ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.
Αρ. Yπόθεσης: 21390/2022
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
ΚΚ
Κατηγορούμεvη
Ημερομηνία: 12 Μαΐου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Γιακουμεττή.
Για την Κατηγορούμενη: Αυτοπροσώπως.
Κατηγορούμενη: παρούσα.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τις ακόλουθες 3 κατηγορίες:
(α) Κοινή Επίθεση κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία).
(β) Απειλή κατά παράβαση του άρθρου 91 Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία).
(γ) Δημόσια Εξύβριση κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (3η κατηγορία).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στις 25/06/2022 και περί ώρα 09:45 στην οδό Ανδριανού στη Λάρνακα παρανόμως επιτέθηκε στην Βάσω Καββαδία από τη Λάρνακα.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία προκάλεσε τρόμο στην Βάσω Καββαδία από τη Λάρνακα απειλώντας την ότι με παράνομη πράξη θα της κάνει κακό λέγοντας της: «Να δεις τι θα σου κάνω εσένα και του άνδρα και του γιου σου».
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία ευρισκόμενη σε δημόσιο μέρος εξύβρισε την Βάσω Καββαδία από τη Λάρνακα με τη φράση «τσούλα» με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση.
Η Κατηγορούμενη δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε 1 μάρτυρα.
Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της Κατηγορούμενης και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, η Κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Κατατέθηκαν τέλος 6 τεκμήρια.
Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1]
Οι αναφορές όλων των μαρτύρων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους κάτι το οποίο θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο.[2]
Μοναδική μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν η παραπονούμενη Βάσω Καββαδία (ΜΚ1) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 1). Συνοπτικά, ανέφερε ότι στις 25/06/2022 κατά τις 09:45 πήγε με το αυτοκίνητο της προκειμένου να σταθμεύσει στον χώρο στάθμευσης του διαμερίσματος της στην πολυκατοικία που διέμενε. Η Κατηγορούμενη η οποία διαμένει στο ισόγειο της Πολυκατοικίας, βγήκε από το σπίτι της και την πλησίασε βρίζοντας την με τις φράσεις «Τσούλα» και άρχισε να της λέει ότι θα δει τι θα κάνει στην ίδια, στον άντρα και τον γιο της ΜΚ1 και της έφτυσε στο πρόσωπο. Τότε η ΜΚ1 ανέβασε αμέσως το τζάμι του παραθύρου και κλείδωσε τις πόρτες του αυτοκινήτου της και τότε η Κατηγορούμενη άρχισε να χτυπά το τζάμι του αυτοκινήτου φωνάζοντας της να κατεβεί κάτω. Η ΜΚ1 έβγαλε το κινητό της προκειμένου να τηλεφωνήσει στον γιο της, ο οποίος ήταν στο διαμέρισμα για να την βοηθήσει να μπει στο σπίτι της. Τότε η Κατηγορούμενη έφυγε ουρλιάζοντας. Όταν η κατηγορούμενη της είπε ότι θα δει τι θα κάνει στην ίδια, στον άντρα και στο παιδί της η ίδια έτρεμε σαν το ψάρι γιατί τρόμαξε πάρα πολύ από τις φωνές και από τη μανία που χτυπούσε το αυτοκίνητο και τις μπουνιές που έριχνε στο τζάμι και τις κλωτσιές στο αυτοκίνητο. Πρόσθεσε ότι αυτός ο φόβος την δεν της έχει περάσει μέχρι σήμερα και δεν μπορεί να πλησιάσει στη γειτονιά και της είναι αδύνατο να περάσει από δρόμους γύρω από την πολυκατοικία. Ανέφερε επίσης ότι αισθάνθηκε εξευτελισμό, ταπείνωση και όλα αυτά χωρίς να ξέρει και το γιατί. Τέλος ανέφερε ότι δεν διαμένει στη συγκεκριμένη πολυκατοικία επειδή αναγκάστηκαν να φύγουν, αφού στην ουσία, όπως το έθεσε η ΜΚ1, εκδιώχθηκαν από την κατηγορουμένη με τη συμπεριφορά της.
Η κατηγορούμενη, ως έχω αναφέρει προηγουμένως, κατέθεσε ενόρκως. Κατά την κυρίως εξέταση της υιοθέτησε την ανακριτική κατάθεση που της λήφθηκε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης στην οποία σε σχέση με το επίδικο περιστατικό ανέφερε ότι δεν έχει ιδέα για αυτό που της ανέφερε η Αστυνομία.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι υπάρχει καταγγελία από την ίδια στην Αστυνομία στις 20-21/6/2022 από την ίδια και την κόρη της για τους Θεόδωρο και Γιάννη Καββαδία οι οποίοι, σύμφωνα πάντα με την ίδια, διέπραξαν σε βάρος της κακούργημα. Κατά την επίδικη ημέρα και κατά τον επίδικο χρόνο ανέφερε ότι βρισκόταν στο σπίτι της και ότι είχε την έγνοια της κόρης της που ήταν χειρουργημένη. Ήταν η θέση της ότι αυτοί οι άνθρωποι, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, προσπαθούν να βρουν προφάσεις σε σχέση με την καταγγελία που είχε κάνει η ίδια εναντίον τους. Περαιτέρω αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέταση της σε κάποιο άλλο περιστατικό που κατά την ίδια έλαβε χώρα στις 18/06/2022 με φερόμενη επίθεση που δέχθηκε η ίδια από τους Θεόδωρο και Γιάννη Καββαδία.
Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι αποτέλεσε κοινό τόπο μεταξύ της Κατηγορούσας Αρχής και της Κατηγορούμενης ότι τα πιο πάνω πρόσωπα είναι ο σύζυγος και γιος της παραπονούμενης καθώς επίσης και ότι για το εν λόγω περιστατικό εκκρεμεί άλλη υπόθεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με κατηγορούμενους τα πιο πάνω πρόσωπα και την ίδια την κατηγορούμενη για το αδίκημα της συμπλοκής.
Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το βαθμό στον οποίο συνάδει με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης.
Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος.[5]
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[6]
Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι η αποδοχή κάποιων μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν εξυπακούει πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας αφού η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους.[7] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[8]
Η παραπονούμενη ΜΚ1 άφησε στο Δικαστήριο πολύ θετική εντύπωση ως μάρτυρας αλήθειας. Κατέθεσε με απλότητα και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά της ενώ γενικότερα εξέπεμπε με τον τρόπο που κατέθετε μία βεβαιότητα, συνάδουσα με πρόσωπο που λέει την αλήθεια. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα.
Η ΜΚ1 επεξήγησε με ενάργεια όλα όσα διαμείφθηκαν κατά την επίδικη ημέρα ενώ απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που της τέθηκαν και δεν έχω εντοπίσει οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά της. Ήταν σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια τι ακριβώς έλαβε χώρα κατά την επίδικη ημέρα και πως ακριβώς της συμπεριφέρθηκε η κατηγορούμενη. Ήταν σε θέση να μεταφέρει στο Δικαστήριο με λεπτομέρεια, σαφήνεια και παραστατικότητα τις ενέργειες της κατηγορούμενης προς το πρόσωπο της και με σταθερότητα περιέγραψε τα αισθήματα φόβου, εξευτελισμού και ταπείνωσης που ένιωσε την επίδικη ημέρα. Ενδεικτικό της ενάργειας με την οποία περιέγραφε τα όσα βίωσε ήταν οι ακόλουθες αναφορές της σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν:
«E. Πού σας έφτυσε;
A. Στο πρόσωπο, κανονικό σάλιο, κανονικό φτύσιμο.
E. Τώρα, θέλω να μου πείτε, είπατε ότι σας είπε "να δεις τι θα σου κάνω", αυτά που λέτε στην κατάθεση σας, να μην τα επαναλάβω, πώς ένιωσες εσύ όταν σου είπε αυτές τις φράσεις;
A. Καταρχήν εγώ έτρεμα σαν το ψάρι γιατί τρόμαξα πάρα πολύ από τις φωνές και από τη μανία που χτυπούσε το αυτοκίνητο και τις μπουνιές που έριχνε στο τζάμι και τις κλωτσιές στο αυτοκίνητο, έτρεμα σαν το ψάρι και μιλάμε ότι αυτός ο φόβος δεν μου έχει περάσει μέχρι σήμερα, δηλαδή δεν μπορώ να πλησιάσω στη γειτονιά, είναι αδύνατο να περάσω από δρόμους γύρω γύρω της πολυκατοικίας, μου είναι αδύνατο. Αισθάνθηκα εξευτελισμό, αισθάνθηκα ταπείνωση και όλα αυτά χωρίς να ξέρω και το γιατί.
E. Και τελευταία ερώτηση, διαμένετε ακόμη στην ίδια πολυκατοικία ή έχετε φύγει;
A. Όχι, αναγκαστήκαμε να φύγουμε, στην ουσία εκδιωχθήκαμε από την κατηγορουμένη με τη συμπεριφορά της.»
Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 παρέμεινε σταθερή και σαφής στις αναφορές της ως προς το πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της. Εξήγησε με ειλικρίνεια και πειστικότητα ότι πέραν της εξύβρισης της με τη λέξη «τσούλα» η κατηγορούμενη της είχε πει και διάφορα άλλα αισχρά πράγματα τα οποία δεν μπορούσε καν να εκστομίσει λόγω της αισχρότητας τους όπως για παράδειγμα της φώναζε να πάει να γλείψει το μόριο του διαχειριστή της πολυκατοικίας με τον οποίο ήταν η κατηγορούμενη σε αντιπαλότητα και με τον οποίο θεωρούσε ότι η οικογένεια της ΜΚ1 είναι με τη μεριά του.
Ενδεικτικό της ειλικρίνειας της ΜΚ1 ήταν και το γεγονός ότι η ίδια αντεξεταζόμενη δεν αρνήθηκε ότι σε προγενέστερο χρόνο είχε λάβει χώρα άλλο περιστατικό μεταξύ της κατηγορούμενης, του συζύγου της ΜΚ1 και του γιου της ΜΚ1 για το οποίο εκκρεμεί άλλη υπόθεση στο Δικαστήριο ξεκαθαρίζοντας χωρίς ενδοιασμούς και περιστροφές ότι στο εν λόγω περιστατικό ημερομηνίας 18/06/2022 η ίδια η ΜΚ1 δεν ήταν παρούσα λέγοντας ότι είναι αντικείμενο προς εξέταση στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης που εκκρεμεί και το οποίο δεν την αφορά αφού δεν ήταν παρούσα. Τόνισε εμφαντικά ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στο συγκεκριμένο προγενέστερο περιστατικό. Άλλωστε το γεγονός της ύπαρξης οποιουδήποτε άλλου προγενέστερου περιστατικού από μόνη του, το οποίο περιστατικό δεν αφορά εν πάση περιπτώσει την ΜΚ1 στην παρούσα υπόθεση αλλά τον σύζυγο, γιο και την κατηγορούμενη σε συνάρτηση και με τις τοποθετήσεις της ΜΚ1 επί τούτου ενόρκως, ουδόλως φανερώνουν την ύπαρξη κινήτρου ή σκοπιμότητας της ΜΚ1 για την επίδικη καταγγελία και τα όσα περί τούτου προωθήθηκαν μέσω της αντεξέτασης της ΜΚ1 τέθηκαν γενικά, αόριστα και μη δυνάμενα να κλονίσουν την αξιοπιστία της ΜΚ1.
Περαιτέρω, το γεγονός ότι η ίδια σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε για το κατά πόσο είχε δώσει κατάθεση ο γιος της στην Αστυνομία για το επίδικο περιστατικό αρχικά απάντησε αρνητικά και στη συνέχεια διαφάνηκε ότι είχε δώσει σχετική κατάθεση ουδόλως επηρεάζει την αξιοπιστία της αφού όταν της υποδείχθηκε εν τέλει η κατάθεση του γιου της – Τεκμήριο 3 δεν αρνήθηκε ότι πράγματι αυτή έλαβε χώρα. Ο γιος της ΜΚ1 δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει ενόρκως και η κατάθεση του κατατέθηκε για τον περιορισμένο σκοπό ότι πρόκειται για την κατάθεση που λήφθηκε από τον γιο της ΜΚ1. Πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία η οποία ασφαλώς δεν αποκλείεται μόνο γιατί είναι εξ ακοής, όμως κατά την αξιολόγηση της[9] και όταν αποφασίζεται η αποδεικτική αξία και βαρύτητα που θα της αποδοθεί, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει όλα τα σχετικά στοιχεία που την περιβάλλουν.[10] Το Δικαστήριο θα ανέμενε την παρουσία του ανωτέρω αναφερόμενου προσώπου προκειμένου να είναι αφενός σε θέση να εξηγήσει τις αναφορές του παρέχοντας τις δέουσες λεπτομέρειες, αφού μόνο έτσι θα μπορούσε το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συγκεκριμένων αναφορών, και αφετέρου, να τεθούν οι αναφορές του στη βάσανο της αντεξέτασης. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την απουσία του υπό αναφορά προσώπου από το Δικαστήριο προκειμένου αυτός να αντεξεταστεί, ενώ δεν φαίνεται να μην ήταν εύλογο και εφικτό να είχε κλητευθεί ως μάρτυρας στη διαδικασία το εν λόγω πρόσωπο. Ούτε υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εύλογο και εφικτό. Τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου σε σχέση με την εξ ακοής μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο δεν μου επιτρέπουν να της αποδώσω τα εχέγγυα της εγκυρότητας, ακεραιότητας και πιστότητας που κατά την κρίση μου πρέπει να χαρακτηρίζουν την εξ ακοής μαρτυρία πριν αποδοθεί σε αυτήν βαρύτητα. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έχει προσαχθεί η εξ ακοής μαρτυρία, δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της εν λόγω μαρτυρίας. Συνακόλουθα, δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 αφού υπό τις περιστάσεις που αυτή έχει παρουσιασθεί κρίνω ότι θα ήταν ακροσφαλές να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτή για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου η ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της.
Η κατηγορούμενη καταθέτοντας ενόρκως δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από ασάφεια, γενικότητα, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Παραθέτω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών της που επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο.
Ουσιαστικά η κατηγορούμενη γενικά, αόριστα και μονολεκτικά διαφωνούσε ότι προέβη σε όσα της καταλογίζονται χωρίς να είναι σε θέση να παραθέσει οτιδήποτε απτό και συγκεκριμένο επί των γενικών τοποθετήσεων της παρά μόνο εστίαζε στα όσα κατά την ίδια έλαβαν χώρα σε σχέση με το άλλο περιστατικό στο οποίο αναφέρθηκε το οποίο όμως δεν αφορούσε καν την εδώ παραπονούμενη κάτι που ουδόλως αμφισβήτησε η κατηγορούμενη.
Δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει λογικά και πειστικά γιατί να κατασκευάσει το παράπονο της στην υπό κρίση υπόθεση η παραπονούμενη τη στιγμή που το άλλο περιστατικό στο οποίο συνεχώς αναφερόταν η κατηγορούμενη και για το οποίο συγκατηγορείται και η ίδια η κατηγορούμενη στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου (κάτι το οποίο επαναλαμβάνω ότι αποτέλεσε κοινό τόπο μεταξύ της κατηγορούσας αρχής και της κατηγορούμενης) δεν αφορούσε την παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση, ούτε είχε οποιαδήποτε σχέση και εμπλοκή η παραπονούμενη.
Η εμμονή της κατηγορούμενης στην αναφορά αυτού του άλλου περιστατικού που ουδόλως αφορούσε την παραπονούμενη ήταν ενδεικτικό και της διάθεσης της να μην πει στο Δικαστήριο την αλήθεια σε μία προσπάθεια αποφυγής των όσων της καταλογίζονται. Πέραν τούτου, αφού η ίδια είχε κατ’ ισχυρισμό παράπονο από τον σύζυγο και τον γιο της παραπονούμενης δεν συνάδει με την κοινή λογική η παραπονούμενη να κατασκεύασε το παράπονο της αλλά αντίθετα κατά λογική προέκταση η κατηγορούμενη είχε λόγο να προβεί στις ενέργειες που της καταλογίζει η Παραπονούμενη έχοντας παράπονο ουσιαστικά για τη συμπεριφορά που καταλογίζει στο σύζυγο και γιο της παραπονούμενης.
Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία της κατηγορούμενης στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας της να δώσει σταθερές, σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που της τέθηκαν, καταλήγω ότι η μαρτυρία της δεν ήταν ειλικρινής και την απορρίπτω στο σύνολο της.
Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία της Κατηγορούμενης και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας της σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία της να καθίσταται ακροσφαλής.
Συνακόλουθα, η κατηγορούμενη κρίνεται αναξιόπιστη και απορρίπτω τη μαρτυρία της κατηγορούμενης στην ολότητα της.
Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
Στις 25/06/2022 κατά τις 09:45 η παραπονούμενη Βάσω Καββαδία (ΜΚ1) πήγε με το αυτοκίνητο της προκειμένου να σταθμεύσει στον χώρο στάθμευσης του διαμερίσματος της στην πολυκατοικία που διέμενε. Η Κατηγορούμενη η οποία διαμένει στο ισόγειο της ίδιας πολυκατοικίας, βγήκε από το σπίτι της και την πλησίασε εκστομίζοντας απευθυνόμενη στην ίδια τη φράση «Τσούλα» και άρχισε να της λέει ότι θα δει τι θα κάνει στην ίδια, στον άντρα και τον γιο της και της έφτυσε στο πρόσωπο. Τότε η ΜΚ1 ανέβασε αμέσως το τζάμι του παραθύρου και κλείδωσε τις πόρτες του αυτοκινήτου της και τότε η Κατηγορούμενη άρχισε να χτυπά το τζάμι του αυτοκινήτου φωνάζοντας της να κατέβει κάτω. Η ΜΚ1 έβγαλε το κινητό της προκειμένου να τηλεφωνήσει στον γιο της, ο οποίος ήταν στο διαμέρισμα για να την βοηθήσει να μπει στο σπίτι της. Τότε η Κατηγορούμενη έφυγε ουρλιάζοντας. Όταν η κατηγορούμενη της είπε ότι θα δει τι θα κάνει στην ίδια, στον άντρα και στο παιδί της η ΜΚ1 έτρεμε σαν το ψάρι γιατί τρόμαξε πάρα πολύ από τις φωνές και από τη μανία που χτυπούσε το αυτοκίνητο και τις μπουνιές που έριχνε στο τζάμι και τις κλωτσιές στο αυτοκίνητο. Η συμπεριφορά της Κατηγορούμενης την έκανε να νιώσει εξευτελισμό και ταπείνωση. Η κατηγορούμενη εκστόμισε την επίδικη φράση ενώ βρισκόταν στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας στην οποία διέμενε τόσο η ίδια όσο και η παραπονούμενη. Ο χώρος αυτός είναι ανοικτός χώρος στάθμευσης χωρίς να έχει οποιαδήποτε μπάρα που να εμποδίζει την είσοδο ή διέλευση σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Περαιτέρω, στην επίδικη πολυκατοικία υπήρχαν και άλλα διαμερίσματα που κατοικούνταν και η ευρύτερη περιοχή είναι κατοικημένη με μονοκατοικίες και πολυκατοικίες. Επρόκειτο για χώρο στον οποίο το κοινό είχε ελεύθερη πρόσβαση.
Μετά την αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας και στην κατάληξη στα πιο πάνω ευρήματα, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στα αδικήματα που αντιμετωπίζει.
Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[11] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[12] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[13]
Η πιο πάνω υποχρέωση είναι άσχετη από την απόρριψη ή όχι της εκδοχής του κατηγορουμένου, αφού τυχόν απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου καθίσταται μοιραία για την υπεράσπιση μόνο όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος, ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη.[14] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι:
«Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.»
Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.
1η κατηγορία – Κοινή Επίθεση
Το αδίκημα της κοινής επίθεσης κωδικοποιείται στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«242. Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.»
Η κοινή επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του.[15] Με άλλα λόγια ο όρος «επίθεση» περιλαμβάνει κάθε πράξη που ηθελημένα ή κατά αδιαφορία προς το αποτέλεσμα, δημιουργεί σε κάποιο την αίσθηση της άμεσα επερχόμενης βίας καθώς και την άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον κάποιου προσώπου.
Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του.
Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι
το Άρθρο 242 του Νόμου δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του.[16]
Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα[17] ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Σε τέτοια περίπτωση υπάρχει άλλο αδίκημα στον Ποινικό Κώδικα, αυτό του άρθρου 243.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου η κατηγορούμενη επιτέθηκε στην παραπονούμενη, ΜΚ1, φτύνοντας την στο πρόσωπο και χτυπώντας το τζάμι του αυτοκινήτου της φωνάζοντας της να κατέβει κάτω. Τα πιο πάνω γεγονότα είναι αρκετά για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κοινής επίθεσης αφού η κατηγορούμενη προέβη στις ενέργειες της αυτές χωρίς νόμιμο έρεισμα, αλλά παράνομα.
Συνεπώς, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κοινής επίθεσης και η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 1η κατηγορία.
2η κατηγορία - Απειλή:
Το αδίκημα της απειλής κωδικοποιείται στο άρθρο 91 Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«Απειλή
91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη.»
Καθίσταται σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) η απειλή άσκησης βίας ή τέλεσης παράνομης πράξης, και β) η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στο πρόσωπο που απειλείται.
Στην Ιωσήφ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 41/2021, 28/9/2022, ECLI:CY:AD:2022:B369, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια της απειλής:
«το τι συνιστά απειλή, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ειδικότερα, κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο των όσων εκστομίζονται, ως και το αποτέλεσμα που αυτά προκαλούν στο πρόσωπο που απευθύνονται».
Περαιτέρω, διαφωτιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κούσουλος ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 119/2021, ημερομηνίας 20.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13:
"Το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη Νετζιήπ ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 1, όπου εξετάστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Τα αποφασισθέντα σ΄ εκείνη την υπόθεση εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και στην παρούσα.
Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το Άρθρο 4 του αγγλικού Public Order Act 1986, που αφορά το αδίκημα «fear or provocation of violence», όπου τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο.
Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος."
Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο και νομολογιακά εμπεδωμένο, ότι η ένοχη διάνοια ή πρόθεση διάπραξης ενός ποινικού αδικήματος (εν προκειμένω η πρόθεση εκφοβισμού του προσώπου που δέχεται την απειλή) ως πνευματικό στοιχείο δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση.
Όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής η κατηγορούμενη απευθυνόμενη προς την παραπονούμενη της είπε ότι θα δει τι θα κάνει στην ίδια, στον άντρα και τον γιο της και ακολούθως της έφτυσε στο πρόσωπο.
Αντικειμενικά ιδωμένη και σε συνάρτηση με τις συνθήκες υπό τις οποίες λέχθηκε, η φράση που εκστόμισε η κατηγορούμενη ήταν ικανή να προκαλέσει εξ αντικειμένου φόβο ή ανησυχία στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, ήτοι την παραπονούμενη, ανεξαρτήτως του εάν η κατηγορούμενη δεν είχε σκοπό να υλοποιήσει την απειλή της.
Αυτό ήταν και το φυσικό επακόλουθο της ενέργειάς της αυτής, ήτοι να εκστομίσει την εν λόγω φράση, αφού σύμφωνα με τη μαρτυρία της παραπονούμενης, η οποία έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη, η ίδια όντως φοβήθηκε και ανησύχησε στο άκουσμα της για την ασφάλεια της λέγοντας χαρακτηριστικά ότι έτρεμε σαν το ψάρι γιατί τρόμαξε πάρα πολύ. Δεν επρόκειτο, δηλαδή, για «κενή απειλή», δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει πρόθεση εκφοβισμού. Ούτε επρόκειτο για φράση η οποία δεν θα μπορούσε εύλογα να εκληφθεί ως απειλητική από την παραπονούμενη.
Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της 2ης Κατηγορίας και η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στη 2η κατηγορία.
3η κατηγορία - Το αδίκημα της Δημόσιας Εξύβρισης:
Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης κωδικοποιείται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«99. Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.»
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του άρθρου 99 τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Ο κατηγορούμενος να εξυβρίσει άλλον (β) Η εξύβριση να γίνεται με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση και (γ) Η εξύβριση να γίνεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο.
Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Στην υπόθεση Brutus v. Cozens (1972) 2 All E.R. 1297 αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο μέσος συνετός άνθρωπος αντιλαμβάνεται την ύβρη όταν τη βλέπει ή την ακούει.[18] Το κριτήριο λοιπόν είναι καθαρά αντικειμενικό.
Επιπρόσθετα στην Αχιλλέως ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 98 επισημάνθηκε ότι δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Κάτι τέτοιο συνάγεται στην κάθε περίπτωση από τις περιστάσεις στο σύνολο τους. Στην Αχιλλέως (ανωτέρω) κρίθηκε ως ορθή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η λέξη «καραγκιόζης» που είχε εκστομίσει η εφεσείουσα εναντίον Αστυνομικού, στον τόπο και υπό τις συνθήκες που χρησιμοποιήθηκε ήταν υβριστική και εκδήλωνε περιφρόνηση προς το πρόσωπο προς το οποίο εκστομίστηκε.
Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, στις ερμηνευτικές διατάξεις του Κεφ. 154 διαλαμβάνονται τα ακόλουθα στο άρθρο 4:
“δημόσιος χώρος” ή “δημόσιο υποστατικό” περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση
Περαιτέρω, ο όρος δημόσιος χώρος ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 25, Anthony Castelow and another v. The Police (1970) 2 C.L.R. 141, Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 362
Ιωάννου v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 493.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής, η κατηγορούμενη εκστόμισε την επίδικη φράση, ήτοι «τσούλα» ενώ βρισκόταν στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας στην οποία διέμενε τόσο η ίδια όσο και η παραπονούμενη. Ο χώρος αυτός σύμφωνα πάντα με την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία είναι ανοικτός χώρος στάθμευσης χωρίς να έχει οποιαδήποτε μπάρα που να εμποδίζει την είσοδο ή διέλευση σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Περαιτέρω, στην επίδικη πολυκατοικία υπήρχαν και άλλα διαμερίσματα που κατοικούνταν και η ευρύτερη περιοχή είναι κατοικημένη με μονοκατοικίες και πολυκατοικίες. Πρόκειται συνεπώς για χώρο στον οποίο το κοινό είχε πρόσβαση. Η παραπονούμενη άκουσε την επίδικη φράση ενώ βρισκόταν σε δημόσιο χώρο εντός της έννοιας του Νόμου. Περαιτέρω, σε ότι αφορά τη φράση που εκστόμισε η κατηγορούμενη, ήτοι «τσούλα» δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή απευθυνόμενη στην παραπονούμενη, με τον τρόπο που εκφράστηκε, δεν εμπίπτει στα αποδεκτά όρια της ηθικής και της ευπρέπειας της κοινωνίας μας και δύναται να προσβάλει τον αποδέκτη αυτής. Αντικειμενικά πρόκειται για υβριστική λέξη και φράση. Περαιτέρω, η χρήση της επίδικης λέξης από την κατηγορούμενη, με τον τρόπο που έγινε, όταν δηλαδή η παραπονούμενη προσπαθούσε να σταθμεύσει σε ένα ανοικτό χώρο στάθμευσης, βεβαίως, είχε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου την δυναμική ώστε να προκαλέσει σε παριστάμενο πρόσωπο, επίθεση.
Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της 3ης Κατηγορίας και η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 3η κατηγορία.
Καταληκτικά, η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε όλες τις κατηγορίες που αυτή αντιμετωπίζει.
(Υπ.) ………………………..
Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35
[2] G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά (2001) 1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου (2001) 1Γ ΑΑΔ 1924).
[3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.
[4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.
[5] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499.
[6] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/2011, ECLI:CY:AD:2017:A202, ημερομηνίας 31.5.2017.
[7] Ευσταθίου ν. Μιχαήλ κ.α., Πολ. Έφεση 269/12, Λεμονάρης Αιμίλιος ν. Γιάννη Βιολάρη (2016) 1 ΑΑΔ 378
[8] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614)
[9] Αναφορικά με την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας και τη βαρύτητα που πρέπει να της αποδοθεί, σχετική η Θεοπίστη Τουμαζή ν Vandita Dixit, ECLI:CY:AD:2015:A302, Πολιτική Έφεση 274/2010, ημερομηνίας 5.5.2015. βλ. επίσης Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου, Πολιτική Έφεση αρ. 6/11 ημερ. 15/07/2016
[10] Άρθρο 27, Κεφ. 9.
[11] Charitonos and others v. The Republic (1971) (1971) 2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462.
[12] Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 434).
[14] Τρύφωνος ν. Αστυνομία Ποινική Έφεση 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119 και Kafalos v. The Queen 19 CLR 121).
[15] Βλ. R. v. Venna (1975) 3 All E.R. 788, 794
[16] βλ. R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964
[17] βλ. R. v. Rolphe (1953) 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner (1988) 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071 - 2)
[18] «An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο