ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.
Αρ. Yπόθεσης: 19842/2022
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
ΞΞ
Κατηγορούμεvη
Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Γιακουμεττή.
Για την Κατηγορούμενη: Αυτοπροσώπως.
Κατηγορούμενη: παρούσα.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τις ακόλουθες 3 κατηγορίες:
(α) Απειλή κατά παράβαση του άρθρου 91 Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία).
(β) Δημόσια Εξύβριση κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία).
(γ) Κοινή Επίθεση κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (3η κατηγορία).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στις 17/05/2022 στην οδό Ανδριανού στη Λάρνακα προκάλεσε τρόμο στον Θεόδωρο Καββαδία από την Ελλάδα απειλώντας τον ότι με παράνομη πράξη θα του κάνει κακό λέγοντας του: «Τώρα θα δεις τι θα πάθεις, θα σου πάρω το κεφάλι, να φύγεις πριν σε τελειώσω».
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία ευρισκόμενη σε δημόσιο μέρος εξύβρισε τον Θεόδωρο Καββαδία από την Ελλάδα με τις λέξεις «γύφτο, καραγκιόζη, πουστοκαλαμαρά» με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία παρανόμως επιτέθηκε στον Θεόδωρο Καββαδία από την Ελλάδα.
Η Κατηγορούμενη δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε 1 μάρτυρα.
Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της Κατηγορούμενης και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, η Κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Κάλεσε περαιτέρω 1 μάρτυρα. Κατατέθηκαν τέλος 6 τεκμήρια.
Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Οι αναφορές όλων των μαρτύρων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους κάτι το οποίο θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο.[2]
Μοναδικός μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο παραπονούμενος Θεόδωρος Καββαδίας (ΜΚ1) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τις καταθέσεις του το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε (Τεκμήρια 1 και 2).
Συνοπτικά, ανέφερε ότι εδώ και 2 μήνες αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα με την κατηγορούμενη η οποία μένει στο ισόγειο της πολυκατοικίας. Τον βρίζει συνεχώς και στις 17/5/2022 καθώς επέστρεφε στο σπίτι του άρχισε να τον βρίζει και με ένα μεταλλικό φτυάρι προσπάθησε να τον χτυπήσει. Εκείνη τη στιγμή αποχώρησε από το μέρος. Όταν επέστρεψε η κατηγορούμενη άρχισε να απειλεί και να βρίζει. Ειδικότερα, του εκστόμισε τις ακόλουθες φράσεις: «Ξαναήρθες γύφτο; Ήρθες πάλι ρε καραγκιόζη; Τώρα θα δεις τι θα πάθεις, θα σου πάρω το κεφάλι, Πουστοκαλαμαρά, γύφτε, να φύγεις πριν σε τελειώσω, εγώ θα σε στείλω από εκεί που ήρθες».
Περαιτέρω, εξήγησε ο ΜΚ1 ότι το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα στο προαύλιο της πολυκατοικίας καθώς και ότι η πολυκατοικία βρίσκεται σε μία κατοικημένη περιοχή σε κεντρικό σημείο της Λάρνακας.
Η κατηγορούμενη, ως έχω αναφέρει προηγουμένως, κατέθεσε ενόρκως. Κατά την κυρίως εξέταση της υιοθέτησε την ανακριτική κατάθεση που της λήφθηκε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης στην οποία σε σχέση με το επίδικο περιστατικό ανέφερε ότι δεν έχει συμβεί κάτι την επίδικη ημερομηνία (Τεκμήριο 4). Περαιτέρω κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 3). Συνοπτικά αναφέρθηκε στη διαμονή της στην επίδικη πολυκατοικία και σε προβλήματα που της δημιουργούσε ο διαχειριστικής της πολυκατοικίας με τον οποίο είχαν και δικαστικές διαδικασίες. Ανέφερε ότι γνώριζε ότι ο παραπονούμενος με την οικογένεια του έμεναν στην πολυκατοικία και δεν τους γνώρισε ποτέ πέρα και δεν είχαν κάποια σχέση πέρα από τυπικούς χαιρετισμούς. Περαιτέρω, αναφέρθηκε σε άλλο περιστατικό που κατά τη θέση της έλαβε χώρα στις 18/6/2022 όπου κατά τη θέση της της επιτέθηκε ο παραπονούμενος και ο γιος του και ότι από θύμα κατέληξε κατηγορούμενη με συγκατηγορούμενους τον παραπονούμενο και τον γιο του για συμπλοκή με την υπόθεση να εκκρεμεί. Περαιτέρω, αναφέρεται σε 1 άλλη υπόθεση με παραπονούμενη τη σύζυγο του παραπονούμενου καθώς και σε ακόμα 1 υπόθεση με κατηγορούμενη κόρη της κατηγορούμενης.
Περαιτέρω, η Κατηγορούμενη κάλεσε ως μάρτυρα την Αστυφύλακα 2086 Μαρία Ιωάννου η οποία αναφέρθηκε στο γεγονός της λήψης της συμπληρωματικής κατάθεσης από τον ΜΚ1 για την επίδικη υπόθεση (Τεκμήριο 2) και το γεγονός της λήψης ανακριτικής κατάθεσης από τον ΜΚ1 την ίδια μέρα για άλλο περιστατικό στις 18/6/2022 (Τεκμήριο 5). Εξήγησε ότι η αναφορά στην ώρα που αναγράφεται στη συμπληρωματική κατάθεση είναι λανθασμένη και ότι προηγήθηκε η κατάθεση Τεκμήριο 5.
Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το όποιο προσωπικό συμφέρον ή προκατάληψη τους, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη τους και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν σε αυτά στα οποία κατέθεσαν, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων όπως επίσης και το βαθμό στον οποίο συνάδει η μαρτυρία με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια.
Έχω επίσης κατά νου την καλά εμπεδωμένη αρχή ότι η μαρτυρία εξετάζεται μέσα στο συνολικό της πλαίσιο και όχι αποσπασματικά και μικροσκοπικά.[5] Μικρές ασυνέπειες, μικροδιαφορές και μικρές αντιφάσεις σε επουσιώδη θέματα δεν καταρρίπτουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια τους και δείχνουν ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων στην εκδοχή που μετέφεραν στον Δικαστήριο.[6]
Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος.[7]
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[8]
Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι η αποδοχή κάποιων μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν εξυπακούει πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας αφού η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους.[9] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[10]
Σημειώνω, περαιτέρω, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί.[11]
Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετικές, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η αποφάσεις Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527, Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση 331/2015, ημερομηνίας 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Έχω βέβαια υπόψη μου ότι όπως λέχθηκε στην απόφαση Προδρόμου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 260, «ο εν λόγω κανόνας έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής στις πολιτικές παρά στις ποινικές υποθέσεις».
Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως.[12]
Σημειώνω τέλος ότι αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή, η οποία ισχύει τόσο στο αστικό όσο και στο ποινικό δίκαιο, ότι η αξιολόγηση λαμβάνει χώρα επί σημείων που αφορούν τα επίδικα θέματα.[13]
O παραπονούμενος ΜΚ1 άφησε στο Δικαστήριο εξαιρετική εντύπωση ως μάρτυρας αλήθειας. Κατέθεσε με απλότητα και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά του ενώ γενικότερα εξέπεμπε με τον τρόπο που κατέθετε μία βεβαιότητα, συνάδουσα με πρόσωπο που λέει την αλήθεια. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα.
Ο ΜΚ1 απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν έχω εντοπίσει οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά του. Με σταθερότητα και σαφήνεια εξήγησε ότι η συμπεριφορά της κατηγορούμενης του προκάλεσε προσβολή και φόβο την επίδικη ημέρα με τον ίδιο μάλιστα να αναφέρει ότι αναγκάστηκαν να μετακομίσουν οικογενειακώς από τη συγκεκριμένη πολυκατοικία στην οποία διέμεναν.
Αντεξεταζόμενος παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του εξηγώντας με σαφήνεια τι ακριβώς έλαβε χώρα κατά την επίδικη ημέρα και πως ακριβώς του συμπεριφέρθηκε η κατηγορούμενη. Ήταν σε θέση να μεταφέρει στο Δικαστήριο με λεπτομέρεια, σαφήνεια και παραστατικότητα τις ενέργειες της κατηγορούμενης προς το πρόσωπο του.
Με σαφήνεια και σταθερότητα απέρριψε τις θέσεις της κατηγορούμενης περί ύπαρξης οποιασδήποτε στρατηγικής ή σκοπιμότητας από τον ίδιο εξηγώντας ευθαρσώς και με ειλικρίνεια ότι ο ίδιος ήλπιζε ότι η κατηγορούμενη θα σταματούσε αυτή τη συμπεριφορά η οποία όπως εξήγησε ήταν επαναλαμβανόμενη και αυτό το οποίο ο ίδιος επιθυμούσε ήταν να αποφύγει την κατηγορούμενη. Επανέλαβε εμφαντικά και σταθερά ότι ο ίδιος δεν προσχεδίασε οτιδήποτε και ότι αυτό το οποίο ο ίδιος προσπαθούσε ήταν να αποφύγει τον οποιοδήποτε διαπληκτισμό με την κατηγορούμενη. Με την ίδια σταθερότητα και σαφήνεια περιέγραψε τα αισθήματα φόβου και προσβολής που ένιωσε από τη συμπεριφορά της κατηγορούμενης την επίδικη ημέρα.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου ο ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της.
Η κατηγορούμενη καταθέτοντας ενόρκως δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από ασάφεια, γενικότητα, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Παραθέτω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών της που επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο.
Ουσιαστικά η κατηγορούμενη περιορίστηκε σε μία γενική αναφορά σε διάφορες άλλες υποθέσεις που εκκρεμούν είτε εναντίον της είτε εναντίον προσώπων της οικογένειας της χωρίς να παραθέσει κάτι απτό και συγκεκριμένο σε σχέση με όσα της καταλογίζονται με την παρούσα υπόθεση.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός ότι αντεξεταζόμενη πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι ούτε καν είχε δει τον παραπονούμενο την επίδικη ημερομηνία θέση την οποία ουδέποτε υπέβαλε στον παραπονούμενο για να τοποθετηθεί. Δεν έπεισαν ούτε οι αναφορές της ότι σκόπιμα πήγε στην αστυνομία ο παραπονούμενος μετά που της επιτέθηκαν όπως ανέφερε ο παραπονούμενος και ο γιος του, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της στις 18/6/2022, και τούτο διότι το περιστατικό στις 18/6/2022 στο οποίο αναφέρθηκε είναι μεταγενέστερο της αρχικής καταγγελίας και παραπόνου που είχε κάμει ο παραπονούμενος στην Αστυνομία στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεση στις 18/5/2022. Το ότι στις 6/7/2022 ο παραπονούμενος προέβη σε συμπληρωματική κατάθεση παρέχοντας ουσιαστικά διευκρινίσεις σε σχέση με τις ακριβείς φράσεις που είχε εκστομίσει η παραπονούμενη την επίδικη ημέρα και την ίδια ημέρα του είχε ληφθεί και κατάθεση σε σχέση με άλλο περιστατικό στις 18/6/2022 για το οποίο αποτέλεσε κοινό τόπο ότι είναι όλοι είναι συγκατηγορούμενοι για συμπλοκή ουδόλως φανερώνει σκοπιμότητα ή αλλότρια κίνητρα στην υποβολή του επίδικου παραπόνου το οποίο προηγήθηκε του περιστατικού στις 18/6/2022.
Η εμμονή της κατηγορούμενης στην αναφορά αυτού του άλλου περιστατικού το οποίο ακολούθησε το επίδικο περιστατικό ήταν ενδεικτικό και της διάθεσης της να μην πει στο Δικαστήριο την αλήθεια σε μία προσπάθεια αποφυγής των όσων της καταλογίζονται.
Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία της κατηγορούμενης στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας της να δώσει σταθερές, σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που της τέθηκαν, καταλήγω ότι η μαρτυρία της δεν ήταν ειλικρινής και την απορρίπτω στο σύνολο της.
Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία της Κατηγορούμενης και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας της σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία της να καθίσταται ακροσφαλής.
Συνακόλουθα, η κατηγορούμενη κρίνεται αναξιόπιστη και απορρίπτω τη μαρτυρία της κατηγορούμενης στην ολότητα της.
Η Αστ. 2086 Μαρία Ιωάννου η οποία κλήθηκε από την Κατηγορούμενη έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και ειδικότερα τη λήψη της συμπληρωματικής κατάθεσης από τον Παραπονούμενο. Έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας της κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστη μάρτυρα και στο βαθμό που η μαρτυρία της σχετίζεται με τα επίδικα θέματα αυτή γίνεται αποδεκτή.
Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
Ο Θεόδωρος Καββαδίας στις 17/5/2022 διέμενε σε πολυκατοικία στην οδό Ανδριανού στη Λάρνακα. Στο ισόγειο της ίδιας πολυκατοικίας διέμενε και η κατηγορούμενη. Ανά διαστήματα αντιμετώπιζε προβλήματα με τη συμπεριφορά της κατηγορούμενης και δεν υπήρχε αρμονική σχέση. Στις 17/5/2022 καθώς επέστρεφε στο σπίτι του και ενώ βρισκόταν στο προαύλιο της πολυκατοικίας, η κατηγορούμενη άρχισε να τον βρίζει με τις λέξεις «γύφτο, πουστοκαλαμαρά, καραγκιόζη» και με ένα μεταλλικό φτυάρι προσπάθησε να τον χτυπήσει με τον ίδιο να αποφεύγει το χτύπημα και να αποχωρεί. Όταν επέστρεψε και τον είδε η κατηγορούμενη άρχισε και του φώναζε με τις ακόλουθες φράσεις: «Ξαναήρθες γύφτο; Ήρθες πάλι ρε καραγκιόζη; Τώρα θα δεις τι θα πάθεις, θα σου πάρω το κεφάλι, Πουστοκαλαμαρά, γύφτε, να φύγεις πριν σε τελειώσω, εγώ θα σε στείλω από εκεί που ήρθες». Το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα στο προαύλιο της πολυκατοικίας. Η πολυκατοικία βρίσκεται σε μία κατοικημένη περιοχή σε κεντρικό σημείο της Λάρνακας. Η συμπεριφορά της κατηγορούμενης προκάλεσε στον παραπονούμενο προσβολή και φόβο με τον ίδιο να αναγκαστεί στη συνέχεια να μετακομίσει οικογενειακώς από τη συγκεκριμένη πολυκατοικία στην οποία διέμεναν.
Μετά την αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας και στην κατάληξη στα πιο πάνω ευρήματα, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την ενοχή της κατηγορούμενης στα αδικήματα που αντιμετωπίζει.
Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[14] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[15] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[16]
Η πιο πάνω υποχρέωση είναι άσχετη από την απόρριψη ή όχι της εκδοχής του κατηγορουμένου, αφού τυχόν απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου καθίσταται μοιραία για την υπεράσπιση μόνο όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος, ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη.[17] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι:
«Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.»
Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.
1η κατηγορία - Απειλή:
Το αδίκημα της απειλής κωδικοποιείται στο άρθρο 91 Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«Απειλή
91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη.»
Καθίσταται σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) η απειλή άσκησης βίας ή τέλεσης παράνομης πράξης, και β) η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στο πρόσωπο που απειλείται.
Στην Ιωσήφ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 41/2021, 28/9/2022, ECLI:CY:AD:2022:B369, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια της απειλής:
«το τι συνιστά απειλή, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ειδικότερα, κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο των όσων εκστομίζονται, ως και το αποτέλεσμα που αυτά προκαλούν στο πρόσωπο που απευθύνονται».
Περαιτέρω, διαφωτιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κούσουλος ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 119/2021, ημερομηνίας 20.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13:
"Το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη Νετζιήπ ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 1, όπου εξετάστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Τα αποφασισθέντα σ΄ εκείνη την υπόθεση εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και στην παρούσα.
Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το Άρθρο 4 του αγγλικού Public Order Act 1986, που αφορά το αδίκημα «fear or provocation of violence», όπου τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο.
Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος."
Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο και νομολογιακά εμπεδωμένο, ότι η ένοχη διάνοια ή πρόθεση διάπραξης ενός ποινικού αδικήματος (εν προκειμένω η πρόθεση εκφοβισμού του προσώπου που δέχεται την απειλή) ως πνευματικό στοιχείο δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση.
Όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής η κατηγορούμενη απευθυνόμενη προς τον παραπονούμενο του είπε «Τώρα θα δεις τι θα πάθεις, θα σου πάρω το κεφάλι, να φύγεις πριν σε τελειώσω».
Αντικειμενικά ιδωμένη και σε συνάρτηση με τις συνθήκες υπό τις οποίες λέχθηκε, η φράση που εκστόμισε η κατηγορούμενη ήταν ικανή να προκαλέσει εξ αντικειμένου φόβο ή ανησυχία στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, ήτοι τον παραπονούμενο, ανεξαρτήτως του εάν η κατηγορούμενη δεν είχε σκοπό να υλοποιήσει την απειλή της. Αυτό ήταν και το φυσικό επακόλουθο της ενέργειάς της αυτής, ήτοι να εκστομίσει την εν λόγω φράση, αφού σύμφωνα με τη μαρτυρία του παραπονούμενου, η οποία έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη, ο ίδιος όντως φοβήθηκε και ανησύχησε στο άκουσμα της. Δεν επρόκειτο, δηλαδή, για «κενή απειλή», δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει πρόθεση εκφοβισμού. Ούτε επρόκειτο για φράση η οποία δεν θα μπορούσε εύλογα να εκληφθεί ως απειλητική από τον παραπονούμενο.
Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της 1ης Κατηγορίας και η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 1η κατηγορία.
2η κατηγορία - Το αδίκημα της Δημόσιας Εξύβρισης:
Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης κωδικοποιείται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«99. Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.»
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του άρθρου 99 τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Ο κατηγορούμενος να εξυβρίσει άλλον (β) Η εξύβριση να γίνεται με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση και (γ) Η εξύβριση να γίνεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο.
Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Στην υπόθεση Brutus v. Cozens (1972) 2 All E.R. 1297 αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο μέσος συνετός άνθρωπος αντιλαμβάνεται την ύβρη όταν τη βλέπει ή την ακούει.[18] Το κριτήριο λοιπόν είναι καθαρά αντικειμενικό.
Επιπρόσθετα στην Αχιλλέως ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 98 επισημάνθηκε ότι δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Κάτι τέτοιο συνάγεται στην κάθε περίπτωση από τις περιστάσεις στο σύνολο τους. Στην Αχιλλέως (ανωτέρω) κρίθηκε ως ορθή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η λέξη «καραγκιόζης» που είχε εκστομίσει η εφεσείουσα εναντίον Αστυνομικού, στον τόπο και υπό τις συνθήκες που χρησιμοποιήθηκε ήταν υβριστική και εκδήλωνε περιφρόνηση προς το πρόσωπο προς το οποίο εκστομίστηκε.
Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, στις ερμηνευτικές διατάξεις του Κεφ. 154 διαλαμβάνονται τα ακόλουθα στο άρθρο 4:
“δημόσιος χώρος” ή “δημόσιο υποστατικό” περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση
Περαιτέρω, ο όρος δημόσιος χώρος ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 25, Anthony Castelow and another v. The Police (1970) 2 C.L.R. 141, Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 362
Ιωάννου v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 493.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής, η κατηγορούμενη εκστόμισε τις λέξεις «γύφτο, καραγκιόζη, πουστοκαλαμαρά» ενώ βρισκόταν στο προαύλιο της πολυκατοικίας στην οποία διέμενε τόσο η ίδια όσο και ο παραπονούμενος. Η πολυκατοικία βρισκόταν σε μία κατοικημένη περιοχή σε κεντρικό σημείο της Λάρνακας και πρόκειται συνεπώς για χώρο στον οποίο το κοινό είχε πρόσβαση.
Ο παραπονούμενος άκουσε τις επίδικες λέξεις ενώ βρισκόταν σε δημόσιο χώρο εντός της έννοιας του Νόμου. Περαιτέρω, σε ότι αφορά τις λέξεις που εκστόμισε η κατηγορούμενη, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτές απευθυνόμενες στον παραπονούμενο, με τον τρόπο που εκφράστηκαν, δεν εμπίπτουν στα αποδεκτά όρια της ηθικής και της ευπρέπειας της κοινωνίας μας και δύνανται να προσβάλουν τον αποδέκτη αυτών. Αντικειμενικά πρόκειται για υβριστικές λέξεις.
Περαιτέρω, η χρήση των επίδικων λέξεων από την κατηγορούμενη, με τον τρόπο που έγινε, όταν δηλαδή ο παραπονούμενος επέστρεφε στην πολυκατοικία που διέμενε, βεβαίως, είχε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τη δυναμική ώστε να προκαλέσει σε παριστάμενο πρόσωπο, επίθεση.
Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της 2ης Κατηγορίας και η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στη 2η κατηγορία.
3η κατηγορία – Κοινή Επίθεση
Το αδίκημα της κοινής επίθεσης κωδικοποιείται στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«242. Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.»
Η κοινή επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του.[19] Με άλλα λόγια ο όρος «επίθεση» περιλαμβάνει κάθε πράξη που ηθελημένα ή κατά αδιαφορία προς το αποτέλεσμα, δημιουργεί σε κάποιο την αίσθηση της άμεσα επερχόμενης βίας καθώς και την άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον κάποιου προσώπου.
Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του.
Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι
το Άρθρο 242 του Νόμου δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του.[20]
Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα[21] ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Σε τέτοια περίπτωση υπάρχει άλλο αδίκημα στον Ποινικό Κώδικα, αυτό του άρθρου 243.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου η κατηγορούμενη επιτέθηκε στον παραπονούμενο, ΜΚ1, προσπαθώντας να του χτυπήσει με ένα μεταλλικό φτυάρι με τον παραπονούμενο να αποφεύγει το χτύπημα. Τα πιο πάνω γεγονότα είναι αρκετά για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κοινής επίθεσης αφού η κατηγορούμενη προέβη στις ενέργειες της αυτές χωρίς νόμιμο έρεισμα, αλλά παράνομα.
Συνεπώς, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κοινής επίθεσης και η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 3η κατηγορία.
Καταληκτικά, η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε όλες τις κατηγορίες που αυτή αντιμετωπίζει.
(Υπ.) ………………………..
Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35
[2] G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά (2001) 1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου (2001) 1Γ ΑΑΔ 1924).
[3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.
[4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.
[5] Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 68), Πέτρου ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 76 και Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1998) 2 ΑΑΔ 104, 118).
[6] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 320, 322, Ξυδίας ν. Αστυνομίας (1993) 2 ΑΑΔ 217 και Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 143, 155.
[7] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499.
[8] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/2011, ECLI:CY:AD:2017:A202, ημερομηνίας 31.5.2017.
[9] Ευσταθίου ν. Μιχαήλ κ.α., Πολ. Έφεση 269/12, Λεμονάρης Αιμίλιος ν. Γιάννη Βιολάρη (2016) 1 ΑΑΔ 378
[10] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614)
[11] Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 640.
[12] Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 551.
[13] βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή, Ποινική Έφεση αρ.287/2015, ημερομηνίας 11.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:B171.
[14] Charitonos and others v. The Republic (1971) (1971) 2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462.
[15] Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 434).
[17] Τρύφωνος ν. Αστυνομία Ποινική Έφεση 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119 και Kafalos v. The Queen 19 CLR 121).
[18] «An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it».
[19] Βλ. R. v. Venna (1975) 3 All E.R. 788, 794
[20] βλ. R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964
[21] βλ. R. v. Rolphe (1953) 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner (1988) 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071 - 2)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο