ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.
Αρ. Yπόθεσης: 13309/2022
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
Α. Π.
Κατηγορούμεvος
Ημερομηνία: 12 Μαρτίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Α. Γιάλλουρου.
Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Π. Ζαπούνης.
Κατηγορούμενος: παρών.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό και απαγορεύεται η οποιαδήποτε δημοσίευση ή δημοσιοποίηση της χωρίς την άδεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου.
O κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες 2 κατηγορίες:
(α) Σεξουαλική Παρενόχληση κατά παράβαση των άρθρων 2 και 7 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2021 (Ν. 115(I)/2021) (1η κατηγορία).
(β) Άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 12/7/2022 στη Λάρνακα προέβη σε ανεπιθύμητη προς την ΦΦ από τη Λάρνακα συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως δηλαδή τη φίλησε στο στόμα, στα μάγουλα και στον λαιμό με αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας της και προκαλώντας της υποβαθμιστικό, ταπεινωτικό και προσβλητικό κλίμα προς αυτήν.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε κατά της ΦΦ από τη Λάρνακα.
Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε 2 μάρτυρες. Κατατέθηκαν επίσης 5 τεκμήρια.
Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής και κάλεσε ένα μάρτυρα.
Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1]
Οι αναφορές όλων των μαρτύρων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους κάτι το οποίο θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο.[2]
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το Τεκμήριο 3 είναι η κατάθεση η οποία λήφθηκε από τον κατηγορούμενο Α. Π. αριθμό ταυτότητας [ ] και εκ παραδρομής καταγράφηκε στο Τεκμήριο 3 το όνομα Α. Π. και το ίδιο ισχύει και για το Τεκμήριο 4 που είναι η γραπτή κατηγορία.
Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι, γεγονός που δηλώνεται ως παραδεκτό αποτελεί όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο ουσιαστικά σε δεδομένο (βλ. Ανδρέα κ.ά. ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 498 και Ihab Im Sbaih v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 188/2014, ημερομηνίας 17.7.2015).
Κρίνεται ορθό σε αυτό το σημείο, για σκοπούς πληρότητας και παρά το ότι δεν εγέρθηκε οποιοδήποτε ζήτημα από την Υπεράσπιση, να αναφερθώ στο όνομα του Κατηγορούμενου ως αυτό εμφαίνεται στον τίτλο του Κατηγορητηρίου. Έχει καταγραφεί Α. Π. και όχι Π. Προφανώς χάριν συντομίας χρησιμοποιήθηκε η παύλα (-) στη θέση της συλλαβής Π. Αυτό δεν επηρεάζει καθοιονδήποτε τη διαδικασία δεδομένου ότι στο κατηγορητήριο καταγράφεται και ο αριθμός ταυτότητας ως αυτός δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ανήκει στον κατηγορούμενο Α. Π. επομένως πρόκειται για το ίδιο και το αυτό πρόσωπο. Ως εκ τούτου και για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας κρίνω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται ο ορθός κατηγορούμενος που είναι ο Α. Π. με αριθμό ταυτότητας [ ].
Πρώτος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν η Αστυφύλακας 220 Νίκη Νικολάου (ΜΚ1) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 1).
Συνοπτικά, η ΜΚ1 ανέφερε ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακα και είναι τοποθετημένη στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λάρνακας. Την 12/07/2022 ενημερώθηκε από την Αστ. 3855 Ε. Κουλουντή από το Τμήμα Μικροπαραβάσεων ότι την ίδια ημέρα καταγγέλθηκε στο τμήμα της από την ΦΦ ότι την ίδια ημέρα της επιτέθηκε άσεμνα και παρενόχλησε σεξουαλικά ο Α. Π. και ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης. Στις 13/07/2022 και ώρα 19:30 παρέδωσε στον κατηγορούμενο σε έντυπη μορφή τα δικαιώματα του (Τεκμήριο 2) τα οποία αφού διάβασε υπέγραψε στην παρουσία της. Την ίδια μέρα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο σχετικά με τα αδικήματα της σεξουαλικής παρενόχλησης και άσεμνης επίθεσης (Τεκμήριο 3). Ακολούθως κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα πιο πάνω αναφερόμενα αδικήματα και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι» (Τεκμήριο 4).
Δεύτερος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν κα ΦΦ, παραπονούμενη (ΜΚ2) η οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 5).
Συνοπτικά, η ΜΚ2 ανέφερε ότι εργάζεται ως καθαρίστρια σε Δημοτικό Σχολείο στη Λάρνακα. Την 12/7/2022 μετέβη στο σχολείο περίπου η ώρα 06:45. Ενώ σκούπιζε την αυλή του σχολείου της φώναξε ο κατηγορούμενος που εργάζεται στην καντίνα του σχολείου. Η ίδια τον ρώτησε τι την θέλει και αυτός της είπε έλα και θέλω κάτι να σου πω. Τότε αυτή κινήθηκε προς τον σύλλογο του σχολείου όπου βρισκόταν και ο κατηγορούμενος. Μόλις έφτασε έξω από τον σύλλογο ο κατηγορούμενος την άρπαξε σφιχτά και την τράβηξε προς το μέρος του, κρατώντας την πολύ σφιχτά χωρίς να μπορεί να φύγει. Αυτή πανικοβλήθηκε και δεν ήξερε τι να κάνει αφού έπαθε σοκ. Αυτός συνέχισε να την κρατά σφιχτά και την φίλησε με τη βία στα μάγουλα, στο στόμα και στο λαιμό της ενώ σε κάποια στιγμή της είπε «Φίλα με και εσύ». Ενώ την κρατούσε της έπιασε και το στήθος της. Στη συνέχεια αφού την άφησε της είπε να πάει μαζί του θάλασσα και η ίδια του απάντησε ότι δεν θέλει. Αυτός συνέχισε και της είπε να κανονίσουν να πάνε κάποια μέρα στο Μακένζυ και την ρώτησε που πάει η ίδια θάλασσα και του απάντησε ψέματα ότι πάει στην Ορόκλινη. Μόλις την άφησε η ίδια απομακρύνθηκε από το μέρος του και αυτά της τα είπε από απόσταση. Περαιτέρω, της ανέφερε ότι θα έρθει αύριο στις 7:00 το πρωί για να την δει και η ίδια δεν θυμόταν τι του απάντησε. Ενώ της είπε ότι θα έρθει να την δει αύριο κρατούσε με το χέρι του το γεννητικό του όργανο πάνω από το παντελόνι και ξεκίνησε να φύγει από το μέρος. Της είπε επίσης να πάει να την κεράσει ένα βράδυ έξω από ένα γυμνάσιο που κάνει σάντουιτς και η ίδια αρνήθηκε. Το συμβάν έγινε περίπου η ώρα 7:00 και εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στον χώρο του σχολείου και στο σχολείο δεν υπάρχουν κάμερες.
Έχω αναφέρει προηγουμένως ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε, ως είχε απόλυτο δικαίωμα, να παραμείνει σιωπηλός και παρουσίασε ένα μάρτυρα υπεράσπισης την κα Μαρίνα Μαρίνου (ΜΥ1).
Η ΜΥ1 ανέφερε ότι εργάζεται εδώ και 18 χρόνια ως γραμματέας σε δημοτικό σχολείο. Στις 12/7/2022 τα σχολεία ήταν κλειστά πήγε στο σχολείο εκείνη την ημέρα και παίρνει δουλειά στις 7:30. Εκείνη την ημέρα είδε στο σχολείο την καθαρίστρια του σχολείου (παραπονούμενη – ΜΚ2) και δεν είδε τον κατηγορούμενο ο οποίος ήταν ο κυλικιάρχης του σχολείου για 6-7 χρόνια ο οποίος ήταν άψογος και με το προσωπικό και με τα παιδιά. Η παραπονούμενη ανέλαβε εργασία στο σχολείο τον Γενάρη του 2022. Την επίδικη ημέρα η παραπονούμενη της είπε στη συζήτηση που είχαν ότι ήθελε να της αναφέρει κάτι και ότι της είπε ότι πήγε ο κατηγορούμενος στο σχολείο και της είπε να τον αγκαλιάσει και το έκανε και της είπε να τον φιλήσει και το έκανε. Μετά που της τα ανέφερε αυτά η παραπονούμενη ήταν εντάξει, σκούπιζε κανονικά και δεν είχε κάτι.
Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το βαθμό στον οποίο συνάδει με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης.
Πρέπει περαιτέρω να αναφερθεί ότι η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο.[5]
Μικρές ασυνέπειες, μικροδιαφορές και μικρές αντιφάσεις σε επουσιώδη θέματα δεν καταρρίπτουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια τους και δείχνουν ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων στην εκδοχή που μετέφεραν στον Δικαστήριο.[6]
Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος.[7]
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[8]
Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι η αποδοχή κάποιων μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν εξυπακούει πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας αφού η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους.[9]
Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[10]
Η ΜΚ1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Παρέθεσε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα τη δική της εμπλοκή στη διερεύνηση της υπόθεσης και αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης. Η μαρτυρία της ΜΚ1 ουδόλως αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση και παρέμεινε αναντίλεκτη.
Εξετάζοντας τη μαρτυρία της ΜΚ1 συνολικά, η ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της.
Η παραπονούμενη, ΜΚ2 δημιούργησε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατέθεσε με απλότητα και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά της ενώ γενικότερα εξέπεμπε με τον τρόπο που κατέθετε μία βεβαιότητα, συνάδουσα με πρόσωπο που λέει την αλήθεια.
Περιέγραψε το επίδικο περιστατικό απλά, με την όλη έκφραση της και τον τρόπο με τον οποίο κατέθετε να είναι φυσικός και αυθόρμητος. Δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν και διαδραματίστηκαν όπως η ΜΚ2 τα παρέθεσε χωρίς δόση υπερβολής ή και αναλήθειας. Τουναντίον. Ο τρόπος που περιέγραψε τα συμβάντα δήλωναν μάρτυρα που κατέθετε την πραγματική διάσταση τους χωρίς να υπάρχει, αλλά ούτε καν να υποβόσκει προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας ή παρουσίασης των γεγονότων με τρόπο που θα υποστήριζε την εκδοχή της. Ουδέν προέκυψε από την αντεξέταση της ΜΚ2 που να αλλοιώνει την αντικειμενικότητα και αξιοπιστία της.
Εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα. Η ΜΚ2 επεξήγησε με ενάργεια όλα όσα διαμείφθηκαν κατά την επίδικη ημέρα ενώ απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που της τέθηκαν κατά την αντεξέταση χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις.
Η ΜΚ2 ήταν σε θέση να εξηγήσει να εξηγήσει με λεπτομέρεια και ακρίβεια όσα έλαβαν χώρα την επίδικη ημέρα, ενώ παρέμεινε σαφής και σταθερή στις τοποθετήσεις της σε σχέση με τις πράξεις του κατηγορούμενου προς το πρόσωπο της.
Επανάλαβε με σταθερότητα, ειλικρίνεια και πειστικότητα ότι ως αποτέλεσμα των ενεργειών του κατηγορούμενου η ίδια αιφνιδιάστηκε, πανικοβλήθηκε και αναστατώθηκε ενώ παρέμεινε επίσης σταθερή στη θέση της την οποία επανέλαβε σε διάφορα σημεία τόσο της κυρίως εξέτασης της όσο και της αντεξέτασης της ότι η ίδια με τον τρόπο που την άρπαξε σφιχτά και με τα δύο του χέρια ο κατηγορούμενος τοποθετώντας και τα δύο του χέρια γύρω από την ίδια δεν μπορούσε να αντιδράσει ενώ παράλληλα επανέλαβε με σταθερότητα τη θέση της ότι ο κατηγορούμενος τη φίλησε με τη βία στα μάγουλα, στο στόμα και στον λαιμό της, ζητώντας της να τον φιλήσει και η ίδια ενώ περαιτέρω της έπιασε το στήθος της.
Παρέμεινε επίσης σταθερή στη θέση της ότι πρώτη φορά στη ζωή της της συνέβη ένα τέτοιο περιστατικό γεγονός το οποίο εκείνη τη στιγμή την σόκαρε και την αναστάτωσε.
Απέρριψε με εμφαντικό και σταθερό τρόπο την θέση που της υποβλήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης ότι την επίδικη ημέρα η ίδια έδωσε ένα φιλί αποχωρισμού στον κατηγορούμενο επειδή ο κατηγορούμενος θα έφευγε από την καντίνα του σχολείου προκειμένου να τον αποχαιρετήσει για τη συνεργασία τους. Αξιοσημείωτο είναι άλλωστε και το γεγονός ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του στην οποία γίνεται αναφορά πιο κάτω δεν αναφέρεται σε φιλί αποχωρισμού επειδή θα έφευγε από την καντίνα του σχολείου όπως τέθηκε κατά την αντεξέταση της ΜΚ2 αλλά ότι η παραπονούμενη τον αγκάλιασε και τον φίλησε πράγμα που έκανε και ο ίδιος.
Αντεξεταζόμενη υπήρξε επίσης σταθερή στην τοποθέτηση της ότι ο κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα της ζήτησε να πάνε θάλασσα μαζί ενώ αρνήθηκε τις υποβολές κατά την αντεξέταση της ότι ο κατηγορούμενος της είχε πει να πάνε οικογενειακώς θάλασσα και όχι μόνοι του. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι της ζήτησε να πάνε θάλασσα χωρίς να αναφέρει στην κατάθεση του ότι της ζήτησε να πάνε οικογενειακώς θάλασσα ως υποβλήθηκε στην αντεξέταση της θέση την οποία αρνήθηκε με σαφήνεια και χωρίς ενδοιασμούς και αναστολές.
Ερωτηθείσα κατά την αντεξέταση της ως προς τη διάρκεια της επίθεσης που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο την προσδιόρισε περίπου σε 5 λεπτά εκ των οποίων το 1 λεπτό αφορούσε το άγγιγμα στο στήθος της. Ήταν σαφές, και αυτό ήταν ενδεικτικό της ειλικρίνειας της ΜΚ2, ότι η ίδια δεν μπορούσε να προσδιορίσει με απόλυτη ακρίβεια την χρονική διάρκεια του επίδικου περιστατικού και ούτε αναμένεται λογικά από οποιοδήποτε πρόσωπο που δέχεται μία συμπεριφορά παρά τη θέληση του όπως αυτήν που περιέγραψε η παραπονούμενη να είναι σε θέση να αναφερθεί με ακρίβεια στην ακριβή διάρκεια ενός τέτοιου περιστατικού.
Επουσιώδης κρίνεται η παράλειψη της ΜΚ2 να αναφέρει στην κατάθεση της ότι την επίδικη ημέρα ο κατηγορούμενος φορούσε μαγιό χωρίς φανέλα από πάνω εξηγώντας λογικά και πειστικά ότι ήταν σοκαρισμένη και αναστατωμένη κατά την κατάθεση της, έκλαιγε και αυτός ήταν ο λόγος που την έκανε να ξεχάσει να αναφέρει αυτό το γεγονός.
Περαιτέρω, ήταν επίσης σε θέση να δώσει μία λογική και πειστική εξήγηση και σε σχέση με την παράλειψη της να αναφέρει κατά την κατάθεση της ότι η γραμματέας του σχολείου είχε δει τον κατηγορούμενο να φεύγει από το σχολείο την επίδικη ημέρα χωρίς όμως να είχε δει τη στιγμή του επίδικου περιστατικού λέγοντας ότι και αυτή της η παράλειψη οφείλεται στη έντονη ψυχική της αναστάτωση τη δεδομένη στιγμή. Εν πάση περιπτώσει πρόκειται για επουσιώδες ζήτημα αφού η παρουσία του κατηγορούμενου την επίδικη μέρα στο σχολείο δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση.
Σταθερή υπήρξε επίσης και στις αναφορές της σε σχέση με το γεγονός ότι είχε συναντηθεί τυχαία με τον κατηγορούμενο μία άλλη μέρα πριν το επίδικο περιστατικό σε βενζινάδικο στο οποίο είχε πάει για να φουσκώσει τα λάστιχα του αυτοκινήτου της και δίπλα στο οποίο ο κατηγορούμενος είχε το αυτοκίνητο του που πουλούσε σάντουιτς εξηγώντας με ειλικρίνεια ότι τον χαιρέτησε εκείνη την ημέρα χωρίς να αποδεχθεί τις θέσεις που της υποβλήθηκαν ότι τον ασπάστηκε φιλικά όπως της τέθηκε.
Αξιολογώντας την όλη παρουσία της στο εδώλιο του μάρτυρα δεν έχω ίχνος αμφιβολίας για την ειλικρίνεια της. Ήταν άμεση και σταθερή στις απαντήσεις της χωρίς υπεκφυγές και χωρίς προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων που θα καταδείκνυε επιδίωξη της να πείσει για κάτι που δεν έγινε με τον τρόπο που περιέγραψε. Παρέθεσε με πάσα λεπτομέρεια τα γεγονότα με ανεπιτήδευτο τρόπο και με την αξιοπιστία της να παραμένει ακλόνητη κατά το στάδιο της αντεξέτασης της
Έχοντας αυτοπροειδοποιηθεί κατάλληλα κρίνω ότι μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία της ΜΚ2 για όλα τα επίδικα θέματα χωρίς την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας. Η ΜΚ2 με σαφήνεια, ειλικρίνεια, ευθύτητα, αυθεντικά, γνήσια, πηγαία και με φιλαλήθεια ανέφερε με λεπτομέρεια και παραστατικότητα τα όσα ο κατηγορούμενος της έκανε και δεν έχω κανένα ενδοιασμό ή δισταγμό και καμία αμφιβολία να δεχθώ την μαρτυρία της για τα επίδικα γεγονότα και να την κρίνω αξιόπιστη και με ασφάλεια να βασιστώ στη μαρτυρία της.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου η ΜΚ2 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της.
Η ΜΥ1 καταθέτοντας ενόρκως δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από ασάφεια, γενικότητα, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Περαιτέρω περιέπεσε σε αντιφάσεις και κατέστη σαφές από τη μαρτυρία της ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αλλά για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο. Παραθέτω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών της που επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο.
Στην κυρίως εξέταση της ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη πήγε αυτόβουλα και της είπε ότι ήθελε να της αναφέρει κάτι. Κατά την αντεξέταση της διαφοροποίησε τη θέση της λέγοντας ότι όταν είδε την παραπονούμενη ήταν η ίδια που την ρώτησε εάν είναι όλα καλά και εάν είναι όλα εντάξει και τότε της μίλησε η παραπονούμενη. Επί της βασικότερης όμως τοποθέτησης της, ήτοι ότι η παραπονούμενη της είπε την επίδικη ημέρα ότι πήγε στο σχολείο ο κατηγορούμενος και της ζήτησε να τον αγκαλιάσει και τον αγκάλιασε και της ζήτησε να τον φιλήσει και τον φίλησε, τέτοια θέση δεν υποβλήθηκε στην παραπονούμενη προκειμένου να τοποθετηθεί. Ούτε και η θέση της ότι την επίδικη ημέρα δεν ήταν αναστατωμένη η παραπονούμενη και ότι έκανε κανονικά τις δουλειές της τέθηκε στην παραπονούμενη για να τοποθετηθεί.
Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετικές, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι οι αποφάσεις Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527, Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Έχω βέβαια υπόψη μου ότι όπως λέχθηκε στην απόφαση Προδρόμου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 260, «ο εν λόγω κανόνας έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής στις πολιτικές παρά στις ποινικές υποθέσεις». Παρά ταύτα και στο πλαίσιο των ποινικών υποθέσεων τυχόν παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους σημείου έχει κριθεί ότι αφήνει αλώβητη τη σχετική μαρτυρία του μάρτυρα επί του συγκεκριμένου σημείου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Παπαεπιφανείου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 16/2021, ημερομηνίας 19.10.2021. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η Υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 551. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα όταν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό.[11] Ο πιο πάνω κανόνας βρίσκεται στον πυρήνα του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης και παραβίασή του, στην απουσία ικανής δικαιολογίας, δίνει στο Δικαστήριο το δικαίωμα να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή.[12]
Πέραν της παράλειψης όμως να τεθούν αυτά τα ουσιώδη ζητήματα στην παραπονούμενη προκειμένου να τοποθετηθεί η ανειλικρίνεια της ΜΥ1 ήταν ξεκάθαρη από τις ίδιες τις αναφορές της. Αρχικά ανέφερε ότι εκείνη την ημέρα η παραπονούμενη σχόλασε στις 15:00, στη συνέχεια διαφοροποίησε τη θέση της και είπε ότι εκείνη την ημέρα έφυγε πιο νωρίς και ότι η ίδια μάλιστα μίλησε με την διευθύντρια και τη σχολική εφορία για να φύγει η παραπονούμενη πιο νωρίς από το σχολείο.
Περαιτέρω, ενώ στην κυρίως εξέταση της ισχυρίστηκε ότι όλα ήταν μια χαρά και η παραπονούμενη έκανε κανονικά τις εργασίες της εντούτοις μετά παραδέχθηκε ότι ζήτησε και της δόθηκε άδεια για να φύγει νωρίτερα από την εργασία της.
Δεν έπεισε ούτε η αναφορά της ότι δεν ήξερε τον λόγο που η παραπονούμενη ήθελε να φύγει από το σχολείο. Ενώ προσπάθησε να το παρουσιάσει ως κάτι απλό λέγοντας ότι το καλοκαίρι είναι πιο χαλαρά τα πράγματα και μπορείς να φύγεις πιο νωρίς στην πραγματικότητα διαφάνηκε μέσα από τις απαντήσεις της ότι ενεργοποιήθηκε ολόκληρος μηχανισμός προκειμένου να δοθεί άδεια στην παραπονούμενη να αναχωρήσει νωρίτερα.
Ενδεικτικό της προσπάθειας της να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο ήταν και τα ακόλουθα: Αρχικά είπε ότι η παραπονούμενη ζήτησε να φύγει και ότι η ίδια χωρίς να ξέρει τον λόγο αφού το ζήτησε, ειδοποίησε την διευθύντρια και τη σχολική εφορία. Στη συνέχεια διαφοροποίησε τη θέση της ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες ειδοποιήθηκε η διευθύντρια και η σχολική εφορία λέγοντας ότι όταν της είπε η παραπονούμενη τι έγινε (τα οποία επαναλαμβάνω ουδέποτε τέθηκαν στην παραπονούμενη για να τοποθετηθεί) και ενώ η ΜΥ1 προσπάθησε να παρουσιάσει ότι όλα ήταν φυσιολογικά, ότι η παραπονούμενη δεν αναστατώθηκε, ότι συνέχισε να κάνει τις δουλειές της ωσάν να επρόκειτο ουσιαστικά για μία συναινετική επαφή μεταξύ των δύο, η ίδια η ΜΥ1 έσπευσε να πάρει τηλέφωνο την διευθύντρια και τη σχολική εφορία για τους το αναφέρει.
Με άλλα λόγια, ενώ προσπάθησε αρχικά να το παρουσιάσει ως κάτι απολύτως φυσιολογικό το οποίο μάλιστα δεν δημιούργησε καμία αναστάτωση στην ΜΚ2 εντούτοις, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει λογικά και πειστικά γιατί αποφάσισε να αναφέρει αυτό το γεγονός στη διευθύντρια και τη σχολική εφορία και γιατί το θεώρησε λεπτό ζήτημα όπως το χαρακτήρισε από τη στιγμή που όπως η ίδια ισχυρίστηκε, η παραπονούμενη ήταν μια χαρά και δεν ήταν καθόλου αναστατωμένη.
Ιδιαίτερα αρνητική εντύπωση έκαναν και οι αναφορές της ΜΥ1 ότι η ίδια δεν την πίστεψε την παραπονούμενη και ότι κανένας δεν την πίστεψε. Προβάλλει εύλογα το εξής ερώτημα: Σε ποιο πράγμα δεν την πίστεψε; Αφού η παραπονούμενη, σύμφωνα πάντα με τα όσα η ΜΥ1 προσπάθησε να ισχυριστεί στο Δικαστήριο, δεν της έκανε κάποια αναφορά σε οτιδήποτε που την αναστάτωσε ή σε οτιδήποτε που έγινε χωρίς τη θέληση της.
Πέραν τούτου αυτό το οποίο θα αναμενόταν από κάποιο πρόσωπο που έρχεται στο Δικαστήριο να δώσει μαρτυρία σε σχέση με τα όσα γνωρίζει από τη στιγμή μάλιστα που αυτό το πρόσωπο (όπως εν προκειμένω η ΜΥ1) δεν ήταν παρούσα στο επίδικο περιστατικό είναι να περιοριστεί σε αυτά που γνωρίζει χωρίς να εκφέρει γενικές, αόριστες και ατεκμηρίωτες απόψεις για το εάν πιστεύει ή όχι την παραπονούμενη.
Αρνητική εντύπωση προκάλεσαν και οι ασαφείς και γενικοί ισχυρισμοί της ότι η παραπονούμενη δεν αντιλαμβάνεται τι γίνεται και ότι είναι αφελής και έχει χαμηλό IQ από τις οποίες αναδύθηκε έντονα η προσπάθεια της να παρουσιάσει μία κακή εικόνα για την παραπονούμενη την οποία ουδόλως μπορούσε να τεκμηριώσει λογικά και πειστικά.
Εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά αναδύθηκε περαιτέρω η προσπάθεια της να βοηθήσει με τις αναφορές την τον κατηγορούμενο με τον οποίο παραδέχθηκε ότι είχε μαζί του καλή σχέση σε αντίθεση με την παραπονούμενη για την οποία δεν δίστασε να προβεί σε αρνητικούς χαρακτηρισμούς τους οποίους δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει με σαφή και συγκεκριμένο τρόπο.
Όταν μάλιστα ρωτήθηκε να αναφέρει για το αν έχει καλή σχέση και με τη σύζυγο του κατηγορούμενου και την ευρύτερη οικογένεια του απέφυγε να απαντήσει λέγοντας γενικά και αόριστα ότι είχε καλή σχέση με όλους στο σχολείο.
Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία της ΜΥ1 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας της να δώσει σταθερές, σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που της τέθηκαν, καταλήγω ότι η μαρτυρία της δεν ήταν ειλικρινής και την απορρίπτω στο σύνολο της.
Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία της ΜΥ1 και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας της σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία της να καθίσταται ακροσφαλής.
Συνακόλουθα, απορρίπτω τη μαρτυρία της ΜΥ1 στην ολότητα της.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Η άσκηση του δικαιώματος της σιωπής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εκληφθεί εναντίον του αλλά ούτε και μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίδραση στην απόφαση του Δικαστηρίου.[13]
Παρά το ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξαγάγει οποιοδήποτε εύρημα ενοχής από τη σιωπή του κατηγορούμενου, μπορεί να αξιολογήσει το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, η οποία βρίσκεται κατατεθειμένη ενώπιον του. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109, όπου υιοθετηθήκαν οι αρχές της αγγλικής υπόθεσης Findlay Duncan 73 Cnm. App R. 359.
Στην απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου.[14]
Στην κατάθεση του ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι έχει αυτοκίνητο που κάνει σάντουιτς και όταν είναι ανοιχτά τα σχολεία βοηθάει τη σύζυγο του στην καντίνα δημοτικού σχολείου. Γνωρίζει την παραπονούμενη γιατί η παραπονούμενη πάει στο δημοτικό σχολείο που είναι η καντίνα ως καθαρίστρια και απλά την γνωρίζει. Στις 12/7/2022 τις πρωινές ώρες πήγε στο σχολείο για να καθαρίσει την καντίνα γιατί πρέπει να φύγουν από μέσα και είδε την παραπονούμενη έξω στην αυλή να σκουπίζει και της είπε καλημέρα. Η παραπονούμενη άφησε την σκούπα και πήγε προς το μέρος του και τον αγκάλιασε και αυτός το ίδιο και ταυτόχρονα έδωσαν από ένα φιλί στα μάγουλα, μίλησαν για λίγο και μετά έφυγε. Περαιτέρω, ανέφερε ότι την επίδικη ημέρα δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο εκεί. Ήταν η θέση του ότι την φίλησε στο μάγουλο και ήθελε. Περαιτέρω, δέχθηκε ότι εκείνη την ημέρα είπε στην παραπονούμενη όταν δεν θα είναι δουλειά και θα είναι με άδεια να πάνε κάποια μέρα θάλασσα. Τέλος, δεν δέχθηκε ότι εκείνη την ημέρα αποχωρώντας από το σχολείο κρατούσε το γεννητικό του όργανο.
Ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του ενώ αναφέρει ότι απλώς γνώριζε την παραπονούμενη εντούτοις δεν εξηγεί στην κατάθεση του λογικά και πειστικά υπό ποιες συνθήκες αφού η φερόμενη σχέση τους περιοριζόταν σε απλή γνωριμία εντούτοις η παραπονούμενη σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του τον προσέγγισε αυτόβουλα για να τον αγκαλιάσει την επίδικη ημέρα και στη συνέχεια έδωσαν από ένα φιλί στα μάγουλα. Η συμπεριφορά την οποία ο κατηγορούμενος αποδίδει στην παραπονούμενη δεν συνάδει λογικά και πειστικά με σχέση απλής γνωριμίας ως ο ίδιος την χαρακτήρισε στην αρχή της κατάθεσης του.
Περαιτέρω, η θέση του κατηγορούμενου ότι είναι η ίδια η Παραπονούμενη που προσέγγισε αυτόβουλα τον κατηγορούμενο την επίδικη ημερομηνία για να τον αγκαλιάσει ουδέποτε τέθηκε στην ίδια την Παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της προκειμένου να τοποθετηθεί. Αξιοσημείωτο ήταν άλλωστε το γεγονός ότι αυτό το οποίο τέθηκε κατά την αντεξέταση της Παραπονούμενης ήταν ότι έδωσαν μεταξύ τους ένα φιλί αποχωρισμού χωρίς βέβαια ο ίδιος ο κατηγορούμενος να προβάλλει τέτοια θέση στην κατάθεση του, ήτοι περί αποχαιρετιστήριου φιλιού.
Περαιτέρω, ενώ ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του παραδέχεται ότι ζήτησε από την Παραπονούμενη να πάνε μαζί θάλασσα γεγονός που επιβεβαιώνει αυτό το μέρος της μαρτυρίας της παραπονούμενης την ίδια στιγμή σημειώνεται ότι η θέση που υποβλήθηκε στην Παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της ήταν ότι ο κατηγορούμενος της είχε ζητήσει να πάνε οικογενειακώς θάλασσα θέση βέβαια που δεν αναφέρεται στην κατάθεση του κατηγορούμενου.
Περαιτέρω, ενώ η φερόμενη σχέση του κατηγορούμενου με την Παραπονούμενη περιοριζόταν σε απλή γνωριμία σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου στην κατάθεση του, η επόμενη του αναφορά ότι ζήτησε από την Παραπονούμενη να πάνε θάλασσα δεν φαίνεται να συνάδει λογικά και πειστικά με την κατ’ ισχυρισμό σχέση απλής γνωριμίας την οποία πρόβαλε στην κατάθεση του ο Κατηγορούμενος.
Συνακόλουθα, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω οι αναφορές του κατηγορούμενου στην κατάθεση του δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές και απορρίπτονται πλην βεβαίως των παραδοχών του σε σχέση με την παρουσία του την επίδικη ημέρα στο σχολείο, την παραδοχή του ότι έδωσε φιλί στο μάγουλο στην Παραπονούμενη καθώς επίσης και την παραδοχή του ότι την επίδικη ημέρα της ζήτησε να πάνε θάλασσα μαζί.
Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
Η ΦΦ, παραπονούμενη (ΜΚ2) στις 12/7/2022 εργαζόταν ως καθαρίστρια σε Δημοτικό Σχολείο στη Λάρνακα. Την 12/7/2022 μετέβη στο σχολείο περίπου η ώρα 06:45. Ενώ σκούπιζε την αυλή του σχολείου της φώναξε ο κατηγορούμενος που εργάζεται στην καντίνα του σχολείου. Η ίδια τον ρώτησε τι την θέλει και αυτός της είπε έλα και θέλω κάτι να σου πω. Τότε αυτή κινήθηκε προς τον σύλλογο του σχολείου όπου βρισκόταν και ο κατηγορούμενος. Μόλις έφτασε έξω από τον σύλλογο ο κατηγορούμενος την άρπαξε σφιχτά και την τράβηξε προς το μέρος του, κρατώντας την πολύ σφιχτά χωρίς να μπορεί να φύγει. Αυτή πανικοβλήθηκε και δεν ήξερε τι να κάνει αφού έπαθε σοκ. Αυτός συνέχισε να την κρατά σφιχτά και την φίλησε με τη βία στα μάγουλα, στο στόμα και στο λαιμό της ενώ σε κάποια στιγμή της είπε «Φίλα με και εσύ». Ενώ την κρατούσε της έπιασε και το στήθος της. Στη συνέχεια αφού την άφησε της είπε να πάει μαζί του θάλασσα και η ίδια του απάντησε ότι δεν θέλει. Αυτός συνέχισε και της είπε να κανονίσουν να πάνε κάποια μέρα στο Μακένζυ και την ρώτησε που πάει η ίδια θάλασσα και του απάντησε ψέματα ότι πάει στην Ορόκλινη. Μόλις την άφησε η ίδια απομακρύνθηκε από το μέρος του. Περαιτέρω, της ανέφερε ότι θα ερχόταν την επόμενη ημέρα στις 7:00 το πρωί. Ενώ της είπε ότι θα έρθει να την δει την επόμενη μέρα κρατούσε με το χέρι του το γεννητικό του όργανο πάνω από το παντελόνι και ξεκίνησε να φύγει από το μέρος. Της είπε επίσης να πάει να την κεράσει ένα βράδυ έξω από ένα γυμνάσιο που κάνει σάντουιτς και η ίδια αρνήθηκε. Το συμβάν έγινε περίπου η ώρα 7:00 και εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στον χώρο του σχολείου.
Η Αστυφύλακας 220 Νίκη Νικολάου (ΜΚ1) η οποία η οποία υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένη στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λάρνακας ενημερώθηκε την 12/07/2022 από την Αστ. 3855 Ε. Κουλουντή από το Τμήμα Μικροπαραβάσεων ότι την ίδια ημέρα καταγγέλθηκε στο τμήμα της από την ΦΦ ότι την ίδια ημέρα της επιτέθηκε άσεμνα και παρενόχλησε σεξουαλικά ο Κατηγορούμενος και ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης. Στις 13/07/2022 και ώρα 19:30 παρέδωσε στον κατηγορούμενο σε έντυπη μορφή τα δικαιώματα του (Τεκμήριο 2) τα οποία αφού διάβασε υπέγραψε στην παρουσία της. Την ίδια μέρα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο σχετικά με τα αδικήματα της σεξουαλικής παρενόχλησης και άσεμνης επίθεσης (Τεκμήριο 3). Ακολούθως κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα πιο πάνω αναφερόμενα αδικήματα.
Μετά την αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας και στην κατάληξη του Δικαστηρίου στα πιο πάνω ευρήματα θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στα αδικήματα που αντιμετωπίζει.
Αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν αμφότερες οι πλευρές με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[15] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[16]
Προτού όμως προχωρήσω στην εξέταση των κατηγοριών ξεχωριστά θεωρώ ορθό να αναφερθώ σε αυτό το σημείο στο ζήτημα της ενισχυτικής μαρτυρίας δεδομένου ότι οι κατηγορίες αφορούν αδικήματα σεξουαλικής φύσεως.
Σε ό,τι αφορά αδικήματα βίας κατά γυναίκας, δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία, ούτε αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου, ως έχει ρυθμιστεί νομοθετικά με τον περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων, Ν.115(Ι)/2021, άρθρο 29 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:
«Για την απόδειξη αδικήματος βίας κατά γυναίκας δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού ή της ένορκης μαρτυρίας γυναίκας, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού ή την ένορκη μαρτυρία γυναίκας».
Το άρθρο 5 του Ν.115(Ι)/2021 καθορίζει τα αδικήματα που λογίζονται ως αδικήματα βίας κατά γυναίκας. Ειδικότερα, παραπέμπει σε πίνακα που περιλαμβάνει τα αδικήματα που λογίζονται ως αδικήματα βίας κατά γυναίκας. Ως τέτοια αναφέρονται, μεταξύ άλλων, το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα Κεφ 154, που αποτελεί το αντικείμενο της 2ης κατηγορίας. Περαιτέρω, ως αδίκημα βίας κατά γυναίκας λογίζεται και το προβλεπόμενο στο άρθρο 7 του εν λόγω Νόμου αδίκημα της σεξουαλικής παρενόχλησης που αποτελεί το αντικείμενο της 1ης κατηγορίας.
Συνεπώς για τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία, ούτε αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου.
Να αναφέρω στο σημείο αυτό ότι έχει επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στις ΣΣ v Δημοκρατίας και V.V.M. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 147/2016 και 148/2016, 20.11.2019, ότι όπου οι κατηγορίες θεμελιώνονται επίσης και σε νόμο που έχει καταργήσει τον κανόνα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας δεν απαιτείται αναζήτηση τέτοιας μαρτυρίας, καθότι καταστρατηγούνται η πολιτική και ο σκοπός του συγκεκριμένου νόμου. Όπως επισημάνθηκε στην AFK ν Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 44/2018 και 91/2018, 6.12.2019, «πρόκειται για το φαινόμενο ανομοιομορφίας του Νόμου σε ένα κατ' εξοχήν ευαίσθητο πεδίο του δικαίου στο οποίο είχαμε την ευκαιρία να αναφερθούμε πολύ πρόσφατα στις Ποινικές Εφέσεις Αρ. 147/16 και 148/16, ημερ. 20.11.2019, Σ.Σ. ν. Δημοκρατίας και V.V.M. v. Δημοκρατίας, υποδεικνύοντας την ανάγκη για ενιαία νομοθετική ρύθμιση και εκσυγχρονισμό».
Περαιτέρω, όπως επισημάνθηκε στην ΣΣ ν Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 97/2022, 98/2022, 114/2022 και 115/2022, 16.11.2022, «η υποχρέωση πλέον για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν δημιουργείται, όπως συνέβαινε με βάση τον καταργηθέντα κανόνα πρακτικής, από το γεγονός και μόνο ότι ο μάρτυρας είναι παραπονούμενος σε σεξουαλικό αδίκημα. Η ανάγκη για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας προκύπτει από τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα και όχι από τη φύση του αδικήματος».
Κρίση του Δικαστηρίου είναι ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν υπάρχει υποχρέωση αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας αφού τα αδικήματα συνιστούν και αδικήματα βίας όπου με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 29 του Νόμου 115(Ι)/2021 προβλέπεται ότι δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας ούτε και αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για την καταδίκη προσώπου με μόνη την ένορκη μαρτυρία γυναίκας. Δεν είναι βέβαια μεμπτό η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας, ακόμη και αν το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο να καταδικάσει χωρίς αυτή, αφού η εν λόγω μαρτυρία μπορεί να ενδυναμώσει το ήδη αξιόπιστο της υπάρχουσας μαρτυρίας αλλά και την Δικαστική κρίση που βασίστηκε σε αυτή (βλ. κατ’ αναλογίαν, Brierley v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 476, 492). Ούτε και η διαδικασία εξεύρεσης ενισχυτικής μαρτυρίας τεκμαίρει ύπαρξη υποβοσκουσών αμφιβολιών στη σκέψη του Δικαστηρίου ως προς την ενοχή ή την αθωότητα του εκάστοτε κατηγορουμένου (βλ. κατ’ αναλογίαν, Χρυσάνθου v. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 221, 259). Σε κάθε περίπτωση όμως και σε σχέση με την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας η οποία θα μπορούσε, υπό κάποιες προϋποθέσεις, να επιρρώσει τη μαρτυρία της παραπονούμενης και έχοντας γνώση των αρχών της νομολογίας επί του θέματος όπως την ΣΣ και Άλλου v. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 147/16, ημ. 20/11/19, ECLI:CY:AD:2019:B477), είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν υπάρχει εδώ τέτοια μαρτυρία, που να έχει, με άλλα λόγια, ανεξάρτητη προέλευση από τη μαρτυρία της παραπονούμενης και να τείνει στο να καταλήξει ουσιωδώς πως διαπράχθηκαν τα αδικήματα που αποδίδονται στον κατηγορούμενο και στο ότι ο δράστης είναι αυτός.
Σε κάθε περίπτωση όμως κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης το Δικαστήριο έχει επιδείξει ιδιαίτερη προσοχή ως προς το κατά πόσο η παραπονούμενη είχε κάποιο κίνητρο για να προβεί στην επίδικη καταγγελία ή και είχε οποιοδήποτε αλλότριο σκοπό να εξυπηρετήσει και η κατ’ ισχυρισμό σεξουαλική παρενόχληση και άσεμνη επίθεση θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για να τον πετύχει. Έχω εξετάσει το κάθε τι που προωθήθηκε κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο υπεράσπισης. Εξέτασα περαιτέρω κατά πόσο υπάρχουν προηγούμενες αντιφατικές δηλώσεις τέτοιας φύσης που θα καθιστούσαν την μαρτυρία της αναξιόπιστη. Δεν θα επαναλάβω τα όσα ανέφερα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης παρά μόνο ότι δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που θα ανέτρεπε την αξιοπιστία της. Αποφαίνομαι ότι ως εκ της δύναμης, της ποιότητας, του εύρους και της πειστικότητας της μαρτυρίας της παραπονούμενης θα μπορούσα - και είμαι διατεθειμένη - να στηριχθώ αποκλειστικώς στη μαρτυρία της χωρίς ενισχυτική μαρτυρία και να καταδικάσω τον κατηγορούμενο σε περίπτωση βέβαια που αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων.
Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας των κατηγοριών και κρίση ως προς την ενοχή ή όχι του κατηγορούμενου, θα πρέπει να εξεταστούν κατά λογική προτεραιότητα οι ισχυρισμοί της Υπεράσπισης για παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη σχετική εισήγηση της Υπεράσπισης, έχει παραβιαστεί το δικαίωμα του κατηγορούμενου για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου και περαιτέρω τέθηκε ότι υπήρξαν σοβαρές παραλείψεις των ανακριτικών αρχών που θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση.
Το δικαίωμα εκάστου κατηγορουμένου σε διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός εύλογου χρόνου αποτελεί συνταγματικό του δικαίωμα, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος. Τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του εύλογου χρόνου για τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης κάποιου κατηγορουμένου συνοψίζονται στη σχετική νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Μενελάου ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 407 και Κάζανου ν. Eφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Ποινική Έφεση 96/19, ημερομηνίας 28/7/2020, ECLI:CY:AD:2020:B272. Στην απόφαση Κάζανου (ανωτέρω) με αναφορά στη πάγια νομολογία υποδείχθηκαν οι τρεις παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την κρίση περί της ύπαρξης καθυστέρησης. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Στην Procurator Fiscal v. Watson (2002) 4 All E.R. 1 (απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής του Ανακτοβουλίου) αναφέρθηκε ότι η προσέγγιση υπό του Δικαστηρίου τυχόν παραβίασης του δικαιώματος για δίκη εντός εύλογου χρόνου θα πρέπει να αφορά τρεις παράγοντες και οι οποίοι θα πρέπει να εξετάζονται: (α) η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (β) η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και (γ) ο τρόπος χειρισμού της υπόθεσης υπό τις διοικητικές και δικαστικές αρχές.»
Επιπλέον, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου (2009) 2 AΑΔ 376, υπεδείχθη ότι η διαπίστωση της ενδεχόμενης παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορούμενου για δίκη εντός εύλογου χρόνου δεν εξετάζεται in abstracto, αλλά τίθεται υπό τη βάσανο του συνυπολογισμού ύπαρξης και άλλων παραμέτρων, που να δείχνουν ότι υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να διεξαχθεί δίκαιη δίκη. Αποτελεί θεμελιακή νομολογιακή αρχή πως όταν ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση δεν μπορεί να επικαλείται παραβίαση του δικαιώματος δίκης εντός εύλογου χρόνου με βάση το άρθρο 30 του Συντάγματος.[17]
Στο σύγγραμμα του Λ.Α Σισιλιάνου Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2η έκδοση, σελ. 297–298, τίθεται ότι στις ποινικές υποθέσεις για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο έγινε σεβαστή η εγγύηση του εύλογου χρόνου, το επίμαχο χρονικό διάστημα, κατά κανόνα, λήγει με την έκδοση της απόφασης εκείνης που κρίνει το βάσιμο της κατηγορίας και εφόσον είναι καταδικαστική, προσδιορίζει την ποινή.
Περαιτέρω ως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Harris, O’ Boyle and Wabrick: Law of the European Convention on Human Rights, 4η έκδοση, σελ. 441, παρόλο που ο κατηγορούμενος δεν έχει υποχρέωση να συνεργάζεται ενεργά με τις Δικαστικές αρχές και έχει δικαίωμα να κάνει πλήρη χρήση των διαδικαστικών του δικαιωμάτων, τυχόν καθυστέρηση που προκύπτει από τα πιο πάνω δεν μπορεί να καταλογιστεί στο κράτος. Έτσι, έχει κριθεί ότι η συχνή αλλαγή δικηγόρων ή οι αναβολές που οφείλονται στην υγεία του κατηγορουμένου αποτελούν αντικειμενικά δεδομένα που δεν μπορούν να καταλογιστούν στο κράτος. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση König ν. Germany προσφυγή 6232/73, ημερομηνίας 28/6/1978, παρ. 103 και Krakolinig v. Austria 33992/07, (2012) παρ. 27, αντίστοιχα.
Περαιτέρω, ως επεξηγείται στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Rights σελ.441 (ανωτέρω), μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη από το ΕΔΑΔ για την εξέταση της πολυπλοκότητας της υπόθεσης είναι και η ανάγκη για λήψη μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Σχετική επίσης είναι και η υπόθεση Wemhoff v. Germany, προσφυγή 2122/1964, ημερομηνίας 27/6/1968 και το σύγγραμμα Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ανωτέρω), σελ. 292.
Σύμφωνα με την εισήγηση της Υπεράσπισης το Δικαστήριο πρέπει να διακόψει τη δίκη και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο λόγω της κατ’ ισχυρισμό παραβίασης του δικαιώματος του κατηγορούμενου για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου. Προβάλλει η Υπεράσπιση ότι η υπόθεση η οποία δεν ήταν πολύπλοκη εξελίχθηκε σε μία ατέρμονη διαδικασία με αποτέλεσμα να έχουν παρέλθει 3 και πλέον έτη, ότι ο κατηγορούμενος δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση επειδή ως προβάλλει η Υπεράσπιση ήταν πάντα συνεργάσιμος και σε όλες τις δικασίμους ήταν παρών και δεν ζήτησε ποτέ αναβολή ή καθυστέρησε τη δικαστική διαδικασία. Προβάλλεται περαιτέρω ότι η υπόθεση αναβαλλόταν είτε από το Δικαστήριο είτε από κατηγορούσα αρχή η οποία σύμφωνα πάντα με τη σχετική εισήγηση ζητούσε επανειλημμένα αναβολές για ασήμαντους και αδικαιολόγητους λόγους.
Από το περιεχόμενο του φακέλου προκύπτει ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε στις 19/9/2022 (περίπου 2 μήνες μετά την καταγγελία της παραπονούμενης στην Αστυνομία) και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 9/11/2022. Μέχρι την ημερομηνία έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας στις 5/11/2025 δόθηκαν συνολικά 7 αναβολές εκ των οποίων οι 4 ζητήθηκαν από τον κατηγορούμενο με σκοπό τον διορισμό δικηγόρου εκ μέρους του καθώς και για εξέταση του αιτήματος που υπέβαλε για παροχή νομικής αρωγής στο πλαίσιο του οποίου δόθηκαν οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Ενδεικτικά αναφέρω ότι από τις 9/11/2022 που εμφανίστηκε για πρώτη φορά ο κατηγορούμενος αυτός διόρισε δικηγόρο τον Φεβρουάριο του 2024 με τον συνήγορο του σε εκείνη τη δικάσιμο να υποβάλλει αίτημα αναβολής για να μελετήσει το μαρτυρικό υλικό. Η παράμετρος αυτή τίθεται όχι ως προς το αναφαίρετο δικαίωμα του κατηγορούμενου να εκπροσωπείται από δικηγόρο της επιλογής του αλλά ως προς το πλαίσιο του χρόνου που αναλώθηκε για την άσκηση του δικαιώματος του αυτού. Οι υπόλοιπες 3 αναβολές εγκρίθηκαν, κατόπιν υποβολής αιτήματος από την κατηγορούσα αρχή, στα οποία αιτήματα δεν έφερε ένσταση η Υπεράσπιση. Τέλος, δεν δόθηκε οποιαδήποτε αναβολή από το Δικαστήριο. Επομένως, καθίσταται σαφές ότι τα όσα η Υπεράσπιση προβάλλει στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης της περί συνεργασίας του κατηγορούμενου και μη υποβολής αιτημάτων από πλευράς του ή αναβολών από το Δικαστήριο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Ακολούθως η ακροαματική διαδικασία άρχισε στις 5/11/2025, ακούστηκαν 3 μάρτυρες, χρειάστηκαν 3 δικάσιμοι για την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και ολοκληρώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου να εκδίδεται 4 μήνες μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας.
Έχοντας υπόψη το σύνολο των πιο πάνω καταλήγω ότι δεν παρουσιάστηκε καθυστέρηση στην διεκπεραίωση της υπόθεσης ή καθυστέρηση που επηρέασε το δικαίωμα του κατηγορουμένου για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός εύλογου χρόνου. Το αντικειμενικό δεδομένο της παρέλευσης 3 και πλέον ετών από την ημερομηνία καταχώρισης της υπόθεσης από μόνο του δεν αποβαίνει μοιραίο ως προς το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Θα πρέπει, σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές, η παραβίαση του να κρίνεται έχοντας υπόψη και άλλες παραμέτρους όπως ο επηρεασμός στην υπεράσπιση του κατηγορούμενου έτσι που να πλήττεται η διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που θα δημιουργούσε έστω και την υποψία ότι η πάροδος αυτού του χρονικού διαστήματος, επηρέασε το δικαίωμα αυτό του κατηγορούμενου. Ούτε τέθηκε οποιαδήποτε σαφής, απτή και συγκεκριμένη εισήγηση σε αυτήν την κατεύθυνση από την Υπεράσπιση. Ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντεξετάσει τους ΜΚ προβάλλοντας τις θέσεις του χωρίς να προκύψει κάτι που να καταδεικνύει έστω και στο ελάχιστο ότι λόγω παρέλευσης του χρόνου αυτού επηρεάστηκαν τα δικαιώματα του.
Συνεπώς, η σχετική εισήγηση απορρίπτεται.
Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την εισήγηση περί πλημμελούς διερεύνησης.
Είναι νομολογημένο ότι το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη επεκτείνεται και στο στάδιο των ανακρίσεων.[18] Οι ανακριτικές αρχές συνεπώς, θα πρέπει να ενεργούν έτσι ώστε να μην υπάρχει παραβίαση δικαιωμάτων, ακόμα και από το στάδιο που πρόσωπο συλλαμβάνεται και τελεί υπό κράτηση για σκοπούς διερεύνησης υπόθεσης. Στην κατάλληλη περίπτωση σοβαρές παραλείψεις των ανακριτικών αρχών δυνατόν να οδηγήσουν και σε απαλλαγή ενός κατηγορούμενου.[19] Όμως, για να οδηγηθούν τα πράγματα σε τέτοια εξέλιξη, οι παραλείψεις πρέπει να θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Sofri and Others v. Italy (2004) Crim. L.R.846) και το βάρος απόδειξης, ότι όντως ο κατηγορούμενος έχει τεθεί σε μειονεκτική θέση, το φέρει η Υπεράσπιση και αποσείεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.[20]
Στην υπόθεση Aburamadan v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση Αρ.148/2021 σχ. με 155/2021, ημερομ.10/11/2022 τέθηκαν τα εξής σε σχέση με την υποχρέωση της αστυνομίας για διερεύνηση της υπόθεσης:
«Στη Munteanu v. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 459, που μας παρέπεμψε ο εφεσείων 2 και λήφθηκε υπόψη από το Κακουργιοδικείο, αναφέρθηκαν τα εξής: «Αποτελεί δε υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάζει στοιχεία, ακόμη και αν αυτά είναι υπέρ του κατηγορούμενου διότι είναι κατηγορούσα και όχι διωκτική αρχή, το δε ερευνητικό έργο της αστυνομίας και της ίδιας, δεν στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση».
Η πιο πάνω αρχή είναι ευθυγραμμισμένη και με τη νομολογία του ΕΔΑΔ. Ως έχει υποδειχθεί από το ΕΔΑΔ, το διαδικαστικό στάδιο της διερεύνησης είναι εξέχουσας σημασίας στην όλη διαδικασία, (βλ. V.C.L. and A.N. v. the United Kingdom, Αιτήσεις 77587/12 και 74603/12, ημερομηνίας 16/2/2021, παράγραφος 195). Περαιτέρω, στην ίδια απόφαση, στην παράγραφο 200, κρίθηκε ότι η αποτυχία των αρχών να συνυπολογίσουν ορθά τα δεδομένα της υπόθεσης, εμπόδισε αυτές από το να εξασφαλίσουν μαρτυρία, η οποία μπορούσε να αποτελέσει θεμελιακή πτυχή της υπεράσπισης των κατηγορουμένων. Η πιο πάνω παράλειψη κρίθηκε ότι παραβίαζε το άρθρο 6.1 της ΕΣΔΑ.
Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι το στάδιο της διερεύνησης είναι θεμελιακό, καθότι καθορίζει το πλαίσιο στο οποίο εξετάζεται η υπόθεση κατά το στάδιο της ακρόασης. Επίσης προκύπτει ότι οι αρχές εκάστου κράτους θα πρέπει να σταθμίζουν τα δεδομένα εκάστης υπόθεσης με τρόπο που να μην εμποδίζουν τον εαυτό τους από το να εντοπίζει μαρτυρία, η οποία μπορεί να θεμελιώσει υπεράσπιση για τους κατηγορούμενους.
Περαιτέρω, έχει επισημανθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι το ερώτημα κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, ακριβώς διότι μόνο σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός για παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται μεμονωμένα ούτε κατ' αφηρημένο τρόπο (in abstracto) αλλά συγκεκριμένα και υπό το φως της κάθε δεδομένης υπόθεσης (in concreto).[21]
Στην υπό κρίση περίπτωση, η Υπεράσπιση προβάλλει ότι η ανακρίτρια παρέλειψε να λάβει καταθέσεις από την γραμματέα, διευθύντρια και προσωπικό του σχολείου, από το οικογενειακό περιβάλλον της παραπονούμενης και από «γειτονικά άτομα της περιοχής», ως χαρακτηριστικά τέθηκε. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Υπεράσπιση ουδόλως αντεξέτασε την ανακρίτρια ΜΚ2 επί αυτών των ζητημάτων ούτε και υπέβαλε οποιαδήποτε σχετική εισήγηση στην ανακρίτρια για να τοποθετηθεί. Εν προκειμένω, ο Κατηγορούμενος δεν εισηγήθηκε κάτι συγκεκριμένο και δεν εξήγησε με ποιο τρόπο επηρεάστηκε δυσμενώς στην προώθηση της Υπεράσπισης του από τις ισχυριζόμενες παραλείψεις της διερεύνησης. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω σχετικά τα ακόλουθα: Δεν παραγνωρίζω ότι η γραμματέας του σχολείου ήταν στο σχολείο την επίδικη ημέρα χωρίς να είναι παρούσα στο επίδικο περιστατικό καθώς και ότι έγινε αναφορά στη μαρτυρία της παραπονούμενης ότι μίλησαν την επίδικη ημέρα, πλην όμως την ίδια στιγμή, σημειώνω ότι η Υπεράσπιση παρουσίασε την γραμματέα ως μάρτυρα στο Δικαστήριο η οποία έδωσε μαρτυρία για την υπόθεση προβάλλοντας διάφορους ισχυρισμούς. Επομένως, δεν έχει καταδειχθεί ότι υπήρξε οποιοσδήποτε επηρεασμός της υπεράσπισης του Κατηγορούμενου ένεκα της μη λήψης κατάθεσης από την γραμματέα του σχολείου αφού η ίδια προσήλθε στο Δικαστήριο δίδοντας μαρτυρία η οποία αξιολογήθηκε από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, οι αναφορές για λήψη κατάθεσης από την διευθύντρια η οποία δεν βρισκόταν καν την επίδικη ημέρα στο σχολείο ή οι γενικές και αόριστες αναφορές σε καταθέσεις από οικογενειακό περιβάλλον ή προσωπικό του σχολείου ή γείτονες, τέθηκαν πολύ γενικά και αόριστα χωρίς τη δέουσα εξειδίκευση, λαμβάνοντας υπόψη ότι το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα χωρίς να είναι παρόντα οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα πλην την παραπονούμενης και του κατηγορούμενου. Συνεπώς, δεν έχει εξηγηθεί γιατί ήταν ουσιώδες να ληφθούν καταθέσεις από τα πιο πάνω πρόσωπα.
Να επαναλάβω ότι το ζήτημα της δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται αφηρημένα. Το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει ενώπιον του συγκεκριμένες θέσεις ως προς τις ενέργειες που θα έπρεπε να γίνουν από πλευράς ανακριτικών αρχών και δεν έγιναν και πως οι παραλείψεις αυτές επηρεάζουν το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Γενικές τοποθετήσεις δεν είναι δυνατόν να αποτελέσουν υπόβαθρο για εξέταση του ζητήματος.
Με άλλα λόγια, δεν έχει καταδειχθεί με ποιο τρόπο η μη λήψη καταθέσεων από τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται η Υπεράσπιση επηρέασε καθ' οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη. Δεν έχει εν προκειμένω καταδειχθεί ότι η μη λήψη οποιασδήποτε άλλης κατάθεσης είχε οποιαδήποτε επίπτωση στην προώθηση της Υπεράσπισης του Κατηγορούμενου ή στην αμφισβήτηση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ούτε έχει καταδειχθεί ότι αποστέρησε από τον κατηγορούμενο τη δυνατότητα να προτάξει εκδοχές ή να αντιτάξει τοποθετήσεις ενάντια εκείνων της Κατηγορούσας Αρχής ή ακόμη και να αμφισβητήσει το καλόπιστο της δίωξης. Δεν τέθηκε δηλαδή οτιδήποτε απτό και συγκεκριμένο σε αυτήν την κατεύθυνση.
Βάσει των πιο πάνω, οι ισχυρισμοί περί πλημμελούς διερεύνησης δεν έγινε κατορθωτό να πείσουν, έστω και στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι οι προβαλλόμενες ως παραλείψεις της Αστυνομίας στο ανακριτικό στάδιο ήταν τέτοιας φύσης ή έκτασης που ο Κατηγορούμενος τέθηκε σε δυσμένεια κατά την προώθηση της υπεράσπισής του. Η σχετική εισήγηση απορρίπτεται.
Καταληκτικά, σημειώνω ότι μέσα από την ακροαματική διαδικασία προκύπτει ξεκάθαρα ότι δεν υπήρξε οποιοσδήποτε επηρεασμός της υπεράσπισης του Κατηγορούμενου.
Μετά την εξέταση της εισήγησης περί παραβίασης του δικαιώματος του Κατηγορούμενου να τύχει δίκαιης δίκης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η μαρτυρία που έχει κριθεί ως αποδεκτή και αξιόπιστη πληροί τα συστατικά στοιχεία των αδικήματων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος.
Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[22] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[23] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[24]
Η πιο πάνω υποχρέωση είναι άσχετη από την απόρριψη ή όχι της εκδοχής του κατηγορουμένου, αφού τυχόν απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου καθίσταται μοιραία για την υπεράσπιση μόνο όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος, ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη.[25] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι:
«Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.»
Σαφώς, όμως, η βεβαιότητα, η οποία αναζητείται στη Δικαστική απόφαση δεν είναι αυτή της απόλυτης μαθηματικής βεβαιότητας, αλλά το είδος της βεβαιότητας που ικανοποιεί την κρίση και τη συνείδηση των Δικαστών στα πλαίσια της λογικής.[26]
Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.
1η κατηγορία – Σεξουαλική παρενόχληση:
Η 1η κατηγορία εδράζεται στο άρθρο 7 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας Κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021, το οποίο με πλαγιότιτλο («Σεξουαλική παρενόχληση») έχει ως ακολούθως:
«7. Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε ανεπιθύμητη από τη γυναίκα συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως η οποία εκφράζεται με λόγια ή με πράξεις και έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας της γυναίκας, ιδιαίτερα όταν μέσω αυτής της συμπεριφοράς, το εν λόγω πρόσωπο δημιουργεί εκφοβιστικό, εχθρικό, υποβαθμιστικό, ταπεινωτικό ή προσβλητικό κλίμα προς τη γυναίκα αυτή, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές».
Από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα αυτό πρέπει να αποδειχθεί ότι:
1. Ο κατηγορούμενος προέβη σε συμπεριφορά, η οποία:
2. Είναι ανεπιθύμητη από τη γυναίκα - θύμα,
3. Είναι σεξουαλικής φύσεως,
4. Εκφράζεται με λόγια ή με πράξεις και
5. Έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας της γυναίκας.
Από το λεκτικό του ίδιου άρθρου προκύπτει ότι τέτοιος σκοπός ή αποτέλεσμα δηλαδή η προσβολή της αξιοπρέπειας της γυναίκας, υφίσταται στις περιπτώσεις που μέσω της ως άνω αναφερόμενης συμπεριφοράς, ο κατηγορούμενος δημιουργεί εκφοβιστικό, εχθρικό, υποβαθμιστικό, ταπεινωτικό ή προσβλητικό κλίμα προς τη γυναίκα - θύμα. Από τη χρήση δε της λέξης «ιδιαίτερα» προκύπτει ότι οι ως άνω περιπτώσεις δεν καθορίζονται εξαντλητικά και άρα ότι τέτοιος σκοπός ή αποτέλεσμα μπορεί να στοιχειοθετηθεί και σε άλλες περιπτώσεις. Ως προς τούτο δέον όπως υπομνησθεί ότι αποτελεί βασική αρχή του δικαίου ότι η κάθε περίπτωση κρίνεται στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της.
Ως προς την έννοια της «σεξουαλικής φύσεως συμπεριφοράς», σχετική είναι η ερμηνεία του όρου «σεξουαλική πράξη» που δίδεται στο άρθρο 2 του Νόμου 115(Ι)/2021:
«σεξουαλική πράξη» σημαίνει πράξη, με ή χωρίς διείσδυση, η οποία-
(α) εύλογα θεωρείται ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική, ανεξαρτήτως του σκοπού του προσώπου το οποίο προβαίνει σε αυτή, ή
(β) δυνατόν ως εκ της φύσεώς της να είναι σεξουαλική και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργείται να την καθιστούν σεξουαλική∙
Αναφορικά δε με την έννοια της «αξιοπρέπειας», ενόψει του ότι στο Νόμο 115(Ι)/2021 δεν υπάρχει σχετική ερμηνεία, θα πρέπει σύμφωνα με τις πάγια νομολογημένες αρχές ερμηνείας ποινικών νόμων (βλ. Silvano κ.ά. ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 25, Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαλαζάρου κ.ά. (1995) 2 Α.Α.Δ. 128 και Κ.Ο.Τ ν. Παπαδόπουλου (1990) 2 Α.Α.Δ 86), εφόσον δεν υπάρχει ασάφεια ή αμφιβολία στο λεκτικό της συγκεκριμένης διάταξης του Νόμου, η ερμηνεία να γίνεται με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια της λέξης. Σύμφωνα λοιπόν με το λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, (β' έκδοση), «αξιοπρέπεια είναι το αίσθημα της τιμής κάποιου» και «τιμή είναι (α) η υπόληψη, η κοινωνική εκτίμηση που δικαιούται κάθε άνθρωπος ως κοινωνικό ον, (β) στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, η κοινωνική και προσωπική του αξία».
Ο ορισμός που δίδεται στον Νόμο 115(Ι)/2021 προσομοιάζει με τον ορισμό που δίδεται στο άρθρο 78 του Sexual Offences Act 2003, στην Αγγλία ως ακολούθως:
For the purposes of this Part (except sections 15A and section 71) penetration, touching or any other activity is sexual if a reasonable person would consider that—
(a) whatever its circumstances or any person's purpose in relation to it, it is because of its nature sexual, or
(b) because of its nature it may be sexual and because of its circumstances or the purpose of any person in relation to it (or both) it is sexual.
Η έννοια του όρου σεξουαλική πράξη, για σκοπούς του πιο πάνω νομοθετήματος έχει εξεταστεί στις Αγγλικές υποθέσεις R v. H [2005] 2 All ER 859 και R v Abdulahi [2022] EWCA Crim 412.
Στην υπόθεση R v. Abdulahi παρ. 36-37, τέθηκε πως εάν από τη φύση της μαρτυρίας προκύπτει ότι η πράξη ως εκ της φύσεως της σεξουαλική, το ζήτημα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 78(α) και δεν χρειάζεται άλλη διεργασία για την κατάληξη στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί σεξουαλικής πράξης.
Στην R v. H ( ανωτέρω), εξετάστηκε η εμβέλεια του άρθρου 78(b) και στην παράγραφο 12 λέχθηκαν τα ακόλουθα διαφωτιστικά:
«The fact that in s 78(b) there are two different questions which we have sought to identify complicates the task of the judge and that of the jury. If there is a submission of 'no case' the judge may have to ask himself whether there is a case to be left to the jury. He will answer that question by determining whether it would be appropriate for a reasonable person to consider that the touching because of its nature may be sexual. Equally, the judge will have to consider whether it would be possible for a reasonable person to conclude, because of the circumstances of the touching or the purpose of any person in relation to the touching (or both), that it is sexual. If he comes to the conclusion that a reasonable person could possibly answer those questions adversely to the defendant, then the matter would have to be left to the jury.»
Προκύπτει, συνεπώς, ότι η νοητική διεργασία για την κατάληξη στο κατά πόσο κάποια πράξη είναι σεξουαλική, για σκοπούς του άρθρου 78(b), ξεδιπλώνεται σε δυο στάδια. Πρώτα αποφασίζεται εάν κάποιο λογικό άτομο θα συμπεραίνει ότι η πράξη δυνατόν να είναι σεξουαλική εκ της φύσεως της και το κατά πόσο είναι πιθανόν, υπό τις περιστάσεις που έλαβε χώρα η πράξη, κάποιο λογικό άτομο να συμπεράνει ότι ήταν σεξουαλική φύσεως.
Καταλήγω, λοιπόν, ότι παρόμοια προσέγγιση θα πρέπει να ακολουθηθεί και για σκοπούς του εξεταζόμενου άρθρου επί του οποίου εδράζεται η κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος επί σκοπώ άρπαξε σφιχτά την Παραπονούμενη και την τράβηξε προς το μέρος του, κρατώντας την πολύ σφιχτά χωρίς να μπορεί να φύγει. Αφού συνέχισε να την κρατά σφιχτά την φίλησε με τη βία στα μάγουλα, στο στόμα και στο λαιμό της ενώ σε κάποια στιγμή της είπε «Φίλα με και εσύ». Ενώ την κρατούσε της έπιασε και το στήθος της. Στη συνέχεια αφού την άφησε της είπε να πάει μαζί του θάλασσα και η ίδια του απάντησε ότι δεν θέλει και αυτός συνέχισε και της είπε να κανονίσουν να πάνε κάποια μέρα θάλασσα. Περαιτέρω, όταν της είπε ότι θα έρθει να την δει ξανά αύριο κρατούσε με το χέρι του το γεννητικό του όργανο πάνω από το παντελόνι. Αδιαμφησβήτητα οι πιο πάνω πράξεις τις οποίες δεν επιθυμούσε η Παραπονούμενη ήταν σεξουαλικής φύσεως. Στην εδώ περίπτωση, οι περιστάσεις των επίδικων πράξεων και εκφράσεων, δηλαδή εν ψυχρώ και αναίτια καθιστούν την επίμαχη συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως για σκοπούς του Νόμου. Δεν είναι δυνατόν, υπό τις συνθήκες που έχω εξηγήσει, να προσεγγιστεί διαφορετικά η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου και το λογικό συμπέρασμα που αναμφίβολα προκύπτει δεν μπορεί να είναι άλλο από αυτό. Περαιτέρω η επίμαχη συμπεριφορά είχε αναμφίβολα ως αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας της Παραπονούμενης, στο σώμα της οποίας, επενέβη ο κατηγορούμενος χωρίς τη θέληση της και η οποία τη δεδομένη στιγμή εξαιτίας αυτών των πράξεων και εκφράσεων υπέστη σοκ, αναστατώθηκε και χρειάστηκε να διακόψει την εργασία της για να καταγγείλει το επίδικο περιστατικό.
Συνακόλουθα, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας.
2η κατηγορία – Άσεμνη Επίθεση:
Η κατηγορία 2 στηρίζεται στο άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154, το οποίο προνοεί:
«Όποιος παράνομα και άσεμνα επιτίθεται εναντίον γυναίκας, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια.»
Το άρθρο 151 του Κεφ. 154, μοιάζει στο λεκτικό με το άρθρο 14(1) του Sexual Offences Act 1956. Για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της άσεμνης επίθεσης πρέπει να αποδειχθεί (α) η επίθεση, (β) η πρόθεση επίθεσης και (γ) το άσεμνο της επίθεσης.
Στην απόφαση R. v. Court (1989) A.C. 28, αποφασίστηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει (α) ότι ο Κατηγορούμενος επί σκοπώ επιτέθηκε στο θύμα (β) ότι η επίθεση ή η επίθεση με τις συνακόλουθες περιστάσεις, μπορεί να θεωρηθεί στα μάτια των ορθώς σκεπτόμενων πολιτών ως άσεμνη και (γ) ότι υπάρχει πρόθεση διάπραξης τέτοιου αδικήματος. Αποφασίστηκε επίσης ότι αν τα γεγονότα είναι τέτοια που μπορούν να επιδέχονται ερμηνεία είτε της αθώας είτε της άσεμνης πράξης, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο την εκ προθέσεως επίθεση αλλά και το άσεμνο της συμπεριφοράς, η δε νοητική διάθεση ή κίνητρο του Κατηγορουμένου είναι αποδεκτά ως μαρτυρία για να καταδειχθούν ή όχι οι προϋποθέσεις της άσεμνης επίθεσης.
Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο και νομολογιακά εμπεδωμένο, ότι η ένοχη διάνοια ή πρόθεση διάπραξης ενός ποινικού αδικήματος ως πνευματικό στοιχείο δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση. Τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει.[27]
Όσον αφορά την επίθεση, στην υπόθεση Fagan Metropolitan v. Police Commissioner (1968) 3 All E.R. 442, λέχθηκε ότι επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με την τοποθέτηση του χεριού σε άλλον. Στην υπόθεση R. v. Dungey (1864) 4 F. & F. 99, αποφασίστηκε ότι το φίλημα με βία αποτελεί επίθεση.
Στην υπόθεση R. v. Venna (1975) 3 L.R. 737, 743, αποφασίστηκε ότι το νοητικό στοιχείο της πρόθεσης αποδεικνύεται είτε με άμεση μαρτυρία, είτε τεκμαίρεται από τις περιστάσεις και γεγονότα της υπόθεσης. Η συγκατάθεση σαφώς είναι παράγοντας που αίρει την ποινική ευθύνη - βλ. R. v. Lang (1975) Cr. L.R. 65.
Όσον αφορά την έννοια του παράνομου, αυτή προδιαγράφει την ανυπαρξία νόμιμου σκοπού, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Police v. Djioppou (1972) 10 J.S.C. 1365.
Για το τί συνιστά άσεμνη επίθεση παραπέμπω στις πιο κάτω υποθέσεις:
Στην υπόθεση R. v. Court, ανωτέρω, θεωρήθηκε ως άσεμνη επίθεση, κτυπήματα στα οπίσθια μιας 12χρονης όπου το κίνητρο, κατά την παραδοχή του Κατηγορουμένου, ήταν φετιχισμός για το μέρος εκείνο του ανθρώπινου σώματος.
Στην υπόθεση R. v. Maurice Leeson 52 Cr. App. R. 185, θεωρήθηκε άσεμνη επίθεση το φιλί σε ένα κορίτσι ενάντια στη θέληση του συνοδευόμενο με εισηγήσεις συνουσίας ή συναφείς δραστηριότητες.
Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ηροδότου, Ποινική Έφεση Αρ. 120/13, ημερ. 30.3.15, στην οποία το Εφετείο θεώρησε εσφαλμένη την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η «άσεμνη επίθεση» πρέπει να εμπεριέχει το στοιχείο της πρόκλησης φόβου στο θύμα ότι θα του ασκηθεί άμεση και παράνομη βία, αναφέρθηκε ότι το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης συντελείται όταν υπάρχει άμεση σωματική βία, υπό άσεμνες περιστάσεις. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα εξής:
«Όταν τέτοια βία ασκείται χωρίς τη συναίνεση του άλλου ή έστω με τη συγκατάθεσή του, η οποία όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρη κατά νόμο συναίνεση, τότε πρόκειται για άσεμνη επίθεση (βλ. R. V. McCormack [1969] 3 All ER 371). Η έννοια της άσεμνης επίθεσης διευκρινίστηκε κατ΄ εφαρμογή της McCormack έτι περαιτέρω στην υπόθεση Faulkner v. Talbot [1981] WLR 1528:
«An assault is any intentional touching of another person without the consent of the person and without lawful excuse. It need not necessarily be hostile or rude or aggressive, as some of the cases seem to indicate.»
Εάν το άγγιγμα, εξηγείται κατωτέρω, είναι άσεμνο, τότε πρόκειται για άσεμνη επίθεση.
Συνεπώς, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία ως συστατικό στοιχείο, υπό τις περιστάσεις, του αδικήματος.»
Η έννοια της άσεμνης επίθεσης αποδίδεται στον ορισμό που έδωσε η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση R. v. Court (1988) 2 All E.R. 221: Ένα πρόσωπο είναι ένοχο άσεμνης επίθεσης όταν επιτίθεται στο θύμα με πρόθεση όχι μόνο να επιτεθεί, αλλά να επιτεθεί άσεμνα, δηλαδή κατά τρόπο που τα ορθώς σκεπτόμενα πρόσωπα θα θεωρούσαν άσεμνο. Μια πράξη είναι άσεμνη αν συνοδεύεται από απρεπή συμπεριφορά προς το θύμα (Beal v. Kelley (1951) 2 All ER 763). Η πρόθεση αποδεικνύεται είτε άμεσα, όπως π.χ. ομολογία, είτε έμμεσα εκ των περιστάσεων της υπόθεσης, υπό τις προϋποθέσεις που επιτρέπεται συμπερασματικά τέτοιο εύρημα (βλ. επίσης R. v. Sutton (1977) 3 All E.R. 746).
Στην υπόθεση Πετρίδης v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ.153/2021, ημερ. 14.11.2023, αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα και τις αρχές που διέπουν τη διάπραξη του, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
« Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης, απαιτείται να καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος: (α) Επιτέθηκε (assault), (β) Άσεμνα (indecently), (γ) Παράνομα (unlawfully), (δ) Εναντίον γυναίκας.
Εν πρώτοις θα πρέπει να σημειωθεί ότι το πιο πάνω αδίκημα είναι όμοιο με το αντίστοιχο αδίκημα του άρθρου 14(1) του προϊσχύσαντος αγγλικού Sexual Offences Act 1956 («indecent assault on a woman»). Αναγκαία είναι επίσης και η υπενθύμιση ότι στην ημεδαπή έννομη τάξη ο όρος «επίθεση» περιλαμβάνει και τα δύο είδη επιθέσεων που είναι γνωστά στο κοινοδίκαιο ως «assault» και «battery» (Γενικός Εισαγγελέας v. Ηροδότου (2015) 2(Α) Α.Α.Δ. 128), αν και γενικά είναι δεκτό ότι σε πλείστες όσες περιπτώσεις ο όρος «assault» χρησιμοποιείται ως περιέχων και τα δύο αυτά αδικήματα του κοινοδικαίου (Archbold 2023, §19‑ 221). Ειδικά ως προς την άσεμνη επίθεση θεωρούμε πως αποδίδει τα ισχύοντα το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση R v. Court (1989) Α.C. 28 H.L.:
«. it is self evident, that the first stage in the proof of the offence is for the prosecution to establish an assault. The «assault» usually relied upon is a battery, the species of assault, conveniently described by Lord Lane C.J. in Faulkner v. Talbot [1981] 1 W.L.R. 1528, 1534 as «any intentional touching of another person without the consent of that person and without lawful excuse. It need not necessarily be hostile or rude or aggressive, as some of the cases seem to indicate». But the «assault» relied upon need not involve any physical contact but may consist merely of conduct which causes the victim to apprehend immediate and unlawful personal violence. In the case law on the offence of indecent assault, both categories of assault feature».
Σε απόλυτη συνάφεια με τα ανωτέρω προσθέτουμε πως η επίθεση είναι δυνατόν να διαπραχθεί και διά λόγων ή ακόμα και διά της σιωπής υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αναλόγως των περιστάσεων. Επ' αυτού σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση R v. Ireland, Burstow (1998) A.C. 147 H.L.:
«The proposition that a gesture may amount to an assault, but that words can never suffice, is unrealistic and indefensible. A thing said is also a thing done. There is no reason why something said should be incapable of causing an apprehension of immediate personal violence, e.g. .».
Όσον αφορά το δεύτερο συστατικό στοιχείο, το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει κατά πόσον οι ορθώς σκεπτόμενοι άνθρωποι θα θεωρούσαν την επίμαχη συμπεριφορά άσεμνη ή όχι. Το δε κριτήριο είναι κατά πόσον το αποτέλεσμα της επίμαχης συμπεριφοράς ήταν τόσο προσβλητικό στα εκάστοτε ισχύοντα επίπεδα σεμνότητας (ευπρέπειας) και ιδιωτικότητας, ούτως ώστε να καθίσταται άσεμνη (απρεπής). Καθοδηγητική θεωρείται η υπόθεση R v. Court (1989) Α.C. 28 H.L, σύνοψη της οποίας παρατίθεται στο σύγγραμμα Archbold 2023, §20‑364.
Σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της «παρανομίας» συνάγεται από την υπόθεση Faulkner v. Talbot (1981) 1 WLR 1528 πως στοιχειοθετείται όταν καταδειχθεί ότι η επίμαχη συμπεριφορά του δράστη έγινε χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη δικαιολογία (lawful excuse). Σχετική είναι η υπόθεση R v. Kimber (1983) 3 All E.R. 316, καθώς και η R v. Court (ανωτέρω). Από πλευράς απαιτούμενης νοητικής κατάστασης (mens rea) θα πρέπει να σημειώσουμε πως το αδίκημα διαπράττεται είτε εκ προθέσεως είτε απερισκέπτως (intentionally or recklessly), ως έχει κριθεί στην υπόθεση R v. Venna (1975) 3 All E.R. 788. »
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος επί σκοπώ άρπαξε σφιχτά την Παραπονούμενη και την τράβηξε προς το μέρος του, κρατώντας την πολύ σφιχτά χωρίς να μπορεί να φύγει. Αφού συνέχισε να την κρατά σφιχτά την φίλησε με τη βία στα μάγουλα, στο στόμα και στο λαιμό της ενώ σε κάποια στιγμή της είπε «Φίλα με και εσύ». Ενώ την κρατούσε της έπιασε και το στήθος της. Στη συνέχεια αφού την άφησε της είπε να πάει μαζί του θάλασσα και η ίδια του απάντησε ότι δεν θέλει και αυτός συνέχισε και φεύγοντας κρατούσε με το χέρι του το γεννητικό του όργανο πάνω από το παντελόνι. Η επίθεση αυτή χωρίς αμφιβολία ήταν άσεμνη και ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση διάπραξης αυτού του αδικήματος αφού οι αμέσως πιο πάνω ενέργειες του δεν ήταν αθώες, αλλά σκόπιμες με πρόθεση άσεμνης συμπεριφοράς, ειδικότερα λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι έλαβαν χώρα εν ψυχρώ και αναίτια με τον κατηγορούμενο να επεμβαίνει στο σώμα της Παραπονούμενης προβαίνοντας σε πράξεις σεξουαλικής φύσεως χωρίς τη θέληση της, γεγονός που της προκάλεσε σοκ και αναστάτωση.
Συνακόλουθα, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 2ης κατηγορίας.
Καταληκτικά, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε όλες τις κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει.
(Υπ.) ………………………..
Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35
[2] G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά (2001) 1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου (2001) 1Γ ΑΑΔ 1924).
[3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.
[4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.
[5] Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 68), Πέτρου ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 76 και Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1998) 2 ΑΑΔ 104, 118).
[6] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 320, 322, Ξυδίας ν. Αστυνομίας (1993) 2 ΑΑΔ 217 και Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 143, 155.
[7] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499.
[8] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/2011, ECLI:CY:AD:2017:A202, ημερομηνίας 31.5.2017.
[9] Ευσταθίου ν. Μιχαήλ κ.α., Πολ. Έφεση 269/12, Λεμονάρης Αιμίλιος ν. Γιάννη Βιολάρη (2016) 1 ΑΑΔ 378
[10] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614)
[11] Πέτρου ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 1060.
[12] Ε.Ν.Α Ιουλιανού Λτδ κ.ά ν. Π. Χαραλάμπους Εμπορική Λτδ κ.ά. Ποινική Έφεση 134/22, ημερομηνίας 14/5/2025.
[13] Mohammad κ.ά ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 590.
[14] Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 693, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 96/2016, 100/2016 και 101/16, ημερομηνίας 17/11/2017, Σταματίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 163/2018, ημερομηνίας 11/3/2020, ECLI:CY:AD:2020:B101 και Γιώρκας ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 27/2021, ημερομηνίας 16/3/2022.
[15] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490.
[16] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, ECLI:CY:AD:2022:A113, 16/3/2022.
[17] Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα (1999) 2 ΑΑΔ 638, Κουλλαπής ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 273, και Πέτρου ν. Δήμου Γεροσκήπου, Ποινικές Εφέσεις 141 και 142/2021, ημερομηνίας 20/12/2023.
[18] Panovits v. Cyprus Appl. No 4268/04, 11/12/2008, Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 376Αχιλλέως ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. Αρ. 327/18 ημερ.29/9/2020, ECLI:CY:AD:2020:B325
[20] Monat v. DPP (2001) 2 Cr. App.R.23 και Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ 563).
[21] Ρίκκος Ερωτοκρίτου κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/17 κ.α., ημερ. 15.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B465, ECLI:CY:AD:2017:B465, Παπανδρέας Αθανάση v. Δημοκρατίας (2016) 2(Β) Α.Α.Δ. 867).
[22] Charitonos and others v. The Republic (1971) (1971) 2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462.
[23] Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 434).
[25] Τρύφωνος ν. Αστυνομία Ποινική Έφεση 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119 και Kafalos v. The Queen 19 CLR 121).
[26] Μαμαλικόπουλος κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 25 και 29/2014, ημερομηνίας 20.9.2018, Rex v. Dickman (1910) 5 Cr.App.R. 135 και Miller v. Minister of Pensions (1947) 2 All E.R. 372.
[27] Yousef ν. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 284 και Σταυρινού ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 706.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο