Lois Builders Limited ν. Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ υπό εκκαθάριση, εκπροσωπούμενη από τους George Maloney και Αντώνη Βασιλείου ως εκκαθαριστές της εταιρείας κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 11290/2013, 9/1/2018
print
Τίτλος:
Lois Builders Limited ν. Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ υπό εκκαθάριση, εκπροσωπούμενη από τους George Maloney και Αντώνη Βασιλείου ως εκκαθαριστές της εταιρείας κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 11290/2013, 9/1/2018
Παραπομπή:
ECLI:CY:EDLEF:2018:B5

ECLI:CY:EDLEF:2018:B5

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ.

Αρ.Υπόθεσης: 11290/2013

 

 

Lois Builders Limited

 

-εναντίον-

 

1.                Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ υπό εκκαθάριση, εκπροσωπούμενη από τους George Maloney και Αντώνη Βασιλείου ως εκκαθαριστές της εταιρείας

2.                Χρίστου Ορφανίδη

3.                Πόλυ Κουρουσίδη

4.                Χρίστου Φυλακτού

5.                Μάριου Αντωνιάδη

6.                Σύμωνα Κυριακίδη

7.                Γεώργιου Χατζημιχαήλ

8.                Χαρίκλειας Ορφανίδη

Κατηγορουμένων

 

Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου 2018

Εμφανίσεις:

Για τους Παραπονούμενους: κα Παπαπέτρου, για Χατζηαναστασίου, Ιωαννίδη Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Κατηγορούμενη 1: Καμία εμφάνιση

Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Χατζηπαρασκευάς για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε.

Κατηγορούμενος 2 παρών

Π Ο Ι Ν Η

 

Η κατηγορούμενη 1 βρέθηκε ένοχη, κατόπιν απόδειξης της υπόθεσης εναντίον της σε αδικήματα έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του άρθρου 305Α(1) και (2) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 70(Ι)/08.

 

O κατηγορούμενος 2 έχει βρεθεί ένοχος, με δική του παραδοχή για την παροχή συνδρομής προς την κατηγορούμενη 1 προς έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση των άρθρων 305Α(1) και (2) και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 70(Ι)/08.

 

Ειδικότερα, η κατηγορούμενη 1 καταδικάστηκε και ο κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ότι παρείχε συνδρομή στην κατηγορουμένη 1 προς έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα συνολικού ύψους €1.062.516,30, ως ακολούθως:

 

1.         Επιταγή με αρ. 09496452 της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd για το ποσό των €64.350 ημερ. 30.9.12 η οποία δεν εξοφλήθη λόγω ανάκλησης της πληρωμής της (stop payment) από τον εκδότη της (κατηγορίες 1 και 2)

2.         Επιταγή με αρ. 09165772 της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd για το ποσό των €551.473,30 ημερ. 22.10.12 η οποία δεν εξοφλήθη λόγω ανάκλησης της πληρωμής της (stop payment) από τον εκδότη της (κατηγορίες 5 και 6)

3.         Επιταγή με αρ. 09496453 της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd για το ποσό των €64.350 ημερ. 31.10.12 η οποία δεν εξοφλήθη λόγω ανάκλησης της πληρωμής της (stop payment) από τον εκδότη της (κατηγορίες 7 και 8)

4.         Επιταγή με αρ. 73407619 της Bank of Cyprus Public Company Limited για το ποσό των €382.343 ημερ. 2.11.12 η οποία δεν εξοφλήθη λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της (ο λογαριασμός παγοποιήθηκε – ΚΑΠ) και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών αφότου παρουσιάστηκε για πληρωμή (κατηγορίες 9 και 10)

 

Τα διαπραχθέντα αδικήματα, είναι χωρίς αμφιβολία σοβαρά, κάτι το οποίο φαίνεται και από την ποινή την οποία προνόησε ο νομοθέτης.  Συγκεκριμένα, το άρθρο 305Α(1) και (2) του Ποινικού Κώδικα προνοεί, κατά ανώτατο όριο, ποινή φυλάκισης 3 ετών ή ποινή προστίμου €10.000 ή αμφότερες τις ποινές. 

 

Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι η ανώτατη προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής.[1]

 

Από τη φύση τους, τα αδικήματα αυτού του είδους είναι σοβαρά[2] και οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν από αδικήματα αυτής της μορφής επιβάλλουν την αυστηρή τήρηση της νομοθεσίας που στοχεύει στη διασφάλιση της νομιμότητας των συναλλαγών.[3]  Δημιουργούν μεγάλη αναστάτωση στο εμπόριο και στις καθημερινές συναλλαγές των πολιτών, ανατρέποντας το υπόβαθρο των συναλλαγών,[4] οι οποίες αναμένεται να διεξάγονται στη βάση της νομιμότητας και της τιμιότητας,[5] υπονομεύουν την κοινωνική, εμπορική και οικονομική ζωή του τόπου,[6] και έχουν αλυσιδωτές συνέπειες στις ταμειακές ροές των επιχειρήσεων.  Η έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα πλήττει καίρια ένα σημαντικό έννομο αγαθό, αυτό της ασφάλειας και εμπιστοσύνης των συναλλαγών, η προστασία των οποίων είναι πρωταρχικής σημασίας για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς.[7]  Περαιτέρω, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι τα διαπραχθέντα αδικήματα παρουσιάζουν ανησυχητική έξαρση, λαμβάνω δε προς τούτο δικαστική γνώση ως εκ του γεγονότος ότι εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου πολύ μεγάλος αριθμός υποθέσεων αυτής της φύσης,[8] με αποτέλεσμα να παρίσταται ανάγκη ν’ αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα.[9]  Σημειώνω εν τέλει, πως η ευκολία διάπραξης αδικημάτων αυτής της μορφής, συνδυαζόμενη με τις καταστρεπτικές συνέπειες που επιφέρουν στην κοινωνική, εμπορική και οικονομική ζωή του τόπου, αλλά και η συχνότητα διάπραξης των αδικημάτων αυτών, τα οποία βρίσκονται σε έξαρση, επιβάλλει την αντιμετώπισή τους με τη δέουσα αυστηρότητα.[10]

 

Ως προς το ύψος της αρμόζουσας ποινής λαμβάνω καθοδήγηση[11] από τη νομολογία.  Όπως προκύπτει από αυτή, το σύνηθες μέτρο ποινικής μεταχείρισης για τα αδικήματα έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα είναι η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης,[12] χωρίς όμως το σύνηθες να αποτελεί ταυτόχρονα και άκαμπτο κανόνα, αφού κατά πάγια νομολογιακή αρχή κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται στη βάση των περιστατικών της.[13] 

 

Ενδεικτικά αναφέρω ότι το Εφετείο στην υπόθεση Χρίστου ν. Αδάμου (2012) 2 Α.Α.Δ. 772, επικύρωσε ποινή φυλάκισης ενός έτους σε λευκού ποινικού μητρώου πρόσωπο, πατέρα πέντε ανηλίκων παιδιών, με πολύ χαμηλό εισόδημα και μεγάλα χρέη, κατόπιν παραδοχής και μερικής συμμόρφωσης για επιταγές ύψους €5.781, την οποία ανέστειλε λαμβάνοντας υπόψη την προσπάθεια του κατηγορούμενου για αποπληρωμή και την οικογενειακή του κατάσταση.  Επίσης στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd ν. Χρήστου, Ποιν. Έφ. 18/12, ημερ. 26.4.14, επέβαλε δεκάμηνη άμεση φυλάκιση σε σχετικά νεαρής ηλικίας πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, οικογενειάρχη, κατόπιν ακρόασης, για επιταγές συνολικού ύψους €100.000, και στην υπόθεση Συμιλλίδης ν. Νικολάου (2013) 2 Α.Α.Δ. 444, μείωσε την ποινή φυλάκισης από εννέα μήνες σε επτά για επιταγή ύψους €100.000 σε πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, με μακρά εμπορική δραστηριότητα, κατόπιν παραδοχής και μερικής συμμόρφωσης, και λαμβάνοντας υπόψη το διάστημα των τρεισήμισι ετών που μεσολάβησε από τη διάπραξη του αδικήματος.  Περαιτέρω στην υπόθεση L.C.A. Domiki Ltd ν. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 116/11, ημερ. 17.3.15, και εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια επέβαλε ποινή άμεσης φυλάκισης έξι μηνών για επιταγή ύψους €12.000 σε ουσιαστικά πτωχεύσαν πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, άνεργο, οικογενειάρχη, κατόπιν ακρόασης και λαμβάνοντας υπόψη την παρέλευση επτά ετών από τη διάπραξη του αδικήματος και στην Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1999) 2 Α.Α.Δ. 60, (και όταν η προβλεπόμενη ανώτατη ποινή ήταν χαμηλότερη) επικύρωσε ποινή φυλάκισης τριών μηνών για επιταγές ύψους Λ.Κ.5.000 σε πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, 32 ετών, μητέρα ενός παιδιού τεσσάρων μηνών, κατόπιν αποπληρωμής του ποσού των επιταγών, την οποία ανέστειλε λόγω των προσωπικών της περιστάσεων.  Από την άλλη, στην υπόθεση Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ.α. ν. Ορφανίδη κ.α., Ποιν. Έφ. 102/14 κ.α., ημερ. 25.2.16, επέβαλε ποινή προστίμου ύψους €2.000 σε κατηγορούμενο πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, κατόπιν ακρόασης και κατόπιν πλήρους εξόφλησης των επιταγών ύψους €11.716,70 (παρόλο που δεν ήταν ο εκδότης τους), και αφού έλαβε υπόψη την παρέλευση τριών ετών από τη διάπραξη του αδικήματος.[14]

 

Ειδικότερα όσον αφορά την παρούσα, επισημαίνεται ευθύς εξαρχής πως οι συνθήκες διάπραξης αναδεικνύουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων και επιτείνουν την ανάγκη για αποτροπή.[15]  Από το 2010 η κατηγορούμενη 1, της οποίας ο κατηγορούμενος 2 ήτο ο εκτελεστικός διευθυντής και μέτοχος κατά 72%,[16] άρχισε να παρουσιάζει ζημιές, και από τα μέσα περίπου του 2011 η κατηγορούμενη 1 άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα.  Οι επίδικες επιταγές είναι πολύ μεγάλου ποσού, και συγκεκριμένα συνολικού ύψους €1.062.516,30, εκδόθηκαν δε ως αντάλλαγμα για την ανέγερση των υπεραγορών «Ορφανίδης» στην περιοχή Κιτίου και Σκαρίνου.  Οι παραπονούμενοι προσέφεραν προς την κατηγορούμενη 1 τις ζητηθείσες και συμφωνηθείσες υπηρεσίες, προφανώς αναλώνοντας χρόνο και υποβάλλοντας τους εαυτούς τους σε έξοδα και δαπάνες, για τις οποίες (υπηρεσίες) δικαιούντο, βεβαίως, να πληρωθούν.  Έναντι των προσφερθεισών υπηρεσιών έλαβαν τις τέσσερεις επίδικες επιταγές.  Οι τρεις επιταγές των οποίων η πληρωμή ανακλήθηκε (συνολικού ύψους €679.173,30) εκδόθηκαν από λογαριασμό ο οποίος είχε απενεργοποιηθεί, η δε κατηγορούμενη 1 απέστειλε επιστολή προς τους παραπονούμενους πληροφορώντας τους ότι οι επιταγές θα ανακληθούν και θα αντικατασταθούν με άλλες.  Και ενώ ο κατηγορούμενος 2 παρείχε συνδρομή στην κατηγορουμένη 1 για την έκδοση και την χωρίς εύλογη αιτία (ως ο συνήγορος του αποδέχθηκε) ανάκληση των επιταγών, δεν φρόντισε εν τέλει για την αντικατάσταση τους, εξ αφορμής της κακής οικονομικής κατάστασης της εταιρείας.  Όσον δε αφορά την επιταγή που εκδόθηκε επί της Τράπεζας Κύπρου (ύψους €383.343), αυτή επιστράφηκε λόγω του ότι ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 παγοποιήθηκε (ΚΑΠ).  Αντί λοιπόν οι παραπονούμενοι να λάβουν την αμοιβή τους για τις υπηρεσίες ανέγερσης κτιρίου που καλόπιστα παρείχαν προς την κατηγορουμένη 1, κατέληξαν να λαμβάνουν επιταγές για πολύ μεγάλα ποσά χωρίς αντίκρισμα, έναντι των οποίων ουδέν ποσόν καταβλήθηκε μέχρι και σήμερα, εξέλιξη η οποία τους άφησε παντελώς εκτεθειμένους και ζημιωμένους.  Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 1 τέθηκε υπό διαχείριση τον Ιανουάριο του 2013 με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος 2 να μην ασκεί πλέον οικονομικό έλεγχο στην εταιρεία, πλην όμως τούτο δεν αναιρεί τη διάπραξη των αδικημάτων, ακολούθησε δε της από αρκετού χρόνου κακής οικονομικής κατάστασης της εταιρείας.

 

Ανεξαρτήτως όμως της αναντίλεκτης σοβαρότητας των αδικημάτων, το Δικαστήριο έχει πάντοτε και το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής, αφού στόχος του είναι η επιβολή δίκαιης ποινής, η οποία να αρμόζει τόσο στο έγκλημα όσο και στον δράστη,[17] χωρίς βεβαίως η διαδικασία της εξατομίκευσης να οδηγεί σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου[18] ή του στοιχείου της αποτροπής τόσο για τον ίδιο τον δράστη όσο και για το κοινό γενικότερα.[19]  Βασικό καθήκον του Δικαστηρίου είναι να προβαίνει στην αποτίμηση των μετριαστικών παραγόντων και να τους αποδίδει τη δέουσα βαρύτητα.  Το ίδιο πρέπει να γίνεται και με κάθε άλλο σχετικό παράγοντα ή στοιχείο συμπεριλαμβανομένης και της αποτίμησης της σοβαρότητας του αδικήματος πάντοτε με αναφορά στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και στα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν.  Για τη συμπλήρωση της διεργασίας απαιτείται στάθμιση όλων των πιο πάνω παραγόντων προκειμένου να καθοριστεί το είδος και το ύψος της ποινής η οποία αρμόζει να επιβληθεί στον δράστη του συγκεκριμένου αδικήματος.[20] 

 

Μελέτησα με προσοχή τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 2 ανέφερε για σκοπούς μετριασμού της ποινής του καθώς και τις διευκρινίσεις που εδόθησαν ως προς τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων.  Έχω επίσης μελετήσει την έκθεση αναφορικά με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 2 που ετοιμάστηκε από Λειτουργό των Κοινωνικών Υπηρεσιών.

 

Στα πλαίσια λοιπόν του επιβαλλόμενου καθήκοντος εξατομίκευσης, κατ’ αρχήν λαμβάνω υπόψη μου ως μετριαστικό παράγοντα το γεγονός ότι έστω και στο καθυστερημένο αυτό στάδιο, ήτοι τέσσερα, περίπου, έτη μετά την καταχώρηση της υπόθεσης και πριν πάντως την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ο κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ενοχή, με αποτέλεσμα την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και δικαστικών εξόδων.[21]  Λαμβάνω επίσης υπόψη μου, προς όφελος του κατηγορούμενου 2, τη μεταμέλεια και τη συγνώμη του, ως αυτή εκφράστηκε μέσω του συνηγόρου του, αλλά και μέσω της παραδοχής του.[22] 

 

Ως προς το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου 2, οι συνήγοροι των παραπονουμένων επικαλέστηκαν δύο προηγούμενες καταδίκες, ήτοι τις καταδίκες του στην Ποιν. Έφ. 102/14, Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη, ημερ. 23.10.15 και στην Ποιν. Υπόθ. αρ. 3648/13, Pandora/Ogilvy & Mather Co Ltd v. Orphanides Public Company Ltd κ.α., ημερ. 22.5.17, του Ε.Δ. Λάρνακας.  Στην πρώτη υπόθεση, σύμφωνα με τα γεγονότα που αναφέρονται στην απόφαση του Εφετείου, ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε περί τα τέλη Αυγούστου του 2012 (20.8.12) επιταγή εκδότης της οποίας ήταν η κατηγορούμενη 1, με ημερομηνία πληρωμής την 30.11.12 η οποία επιστράφηκε χωρίς να τιμηθεί λόγω του ότι ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 είχε παγοποιηθεί (ΚΑΠ).  Σύμφωνα με τα ευρήματα του Επαρχιακού Δικαστηρίου στη δεύτερη υπόθεση, ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε στις 27.9.12 δύο επιταγές της κατηγορουμένης 1 με ημερομηνία πληρωμής 15.12.12 και 31.12.12 και στις 10.10.12 υπέγραψε άλλες δύο επιταγές της κατηγορουμένης 1 με ημερομηνία πληρωμής 15.1.13 και 31.1.13.  Όμως, ούτε από την απόφαση στην Ποιν. Έφ. 102/14,[23] ούτε από την απόφαση στην Ποιν. Υπόθ. αρ. 3648/13[24] προκύπτει ο χρόνος που οι επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα και επιστράφηκαν χωρίς να τιμηθούν, οι δε συνήγοροι των παραπονουμένων δεν διαφώτισαν το Δικαστήριο ως προς τούτη τη πτυχή των υποθέσεων που επικαλέστηκαν ως προηγούμενες καταδίκες.  Σύμφωνα με τη νομολογία, προκειμένου καταδίκη να αποτελεί προηγούμενο που μπορεί να προσμετρήσει στην επιβολή της ποινής σε μεταγενέστερη υπόθεση, πρέπει η διάπραξη του αδικήματος για το οποίο έχει υπάρξει καταδίκη να έχει λάβει χώραν πριν τη διάπραξη του δεύτερου αδικήματος, η δε καταδίκη για το πρώτο αδίκημα να έχει ολοκληρωθεί πριν τη δεύτερη καταδίκη.[25]  Με δεδομένο ότι ο χρόνος κατά τον οποίο οι επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα στις δύο υποθέσεις που οι συνήγοροι των παραπονουμένων επικαλέστηκαν δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, και με δεδομένο ότι το αδίκημα του άρθρου 305Α(1) του Κεφ. 154 διαπράττεται όταν επιταγή επιστραφεί χωρίς να τιμηθεί για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο και παραμένει απλήρωτη για 15 ημέρες μετά την παρουσίασή της, δεν μπορώ να καταλήξω με βεβαιότητα ότι η διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία ο κατηγορούμενος 2 καταδικάστηκε προηγήθηκε της διάπραξης των αδικημάτων στην παρούσα.  Συνεπώς ο κατηγορούμενος 2 θα τύχει χειρισμού ως λευκού ποινικού μητρώου για σκοπούς επιβολής ποινής, λαμβάνοντας τούτο υπόψιν ως μετριαστικό παράγοντα προσμετρούμενο υπέρ του.

 

Όσον αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 2, αυτός είναι ηλικίας 67 ετών, νυμφευμένος από το 1982 και πατέρας τριών ενήλικων θυγατέρων, η μία εκ των οποίων είναι ακόμη φοιτήτρια, διέμενε δε πριν την φυλάκισή του σε ιδιόκτητη οικία στη Λάρνακα.  Είναι συνταξιούχος και το οικογενειακό μηνιαίο του εισόδημα ανέρχεται στα €4.450 (€1.550 από τη σύνταξη γήρατος του κατηγορούμενου 2, €2.500 από μετοχές που διατηρεί η σύζυγος του σε αγγλική εταιρεία και €400 από την ενοικίαση δύο καταστημάτων).  Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τα χρέη του κατηγορούμενου 2, καθώς και την κινητή και ακίνητη περιουσία του όπως καταγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας.  Από τις 26.9.17 βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές.  Συνυπολογίζω περαιτέρω τα προβλήματα υγείας του κατηγορούμενου 2 (προστάτη, συκώτι, νεφρά, σπονδυλική στήλη), για τα οποία παρακολουθείται ιατρικώς και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, για το δε πρόβλημα που αντιμετωπίζει στην σπονδυλική στήλη χρειάζεται να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση, την οποία αναβάλλει λόγω της δυσκολίας και του κόστους της.

 

Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου και την επαγγελματική πορεία του κατηγορούμενου 2.  Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στην Αγγλία, εργάστηκε σε δύο μεγάλα ελεγκτικά γραφεία του Λονδίνου.  Επέστρεψε στην Κύπρο το 1981 και μαζί με δύο συνεταίρους ίδρυσε τις υπεραγορές «Μετρό», από τις οποίες αποχώρησε το 1986.  Το 1987 ίδρυσε την ιδιωτική εταιρεία «Ορφανίδης» με την πρώτη υπεραγορά να λειτουργεί στη Λάρνακα, στην πορεία δε οι δραστηριότητες της εταιρείας επεκτάθηκαν σε όλη την Κύπρο (με τη λειτουργία 28 υπεραγορών τροφίμων στις οποίες εργοδοτούντο περί τα 1300 άτομα) και η εταιρεία έγινε δημόσια τον Δεκέμβριο του 1999.  Η εταιρεία τέθηκε υπό διαχείριση τον Ιανουάριο 2013 και ο κατηγορούμενος 2 καθώς και η σύζυγος του απώλεσαν την εργασία τους.  Από τον Απρίλιο του 2016 η κατηγορούμενη 1 τέθηκε πλέον υπό εκκαθάριση.  Σημειώνω περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος 2 υπήρξε μέλος του ΚΕΒΕ, της ΟΕΒ καθώς και μέλος του ΕΒΕ Λάρνακας, του οποίου διετέλεσε μέλος του διοικητικού συμβουλίου για τρεις θητείες. 

 

Επίσης λαμβάνω υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος 2 έχει έντιμο παρελθόν.[26]  Ως προς την εισήγηση ότι ο ίδιος δεν είχε προσωπικό όφελος από τη διάπραξη των αδικημάτων, αντιλαμβάνομαι ότι αναφέρεται στην απουσία άμεσου προσωπικού οικονομικού οφέλους και όντως συνεκτιμάται υπ’ αυτήν την έννοια, τονίζοντας, όμως, παράλληλα πως αναμφίβολα ο ίδιος, ως ο μεγαλομέτοχος της κατηγορουμένης 1, είχε κίνητρο και θα είχε μακροπρόθεσμο όφελος από τη συνέχιση και επέκταση της επιχείρησής του με τη λειτουργία νέων υπεραγορών.  Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το κόστος του κατηγορούμενου 2 από την απώλεια της επιχείρησής του, σημειώνοντας, όμως, συνάμα, πως πρόκειται για επιχείρηση η οποία λειτούργησε επί σειρά ετών με εξαιρετικές επιδόσεις (ως ο συνήγορος του αναφέρει) αποδίδοντας του προφανώς τα ανάλογα κέρδη, η οποία, όμως, ήδη από το 2010 άρχισε να παρουσιάζει ζημιές, το 2011 άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα τα οποία οδήγησαν αρχές του 2013 στη θέση της εταιρείας υπό διαχείριση και το 2016 υπό καθεστώς εκκαθάρισης.

 

Είναι περαιτέρω γεγονός πως μεταξύ της διάπραξης των αδικημάτων και της επιβολής ποινής έχουν παρέλθει τέσσερα και πλέον έτη.  Σημειώνω σχετικώς πως υπάρχει κάποια καθυστέρηση μεταξύ της διάπραξης των αδικημάτων και της καταχώρησης της υπόθεσης, η οποία όμως δεν είναι υπερβολική,[27] καθώς και το γεγονός ότι μετά την καταχώρηση μέρος της συνολικής καθυστέρησης προκλήθηκε από τον κατηγορούμενο 2 εναντίον του οποίου εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης λόγω παράλειψης του να εμφανισθεί στο Δικαστήριο.  Από την άλλη, πρέπει να σημειωθεί ότι η συνολική καθυστέρηση σίγουρα δεν βαρύνει αποκλειστικά τον κατηγορούμενο 2, αφού κάποια καθυστέρηση προκλήθηκε λόγω του βεβαρυμμένου προγράμματος του Δικαστηρίου αλλά και από τους παραπονούμενους ένεκα του γεγονότος ότι χρειάστηκε να λάβουν ενδιάμεσα διαδικαστικά διαβήματα λόγω της θέσης μεταγενέστερα της κατηγορουμένης 1 υπό εκκαθάριση.  Πρέπει συναφώς να σημειωθεί ότι από της διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα, έχουν αλλάξει οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 2 ο οποίος έχει απολέσει την επιχείρηση και την εργασία του καθώς και τα εισοδήματα που λάμβανε από αυτήν, από δε τις 26.9.17 βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές κατόπιν καταδίκης του στην Ποινική Υπόθ. αρ. 3648/13, του Ε.Δ. Λάρνακας για παρόμοιας φύσης αδικήματα.  Λαμβάνω τούτα υπόψη μου προς όφελος του κατηγορούμενου 2,[28] σημειώνοντας όμως, ότι ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων και των συνθηκών υπό τις οποίες αυτά διαπράχθηκαν, η καθυστέρηση δεν είναι αρκετή για να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής.

 

Έχω κατά νου όλα τα πιο πάνω και τα λαμβάνω υπόψη μου, όπως επίσης λαμβάνω υπόψη μου ότι η αποστέρηση της ελευθερίας του ατόμου αποτελεί το έσχατο μέτρο τιμωρίας, λόγω των καταλυτικών συνεπειών που αυτό ενέχει τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο 2 όσο και για την οικογένεια του.  Όμως στην προκειμένη περίπτωση, συνεκτιμώντας από τη μια πλευρά τη σοβαρότητα του αδικήματος, τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε, καθώς και το πολύ μεγάλο ποσό των επιταγών που εκδόθηκαν χωρίς αντίκρισμα με τη συνδρομή του κατηγορούμενου 2 οι οποίες παραμένουν απλήρωτες μέχρι και σήμερα, και από την άλλη τους μετριαστικούς παράγοντες που προσμετρούν υπέρ του κατηγορουμένου 2 στους οποίους αναφέρθηκα λεπτομερώς πιο πάνω, καταλήγω ότι η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις.  Βεβαίως, οι μετριαστικοί παράγοντες, καίτοι κρίθηκαν στην προκειμένη περίπτωση μη ικανοί για να οδηγήσουν στην επιβολή άλλου είδους ποινής, λαμβάνονται εντούτοις υπόψη στον καθορισμό του εύρους της ποινής φυλάκισης.

 

Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές τις οποίες και επιβάλλω στον κατηγορούμενο 2:

 

(α)       ποινή φυλάκισης 1 έτους στην κατηγορία 2

(β)       ποινή φυλάκισης 28 μηνών στην κατηγορία 6

(γ)        ποινή φυλάκισης 1 έτους στην κατηγορία 8

(δ)       ποινή φυλάκισης 28 μηνών στην κατηγορία 10

 

Έχοντας κατά νου ότι πρόκειται για κατηγορίες της ίδιας φύσης, με τα αδικήματα να έχουν διαπραχθεί εις βάρος των ιδίων παραπονουμένων, θεωρώ δίκαιο όπως οι πιο πάνω ποινές συντρέχουν μεταξύ τους.

 

Αναφορικώς με την κατηγορουμένη 1, και δεδομένου ότι δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε σχετικό θεωρώ ότι αυτή είναι λευκού ποινικού μητρώου.[29]  Λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων και το γεγονός ότι οι παραπονούμενοι δεν αποζημιώθηκαν μέχρι σήμερα.  Λαμβάνω επίσης σοβαρά υπόψη μου το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 1 ευρίσκεται σήμερα υπό καθεστώς εκκαθάρισης, με αποτέλεσμα η όποια περαιτέρω επιβάρυνση της περιουσίας της να έχει αντίχτυπο στους πιστωτές της, καθώς και την αρχή της συνολικότητας της ποινής.  Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω, κρίνω ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές τις οποίες και επιβάλλω στην κατηγορούμενη 1:

 

(α)       ποινή προστίμου €750 στην κατηγορία 1

(β)       ποινή προστίμου €2.500 στην κατηγορία 5

(γ)        ποινή προστίμου €750 στην κατηγορία 7

(δ)       ποινή προστίμου €2.000 στην κατηγορία 9

 

Έχει αναφερθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου 2 ότι ο κατηγορούμενος 2 βρίσκεται από τις 26.9.17 στις Κεντρικές Φυλακές εκτίοντας δεκατετράμηνη ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε από το Ε.Δ. Λάρνακας στα πλαίσια της Ποιν. Υπόθ. αρ. 3648/13 για παρόμοιας φύσης αδικήματα και στη βάση αυτής υπήρξε εισήγηση ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν στην παρούσα θα πρέπει να συντρέχουν με την ποινή που ο κατηγορούμενος 2 τώρα εκτίει, μέσα στα πλαίσια της αρχής της συνολικότητας της ποινής.  Θα πρέπει να σημειωθεί πως βάσει της νομοθεσίας μεταγενέστερη ποινή αρχίζει να εκτίεται μετά την έκτιση προγενέστερης, εκτός αν καθορίσει διαφορετικά το Δικαστήριο.  Συγκεκριμένα, το άρθρο 117(2) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προβλέπει πως «Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.».  Η επιλογή της διαδοχικότητας των επιβληθεισών ποινών, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.[30]  Ως αναφέρεται σχετικώς στο σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, 2007, στη σελ. 93:

 

            «In Koufou a.o. v. P.[31] it was held that for the court to do otherwise there must be special or exceptional circumstances.  As the case of Christophorou v. P.[32] implies, a multitude of factors must be weighted to determine whether such circumstances exist.  They include the time at which the respective crimes were committed, their nature, and the proportionality that the overall punishment bears to the gravity of the crimes.»

           

Στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 443 (στην οποία γίνεται αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα), στις σελίδες 447 – 448, αναλύθηκε η αρχή της συνολικότητας της ποινής, η οποία επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις στις οποίες οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις.  Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές.[33]  Ως προς το πότε αδικήματα θεωρούνται μέρος μιας ενιαίας ενέργειας, παραπέμπω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου (2006) 2 Α.Α.Δ. 183, 188.  Σύμφωνα με τα όσα ελέχθησαν σε αυτή, η έννοια της ενιαίας ενέργειας μπορεί να καλύπτει μια σειρά αδικημάτων που προϋποθέτουν επανάληψη της ίδιας συμπεριφοράς εναντίον του ιδίου θύματος, εκτός αν έχουν διαπραχθεί μέσα σε μια χρονική περίοδο που εύλογα μπορεί να θεωρηθεί μεγάλη.[34] 

 

Επίκεντρο της αρχής της συνολικότητας της ποινής είναι ο τιμωρούμενος, προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117(2) του Κεφ. 155 και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής.  Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του.[35]  Το Δικαστήριο οφείλει να αντικρύσει την υπόθεση από απόσταση και να εξετάσει το κατά πόσον η συνολική ποινή είναι η αρμόζουσα, σύμφωνα με τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης.[36]

 

Έχω επίσης υπόψη μου ότι ακόμα και όταν δεόντως επιβάλλονται διαδοχικές ποινές, η αρχή της συνολικότητας επιβάλλει όπως κανονικά το σύνολο των επιβληθεισών διαδοχικών ποινών δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το ανώτερο όριο του κανονικού φάσματος των ποινών που επιβάλλονται στην κατηγορία των αδικημάτων στην οποία το πιο σοβαρό από τα αδικήματα ανήκει.  Η ολική ποινή μπορεί να παραβιάζει την αρχή της συνολικότητας, αν συνολικά είναι ουσιαστικά πιο πάνω από το κανονικό επίπεδο των ποινών που επιβάλλονται στο πιο σοβαρό αδίκημα ή αν στην ουσία στον αδικοπραγούντα επιβάλλεται μια συντριπτική ποινή.[37]  Όμως τούτο δεν αποτελεί άκαμπτο κανόνα και ως θέμα αρχής όπου το κατηγορητήριο περιέχει αριθμό κατηγοριών για χωριστά αδικήματα, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά την επιμέτρηση της ποινής, δεν περιορίζεται έτσι ώστε να του δημιουργεί κώλυμα να επιβάλει συνεχόμενες ποινές, έστω και αν το αποτέλεσμα είναι η σωρευτική ποινή να υπερβαίνει το ανώτατο όριο που επιτρέπεται να επιβληθεί για οποιοδήποτε από τα αδικήματα.[38]  Πράγματι δε εντοπίζονται στη νομολογία υποθέσεις όπου για αδικήματα που δεν αποτελούσαν μέρος μιας ενιαίας ενέργειας επιβλήθηκαν, είτε στα πλαίσια του ιδίου κατηγορητηρίου,[39] είτε στα πλαίσια διαφορετικών υποθέσεων[40] συνολικές ποινές που υπερέβαιναν το ανώτατο προβλεπόμενο όριο ποινής.

 

Το ερώτημα συνεπώς είναι κατά πόσον στην παρούσα υπάρχουν περιστάσεις στη βάση των οποίων θα πρέπει να δοθεί διαφορετική διαταγή με βάση το άρθρο 117(2) του Κεφ. 155.

 

Το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατατάχθηκε από τον Νομοθέτη στο Μέρος VI του Ποινικού Κώδικα (άρθρα 255 – 314Γ) το οποίο φέρει τον γενικό τίτλο «Ποινικά Αδικήματα Εναντίον Περιουσίας».  Η κατάταξη αυτή δεν είναι τυχαία αφού το κοινό χαρακτηριστικό και η απαξία όλων των σχετικών αδικημάτων είναι η στέρηση ή η βλάβη συγκεκριμένης περιουσίας συγκεκριμένου προσώπου.

 

Στην προκειμένη περίπτωση τα αδικήματα για τα οποία ο κατηγορούμενος 2 ήδη εκτίει ποινή φυλάκισης δεν αποτελούν μέρος μιας ενιαίας ενέργειας (ως ο συνήγορος του εισηγείται) με τα αδικήματα για τα οποία βρέθηκε ένοχος στην παρούσα, αφού στρέφονται εναντίον διαφορετικών θυμάτων σε σχέση με διακριτές συναλλαγές που είχε η κατηγορούμενη 1.  Διαφαίνεται μεν πως τα αδικήματα των δύο υποθέσεων έχουν κάποιο συσχετισμό από πλευράς χρονικού διαστήματος διάπραξης τους, πλην όμως σαφέστατα διακρίνονται από πλευράς περιουσίας και προσώπου τα οποία επλήγησαν στην κάθε περίπτωση.  Με άλλα λόγια, εκείνο το οποίο προσομοιάζει είναι μεν η συγκεκριμένη εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου 2 από νομικής πλευράς, πλην όμως ταυτόχρονα τα αδικήματα της κάθε υπόθεσης, ως πραγματικά γεγονότα, απολήγουν σε βλάβη διαφορετικής περιουσίας και διαφορετικών προσώπων (και όπως προκύπτει και ουσιωδώς διαφορετικού ύψους), στη βάση διαφορετικών συναλλαγών.  Επαναλαμβάνεται πως ο κατηγορούμενος 2, ενεργώντας ως ενήργησε, έπληξε καίρια τις συναλλαγές οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, αναμένεται να διεξάγονται στη βάση της νομιμότητας και της τιμιότητας ιδιαιτέρως όταν αυτές στηρίζονται στην εμπιστοσύνη που ένας καλόπιστος παροχέας υπηρεσιών εναποθέτει στον λήπτη τους, ο οποίος (παροχέας) αντί να λάβει την αμοιβή που δικαιούται για ό,τι προσέφερε λαμβάνει επιταγές χωρίς αντίκρισμα.  Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, κρίνω ότι η προσθήκη των ποινών που επιβλήθηκαν στην παρούσα υπόθεση στην ποινή που ήδη εκτίει ο κατηγορούμενος 2, δεν απολήγει σε ποινή αθροιστικά υπερβολική ή δυσανάλογη προς τη συνολική αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου 2.  Καταλήγω, συνεπώς, ότι δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η έκδοση διαφορετικής διαταγής σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 117(2) του Κεφ. 155.  Ως εκ τούτου οι ποινές που επιβλήθηκαν στην παρούσα, να εκτιθούν διαδοχικά προς την ποινή φυλάκισης που έχει ήδη επιβληθεί στον κατηγορούμενο 2 στην Ποιν. Υπόθ. αρ. 3648/13 του Ε.Δ. Λάρνακας. 

 

Λαμβάνω βεβαίως υπόψη μου ότι σήμερα επιβάλλονται ποινές στον κατηγορούμενο 2 και στις ακόλουθες υποθέσεις: 1043/13, 1108/13, 1110/13, 1126/13, 1199/13, 1215/13, 1247/13, 1248/13, 1297/13, 1298/13, 1318/13, 1359/13, 1360/13, 1367/13, 1422/13, 1540/13, 1543/13, 1555/13, 1684/13, 1703/13, 1717/13, 1781/13, 10503/13, 10523/13, 10528/13, 10558/13, 10559/13, 10571/13, 10589/13, 10618/13, 10690/13, 10697/13, 10739/13, 10843/13, 10977/13, 11014/13, 11034/13, 11043/13, 11166/13, 23317/13, 23325/13, 23326/13, 23368/13, 23393/13, 23427/13, 23500/13, 23514/13, 23551/13, 23662/13, 23725/13, 23900/13, 24055/13, 30826/13, 30874/13, 2266/14, 8145/14, 8190/14, 8195/14, 26277/14 και 1185/17.  Υπό το φως των αρχών που πιο πάνω αναφέρθηκαν για τη συνολικότητα της ποινής, κρίνω ορθό όπως οι ποινές που επιβλήθηκαν στην παρούσα εκτιθούν διαδοχικά μεν προς την ποινή που ο κατηγορούμενος 2 ήδη εκτίει, αλλά να συντρέχουν με τις ποινές που επιβάλλονται σήμερα στις πιο πάνω υποθέσεις.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 2 εισηγείται πως σε περίπτωση που ήθελε αποφασισθεί πως αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της.

 

Ο περί της Υφ΄ όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως Εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972, Ν.95/72, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επέβαλε εάν κρίνει ότι αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (άρθρο 3(2) του Νόμου).

 

Το Δικαστήριο, αποφασίζοντας ως προς το κατά πόσον ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής, θεωρεί εκ νέου τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και αποδίδει «διπλή βαρύτητα» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του για την αναστολή ή όχι της ποινής.[41]  Τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εξετάζοντας το ενδεχόμενο αναστολής της ποινής φυλάκισης δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής.[42]  Βασικό είναι πάντοτε το ερώτημα κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή πρέπει οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία, και «κατά την εξέταση του ζητήματος σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής».[43]

 

Στην παρούσα περίπτωση, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 2, με ιδιαίτερη έμφαση στην ηλικία του, το λευκό του ποινικό μητρώο, το έντιμο παρελθόν του, το κόστος που και ο ίδιος είχε από την κατάρρευση της επιχείρησης του, καθώς και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει (τα οποία, σημειώνω, δεν υποστηρίζεται ότι δεν μπορεί να αντιμετωπιστούν σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος 2 φυλακισθεί).  Συνεκτιμώντας τους παράγοντες αυτούς με τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος 2 διέπραξε, καθώς και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τα αδικήματα διαπράχθηκαν και τις συνέπειες που επέφεραν στους παραπονούμενους, θεωρώ πως τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε τη σοβαρότητα τούτη ούτε και θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της ποινής.  Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της παρούσας, κάτι τέτοιο θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ό,τι αφορά την ποινική μεταχείριση επίδοξων παραβατών και ταυτόχρονα θα έπληττε την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου και θα αποδυνάμωνε τον αποτρεπτικό χαρακτήρα των ποινών που θα πρέπει να επιβάλλονται σε αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως.[44]

 

Οι συνήγοροι των παραπονουμένων, επισημαίνοντας ότι η παρούσα ποινική υπόθεση είναι ιδιωτική, ζήτησαν την επιδίκαση των δικηγορικών εξόδων αυτής υπέρ των παραπονουμένων.  Σύμφωνα με το άρθρο 168[45] του Κεφ. 155, όταν πρόσωπο καταδικάζεται για ποινικό αδίκημα, το Δικαστήριο δύναται να το διατάξει να καταβάλει τα έξοδα της κατηγορίας επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που δύναται να επιβληθεί σε αυτό.  Όπως καθίσταται καθαρό από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου, η ευχέρεια του Δικαστηρίου προς επιδίκαση εξόδων, είναι διακριτική, υπάρχουν δε πράγματι περιπτώσεις όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επιδίκασε, στα πλαίσια ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων, τα έξοδα της δίκης υπέρ των παραπονουμένων.[46]  Παρατηρώ εντούτοις, ότι στις περιπτώσεις στις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο έπραξε τούτο, οι ποινές φυλάκισης είτε ανεστάλησαν, είτε ήταν διάρκειας κατά πολύ μικρότερης από τη φυλάκιση που επιβάλλεται στην παρούσα στον κατηγορούμενο 2.  Στην προκειμένη περίπτωση, και λαμβάνοντας υπόψη το εύρος της ποινής φυλάκισης το οποίο ο κατηγορούμενος 2 θα εκτίσει διαδοχικώς της ποινής φυλάκισης που ήδη εκτίει, καθώς και την ηλικία του (η οποία καθιστά απίθανη την επανεύρεση εργασίας από μέρους του μετά την αποφυλάκισή του) και τα εισοδήματα του όπως καταγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας (τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από τους συνηγόρους των παραπονουμένων), θεωρώ ορθό όπως μην καταδικάσω αυτόν ταυτόχρονα στην καταβολή των εξόδων.  Ούτε και εναντίον της κατηγορουμένης 1 θεωρώ ορθό όπως εκδώσω διαταγή για έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή ευρίσκεται υπό εκκαθάριση από τον Απρίλιο του 2016.

 

 

                                                                                                (Υπ) ...................................

                                                                                                       Μ. Θεοκλήτου Ε.Δ.

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Μεταξύ άλλων, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 Α.Α.Δ. 166, Καφάρη ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 632.

[2] L.C.A. Domiki Ltd ν. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 116/11, ημερ. 17.3.15.

[3] Χρίστου ν. Αδάμου (2012) 2 Α.Α.Δ. 772.

[4] Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου, Ποιν. Έφ. 18/12, ημερ. 24.6.14.

[5] Νικολάου ν. Rolandos Enterprises Ltd (2004) 2 Α.Α.Δ. 546.

[6] Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1999) 2 Α.Α.Δ. 60.

[7] Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ.α. ν. Ορφανίδη κ.α., Ποιν. Έφ. 102/14 κ.α., ημερ. 25.2.16.

[8] Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551.

[9] Ttozios Management Ltd κ.α. v. Κυριάκου, Ποιν. Έφ. 96/14 κ.α., ημερ. 15.4.16.

[10] Χρίστου ν. Αδάμου (2012) 2 Α.Α.Δ. 772.

[11] Μαυρολούκα ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 212/13, ημερ. 5.2.15.

[12] Μεταξύ άλλων, Νεοφύτου ν. Κυριακίδης (Αρ. 3) (1999) 2 Α.Α.Δ. 299, Συμιλλίδης ν. Νικολάου (2013) 2 Α.Α.Δ. 444, Nikiforos Technologies Ltd ν. Χρήστου, Ποιν. Έφ. 18/12, ημερ. 26.4.14, L.C.A. Domiki Ltd ν. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 116/11, ημερ. 17.3.15, Ttozios Management Ltd κ.α. v. Κυριάκου, Ποιν. Έφ. 96/14 κ.α., ημερ. 15.4.16.

[13] Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ.α. ν. Ορφανίδη κ.α., Ποιν. Έφ. 102/14 κ.α., ημερ. 25.2.16.

[14] Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ.α. ν. Ορφανίδη κ.α., Ποιν. Έφ. 102/14 κ.α., ημερ. 25.2.16.

[15] Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.α. (1999) 2 Α.Α.Δ. 60.

[16] Βλ. έκθεση του Γραφείου Ευημερίας.

[17] Σακαρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 272.

[18] Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ 498, Antoniades v. Police (1986) 2 C.L.R. 21.

[19] Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224.

[20] Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 513.

[21] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28.

[22] Φουτής ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ 359, Κυριάκου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 154.

[23] «Παρά την παγοποίηση του λογαριασμού της, η Εταιρεία εξέδωσε τέλος Αυγούστου του 2012 τις επίδικες δύο επιταγές επ΄ ονόματι της εφεσείουσας για το ποσό των €11.716,70 και €8.497,18 με ημερ. πληρωμής την 30.11.12 και 31.12.12, αντίστοιχα, επ΄ ανταλλάγματι αξία εμπορευμάτων που η εφεσείουσα πώλησε και παρέδωσε στην Εταιρεία και όταν οι επιταγές παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα για πληρωμή επιστράφηκαν ατίμητες με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε – ΚΑΠ, Account Frozen-CIR».»

[24] «Έκαστη εκ των επίδικων επιταγών (Τεκμήρια 1-4) παρουσιάστηκε προς πληρωμή κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα. Όλες οι επίδικες επιταγές επεστράφησαν απλήρωτες, αρχικά με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - μη επαρκή υπόλοιπα» και ακολούθως με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών». Σχετικές σφραγίδες τοποθετήθηκαν από την Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν σε έκαστη επιταγή.»

[25] Τσιάκκα κ.α. ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 282, 292, Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 286.

[26] Σύγγραμμα Ashworth A. “Sentencing and Criminal Justice”, 3η έκδοση, 2000, σελ. 220.

[27] Κουλλαπής ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 273.

[28] Ως προς τη σημασία της καθυστέρησης βλ., μεταξύ άλλων, ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Ανδρέου, Ποιν. Έφ. 84/15, ημερ. 3.2.16, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.α. (Αρ. 2) (2001) 2 Α.Α.Δ. 617, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σενέκκη κ.α. (2012) 2 Α.Α.Δ. 285 και Γενικός Εισαγγελέας v. Αρέστη (1996) 2 Α.Α.Δ. 267.

[29] Nikiforos Technologies Ltd ν. Χρίστου, Ποιν. Έφ. 18/12, ημερ. 26.4.14.

[30] Ν.Ν. ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 762

[33] Αχιλλέως ν. Αστυνομίας (1989) 1 Α.Α.Δ. 331.

[34] Βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαγεωργίου (2007) 2 Α.Α.Δ. 514.

[35] Για την αρχή της συνολικότητας της ποινής βλ., μεταξύ άλλων, Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 318/15, ημερ. 7.9.17, Θεοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 288/15, ημερ. 14.6.16, Ν.Ν. ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 762, Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαγεωργίου (2007) 2 Α.Α.Δ. 514.

[36] Δημητρίου ν. Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 21, Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 443.

[37] Δημητρίου ν. Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 21 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαγεωργίου (2007) 2 Α.Α.Δ. 514.

[38] George Blake [1961] 45 Cr. App. Rep. 292, η οποία υιοθετήθηκε στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123

[39] Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου (2006) 2 Α.Α.Δ. 183.

[40] Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 318/15, ημερ. 7.9.17.

[41] Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930.

[42] Παπαπαντελή ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 11/16, ημερ. 17.10.16, Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 449, Κωνσταντίνου Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 27/16, ημερ. 19.7.16, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 583.

[43] Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930.

[44] Πωλ Σώζου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 12/16, ημερ. 29.3.16 και Παπαπαντελή ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 11/16, ημερ. 17.10.16.

[45] «168. Όταν πρόσωπο καταδικάζεται για ποινικό αδίκημα, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει αυτό να καταβάλει τα έξοδα της κατηγορίας επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή η οποία δύναται να επιβληθεί σε αυτό και σε περίπτωση δημοσίων διώξεων τα έξοδα αυτά, όταν εισπραχθούν, καταβάλλονται στις δημόσιες προσόδους.»

[46] Βλ., μεταξύ άλλων, Ttozios Management Ltd κ.α. ν. Κυριάκου, Ποιν. Εφ. 96/14 κ.α., ημερ. 15.4.16, ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Ανδρέου, Ποιν. Έφ. 84/15, ημερ. 3.2.16, ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Δράκου, Ποιν. Έφ. 129/15, ημερ. 15.11.17.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο