ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.
Αρ. Yπόθεσης: 7473/2022
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
ΜΑΡΙΑ ΑΝΔΡΕΟΥ
Κατηγορούμεvη
Ημερομηνία: 11 Μαΐου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ζ. Κούμουρου.
Για την Κατηγορούμενη: ο κ. Χ. Μούσκος για ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΡ. ΜΟΥΣΚΟΣ Δ.Ε.Π.Ε..
Κατηγορούμενη: παρούσα.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει 1 κατηγορία για το αδίκημα της Κοινής Επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στις 10/03/2022 στην οδό [ ] στα Λιβάδια της Επαρχίας Λάρνακας παρανόμως επιτέθηκε στην Αφροδίτη Ηρακλέους από το Κίτι.
Για σκοπούς πληρότητας σημειώνεται ότι η Κατηγορούμενη αντιμετώπιζε ακόμα μία κατηγορία για το αδίκημα της απειλής πλην όμως αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από αυτή κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως.
Η Κατηγορούμενη δήλωσε μη παραδοχή στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε 2 μάρτυρες.
Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της Κατηγορούμενης και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, η Κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Περαιτέρω, κάλεσε 2 μάρτυρες. Κατατέθηκαν τέλος 5 τεκμήρια.
Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Οι αναφορές όλων των μαρτύρων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους κάτι το οποίο θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο.[2]
Πρώτη μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν η παραπονούμενη Αφρούλλα Ηρακλέους (ΜΚ1) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 1). Συνοπτικά, ανέφερε ότι το έτος 2009 οι γονείς της πώλησαν την οικία τους στα Λειβάδια σε μία εταιρεία της οποίας ο διευθύνων σύμβουλος υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση δια της οποίας επέτρεψε στους γονείς της να διαμένουν στην οικία εφ’ όρου ζωής. Ο πατέρας της απεβίωσε το 2021, ενώ η μητέρα της είναι εν ζωή. Μετά τον θάνατο του πατέρα, η μητέρα της συνεχίζει να μένει εκεί και υπήρξαν πολλά προβλήματα με τη συμπεριφορά των νέων ιδιοκτητών. Κατά την ίδια τόσο αυτή όσο και ο σύζυγος της κατά τις επισκέψεις τους στην οικία δεν ενόχλησαν ποτέ κανένα. Σύμφωνα με την ΜΚ1 η κατηγορούμενη αντιδρά στις επισκέψεις της ίδιας και του συζύγου της. Στις 10/3/2022 μετά από πρόβλημα στη θέρμανση στην επίδικη οικία, η ΜΚ1 κάλεσε τεχνικό και πήγε μαζί με τον σύζυγό της και τον τεχνικό στην αυλή όπου βρίσκεται ο λέβητας. Τότε η κατηγορούμενη τους είπε ότι δεν δικαιούνται να βρίσκονται εκεί επειδή η αυλή είναι δική της και τους ζήτησε να φύγουν αλλιώς θα καλούσε την Αστυνομία και ταυτόχρονα πήγε κοντά της και την έσπρωξε με τον αγκώνα της. Σύμφωνα με την ΜΚ1 δεν τραυματίστηκε ούτε επιθυμούσε ιατρική εξέταση και το περιστατικό έγινε παρουσία του συζύγου της και του τεχνικού.
Δεύτερος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο κ. Βάσος Ηρακλέους (ΜΚ2), σύζυγος της ΜΚ1 ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 2). Επανέλαβε τα περί πώλησης της οικίας των πεθερικών του και των επισκέψεων του ίδιου και της ΜΚ1 στην πεθερά του στην επίδικη οικία. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η κατηγορούμενη δημιουργούσε συνεχώς προβλήματα και προσπαθούσε να αναγκάσει την πεθερά του να φύγει από το σπίτι. Σε ότι αφορά το επίδικο περιστατικό αναφέρει ότι στις 10/03/2022, όταν παρουσιάστηκε πρόβλημα στη θέρμανση κάλεσαν τεχνικό για επιδιόρθωση. Ο ΜΚ2 και η σύζυγός του πήγαν μαζί με τον τεχνικό στον χώρο του λέβητα στην αυλή της οικίας. Η κατηγορούμενη βγήκε έξω, άρχισε να φωνάζει, τους είπε ότι δεν δικαιούνται να βρίσκονται στην αυλή επειδή είναι δική της και τους ζήτησε να φύγουν χωρίς να επιδιορθωθεί η θέρμανση. Περαιτέρω η κατηγορούμενη έσπρωξε τη σύζυγό του με τον αγκώνα της. Για να αποφευχθεί περαιτέρω ένταση, ο ΜΚ2 ανέβηκε με τη σύζυγό του στον όροφο όπου βρισκόταν η πεθερά του, ενώ ο τεχνικός παρέμεινε για την επιδιόρθωση. Αναφέρει επίσης ότι από το σπρώξιμο η σύζυγός του δεν τραυματίστηκε.
Η κατηγορούμενη, ως έχω αναφέρει προηγουμένως, κατέθεσε ενόρκως. Κατά την κυρίως εξέταση της υιοθέτησε την ανακριτική της κατάθεση Τεκμήριο 4. Ανέφερε συνοπτικά ότι η ίδια και ο σύζυγός της αγόρασαν την επίδικη οικία πριν από περίπου 13 χρόνια και πρώην ιδιοκτήτες να διαμένουν εφ’ όρου ζωής στον επάνω όροφο, ενώ οι ίδιοι κατοικούν στο ισόγειο. Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 δεν συμφωνούσαν με την πώληση και δημιουργούσαν προβλήματα. Επισκέπτονταν συχνά το σπίτι χωρίς άδεια, εισέρχονταν στον χώρο τους και τους ενοχλούσαν, ενώ υπέβαλλαν και καταγγελίες στην Αστυνομία για φασαρίες. Η ίδια δεν είχε δώσει ιδιαίτερη συνέχεια στα περιστατικά. Για το επίδικο περιστατικό της 10/03/2022 αναφέρει ότι ενώ βρισκόταν στην κουζίνα με φίλη της πίνοντας καφέ, είδε τους ΜΚ1, ΜΚ2 και τον υδραυλικό Θεοδόση να πηγαίνουν στην μικρή αποθήκη - παρακουζινάκι στο ισόγειο μέρος της οικίας όπου βρίσκεται και το σύστημα θέρμανσης. Ρώτησε γιατί βρίσκονταν εκεί και ζήτησε από τους ΜΚ1 και ΜΚ2 να βγουν έξω επειδή είχε προσωπικά αντικείμενα στον χώρο. Η ΜΚ1 χτύπησε το χέρι της στο ντεπόζιτο πετρελαίου και είπε ότι έχει δικαιώματα και ότι αν θέλει να την απομακρύνει να καλέσει την Αστυνομία. Της ανέφερε ότι δεν θα πάρει την Αστυνομία και η ΜΚ1 της ανέφερε ότι θα καλούσε εκείνη Αστυνομία. Ακολούθως οι ΜΚ1 και ΜΚ2 ανέβηκαν στον επάνω όροφο όπου μένει η μητέρα της ΜΚ1. Στον χώρο παρέμεινε ο υδραυλικός για να επιδιορθώσει τη θέρμανση. Ήταν η θέση της ότι δεν υπήρξε σωματική επαφή, επίθεση, εξύβριση ή απειλή από μέρους της προς την τους ΜΚ1 και ΜΚ2.
Πρώτος μάρτυρας Υπεράσπισης ήταν η κα Ζωή Τζίβα (ΜΥ1) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 4). Συνοπτικά ανέφερε ότι γνωρίζει την Κατηγορούμενη εδώ και πολλά χρόνια και επισκέπτεται συχνά την επίδικη οικία. Στις 10/03/2022 βρισκόταν στο σπίτι της Κατηγορούμενης και έπιναν καφέ στο κουζινάκι του σπιτιού. Άκουσαν θόρυβο έξω και όταν βγήκαν είδαν τρία άτομα: δύο άντρες και μία γυναίκα. Η Κατηγορούμενη ζήτησε από τη γυναίκα, με ήρεμο τρόπο, να φύγει από τον χώρο του σπιτιού της. Η γυναίκα απάντησε ότι έχει δικαίωμα να βρίσκεται εκεί, ότι δεν θα φύγει και ότι αν συνεχίσει να την διώχνει θα αποταθεί στην Αστυνομία. Η Κατηγορούμενη επανέλαβε ήρεμα ότι δεν επιτρέπεται να βρίσκονται στον συγκεκριμένο χώρο επειδή ανήκει στο σπίτι της και ότι μπορούν να καλέσουν την Αστυνομία αν το επιθυμούν. Μετά τη συζήτηση, η γυναίκα και ένας από τους άντρες αποχώρησαν, ενώ ο δεύτερος άντρας, που ήταν τεχνικός, παρέμεινε για να επιδιορθώσει τη θέρμανση.
Δεύτερος μάρτυρας Υπεράσπισης ήταν ο κ. Θεοδόσης Σεργίου (ΜΥ2) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 5). Συνοπτικά, ανέφερε ότι εργάζεται ως υδραυλικός και γνώριζε τους γονείς της ΜΚ1 ως πελάτες του. Γνώριζε επίσης την Κατηγορούμενη και τον σύζυγο της λόγω προηγούμενων εργασιών στο σπίτι τους.
Στις 09/03/2022 η Γιαννούλα Παναγιώτου, δηλαδή η μητέρα της ΜΚ1 τον κάλεσε για πρόβλημα στη θέρμανση και συμφώνησαν να μεταβεί την επόμενη ημέρα για την επιδιόρθωση του προβλήματος. Στις 10/03/2022 πήγε στην επίδικη οικία στην οποία όπως ανέφερε, στο ισόγειο μπροστά έμενε η μητέρα της ΜΚ1 και στο ισόγειο πίσω και στον 1ο όροφο η κατηγορούμενη με τον σύζυγο της. Εκεί συνάντησε την κόρη της ΜΚ1 και ακόμη έναν άντρα, και όλοι μαζί πήγαν στον χώρο όπου βρισκόταν ο λέβητας στην αυλή. Όταν έφτασαν, η κατηγορούμενη βγήκε έξω και ρώτησε τι έκαναν στην αυλή. Της εξήγησαν ότι υπήρχε πρόβλημα με τη θέρμανση και ο ίδιος της ζήτησε ευγενικά να του επιτρέψει να την επιδιορθώσει, κάτι που – όπως αναφέρει – αποδέχθηκε. Η κατηγορούμενη, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, δεν ήθελε την ΜΚ1 και τον άλλο άντρα στον χώρο επειδή θεωρούσε ότι η αυλή ήταν δική της και τους ζήτησε να φύγουν. Ο ΜΥ2 ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη ούτε φώναξε ούτε μίλησε άσχημα σε κανέναν. Η κατηγορούμενη είπε ξανά στην ΜΚ1 και τον άλλο άντρα ότι δεν επιτρεπόταν να βρίσκονται εκεί και τους ζήτησε να επιστρέψουν στον χώρο όπου διέμενε η μητέρα της ΜΚ1. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, η ΜΚ1 και ο άλλος άντρας αποχώρησαν χωρίς να υπάρξει τσακωμός. Ο ίδιος παρέμεινε μαζί με την κατηγορούμενη, επιδιόρθωσε τη βλάβη και έφυγε λίγα λεπτά αργότερα. Ανέφερε τέλος ότι όσο ήταν παρών δεν είδε την Κατηγορούμενη να σπρώχνει, να επιτίθεται ή να δημιουργεί επεισόδιο με οποιονδήποτε και ότι απλώς ζήτησε από τα άλλα δύο πρόσωπα να αποχωρήσουν από την αυλή.
Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το βαθμό στον οποίο συνάδει με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης.
Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος.[5] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[6] Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι η αποδοχή κάποιων μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν εξυπακούει πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας αφού η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους.[7] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[8]
Η παραπονούμενη ΜΚ1 δεν άφησε στο Δικαστήριο θετική εντύπωση ως μάρτυρας αλήθειας. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από ασάφεια, γενικότητα, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Περαιτέρω, περιέπεσε σε αντιφάσεις. Παραθέτω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών της που επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο.
Από τη μαρτυρία της αναδύθηκε καταρχάς η έντονη δυσαρέσκεια της σε σχέση με το γεγονός ότι οι γονείς της πώλησαν την επίδικη οικία στην κατηγορούμενη και την οικογένεια της πράγμα το οποίο μάλιστα δεν γνώριζε η παραπονούμενη και για το οποίο όταν έλαβε μεταγενέστερα γνώση του γεγονότος της πώλησης ήταν, όπως ανέφερε, σε κατάσταση σοκ. Από το σύνολο της μαρτυρίας της αναδύθηκε ότι αυτή της η δυσαρέσκεια και η συναισθηματική της φόρτιση ένεκα του γεγονότος αυτού φαίνεται να έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην ικανότητα της να παραθέσει με ακρίβεια, σταθερότητα και αντικειμενικότητα το πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα την επίδικη ημέρα.
Ενδεικτικό της άρνησης της να αποδεχθεί ότι πλέον το πατρικό της σπίτι δεν ανήκε πλέον στους γονείς της ενόψει της αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος ήταν και η παραδοχή της αντεξεταζόμενη ότι δεν είχε λάβει οποιαδήποτε άδεια από τους νέους ιδιοκτήτες για να βρίσκεται την επίδικη ημέρα στην επίδικη αυλή εντός της οικίας, ούτε η ίδια θεωρούσε ότι χρειαζόταν οποιαδήποτε άδεια.
Περαιτέρω, ενώ στην κατάθεση της ανέφερε ότι η κατηγορούμενη απλώς την έσπρωξε με τον αγκώνα της και ότι από το σπρώξιμο δεν τραυματίστηκε και δεν επιθυμούσε να εξεταστεί, αντεξεταζόμενη διαφοροποίησε τη θέση της επί του ουσιαστικού αυτού σημείου λέγοντας μάλιστα ότι η κατηγορούμενη την έσπρωξε δυνατά και ότι η ίδια δεν άντεξε και ότι της προκάλεσε και πρόβλημα εν τέλει το σπρώξιμο αφού χρειάστηκε να προβεί σε επέμβαση στο ισχίο πριν 3 μήνες. Σε άλλο μάλιστα σημείο ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη πήγε με πολλή πίεση και ότι την έσπρωξε αρκετά δυνατά. Πρόκειται για μία ουσιώδη διαφοροποίηση από τις αρχικές αναφορές της σε σχέση με το ουσιαστικότερο σημείο της μαρτυρίας της, ήτοι το φερόμενο σπρώξιμο που δέχθηκε.
Περαιτέρω, πέραν της γενικής αναφοράς ότι την έσπρωξε η Κατηγορούμενη η ίδια δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με ακρίβεια και λεπτομέρεια σε ποιο ακριβώς σημείο του σώματος δέχθηκε το κατ’ ισχυρισμό σπρώξιμο, αφού ουδέν ανέφερε επί αυτού του ζητήματος.
Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία της ΜΚ1 και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας της σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία της να καθίσταται ακροσφαλής.
Συνακόλουθα, απορρίπτω τη μαρτυρία της ΜΚ1 στην ολότητα της.
Προχωρώ στον ΜΚ2 ο οποίος επίσης δεν έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων γεγονότων συνολικά, διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από γενικότητα, ασάφεια, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, σαφήνεια, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Ο ίδιος δεν ήταν σταθερός στις απαντήσεις του, υπέπεσε σε αντιφάσεις, αναιρούσε τα λεγόμενα του και αδυνατούσε να στοιχειοθετήσει τις αναφορές του οι οποίες ήταν ασαφείς και συγκεχυμένες. Παραθέτω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του.
Από τη μαρτυρία και αυτού του μάρτυρα αναδύθηκε επίσης η δυσαρέσκεια του καθώς και η διαφωνία του σε σχέση με το γεγονός ότι οι γονείς της συζύγου του πώλησαν την επίδικη οικία στην κατηγορούμενη και την οικογένεια της πράγμα το οποίο μάλιστα δεν γνώριζαν αλλά πληροφορήθηκαν όπως ανέφερε πολύ αργότερα, κάτι το οποίο επίσης φαίνεται να επηρέασε καταλυτικά την ικανότητα του να μεταφέρει το πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα με ακρίβεια και αντικειμενικότητα.
Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό του κατ’ ισχυρισμό σπρωξίματος, ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του ότι από το σπρώξιμο πήγε προς τα πάνω του η σύζυγος του αφού έπεσε λίγο και την άρπαξε τη στιγμή που στην κατάθεση του απλώς αναφέρει ότι η κατηγορούμενη έσπρωξε τη σύζυγο του. Περαιτέρω, ενώ ο ίδιος ισχυρίστηκε για πρώτη φορά τα πιο πάνω, η ίδια η ΜΚ1 στην κατάθεση της δεν ισχυρίστηκε ότι από το σπρώξιμο έχασε την ισορροπία της, ούτε ότι χρειάστηκε να παρέμβει ο σύζυγος της για να την κρατήσει.
Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΚ2 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας του να δώσει σταθερές, σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που του τέθηκαν, καταλήγω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής και την απορρίπτω στο σύνολο της.
Συνακόλουθα, ο ΜΚ2 κρίνεται αναξιόπιστος και απορρίπτω τη μαρτυρία του κατηγορούμενου στην ολότητα της.
Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από την Κατηγορούμενη ήταν θετική. Κατέθεσε με απλότητα και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά της ενώ γενικότερα εξέπεμπε με τον τρόπο που κατέθετε μία βεβαιότητα, συνάδουσα με πρόσωπο που λέει την αλήθεια. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα.
Η κατηγορούμενη επεξήγησε με ενάργεια όλα όσα διαμείφθηκαν κατά την επίδικη ημέρα ενώ απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που της τέθηκαν και δεν έχω εντοπίσει οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά της. Ήταν σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια τι ακριβώς έλαβε χώρα κατά την επίδικη ημέρα και πως ακριβώς συμπεριφέρθηκε τόσο η ίδια όσο και οι υπόλοιποι που βρίσκονταν στην επίδικη οικία.
Αντεξεταζόμενη η κατηγορούμενη παρέμεινε σταθερή και σαφής στις αναφορές της ως προς το πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της. Ειδικότερα παρέμεινε σαφής και σταθερή στη θέση της ότι η ΜΚ1 δεν είχε αποδεχτεί ποτέ το γεγονός ότι οι γονείς της πώλησαν την επίδικη οικία σε αυτήν και στον σύζυγο της καθώς επίσης και στη θέση της ότι θα έπρεπε προηγουμένως να την ενημέρωνε η ΜΚ1 και ο σύζυγος της για την παρουσία τους την επίδικη ημέρα στην επίδικη αυλή ενόψει της αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Ήταν επίσης σαφής και σταθερή στη θέση της ότι η ίδια ζήτησε από την ΜΚ1 και τον σύζυγο της να αποχωρήσουν από το μέρος ενώ δέχθηκε να παραμείνει ο υδραυλικός προκειμένου να επιδιορθώσει το πρόβλημα που υπήρχε. Ταυτόχρονα με σταθερότητα και συνέπεια απέρριψε όλες τις υποβολές ότι η ίδια επιτέθηκε την επίδικη ημέρα στην ΜΚ1, επαναλαμβάνοντας σταθερά ότι το μόνο που ζήτησε ήταν να αποχωρήσει η ΜΚ1 με τον σύζυγο της από το μέρος.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου η Κατηγορούμενη κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της.
Η ΜΥ1 άφησε επίσης πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατέθεσε με απλότητα και αυθορμητισμό χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή. Ήταν σε θέση να εξηγήσει λογικά και πειστικά το πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα την επίδικη ημέρα χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά της ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της.
Περαιτέρω, η μαρτυρία της συνάδει και με την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία της κατηγορούμενης.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων η ΜΥ1 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της.
Προχωρώ τέλος στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ2. Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε και από τον ΜΥ2 ήταν θετική. Πρόκειται για πρόσωπο το οποίο βρισκόταν εκεί υπό την επαγγελματική του ιδιότητα ως υδραυλικός και ο οποίος μάλιστα είχε κληθεί στο μέρος από τη μητέρα της ΜΚ1 και συνόδευσε την ΜΚ1 και τον σύζυγο της στην επίδικη οικία προς επιδιόρθωση του προβλήματος με τη θέρμανση. Συνεπώς, πρόκειται για πρόσωπο που ήταν σε θέση να περιγράψει με αντικειμενικότητα το τι έλαβε χώρα την επίδικη ημέρα αφού δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική σχέση είτε με την Παραπονούμενη είτε με την Κατηγορούμενη. Κατέθεσε με απλότητα και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του ως αυτές συνοψίσθηκαν πιο πάνω κατά την παράθεση της μαρτυρίας του, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά του ενώ γενικότερα εξέπεμπε με τον τρόπο που κατέθετε μία βεβαιότητα, συνάδουσα με πρόσωπο που λέει την αλήθεια. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα.
Παρέμεινε σαφής και σταθερός στη θέση του ότι η κατηγορούμενη μόλις τους αντιλήφθηκε στον χώρο ζήτησε από την ΜΚ1 και τον σύζυγο της να αποχωρήσουν ενώ επέτρεψε στον ίδιο να παραμείνει στον χώρο για να επιδιορθώσει το πρόβλημα, πράγμα το οποίο έγινε. Επανέλαβε με σταθερότητα και συνεκτικότητα ότι δεν έλαβε χώρα οποιαδήποτε επίθεση από την Κατηγορούμενη προς την ΜΚ1. Αξιοσημείωτο είναι άλλωστε το γεγονός ότι η ίδια η ΜΚ1 τοποθέτησε τον ΜΥ2 στη σκηνή λέγοντας ότι ήταν παρών κατά τη στιγμή της φερόμενης επίθεσης και δεν προβλήθηκε ποτέ οποιαδήποτε θέση ότι η φερόμενη επίθεση έγινε σε στιγμή που δεν έβλεπε ο ΜΥ2.
Περαιτέρω, η μαρτυρία του ΜΥ2 συνάδει και με την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων ο ΜΥ2 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της.
Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[9] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[10] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[11]
Η πιο πάνω υποχρέωση είναι άσχετη από την απόρριψη ή όχι της εκδοχής του κατηγορουμένου, αφού τυχόν απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου καθίσταται μοιραία για την υπεράσπιση μόνο όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος, ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη.[12] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι:
«Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.»
Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.
Με δεδομένη την απόρριψη της μαρτυρίας που δόθηκε για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την κατηγορίες που έχει προσαφθεί στην Κατηγορούμενη.
Συνακόλουθα, η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει.
(Υπ.) ………………………..
Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35
[2] G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά (2001) 1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου (2001) 1Γ ΑΑΔ 1924).
[3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.
[4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.
[5] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499.
[6] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/2011, ECLI:CY:AD:2017:A202, ημερομηνίας 31.5.2017.
[7] Ευσταθίου ν. Μιχαήλ κ.α., Πολ. Έφεση 269/12, Λεμονάρης Αιμίλιος ν. Γιάννη Βιολάρη (2016) 1 ΑΑΔ 378
[8] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614)
[9] Charitonos and others v. The Republic (1971) (1971) 2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462.
[10] Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 434).
[12] Τρύφωνος ν. Αστυνομία Ποινική Έφεση 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119 και Kafalos v. The Queen 19 CLR 121).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο