ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΣΥΜΕΟΥ κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 447/2023, 30/4/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΣΥΜΕΟΥ κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 447/2023, 30/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Yπόθεσης: 447/2023

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

1.    ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΣΥΜΕΟΥ

2.    ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΜΑΚΡΙΔΗΣ

Κατηγορούμεvοι

 

Ημερομηνία: 30 Απριλίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ζ. Κούμουρου.

Για τους Κατηγορούμενους: Ο κ. Κορομίας.

Κατηγορούμενοι: παρόντες.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες:

 

(α)       Απειλή κατά παράβαση του άρθρου 91 Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία).

 

(β)       Δημόσια Εξύβριση κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία).

 

Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες:

 

(α)       Απειλή κατά παράβαση του άρθρου 91 Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (3η κατηγορία).

 

(β)       Κοινή Επίθεση κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (4η κατηγορία).

 

Τέλος, και οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορία για το αδίκημα της ανησυχίας κατά παράβαση των άρθρων 20 και 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (5η κατηγορία).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος  1 κατηγορείται ότι στις 14/08/2022 και περί ώρα 12:40 στο Ολυμπιακό Σκοπευτήριο Λάρνακας στα Κλαυδιά της Επαρχίας Λάρνακας προκάλεσε τρόμο στον Κώστα Κοντόπουλο από το Αβδελλερό απειλώντας τον ότι με παράνομη πράξη θα του κάνει κακό λέγοντας του: «θα σου κάτσω την ππουνιά και θα φύει η κελέ σου ρε διεφθαρμένε».

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία ευρισκόμενος σε δημόσιο μέρος εξύβρισε Κώστα Κοντόπουλο από το Αβδελλερό με τη φράση «διεφθαρμένε» με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία προκάλεσε τρόμο στον Κώστα Κοντόπουλο από το Αβδελλερό απειλώντας τον ότι με παράνομη πράξη θα του κάνει κακό λέγοντας του: «θα σε κάμω άχρηστο, θα σε λίσω εβαρεθήκαμε σε».

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία παρανόμως επιτέθηκε στον Κώστα Κοντόπουλο από το Αβδελλερό.

 

Τέλος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 5ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσαν θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο μέρος με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης.  

 

Οι Κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή στις κατηγορίες που έκαστος αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε 6 μάρτυρες.

 

Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, οι Κατηγορούμενοι επέλεξαν να καταθέσουν ενόρκως και κάλεσαν και 2 μάρτυρες. Κατατέθηκαν τέλος 13 τεκμήρια.

 

Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1]  

 

Οι αναφορές όλων των μαρτύρων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους κάτι το οποίο θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο.[2]

 

Πρώτος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Αστυφύλακας 1311 Ιωάννης Γεωργίου (ΜΚ1) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 1). Συνοπτικά, αναφέρθηκε στις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης.

 

Δεύτερος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν  ο Αστυφύλακας 1311 Ιωάννης Γεωργίου (ΜΚ2) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 7). Συνοπτικά, αναφέρθηκε στις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης οι οποίες περιορίστηκαν στη λήψη των ανακριτικών καταθέσεων από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα.

 

Τρίτη μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν η κα Κωνσταντίνα Κωνσταντίνου  (ΜΚ3) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 10). Συνοπτικά ανέφερε ότι στις 14/08/2022 και γύρω στις 12:40 βρισκόταν στο σκοπευτήριο Λάρνακας κοντά στην περιοχή της Κλαυδιάς λόγω του ότι βρισκόταν για προπόνηση εκεί ο γιος της Μάρκος Κοντόπουλος και πήγε να τον δει μαζί με τον άντρα της Κώστα Κοντόπουλο. Μετά την προπόνηση πήγαν στην καφετέρια του σκοπευτηρίου και σε διπλανό τραπέζι βρισκόταν μια παρέα από 4 άνδρες και ο ένας από αυτούς επ’ ονόματι Νικόλας Κυριάκου φώναξε του άντρα της για να συζητήσουν. Στο τραπέζι ήταν επίσης οι κατηγορούμενοι 1 και 2 και τον τέταρτο άνδρα δεν τον γνώριζε. Καθώς συζητούσαν σε μια φάση άκουσε τον δεύτερο κατηγορούμενο να λέει στον άντρα της «θα σε κάμω άχρηστο, θα σε λύσω και ότι εβαρεθήκαμεν σε». Μετά ο κατηγορούμενος 2 πήρε το τραπέζι για να το πετάξει στον άντρα της αλλά οι παρευρισκόμενοι τον απέτρεψαν. Στη συνέχεια άκουσε τον κατηγορούμενο 1 να λέει στον άντρα της «θα σου κάτσω την ππουνιά και θα φύει η κκελέ σου ρε διεφθαρμένε». Το όλο γεγονός ήταν σοκαριστικό για την ίδια τον άνδρα και τον ανήλικο γιο της καθότι φοβήθηκαν για τη σωματική ακεραιότητα που άνδρα της.

 

Τέταρτος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο κ. Μάρκος Κοντόπουλος (ΜΚ4) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 11). Συνοπτικά ανέφερε ότι στις 14/08/2022 και γύρω στις 12:40 βρισκόταν στο σκοπευτήριο Λάρνακας κοντά στα Κλαυδιά όπου πήγε για προπόνηση. Μόλις τελείωσε η προπόνηση τον πήρε ο πατέρας του Κώστας Κοντόπουλος για να πάνε στην καφετέρια του σκοπευτηρίου να κάτσουν. Μπήκαν στην καφετέρια και σε ένα τραπεζάκι κάθονταν οι κατηγορούμενοι 1 και 2, ο Νικόλας Κυριάκου και ακόμα ένα άτομο που δεν το γνώριζε. Ο Νικόλας φώναξε του πατέρα του να πάει στο τραπέζι τους να μιλήσουν ενώ ο ίδιος πήγε να παραγγείλει καφέ. Καθώς συζητούσαν είδε τον κατηγορούμενο 2 να σηκώνεται από τη θέση του και να προσπαθεί να πετάξει τον τραπεζάκι πάνω στον πατέρα του αλλά οι παρευρισκόμενοι τον απέτρεψαν. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 2 άρχισε να φωνάζει του πατέρα του «θα σε κάμω άχρηστο, θα σε λύσω και ότι εβαρεθήκαμεν σε», μετά σηκώθηκε και ο πρώτος κατηγορούμενος πάνω και άρχισε και αυτός να φωνάζει στον πατέρα του λέγοντάς του «θα σου κάτσω την ππουνιά και θα φύει η κκελέ σου ρε διεφθαρμένε». Θυμάται ότι ο κατηγορούμενος 1 φώναζε πολύ στον πατέρα του και τον έλεγε επανειλημμένως διεφθαρμένο. Τέλος, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν πλησίασε και επειδή φοβόταν έμεινε και τους κοίταζε.

 

Πέμπτη μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν η κα Ειρήνη Παντελή  (ΜΚ5) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 12). Συνοπτικά ανέφερε ότι είναι καθηγήτρια φυσικής αγωγής και προπονήτρια σκοποβολής. Στις 14/08/2022 ήταν στο σκοπευτήριο Λάρνακας για προπόνηση με τους αθλητές της μεταξύ των οποίων ο Μάρκος Κοντόπουλος. Γύρω στη 13:00 το μεσημέρι όταν τελείωσε η προπόνηση πήγε στην καφετέρια του σκοπευτηρίου για ξεκούραση και καφέ. Σε διπλανό τραπέζι ήταν όρθιος ο Κώστας Κοντόπουλος και μιλούσε με τους Νικόλα Κυριάκου και κατηγορούμενους 1 και 2. Στο τραπέζι υπήρχε ακόμα ένας κύριος που δεν γνώριζε. Σε κάποια στιγμή άκουσε τον 2ο κατηγορούμενο να φωνάζει στον Κώστα  «φάουσα να φκάλεις εβαρέθηκα σε» και τότε χτυπούσε με τα χέρια του στο τραπέζι το οποίο κρατούσε νευρικά και το ταρακουνούσε  και το έσπρωξε προς τον Κώστα αλλά δεν τον χτύπησε με αυτό. Ακολούθως άκουσε τον 1ο κατηγορούμενο να φωνάζει στον Κώστα είσαι διεφθαρμένος και τότε ήρθαν και άλλοι και επενέβησαν απομακρύνοντας τον 2ο  κατηγορούμενο ο οποίος ήταν φανερά εκνευρισμένος. Στη συνέχεια ο 1ος κατηγορούμενος είπε στον Κώστα «εννα σου κάτσω την ππουνιά πάνω στη κελε» με τον Κώστα να απαντά «είσαι άδρωπος εσύ να με δέρεις;». Στη συνέχεια η σύζυγος του Κώστα είπε ότι θα καλούσε την αστυνομία και ο 1ος  κατηγορούμενος της είπε να κάνει ότι θέλει και συνέχισε να αποκαλεί τον Κώστα διεφθαρμένο. Στη συνέχεια η ίδια η ΜΚ5 πλησίασε τον Κώστα και τον παρακάλεσε αφού ήταν ο πιο ψύχραιμος να φύγει από εκεί πράγμα το οποίο έγινε. Ο Κώστας, σύμφωνα με την ΜΚ5, σε όλο το επεισόδιο δεν εξύβρισε κανένα ούτε μίλησε απειλητικά απαντούσε με φράσεις όπως «εν έμενα που λαλείς διεφθαρμένο» ή «εν εμένα που εννά δέρεις;». Η ΜΚ5 δεν γνώριζε ακριβώς τον λόγο που τσακώθηκαν αλλά πρέπει, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, να αφορούσε θέματα της ομοσπονδίας ΣΚΟΚ και του συμβουλίου του ομίλου Λάρνακας του οποίου μέλη του οποίου είναι οι κατηγορούμενοι 1 και 2.

 

Έκτος και τελευταίος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο κ. Κώστας Κοντόπουλος (ΜΚ6) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 13). Συνοπτικά ανέφερε ότι στις 14/08/2022 και γύρω στις 12:40 βρισκόταν στο σκοπευτήριο Λάρνακας κοντά στην περιοχή Κλαυδιά λόγω του ότι πήρε τον γιο του Μάρκο Κοντόπουλο για να κάνει προπόνηση. Μόλις τελείωσε η προπόνηση πήρε τον γιο του και πήγαν στην καφετέρια του σκοπευτηρίου για να κάτσουν εκεί μαζί με την προπονήτρια του γιου του Κωνσταντίνα Νικολάου και την Eιρήνη Παντελή. Στην καφετέρια βρισκόταν και ο κατηγορούμενος 1 ο οποίος είναι ενεργός αθλητής και ταυτόχρονα μέλος του διοικητικού συμβουλίου της σκοπευτικής οργάνωσης Λάρνακας και επίσης αντικαταστάτης - μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ΣΚΟΚ καθώς και ο 2ος κατηγορούμενος ο οποίος είναι ενεργός αθλητής και ταυτόχρονα μέλος του διοικητικού συμβουλίου της σκοπευτικής οργάνωσης Λάρνακας καθώς και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ΣΚΟΚ. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κάθονταν ήδη στην καφετέρια μαζί με τον Νικόλα Κυριάκου. Ο ΜΚ6 μαζί με τον γιο του μπήκαν στην καφετέρια και ο Νικόλας του φώναξε να πάει στο τραπέζι τους. Τότε πήγε εκεί και άρχισε να συζητά με τον Νικόλα ο οποίος τον ρωτούσε κάποια πράγματα για τις αποφάσεις του συμβουλίου της ΣΚΟΚ και για προπονητικά θέματα και τότε ο ΜΚ6 του απάντησε να ρωτήσει τους κατηγορούμενους 1 και 2 οι οποίοι είναι ταυτόχρονα αθλητές μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΣΚΟΛΑΡ και μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΣΚΟΚ. Συνέχισε η συζήτηση με τον Νικόλα τον κατηγορούμενο 1 και τον κατηγορούμενο 2 και καθώς συζητούσαν ο ΜΚ6 εξέφρασε την άποψή του ότι είναι παράνομο και ότι υπάρχει ασυμβίβαστο οι κατηγορούμενοι 1 και 2 να είναι αθλητές και ταυτόχρονα να είναι μέλη και συμβουλίων και να παίρνουν αποφάσεις για τους συναθλητές τους. Τότε, ο κατηγορούμενος 2 εξαγριώθηκε σηκώθηκε πάνω και άρχισε να τον απειλεί λέγοντάς του «θα σε κάμω άχρηστο, θα σε λύσω και ότι εβαρεθήκαμεν σε»  και μετά πήρε το τραπέζι ο 2ος κατηγορούμενος για να του το πετάξει αλλά οι παρευρισκόμενοι δεν τον άφησαν. Στη συνέχεια ο 1ος κατηγορούμενος του είπε «θα σου κάτσω την ππουνιά να φύει η κκελλέ σου ρε διεφθαρμένε» και ακολούθως τον αποκάλεσε πολλές φορές διεφθαρμένο μπροστά από τον κόσμο που βρισκόταν εκεί. Περαιτέρω διευκρίνισε ότι η ΣΚΟΚ είναι η σκοπευτική κυπριακή ομοσπονδία Κύπρου και η ΣΚΟΛΑΡ  είναι η σκοπευτική οργάνωση Λάρνακας. Τέλος, ανέφερε ότι στο άκουσμα τον απειλών φοβήθηκε, ένιωσε άβολα και τρομοκρατήθηκε αφού απειλήθηκε από πρόσωπα που είναι αξιωματούχοι σε μια οργάνωση η οποία οργάνωση επιβάλλεται των αθλητών συμπεριλαμβανομένων και του γιου του περαιτέρω αυτές οι απειλές έλαβαν χώρα μπροστά στην γυναίκα του και τον ανήλικο γιο του ο οποίος ήταν ηλικίας 15 ετών τότε.

 

Ο κατηγορούμενος 1, ως έχω αναφέρει προηγουμένως, κατέθεσε ενόρκως. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε συνοπτικά ότι την επίδικη ημέρα βρισκόταν στο εστιατόριο του σκοπευτηρίου για καφέ με άλλους αθλητές και παρακολουθούσε τις προπονήσεις. Μαζί του ήταν ο Νικόλας Κυριάκου, ο 2ος κατηγορούμενος και ο Παναγιώτης Δίπλαρος. Ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε διαφορά με τον Κώστα Κοντόπουλο. Περαιτέρω ανέφερε ότι είχαν μια διαφωνία με όλο το συμβούλιο γιατί ο κ. κοτόπουλο επέμενε να βάλουν το γιο του οποίος ήταν έβδομος στην κατάταξη, έκτο γιατί ήταν μικρός σε ηλικία και έπρεπε να ευνοηθεί ο γιος του και να αδικήσουν άλλο το παιδί για το οποίο δεν δέχτηκαν.  Ο παραπονούμενος ήρθε από μόνος του στο τραπέζι τους και άρχισε να τους ειρωνεύεται και να τους λέει ότι αδίκησαν τον γιο του ότι είναι παράνομοι και διάφορα άλλα και θύμωσε ο 2ος κατηγορούμενος και του είπε κάνει φύγε από δω εβαρεθήκαμε σε. Ήταν η θέση του ότι ο παραπονούμενος ήταν πολύ προκλητικός απέναντι τους και ότι μέχρι και την τελευταία στιγμή τον έπαιρνε τηλέφωνο  για να ευνοήσει τον γιο του και εκείνη την ώρα πήγε με άλλες διαθέσεις εντελώς επιθετικά να προκαλέσει κάποια κατάσταση. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι μετά που του είπε ο 2ος κατηγορούμενος να φύγει ο παραπονούμενος πήρε μία μπουκάλα και την πέταξε στα μούτρα του 2ου κατηγορούμενου, χτυπώντας τον. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο παραπονούμενος ήταν αυτός που του είπε ότι θα του κάτσει την πουνιά.

 

Ο κατηγορούμενος 2 κατέθεσε επίσης ενόρκως. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε συνοπτικά ότι την επίδικη ημέρα βρισκόταν στο εστιατόριο του σκοπευτηρίου  μαζί με τον Νικόλα Κυριάκου, τον 1ος κατηγορούμενο και τον Παναγιώτη Δίπλαρο. Ήταν η θέση του ότι ο παραπονούμενος πήγε μόνος του στο τραπέζι τους χωρίς να τον καλέσει κάποιος και άρχισε να λέει του Νικόλα ότι κάθεται με 2 άχρηστους διεφθαρμένους αναφερόμενος στους κατηγορούμενους 1 και 2. Αυτοί δεν αντέδρασαν ακούγοντας τους χαρακτηρισμούς αυτούς και τον άφησαν να μιλάει. Όταν του είπαν να φύγει από το τραπέζι του έριξε το μπουκάλι και τον χτύπησε στο κεφάλι. Περαιτέρω, δέχθηκε ότι η επίδικη καφετέρια που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό είναι μέρος που έχει πρόσβαση το κοινό.

 

Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι παρουσίασαν και 2 μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο κ. Παναγιώτης Δίπλαρος (ΜΥ1). Συνοπτικά ανέφερε ότι ήταν παρών την επίδικη μέρα και καθόταν στο ίδιο τραπέζι με τους κατηγορούμενους 1 και 2. Ο παραπονούμενος ήρθε με έντονο τρόπο και κρατούσε το τραπέζι και έβριζε τους κατηγορούμενους και όπως τους έβριζε πήρε το τραπέζι να τους το ρίξει πάνω τους και μετά πήρε την μπουκάλα με το νερό και την έριξε στον Κατηγορούμενο 2. Ο παραπονούμενος πήγε εκεί χωρίς να τον καλέσει κάποιος και ήταν έντονος και επιθετικός και οι κατηγορούμενοι δεν αντέδρασαν με τη συμπεριφορά του Παραπονούμενου απλώς σηκώθηκαν και πήγαν προς τα γραφεία. Περαιτέρω, προσπάθησε να ρίξει 5 φορές την καρέκλα προς τους Κατηγορούμενους.

 

Δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο κ. Θανάσης Ανδρέου (ΜΥ2). Συνοπτικά, ανέφερε ότι είναι ταμίας του Σκοπευτηρίου Λάρνακας και ότι για το επίδικο περιστατικό έγινε πειθαρχική διαδικασία εναντίον του παραπονούμενου και συστάθηκε δικαστική επιτροπή όπου τον καταδίκασε για αντιαθλητική συμπεριφορά σε 2 μήνες απαγόρευσης εισόδου στο σκοπευτήριο.

 

Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το βαθμό στον οποίο συνάδει με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης.

 

Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος.[5] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[6] Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι η αποδοχή κάποιων μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν εξυπακούει πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας αφού η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους.[7] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[8]  

 

Οι Αστυφύλακες 1311 Ιωάννης Γεωργίου (ΜΚ1) και 4043 Χρυσοβαλάντης Ιωάννου (ΜΚ2) άφησαν στο Δικαστήριο πολύ θετική εντύπωση. Εξετάζοντας τη μαρτυρία τους συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και συνεκτικότητα. Τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2 επεξήγησαν με ενάργεια τις ενέργειες στις έκαστος οποίες προέβη στο πλαίσιο της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης ενώ απαντούσαν αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που τους τέθηκαν κατά την αντεξέταση τους.

 

Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου οι ΜΚ1 και ΜΚ2 κρίνονται αξιόπιστοι μάρτυρες και αποδέχομαι την μαρτυρία τους.

 

Η Κωνσταντίνα Κωνσταντίνου (ΜΚ3) άφησε στο Δικαστήριο πολύ θετική εντύπωση ως μάρτυρας αλήθειας. Κατέθεσε με απλότητα και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά της ενώ γενικότερα εξέπεμπε με τον τρόπο που κατέθετε μία βεβαιότητα, συνάδουσα με πρόσωπο που λέει την αλήθεια. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα.

 

Η ΜΚ3 επεξήγησε με ενάργεια όλα όσα διαμείφθηκαν κατά την επίδικη ημέρα ενώ απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που της τέθηκαν και δεν έχω εντοπίσει οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά της.

 

Αντεξεταζόμενη η ΜΚ3 παρέμεινε σταθερή και σαφής στις αναφορές της ως προς το πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα την επίδικη ημέρα χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της. Παρέμεινε επίσης σταθερή στη θέση της παρά την εκτενή αντεξέταση της ότι την επίδικη ημέρα είχε ακούσει τον Νικόλα Κυριάκου να καλεί τον σύζυγο της στο τραπέζι που ήταν και οι κατηγορούμενοι ενώ ενδεικτικό της ειλικρίνειας της ήταν και το γεγονός ότι η ίδια ευθαρσώς δήλωσε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εάν εκτός από τον Κυριάκου του φώναξαν και οι Κατηγορούμενοι του συζύγου της δηλώνοντας με σταθερότητα ότι στο τραπέζι τους πήγε κατόπιν σχετικού καλέσματος από τον Κυριάκου. Με σταθερότητα και σαφήνεια επίσης εξήγησε ότι στην αρχή μιλούσαν χωρίς ένταση και ότι είναι στην πορεία που προέκυψε η ένταση, ενώ με τον ίδιο σταθερό τρόπο εξήγησε ότι είχε οπτική επαφή με το τραπεζάκι που βρίσκονταν ο σύζυγος της με τους Κατηγορούμενους 1 και 2 αφού όπως χαρακτηριστικά ανέφερε το δικό τους τραπεζάκι βρισκόταν κοντά και συγκεκριμένα, 2 τραπεζάκια απόσταση, θέση που άλλωστε ουδόλως αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση.

 

Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου η ΜΚ3 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της.

 

Προχωρώ στον Μάρκο Κοντόπουλο (ΜΚ4) ο οποίος επίσης άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Περιέγραψε με απλότητα, σταθερότητα και συνεκτικότητα όσα υπέπεσαν στην αντίληψη του κατά την επίδικη ημέρα. Αντεξεταζόμενος παρέμεινε σταθερός στα όσα είχε αναφέρει στην κατάθεση του την οποία και υιοθέτησε χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις ενώ παρέμεινε επίσης σταθερός στη θέση του ότι ο πατέρας του είχε λάβει κάλεσμα από τον Νικόλα Κυριάκου για να σταματήσει στο τραπέζι στο οποίο βρισκόταν ο Κυριάκου και οι Κατηγορούμενοι.

 

Επιπρόσθετα, η μαρτυρία του συνάδει με την ήδη αποδεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία.

 

Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου ο ΜΚ4 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της.

 

Η προπονήτρια Ειρήνη Παντελή (ΜΚ5) άφησε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Πρόκειται για πρόσωπο το οποίο βρισκόταν εκεί υπό την ιδιότητα της ως προπονήτρια διάφορων αθλητών – όχι μόνο του γιου του παραπονούμενου και συνεπώς πρόκειται για πρόσωπο που ήταν σε θέση να περιγράψει με αντικειμενικότητα τι έλαβε χώρα την επίδικη ημέρα αφού δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική σχέση είτε με τον Παραπονούμενο είτε με τους Κατηγορούμενους. Κατέθεσε με απλότητα και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά της ενώ γενικότερα εξέπεμπε με τον τρόπο που κατέθετε μία βεβαιότητα, συνάδουσα με πρόσωπο που λέει την αλήθεια. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα.

 

Ήταν σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια τι ακριβώς έλαβε χώρα κατά την επίδικη ημέρα και πως ακριβώς συμπεριφέρθηκαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2. Μετέφερε στο Δικαστήριο με λεπτομέρεια, σαφήνεια και παραστατικότητα τις ενέργειες των κατηγορούμενων προς το πρόσωπο του παραπονούμενου.

 

Αντεξεταζόμενη η ΜΚ5 παρέμεινε σταθερή και σαφής στις αναφορές της ως προς το πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας της ήταν και η ξεκάθαρη τοποθέτηση ότι αυτή απλώς βρέθηκε ως αυτόπτης μάρτυρας σε ένα επεισόδιο για το οποίο κατέθεσε όσα υπέπεσαν στην αντίληψη της. Παραθέτω αυτούσιες τις αναφορές της οι οποίες αναδεικνύουν την ειλικρίνεια αλλά και την αντικειμενικότητα της σε σχέση με όλα όσα βίωσε την επίδικη ημέρα:

 

A. …τώρα το τι συζητήσεις εκάμαν οι κύριοι τζιαμέ στο τραπέζι με τον Κώστα δεν ήμουν παρούσα, δεν ξέρω τι έγινε, εγώ ξέρω την αναστάτωση που επικράτησε μέσα στο σκοπευτήριο και ότι αναγκαστήκαμε να πάμε να σηκωστούμε να πάμε κοντά για να ηρεμήσουν, γιατί για οποιονδήποτε λόγο δεν υπάρχει λόγος να υπάρχει μέσα σε έναν αθλητικό χώρο ένταση και καβγάδες.

E.        Εσείς τους Κατηγορούμενους τους γνωρίζετε;

A.        Ναι.

E.        Υπό ποια ιδιότητα;

A.        Μέσα στο σκοπευτήριο και οι ίδιοι είναι σκοπευτές χρόνια μέσα, εγώ είμαι στον χώρο του σκοπευτηρίου από το 1987. Οπόταν και να μην τους γνωρίζω προσωπικά τους κύριους που έχουμε ανταλλάξει και κουβέντες και κανένα θέμα δεν έχω με τους κυρίους, απλώς ήμουν μάρτυρας ενός γεγονότος που έγινε εκεί.

 

Επιπρόσθετα, η μαρτυρία της ΜΚ5 συνάδει και με την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία.  

 

Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου η ΜΚ5 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της.

 

Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονούμενου κ. Μάρκου Κοντόπουλου (ΜΚ6). Ο παραπονούμενος, ΜΚ6 δημιούργησε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατέθεσε με απλότητα και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις τους, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά του ενώ γενικότερα εξέπεμπε με τον τρόπο που κατέθετε μία βεβαιότητα, συνάδουσα με πρόσωπο που λέει την αλήθεια.

 

Περιέγραψε το επίδικο περιστατικό απλά, με την όλη έκφραση του και τον τρόπο με τον οποίο κατέθετε να είναι φυσικός και αυθόρμητος. Δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν και διαδραματίστηκαν όπως ο ΜΚ6 τα παρέθεσε χωρίς δόση υπερβολής ή και αναλήθειας. Τουναντίον. Ο τρόπος που περιέγραψε τα συμβάντα δήλωναν μάρτυρα που κατέθετε την πραγματική διάσταση τους χωρίς να υπάρχει, αλλά ούτε καν να υποβόσκει προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας ή παρουσίασης των γεγονότων με τρόπο που θα υποστήριζε την εκδοχή του. Ουδέν προέκυψε από την αντεξέταση του ΜΚ6 που να αλλοιώνει την αντικειμενικότητα και αξιοπιστία του.

 

Ήταν σε θέση να εξηγήσει στο Δικαστήριο με τη δέουσα σαφήνεια, ακρίβεια και σταθερότητα το περιεχόμενο της συζήτησης που είχε με τον Νικόλα Κυριάκου την επίδικη ημέρα ο οποίος τον είχε καλέσει στο τραπέζι τους η οποία κατέληξε στην ένταση, επίθεση και χαρακτηρισμούς που δέχθηκε από τους Κατηγορούμενους 1 και 2, όπως ο ίδιος με λεπτομέρεια μετέφερε στο Δικαστήριο. Ειδικότερα, εξήγησε με λεπτομέρεια ότι τον ρώτησε ο Κυριάκου  για θέματα που αφορούσαν τους διορισμούς προπονητών, με τον παραπονούμενο να του απαντά ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει για το θέμα, αλλά έχει την ευχέρεια και τιμή να έχει στο τραπέζι του τους κατηγορούμενους οι οποίοι είναι μέλη διοικητικού συμβουλίου της Σκοπευτικής Οργάνωσης Λάρνακας και της Σκοπευτικής Κυπριακής Ομοσπονδίας Κύπρου λέγοντας του γιατί δεν τους ρωτάει αυτούς. Με ιδιαίτερη σαφήνεια εξήγησε περαιτέρω ότι η συζήτηση συνεχίστηκε κατά πόσο ο προπονητής του τραπ, δικαιούτο να αγωνίζεται και ο ίδιος στο άθλημα, να έχει 2 ιδιότητες και ακολούθως ο Κυριάκου τον ρώτησε για τις συμμετοχές αθλητών στο προσεχώς παγκόσμιο κύπελλο όπου έπαιζαν άνδρες, γυναίκες, έφηβοι, με ιδιαίτερη αναφορά σε συγκεκριμένο αθλητή του τραπ, ισχυριζόμενος ότι η ΣΚΟΚ δεν τον άφησε να αγωνισθεί έστω και με δικά του έξοδα.  Τότε και πάλι ο παραπονούμενος του είπε ότι στο τραπέζι είχε τους κατηγορούμενους και αυτά τα θέματα πάλι σχετίζονται με τις αρμοδιότητες και αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της ΣΚΟΚ και συνέχισε να λέει στον Κυριάκου ότι έχει την ευχέρεια να έχει στο τραπέζι του τους κατηγορούμενους που είναι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΣΚΟΛΑΡ και της ΣΚΟΚ και παράλληλα είναι ενεργοί αθλητές του τραπ όπου στην τελευταία συνεδρία ήταν παρόντες και ψήφισαν υπέρ ή και κατά άλλων συναθλητών τους.

 

Συνέχισε ο Παραπονούμενος λέγοντας με περισσή σαφήνεια, λεπτομέρεια και λογική συνοχή ότι σε εκείνο το σημείο ο 1ος Κατηγορούμενος είπε ότι στην τελευταία συνεδρία δεν ψήφισαν και ότι δεν έγινε ψηφοφορία στο διοικητικό συμβούλιο της ΣΚΟΚ και τότε ο παραπονούμενος τον ρώτησε πίσω πώς είναι δυνατό να μην ψήφισαν ως διοικητικό συμβούλιο στη συνεδρία, αλλά να βγήκαν αποφάσεις από τη ΣΚΟΚ ή υπέρ ή κατά της συμμετοχής κάποιων αθλητών από τη συνεδρία όπου συμμετείχαν μαζί με άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ΣΚΟΚ και του εξέφρασε την άποψη του ότι αυτά που του έλεγε ήταν ακόμη χειρότερα επειδή εκτός του, κατά τη θέση πάντα του παραπονούμενου, ασυμβίβαστου, έχουν και αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου χωρίς ψηφοφορία. Σε εκείνο το σημείο εκνευρίστηκαν οι κατηγορούμενοι και ακολούθησε η επίθεση, οι βρισιές και οι απειλές προς το πρόσωπο του όπως αυτά αναφέρονται πιο πάνω κατά τη σύνοψη της μαρτυρίας του ΜΚ6.  

 

Παρέμεινε σταθερός και σαφής στη θέση του ότι πήγε στο τραπέζι που βρίσκονταν οι κατηγορούμενοι μετά από κάλεσμα που δέχθηκε από τον Κυριάκου. Επίσης ήταν σε θέση να εξηγήσει λογικά και για ποιο λόγο τον ρώτησε ο Κυριάκου για τα συγκεκριμένα θέματα εξηγώντας με ενάργεια ότι είχε ασχοληθεί με το θέμα του ασυμβίβαστου και είχε κατά καιρούς υποβάλει καταγγελίες σε διάφορους φορείς σε σχέση με το ανεπίτρεπτο κατά τον ίδιο φαινόμενο κάποιο πρόσωπο να έχει πολλές ιδιότητες ταυτόχρονα όπως για παράδειγμα να είναι αθλητής και ταυτόχρονα προπονητής, ή αθλητής και ταυτόχρονα αξιωματούχος και να παίρνει αποφάσεις για τον εαυτό του και για τους συναθλητές του.

 

Σταθερότητα αναδύθηκε και σε σχέση με τις αναφορές του σε σχέση με τη πειθαρχική διαδικασία που έγινε εναντίον του την ύπαρξη της οποίας δεν αρνήθηκε και την οποία ουδέποτε αναγνώρισε αφού όπως χαρακτηριστικά το έθεσε, οι θύτες έγιναν Δικαστές και εξήγησε ότι μετά από νομική συμβουλή που έλαβε και αφού ο δικηγόρος του ενημέρωσε για την παρούσα ποινική υπόθεση που εκκρεμούσε δεν έλαβε ουσιαστικά μέρος στη διαδικασία αυτή. Ενδεικτικό του αυθορμητισμού και της αμεσότητας με την οποία απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση του ήταν και η απάντηση του στην υποβολή που του τέθηκε ότι ο ίδιος είχε ειρωνικό ύφος και ότι έφερε τους κατηγορούμενους σε δυσμενή θέση. Διερωτήθηκε εάν η έκφραση άποψης ότι έχει κάποιος ασυμβίβαστο δικαιολογεί την απαράδεκτη κατά τον ίδιο συμπεριφορά από τους κατηγορούμενους προς το πρόσωπο του.

 

Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΚ6 συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα χωρίς να έχω εντοπίσει αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του.

 

Επιπρόσθετα, η μαρτυρία του ΜΚ6 συνάδει και με την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία. 

 

Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου ο ΜΚ6 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της.

 

Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 καταθέτοντας ενόρκως δεν έκαναν καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία τους χαρακτηρίζεται από ασάφεια, γενικότητα, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Περαιτέρω, περιέπεσαν σε αντιφάσεις. Παραθέτω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών τους που επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασαν στο Δικαστήριο.

 

Ο 1ος Κατηγορούμενος στην κατάθεση του (Τεκμήριο 8) η οποία μάλιστα του παρουσιάστηκε κατά την αντεξέταση του και συμφώνησε ότι αυτή ήταν η κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία δεν ανέφερε διάφορα γεγονότα τα οποία ανέφερε δια ζώσης και περαιτέρω, δια ζώσης προέβη ουσιαστικά σε αλλαγή και διαφοροποίηση της θέσης του ως αυτή καταγράφηκε στην κατάθεση του Τεκμήριο 8 ως προς το πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα την επίδικη ημέρα, ενδεικτικό και της προσπάθειας του να μην πει στο Δικαστήριο την αλήθεια.

 

Στην κατάθεση του ο 1ος κατηγορούμενος συνοπτικά απλώς αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα ο παραπονούμενος ξεκίνησε να συζητά με τον Κυριάκου για προπονητικά θέματα και άρχισε να τον προσβάλλει λέγοντας του ότι δεν έχει νου να πάρει αποφάσεις και αποκαλούσε όλα τα μέλη του ΔΣ διεφθαρμένους και ότι μετά άνοιξε συζήτηση με τον 2ο κατηγορούμενο λέγοντας του ότι αδικήθηκε ο γιος του και μετά πήρε μία πλαστική μπουκάλα και του την πέταξε και τότε ο 2ος κατηγορούμενος νευρίασε και του είπε να φύγει με τον παραπονούμενο να παίρνει μία καρέκλα για να την πετάξει πάνω στον 2ο κατηγορούμενο αλλά τον εμπόδισαν οι παρευρισκόμενοι. Μετά τους είπε ο παραπονούμενος τώρα να δείτε τι εννά σας κάμω εννά σας σάσω και τους 2. Τότε μπήκε η γυναίκα του παραπονούμενου στη μέση και ο 1ος κατηγορούμενος του είπε ότι είσαι διεφθαρμένος και κάμε ότι θέλεις. 

 

Στη διά ζώσης μαρτυρία του ο 1ος Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε για πρώτη φορά ότι ο παραπονούμενος επέμενε να ευνοήσουν τον γιο του, πράγμα που δεν δεχθήκαν και ότι εκείνη την ημέρα ο παραπονούμενος έλεγε στους κατηγορούμενους 1 και 2 ότι αδίκησαν τον γιο του. Είπε περαιτέρω δια ζώσης ότι μέχρι την τελευταία στιγμή ο Παραπονούμενος τον έπαιρνε τηλέφωνο για να ευνοήσει τον γιο του και ότι εκείνη τη μέρα πήγε με άλλες διαθέσεις εντελώς επιθετικά. Πέραν του ότι πρόκειται για ουσιώδεις θέσεις που δεν αναφέρθηκαν στην κατάθεση του 1ου Κατηγορούμενου στην Αστυνομία χωρίς μάλιστα να αναφέρει οποιοδήποτε και δη πειστικό λόγο για αυτήν του την παράλειψη πρόκειται ταυτόχρονα για θέσεις που δεν υποβλήθηκαν στον ΜΚ6 προκειμένου αυτός να τοποθετηθεί. Άλλωστε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 1 από τη μία έλεγε ότι δεν είχε οποιαδήποτε διαφορά με τον Παραπονούμενο και από την άλλη αναιρούσε ο ίδιος τα λεγόμενα του προσπαθώντας να παρουσιάσει μία εικόνα αντιπαλότητας με τον Παραπονούμενο.

 

Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετικές, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι οι αποφάσεις   Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527, Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Έχω βέβαια υπόψη μου ότι όπως λέχθηκε  στην απόφαση Προδρόμου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 260, «ο εν λόγω κανόνας έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής στις πολιτικές παρά στις ποινικές υποθέσεις». Παρά ταύτα και στο πλαίσιο των ποινικών υποθέσεων τυχόν παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους σημείου έχει κριθεί ότι αφήνει αλώβητη τη σχετική μαρτυρία του μάρτυρα επί του συγκεκριμένου σημείου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Παπαεπιφανείου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 16/2021, ημερομηνίας 19.10.2021. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η Υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 551.

 

Περαιτέρω, ενώ στην κατάθεση του είπε ότι το μπουκάλι το έριξε ο Παραπονούμενος στον 2ο κατηγορούμενο μετά από συζήτηση που είχαν ότι αδικήθηκε ο γιος του, διά ζώσης διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι το μπουκάλι το έριξε μετά που ο 2ος κατηγορούμενος του είπε να φύγει από εκεί. Αξιοσημείωτο είναι ότι στην κατάθεση του ισχυρίζεται ότι είναι την καρέκλα που προσπάθησε να πετάξει ο Παραπονούμενος κατά το χρονικό σημείο που του είπε ο 2ος Κατηγορούμενος να φύγει.

 

Περαιτέρω, ενώ δια ζώσης έλεγε ότι ο Παραπονούμενος τρομοκρατήθηκε επειδή ήταν έντονη η φωνή του 2ου Κατηγορούμενου σε άλλο σημείο σε πλήρη αντίφαση με αυτήν του την τοποθέτηση έλεγε ότι ο Παραπονούμενος δεν φοβήθηκε καθόλου και ότι αντίθετα προκαλούσε.

 

Περαιτέρω, αναφέρει ότι χτυπήθηκε από το μπουκάλι που κατ’ ισχυρισμό έριξε ο Παραπονούμενος στον 2ο κατηγορούμενο θέση την οποία δεν αναφέρει στην κατάθεση του και την οποία θέση δεν αναφέρει ούτε ο 2ος κατηγορούμενος στη δική του κατάθεση (Τεκμήριο 9).

 

Διαφοροποίηση θέσης υπήρξε και σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι ο Παραπονούμενος προσπάθησε να πετάξει καρέκλα στον 2ο Κατηγορούμενο. Δια ζώσης ισχυρίστηκε ότι αυτή η προσπάθεια έγινε 5 με 6 φορές κάτι που επίσης δεν αναφέρεται στην κατάθεση του 1ου κατηγορούμενου.

 

Περαιτέρω, για πρώτη φορά ισχυρίστηκε δια ζώσης ο 1ος Κατηγορούμενος ότι ο Παραπονούμενος του είπε ότι θα του κάτσει την ππουνιά, θέση που βεβαίως δεν ανέφερε στην κατάθεση του και η οποία δεν τέθηκε στον ΜΚ6 προκειμένου να τοποθετηθεί.

 

Περαιτέρω, για πρώτη φορά δια ζώσης ισχυρίστηκε ο 1ος Κατηγορούμενος ότι η σύζυγος του παραπονούμενου μπήκε στη μέση και είπε στον Παραπονούμενο ότι όταν βγαίνει εκτός εαυτού λέει πελλάρες. Πέραν του ότι πρόκειται και πάλι για θέση που δεν αναφέρθηκε στην κατάθεση παρά μόνο το γεγονός ότι η σύζυγος μπήκε στη μέση, δεν υποβλήθηκε τέτοια θέση είτε στην ΜΚ3 είτε στον ΜΚ6 για να τοποθετηθούν.

 

Ισχυρίστηκε επίσης για πρώτη φορά δια ζώσης ότι το τραπέζι που κάθονταν οι συγγενείς του Παραπονούμενου δεν είχε οπτική επαφή με το δικό του τραπέζι θέση που και πάλι δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας.

 

Αντεξεταζόμενος διαφοροποίησε ακόμα περαιτέρω τις θέσεις του απαντώντας κάθε φορά με τον τρόπο που τον βόλευε. Ισχυρίστηκε για παράδειγμα ότι ο Παραπονούμενος τον αποκάλεσε περαιτέρω και βλάκα και ηλίθιο και ότι ο 1ος κατηγορούμενος εν τέλει είπε στον Παραπονούμενο ότι «αν σου δώκω εγώ την πουνιά θα φύγει η κεφαλή σου». Ισχυρίστηκε μάλιστα για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του ότι ο Παραπονούμενος του έλεγε «κτύπα με κτύπα με». Πέραν του ότι πρόκειται και πάλι για θέσεις που δεν αναφέρθηκαν στην κατάθεση του παρά μόνο για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του Κατηγορούμενου 1, δεν υποβλήθηκαν ούτε στον ΜΚ6 για να τοποθετηθεί.

 

Αξιοσημείωτο ήταν και το γεγονός ότι αντεξεταζόμενος εν τέλει δέχθηκε ότι είπε στον Παραπονούμενο ότι «θα σου κάτσω την ππουνιά και θα φύει η κκελέ σου» λέγοντας και πάλι για πρώτη φορά και διαφοροποιώντας τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του ότι απλώς επανέλαβε τα λόγια του Παραπονούμενου.  

 

Τα πιο πάνω καθιστούν τη μαρτυρία του μη πειστική και δεικνύουν κατά τρόπο εμφανή την προσπάθεια του να μην πει τη αλήθεια στο Δικαστήριο.

 

Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 1 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας του να δώσει σταθερές, σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που του τέθηκαν, καταλήγω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής και την απορρίπτω στο σύνολο της. Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 1 και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας του σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία του να καθίσταται ακροσφαλής.

 

Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος 1 κρίνεται αναξιόπιστος και απορρίπτω τη μαρτυρία του κατηγορούμενου στην ολότητα της.

 

Ο κατηγορούμενος 2 τώρα καταθέτοντας ενόρκως επίσης δεν προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, έλλειψη συνοχής, λογικής και πειστικότητας. Επίσης, ήταν εμφανής η εναλλαγή θέσεων και η προσπάθειά του να παρουσιάσει μια εκδοχή που απλώς θα εξυπηρετούσε τον ίδιο. Και σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 υπήρξε ουσιαστικά αλλαγή και διαφοροποίηση θέσεων στο πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα την επίδικη ημέρα, ενδεικτικό και της προσπάθειας του να μην πει στο Δικαστήριο την αλήθεια.

 

Στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ο Κατηγορούμενος 2 (Τεκμήριο 9) ουσιαστικά επαναλαμβάνει τα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος 1 στη δική του κατάθεση (Τεκμήριο 8) και στα οποία έχει γίνει συνοπτική αναφορά πιο πάνω. Δια ζώσης ισχυρίστηκε για πρώτη φορά ότι ο Παραπονούμενος τον αποκάλεσε και άχρηστο εκτός από διεφθαρμένο και ότι στο άκουσμα αυτών των χαρακτηρισμών αυτός δεν αντέδρασε και τον άφησε να μιλάει.

 

Περαιτέρω, διαφοροποιώντας τη θέση που είχε προβάλει στην κατάθεση του ισχυρίστηκε για πρώτη φορά δια ζώσης ότι τον χτύπησε στο κεφάλι το μπουκάλι και μάλιστα στο μέτωπο του. Στη συνέχεια σε πλήρη αντίφαση με τις προηγούμενες τοποθετήσεις του περί μη αντίδρασης του δέχθηκε ότι χτύπησε το χέρι του πάνω στο τραπέζι.

 

Περαιτέρω, ενώ στην κατάθεση του δεν αναφέρει ότι είχε αποκαλέσει τον Παραπονούμενο με οποιοδήποτε χαρακτηρισμό αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι τον αποκάλεσε διεφθαρμένο. Ενδεικτικό της προσπάθειας του 2ου Κατηγορούμενου να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο ήταν και η απάντηση που έδωσε σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του ότι εάν είπε του Παραπονούμενου «ότι θα σε κάμω άχρηστο, θα σε λύσω, εβαρεθήκαμεν σε» ήταν τη στιγμή εκείνη που ήταν πάνω στα νεύρα του όπως χαρακτηριστικά ανέφερε.

 

Τα πιο πάνω καθιστούν τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 μη πειστική και δεικνύουν κατά τρόπο εμφανή την προσπάθεια του να μην πει τη αλήθεια στο Δικαστήριο.

 

Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας του να δώσει σταθερές, σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που του τέθηκαν, καταλήγω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής και την απορρίπτω στο σύνολο της. Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας του σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία του να καθίσταται ακροσφαλής.

 

Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται αναξιόπιστος και απορρίπτω τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 στην ολότητα της.

 

Προχωρώ στον πρώτο μάρτυρα υπεράσπισης κ. Παναγιώτη Δίπλαρο (ΜΥ1) ο οποίος δεν έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Προσπάθησε να παρουσιάσει μία κατάσταση πραγμάτων η οποία ούτε λογική ούτε πειστική ήταν ενώ σε διάφορα σημεία δεν συνήδε ούτε και με τις τοποθετήσεις των ίδιων των κατηγορουμένων. Προσπάθησε να παρουσιάσει μία εικόνα άμεσης αναίτιας επίθεσης του Παραπονούμενου προς το τραπέζι των Κατηγορούμενων με το που ο Παραπονούμενος είδε τους Κατηγορούμενους με τον Παραπονούμενο να βρίζει τους Κατηγορούμενους καθώς και ότι ο Παραπονούμενος πήρε το τραπέζι και το έσπρωξε πάνω στους κατηγορούμενους. Δεν ήταν σε θέση όμως να παραθέσει με λεπτομέρεια και ακρίβεια πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα τη στιγμή μάλιστα που και οι ίδιοι οι Κατηγορούμενοι έκαναν αναφορά σε συζήτηση που προηγήθηκε του επεισοδίου και ουδέποτε παρουσιάστηκε η εικόνα που προσπάθησε να παρουσιάσει ο ΜΥ1. Περαιτέρω, η θέση ότι ο Παραπονούμενος πήρε το τραπέζι και το έριξε πάνω στους Κατηγορούμενους πέραν του ότι δεν προβλήθηκε ούτε από τους ίδιους τους Κατηγορούμενους δεν υποβλήθηκε ούτε στον ΜΚ6 για να τοποθετηθεί.

 

Περαιτέρω, ενδεικτικό της προσπάθειας του να μην παρουσιάσει την αλήθεια στο Δικαστήριο ήταν και η θέση του ότι οι Κατηγορούμενοι δεν αντέδρασαν και απλώς σηκώθηκαν να φύγουν πηγαίνοντας προς τα γραφεία ενώ τέτοια θέση δεν προβλήθηκε καν από τους ίδιους τους Κατηγορούμενους, ήτοι ότι σηκώθηκαν να φύγουν πηγαίνοντας προς τα γραφεία. Άλλωστε, αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 και σε πλήρη αντίφαση με την προηγούμενη τοποθέτηση του περί μη αντίδρασης των Κατηγορουμένων 1 και 2 ισχυρίστηκε ότι εν τέλει θύμωσαν και ύψωσαν και αυτοί τον τόνο της φωνής τους. Ενδεικτικό της ανειλικρίνειας του ήταν και το γεγονός ότι δεν δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι σε μία εμφανή προσπάθεια του να παρουσιάσει μία άλλη εικόνα τη στιγμή που ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε δια ζώσης ότι χτύπησε το χέρι του.  

 

Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία του ΜΥ1  και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας του σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία του να καθίσταται ακροσφαλής.

 

Συνακόλουθα, ο ΜΥ1 κρίνεται αναξιόπιστος και απορρίπτω τη μαρτυρία του στην ολότητα της.

 

Ο ΜΥ2 δεν γνώριζε οτιδήποτε για το επίδικο περιστατικό ούτε ήταν παρών και η μαρτυρία του περιορίστηκε στην αναφορά μιας πειθαρχικής διαδικασίας που διεξήχθη σε σχέση με τον ΜΚ6. Δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε προσπάθεια του ΜΥ2 να πει ψέματα στο Δικαστήριο και καταλήγω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα. Ταυτόχρονα, σημειώνω ότι η μαρτυρία του ουδόλως βοηθάει στην επίλυση των επίδικων θεμάτων αφού η όποια πειθαρχική διαδικασία ασκήθηκε σε σχέση με τον ΜΚ6 η οποία τέθηκε εν πάση περιπτώσει εντελώς γενικά και αόριστα χωρίς οτιδήποτε απτό και συγκεκριμένο δεν αφορά το Δικαστήριο και δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης.

 

Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:

 

Στις 14/08/2022 και γύρω στις 12:40 ο Κώστας Κοντόπουλος (ΜΚ6) βρισκόταν στο σκοπευτήριο Λάρνακας κοντά στην περιοχή Κλαυδιά λόγω του ότι μετέφερε τον γιο του Μάρκο Κοντόπουλο (ΜΚ4) στο σκοπευτήριο για να κάνει προπόνηση. Μόλις τελείωσε η προπόνηση πήρε τον γιο του και πήγαν στην καφετέρια του σκοπευτηρίου για να κάτσουν εκεί μαζί με την σύζυγο του (ΜΚ3) και την προπονήτρια του γιου του Κωνσταντίνα Νικολάου και την Eιρήνη Παντελή (ΜΚ5). Στην καφετέρια βρισκόταν και ο κατηγορούμενος 1 ο οποίος είναι ενεργός αθλητής και ταυτόχρονα μέλος του διοικητικού συμβουλίου της σκοπευτικής οργάνωσης Λάρνακας (ΣΚΟΛΑΡ) και επίσης αντικαταστάτης - μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Σκοπευτικής Κυπριακής Ομοσπονδίας Κύπρου (ΣΚΟΚ) καθώς και ο 2ος κατηγορούμενος ο οποίος είναι ενεργός αθλητής και ταυτόχρονα μέλος του διοικητικού συμβουλίου της σκοπευτικής οργάνωσης Λάρνακας καθώς και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ΣΚΟΚ. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κάθονταν ήδη στην καφετέρια μαζί με τον Νικόλα Κυριάκου. Μαζί τους καθόταν ακόμα ένα πρόσωπο άγνωστο στον ΜΚ6. Ο Κώστας Κοντόπουλος ΜΚ6 μαζί με τον γιο του Μάρκο Κοντόπουλο (ΜΚ4) την σύζυγο του (ΜΚ3) και την προπονήτρια του γιου του Κωνσταντίνα Νικολάου και την Eιρήνη Παντελή (ΜΚ5) μπήκαν στην καφετέρια του σκοπευτηρίου.  Ο Κυριάκου φώναξε στον Κώστα Κοντόπουλο ΜΚ6 να πάει στο τραπέζι τους. Οι υπόλοιποι, δηλαδή η σύζυγος του ΜΚ6 και οι προπονήτριες προχώρησαν για να βρουν τραπεζάκι και βρήκαν σε κοντινή απόσταση ενώ ο γιος του, ο ΜΚ4 πήγε να παραγγείλει καφέ. Ο Κώστας Κοντόπουλος (ΜΚ6) πήγε μετά το κάλεσμα του Κυριάκου και άρχισε να συζητά με τον Κυριάκου για τις αποφάσεις του συμβουλίου της ΣΚΟΚ και για προπονητικά θέματα και τότε ο ΜΚ6 του απάντησε να ρωτήσει τους κατηγορούμενους 1 και 2 οι οποίοι είναι ταυτόχρονα αθλητές μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΣΚΟΛΑΡ και μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΣΚΟΚ. Συνέχισε η συζήτηση με τον Κυριάκου, τον κατηγορούμενο 1 και τον κατηγορούμενο 2 και καθώς συζητούσαν ο ΜΚ6 εξέφρασε την άποψή του ότι είναι παράνομο και ότι υπάρχει ασυμβίβαστο οι κατηγορούμενοι 1 και 2 να είναι αθλητές και ταυτόχρονα να είναι μέλη και συμβουλίων και να παίρνουν αποφάσεις για τους συναθλητές τους. Τότε, ο κατηγορούμενος 2 εξαγριώθηκε σηκώθηκε πάνω και άρχισε να φωνάζει και να τον απειλεί λέγοντάς του «θα σε κάμω άχρηστο, θα σε λύσω και εβαρεθήκαμεν σε»  και μετά πήρε το τραπέζι ο 2ος κατηγορούμενος για να του το πετάξει αλλά οι παρευρισκόμενοι δεν τον άφησαν. Στη συνέχεια ο 1ος κατηγορούμενος είπε στον Κώστα Κοντόπουλο (ΜΚ6)   «θα σου κάτσω την ππουνιά να φύει η κκελλέ σου ρε διεφθαρμένε» και ακολούθως τον αποκάλεσε πολλές φορές διεφθαρμένο μπροστά από τον κόσμο που βρισκόταν εκεί. Στο άκουσμα των απειλών ο ΜΚ6 φοβήθηκε, ένιωσε άβολα και τρομοκρατήθηκε και περαιτέρω αυτές οι απειλές έλαβαν χώρα μπροστά στην γυναίκα του και τον ανήλικο γιο του ο οποίος ήταν ηλικίας 15 ετών τότε. Στο άκουσμα των φωνών επενέβη τόσο η σύζυγος του Παραπονούμενου ΜΚ3 όσο και η προπονήτρια Ειρήνη Παντελή ΜΚ5 προκειμένου να αποπυροδοτήσουν την ένταση.

 

Η καφετέρια του σκοπευτηρίου όπου έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό είναι χώρος στον οποίο έχει πρόσβαση το ευρύτερο κοινό και εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν και άλλα πρόσωπα στον χώρο. Το επίδικο περιστατικό προκάλεσε αναστάτωση και φασαρία με τους παρευρισκόμενους να προσπαθούν να παρέμβουν για να αποπυροδοτήσουν την ένταση.

 

Μετά την αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας και στην κατάληξη στα πιο πάνω ευρήματα, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στα αδικήματα που αντιμετωπίζει.

 

Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[9] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[10] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[11] 

 

Η πιο πάνω υποχρέωση είναι άσχετη από την απόρριψη ή όχι της εκδοχής του κατηγορουμένου, αφού τυχόν απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου  καθίσταται μοιραία για την υπεράσπιση μόνο όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος, ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη.[12] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι:

 

«Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.»

 

Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.

 

1η και 3η κατηγορία - Απειλή:

 

Το αδίκημα της απειλής κωδικοποιείται στο άρθρο 91 Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«Απειλή

91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη.»

 

Καθίσταται σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) η απειλή άσκησης βίας ή τέλεσης παράνομης πράξης, και β) η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στο πρόσωπο που απειλείται.

 

Στην Ιωσήφ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 41/2021, 28/9/2022, ECLI:CY:AD:2022:B369, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια της απειλής:

 

 «το τι συνιστά απειλή, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.  Ειδικότερα, κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο των όσων εκστομίζονται, ως και το αποτέλεσμα που αυτά προκαλούν στο πρόσωπο που απευθύνονται».

 

Περαιτέρω, διαφωτιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κούσουλος ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 119/2021, ημερομηνίας 20.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13:

 

"Το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη Νετζιήπ ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 1, όπου εξετάστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Τα αποφασισθέντα σ΄ εκείνη την υπόθεση εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και στην παρούσα.

 

Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το Άρθρο 4 του αγγλικού Public Order Act 1986, που αφορά το αδίκημα «fear or provocation of violence», όπου τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο.

 

Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος."

 

Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο και νομολογιακά εμπεδωμένο, ότι η ένοχη διάνοια ή πρόθεση διάπραξης ενός ποινικού αδικήματος ως πνευματικό στοιχείο δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση.

 

Όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής ο κατηγορούμενος 2 απευθυνόμενος προς τον παραπονούμενο εκστόμισε την ακόλουθη φράση: «θα σε κάμω άχρηστο, θα σε λύσω και ότι εβαρεθήκαμεν σε»  και μετά πήρε το τραπέζι ο 2ος κατηγορούμενος για να του το πετάξει αλλά οι παρευρισκόμενοι δεν τον άφησαν. Στη συνέχεια ο 1ος κατηγορούμενος απευθυνόμενος προς τον παραπονούμενο εκστόμισε την ακόλουθη φράση: «θα σου κάτσω την ππουνιά να φύει η κκελλέ σου ρε διεφθαρμένε»

 

Αντικειμενικά ιδωμένες και σε συνάρτηση με τις συνθήκες υπό τις οποίες λέχθηκε, οι φράσεις που εκστόμισαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν ικανές να προκαλέσουν εξ αντικειμένου φόβο ή ανησυχία στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, ήτοι τον παραπονούμενο, ανεξαρτήτως του εάν οι κατηγορούμενοι δεν είχαν σκοπό να υλοποιήσουν τις απειλές τους.

 

Αυτό ήταν και το φυσικό επακόλουθο της ενέργειάς τους αυτής, ήτοι να εκστομίσουν την εν λόγω φράση, αφού σύμφωνα με τη μαρτυρία του παραπονούμενου, η οποία έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη, ο ίδιος όντως φοβήθηκε και ανησύχησε στο άκουσμα της για την ασφάλεια του. Δεν επρόκειτο, δηλαδή, για «κενή απειλή», δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει πρόθεση εκφοβισμού. Ούτε επρόκειτο για φράσεις οι οποίες δεν θα μπορούσαν εύλογα να εκληφθούν ως απειλητικές από τον παραπονούμενο.

 

Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της 1ης Κατηγορίας και 3ης κατηγορίας και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίνονται ένοχοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 1η κατηγορία και 3η κατηγορία αντίστοιχα.

 

2η κατηγορία - Το αδίκημα της Δημόσιας Εξύβρισης:

 

Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης κωδικοποιείται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«99. Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.»

 

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του άρθρου 99 τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Ο κατηγορούμενος να εξυβρίσει άλλον (β) Η εξύβριση να γίνεται με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση και (γ) Η εξύβριση να γίνεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο.

 

Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Στην υπόθεση Brutus v. Cozens (1972) 2 All E.R. 1297 αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο μέσος συνετός άνθρωπος αντιλαμβάνεται την ύβρη όταν τη βλέπει ή την ακούει.[13] Το κριτήριο λοιπόν είναι καθαρά αντικειμενικό.

 

Επιπρόσθετα στην Αχιλλέως ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 98  επισημάνθηκε ότι δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Κάτι τέτοιο συνάγεται στην κάθε περίπτωση από τις περιστάσεις στο σύνολο τους. Στην Αχιλλέως (ανωτέρω) κρίθηκε ως ορθή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η λέξη «καραγκιόζης» που είχε εκστομίσει η εφεσείουσα εναντίον Αστυνομικού, στον τόπο και υπό τις συνθήκες που χρησιμοποιήθηκε ήταν υβριστική και εκδήλωνε περιφρόνηση προς το πρόσωπο προς το οποίο εκστομίστηκε. 

 

Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, στις ερμηνευτικές διατάξεις του Κεφ. 154 διαλαμβάνονται τα ακόλουθα στο άρθρο 4:

 

“δημόσιος χώρος” ή “δημόσιο υποστατικό” περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση

 

Περαιτέρω, ο όρος δημόσιος χώρος ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 25, Anthony Castelow and another v. The Police (1970) 2 C.L.R. 141, Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 362

Ιωάννου  v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 493.

 

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής, ο κατηγορούμενος 1 εκστόμισε την φράση «διεφθαρμένε» ενώ βρισκόταν στην καφετέρια ενός αθλητικού χώρου ήτοι του σκοπευτηρίου στον οποίο χώρο είχε πρόσβαση το ευρύτερο κοινό. Ο παραπονούμενος άκουσε τις επίδικες φράσεις ενώ βρισκόταν σε δημόσιο χώρο εντός της έννοιας του Νόμου. Περαιτέρω, σε ότι αφορά την επίδικη φράση που εκστόμισε ο κατηγορούμενος 1, ήτοι «διεφθαρμένε» δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή απευθυνόμενη στον παραπονούμενο, με τον τρόπο που εκφράστηκε, δεν εμπίπτει στα αποδεκτά όρια της ηθικής και της ευπρέπειας της κοινωνίας μας και δύναται να προσβάλει τον αποδέκτη αυτής. Αντικειμενικά πρόκειται για υβριστική λέξη. Περαιτέρω, η χρήση της επίδικης λέξης από τον κατηγορούμενο, με τον τρόπο που έγινε, κατά την παρουσία του παραπονούμενου στην καφετέρια του σκοπευτηρίου, βεβαίως, είχε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τη δυναμική ώστε να προκαλέσει σε παριστάμενο πρόσωπο, επίθεση.

 

Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της 2ης Κατηγορίας και ο  κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 2η κατηγορία.

 

4η κατηγορία – Κοινή Επίθεση

 

Το αδίκημα της κοινής επίθεσης κωδικοποιείται στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«242. Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.»

 

Η κοινή  επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του.[14] Με άλλα λόγια ο όρος «επίθεση» περιλαμβάνει κάθε πράξη που ηθελημένα ή κατά αδιαφορία προς το αποτέλεσμα, δημιουργεί σε κάποιο την αίσθηση της άμεσα επερχόμενης βίας καθώς και την άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον κάποιου προσώπου.

Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. 

 

Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι

το Άρθρο 242 του Νόμου δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του.[15]

 

Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα[16] ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα.  Σε τέτοια περίπτωση υπάρχει άλλο αδίκημα στον Ποινικό Κώδικα, αυτό του άρθρου 243.

 

Σύμφωνα με τα ευρήματα  του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος 2 αφού πρώτα άρχισε να απειλεί τον παραπονούμενο λέγοντάς του «θα σε κάμω άχρηστο, θα σε λύσω και ότι εβαρεθήκαμεν σε»  ακολούθως πήρε το τραπέζι προσπαθώντας να το πετάξει στον παραπονούμενο αλλά οι παρευρισκόμενοι δεν τον άφησαν. Τα πιο πάνω γεγονότα είναι αρκετά για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κοινής επίθεσης αφού ο κατηγορούμενος 2 προέβη στις ενέργειες του αυτές χωρίς νόμιμο έρεισμα, αλλά παράνομα.

 

Συνεπώς, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κοινής επίθεσης και ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 4η κατηγορία.

 

5η κατηγορία - Ανησυχία:

 

Το αδίκημα της Ανησυχίας κωδικοποιείται στο άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«95. Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών

 

Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) η πρόκληση από κάποιο πρόσωπο θορύβου ή ταραχής, (β) χωρίς εύλογη αιτία, (γ) σε δημόσιο χώρο που (δ) ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περιοίκους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης.

 

Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, παραπέμπω πιο πάνω στην ανάλυση της νομικής πτυχής του αδικήματος της Δημόσιας Εξύβρισης.

 

Σε ότι αφορά το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης θορύβου που ενδέχεται υπό τις περιστάσεις να προκαλέσει ανησυχία σε περιοίκους ή διασάλευση της ειρήνης, το κριτήριο είναι αντικειμενικό και εξετάζεται σε συνάρτηση με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης.[17]

 

Στην προκείμενη περίπτωση από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής όταν οι κατηγορούμενοι εκστόμισαν τις επίδικες φράσεις και όταν έγινε προσπάθεια να ρίξει ο 2ος κατηγορούμενος στον παραπονούμενο το τραπέζι, οι κατηγορούμενοι φώναζαν και ήταν έντονοι. Είναι λοιπόν σαφές ότι προκάλεσαν με τις φωνές τους θόρυβο. Περαιτέρω, το περιστατικό έλαβε χώρα σε δημόσιο χώρο, ως ερμηνεύεται από το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα αφού οι κατηγορούμενοι εκστόμισαν τις επίδικες φράσεις ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν στην καφετέρια ενός αθλητικού χώρου ήτοι του σκοπευτηρίου στον οποίο χώρο είχε πρόσβαση το ευρύτερο κοινό και στον οποίο βρίσκονταν και άλλα πρόσωπα.

 

Περαιτέρω δεν υπήρχε κάποια «εύλογη αιτία» που να δικαιολογεί την αντίδραση των κατηγορούμενων. Περαιτέρω, έτσι όπως εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι σαφές ότι υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες οι Κατηγορούμενοι εκστόμισαν τις επίδικες φράσεις και με δεδομένη τη συμπεριφορά των Κατηγορουμένων οι οποίοι σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου φώναζαν στο μέρος και ήταν έντονοι, ενδέχετο να προκαλέσουν ανησυχία σε περιοίκους ή διασάλευση της ειρήνης.

 

Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της 5ης Κατηγορίας και οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίνονται ένοχοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 5ης Κατηγορία.

 

Καταληκτικά, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίνονται ένοχοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε όλες τις κατηγορίες που έκαστος αντιμετωπίζει.  

 

 

(Υπ.) ………………………..

Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35

[2] G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά (2001) 1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου (2001) 1Γ ΑΑΔ 1924).

[3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.

[4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.

[5] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499.

[6] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/2011, ECLI:CY:AD:2017:A202, ημερομηνίας 31.5.2017.

[7] Ευσταθίου ν. Μιχαήλ κ.α., Πολ. Έφεση 269/12, Λεμονάρης Αιμίλιος ν. Γιάννη Βιολάρη (2016) 1 ΑΑΔ 378

[8] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997)  1 Α.Α.Δ. 614)

[9] Charitonos and others v. The Republic (1971) (1971) 2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462.

[10] Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 434).

[11] Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401.

[12] Τρύφωνος ν. Αστυνομία Ποινική Έφεση 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119 και  Kafalos v. The Queen 19 CLR 121).

[13] «An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it».

[14] Βλ. R. v. Venna (1975) 3 All E.R. 788, 794

[15] βλ. R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964

[16] βλ. R. v. Rolphe (1953) 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner (1988) 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071 - 2)

[17] Ηροδότου v. Αστυνομίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 373


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο