ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.
Αρ. Yπόθεσης: 1282/2022
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
ΒΙΚΤΩΡ ΓΙΑΚΟΥΜΠΙΒ
Κατηγορούμεvος
Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Γιακουμεττή.
Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Κ. Μίτας για ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΕΝΕΛΑΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.
Κατηγορούμενος: παρών.
ΑΠΟΦΑΣΗ
O κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 1 κατηγορία για το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία)
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 8/08/2020 στο Μενεού της επαρχίας Λάρνακας παράνομα επιτέθηκε στην Zhanna Voroshilova από τη Ρωσία και προξένησε σε αυτή πραγματική σωματική βλάβη.
Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε 5 μάρτυρες. Κατατέθηκαν επίσης 13 τεκμήρια.
Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε αρχικά κατηγορία για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης (1η κατηγορία). Πριν το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ζητήθηκε και εγκρίθηκε η τροποποίηση του κατηγορητηρίου διά της προσθήκης της 2ης κατηγορίας και σε ότι αφορά την 1η κατηγορία έλαβε χώρα αναστολή της ποινικής δίωξης και ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από την 1η κατηγορία.
Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα.
Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1]
Οι αναφορές όλων των μαρτύρων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους κάτι το οποίο θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο.[2]
Πρώτος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν η παραπονούμενη Zhanna Voroshilova (ΜΚ1) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 1). Συνοπτικά, η ΜΚ1 ανέφερε ότι κατάγεται από τη Ρωσία και διαμένει στην Κύπρο. Στις 8/8/20 έμεινε στο σπίτι του φίλου της επ’ ονόματι Adnan. Στο σπίτι ήταν ο Adnan ο φίλος της και η ίδια. Στις 12:30 πήγε για ύπνο και ενώ κοιμόταν, ένιωσε ένα πόνο στο πρόσωπο. Κάποιος την γρονθοκοπούσε και έπεσε από το κρεβάτι. Όταν έπεσε είδε τον κατηγορούμενο ο οποίος την κλωτσούσε με τα πόδια του ενώ ήταν στο πάτωμα. Τον ρώτησε τι κάνει και της είπε ότι αυτό που κάνει δεν είναι τίποτα και ότι ο αδελφός του Adnan θα έρθει να την σκοτώσει. Ακολούθως έφυγε. Ήταν πολύ τραυματισμένη στο πρόσωπο και στο στομάχι και έτσι οδήγησε στο νοσοκομείο όπου κρατήθηκε εκεί για νοσηλεία για 5 μέρες. Ο κατηγορούμενος το έκανε αυτό στην ίδια επειδή έκανε επαφές για την πώληση του σπιτιού του Adnan και ο κατηγορούμενος και τα αδέλφια του Adnan, δεν ήθελαν να πωληθεί το σπίτι. Αναφέρθηκε στις σχέσεις του φίλου της Adnan κατ’ εκείνη την χρονική περίοδο με τον αδελφό του λέγοντας ότι είχαν πάρα πολύ κακές σχέσεις και ο Adnan μιλούσε με τον αδελφό του μόνο μέσω του κατηγορούμενου.
Σε περαιτέρω ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την χτυπούσε με τα πόδια του στο πρόσωπο, στο στομάχι, στο πόδι και στο χέρι. Πρόσθεσε ότι είχε ράγισμα στο σημείο κοντά στο μάτι και ότι αυτό αναφέρεται και στη βεβαίωση που της έδωσε ο γιατρός. Το πρόσωπο της ήταν πρησμένο και είχε και μελανιές στο σώμα της. Ένιωσε πόνο σε όλο της το σώμα.
Όπως εξήγησε, στις 5/8/20 πήρε ηλεκτρονικό μήνυμα από τον αγοραστή του σπιτιού και την ίδια μέρα επιβεβαίωσαν το πωλητήριο έγγραφο, 7/8/20 είχε υπογραφεί το πωλητήριο έγγραφο και ο Adnan έλαβε 50.000 ευρώ. Στις 8/8/20 πήγε ο κατηγορούμενος στο σπίτι, ο Adnan ήταν πάρα πολύ μεθυσμένος και βρισκόταν στο ισόγειο της οικίας και την ίδια μέρα η ίδια βρέθηκε στο νοσοκομείο. Κατά την ίδια, όλα έγιναν επειδή ο αδελφός του Adnan και ο κατηγορούμενος μέσω του οποίου επικοινωνούσαν τα δύο αδέλφια δεν ήθελαν την πώληση του σπιτιού του Adnan. Κατέθεσε ως Τεκμήρια το ηλεκτρονικό μήνυμα που προώθησε στον αγοραστή στο οποίο επισυνάπτετο η συμφωνία κράτησης του σπιτιού που είχε ετοιμάσει η ίδια (Τεκμήριο 2). Περαιτέρω, εξήγησε ότι στην αρχή ετοίμαζαν πωλητήριο έγγραφο αλλά στην πορεία ανακαλύφθηκαν προβλήματα επειδή ο τίτλος ιδιοκτησίας ήταν πάνω στον εργολάβο και έπρεπε να γίνει άλλη συμφωνία για να επιτρέπει ο εργολάβος να πωληθεί το ακίνητο. Κατέθεσε τη συμφωνία που εν τέλει υπογράφηκε ως Τεκμήριο 3.
Περαιτέρω, ερωτηθείσα σε σχέση με τα χτυπήματα που δέχθηκε ανέφερε ότι επειδή η ίδια κοιμόταν και όταν δέχτηκε χτύπημα βρέθηκε στο πάτωμα, το μόνο που μπορούσε να αντιληφθεί και να δει είναι τα πόδια του κατηγορούμενου ο οποίος την κλωτσούσε στο πρόσωπο, στο στομάχι και στο σώμα. Σε ότι αφορά την ημερομηνία της κατάθεσης της στην Αστυνομία και ειδικότερα την πάροδο 2 μηνών από το επίδικο περιστατικό ανέφερε ότι ο λόγος ήταν ότι όταν επέστρεψε από το νοσοκομείο στο σπίτι ένιωθε πολύ άσχημα και ήταν σε κακή κατάσταση. Της είχε δώσει ο γιατρός το τηλέφωνο της αστυνομικού, έκανε κάποιες προσπάθειες να επικοινωνήσει μαζί της χωρίς επιτυχία και εν τέλει επικοινώνησαν και της διευθέτησε σχετική συνάντηση.
Δεύτερος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν η Αστυφύλακας 1768 Αθηνά Καραχρίστου (ΜΚ2) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 6). Συνοπτικά, ανέφερε ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 και ότι περαιτέρω κατηγόρησε τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης το οποίο και διερευνούσε. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήρια την ακτινογραφία της παραπονούμενης (Τεκμήριο 9) και την αξονική τομογραφία η οποία κατατέθηκε σε ψηφιακό δίσκο (Τεκμήριο 10). Σε σχέση με τον τρόπο που το περιστατικό το οποίο κατήγγειλε η παραπονούμενη ήρθε στην αντίληψη της ανέφερε ότι ενώ ήταν στη δουλειά χτύπησε το τηλέφωνο του σταθμού στον οποίο εργαζόταν και της είπαν ότι είναι ένας γιατρός από το Νοσοκομείο. Αυτό έγινε μετά το εξιτήριο της παραπονούμενης από το νοσοκομείο αφού η παραπονούμενη δεν έκανε καταγγελία στην Αστυνομία αλλά πήγε απευθείας στο νοσοκομείο. Ο γιατρός της είπε ότι θέλει να αναφέρει αυτό το γεγονός και της ζήτησε να ψάξει την παραπονούμενη για να κάνει καταγγελία και της έδωσε το όνομα και το τηλέφωνο της. Επικοινώνησε μαζί της και επειδή δεν ήταν καλά τη δεδομένη στιγμή της ανέφερε ότι όταν θα νιώσει καλύτερα θα έρθει στην Αστυνομία να κάμει καταγγελία και πήγε τον Οκτώβρη όπου της έλαβε κατάθεση.
Τρίτος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν η κα Στέλλα Σκουρουμούνη (ΜΚ3) επιθεωρήτρια ακτινολόγος τεχνολόγος στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 12). Συνοπτικά, ανέφερε ότι παρέδωσε στην Αστυνομία από τη βάση δεδομένων του Ακτινολογικού Τμήματος ακτινογραφίες θώρακα και ώμου της παραπονούμενης καθώς και αντίγραφο του αξονικού της. Αναγνώρισε ότι πρόκειται για τα Τεκμήρια 9 και 10 αντίστοιχα.
Τέταρτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Δρ. Παναγιώτης Λιμιάτης (ΜΚ4), ειδικός ακτινολόγος ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την ιατρική του έκθεση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 11). Συνοπτικά, ανέφερε ο ίδιος δεν έρχεται σε άμεση επαφή με την ασθενή, είναι στην κονσόλα του αξονικού που διενεργείται η εξέταση και δεν εξετάζει τον ασθενή. Σε ότι αφορά την αναφορά στην έκθεση του ότι «στο άνω έξω τμήμα του οφθαλμικού κόγχου ΑΡ δίδεται η εντύπωση ύπαρξης ρωγμώδους κατάγματος (επιπροβολή ραφής?)», εξήγησε ότι σημαίνει υποψία, δηλαδή το έθεσε σαν υπόνοια κατάγματος, για να συνεκτιμηθεί κλινικά από τον κλινικό γιατρό που έβλεπε την εξεταζόμενη. Δεν ήταν σίγουρος, είχε στοιχεία ενδιάμεσα και δεν ήταν σαφή στοιχεία κατάγματος. Αν ήταν σίγουρος θα είχε γράψει ξεκάθαρα κάταγμα.
Πέμπτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Δρ. Γιώργος Νικολάου (ΜΚ5), γενικός χειρούργος ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την ιατρική του έκθεση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 13). Στην έκθεση του συνοπτικά αναφέρει ότι η παραπονούμενη προσήλθε στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας λόγω αναφερόμενου ξυλοδαρμού. Κατά την κλινική εξέταση διαπιστώθηκε ευαισθησία (ΑΡ) περιοφθαλμικά, ευαισθησία της (ΑΡ) κροταφογναθικής διάρθρωσης, άλγος (ΔΕ) βραχίονα και εκχυμώσεις γόνατος. Αναφερόμενη διάχυτη ευαισθησία στην κοιλιά και αναφερόμενη ευαισθησία στο στέρνο. Υπεβλήθη σε πλήρη κλινικοεργαστηριακό έλεγχο (εργαστηριακές και αιματολογικές εξετάσεις) και Total Body CT Scan. Εισήχθη στη Χειρουργική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας για παρακολούθηση και συντηρητική αντιμετώπιση. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της έγινε και γναθοχειρουργική εκτίμηση στην οποία αναφερόταν ότι δεν έχρηζε χειρουργικής παρέμβασης και ζητήθηκε επανεκτίμηση της στα εξωτερικά ιατρεία, όπως επίσης και ορθοπεδική εκτίμηση κατά την οποία έγινε σύσταση για επί πόνου ανάρτηση του (ΔΕ) άνω άκρου και επανεκτίμηση στα εξωτερικά ιατρεία της συγκεκριμένης ειδικότητας επί εμμονής των συμπτωμάτων. Έλαβε εξιτήριο στις 10/08/2020 σε καλή γενική κατάσταση και της δόθηκε ραντεβού για επανεκτίμηση από γναθοχειρουργό και σύσταση για πνευμονολογική εκτίμηση στα εξωτερικά ιατρεία της συγκεκριμένης ειδικότητας.
Περαιτέρω, ο ΜΚ5 εξήγησε ότι ο όρος ευαισθησία σημαίνει άλγος, πόνος στην πίεση και ο όρος εκχυμώσεις στην ιατρική ορολογία σημαίνει μελανιές. Ερωτηθείς σε σχέση με το είδος των κακώσεων που είχε η παραπονούμενη ανέφερε ότι είναι κακώσεις οι οποίες θα μπορούσαν να προκληθούν από ξυλοδαρμό. Σε σχέση με τον όρο ευαισθησία περιοφθαλμικά εξήγησε ότι είναι όταν πιέζουμε την περιοχή πέριξ του οφθαλμικού κόγχου και έχει πόνο ή τους αναφέρει η ασθενής ότι έχει πόνο χωρίς να πιέσουν οι ίδιοι. Ερωτηθείς από την Υπεράσπιση να αναφέρει κατά πόσο θα μπορούσε κάποιος να χτυπά με γροθιές και κλωτσιές στο πρόσωπο του άλλου, επανειλημμένα με διάρκεια και βιαιότητα και πάνω στο πρόσωπο του να μην υπάρχει ούτε εκχύμωση ούτε αιμάτωμα ούτε αλλοίωση της ανατομίας ή παρεκτόπιση οστού, ανέφερε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν υπάρχει βιαιότητα υπάρχει και συνοδός κάποια εκχύμωση χωρίς όμως να μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο αυτό αφού, όπως ανέφερε, έχουν δει πολλά στην Ιατρική καταλήγοντας ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί. Περαιτέρω, ερωτηθείς ως προς το κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα κάποιος να κλωτσά τον άλλο μέσα στην κοιλιά με βιαιότητα και η κοιλιά του κατά την εξέταση να είναι μαλακή απάντησε χωρίς ενδοιασμούς και περιστροφές ότι αυτό υπάρχει περίπτωση να γίνει εξηγώντας ότι η κοιλιά μπορεί να είναι μαλακή εκτός αν έχει υποστεί ρήξη οργάνων και έχει υποστεί περιτονίτιδα οπότε τότε σκληραίνει η κοιλιά, αλλιώς, όπως εξήγησε, θα μπορούσε να χτυπηθεί κάποιος στην κοιλιακή χώρα χωρίς να έχει σύσπαση η κοιλιά του. Περαιτέρω, αναφερόμενος στα αιματώματα και εκχυμώσεις εξήγησε ότι έχουν στάδια και αλλάζουν χρώμα με τις μέρες γιατί αποδομείται η αιμοσφαιρίνη από το αιμάτωμα, διευκρινίζοντας ότι κάποιες κακώσεις μπορεί να μην κάνουν αμέσως αιμάτωμα αλλά να κάνουν μετά από λίγες μέρες. Περαιτέρω, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι κάποιες κακώσεις μικρής βιαιότητας θα μπορούσε να μην συνοδεύονται από εκχυμώσεις και ότι μεγάλης βιαιότητας χτυπήματα και γροθιές, συνήθως, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, συνοδεύονται από εκχυμώσεις.
Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το βαθμό στον οποίο συνάδει με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης.
Πρέπει περαιτέρω να αναφερθεί ότι η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο.[5] Μικρές ασυνέπειες, μικροδιαφορές και μικρές αντιφάσεις σε επουσιώδη θέματα δεν καταρρίπτουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια τους και δείχνουν ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων στην εκδοχή που μετέφεραν στον Δικαστήριο.[6]
Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος.[7] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[8]
Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι η αποδοχή κάποιων μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν εξυπακούει πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας αφού η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους.[9] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[10]
Σε ότι αφορά τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας πραγματογνώμονα έχει νομολογηθεί ότι ο ρόλος και το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία.[11] Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο οφείλει να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης η οποία έγινε αποδεκτή και κρίθηκε αξιόπιστη, χωρίς όμως να είναι και αναγκαίο να την αποδεχθεί.[12] Το Δικαστήριο μπορεί να διαφοροποιήσει τη θέση του και να μη δεχθεί τη μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα, νοουμένου ότι υπάρχουν οι συνθήκες εκείνες που να δικαιολογούν τέτοια κατάληξη.[13] Κατά την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, ισχύουν οι ίδιοι νομολογιακοί κανόνες όπως για κάθε άλλο μάρτυρα[14], με μόνη ίσως διαφορά ότι η συμπεριφορά εμπειρογνωμόνων στο εδώλιο του μάρτυρα, κατά γενικό κανόνα, δεν θεωρείται τόσο σημαντική για τους σκοπούς εκτιμήσεως της αξιοπιστίας του, όπως στην περίπτωση ενός μάρτυρα πάνω σε γεγονότα.[15]
Κρίνω σκόπιμο να αρχίσω με την αξιολόγηση της ιατρικής μαρτυρίας και ειδικότερα, των μαρτύρων οι οποίοι προσήλθαν στο Δικαστήριο προκειμένου να καταθέσουν υπό την ιδιότητα τους ως πραγματογνώμονες. Πρόκειται για τους ΜΚ4 και ΜΚ5. Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα οι εν λόγω μάρτυρες ανέφεραν ως προς τα προσόντα τους καθώς επίσης και τη μη αμφισβήτηση αυτών από την πλευρά της Υπεράσπισης, δέχομαι ότι έκαστος κατέθεσε στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητα του ως πραγματογνώμονας. Όπως προκύπτει και από τη σύνοψη της μαρτυρίας, η πλευρά της Υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο το περιεχόμενο των εκθέσεων που έκαστος μάρτυρας ετοίμασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ούτε παρουσιάστηκε διιστάμενη μαρτυρία σε σχέση με τα όσα έκαστος εκ των ΜΚ4 και ΜΚ5 κατέθεσε. Οι ερωτήσεις που ουσιαστικά τέθηκαν από την Υπεράσπιση ήταν διευκρινιστικής φύσεως.
Ο ΜΚ4, ειδικός ακτινολόγος εξήγησε με ειλικρίνεια ότι ο ίδιος δεν ήρθε σε άμεση επαφή με την ασθενή και ο ρόλος και εμπλοκή του περιορίστηκε στη γνωμάτευση της αξονικής τομογραφίας που πραγματοποιήθηκε στην παραπονούμενη. Εξήγησε με ενάργεια και με τη δέουσα σαφήνεια και επιστημονικότητα ότι ο ίδιος με βάση τις εικόνες που είδε κατέγραψε μία υποψία κατάγματος του οφθαλμικού κόγχου αριστερά επειδή δεν ήταν βέβαιος ότι πράγματι υπήρχε κάταγμα προκειμένου να συνεκτιμηθεί η παραπονούμενη από κλινικό γιατρό. Ξεκαθάρισε ότι αν ήταν βέβαιος ότι υπήρχε κάταγμα θα το έγραφε και ότι σε αυτήν την περίπτωση δεν θα έκανε αναφορά σε υπόνοια. Δεν είχε όμως τέτοια σαφή στοιχεία που να καταδεικνύουν κάταγμα.
Ο ΜΚ5 εξήγησε επίσης με ενάργεια και με τη δέουσα σαφήνεια και επιστημονικότητα όλες τις αναφορές που κάνει στη γνωμάτευση του Τεκμήριο 13 εξηγώντας με επάρκεια και λεπτομέρεια όλες τις ιατρικές ορολογίες που χρησιμοποίησε.
Έχοντας κατά νου το περιεχόμενο των εκθέσεων που έκαστος εκ των ΜΚ4 και ΜΚ5 κατέθεσε στο Δικαστήριο, τα όσα οι εν λόγω μάρτυρες κατέθεσαν επίσης δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου και των αναφορών και δεδομένων στα οποία οι εν λόγω μάρτυρες στηρίχθηκαν προκειμένου να καταλήξουν στα συμπεράσματα τους καταλήγω ότι επρόκειτο για αξιόπιστους μάρτυρες οι οποίοι με τη μαρτυρία τους έχουν θέσει το αναγκαίο επιστημονικό υπόβαθρο για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση. Συνακόλουθα η μαρτυρία τους κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή.
Η παραπονούμενη, ΜΚ1 δημιούργησε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Περιέγραψε το επίδικο περιστατικό απλά, με την όλη έκφραση της και τον τρόπο με τον οποίο κατέθετε να είναι φυσικός και αυθόρμητος. Δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν και διαδραματίστηκαν όπως η ΜΚ1 τα παρέθεσε. Ο τρόπος που περιέγραψε τα συμβάντα δήλωναν μάρτυρα που κατέθετε την πραγματική διάσταση τους χωρίς να υπάρχει, αλλά ούτε καν να υποβόσκει προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας ή παρουσίασης των γεγονότων με τρόπο που θα υποστήριζε την εκδοχή της. Ουδέν προέκυψε από την αντεξέταση της ΜΚ1 που να αλλοιώνει την αντικειμενικότητα και αξιοπιστία της.
Εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας και διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα. Η ΜΚ1 επεξήγησε με ενάργεια όλα όσα διαμείφθηκαν κατά την επίδικη ημέρα ενώ απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που της τέθηκαν κατά την αντεξέταση χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις.
Παρά την μακρά αντεξέταση της η ίδια παρέμεινε σταθερή στις αναφορές της σε σχέση με την επίθεση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο την επίδικη ημέρα. Με απλότητα, φυσικότητα και πηγαίο αυθορμητισμό εξήγησε απαντώντας σε πολλές ερωτήσεις που της τέθηκαν στην αντεξέταση επί του ζητήματος αυτού ότι η ίδια ενώ κοιμόταν είχε αντιληφθεί πόνο και κατάλαβε ότι κάποιος την χτυπούσε. Όταν έπεσε στο πάτωμα τότε άνοιξε τα μάτια της και αντιλήφθηκε τι γινόταν. Επαναλάμβανε με σταθερότητα και πειστικότητα ότι ήταν σε κατάσταση ύπνου και μόνο όταν βρέθηκε στο πάτωμα είδε τι γινόταν. Ήταν χαρακτηριστική και ενδεικτική της ειλικρίνειας της η απάντηση της σε μία από τις πολλές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση της επί του σημείου την οποία παραθέτω αυτολεξεί:
«Α. Εγώ αντιλήφθηκα ότι και αυτό είπα στην κατάθεση μου ότι ξύπνησα επειδή ένιωσα πόνο. Όταν κάποιος κοιμάται και είναι σε αυτήν την κατάσταση δεν μπορεί να αντιληφθεί ξεκάθαρα αν είναι γροθιές ή μπουνιές ή με τι τον χτυπάνε. Όταν βρέθηκα στο πάτωμα και άνοιξα τα μάτια μου είδα πόδια και χτύπημα με πόδια και βρισκόμουν σε κατάσταση σοκ.»
Περαιτέρω, σε άλλο σημείο όταν της τέθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης αν μπορεί να του εξηγήσει πως μπορεί κάποιος να την χτυπά ενώ κοιμόταν με τα πόδια του πάνω στο κρεβάτι και να μην ξυπνήσει ανέφερε τα ακόλουθα χωρίς περιστροφές και ενδοιασμούς:
«A. Ήθελα να καταλάβω αν με ακούτε αυτά που λέω. Επειδή αυτά που σας λέω εγώ και αυτά που με ρωτάτε εσείς είναι τελείως διαφορετικά πράγματα. 3 φορές επανέλαβα ότι με χτυπούσε με τα πόδια αν και εφόσον εγώ είχα πέσει ήδη στο έδαφος, στο πάτωμα και εσείς μετά με ρωτάτε πώς μπορεί κάποιος ενώ είναι στο κρεβάτι να δεχθεί χτύπημα με πόδια;»
Υπήρξε επίσης ειλικρινής, σταθερή και σαφής στις τοποθετήσεις της σε ότι αφορά τη σχέση που είχε η ίδια με τον Adnan εξηγώντας ότι η ίδια είχε βοηθήσει σε διάφορες φάσεις τον Adnan σε σχέση με τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε καθώς και ότι η ίδια συστήθηκε ως το πρόσωπο το οποίο μπορούσε και ήταν σε θέση να πωλήσει το σπίτι του Adnan δηλώνοντας ξεκάθαρα ότι είχε συμφωνήσει με τον Adnan ότι θα λάμβανε και έλαβε ποσοστό 5% της τιμής πώλησης του ακινήτου ως το μερίδιο που συμφώνησε με τον Adnan για τις ενέργειες που η ίδια έκανε για την πώληση του. Δεν δίστασε μάλιστα ούτε να αποκαλύψει την τιμή πώλησης του ακινήτου όταν ρωτήθηκε ενώ ήταν σταθερή και πειστική στις αναφορές της ότι ο Adnan δεν είχε καλές σχέσεις με τον αδελφό του και μιλούσε μαζί του μόνο μέσω του Κατηγορούμενου οι οποίοι δεν ήθελαν να πουληθεί το σπίτι. Εξήγησε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο συνδετικός κρίκος του Adnan με τον αδελφό του και τα δύο αδέλφια μιλούσαν μόνο μέσω του κατηγορούμενου.
Σαφήνεια, σταθερότητα και πειστικότητα υπήρξε και στις αναφορές της σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης της ότι η ίδια έπεσε θύμα επίθεσης λόγω χρημάτων και λόγω του ότι ο αδελφός του Adnan και ο κατηγορούμενος οι οποίοι δεν ήθελαν να πουληθεί το σπίτι, νόμιζαν, ως χαρακτηριστικά ανέφερε κατά την αντεξέταση της, ότι αυτή ήταν η αιτία και αυτή πίεζε τον ιδιοκτήτη να πωλήσει το ακίνητο, ενώ όπως η ίδια ανέφερε, αυτή ήρθε όταν το σπίτι ήταν ήδη στο στάδιο πώλησης, το οποίο ο ιδιοκτήτης ήθελε να πωλήσει επειδή χρειαζόταν χρήματα. Εξήγησε επίσης με σταθερότητα ότι ο κατηγορούμενος είναι φίλος του αδελφού του Αdnan και έκανε ότι του έλεγε ο αδελφός του Adnan.
Συνεπής και σταθερή υπήρξε και στις αναφορές της ως προς τη σχέση της ίδιας με τον κατηγορούμενο, εξηγώντας ότι η ίδια δεν είχε κάποια σχέση μαζί του, και ότι ο κατηγορούμενος ερχόταν στο σπίτι του Adnan και συζητούσαν με τον Adnan χωρίς η ίδια να ξέρει τι συζητάνε. Αυτό το οποίο γνώριζε η ίδια από τα λεγόμενα του Adnan ήταν ότι ο κατηγορούμενος εκπροσωπούσε τον αδελφό του Adnan και μετέφερε σε αυτόν όλες τις πληροφορίες.
Σταθερότητα αναδύθηκε και σε σχέση με τις τοποθετήσεις της περί κατασκευής του παραπόνου της στην Αστυνομία, θέση η οποία της υποβλήθηκε όχι μόνο μία φορά κατά την αντεξέταση της. Ειδικότερα, της υποβλήθηκε ότι κατασκεύασε το παράπονο της με σκοπό να έχει οικονομικό όφελος από τον ιδιοκτήτη του σπιτιού και επειδή η ίδια φοβόταν ότι ο κατηγορούμενος με τη σχέση που είχε με τον ιδιοκτήτη του σπιτιού θα την απέτρεπε από το να λάβει ποσοστό από την πώληση του σπιτιού. Η ίδια με σαφήνεια και αποφασιστικότητα απέρριψε τις θέσεις περί μη γνήσιου παραπόνου εξηγώντας λογικά και πειστικά ότι δεν είχε λόγο να κάνει κάτι τέτοιο αφού όταν έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό είχε ήδη επιτευχθεί η συμφωνία κράτησης του σπιτιού και είχε ήδη δοθεί το χρηματικό ποσό των €50.000 για την αγορά του σπιτιού. Όταν στη συνέχεια της υποβλήθηκε ότι θα μπορούσε η συμφωνία κράτησης να ακυρωθεί, η ίδια ανέφερε ότι ο ιδιοκτήτης του σπιτιού δεν είχε τέτοιο σκοπό. Περαιτέρω, πρόσθεσε ότι δεν ήταν η ίδια που είχε επικοινωνήσει ευθύς εξαρχής με την Αστυνομία αλλά δέχθηκε κλήση από την Αστυνομία μετά από πρωτοβουλία των γιατρών στο Νοσοκομείο Λάρνακας θέση η οποία επιβεβαιώθηκε και από την ΜΚ2 η οποία ανέφερε ότι δέχθηκε κλήση από γιατρό του Νοσοκομείου και της έγινε σχετική αναφορά. Οι πιο πάνω σαφείς και ξεκάθαρες τοποθετήσεις της κρίνονται λογικές και πειστικές και δεν αναδύθηκε ότι υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος περί κατασκευής του παραπόνου της όπως το έθεσε η Υπεράσπιση.
Ενδεικτικό της ειλικρίνειας της ήταν και η αδυναμία της να προσδιορίσει χρονικά τη διάρκεια που είχε το επίδικο περιστατικό αναφέροντας με ενάργεια ότι δεν μπορεί να πει με ακρίβεια εάν κράτησε λεπτά ή δευτερόλεπτα το επίδικο περιστατικό αφού, όπως εξήγησε, ήταν σοκαρισμένη, θέση η οποία είναι λογική και πειστική αφού δεν αναμένεται από κάποιο πρόσωπο να είναι υπό αυτές τις συνθήκες σε θέση να γνωρίζει ακριβώς τη διάρκεια που είχε ένα τέτοιο περιστατικό.
Σε ότι αφορά τις αναφορές της ΜΚ1 περί ύπαρξης μελανιών και στο χέρι (πλην του ποδιού) και πρήξιμο στο πρόσωπο, σημειώνω ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή ιατρική μαρτυρία δεν προκύπτει ότι η ΜΚ1 είχε μελανιές και στο χέρι ή πρήξιμο. Συνεπώς, δεν αποδέχομαι αυτές τις αναφορές της ΜΚ1. Η μη αποδοχή βέβαια αυτής της αναφοράς της δεν καθιστά και το υπόλοιπο της μαρτυρίας της ως αναξιόπιστο δεδομένου ότι, ως εξήγησα και πιο πάνω, η ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας. Αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι όταν ένας μάρτυρας έχει κριθεί αξιόπιστος, είναι δυνατόν η μαρτυρία του, συγκρινόμενη με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που τυχόν υπάρχει, σε ένα μέρος της να γίνει αποδεκτή και σε άλλο μέρος της να απορριφθεί.[16] Η πιο πάνω αναφορά δεν είναι τέτοια που να προκαλεί ρήγμα στην αξιοπιστία της ΜΚ1 και αποδίδεται απλώς σε μία τάση υπερβολής της ΜΚ1 σε σχέση με την έκταση της βλάβης χωρίς αυτό να αποτελεί ένδειξη ή προσπάθεια αναλήθειας εκ μέρους της. Άλλωστε, η ίδια κατά τη μαρτυρία της παρέπεμψε στο γεγονός ότι είχε εξεταστεί από γιατρούς και είχαν ετοιμαστεί σχετικές εκθέσεις και δεν διαφώνησε με το περιεχόμενο τους. Περαιτέρω, από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή ιατρική μαρτυρία (σχετικές επί τούτου ήταν οι αναφορές του ΜΚ5) επιβεβαιώθηκε ότι το είδος των κακώσεων που είχε η ΜΚ1 και ειδικότερα οι εκχυμώσεις στο πόδι είναι (ιατρικά) δυνατόν να προκληθούν από μεγάλης βιαιότητας χτυπήματα και γροθιές τα οποία, συνήθως, όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από τον ΜΚ5 συνοδεύονται από εκχυμώσεις.
Καταληκτικά, εξετάζοντας τη μαρτυρία της ΜΚ1 συνολικά δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία της, η οποία παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέταση. Η ΜΚ1 με σαφήνεια, ειλικρίνεια, ευθύτητα, αυθεντικά, γνήσια, πηγαία και με φιλαλήθεια ανέφερε με λεπτομέρεια και παραστατικότητα τα όσα ο κατηγορούμενος της έκανε και δεν έχω κανένα ενδοιασμό ή δισταγμό και καμία αμφιβολία να δεχθώ την μαρτυρία της για τα επίδικα γεγονότα και να την κρίνω αξιόπιστη και με ασφάλεια να βασιστώ στη μαρτυρία της.
Η αναφορά από την ΜΚ1 στο όνομα Ελευθερία και Αθηνά ως το πρόσωπο της αστυνομικού με την οποία είχε μιλήσει και της είχε λάβει κατάθεση είναι επουσιώδης αστάθεια και σε καμία περίπτωση δεν δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της ΜΚ1 ως εισηγήθηκε η Υπεράσπιση. Ήταν σαφές ότι η ΜΚ1 αναφερόταν στο ίδιο πρόσωπο.
Επουσιώδης ήταν και η αντίφαση που διαπιστώθηκε σε σχέση με τις μέρες νοσηλείας της ΜΚ1 στο Νοσοκομείο. Η ίδια αναφέρθηκε σε 5 μέρες ενώ από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή ιατρική μαρτυρία, προέκυψε ότι η ΜΚ1 νοσηλεύτηκε 2 μέρες.
Περαιτέρω, σε ότι αφορά τα περί καταγγελίας του αδελφού και ξαδέλφου του Adnan ότι την απείλησαν αφού δέχθηκε επίθεση από τον κατηγορούμενο, δεν ευσταθεί η θέση της Υπεράσπισης ότι υπήρξε οποιαδήποτε αστάθεια επί τούτου αφού η ΜΚ1 ξεκάθαρα ανέφερε το γεγονός αυτό στην Αστυνομία στην κατάθεση της και συνεπώς έκανε σχετική αναφορά και δεν ήταν κάτι που είπε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο στο πλαίσιο αυτής της υπόθεσης.
Σταθερή επίσης υπήρξε και στις τοποθετήσεις της σε σχέση με τα όσα της είχαν υποβληθεί κατά την αντεξέταση της σε σχέση με την ψυχική της υγεία. Δήλωσε ευθαρσώς ότι λόγω της κακής της ψυχολογικής κατάστασης μετά το επίδικο περιστατικό η ίδια αποτάθηκε σε γιατρό για να βοηθηθεί προκειμένου να ξεπεράσει όπως ανέφερε το σοκ, το στρες και την κατάθλιψη που της προκάλεσε. Απέρριψε τις θέσεις ότι είχε οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα αλκοολισμού ή ψυχικής υγείας και σε σχέση με το αντίγραφο της ιατρικής συνταγής που της παρουσιάστηκε κατά την αντεξέταση της (Τεκμήριο 5) εξήγησε ότι η ίδια είχε σχετικό πληρεξούσιο και για τον Adnan και μπορούσε να λαμβάνει φάρμακα και για τον Adnan.
Τέλος, τα περί αγωγής από την ΜΚ1 εναντίον του Κατηγορούμενου επίσης δεν είναι ικανά να προκαλέσουν ρήγμα στην αξιοπιστία της καθότι ναι μεν όταν ρωτήθηκε αρχικά δεν μπορούσε να ανακαλέσει στη μνήμη της το κατά πόσο καταχωρίστηκε αγωγή στη συνέχεια όμως, δεν είχε κανένα ενδοιασμό να εξηγήσει ότι είχε συζητήσει για αυτό με τον δικηγόρο της απλώς δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν είχε ή όχι καταχωριστεί αγωγή εναντίον του κατηγορούμενου.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου η ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της, πλην της πιο πάνω αναφοράς περί ύπαρξης μελανιών και στο χέρι της.
Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από την Αστυφύλακα 1768 Αθηνά Καραχρίστου (ΜΚ2) ήταν θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και συνεκτικότητα. Η ΜΚ2 επεξήγησε με ενάργεια τις ενέργειες στις οποίες προέβη για τη διερεύνηση της υπόθεσης ενώ απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που τέθηκαν κατά την αντεξέταση της. Απέρριψε τις θέσεις περί πλημμελούς διερεύνησης εκ μέρους της λέγοντας ότι ο μεν ιδιοκτήτης του σπιτιού δεν τοποθετήθηκε από την παραπονούμενη στο επίδικο περιστατικό προκειμένου να του λάβει κατάθεση και σε ότι αφορά τα άλλα δύο πρόσωπα για τα οποία κάνει αναφορά στην κατάθεση της η παραπονούμενη ότι την απείλησαν εξήγησε ότι για το περιστατικό που η ίδια διερευνούσε δεν χρειαζόταν να πάρει κατάθεση από αυτά τα πρόσωπα.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου η ΜΚ2 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της.
Σε ότι αφορά την ΜΚ3 επρόκειτο ουσιαστικά για τυπικό μάρτυρα, η μαρτυρία της οποίας περιορίστηκε στην κατάθεση της ακτινογραφίας και του αξονικού της παραπονούμενης. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας της ουδόλως αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Η ΜΚ3 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της.
Έχω αναφέρει προηγουμένως ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε, ως είχε απόλυτο δικαίωμα, να παραμείνει σιωπηλός χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Η άσκηση του δικαιώματος της σιωπής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εκληφθεί εναντίον του αλλά ούτε και μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίδραση στην απόφαση του Δικαστηρίου.[17] Παρά το ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξαγάγει οποιοδήποτε εύρημα ενοχής από τη σιωπή του κατηγορούμενου, μπορεί να αξιολογήσει το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, η οποία βρίσκεται κατατεθειμένη ενώπιον του. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109, όπου υιοθετηθήκαν οι αρχές της αγγλικής υπόθεσης Findlay Duncan 73 Cnm. App R. 359. Στην απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου.[18]
Στην κατάθεση του ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι την παραπονούμενη την έβλεπε μερικές φορές στο σπίτι του φίλου του Adnan στο Μενεού. Στην αρχή που την έβλεπε εκεί φαινόταν καλή κοπέλα όταν όμως του είπε να τη βοηθήσει να πουλήσει το σπίτι του Adnan και είπε όχι άλλαξε η συμπεριφορά της απέναντι του προς το κακό και δεν του μιλούσε καθόλου καλά. Τον Αύγουστο πήγε αρκετές φορές σπίτι του Adnan, δεν θυμόταν όμως ημερομηνίες και μερικές από τις φορές που πήγε ήταν και οι δύο τους μεθυσμένοι. Όσες φορές πήγε στο σπίτι του Adnan καθόντουσαν έξω στη βεράντα ή πήγαιναν να περπατήσουν στη θάλασσα. Αρνήθηκε ότι κτύπησε την παραπονούμενη λέγοντας ότι δεν είχε κάποιο λόγο να κάνει κάτι τέτοιο και δεν ξέρει για ποιο λόγο τον κατήγγειλε. Πρόσθεσε ότι μετά που σταμάτησε να του μιλάει καλά επειδή δεν τη βοήθησε να πουλήσει το σπίτι του Adnan αυτός απέφευγε να της μιλάει και να έχει οποιαδήποτε επαφή μαζί της. Τέλος, ανέφερε ότι ακόμα μία φορά που πήγε στο σπίτι του Adnan και ήταν πολύ μεθυσμένος τον πήρε στο σπίτι του γιατί τον έβλεπε ότι δεν ήταν καθόλου καλά και αυτό νομίζει ότι έκανε την παραπονούμενη να μην τον θέλει καθόλου και μπορεί για αυτόν τον λόγο να τον εκδικείται με αυτόν τον τρόπο.
Θα πρέπει καταρχάς να τεθεί ότι τα όσα προβάλλει ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του ουδόλως τέθηκαν στην Παραπονούμενη για να τοποθετηθεί. Η θέση της Παραπονούμενης ήταν ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τον Κατηγορούμενο τον οποίο απλώς έβλεπε στο σπίτι του Adnan αφού ήταν ο συνδετικός κρίκος του Adnan με τον αδελφό του με τον οποίο δεν μιλούσαν, θέση που ουδόλως αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται μάλιστα ότι άλλαξε η συμπεριφορά της Παραπονούμενης προς το κακό και ότι μάλιστα του ζήτησε να την βοηθήσει στην πώληση του σπιτιού πράγμα το οποίο ο ίδιος αρνήθηκε. Πέραν του ότι αυτές οι θέσεις δεν τέθηκαν στην Παραπονούμενη για να τοποθετηθεί, αντίθετα, η θέση της ότι δεν είχε οποιεσδήποτε σχέσεις με τον κατηγορούμενο παρέμεινε αναντίλεκτη, καθίσταται σαφές ότι αυτές οι τοποθετήσεις του κατηγορούμενου επιβεβαιώνουν σε κάποιο βαθμό τις αναφορές της Παραπονούμενης ότι ο Κατηγορούμενος δεν επιθυμούσε την πώληση του σπιτιού αφού ο ίδιος δηλώνει ευθαρσώς στην κατάθεση του ότι δεν ήθελε να βοηθήσει στην πώληση του σπιτιού. Περαιτέρω, η αναφορά ότι επειδή πήρε μια μέρα ο κατηγορούμενος τον Adnan στο σπίτι του επειδή ήταν μεθυσμένος και για αυτόν τον λόγο τον εκδικείται η παραπονούμενη δεν είναι ούτε λογική, ούτε πειστική. Πέραν τούτου, η θέση η οποία υποβλήθηκε στην Παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της ήταν ότι ο λόγος που έκανε την καταγγελία ήταν γιατί φοβόταν ουσιαστικά να μην χαλάσει η πώληση του σπιτιού και να μην χάσει το όφελος που θα είχε η ίδια από αυτή και όχι για τον λόγο που ο κατηγορούμενος αναφέρει στην κατάθεση του.
Συνακόλουθα, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω οι αναφορές του κατηγορούμενου στην κατάθεση του δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές και απορρίπτονται.
Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
Η Zhanna Voroshilova (ΜΚ1) κατάγεται από τη Ρωσία και διαμένει στην Κύπρο. Στις 8/8/20 έμεινε στο σπίτι του φίλου της επ’ ονόματι Adnan στο Μενεού. Στις 12:30 πήγε για ύπνο και ενώ κοιμόταν, ένιωσε ένα πόνο στο πρόσωπο. Κάποιος την γρονθοκοπούσε και έπεσε από το κρεβάτι. Όταν έπεσε είδε τον κατηγορούμενο ο οποίος την κλωτσούσε με τα πόδια του στο πρόσωπο, στο στομάχι, στο πόδι και στο χέρι, ενώ ήταν στο πάτωμα. Ένιωσε πόνο σε όλο της το σώμα. Σοκαρίστηκε και τον ρώτησε τι κάνει και της είπε ότι αυτό που κάνει δεν είναι τίποτα και ότι ο αδελφός του Adnan θα έρθει να την σκοτώσει. Ακολούθως έφυγε. Η ΜΚ1 πήγε στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας όπου κρατήθηκε για νοσηλεία για 2 μέρες. Εξετάστηκε από τον Δρ. Γιώργο Νικολάου (ΜΚ5). Κατά την κλινική εξέταση διαπιστώθηκε ευαισθησία αριστερά περιοφθαλμικά, ευαισθησία της αριστερής κροταφογναθικής διάρθρωσης, άλγος δεξιού βραχίονα και εκχυμώσεις γόνατος, διάχυτη ευαισθησία στην κοιλιά και ευαισθησία στο στέρνο. Υπεβλήθη σε πλήρη κλινικοεργαστηριακό έλεγχο (εργαστηριακές και αιματολογικές εξετάσεις) και Total Body CT Scan. Εισήχθη στη Χειρουργική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας για παρακολούθηση και συντηρητική αντιμετώπιση. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της έγινε και γναθοχειρουργική εκτίμηση στην οποία αναφερόταν ότι δεν έχρηζε χειρουργικής παρέμβασης και ζητήθηκε επανεκτίμηση της στα εξωτερικά ιατρεία, όπως επίσης και ορθοπεδική εκτίμηση κατά την οποία έγινε σύσταση για επί πόνου ανάρτηση του (ΔΕ) άνω άκρου και επανεκτίμηση στα εξωτερικά ιατρεία της συγκεκριμένης ειδικότητας επί εμμονής των συμπτωμάτων. Έλαβε εξιτήριο στις 10/08/2020 σε καλή γενική κατάσταση και της δόθηκε ραντεβού για επανεκτίμηση από γναθοχειρουργό και σύσταση για πνευμονολογική εκτίμηση στα εξωτερικά ιατρεία της συγκεκριμένης ειδικότητας.
Μετά την αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας και στην κατάληξη στα πιο πάνω ευρήματα, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στο αδίκημα που αντιμετωπίζει.
Προτού προχωρήσω, θα πρέπει να εξεταστούν κατά λογική προτεραιότητα οι ισχυρισμοί της Υπεράσπισης περί πλημμελούς διερεύνησης από την πλευρά της Αστυνομίας. Ειδικότερα, στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης της Υπεράσπισης κάτω από τον τίτλο «Διερεύνηση της Υπόθεσης - ελλείψεις – Δίκαιη δίκη», η Υπεράσπιση εισηγείται ότι το ανακριτικό έργο στην παρούσα υπόθεση υπολείπεται του βαθμού διερεύνησης που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις. Ειδικότερα, εισηγείται ότι η ανακρίτρια αρκέστηκε στη μαρτυρία της παραπονούμενης και δεν έλαβε κατάθεση από τον ιδιοκτήτη του σπιτιού παρόλο που η παραπονούμενη ανέφερε ότι ήταν στο σπίτι ο ιδιοκτήτης. Περαιτέρω, προβάλλει η Υπεράσπιση ότι οι ισχυρισμοί της παραπονούμενης επί απειλών για την προσωπική της ζωή από τον αδελφό του ιδιοκτήτη της οικίας και τον ξάδελφο του δημιουργούν, όπως το θέτει η Υπεράσπιση, νέα αδικήματα τα οποία η ανακρίτρια δεν διερεύνησε. Περαιτέρω, παραπονείται η Υπεράσπιση ότι η ανακρίτρια ερμήνευσε κατά το δοκούν την ιατρική έκθεση χωρίς την στοιχειώδη πραγματογνωμοσύνη με αποτέλεσμα να καταχωριστεί αρχικά υπόθεση για το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης εναντίον του Κατηγορούμενου.
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου περί πλημμελούς αστυνομικής διερεύνησης σημειώνω ότι στη Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 376 επαναβεβαιώθηκε ότι το δικαίωμα για δίκαιη δίκη επεκτείνεται και στο στάδιο των ανακρίσεων (βλ. Panovits v. Cyprus Application No. 4268/04 ημερ. 11.12.08) και ότι στην κατάλληλη περίπτωση σοβαρές παραλείψεις των ανακριτικών αρχών δυνατόν να οδηγήσουν και σε απαλλαγή ενός κατηγορούμενου (βλ. Κάππελος ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ.241). Όμως, για να οδηγηθούν τα πράγματα σε τέτοια εξέλιξη, οι παραλείψεις πρέπει να θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Sofri and Others v. Italy (2004) Crim. L.R.846) και το βάρος απόδειξης, ότι όντως ο κατηγορούμενος έχει τεθεί σε μειονεκτική θέση, το φέρει η Υπεράσπιση και αποσείεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Monat v. DPP (2001) 2 Cr. App.R.23 και Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ 563).
Περαιτέρω, έχει επισημανθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι το ερώτημα κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, ακριβώς διότι μόνο σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός για παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται μεμονωμένα ούτε κατ' αφηρημένο τρόπο (in abstracto) αλλά συγκεκριμένα και υπό το φως της κάθε δεδομένης υπόθεσης (in concreto).[19]
Εν προκειμένω, ο Κατηγορούμενος δεν εισηγήθηκε κάτι συγκεκριμένο και δεν εξήγησε με ποιο τρόπο επηρεάστηκε δυσμενώς στην προώθηση της Υπεράσπισης του από τις ισχυριζόμενες παραλείψεις της διερεύνησης. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω σχετικά τα ακόλουθα: Η ΜΚ2 εξήγησε ότι η παραπονούμενη δεν είχε τοποθετήσει τον ιδιοκτήτη του σπιτιού στο επίδικο περιστατικό, αφού δεν είχε αναφέρει ότι ο ιδιοκτήτης ήταν παρών κατά τον χρόνο που η παραπονούμενη δέχθηκε την επίθεση. Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός ότι ενώ ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στην ανακρίτρια ΜΚ2 τη θέση ότι ο άνθρωπος (εννοώντας τον ιδιοκτήτη) έδωσε μαρτυρία την οποία κατέχει ο δικηγόρος της παραπονούμενης και είπε ότι ήταν παρών στο περιστατικό και δεν έγινε ποτέ αυτό το πράμα, εντούτοις, ουδέποτε τέθηκε τέτοια θέση στην παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της, η οποία δεν τοποθέτησε τον ιδιοκτήτη του σπιτιού κατά τη διάρκεια του επίδικου περιστατικού παρά μόνο ανέφερε ότι ήταν στο σπίτι. Η θέση της Παραπονούμενης η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη κατά την αντεξέταση της ήταν ότι ο ιδιοκτήτης του σπιτιού κοιμόταν μεθυσμένος και ήταν σε άλλο όροφο κατά την ώρα του επίδικου περιστατικού. Δεν παραγνωρίζω την αναφορά της ΜΚ2 ότι ενδεχομένως να ήταν λάθος της που δεν έλαβε κατάθεση από τον ιδιοκτήτη του σπιτιού, πλην όμως την ίδια στιγμή, σημειώνω ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι υπήρξε οποιοσδήποτε επηρεασμός της υπεράσπισης του Κατηγορούμενου ένεκα της μη λήψης κατάθεσης από τον Ιδιοκτήτη του σπιτιού.
Με άλλα λόγια, δεν έχει καταδειχθεί με ποιο τρόπο η μη λήψη κατάθεσης από τον ιδιοκτήτη του σπιτιού επηρέασε καθ' οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη. Δεν έχει εν προκειμένω καταδειχθεί ότι η μη λήψη κατάθεσης από τον Ιδιοκτήτη του σπιτιού είχε οποιαδήποτε επίπτωση στην προώθηση της Υπεράσπισης του Κατηγορούμενου ή στην αμφισβήτηση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ούτε έχει καταδειχθεί ότι αποστέρησε από τον κατηγορούμενο τη δυνατότητα να προτάξει εκδοχές ή να αντιτάξει τοποθετήσεις ενάντια εκείνων της Κατηγορούσας Αρχής ή ακόμη και να αμφισβητήσει το καλόπιστο της δίωξης. Δεν τέθηκε δηλαδή οτιδήποτε απτό και συγκεκριμένο σε αυτήν την κατεύθυνση.
Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τα παράπονα για μη λήψη καταθέσεων από τον αδελφό του Ιδιοκτήτη του σπιτιού και τον ξάδελφο του οι οποίοι, σύμφωνα με την παραπονούμενη την απείλησαν σε άλλο χρόνο. Ενώ αναγνωρίζει η Υπεράσπιση ότι ουσιαστικά η παραπονούμενη φέρεται να καταλογίζει τη διάπραξη άλλων αδικημάτων από άλλα πρόσωπα δεν εξηγεί με ποιο τρόπο η κατ’ ισχυρισμό μη διερεύνηση αυτών των άλλων αδικημάτων όπως η ίδια τα χαρακτηρίζει επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη.
Τέλος, οι όποιες αναφορές περί ερμηνείας της ιατρικής έκθεσης κατά το δοκούν από την ΜΚ2 η οποία οδήγησε σύμφωνα με την εισήγηση της Υπεράσπισης στην καταχώριση ποινικής δίωξης για βαριά σωματική βλάβη δεν καθίσταται αντιληπτό πως επηρέασε την Υπεράσπιση του κατηγορούμενου αφού πριν το κλείσιμο της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή με τη σύμφωνη γνώμη της Υπεράσπισης έλαβε χώρα τροποποίηση του κατηγορητηρίου δια της προσθήκης της κατηγορίας 2 για το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη και στη συνέχεια ανακοινώθηκε αναστολή της ποινικής δίωξης σε σχέση με την κατηγορία της βαριάς σωματικής βλάβης και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από αυτήν την κατηγορία.
Βάσει των πιο πάνω, οι ισχυρισμοί περί πλημμελούς διερεύνησης δεν έγινε κατορθωτό να πείσουν, έστω και στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι οι προβαλλόμενες ως παραλείψεις της Αστυνομίας στο ανακριτικό στάδιο ήταν τέτοιας φύσης ή έκτασης που ο Κατηγορούμενος τέθηκε σε δυσμένεια κατά την προώθηση της υπεράσπισής του. Η σχετική εισήγηση απορρίπτεται.
Καταληκτικά, σημειώνω ότι μέσα από την ακροαματική διαδικασία προκύπτει ξεκάθαρα ότι δεν υπήρξε οποιοσδήποτε επηρεασμός της υπεράσπισης του Κατηγορούμενου.
Μετά την εξέταση της εισήγησης περί παραβίασης του δικαιώματος του Κατηγορούμενου να τύχει δίκαιης δίκης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η μαρτυρία που έχει κριθεί ως αποδεκτή και αξιόπιστη πληροί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος.
Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος που προσάπτεται στον Κατηγορούμενο το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[20] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας που προσάπτεται στον Κατηγορούμενο χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[21] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[22]
Η πιο πάνω υποχρέωση είναι άσχετη από την απόρριψη ή όχι της εκδοχής του κατηγορουμένου, αφού τυχόν απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου καθίσταται μοιραία για την υπεράσπιση μόνο όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος, ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη.[23] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι:
«Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.»
Σαφώς, όμως, η βεβαιότητα, η οποία αναζητείται στη Δικαστική απόφαση δεν είναι αυτή της απόλυτης μαθηματικής βεβαιότητας, αλλά το είδος της βεβαιότητας που ικανοποιεί την κρίση και τη συνείδηση των Δικαστών στα πλαίσια της λογικής.[24]
Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.
Η κατηγορία 2 στηρίζεται στο άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«243. Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων».[25]
Η έννοια της «σωματικής βλάβης» καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ως εξής:
«Σωματική βλάβη» σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή είτε μόνιμη, είτε προσωρινή.
Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) η επίθεση εναντίον άλλου προσώπου (β) η πρόκληση σε αυτό πραγματικής σωματικής βλάβης.
Ο όρος «επίθεση» χρησιμοποιείται με την έννοια ότι περιλαμβάνει «assault» και «battery». Η επίθεση διαπράττεται όταν κατηγορούμενος, παράνομα (unlawfully), προκαλεί σε άλλο πρόσωπο φόβο άσκησης άμεσης βίας (assault) ή όπου ασκεί παράνομα βία σε άλλο πρόσωπο (battery).[26]
Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του.[27] Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Περαιτέρω, επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο.[28]
Έχει νομολογηθεί ότι η μεγάλη αδιαφορία, που μπορεί να στοιχειοθετήσει εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παραταύτα προβαίνει στις ενέργειες του.[29] Μια τέτοια ενέργεια συνεπάγεται αδιαφορία για τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το αδίκημα στοιχειοθετείται παρόλο που ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να εξασκήσει τη βία που επέφερε το τελικό αποτέλεσμα, αν αποδειχθεί ότι αυτός υπήρξε αδιάφορος (reckless) ως προς το κατά πόσο ο παραπονούμενος θα υφίστατο άμεση και παράνομη βία.[30]
Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητο η άδικη επίθεση να είναι άμεση. Στο σύγγραμμα
Russel on Crime, 11η έκδοση, τόμος 1, σελ. 729, γίνεται αναφορά στην υπόθεση Scott v. Shepherd (1773) 2 W.BL 892 όπου ρίχθηκε από τον εναγόμενο ένα αντικείμενο σε κάποια αγορά το οποίο τινάχθηκε από χέρι σε χέρι από διάφορα άτομα και τελικά κτύπησε τον ενάγοντα βγάζοντας του το μάτι και ο εναγόμενος κρίθηκε υπόλογος για επίθεση και βιαιοπραγία. Το ίδιο κρίθηκε και στην υπόθεση Short v. Lovejoy (1752) Bull. N.P. 16 όπου κάποιος έσπρωξε ένα μεθυσμένο προς άλλο πρόσωπο με αποτέλεσμα το τελευταίο πρόσωπο να τραυματισθεί.
Η πραγματική σωματική βλάβη ορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ως «ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή».
Ως προς το τι συνιστά πραγματική σωματική βλάβη παραπέμπω στις αποφάσεις R. v. Miller (1954) 2 All E.R. 529, 534, Αστυνομία ν. Ανδρέα Ιωάννου (1989) 2 ΑΑΔ 61 και Georghiades v. Police (1985) 2 CLR 56. Στην
Georghiades v. Police (1985) 2 CLR 56, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι επιφανειακές εκδορές στο πρόσωπο με ερέθισμα, αποτελούν πραγματική σωματική βλάβη, εντός της νομικής ερμηνείας του όρου για σκοπούς του άρθρου 243 του Κεφαλαίου 154. Αντίστοιχα, στο Σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση παρ.2634 η πραγματική σωματική βλάβη περιγράφεται ως βλάβη η οποία δεν χρειάζεται κατ' ανάγκη να είναι μόνιμου χαρακτήρα, μήτε τέτοια ώστε να εντάσσεται εντός της νομικής ερμηνείας του όρου της βαριάς σωματικής βλάβης.[31] Χρειάζεται όμως να διαπιστωθεί ως πραγματικό γεγονός η σωματική βλάβη, η απουσία της οποίας θα κατέτασσε την περίπτωση εντός των πλαισίων της κοινής επίθεσης.[32]
Ακόμη και επίθεση που προκαλεί υστερική νευρική κατάσταση θεωρείται ως πραγματική σωματική βλάβη.[33]
Στην υπό εξέταση περίπτωση όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος στις 8/8/20 παράνομα επιτέθηκε στην παραπονούμενη χτυπώντας και κλωτσώντας την με τα πόδια του στο πρόσωπο, στο στομάχι, στο πόδι και στο χέρι, ενώ ήταν στο πάτωμα, προκαλώντας της ευαισθησία αριστερά περιοφθαλμικά, ευαισθησία της αριστερής κροταφογναθικής διάρθρωσης, άλγος δεξιού βραχίονα, διάχυτη ευαισθησία στην κοιλιά, ευαισθησία στο στέρνο και εκχυμώσεις γόνατος, δηλαδή πραγματική σωματική βλάβη εντός της έννοιας του Νόμου.
Ως εκ τούτου, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 2ης κατηγορίας.
Καταληκτικά, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στη 2η κατηγορία.
(Υπ.) ………………………..
Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35
[2] G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά (2001) 1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου (2001) 1Γ ΑΑΔ 1924).
[3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.
[4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.
[5] Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 68), Πέτρου ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 76 και Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1998) 2 ΑΑΔ 104, 118).
[6] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 320, 322, Ξυδίας ν. Αστυνομίας (1993) 2 ΑΑΔ 217 και Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 143, 155.
[7] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499.
[8] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/2011, ECLI:CY:AD:2017:A202, ημερομηνίας 31.5.2017.
[9] Ευσταθίου ν. Μιχαήλ κ.α., Πολ. Έφεση 269/12, Λεμονάρης Αιμίλιος ν. Γιάννη Βιολάρη (2016) 1 ΑΑΔ 378
[10] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614)
[11]Andreas Anastassiades v. R. (1977) 2 C.L.R. 97, Philippou v. Odysseos (1989) 1 C.L.R. 1., Cybarco Ltd v Silvia Kovascik (2001) 1 A.A.Δ. 2013 Davie v. Edinborough Magistrate (1953) S.C. 34, Vassiliko Cement Works v. Stavrou (1978) 1 C.L.R. 389, Νικολάου ν. Σταύρου (1982) 1 Α.Α.Δ 746, Constantinides ν. Mavrogenis (1983) 1 C.L.R. 663, Pouris v. R (1983) 2 C.L.R. 170, Καουρής ν. Δημητρίου κ.ά. (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 967.
[12] Νικολάου ν Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 390, Ψάλτης ν Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 113, Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 612 και Χριστοφίδης ν Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 25, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αλέξανδρου Κωστάκη, ανήλικου, μέσω των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του, Χρήστου και Μαρίας Κωστάκη (2008) 1 Α.Α.Δ. 432.
[13] Cross on Evidence 5η έκδοση, σελ. 446, Phipson on Evidence 11η έκδοση σελ. 510, παραγρ. 1286, R. v. Matheson [1958] 2 All E.R. 87, Kouppis v. Republic (1977) 2 C.L.R. 361, Anastassiades v. Republic (1977) 2 C.L.R. 97, Khadar v. Republic (1977) 2 C.L.R. 132 και Vasilico Cement Works Ltd. v. Stavrou (1976) 1 C.L.R. 389, Muskita Aluminium Industries Ltd και Άλλοι ν. Alsako Aluminium Ltd και Άλλων (Aρ. 2) (2009) 1 ΑΑΔ 1481.
[14] Ψάλτης v. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα (2001)1 Β Α.Α.Δ. 1077
[15] Joy v Yeoman (1981) 2 All E.R. 21, Αθηνής ν Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 47.
[16] Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499, Mohamed v. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 266, Τιμοθέου ν. Αστυνομίας Ποιν.Έφεση 24/12 ημερ. 23/10/2012, Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας Ποιν Έφεση 243/12 ημερ. 2/5/2014, Frangous P.S. Limited κ.α. v. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, 4/7/2022, ECLI:CY:AD:2022:B277,
[17] Mohammad κ.ά ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 590.
[18] Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 693, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 96/2016, 100/2016 και 101/16, ημερομηνίας 17/11/2017, Σταματίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 163/2018, ημερομηνίας 11/3/2020, ECLI:CY:AD:2020:B101 και Γιώρκας ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 27/2021, ημερομηνίας 16/3/2022.
[19] Ρίκκος Ερωτοκρίτου κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/17 κ.α., ημερ. 15.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B465, ECLI:CY:AD:2017:B465, Παπανδρέας Αθανάση v. Δημοκρατίας (2016) 2(Β) Α.Α.Δ. 867).
[20] Charitonos and others v. The Republic (1971) (1971) 2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462.
[21] Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 434).
[23] Τρύφωνος ν. Αστυνομία Ποινική Έφεση 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119 και Kafalos v. The Queen 19 CLR 121).
[24] Μαμαλικόπουλος κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 25 και 29/2014, ημερομηνίας 20.9.2018, Rex v. Dickman (1910) 5 Cr.App.R. 135 και Miller v. Minister of Pensions (1947) 2 All E.R. 372.
[25] Για σκοπούς πληρότητας σημειώνεται ότι το άρθρο 243 τροποποιήθηκε με τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Νόμος του 2025 (Ν. 212(I)/2025) Ε.Ε., Παρ.Ι(I), Αρ.1171, 12/12/2025 και προστέθηκε το ακόλουθο εδάφιο:
(2)(α) Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη σε δημόσιο λειτουργό, ιατρό, νοσηλευτή, μαία ή όργανο τήρησης της τάξης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή σε άλλο πρόσωπο που παρέχει συνδρομή σε αυτούς, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα (4) χρόνια.
(β) Για σκοπούς του παρόντος εδαφίου-
(i) "ιατρός" σημαίνει πρόσωπο εγγεγραμμένο στο Μητρώο Ιατρών σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου και περιλαμβάνει ειδικευόμενο ιατρό.
(ii) "μαία" σημαίνει πρόσωπο εγγεγραμμένο στο Μητρώο Μαιών δυνάμει των διατάξεων του περί Νοσηλευτικής και Μαιευτικής Νόμου. και
(iii) "νοσηλευτής" σημαίνει πρόσωπο εγγεγραμμένο στο Μητρώο Νοσηλετών δυνάμει των διατάξεων του περί Νοσηλευτικής και Μαιευτικής Νόμου.
[26] Πετρόπουλος ν Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 574, 579.
[27] R. v. Venna (1975) 3 All ER 788, 794.
[28] R. v. Rolphe (1953) 36 Cr. App. R. 4 και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner (1988) 3 All ER 445). Βλέπε επίσης Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-2
[29] βλ. R. v. Lawrence (1981) 1 All ER 974, 982, R. v. Caldwell (1981) 1 All ER 964, 966 και Archbold, 42η έκδοση παρ. 17-25).
[30] Kimber (1983) 77 Cr. App. R. 225, 228, D.P.P. v. Morgan (1975) 2 All ER 347, 363-364.
[31] «Actual bodily harm need not be an injury of permanent character, nor need it amount to what could be considered to be grevious bodily harm.»
[33] R. v. Miller (1954) 2 All E.R. 529, 534.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο