, χωρίς όμως να μας διαφεύγει ότι τίποτα δεν τέθηκε ενώπιον μας που να θέλει τον παραπονούμενο να ευθύνεται για το γεγονός αυτό ή που να δικαιολογεί τη σχετική αντίληψη του κατηγορούμενου.
Την ίδια στιγμή, δεν μας διαφεύγει και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε, εντελώς δυσανάλογα της όποιας, αδίκως ως φαίνεται, ευθύνης που επώμιζε στον παραπονούμενο και με προσχεδιασμό – απουσίαζε για δύο μέρες από την εργασία του και ξεκίνησε την πορεία του προς τη σκηνή του εγκλήματος έχοντας μαζί του τα όργανα που θα χρησιμοποιούσε για τη διάπραξη του - έλαβε, στην ουσία, τον νόμο στα χέρια του, με σκοπό να καταστεί τιμωρός του παραπονούμενου.
Ένας άλλος παράγοντας, ο οποίος συνυπολογίζεται από το Δικαστήριο, επίσης επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο, είναι τα σημεία στα οποία επέφερε τα τραύματα στον παραπονούμενο, σε συνδυασμό με το μήκος της λεπίδας του μαχαιριού που χρησιμοποίησε ως τούτο (το μήκος) προκύπτει από τις φωτογραφίες που τέθηκαν ενώπιον μας. Δεν χρειάζεται κάποιος να είναι εμπειρογνώμονας για να μπορέσει να αντιληφθεί τις πιθανές συνέπειες των ενεργειών του. Πλήξη με τη λεπίδα του συγκεκριμένου μαχαιριού, (α) στο αριστερό μέρος του λαιμού, ήτοι στην τραχηλική χώρα πλησίον της καρωτίδας, (β) στον θώρακα και (γ) στο κέντρο του λαιμού, δηλαδή σε περιοχές, πλησίον των οποίων βρίσκονται είτε ή κυρίως αρτηρία είτε τα ζωτικά όργανα του ανθρώπου, εμπεριέχει, αδιαμφισβήτητα, τον κίνδυνο να πληγούν τούτα, με τις συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης, πολλές φορές να είναι τραγικές. Θα τολμούσαμε να πούμε ότι είναι εντελώς από τύχη που ο παραπονούμενος αντιμετώπισε τους περιορισμένους τραυματισμούς του.
Την ίδια στιγμή, όμως, συνυπολογίζεται, και τούτο μετριαστικά για τον κατηγορούμενο, ότι, ανεξαρτήτως των ανωτέρω κινδύνων που ελλόχευαν, στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον μας, οι τραυματισμοί του παραπονούμενου δεν του προκάλεσαν οποιαδήποτε μόνιμη ζημιά.
Δεν μπορούμε ακόμα να μην συνυπολογίσουμε, και τούτο προς όφελος του κατηγορουμένου, το λευκό ποινικό μητρώο του και το γεγονός ότι, στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μας, η παραβατική συμπεριφορά του, που οδήγησε στη διάπραξη του επίδικου αδικήματος, αποτελεί ένα μεμονωμένο παραβατικό περιστατικό στον μέχρι τώρα βίο του.
Στο πλαίσιο της άντλησης καθοδήγησης από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με τον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν, στο παρελθόν, αδικοπραγούντες του επίδικου αδικήματος, ανηύραμε τις πιο κάτω αποφάσεις στις οποίες και θα γίνει συνοπτική αναφορά.
Στην υπόθεση Φαναρτζής ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. σελίδα 43, στον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν ηλικίας 46 ετών, και ο οποίος εντελώς απρόκλητα επιτέθηκε στον κατηγορούμενο και του κατάφερε επανειλημμένα χτυπήματα με μαχαίρι στο πρόσωπο, τη ράχη και σε άλλα μέρη του σώματος του, και η επιθετικότητα του ανεκόπη μόνο μετά από επέμβαση τρίτου προσώπου, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών, η οποία και επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Στην υπόθεση Πισκόπου (ανωτέρω), στον κατηγορούμενο, ηλικίας 48 ετών με λευκό ποινικό μητρώο, με απουσία προσχεδιασμού ή προμελέτης, και κατόπιν παραδοχής του αδικήματος αμέσως μετά τη διάπραξη του, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών, η οποία δεν κρίθηκε ως έκδηλα υπερβολική από το Ανώτατο Δικαστήριο. Κρίνεται, φυσικά, σημαντικό να αναφερθεί ότι, συνεπεία του τραύματος από σουγιά στον λαιμό και στον μηρό του παραπονούμενου, τραυματίστηκε ο νωτιαίος μυελός του, με αποτέλεσμα να προκληθεί σ’ αυτόν τετραπληγία.
Στην υπόθεση Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 468, στον κατηγορούμενο, ο οποίος με μαχαίρι τραυμάτισε φρουρό ασφάλειας σε κέντρο αναψυχής όταν ο τελευταίος, κατόπιν οδηγιών του εργοδότη του, τον απέβαλε από το κέντρο, στη βάση της απουσίας οργάνωσης και σχεδιασμού, αλλά και της παραδοχής του, έστω και σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, καθώς επίσης και προγενέστερης της διάπραξης του αδικήματος κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3½ ετών, η οποία δεν κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ως έκδηλα υπερβολική.
Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 800, στον κατηγορούμενο, ηλικίας 17 ετών, ο οποίος εντελώς απρόκλητα έπληξε επανειλημμένα με μαχαίρι τον παραπονούμενο καθ' ον χρόνο ο τελευταίος τον μετέφερε, ως πελάτη, στο ταξί του, προκαλώντας του τραύματα στον αριστερό αντιβραχίονα, στον αριστερό ώμο, στον αριστερό βραχίονα, στο ημιθωράκιο και στον τράχηλο, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Σημειώνεται, φυσικά, ότι η ηλικία του κατηγορούμενου αποτέλεσε σοβαρότατο μετριαστικό παράγοντα.
Στην υπόθεση Παρούτη ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 446, για τραύμα που προκλήθηκε δια του καρφώματος εξ επαφής βέλους στην πλάτη της παραπονούμενης, το οποίο έπληξε τον 12ο θωρακικό σπόνδυλο της, επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης 3 ετών, η οποία και επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Στην υπόθεση Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 397, στους τρεις κατηγορουμένους, ηλικίας 56, 29 και 24 ετών, για αδικήματα, μεταξύ άλλων, και αυτού της κατηγορίας 4 της παρούσας υπόθεσης, με θύματα αστυνομικούς, όταν οι τελευταίοι, με πολιτική περιβολή, εισήλθαν νόμιμα στην οικία των κατηγορουμένων με σκοπό την εκτέλεση εντάλματος έρευνας, το Ανώτατο Δικαστήριο, συνυπολογίζοντας και την απουσία οποιουδήποτε προσχεδιασμού, μείωσε τις ποινές που τους επιβλήθηκαν πρωτοδίκως, περιορίζοντάς τες, για το αδίκημα της κατηγορίας 4, σε φυλάκιση μεταξύ 2½ και 3½ ετών.
Πιο πρόσφατα, το Ανώτατο Δικαστήριο, στη Δευτεροβάθμια Δικαιοδοσία του, στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Λαζαρή, Ποινική Έφεση Αρ. 25/2021, απόφαση ημερομηνίας 8 Μαρτίου 2022, αύξησε την επιβληθείσα ποινή των 2½ ετών φυλάκισης, κατόπιν παραδοχής, στην κατηγορία που αφορούσε αδίκημα ως το αδίκημα της κατηγορίας 4 στην παρούσα υπόθεση, σε 7 έτη, σε κατηγορούμενο ηλικίας 24 ετών, λευκού ποινικού μητρώου, ο οποίος έπληξε την παραπονούμενη δύο φορές, με κυνηγετικό όπλο, από απόσταση 6 - 7 μέτρων, προκαλώντας της πολλαπλά τραύματα στη ραχιαία χώρα, από τα σκάγια των φυσιγγίων. Το έμφορτο κυνηγετικό όπλο το είχε μεταφέρει, μη αποσυναρμολογημένο, εντός του αυτοκινήτου του, με το οποίο μετέβη απρόσκλητα στην αυλή της οικίας του θύματος.
Την αυστηρότητα με την οποία πρέπει να αντικρίζεται το αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος, τόνισε και το νεοσυσταθέν Εφετείο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευτύχιου Ελευθερίου, Ποινική Έφεση 46/2023, απόφαση ημερομηνίας 16 Ιουλίου 2024, στο πλαίσιο της οποία επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3½ ετών, κατόπιν παραδοχής, σε νεαρό πρόσωπο ηλικίας 22 ½ ετών, λευκού ποινικού μητρώου, το οποίο ως μέλος ομάδας επιτέθηκε εναντίον του παραπονούμενου και του προκάλεσαν, μεταξύ άλλων, αποκοπή μέρους του αυτιού του, η οποία δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί με επικόλληση του αποκοπέντος κομματιού και για την οποία ήταν αναγκαίο να διενεργηθεί μελλοντική προσθετική επέμβαση, κάταγμα δεξιού οφθαλμικού κόγχου, οπή στην επιφάνεια του δεξιού ματιού και μώλωπες στην πλάτη, πλείστα εκ των τραυμάτων αυτών (πλην της αποκοπής του αυτιού, η οποία ήταν το αποτέλεσμα δαγκώματος από τον κατηγορούμενο) να προκαλούνται με την επαναλαμβανόμενη χρήση ξύλων και ροπάλων.
Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, κρίνουμε ότι οι μετριαστικοί παράγοντες του κατηγορούμενου δεν είναι τέτοιας έκτασης και φύσης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ενόψει και της εν γένει σοβαρότητας του αδικήματος που τούτος διέπραξε.
Είμαστε της άποψης ότι, οποιαδήποτε ποινή, πλην της στερητικής της ελευθερίας, δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις, να διέπει την ποινή. Τουναντίον κρίνουμε ότι, τυχόν επιλογή άλλου είδους ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες.
Δεν πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι το αδίκημα της εν λόγω κατηγορίας ενέχει το στοιχείο της βίας, αξιόποινη συμπεριφορά που παρουσιάζει έξαρση, με αποτέλεσμα η αποτρεπτικότητα της ποινής να μην αποσκοπεί μόνο στην συνέτιση του, ενώπιον του Δικαστηρίου, κατηγορουμένου, αλλά και του οποιουδήποτε φιλόδοξου παραβάτη που καραδοκεί να διαπράξει παρόμοιας φύσης αδικήματα (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577, Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551 και Hamisi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, απόφαση ημερ. 5.10.2016).
Αφού εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος παρέμεινε υπό κράτηση για ένα περίπου μήνα μέχρι να διωχθεί ποινικά, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή - την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα του αδικήματος της κατηγορίας 4 που παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος - και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένων της παραδοχής του και της συνεργασίας του με τις αστυνομικές αρχές (ως τούτες αναλύθηκαν ανωτέρω), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μόνη ποινή που θα άρμοζε, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθεί στον κατηγορούμενο, είναι, αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης για 6 έτη, αλλά αποδίδοντας μετρήσιμη αξία στη παραδοχή και συνεργασία του[6], κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή για αυτόν, είναι η ποινή φυλάκισης 4 ετών, την οποία και επιβάλλουμε.
Νοείται ότι η ποινή φυλάκισης των 4 ετών, μειώνεται για το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση υπό αυτή του την ιδιότητα, και δη από τις 19.12.2025. Στη βάση των προνοιών του άρθρου 85 του Ποινικού Κώδικα, όλα τα τεκμήρια κατάσχονται, και να καταστραφούν, τηρουμένων των διαδικασιών.
(Υπ.)…………………………………….
Δ. Θεοδώρου Π.Ε.Δ.
(Υπ.)…………………………………….
Ε. Ευθυμίου Α.Ε.Δ.
(Υπ.)………….………………………….
Γ. Ιωαννίδου-Παπά Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
Subject: Criminal Jurisdiction / Assize Court Jurisdiction / Final Judgments
Αναφορά: Ποινή 228(2), 234 και παράνομη παραμονή
[1] Πρόκειται για νοσηλεία του, άλλη από αυτή στην οποία αναφερθήκαμε ανωτέρω, η οποία (ανωτέρω, από εμάς αναφερόμενη), προέκυψε στη βάση διατάγματος που εκδόθηκε μετά την παραπομπή του ( μετά τις 19.12.2025) και πριν τις 03.02.2026, που θα έπρεπε να εμφανιστεί ενώπιόν μας.
[2] Πρόκειται για τη νομολογία στην οποία θα γίνει ειδική αναφορά κατωτέρω στα πλαίσια παράθεσης ενδεικτικών ποινών που επιβλήθηκαν σε αδικοπραγούντες του επίδικου αδικήματος.
[3] Πρόκειται για το επίδικο αδίκημα.
[5] Υπογράμμιση δική μας.
[6] Όπως και η καθυστέρηση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωση στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstone’s Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο