ΦΙΛΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1622 / 2021, 29/4/2024
print
Τίτλος:
ΦΙΛΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1622 / 2021, 29/4/2024

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά Προσ. Ε.Δ.

                        Αρ. Υπόθεσης: 1622 / 2021

 

 

ΦΙΛΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ

Παραπονούμενος

και

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Κατηγορούμενος

 

Ημερομηνία: 29.04.2024

 

Για τον Παραπονούμενο: κος Μ. Χατζηδάκης με κα Χ. Κανέλλα

Για τον Κατηγορούμενο: κος Στ. Σταύρου

 

Κατηγορούμενος: παρών

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.    Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 33 κατηγορίες καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(1)(γ), 3(4), 4(2) και 4(3) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008, Ν. 60 (1) / 2008 (εφεξής «Νόμος»).

 

2.    Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών τις οποίες αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, αυτός, ενώ ήταν εξ αποφάσεως οφειλέτης δυνάμει απόφασης στο πλαίσιο της Αγωγής αρ. 3249 / 2003 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (εφεξής «Αγωγή»), και ενώ στα πλαίσια της προαναφερόμενης διαδικασίας εκδόθηκε εναντίον του στις 06.06.2013  διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του με μηνιαίες δόσεις ύψους €160.00 εκάστη, ο Κατηγορούμενος προς καταδολίευση του εξ αποφάσεως πιστωτή, παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις για την περίοδο από 01.04.2018 – 01.12.2020, ήτοι 33 δόσεις προς €160.00 εκάστη, συνολικού ύψους €5,280.

 

3.    Δεδομένου ότι ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζε, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Το μοναδικό ζήτημα το οποίο τίθεται στην παρούσα υπόθεση με βάση την υπεράσπιση η οποία προωθήθηκε από τον Κατηγορούμενο, είναι το κατά πόσον οι επίδικες δόσεις είχαν εξοφληθεί και αν εξακολουθεί να υπάρχει εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος.

 

 

 

Β. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΤΗΚΕ

 

4.    Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον κύριο Γεώργιο Παπαθεοδώρου (εφεξής «ΜΚ1»). Αφού το Δικαστήριο κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης του την 04.12.2023 έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία επεξηγώντας του τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως.

 

5.    Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας. Η προσαχθείσα μαρτυρία μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων τα οποία έχουν κατατεθεί κατά τη δίκη έχει τύχει της δέουσας μελέτης και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους.

 

6.    Δεδομένου ότι οι αρχές οι οποίες διέπουν την αιτιολόγηση δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλουν την επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας ή την αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή αυτής, δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο, αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και ως προανέφερα το λαμβάνω υπόψη ανεξαρτήτως ρητής παράθεσης της στην παρούσα (Χ. Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35,        G & K Exclusive Fashions Ltd. ν. Ρόδου Παπαδόπουλου και Άλλων (2001) 1 ΑΑΔ 88.

 

7.    Θα περιοριστώ, συνεπώς, σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα:

 

ΜΚ1 – Γεώργιος Παπαθεοδώρου

 

8.    Ο ΜΚ1 κατά την ακρόαση κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α). Είναι ο δικηγόρος των Παραπονούμενων στην υπόθεση την οποία χειρίζεται από τότε που καταχωρίστηκε η Αγωγή και αναφέρει πως είναι εξουσιοδοτημένος από αυτούς να δώσει σήμερα μαρτυρία εκ μέρους και για λογαριασμό τους.

 

9.    Ανέφερε ότι στις 22.04.2003 το Ε.Δ. Λευκωσίας εξέδωσε απόφαση στην Αγωγή υπέρ των Παραπονούμενων και εναντίον του Κατηγορούμενου και της συζύγου του για το ποσό των Λ.Κ. 26,047.85 με τόκο 9% ετησίως από την 30.09.2000 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα (εφεξής «Απόφαση»). Αντίγραφο της Απόφασης ως είχε συνταχθεί (drawn up judgment) κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2.

 

10.  Στις 06.06.2013 το Ε.Δ. Λευκωσίας εξέδωσε διάταγμα εναντίον του Κατηγορούμενου για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις ύψους €160 μηνιαίως από την 01.07.2013 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα με τόκο ύψους 5.5% από 08.03.2012 μέχρι εξοφλήσεως (εφεξής «Διάταγμα ΜΔ»). Το Διάταγμα ΜΔ ως είχε συνταχθεί κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3.

 

11.  Ως Τεκμήριο 4 ο ΜΚ1 κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με την Απόφαση η οποία ετοιμάστηκε από το γραφείο του. Στην κατάσταση λογαριασμού δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα για σκοπούς απλοποίησης. Περιλαμβάνονται οι πληρωμές οι οποίες έγιναν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, το υπόλοιπο λογαριασμού σε συγκεκριμένες ημερομηνίες καθώς και ο υπολογισμός του τόκου επί του υπολοίπου. Στο Έγγραφο Α, παρ. 6 ο ΜΚ1 επεξηγεί το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4.  Κατά τον ΜΚ1 στις 08.02.2021 όταν καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση το υπόλοιπο ανέρχετο σε €50,277 χωρίς να υπολογίζονται τα έξοδα.

 

12.  Ο Κατηγορούμενος κανένα ποσό δεν κατέβαλε μεταξύ της 01.04.2018 και 01.12.2020. Ούτε και κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό από την καταχώριση της υπόθεσης μέχρι και την ημέρα κατά την οποία έδωσε μαρτυρία ο ΜΚ1. Ο Κατηγορούμενος κατά τον ΜΚ1 ουδέποτε επικαλέστηκε οικονομική αδυναμία αλλά ούτε και επιχείρησε να υποβάλει αίτηση για τροποποίηση του Διατάγματος ΜΔ.

 

13.  Τέλος ο ΜΚ1 ζητεί την τιμωρία του Κατηγορούμενου και την έκδοση διατάγματος για είσπραξη των οφειλόμενων δόσεων ως παρατίθενται στο κατηγορητήριο ως χρηματική ποινή.

 

14.  Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου, ο πρώτος ερωτήθηκε αν όντως έχει εξουσιοδότηση από τους Παραπονούμενους να προχωρεί με την παρούσα διαδικασία. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι είναι εξουσιοδοτημένος να χειρίζεται και να προωθεί την υπόθεση, ωστόσο ανέφερε ότι δεν έχει γραπτή εξουσιοδότηση μαζί του.  

 

15.  Ο ΜΚ1 αναγνώρισε αίτηση ημερομηνίας 18.12.2003 για εκποίηση ακίνητης περιουσίας του Κατηγορούμενου και της συζύγου του (Τεκμήριο 6). Στην παρ. 4 της ένορκης δήλωσης η οποία υποστήριζε την αίτηση αναφέρεται ότι κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος κινητών εισπράχθηκε το ποσό των ΛΚ124. Ο ΜΚ1 σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι δεν αφαίρεσε το ποσό των ΛΚ124 από το εξ αποφάσεως χρέος καθότι είναι 100% βέβαιος ότι το ποσό αυτό δόθηκε έναντι των εξόδων. Επανέλαβε ότι η κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 4) δεν περιλαμβάνει τα έξοδα.

 

16.  Τέθηκε ζήτημα για το κατά πόσον ο κύριος Παπαθεοδώρου είναι εξουσιοδοτημένος από τους Παραπονούμενους να προωθεί την παρούσα υπόθεση. Ανέφερε ότι δεν έχει γραπτή εξουσιοδότηση μπορεί όμως να εξασφαλίσει. Εν τέλει κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11 ο τύπος διορισμού δικηγόρου υπό του Ενάγοντος με βάση τη Δ.2, Θ.14 δια του οποίου εξουσιοδοτείται ο κύριος Παπαθεοδώρου να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον του Κατηγορούμενου και της συζύγου του για την «είσπραξη του ποσού των ΛΚ 26,047.85 με τόκο από το χρόνο  των 30.09.2000 το οποίο αυτοί της οφείλουν».  Το Τεκμήριο 11 φέρει τη σφραγίδα Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ και φέρει υπογραφή και μονογραφή στο στοιχείο (η) του τύπου σε σχέση με το ότι η πληρωμή υπολογίζεται σύμφωνα με τους Θεσμούς.  Ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι η εξουσιοδότηση του με βάση το Τεκμήριο 11 ουδέποτε ανακλήθηκε και συνεπώς είναι ακόμη ισχυρή.

 

17.  Ερωτήθηκε επίσης σε σχέση με την αίτηση για πώληση ακίνητης περιουσίας (Τεκμήριο 6) την οποία αναγνώρισε. Δεν αμφισβήτησε το ότι  εισπράχθηκε ποσό ύψους 124.10 ΛΚ ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, ωστόσο, ανέφερε πως είναι 100% βέβαιος πως το ποσό αυτό πληρώθηκε στον ίδιο έναντι των εξόδων του και δεν υπολογίστηκε στο Τεκμήριο 4 το οποίο επανέλαβε ότι δεν περιλαμβάνει τα έξοδα. 

 

18.  Σε σχέση με το ποσό το οποίο καταβλήθηκε στις 20.12.2006, ο ΜΚ1 ανέφερε πως δόθηκε επιταγή στον ίδιο για το ποσό των ΛΚ30,000. Υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ότι ήταν ΛΚ35,000 που πληρώθηκαν και όχι το ποσό των ΛΚ 30,000. Υποδείχθηκε στον ΜΚ1 το Τεκμήριο 17, το οποίο δεν αναγνώρισε γι’ αυτό και σε εκείνη τη φάση το έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση 1, και ακολούθως ότι το Τεκμήριο 4 είναι λανθασμένο καθότι αναφέρει πως εισπράχθηκαν ΛΚ 30,000 στις 20.12.2006. Ο ΜΚ1 απάντησε πως δεν θυμάται αλλά υπάρχει πιθανότητα ένα ποσό να διατέθηκε ως δικηγορικά έξοδα και αυτό να εξηγεί τη διαφορά.

 

19.  Ο ΜΚ1 τόνισε σε απάντηση του σε σχετική ερώτηση πως ο τόκος ήταν 9% ετησίως από την 30.09.2000. Περαιτέρω, σε ερώτηση σε σχέση με το υπόλοιπο των €30,840.72 το οποίο αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Τεκμηρίου 8 (Αίτηση μηνιαίων δόσεων) ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει για τυχόν πληρωμές που έγιναν στους Παραπονούμενους. Γνωρίζει για τις πληρωμές που έχουν γίνει μέσω του ιδίου. Σε σχέση με το ποσό των €13,664.72 το οποίο αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της Αίτησης Μηναίων Δόσεων ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει.

 

20.  Σε σχέση με το ένταλμα το οποίο υποβλήθηκε ότι εκδόθηκε μετά από απόφαση στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης αρ.3067/2015 (Τεκμήριο 9 – κατηγορητήριο) ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει κάτι τέτοιο. Ο ΜΚ1 επέμεινε στην ορθότητα του Τεκμηρίου 4.

 

21.  Υποδείχθηκε στον ΜΚ1 ένα ένταλμα, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης καταδολίευσης με αριθμό 1987/18 το οποίο έλαβε αριθμό 6421/19 για το ποσό των €10,238. Ο ΜΚ1 δεν αναγνώρισε το έγγραφο (εν τέλει κατατέθηκε ως Τεκμήριο 18 από τον Κατηγορούμενο). Ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει εάν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό για την εξόφληση του ποσού των €10,238.

 

22.  Ανέφερε επανειλημμένα ότι ο ίδιος δεν εισέπραξε άλλα χρήματα εκτός από αυτά τα οποία αναφέρει στο Τεκμήριο 4 και δεν μπορεί να γνωρίζει αν πληρώθηκε ποσό ύψους €6,038 από τις €10,238 που αφορά το ένταλμα 6421/2019.  Επανέλαβε επίσης αρκετές φορές πως αν υπάρχει οποιαδήποτε απόδειξη θα πρέπει ο Κατηγορούμενος να την προσκομίσει και αν το ποσό το οποίο πληρώθηκε δεν έχει υπολογιστεί τότε θα υπολογιστεί.

 

23.  Διαφώνησε έντονα με υποβολή ότι το εξ αποφάσεως χρέος έχει εξοφληθεί από τον Κατηγορούμενο. Επέμεινε ότι ο Κατηγορούμενος σήμερα οφείλει €50,277.05 πλέον τόκους από το 2021 και ότι τα ποσά τα οποία αφορά η παρούσα υπόθεση δεν έχουν εξοφληθεί.

 

ΜΥ1 – Κατηγορούμενος

 

24.  Ο Κατηγορούμενος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β). Αποδέχεται την έκδοση της Απόφασης – Τεκμήριο 2 εναντίον αυτού και της συζύγου του καθώς και την έκδοση του Διατάγματος ΜΔ (Τεκμήριο 3).

 

25.  Ισχυρίζεται ότι οι Παραπονούμενοι εισέπραξαν ποσό ύψους ΛΚ 124.10 (€212.21) στο πλαίσιο εντάλματος για κατάσχεση κινητής περιουσίας.

 

26.  Στις 06.12.2006  μετά από συζητήσεις με τον ΜΚ1 εξέδωσε και παρέδωσε σε αυτόν επιταγή με αρ. [ ] για το ποσό των ΛΚ 35,000 (€59.850) της ΣΠΕ Κοντέας για πλήρη εξόφληση της οφειλής του. Δεν παραδόθηκε στον Κατηγορούμενο καμία απόδειξη σε σχέση με την πληρωμή του αυτή παρά τις οχλήσεις του. Σε σχέση με την πληρωμή αυτή κατατέθηκε το Τεκμήριο 17  το οποίο αποτελεί αντίγραφο της απόδειξης ανάληψης – κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με το λογαριασμό του Κατηγορούμενου με τη σύζυγο του. Φαίνεται ότι στις 6.12.2006 εκδόθηκε επιταγή προς κάποιον «ΓΕΩΡΓΙΟ ΠΑ» για το ποσόν των €35.000.

 

27.  Ακολούθως αναφέρει πως λόγω επανειλημμένων οχλήσεων από μέρους των δικηγόρων των Παραπονούμενων και λόγω δικού του λάθους, μεταξύ Δεκεμβρίου 2006 και Μαρτίου του 2012 πλήρωσε στους Παραπονούμενους ακόμα €13,664.67. Αυτό το ποσό αναφέρεται σε ένορκη δήλωση του Πανίκκου Γιάγκου (ο οποίος εργαζόταν στους Παραπονούμενους),  η οποία υποστήριζε την Αίτηση μηνιαίων δόσεων ημερ. 08.03.2012 (Τεκμήριο 8). Στην ΕΔ Γιάγκου αναφέρεται περαιτέρω ότι υπήρχε υπόλοιπο ύψους €30,840.72 κατά την καταχώριση της Αίτησης μηνιαίων δόσεων.

 

28.  Ο Κατηγορούμενος περαιτέρω ισχυρίζεται ότι πληρώθηκε στον ΜΚ1 το ποσό των €5,040.00 έναντι του εξ αποφάσεως χρέους στο πλαίσιο ποινικής υπόθεσης καταδολίευσης εναντίον της συζύγου του Κατηγορούμενου στις 23.10.2014.

 

29.  Μετά την έκδοση του Διατάγματος ΜΔ καταχωρίστηκαν εναντίον του Κατηγορούμενου τρεις υποθέσεις για καταδολίευση εξ αποφάσεως πιστωτή, περιλαμβανομένης και της παρούσας. Την υπόθεση με αρ. 3067/2015 (Τεκμήριο 9) την έχει εξοφλήσει πλήρως περιλαμβανομένων και των εξόδων (€3,040). Την υπόθεση με αρ. 1987/2018 για την παράλειψη καταβολής 57 δόσεων για συνολικό ποσό €9,120.00 στην οποία εκδόθηκε ένταλμα για το ποσό των €10.238 δεν την έχει εξοφλήσει πλήρως και παραμένει ένα υπόλοιπο ύψους €4.200. Καταβάλλει δόσεις ύψους €400 στην Αστυνομία. Το κατηγορητήριο της υπόθεσης αρ. 1987/2018 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10.

 

30.  Ο Κατηγορούμενος αναφέρει ότι έχει πληρώσει το συνολικό ποσό των €87,844.88 και οφείλει ακόμη ένα ποσό ύψους €4,200 για το οποίο ήδη εκδόθηκε ένταλμα. Επιπρόσθετα, αναφέρει πως καμία απόδειξη δεν του είχε δοθεί για τα ποσά τα οποία κατέβαλλε από τον ΜΚ1 ή από τους Παραπονούμενους.

 

31.  Ως Τεκμήριο 15 ο Κατηγορούμενος κατέθεσε αναλυτική κατάσταση των εκκρεμούντων εναντίον του ενταλμάτων το οποίο έλαβε από την Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας στην οποία φαίνεται ότι οφείλει μόνο των ποσό των €4,200.

 

32.  Κατά τον Κατηγορούμενο, ο κύριος Παπαθεοδώρου φαίνεται ότι δεν υπολόγισε τα ποσά τα οποία κατέβαλε ο Κατηγορούμενος και δεν έδωσε ποτέ αποδείξεις στον Κατηγορούμενο.

 

33.  Ενόψει των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος δια μέσου των δικηγόρων του ανέθεσε σε λογιστή να ετοιμάσει αναλυτική κατάσταση λογαριασμού η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 16. Ο ίδιος είχε εφοδιάσει τους λογιστές με τα στοιχεία. Από την κατάσταση φαίνεται πως δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό και μάλιστα προέβη σε υπερπληρωμή του ποσού των €1,731.18 το οποίο θα πρέπει να του επιστραφεί.

 

34.  Ο Κατηγορούμενος επίσης αναγνώρισε το Τεκμήριο προς Αναγνώριση 1 το οποίο έγινε Τεκμήριο 17. Ειδοποίηση προς τον Κατηγορούμενο από τον υπεύθυνο ουλαμού εκτέλεσης ενταλμάτων, σε σχέση με το ένταλμα 6421/19 το οποίο αφορά την ποινική υπόθεση με αρ. 1987/2018 (δείτε Τεκμήριο 10), ημερομηνίας 10.08.2020 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 18.

 

35.  Τέλος ο Κατηγορούμενος αναφέρει ότι έχει εξοφλήσει τη οφειλή του και μάλιστα έχει πληρώσει και περισσότερα από όσα όφειλε. Ζητά την επιστροφή του ποσού που κατέβαλε επιπλέον των όσων οφείλονταν και ζητεί τη βοήθεια του Δικαστηρίου και τη δικαίωση του. Πρόσθεσε ότι ενώ ζητούντο αποδείξεις για τις πληρωμές στις οποίες προέβαινε δεν δόθηκε καμία απόδειξη από τον κύριο Παπαθεοδώρου και ότι ουδέποτε επικοινώνησε οποιοδήποτε πρόσωπο από τους Παραπονούμενους μαζί του.

 

36.  Κατά την αντεξέταση του ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως έχει τις αποδείξεις για τα διάφορα εμβάσματα στα οποία προέβη αλλά δεν τις είχε φέρει μαζί του. Το ίδιο και για πληρωμές στις οποίες προέβη στην Αστυνομία στο πλαίσιο ενταλμάτων.

 

37.  Σε σχέση με την υπόθεση η οποία καταχωρήθηκε εναντίον της συζύγου του (Τεκμήριο 12) ο Κατηγορούμενος ερωτήθηκε αν έχει κάποια απόδειξη και απάντησε ότι για αυτό γνωρίζει το γραφείο του κ. Παπαθεοδώρου εφόσον εκείνοι ανέφεραν πως πληρώθηκαν. Δεν απάντησε με ποιο τρόπο προέβη ο ίδιος στην πληρωμή του ποσού των δόσεων σε σχέση με την ποινική υπόθεση Τεκμήριο 12.  

 

38.  Σε σχέση με το Τεκμήριο 9 ήτοι την υπόθεση αρ. 3067/2015 ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν θυμάται ποια ποσά πλήρωσε και ποια όχι. Σε σχέση με την πληρωμή του ποσού των €3040 το οποίο κατά τον μάρτυρα πληρώθηκε στο πλαίσιο εντάλματος που εκδόθηκε στην υπόθεση αρ. 3067/2015 (Τεκμήριο 9) ο Κατηγορούμενος επίσης ανέφερε πως δεν έχει αποδείξεις για πληρωμή αλλά ούτε και σύνδεσε κάποιο από τα εντάλματα στο Τεκμήριο 15 με την εν λόγω υπόθεση.

 

39.   Σε σχέση με το Τεκμήριο 16 ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο ίδιος προμήθευσε τους λογιστές με τα στοιχεία.

 

40.  Τέλος υποβλήθηκε από το συνήγορο των Παραπονούμενων ότι από τις δόσεις που αντιστοιχούν στις κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου δεν έχει πληρωθεί καμία. Ο Κατηγορούμενος συμφώνησε ότι δεν πλήρωσε καμία δόση επειδή η υπόθεση είναι στο Δικαστήριο ακόμα.

 

Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

 

41.  Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ακούσει με προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273).

 

42.  Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητα τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.

 

43.  Όσο όμως και αν ο σταθερός λόγος και ήρεμη συμπεριφορά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.) Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.)

 

44.  Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Επιπρόσθετα, οι θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

45.  Έχει νομολογηθεί πως για να καταστραφεί η αξιοπιστία ενός μάρτυρα οι αντιφάσεις στη μαρτυρία του θα πρέπει να είναι ουσιαστικές. Οι δε αντιφάσεις σε λεπτομέρειες ενδεχόμενα να ενισχύουν την φιλαλήθεια του μάρτυρα διότι αυτό δείχνει την έλλειψη προσχεδιασμού στην εκδοχή του (Κουδουνάρης ν Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ 320).

 

46.  Έχω κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (βλ. Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45).

 

47.  Όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε (Αθανασίου v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614 ).

 

48.  Στην περίπτωση κατά την οποία ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, αυτό γενικώς θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που προβάλλει ένας μάρτυρας (ίδετε Frederickou Schools Co. Ltd κ.α v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527).  Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση (ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720).  Το  Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό (Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited (1987) 1 Α.Α.Δ. 383).

 

49.  Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές από αφ’ εαυτού  δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).

 

Αξιολόγηση ΜΚ1

 

50.   Ο ΜΚ1 - Παραπονούμενος προκάλεσε γενικώς θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε στις ερωτήσεις οι οποίες υποβλήθηκαν σε αυτόν με ευθύτητα, σαφήνεια, σταθερότητα, χωρίς ενδοιασμούς και  κατά τρόπο αυθόρμητο.

 

51.  Κατά την αντεξέταση παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του και δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Απαντούσε άμεσα και με φυσικότητα στις ερωτήσεις που τέθηκαν κατά την αντεξέταση και απαντούσε κατά τρόπο που φαινόταν ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε προσχεδιασμός στην εκδοχή του.  Η δε μαρτυρία του συνάδει με (και εν πάση περιπτώσει δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε αντίφαση σε σχέση με) την γραπτή μαρτυρία που κατατέθηκε κατόπιν αντιπαραβολής τους.  Για παράδειγμα, οι δηλώσεις περί υπολοίπων του εξ αποφάσεως χρέους σε ένορκες δηλώσεις που υποστήριζαν τις διάφορές αιτήσεις που υποβλήθηκαν είναι κοντά στο υπόλοιπο σε διάφορες ημερομηνίες ως παρατίθενται στο Τεκμήριο 4.

 

52.  Δε δίστασε να απαντήσει ότι δεν θυμάται σε διάφορες περιπτώσεις σε σχέση με γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα πολλά χρόνια προηγουμένως. Επίσης, δεν δίστασε να δώσει και κάποιες απαντήσεις οι οποίες δεν ευνοούσαν τη δική του θέση (π.χ. σελ. 14 πρακτικών ημερ. 08.02.2024).  Τα προαναφερόμενα δείχνουν την ειλικρίνεια του, την έλλειψη προσχεδιασμού στη μαρτυρία του και ενισχύουν την φιλαλήθεια του. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του στο σύνολο της δεν εντοπίζω οποιαδήποτε εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας και θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αναφορικά με τα ζητήματα τα οποία γνωρίζει. 

 

53.  Εν πάση περιπτώσει, δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση η εκδοχή του Παραπονούμενου όσον αφορά τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας του, ήτοι το κατά πόσον οι Παραπονούμενοι είναι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτές, το ότι ο Κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης, ότι εκδόθηκε διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις και ότι ο Κατηγορούμενος δεν πλήρωσε τις δόσεις που περιγράφονται στις σχετικές κατηγορίες.

 

54.  Η υπεράσπιση η οποία προβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο ήταν ότι το εξ αποφάσεως χρέος έχει εξοφληθεί. Ο ΜΚ1 επεξήγησε το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού – Τεκμήριο 4 – το οποίο προσκόμισε. Δεν αμφισβητήθηκε ότι το έλεγξε και ότι έχει και γνώσεις λογιστικής  Ήταν ξεκάθαρος ότι δεν περιλαμβάνει τα δικηγορικά έξοδα. Ορισμένα ποσά τα οποία δεν περιλήφθηκαν στο Τεκμήριο 4 ο ΜΚ1 ανέφερε πως ήταν βέβαιος πως καταβλήθηκαν για την εξόφληση των δικηγορικών εξόδων. Η θέση του αυτή δεν αμφισβητήθηκε.

 

55.  Σε σχέση με τη θέση που του υποβλήθηκε ότι είχαν πληρωθεί ορισμένα ποσά μέσω ενταλμάτων ο ΜΚ1 δήλωσε ευθαρσώς ότι δεν μπορεί να γνωρίζει και εάν υποδειχθεί σε αυτόν απόδειξη πληρωμής θα αφαιρέσει τα ποσά από το υπόλοιπο, θέση η οποία κρίνεται απόλυτα λογική.

 

56.  Σε σχέση με την εξουσιοδότηση του προσκόμισε το Τεκμήριο 11 και ανέφερε πως ουδέποτε ανακλήθηκε χωρίς να αμφισβητηθεί η θέση του αυτή από την Υπεράσπιση. Δεν προβλήθηκε δηλαδή η θέση ότι ο ΜΚ1 δεν είναι εξουσιοδοτημένος από τους Παραπονούμενους να προωθεί την παρούσα ποινική δίωξη.

 

57.   Συνεπώς, καταλήγω στο ότι η μαρτυρία του ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και την αποδέχομαι στο σύνολο της.

 

Αξιολόγηση ΜΥ1 – Κατηγορούμενος

 

58.  Η εντύπωση την οποία αποκόμισα από τον Κατηγορούμενο γενικώς δεν ήταν θετική. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αοριστία, ασάφεια και αντιφατικότητα και δεν παρουσιάζει την αναγκαία πειστικότητα και συνοχή για να γίνει δεκτή.

 

59.  Απάντησε επανειλημμένα πως όταν πλήρωνε διάφορα ποσά στην Αστυνομία του εδίδονταν αποδείξεις τις οποίες όμως δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο. Για παράδειγμα, σε σχέση με το ποσό των €3,040 το οποίο ο Κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι πλήρωσε στην Αστυνομία δεν προσκόμισε καμία απόδειξη και ούτε και οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να δείχνει πως το ένταλμα στο πλαίσιο του οποίου εισπράχθηκε το ποσό των €3,040 αφορά την ποινική υπόθεση καταδολίευσης αρ. 3067 / 2015.

 

60.  Δεν απαντούσε ευθέως στις ερωτήσεις οι οποίες τέθηκαν από το συνήγορο των Παραπονούμενων  και σε πολλές περιπτώσεις υπέκφευγε, για παράδειγμα στη σελ. 19 πρακτικών ημερ. 22.02.2024 σε σχέση με την πληρωμή του ποσού των €5,000 όταν ερωτήθηκε πως πληρώθηκε απάντησε με τρόπο: «εσείς ξέρετε», «...πήρατε λεφτά» και «εφόσον είπατε ότι πιάσατε λεφτά εσείς ξέρετε».

 

61.   Άλλο παράδειγμα εντοπίζεται στη σελ. 24 των πρακτικών ημερ. 22.02.2024 όταν ερωτήθηκε τι στοιχεία έδωσε στους λογιστές για να ετοιμάσουν το Τεκμήριο 16 σε σχέση με μια καταχώρηση και ο Κατηγορούμενος απάντησε «τα στοιχεία που χρειάζεται» χωρίς να μπορεί να διευκρινίσει τι στοιχεία δόθηκαν. Ακόμα ένα παράδειγμα υπεκφυγών εντοπίζεται στη σελ. 27 του πρακτικού της ίδιας ημερομηνίας όταν ερωτήθηκε πως πλήρωσε ένα συγκεκριμένο ποσό και απάντησε «ο κύριος Γιάγκου να μας πει» αντιστρέφοντας, στην ουσία, την ερώτηση.

 

62.  Επιπρόσθετα, κατά την αντεξέταση του από το συνήγορο των Παραπονούμενων υπέπεσε σε αριθμό αντιφάσεων. Ενδεικτικά παραπέμπω στη σελ. 20 των πρακτικών 22.02.2024 όταν ερωτήθηκε ποια ποσά πλήρωσε σε σχέση με την υπόθεση αρ. 3067/2015 (Τεκμήριο 9) και σε εμφανή διάσταση με τα όσα ανέφερε στη γραπτή του δήλωση ανέφερε ότι δεν θυμάται πιο ποσό πλήρωσε. Στη σελ. 27 σε σχέση με το ίδιο ποσό αναφέρει ότι πληρώθηκε με εντάλματα στην αστυνομία αλλά δεν έχει αποδείξεις επειδή μόνο η αστυνομία έχει αποδεικτικά σε εμφανή διάσταση με το ότι η αστυνομία όταν πληρώνει του δίνει απόδειξη (σελ. 17, πρακτικών ίδιας ημερομηνίας).  Επίσης, ενώ ανέφερε πως ο ίδιος έδωσε τα στοιχεία στους λογιστές για την ετοιμασία του Τεκμηρίου 16 δεν γνώριζε ούτε και μπορούσε να προσδιορίσει ποια στοιχεία έδωσε στους λογιστές για να ετοιμάσουν το Τεκμήριο 16 – κατάσταση λογαριασμού.

 

63.  Περαιτέρω, σε σχέση με την πληρωμή του ποσού των €3,040 το οποίο κατά τον μάρτυρα πληρώθηκε στο πλαίσιο εντάλματος που εκδόθηκε στην υπόθεση αρ. 3067/2015 (Τεκμήριο 9) ο Κατηγορούμενος επίσης ανέφερε πως δεν έχει αποδείξεις για πληρωμή αλλά ούτε και σύνδεσε κάποιο από τα εντάλματα στο Τεκμήριο 15 με την εν λόγω υπόθεση για να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε εύρημα ότι η πληρωμή του εντάλματος εκείνου σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση και το εξ αποφάσεως χρέος.

 

64.  Όσον αφορά την πληρωμή του ποσού των €10,238 ο Κατηγορούμενος προσκόμισε αφενός το Τεκμήριο 15 στο οποίο φαίνεται πως σε σχέση με το ένταλμα για το ποσό αυτό παραμένει ένα υπόλοιπο ύψους €4200, αφετέρου δε κατέθεσε το Τεκμήριο 16 στο οποίο φαίνεται πως πληρώθηκε ολόκληρο το ποσό σε εμφανή αντίθεση με τα όσα αναφέρει στην δήλωση του. Το δε Τεκμήριο 16  το κατέθεσε ως μαρτυρία για το ότι έχει αποπληρωθεί ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος.

 

65.  Όταν του ζητήθηκε να σχολιάσει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 ο Κατηγορούμενος δεν δέχθηκε καν να ερωτηθεί σε σχέση με αυτό απορρίπτοντας το εξ ολοκλήρου. Από αυτή του την στάση αναδύεται η πρόθεση του Κατηγορούμενου να μην φανεί στο Δικαστήριο ποια είναι η αλήθεια και η έλλειψη ειλικρίνειας και ευθύτητας στην εκδοχή του.

 

66.  Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΥ1, στο σύνολο της και παραθέτοντας πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του, καταλήγω ότι η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

 

67.  Γίνεται αποδεκτό ότι σε σχέση με την υπόθεση αρ. 1987/2018 για την παράλειψη καταβολής 57 δόσεων για συνολικό ποσό €9,120.00 στην οποία εκδόθηκε ένταλμα για το ποσό των €10.238 έχει εξοφληθεί μερικώς και παραμένει ένα υπόλοιπο ύψους €4.200. Το ποσό έχει πληρωθεί έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Αυτό το αποδέχομαι διότι το ένταλμα συνδέθηκε με την υπόθεση καταδολίευσης μέσω του Τεκμηρίου 18.

 

Τεκμήριο 16 – Κατάσταση Λογαριασμού

 

68.  Το Τεκμήριο 16 κατατέθηκε κατά την κυρίως εξέταση του Κατηγορούμενου. Αποτελεί κατάσταση λογαριασμού την οποία ετοίμασε ο κ. Γιάννος Πογιατζιής για την GAH Audit Services Ltd οι οποίοι είναι λογιστές.

 

69.  Στην ουσία αναφέρει ότι από το 2018 με μια πληρωμή ύψους €10,328 ο Κατηγορούμενος πλέον δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό αλλά μάλιστα έχει (υπερ)πληρώσει στους Παραπονούμενους επιπλέον €1,731.18. Σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι σύμφωνα με τον ίδιο τον Κατηγορούμενο από το ποσόν των €10,328 το οποίο αφορά το ένταλμα 6421/19 το οποίο αφορά την ποινική υπόθεση με αρ. 1987/2018 (δείτε Τεκμήριο 10) παραμένει ένα υπόλοιπο το οποίο ξεπερνά τα €4.000. Συνεπώς, μόνο από αυτή την παραδοχή του Κατηγορούμενου μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι το Τεκμήριο 16 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

 

70.  Σημειώνω ότι το Τεκμήριο 16 κατατέθηκε από τον Κατηγορούμενο ως μαρτυρία για την απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτό ήτοι για την απόδειξη ότι το χρέος έχει εξοφληθεί και μάλιστα έχει πληρωθεί και επιπλέον το ποσό των €1,731.18.  Συνεπώς, θεωρείται εξ ακοής μαρτυρία με βάση το άρθρο 23 του Κεφ. 9 καθότι αποτελεί δήλωση η οποία έγινε από άλλο πρόσωπο από εκείνο το οποίο έδωσε μαρτυρία και η οποία προσάχθηκε ως μαρτυρία για την απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτήν.

 

71.  Η εξ ακοής μαρτυρία βεβαίως είναι αποδεκτή μαρτυρία. Ο συντάκτης του εγγράφου αυτού δεν έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο ούτε και κλήθηκε για αντεξέταση.

 

72.  Σε σχέση με την αξιολόγηση της βαρύτητας του Τεκμηρίου 16 λαμβάνω υπόψη μου τους παράγοντες οι οποίοι παρατίθενται στο άρθρο 27 του Κεφ. 9. Θεωρώ πως η Υπεράσπιση θα μπορούσε κάλλιστα να κλητεύσει ως μάρτυρα το πρόσωπο το οποίο συνέταξε το Τεκμήριο 16, δηλαδή των κ. Γιάννο Πογιατζιή ενώ δεν δόθηκε καμία εξήγηση ως προς το γιατί δεν έδωσε μαρτυρία ο κ. Πογιατζιής αλλά ούτε και τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα αδυναμίας του εν λόγω προσώπου να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο.

 

73.  Το έγγραφο αυτό δεν φέρει ημερομηνία αν και από το ότι η τελευταία ημερομηνία που υπάρχει στον πίνακα είναι η 12.02.2024 μπορεί να συναχθεί πως ετοιμάστηκε πρόσφατα.

 

74.  Ως προς το βαθμό εξ ακοής μαρτυρίας, προκύπτει πως πρόκειται περί εξ ακοής μαρτυρίας πέραν του πρώτου βαθμού. Στη δήλωση αποποίησης ευθύνης αναφέρεται ότι τα συμπεράσματα στο εν λόγω έγγραφο προκύπτουν από έγγραφα τα οποία είχαν δοθεί στους λογιστές από άλλα πρόσωπα. Μάλιστα αναφέρεται πως δεν εγγυόνται μεταξύ άλλων την ακρίβεια και πληρότητα των εγγράφων τα οποία δόθηκαν σε αυτούς και στα οποία βασίστηκαν για την εξαγωγή των συμπερασμάτων τα οποία αναφέρονται στο Τεκμήριο 16.

 

75.  Η αρχική δήλωση έχει μεταφερθεί επακριβώς. Επίσης, η αρχική δήλωση κατατέθηκε στο Δικαστήριο άρα δεν τίθεται ζήτημα διαφοράς μεταξύ της αρχικής δήλωσης και της εξ ακοής μαρτυρίας.

 

76.  Ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε να προσκομίσει αποδείξεις πληρωμής ποσών έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Ο ίδιος ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι έχει διάφορες αποδείξεις, ωστόσο δεν τις κατέθεσε στο Δικαστήριο. Προσκόμισε το Τεκμήριο 16 στο οποίο δεν επισυνάπτονται τα έγγραφα πάνω στα οποία βασίστηκε ο συντάκτης του για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλάβει από που προκύπτουν οι καταχωρίσεις στον πίνακα επί αυτού.

 

77.  Ως προανέφερα, στο Τεκμήριο 16 υπάρχουν υπολογισμοί οι οποίοι έρχονται σε αντίθεση με τα όσα ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ανέφερε και αναφέρομαι στην πληρωμή του ποσού των €10,328 η οποία ωστόσο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα καθότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι οφείλεται ένα ποσό ακόμη ύψους €4200.  Περαιτέρω, δεν διευκρινίζεται πότε πληρώθηκαν τα ποσά τα οποία κατά το Τεκμήριο 16 πληρώθηκαν π.χ. η πληρωμή για €13,664. Υπενθυμίζω ότι το εξ αποφάσεως χρέος φέρει τόκο 9%. Επιπρόσθετα, το Τεκμήριο 16 φαίνεται να παραγνωρίζει εντελώς τα δικηγορικά έξοδα.

 

78.  Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στο Τεκμήριο 16 και δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτό για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων όσον αφορά το κατά πόσον το επίδικο χρέος έχει εξοφληθεί.

 

 

 

 

Ευρήματα

 

79.  Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και λαμβάνοντας υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και τις πτυχές της μαρτυρίας που δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα:

 

79.1    Στις 22.04.2003 εκδόθηκε απόφαση στην Αγωγή αρ. 3249 / 2003 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, υπέρ των Παραπονούμενων / Εναγόντων και εναντίον του Κατηγορούμενου και της συζύγου του (Εναγομένων) για το ποσό των Λ.Κ. 26,047.85 με τόκο 9% ετησίως από την 30.09.2000 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα (Τεκμήριο 2).  

 

79.2    Οι Παραπονούμενοι όταν εκδόθηκε Απόφαση ονομάζονταν Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ ενώ αργλοτερα μετονομάστηκαν σε «Φιλική Λίμιτεδ».

 

79.3    Στις 06.06.2013 το Επαρχιακό Δικάστηριο Λευκωσίας εξέδωσε διάταγμα εναντίον του Κατηγορούμενου για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του με μηνιαίες δόσεις ύψους €160 από την 01.07.2013 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως πλέον έξοδα με τόκο ύψους 5.5% από 08.03.2012 μέχρι εξοφλήσεως (Τεκμήριο 3).

 

79.4    Έγιναν διάφορες πληρωμές έναντι του εξ αποφάσεως χρέους από τον Κατηγορούμενο, μεταξύ άλλων και πληρωμή για το ποσό των ΛΚ35.000 στις 06.12.2006.

 

79.5    Σε σχέση με την υπόθεση αρ. 1987/2018 για την παράλειψη καταβολής 57 δόσεων για συνολικό ποσό €9,120.00 στην οποία εκδόθηκε ένταλμα για το ποσό των €10.238 έχει εξοφληθεί μερικώς και παραμένει ένα υπόλοιπο ύψους €4.200.

 

79.6    Το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί πλήρως και ξεπερνά το ποσό των €5,280 το οποίο αντιστοιχεί στις 33 δόσεις στο κατηγορητήριο.

 

79.7    Ο Κατηγορούμενος κανένα ποσό δεν κατέβαλε μεταξύ της 01.04.2018 και 01.12.2020. Ούτε και κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό από την καταχώριση της υπόθεσης.

 

79.8    Δεν έχει υποβληθεί αίτηση για τροποποίηση του διατάγματος για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις.

 

 

 

 

Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

80.  Το άρθρο 3(1)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008,  Ν.60(1)/2008 προνοεί τα ακόλουθα:

 

«3.(1) Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους:

 

[....]

 

(γ)   παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία.

 

είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.

 

81.  Προκύπτει από λεκτικό του άρθρου 3(1)(γ) ότι τα συστατικά στοιχεία του εν προκειμένω αδικήματος είναι τα ακόλουθα:

 

(α) Ο κατηγορούμενος πρέπει να είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους.

 

(β) Το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί.

 

(γ)  Εκδόθηκε διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις.

 

(δ) Ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις που είχε διαταχθεί να καταβάλει όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες.

 

(ε) Η παράλειψη πληρωμής των δόσεων έλαβε χώρα για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία.

 

82.  Οι υπερασπίσεις σε σχέση με το πιο πάνω αδίκημα καθορίζονται ρητώς από το Νόμο. Το άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα:

 

«3(4) Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου (1) αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο  αν αποδείξει: [...]

 

(γ) προκειµένου περί κατηγορίας δυνάµει της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1), ότι έχει συµµορφωθεί µε το διάταγµα πληρωµής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους µε δόσεις ή ότι έχει µεταβληθεί η οικονοµική του κατάσταση από την ηµεροµηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγµατος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγµατος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν».

 

83.  Προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει στη διάθεση του τις ακόλουθες υπερασπίσεις:

 

(α)   ότι υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής απόφασης χρέους του με δόσεις,

(β) ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος,

(γ)   ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος, την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σε αυτόν.

 

84.  Τα συστατικά στοιχεία του εν προκειμένω αδικήματος καθώς και οι σχετικές υπερασπίσεις σε αυτό έτυχαν νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. ΠαρδάληΠοιν. έφ.153/15, 28.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:B427, Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd, Ποιν. εφ.160/14, ημερ. 20.12.2016, Προδρόμου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ(2014) 2 Α.Α.Δ. 108, Ντάγκλας ν. ΚυλίληΠοινική Έφεση 76/19, 22/4/2020 και  ΧΧΧ Κεσίδης ν. Χαράλαμπου Παπανικόλα και Υιοί Λίμιτεδ Ποιν. Εφ. 39/2021 ECLI:CY:AD:2021:B586, ημερ. 22.12.2021

 

85.  Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd  (ανωτέρω) ανέφερε τα ακόλουθα (η έμφαση είναι δική μου):

 

«Στην υπό κρίση περίπτωση η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος είχε στοιχειοθετηθεί με την προσαγωγή αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας ότι ο εφεσείων (α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή την εφεσίβλητη, (β) δεν είχε εξοφλήσει το χρέος του, (γ) αποδέκτηκε να το εξοφλήσει με μηνιαίες δόσεις και στη βάση αυτή εκδόθηκε σχετικό διάταγμα και (δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο.  Στη βάση αυτή ό,τι παρέμεινε για το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν η στοιχειοθέτηση και της  υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, για την οποία ο Νόμος αναγνωρίζει στον οφειλέτη την Υπεράσπιση της οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας.  Επί του προκειμένου δεν μπορεί να υποστηριχτεί βάσιμα - όπως είναι ο ισχυρισμός του εφεσείοντα - ότι το βάρος απόδειξης για τη μη ύπαρξη οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας το έχει ο πιστωτής εφόσον το ζήτημα αυτό εμπίπτει αποκλειστικά στη γνώση του οφειλέτη (βλ. Ζίττη ν. ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, Ποιν. Εφ. 272/15 ημερ. 4.3.16).  Κατά συνέπεια το υπό συζήτηση  βάρος απόδειξης, ως Υπεράσπιση, ήταν επί των ώμων του εφεσείοντα το οποίο μπορούσε να αποσείσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.  Ζήτημα για το οποίο και ο ίδιος ο Νόμος (άρθρο 3(4)(γ)) είναι σαφής, προνοώντας ότι εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει ότι «έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος». 

 

86.  Το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.

 

87.  Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.

 

88.  Όσον αφορά τις υπερασπίσεις οι οποίες προβλέπονται στο Νόμο, περιλαμβανομένης και της υπεράσπισης ότι υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα πληρωμής του χρέους με δόσεις, το βάρος απόδειξης ότι ισχύει η εν λόγω υπεράσπιση το φέρει ο Κατηγορούμενος ο οποίος προβάλλει ότι έχει στην ουσία συμμορφωθεί. Σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι σε ποινικές υποθέσεις στην περίπτωση κατά την οποία το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου, όπως εν προκειμένω, το επίπεδο απόδειξης το οποίο εφαρμόζεται είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.

 

89.  Στην απόφαση Σιδηρόπουλος v Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ 15 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο:

 

«Όταν μια νομοθετική διάταξη προβλέπει ρητά ότι εναπόκειται στην Υπεράσπιση να αποδείξει ορισμένα γεγονότα τότε, αναμφίβολα, το βάρος της απόδειξης των γεγονότων αυτών βρίσκεται στους ώμους της.  Όταν, όμως, η νομοθετική διάταξη δεν περιέχει τέτοια πρόβλεψη, τότε το κατά πόσο οι πρόνοιες της δημιουργούν σιωπηρά (impliedly) τέτοια υποχρέωση στην Υπεράσπιση εξαρτάται από την ερμηνεία που θα τους δοθεί.  Όταν το λεκτικό της διάταξης δεν επιδέχεται σαφή ερμηνεία, το Δικαστήριο, στην προσπάθεια του να εξακριβώσει την πραγματική πρόθεση του νομοθέτη, μπορεί να προστρέξει και σε εξωγενή κριτήρια όπως, λόγου χάριν, στην αιτιολογία της διάταξης, στους σκοπούς που επιδιώκει, στη φύση της βλάβης που στοχεύει να αποτρέψει, αλλά και σε άλλα, καθαρά πρακτικής φύσεως κριτήρια, που αφορούν το βάρος της απόδειξης και, ειδικότερα, στην ευκολία ή τη δυσκολία της κάθε πλευράς να αποσείσει το βάρος της απόδειξης.»

 

90.  Στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.

 

91.  Ωστόσο, όσον αφορά την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, με βάση τη Νικολάου (ανωτέρω) το βάρος απόδειξης σε σχέση με την ύπαρξη οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας το φέρει ο εξ αποφάσεως οφειλέτης στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, δεδομένου ότι το ζήτημα εμπίπτει αποκλειστικά στη γνώση του οφειλέτη. Δεν μπορεί να αναμένεται από τον Παραπονούμενο να αποδείξει ότι δεν υπάρχει οικονομική ή φυσική αδυναμία από μέρους του οφειλέτη Κατηγορούμενου. Όπως αναφέρεται στη Νικολάου,  η υπεράσπιση αυτή μπορεί να πετύχει εάν ο Κατηγορούμενος αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος («...ζήτημα για το οποίο και ο ίδιος ο Νόμος (άρθρο 3(4)(γ)) είναι σαφής, προνοώντας ότι εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει ότι «έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση...»)

 

92.  Σημειώνεται επίσης ότι στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Προδρόμου (ανωτέρω), η οποία αφορούσε σε κατηγορίες δυνάμει Νόμου, παρόμοιες με τις παρούσες, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το ζητούμενο δεν ήταν το συνολικό ποσό του χρέους, κατά την ημέρα της ακρόασης, αλλά το κατά πόσον οι επίδικες δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί.  Το μόνο το οποίο ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι η διαπίστωση της παράλειψης καταβολής των δόσεων και το γεγονός ότι ακόμα δεν είχαν πληρωθεί, κατά τον ουσιώδη χρόνο, και όχι το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους.  Στις περιπτώσεις αυτές το ουσιώδες δεν είναι η διακρίβωση του χρέους, εφόσον αυτό προκύπτει από δικαστική απόφαση (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Μια εισήγηση ότι υπήρξε λανθασμένη διαπίστωση ως προς το ποσό που οφείλετο, δηλαδή €75.120,98, δεν μας απασχολεί ιδιαίτερα εφόσον το ζητούμενο εδώ δεν ήταν το οποιοδήποτε συνολικό ποσό του χρέους κατά την ημέρα της ακρόασης αλλά το κατά πόσο οι εν λόγω δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί, και δεν υπήρχε ο,τιδήποτε που να δείχνει ότι η δήλωση των δόσεων και η κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς αυτές ήταν λανθασμένη. Το ίδιο ισχύει ως προς εισήγηση που αφορούσε το υπόλοιπο, αφού το μόνο που ενδιαφέρει ήταν η διαπίστωση της παράλειψης καταβολής των δόσεων και το γεγονός ότι ακόμα δεν είχαν πληρωθεί.»

 

93.  Επιπρόσθετα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. ΠαρδάληΠοιν. έφ.153/15, 28.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:B427 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την προσέγγιση την οποία θα πρέπει να υιοθετεί το Δικαστήριο σε σχέση με το συνολικό ποσό του χρέους:

 

«Στην υπόθεση Προδρόμου (ανωτέρω), η οποία αφορούσε σε κατηγορίες δυνάμει του Ν. 60(Ι)/2008,   παρόμοιες με τις παρούσες, το Εφετείο τόνισε ότι το ζητούμενο δεν ήταν το συνολικό ποσό του χρέους, κατά την ημέρα της ακρόασης, αλλά το κατά πόσον οι επίδικες δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί. Το μόνο που ενδιαφέρει είναι η διαπίστωση της παράλειψης καταβολής των δόσεων και το γεγονός ότι ακόμα δεν είχαν πληρωθεί, κατά τον ουσιώδη χρόνο, και όχι το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους. Στις περιπτώσεις αυτές το ουσιώδες δεν είναι η διακρίβωση του χρέους, εφόσον αυτό προκύπτει από δικαστική απόφαση.  Στην υπόθεση εκείνη τέθηκε και θέμα πιθανής πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους ή μέρους του, από άλλο εναγόμενο ή άλλο πρόσωπο.  Το Εφετείο παρατήρησε ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από τον κατηγορούμενο-εφεσείοντα που να δείχνει ότι το ζήτημα της αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους, ήταν επίδικο θέμα.

 

Στη Νικολάου (ανωτέρω) διατυπώθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 3(1) (γ) και έγινε ανάλυση του βάρους της απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή και η Υπεράσπιση.

 

Στην προκείμενη περίπτωση, το γεγονός ότι υπήρχε εξ αποφάσεως χρέος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν ήταν αμφισβητούμενο.  Το πρωτόδικο δικαστήριο, ρητώς, ανέφερε ότι ενδεχομένως να υφίσταται εξ αποφάσεως χρέος και ότι θεωρούσε ότι υπάρχει κάποιο χρέος (σελ. 17 της απόφασης). Εκείνο που αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 ήταν το ακριβές ύψος του εξ αποφάσεως χρέους και κάποιες χρεώσεις.   Δεν υπήρχε όμως ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι το εξ αποφάσεως χρέος είχε εξοφληθεί από οποιονδήποτε και επομένως, εσφαλμένα, το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι δεν ικανοποιείτο το δεύτερο αναγκαίο συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 3(1) (γ) (ανωτέρω).   Εφόσον, επομένως, η εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους δεν ήταν επίδικο θέμα ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου (και ήταν ευθύνη της εφεσίβλητης να το θέσει), εσφαλμένα, το πρωτόδικο δικαστήριο έδωσε σ΄ αυτό το ζήτημα τόσο μεγάλη σημασία και τελικά κατέληξε σε εσφαλμένο αθωωτικό αποτέλεσμα για την εφεσίβλητη.»

 

Ε. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

 

94.  Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία που έχει κριθεί ως αποδεκτή, την απόρριψη του μεγαλύτερου μέρους της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, τη νομική πτυχή της υπόθεσης, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προσάπτεται στον Κατηγορούμενο.

 

95.  Όπως και στη Νικολάου προσκομίστηκε αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος:

 

 (α)   είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή τους Παραπονούμενους με βάση τα Τεκμήρια 1 και 2.

 

(β)    εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους της με μηνιαίες δόσεις (Τεκμήριο 3), και

 

(γ)    παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο, ήτοι από την 01.04.2018 μέχρι και την 01.12.2020, δηλαδή  33 δόσεις προς €160.00 εκάστη, συνολικού ύψους €5,280.

 

96.  Το μοναδικό επίδικο ζήτημα, στην ουσία ήταν το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος είχε ή δεν είχε εξοφλήσει το χρέος του και εάν το υπόλοιπο ξεπερνούσε το ποσόν των €5,280.

 

97.  Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν και με βάση τα σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν απέσεισε το βάρος το οποίο είχε στους ώμους του ότι έχει συμμορφωθεί με το Διάταγμα Μηνιαίων Δόσεων. Είναι γεγονός ότι έχει πληρώσει ένα μεγάλο ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους ωστόσο δεν έχει αποδειχθεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι το εξ αποφάσεως χρέος εξοφλήθηκε πλήρως.

 

98.  Επιπρόσθετα, δεν προβλήθηκε κανένας ισχυρισμός και δεν δόθηκε καμία μαρτυρία σε σχέση με αίτηση για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος για πληρωμή του χρέους με δόσεις.

 

99.  Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι όταν ο Κατηγορούμενος πλήρωσε το ποσό των 35,000 ΛΚ στις 06.12.2006 το ποσό αυτό διατέθηκε ολόκληρο έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, αυτό δεν ήταν αρκετό για να εξοφληθεί πλήρως το χρέος. Ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι το ποσό αυτό δόθηκε προς πλήρη και τελική εξόφληση του χρέους παρέμεινε ατεκμηρίωτος. Επιπρόσθετα, δεν είχε τεθεί αυτός ο ισχυρισμός στον ΜΚ1 για να το σχολιάσει και κατά συνέπεια θα πρέπει να αγνοηθεί.  

 

100. Όσον αφορά το ποσό των €5,040 σε σχέση με την ποινική υπόθεση καταδολίευσης εναντίον της συζύγου του Κατηγορούμενου, δεν έχει αποδειχθεί ότι όντως πληρώθηκε αυτό το ποσό και δεν έγινε τέτοιο εύρημα από το Δικαστήριο. Το ίδιο και σε σχέση με τις €3,3040 σε σχέση με την υπόθεση αρ. 3067/2015. Δεν δόθηκε μαρτυρία για να συνδεθεί η πληρωμή αυτή στο πλαίσιο εντάλματος μαζί με την υπόθεση 3067/2015 και συνεπώς δεν έγινε εύρημα ότι το ποσό αυτό πληρώθηκε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους.

 

101. Συνεπακόλουθα, είναι βέβαιο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι υπάρχει υπόλοιπο το οποίο ξεπερνά τις €5,280 που αντιστοιχεί στις 33 επίδικες δόσεις. Υπενθυμίζω πως έχει νομολογηθεί ότι το ζητούμενο σε αυτή τη διαδικασία δεν είναι το οποιοδήποτε συνολικό ποσό του χρέους κατά την ημέρα της ακρόασης αλλά το κατά πόσο οι εν λόγω δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί. Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας το Δικαστήριο δεν πρέπει να προβεί σε υπολογισμό του επακριβούς ύψους του χρέους που παραμένει οφειλόμενο.

 

102. Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν η υπεράσπιση ότι το εξ αποφάσεως χρέος έχει εξοφληθεί εξ ολοκλήρου δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις Κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει.

 

103. Σε σχέση με το ζήτημα της εξουσιοδότησης το οποίο έχει τεθεί από την υπεράσπιση, εν πρώτοις σημειώνω ότι  η παρούσα υπόθεση διακρίνεται από την Zenios Closures Ltd v. Δήμου Λεμεσού (1992) 2 ΑΑΔ 380 την οποία επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου.  Στη Zenios Closures είχε αποφασιστεί πως το όργανο το οποίο είχε ικανοποιηθεί ως προς την ύπαρξη οχληρίας δεν ήταν αρμόδιο να το πράξει. Σε εκείνη την υπόθεση υπήρχαν ουσιαστικής φύσεως προϋποθέσεις οι οποίες δεν τηρήθηκαν.

 

104. Εν προκειμένω, δεν τίθενται τέτοιες προϋποθέσεις για την άσκηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης για καταδολίευση αλλά ούτε και υποβλήθηκε στον ΜΚ1 η θέση πως δεν είναι εξουσιοδοτημένος να προωθεί την παρούσα δίωξη. Το ζήτημα της εξουσιοδότησης του κύριου Παπαθεοδώρου τέθηκε κατά τρόπο αόριστο χωρίς να υποβληθεί σε αυτόν οποιαδήποτε θέση περί έλλειψης εξουσιοδότησης του να προωθεί την παρούσα υπόθεση.

 

105. Επιπρόσθετα, κατατέθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή το Τεκμήριο 11 και δόθηκε μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε ότι το retainer και οι οδηγίες για είσπραξη του χρέους μαζί με τόκο ουδέποτε ανακλήθηκε.

 

106. Αντλήθηκε καθοδήγηση από το σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England – Legal Professions, Volume 65 (2020). Σε σχέση με την διάρκεια του retainer αναφέρονται τα εξής στην παράγραφο 530:

 

“The general rule is that when retained by a client a solicitor undertakes to finish the business for which he is retained. Thus, a retainer is, generally speaking, an entire contract, that is to say, a contract to do certain busines,, to finish that business, and to be remunerated at the completion of the business.”

 

107. Σε σχέση με τη διάρκεια του retainer αναφέρονται τα εξής στην παράγραφο 532:

 

“Α retainer is terminated without breach of the contract of retainer on the conclusion of the business for which the retainer was given or, if it was for a fixed period, on the expiration of that period, or by the death or the mental incapacity of the client or of the solicitor, or on the happening of an event rendering its continuance unlawful, or on the bankruptcy of the client or, it seems, of the solicitor, since his bankruptcy operates immediately to suspend his practising certificate. In a company winding up, a solicitor's retainer is not revoked by the removal of the liquidator who retained him.

A retainer which has not been given for a fixed or minimum period may be terminated by the client at any time without constituting a breach of contract or, as in the case of any other contract, a disclaimer of liability may be accepted as repudiation.

A solicitor should not cease acting for a client without good reason.”

 

108. Περαιτέρω, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου ν. Χριστοδούλου, Ποιν. Εφ. 101/2019, 03.07.2020, ECLI:CY:AD:2020:B242 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την σύνδεση της αστικής διαδικασίας με την ποινική διαδικασία η οποία απολήγει στη νομιμοποίηση του εξ αποφάσεως πιστωτή να ασκήσει ιδιωτική ποινική δίωξη:

 

Είναι εκ του νόμου συνεπώς που προκύπτει η ταυτότητα εννοιών και η αλληλοσύνδεση των διαδικασιών την οποία έκρινε ότι έλειπε το πρωτόδικο δικαστήριο, θεωρώντας ότι οι εφεσείοντες θα μπορούσαν μεν να είναι εξ αποφάσεως πιστωτές για αστικές οφειλές, αλλά δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν εξ αποφάσεως πιστωτές για σκοπούς της συγκεκριμένης ποινικής διαδικασίας. Οι εφεσείοντες, έχοντας υποκαταστήσει τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της ως εξ αποφάσεως πιστωτές της εφεσίβλητης, κατέστησαν εξ αποφάσεως πιστωτές εν τη εννοία του Κεφ. 6, όπως δεν αμφισβητήθηκε, με αποτέλεσμα να καταστούν παράλληλα εξ ορισμού εξ αποφάσεως πιστωτές και εν τη εννοία του Νόμου 60(Ι)/2008, με περαιτέρω αποτέλεσμα να νομιμοποιούνται ως ιδιώτες κατήγοροι.  

 

109. Κατά συνέπεια, η θέση αυτή του Κατηγορούμενου παρέμεινε ατεκμηρίωτη και αστήρικτη και ως τέτοια απορρίπτεται. Το Τεκμήριο 11 δίδει στους δικηγόρους οι οποίοι ανέλαβαν να διεκπεραιώσουν την εργασία αυτή την απαραίτητη εξουσιοδότηση να προβούν σε όλες τις ενέργειες για την είσπραξη του ποσού το οποίο οφείλεται μετά τόκου. Εφόσον δεν υπάρχει μαρτυρία περί ανάκλησης του retainer θεωρείται ότι παραμένει ισχυρό και δίδει επαρκή εξουσιοδότηση στους δικηγόρους των Παραπονούμενων να προσαγάγουν αυτή τη διαδικασία. Δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία  ότι οι Παραπονούμενοι δεν επιθυμούν τη συνέχιση της διαδικασίας αλλά ούτε και υπήρξε ισχυρισμός περί κατάχρησης.

 

110. Όσον αφορά το επιχείρημα το οποίο προβάλλεται επίσης από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου αναφορικά με το ότι η πλευρά των Παραπονούμενων δεν προσκόμισε την καλύτερη δυνατή μαρτυρία θεωρώ ότι εν προκειμένω δεν τίθεται ζήτημα καλύτερης δυνατής μαρτυρίας.

 

111. Αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι ο ΜΚ1 είναι ο δικηγόρος ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση από το 2003, δηλαδή εδώ και τουλάχιστον 20 χρόνια και έχει προσωπική γνώση της υπόθεσης. Επεξήγησε κατά την αντεξέταση του γιατί δίδει μαρτυρία ό ίδιος και για το ότι οι Παραπονούμενοι πλέον δεν ασκούν ασφαλιστικές εργασίες αλλά στην ουσία η εταιρεία παραμένει για να εξυπηρετήσει τα χρέη της και να εισπράξει το λαβείν της από διάφορες δικαστικές υποθέσεις. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο κ. Παπαθεοδόωρου επειδή ακριβώς χειρίζεται την υπόθεση εδώ και 20 χρόνια είναι το πιο κατάλληλο πρόσωπο να δώσει μαρτυρία. Θεωρώ ότι το σκεπτικό στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. D & A Charalambous (Frozen Foods) Limited και άλλου (2012) 1 ΑΑΔ 448   τυγχάνει εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση:  «το γεγονός ότι η Α.Η.Κ. δεν παρουσίασε τους μετρητές ως τεκμήρια, δε σημαίνει ότι το δικαστήριο δεν είχε ενώπιον του την καλύτερη δυνατή μαρτυρία (best evidence) αφού οι πιο πάνω μάρτυρες, έχοντας  προσωπική γνώση, κατέθεσαν για ό,τι αυτοί είδαν και διαπίστωσαν καθώς και για τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν

 

 

 

 

ΣΤ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

112.       Υπό το φως των όσων προαναφέρθηκαν, δηλαδή με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, το βάρος απόδειξης, τη νομική πτυχή και την σχετική επί του ζητήματος Νομολογία, καταλήγω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας  τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος.

 

113.       Έχει συγκεκριμένα αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης και ο Παραπονούμενος εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής εν τη εννοία του Νόμου, ότι στις 08.03.2012 εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορούμενο Διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του δια μηνιαίων δόσεων με το οποίο ο Κατηγορούμενος δεν έχει συμμορφωθεί, λόγω της παράλειψης του να καταβάλει τις δόσεις μεταξύ των ημερομηνιών από 01.04.2018 – 01.12.2020, ήτοι 33 δόσεις προς €160 εκάστη, συνολικού ύψους €5,280

 

114.       Καταλήγω συνεπώς ότι, η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του Κατηγορούμενου ο οποίος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.

 

 

 

 

(Υπ.)......................................

Χ. Σατσιάς,  Προσ. Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο