ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 8428/2025
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ν
B. C. O. G.
Κατηγορούμενoς
Ημερομηνία: 27/10/2025
Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αντωνίου.
Για την Κατηγορούμενη: κα Ο.Οικονόμου
Κατηγορούμενος παρών
ΠΟΙΝΗ
Ο κατηγορούμενος, Ρουμάνος υπήκοος, κρίθηκε ένοχος, μετά από παραδοχή του, στην κατηγορία της παράνομης εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β’, συγκεκριμένα 16 κιλών κάνναβης (πρώτη κατηγορία) και στην κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄ με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο, δηλαδή της πιο πάνω ποσότητας (δεύτερη κατηγορία), κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977 όπως τροποποιήθηκε.
Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί, είναι τα ακόλουθα:
Ο κατηγορούμενος στις 24/06/2025 αφίχθηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας με πτήση από το Βελιγράδι, προερχόμενος από την Βαρκελώνη. Μετά από υποψίες που εγέρθηκαν ανακόπηκε για έλεγχο από τελωνειακό λειτουργό. Στην κατοχή του είχε μια ταξιδιωτική βαλίτσα την οποία είχε παραλάβει από τον ιμάντα αφίξεων αποσκευών Κατά τον ακτινοδιαγνωστικό έλεγχο φάνηκε ύποπτη μάζα μέσα στην βαλίτσα. Ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι η βαλίτσα ήταν δική του, αλλά δεν μπορούσε να ανοίξει την κλειδωνιά όταν του ζητήθηκε. Με τη συγκατάθεση και του ιδίου η κλειδωνιά παραβιάστηκε και στη βαλίτσα εντοπίστηκαν 2 ομοιόμορφες αεροστεγής συσκευασίες με κάνναβη, συνολικού βάρους 16 κιλών Αφού υποδείχθηκαν στον κατηγορούμενο δεν ανάφερε οτιδήποτε. Αυτός συνελήφθηκε από μέλος της ΥΚΑΝ και αφού κρίθηκε ότι η περίπτωση δεν προσφερόταν για ελεγχόμενη παράδοση μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας. Στη συνέχεια παρουσιάστηκε ενώπιον Δικαστηρίου και εκδόθηκε διάταγμα κράτησης του για 8 ημέρες. Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος ανακρίθηκε και προέβηκε σε κατάθεση στην οποία ανάφερε ότι είχε αποδεχτεί να μεταφέρει τα ναρκωτικά έναντι χρηματικής αμοιβής €1000-1400 λόγω οικονομικών προβλημάτων Την βαλίτσα την παρέλαβε από άγνωστο του πρόσωπο στην Βαρκελώνη, όπου έμεινε σε διαμέρισμα που του είχε ενοικιαστεί. Οδηγίες για παράδοση θα λάμβανε μετά την άφιξη του στη Δημοκρατία. Η επίδικη κάνναβη είναι μέσης περιεκτικότητας σε δραστική ουσία τετραϋδροκανναβινόλη.
Ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες.
Η ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου, στη γραπτή αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε στην άμεση παραδοχή του πελάτη της, στη συνεργασία του με την Αστυνομία, την μεταμέλεια και την απολογία που εξέφρασε και στις συνθήκες υπό τις οποίες διέπραξε το αδίκημα. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του, στις οικονομικές και προσωπικές του περιστάσεις και ειδικότερα ότι είναι οροθετικός και λαμβάνει δημόσιο βοήθημα, ήταν χρόνιος χρήστης εξαρτησιογόνων ουσιών αλλά απεξαρτήθηκε πλήρως και η διάπραξη του υπό εξέταση αδικήματος αποτελεί ένα μεμονωμένο παρατατικό περιστατικό στο μέχρι τώρα βίο του. Τελικώς ζήτησε από το Δικαστήριο όπως επιδείξει κάθε δυνατή επιείκεια.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία διέπραξε ο Κατηγορούμενος, είναι πάρα πολύ σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται, κατ’ αρχάς, από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, που είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Δημοκρατία ν Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 Α.Α.Δ. 264 και Souilmi ν Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248), η οποία είναι η δια βίου φυλάκισης.
Στην Παγιαβλάς ν Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 240 λέχθηκε ότι η χρήση ναρκωτικών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών Η χρήση των εν λόγω ουσιών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως «κοινωνική μάστιγα» και ως «νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας», εφόσον τούτες αποτελούν κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού και ιδιαίτερα της νεολαίας μας. Ως δε επισημάνθηκε στην Κλεομένης ν Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 350, στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας, ενώ είναι λυπηρή, οδυνηρή και τραγική η διαπίστωση, πως η απώλεια ζωών, νέων, κυρίως, ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν Παπανικόλα, Ποιν Έφεση Αρ. 214/2021, ημερ. 19/01/2024).Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας παρατηρείται διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, με συνέπεια ο αριθμός των θυμάτων να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Το κοινωνικό και οικονομικό βάρος που συνεπάγεται η χρήση ναρκωτικών είναι τεράστιο. Παρά τις ουσιαστικές προσπάθειες που καταβλήθηκαν για την πρόληψη και καταστολή αυτού του παγκόσμιου φαινομένου, το πρόβλημα φαίνεται να έχει ενταθεί και να έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Η συμβολή των Δικαστηρίων στην αντιμετώπιση και πάταξη της μάστιγας αυτής είναι καθοριστική.
Η σοβαρότητα των σχετικών αδικημάτων έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο υπογράμμισε την ανάγκη για αυστηρή στάση και επιβολή αποτρεπτικών ποινών Η ίδια ανάγκη τονίστηκε και από το νέο Εφετείο (βλ. Μαυρόλουκα κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποιν Έφεση Αρ. 74/2021 (Σχετ. Ποιν Εφ. Αρ. 95/2021), ημερ. 31/10/2023 και Καμπίσιο κ.ά. ν Αστυνομίας, Ποιν Εφέσεις Αρ. 89-91/2023, ημερ. 13/06/2024).
Η αυξημένη χρήση ναρκωτικών και οι δυσμενείς επιπτώσεις τους, ιδίως στη νεολαία, καθιστούν την αποτροπή κυρίαρχο παράγοντα στον καθορισμό της ποινής (βλ. Ξυδάς ν Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 807 και Bora ν Δημοκρατίας, Ποιν Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13/03/2018), ECLI:CY:AD:2018:B110. Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται στο ύψος τους, αποτελεί το βασικό τους γνώρισμα (βλ. Μιχαήλ ν Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 557).
Ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/1977, αλλά και η νομολογία, διαφοροποιούν σαφώς τη μεταχείριση των χρηστών από εκείνη των εμπόρων ναρκωτικών Στην Beyki ν Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 60, αναγνωρίστηκε η αρχή διάκρισης της σοβαρότητας ανάμεσα στα αδικήματα εμπορίας και σε αυτά της κατοχής και χρήσης. Οι έμποροι ναρκωτικών ασκούν ως επάγγελμα τη διάδοση του θανάτου και γι’ αυτό δύσκολα δικαιολογείται μετριασμός των ποινών που τους επιβάλλονται. Αντίθετα, για τους χρήστες υπάρχει περιορισμένο περιθώριο επίδειξης επιείκειας, που συνδέεται με την ανθρώπινη αδυναμία, ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η διάκριση αυτή φαίνεται και στην Παγιαβλάς (ανωτέρω), όπου υπογραμμίστηκε ότι για τους εμπόρους είναι εμφανής η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, αφού ζουν από τη διάδοση της καταστροφής.
Στη Γενικός Εισαγγελέας ν Πέτρου, Ποιν Έφεση Αρ. 71/2022, ημερ. 1/12/2022, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού επισήμανε ότι η μάστιγα των ναρκωτικών
έχει ριζώσει βαθιά στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες, όχι μόνο για τους παραβάτες – συχνά νεαρούς και ανηλίκους– αλλά και για την κοινωνία, επανέλαβε την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών, ιδιαίτερα όταν η κατοχή συνοδεύεται από πρόθεση εμπορίας ή διάθεσης σε τρίτους.
Το είδος, η ποσότητα, η σύσταση και ο σκοπός κατοχής των ναρκωτικών, όπως και ο ρόλος του δράστη, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η επιβολή αυστηρών ποινών δικαιολογείται σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα είναι σημαντική και η κατοχή συνδέεται με πρόθεση εμπορίας (βλ. Esper ν Δημοκρατία (1972) 2 C.L.R. 73, Moussa ν Δημοκρατία (1992) 2 Α.Α.Δ. 320 και Μallouk ν Δημοκρατία (2000) 2 Α.Α.Δ. 711).
Στην Valdez κ.α. v Δημοκρατίας, ΠοινΕφ.144/16, ημερ.21.2.17, ECLI:CY:AD:2017:B57, σημειώθηκε ότι κάθε δικαστήριο που επιβάλλει ποινή σε υπόθεση ναρκωτικών πρέπει να κατηγοριοποιήσει τον κατηγορούμενο με αναφορά στην ανάμειξη του στην πυραμίδα διακίνησης των ναρκωτικών, όχι αυστηρά για να τον “κατατάξει” σε κατηγορίες ή υποκατηγορίες (όπως πράττουν οι κατευθυντήριες γραμμές για τις ποινές ναρκωτικών στην Αγγλία), αλλά για να διακρίνει κάποια χαρακτηριστικά του που καθορίζουν αφενός τον βαθμό υπαιτιότητας (culpability) του και αφετέρου το κακό που ο κατηγορούμενος προκάλεσε με τις ενέργειες του (harm) το οποίο προσμετράται συνήθως βάση του είδους και της ποσότητας των ναρκωτικών που μεταφέρει.
Κατά την επιμέτρηση λαμβάνεται υπόψη η πάγια νομολογιακή αρχή ότι, όταν υπάρχει έξαρση και επανάληψη τέτοιων αδικημάτων, παρά τις αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων (βλ. Selmani κ.ά ν Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 854, Μιχαήλ (ανωτέρω) και Abunazha ν Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι σαφές ότι το διαπραχθέν από τον Κατηγορούμενο αδίκημα, παρουσιάζει έξαρση, κάτι που διαπιστώνεται, όχι μόνο μέσα από τη νομολογία, αλλά και από τον μεγάλο αριθμό σχετικών υποθέσεων που καταλήγουν τόσο ενώπιον μας όσο και ενώπιον άλλων πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων
Σε ό,τι αφορά το ύψος των ποινών, δεν υπάρχει αυστηρά προκαθορισμένο πλαίσιο ούτε ακριβής σύνδεση με προηγούμενες αποφάσεις. Οι αναφορές στη νομολογία έχουν κυρίως ενδεικτικό χαρακτήρα, αφού κάθε υπόθεση έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Οι σχετικές αποφάσεις των Ανώτερων Δικαστηρίων δείχνουν το μέτρο τιμωρίας για τέτοια αδικήματα, αλλά δεν έχουν δεσμευτική ισχύ όπως οι αρχές δικαίου. Η ποινή κάθε κατηγορουμένου εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες της δικής του υπόθεσης και προσωπικότητας. Οι προηγούμενες αποφάσεις παρέχουν κατευθυντήριες γραμμές για το τι μπορεί να ληφθεί υπόψη υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ενώ τα Δικαστήρια διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να επιβάλλουν την ποινή που θεωρούν δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις (βλ. Σαμπή ν Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100). Επιπλέον, για τον καθορισμό του μέτρου τιμωρίας και των παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη, μελετήθηκε και συνεκτιμήθηκε η σχετική νομολογία των Ανώτερων Δικαστηρίων, στην οποία, ενδεικτικώς, θα αναφερθούμε κατωτέρω.
Αναγνωρίζουμε ότι ο χαρακτηρισμός ενός αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται μόνο από το ανώτατο όριο ποινής που ο Νόμος προβλέπει. Είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξή του, καθώς αυτές αποκαλύπτουν την έκταση της βλάβης και τις γενικότερες συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει (βλ. Μιχαηλίδης ν Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391). Κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα στοιχεία της, και η σοβαρότητα του αδικήματος βαθμολογείται αναλόγως αυτών, με το αποτέλεσμα να αντικατοπτρίζεται στην επιβληθείσα ποινή.
Στην παρούσα περίπτωση, η σοβαρότητα της ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, έγκειται στο γεγονός ότι εισήγαγε στη Δημοκρατία μια μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Β΄, συγκεκριμένα 16 κιλών κάνναβης, μέσης περιεκτικότητας σε δραστική ουσία τετραϋδροκανναβινόλης. Συνυπολογίζουμε, εν προκειμένω, τις συνέπειες που η εισαγωγή αυτής της ποσότητας ναρκωτικών θα μπορούσε να προκαλέσει σε μεγάλο αριθμό χρηστών, καθώς και στην κοινωνία γενικότερα. Ευτυχώς, κάτι τέτοιο αποτράπηκε μόνο λόγω της έγκαιρης παρέμβασης, αρχικώς του αρμόδιου Τελωνειακού Λειτουργού, και ακολούθως της Αστυνομίας, γεγονός που υπογραμμίζει τη σοβαρότητα αυτής της υπόθεσης.
Όσον αφορά στο ρόλο του Κατηγορούμενου στη διάπραξη των αδικημάτων, συνυπολογίζουμε το γεγονός ότι είχε αποδεχτεί πρόταση αγνώστου προσώπου να μεταφέρει τα ναρκωτικά, έναντι χρηματικής αμοιβής €1000 - €1400 λόγω οικονομικών προβλημάτων και ότι τη βαλίτσα με τα ναρκωτικά την παρέλαβε από το πρόσωπο αυτό, καθ΄ον χρόνο διέμενε σε διαμέρισμα που του είχε ενοικιάσει. Επίσης συνυπολογίζουμε ότι, οδηγίες για την παράδοση της θα λάμβανε μετά την άφιξη του στη Δημοκρατία.
Σημειώνουμε, συνακόλουθα, ότι, μέσα από τα γεγονότα προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε ως ενδιάμεσος συνεργάτης (μεταφορέας των ναρκωτικών) αγνώστου προσώπου, τον οποίο, για τον λόγο αυτό, δεν κατονόμασε. Δεν ήταν, λοιπόν, ούτε ο ιδιοκτήτης των ναρκωτικών, ούτε ο οργανωτής της επιχείρησης, αλλά εκτέλεσε τις εντολές κάποιου άλλου. Εντούτοις, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι αυτός συμμετείχε στην εκτέλεση του σχεδίου μεταφοράς και εισαγωγής τόσης μεγάλης ποσότητας κάνναβης. Ενεργώντας παρανόμως, ο Κατηγορούμενος, επιδίωξε να αποκομίσει οικονομικό όφελος, καθώς για τη μεταφορά των ναρκωτικών επρόκειτο να λάβει το ποσό των €1000 - €1400. Αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι ο ρόλος του, μολονότι περιορισμένος, ήταν καθοριστικός και απαραίτητος για τη διακίνηση των ναρκωτικών Χωρίς τη συμμετοχή του, ως ενδιάμεσος συνεργάτης, η περαιτέρω διακίνηση και διάδοσή τους στην κοινωνία θα ήταν αδύνατη (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466).
Δεν μας διαφεύγει βέβαια, ως έχει αναγνωρισθεί νομολογιακώς, ότι πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ’ ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές ή διαμεσολαβητές. Η ίδια όμως νομολογία, παράλληλα, επισημαίνει ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ελαφρυντικό ο λόγος διακίνησης των ναρκωτικών Αυτό διότι, ως λέχθηκε, είτε γίνεται για χρηματικό κέρδος, είτε για άλλο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή η διάδοση
ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα και η μόλυνση της κοινωνίας. Τα πιο πάνω λέχθηκαν στην Xhaferi ν Δημοκρατίας, Ποιν Έφεση Αρ. 207/2021, ημερ. 16/11/2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, από την οποία παραθέτουμε και το ακόλουθο απόσπασμα:
«Εκείνο το οποίο, ωστόσο, παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Εφεσείων αναμφίβολα κατέστη συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, όποιος και αν ήταν αυτός. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.
Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα: Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του. Στην παρούσα περίπτωση λοιπόν αυτό ακριβώς έπραξε ο Εφεσείων Έχοντας υπό τη φύλαξη του τα ναρκωτικά σε αποθήκη της οποίας αυτός κρατούσε το κλειδί, ορθά κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο ότι έδιδε καθοριστικής σημασίας κάλυψη στον πραγματικό ιδιοκτήτη των ναρκωτικών μέχρι τέλους, αφού δεν τον κατονόμασε. Ορθώς, επομένως, το Κακουργιοδικείο σημείωσε ότι ο Εφεσείων διαπράττοντας τα αδικήματα είχε κύρια συνδρομή στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών, δίδοντας ξεκάθαρα σημαντικό «χέρι βοήθειας» προφανώς σε εμπόρους τους οποίους επέλεξε να μην αποκαλύψει».
Από την άλλη πλευρά, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκε το επίδικο αδίκημα κατέχουν ουσιαστική σημασία για τον καθορισμό της ποινής σε υποθέσεις αυτής της φύσης. Όπως έχει, επανειλημμένως, επισημανθεί, η πείρα αποδεικνύει ότι οι έμποροι ναρκωτικών επιλέγουν συχνά συνεργάτες άτομα ευάλωτα και σε ανάγκη, όπως ο Κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών, ωστόσο, δεν μπορεί να επιτρέψει την εξασθένιση της αυστηρής και αποτελεσματικής
εφαρμογής του Νόμου, που αποτελεί θεμέλιο για την καταπολέμηση αυτών των εγκλημάτων (βλ. Marius ν Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 397).
Επιπλέον, παρότι αναγνωρίζεται η σημασία αυτών των ελαφρυντικών και επιβαρυντικών παραμέτρων, δεν μειώνεται η ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, προκειμένου αυτή να αρμόζει όχι μόνο στο αδίκημα καθ’ αυτό, αλλά και στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον της εξατομίκευσης παραμένει αμετάβλητο, ακόμη και όταν η επιβολή της ποινής αποσκοπεί στην αποτροπή και την πρόληψη. Οφείλουμε, ωστόσο, να τονίσουμε ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγήσει σε μείωση της σοβαρότητας ή της αποτρεπτικής δύναμης της ποινής, καθώς το αδίκημα και οι περιστάσεις της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή ενός αυστηρού πλαισίου τιμωρίας, που να εξυπηρετεί τόσο τη δικαιοσύνη όσο και το συμφέρον της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου κ.ά ν Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 171, Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας (1989)
2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικού Εισαγγελέα ν Στυλιανού (2001) 2 Α.Α.Δ. 55).
Προς όφελος του Κατηγορούμενου, πέραν των όσων σχετικών λέχθηκαν ανωτέρω, λαμβάνουμε υπόψη και τα λοιπά που τέθηκαν ενώπιον μας.
Κατ’ αρχάς, λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του, σε συνδιασμό με την ηλικία του, στοιχεία, που, απο τη μια, δικαιολογούν τη θέση του ότι η εν προκειμένω παραβατική συμπεριφορά του αποτελεί ένα μεμονωμένο παραβατικό περιστατικό στο μέχρι τώρα βίο του, και από την άλλη, του δίδει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου ν Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525 και Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποιν Έφεση Αρ. 121/2017 ημερ. 21/09/2017), ECLI:CY:AD:2017:D311.
Επίσης, την άμεση παραδοχή του, τόσο στις ανακριτικές αρχές όσο και στο Δικαστήριο, στοιχείο που καταδεικνύει τη μεταμέλεια του. Ως προς τούτο, να λεχθεί επιπροσθέτως ότι με τη στάση του αυτή εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28), έχουμε πάντα υπόψη μας τη βασική αρχή ότι η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να ανταμείβεται με έκπτωση στην ποινή, καθότι, πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την
κοινωνία γενικότερα (βλ. σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, (β΄ έκδοση) σελ. 65-66).
Περαιτέρω, δεν μας διαφεύγει ούτε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, με δεδομένο ότι τα ναρκωτικά εντοπίσθηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου όταν αυτός ανακόπηκε στο αεροδρόμιο, δηλαδή κατελήφθη ουσιαστικά επ’ αυτοφώρω να τα κατέχει, η παραδοχή του είναι μειωμένης αξίας (βλ. Κατσαπάου ν Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 318). Από την άλλη, ως ήδη σημειώθηκε, δεν παραγνωρίζουμε ότι η παραδοχή έχει τη σημασία της, ακόμα και υπό αυτές τις περιστάσεις, ως απτό στοιχείο της μεταμέλειας του (βλ. Βασιλείου ν Δημοκρατίας (2015) 2 A.A.Δ. 424).
Επιπρόσθετα, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και λοιπές συνθήκες του Κατηγορούμενου, ως αυτές φαίνονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και στα όσα συμπληρωματικά ανέφερε η κα Οικονόμου και ιδιαίτερα ότι ο Κατηγορούμενος:
· Είναι ηλικίας 56 ετών, άνεργος και άτεκνος. Η αναφορά της κας Οικονόμου στη γραπτή αγόρευση της ότι ο κατηγορούμενος είναι άτομο νεαρής ηλικίας θεωρούμε ότι αποτελεί τυπογραφικό λάθος.
· Είναι οροθετικός (HIV/AIDS) με βαριά αναπηρία, λαμβάνει κρατικό επίδομα και φαρμακευτική αγωγή. Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι δεν έχει τεθεί από την πλευρά του κατηγορούμενου ότι τυχόν επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινή θα προκαλέσει ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού ή θα επιδεινώσει το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ή ότι το περιβάλλον της φυλακής είναι ακατάλληλο αναφορικά με αυτό (βλ. Ανδρέας Σοφοκλέους ν Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 144, Μίλτος Απόστολου ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 153/17, ημερομηνίας 27/9/2017), ECLI:CY:AD:2017:D321.
· Βίωσε άσχημες οικονομικές συνθήκες.
· Ήταν χρόνιος χρήστης εξαρτησιογόνων ουσιών και απεξαρτήθηκε πλήρως.
· Δεν είναι μέλος οποιασδήποτε εγκληματικής ομάδας.
Στο σημείο αυτό, κρίνεται απαραίτητο να υπογραμμίσουμε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία μας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως λαμβάνονται υπόψη, κατά έναν βαθμό, προκειμένου η εξατομίκευση της ποινής να επιτευχθεί. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορεί αυτή η εξατομίκευση να οδηγήσει σε αδιαφορία ή αποδυνάμωση της βασικής προτεραιότητας, η οποία είναι η προστασία της κοινωνίας. Η φύση των αδικημάτων αυτών, καθώς και οι σοβαρές συνέπειες που συνεπάγονται για την κοινωνία –ιδίως για τη νεολαία– από την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών, επιβάλλει την επιβολή ποινών που να αντικατοπτρίζουν την ανάγκη για αποτροπή και την προστασία των κοινωνικών αξιών (βλ. Μιχαήλ (ανωτέρω), Abe ν Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 211 και Γενικός Εισαγγελέας ν Χρυσάνθου (2016) 2Α Α.Α.Δ. 423). Αναφορικά με το θέμα της υγείας του κατηγορούμενου, νοουμένου ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί επαρκώς εντός των κρατικών δομών αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα στην επιβολή αποτρεπτικής ποινής (Redjep v Mehmet (2004) 2 Α.Α.Δ. 217 και Μαυρολουκά v Δημοκρατίας, Ποιν Έφεση 95/21, 74/2021, ημερομηνίας 31.10.23).
Περαιτέρω ως έχει νομολογηθεί η κακή οικονομική κατάσταση ενός προσώπου δεν αποτελεί ελαφρυντικό, ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή του στο έγκλημα (βλ. Σταύρου «Φάντης» ν Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 61) προς βλάβη μάλιστα των συνανθρώπων του. Περαιτέρω ως έχει λεχθεί στην Περικλέους ν Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 397 «δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει όμως να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο. Για αυτό και η εξατομίκευση της ποινής ώστε να αντανακλά και στις συνθήκες του παραβάτη δεν αμβλύνει στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής που κατά κανόνα υπεισέρχεται στον καθορισμό της».
Στο σημείο αυτό, παραθέτουμε, με συνοπτικό τρόπο, αριθμό αποφάσεων Ανώτερων Δικαστηρίων, στο πλαίσιο των οποίων επικυρώθηκαν ή επιβλήθηκαν ποινές σε αδικήματα ίδιου και ή όμοιου τύπου και σοβαρότητας με αυτά που διέπραξε ο Κατηγορούμενος.
Στην υπόθεση Π.Ιωάννου v Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 484 ο εφεσείων αντιμετώπιζε κατηγορίες κατοχής σχεδόν 24 κιλών κάνναβης και κατοχής της με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατόπιν ακρόασης καταδικάστηκε σε 16 έτη φυλάκιση. Αυτός ήταν οικογενειάρχης, ηλικίας 43 ετών και λευκού ποινικού μητρώου. Η έφεση του απορρίφθηκε και επικυρώθηκε η απόφαση του Πρωτόδικου δικαστηρίου.
Στην Παναγιώτου ν Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 478, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 14 ετών για εισαγωγή, κατοχή με σκοπό τη προμήθεια 6.453.34 κιλών ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, επιβληθείσες κατόπιν παραδοχής, μειώθηκαν σε 12 έτη. Ο Εφεσείων βαρυνόταν με μία προηγούμενη καταδίκη για μηδαμινή ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξης Β.
Στην Αριστείδου v Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 32, κατόπιν ακρόασης, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 12 ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια σχεδόν 15 κιλών κάνναβης, παρά το λευκό ποινικό μητρώο, τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του εφεσείοντα, ηλικίας 41 ετών Αυτός διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην εισαγωγή των ναρκωτικών στην Κύπρο και η εμπλοκή του ήταν ουσιαστικής και καταλυτικής σημασίας, αφού στρατολόγησε άλλο πρόσωπο για τη μεταφορά των ναρκωτικών έναντι οικονομικών ανταλλαγμάτων Ο εφεσείων ήταν έγγαμος και προστάτης του παιδιού της συζύγου του, από προηγούμενο γάμο, η οποία δεν εργαζόταν, λόγω προβλημάτων υγείας.
Στην υπόθεση Χρυσάνθου ν Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 221 επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 ετών που επιβλήθηκαν, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε κατηγορούμενο ηλικίας 22 ετών, για κατηγορίες εισαγωγής ναρκωτικών 11 κιλών και 538,61 γραμμαρίων ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης και κατοχής της ίδιας ποσότητας με σκοπό την προμήθεια των ναρκωτικών σε τρίτα πρόσωπα. Τα γεγονότα ως είχαν αποδειχθεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου αποκάλυπταν την ύπαρξη οργανωμένου σχεδίου, η εκτέλεση του οποίου έλαβε χώρα και στο εξωτερικό με καίριο το ρόλο του Εφεσείοντα. Λήφθηκε υπόψη το νεαρό της ηλικίας του, το λευκό του ποινικό μητρώο, η μεταμέλεια που επέδειξε και οι προσωπικές του συνθήκες.
Στη Μιχαήλ v Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.165/15, ημερ.22.1.18, ECLI:CY:AD:2018:B37, η μετά από παραδοχή, φυλάκιση 13 ετών για κατοχή 15 κιλών και 923 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια της επικυρώθηκε, παρά το ότι χαρακτηρίστηκε ως αυστηρή.
Στην Παύλου v Αστυνομίας, Ποιν. Εφ.44/2016, ημερ.4.4.19, ECLI:CY:AD:2019:B130 ο εφεσείων παραδέχθηκε ότι κατείχε 11,5 κιλά κάνναβης με σκοπό την προμήθεια και επικυρώθηκε από το Εφετείο ποινή φυλάκισης 9 ετών Ο εφεσείων είχε συλληφθεί επ΄αυτοφώρω, δεν ήταν ο ιθύνων νους της όλης επιχείρησης, η εμπλοκή του περιοριζόταν στη μεταφορά του φορτίου και ότι η συνεργασία του με την Αστυνομία περιορίστηκε στην παραδοχή των κατηγοριών και δεν επεκτάθηκε στην παροχή πληροφοριών αναφορικά με το κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών, κάτι που θα είχε σοβαρότερη μετριαστική αξία στην επιβληθείσα ποινή. Ο εφεσείων ήταν 23 ετών, προσφάτως αρραβωνιασθείς, χρήστης ναρκωτικών και με οικονομικά προβλήματα, κάτι που τον έκανε πιο ευάλωτο στο να αποδεχθεί το ποσό των €500 για την διακίνηση.
Στην Πολυδώρου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.141/17, ημερ.31.5.19, ECLI:CY:AD:2019:B202 επικυρώθηκε κατ΄έφεση 14ετής ποινή φυλάκισης, επιβληθείσα μετά από ακροαματική διαδικασία, για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 12 κιλών και 944 γραμμάριων κάνναβης, βάσει καλά οργανωμένου σχεδίου στο οποίο ο Εφεσείων - άτομο λευκού ποινικού μητρώου - διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο, όπως και στην παρούσα.
Στη Μαυρουδής v Δημοκρατίας Ποιν. Εφ.112/21, ημερ. 19.12.22, ECLI:CY:AD:2022:B485, ο εφεσείων, κατόπιν παραδοχής, καταδικάστηκε σε εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια κάνναβης βάρους 24 κιλών και 939 γραμμαρίων Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 13 ετών Ο εφεσείων ήταν 33 ετών, με δύο ανήλικα τέκνα και οικονομικά προβλήματα, ο οποίος παρέλαβε τη βαλίτσα με τα ναρκωτικά κλειδωμένη από την Αθήνα και τη μετέφερε στην Κύπρο, έναντι αμοιβής €1000. Ο ρόλος του κατηγορούμενου στην παρούσα, όπως και στην Παύλου και στην Μαυρουδής ήταν πανομοιότυπος.
Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σωκράτους, Ποινική Έφεση Αρ. 67/21, ημερομηνίας 17/3/2023, ECLI:CY:AD:2023:B92, επιβλήθηκαν πρωτόδικα μετά από παραδοχή, ποινές φυλάκισης 6 ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 476,34 γραμμαρίων κοκαΐνης και 10 κιλών 159 γραμμαρίων κάνναβης με τον κατηγορούμενο να είναι άτομο νεαρής ηλικίας και να αντιμετωπίζεται ως μεταφορέας, δηλαδή με ίδιο ρόλο όπως και στην παρούσα. Οι ποινές κρίθηκαν ως έκδηλα ανεπαρκείς και αυξήθηκαν κατ’ έφεση σε 10 χρόνια αντίστοιχα.
Στη Μαυρολουκά v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 95/2021, 74/2021, ημερ. 31.10.23, ο Εφεσείων καταδικάστηκε από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας για κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, ήτοι 10 κιλών και 938,1 γραμμαρίων κάνναβης, 2 κιλών και 286,2 γραμμαρίων κοκαϊνης και 351,4 γραμμαρίων της ουσίας MDMA και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια στις πρώτες δυο ποσότητες ναρκωτικών, και 4 ετών για την τρίτη. Η έφεση εναντίον της καταδίκης και ποινής απορρίφθηκε, καθώς επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση.
Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias and Others v Cyprus (Application N. 52551/2018) ημερ. 20.6.23, τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σχέση με συγκεκριμένους μετριαστικούς παράγοντες, οφείλουν να αποτυπώνουν, με τρόπο ρητό και μετρήσιμο την μείωση της ποινής με την οποία αποζημιώνεται/αμείβεται ο Κατηγορούμενος. Στην εν λόγω υπόθεση, ο ρητός και μετρήσιμος παράγων ήταν η καθυστέρηση. Η αρχή όμως της Krashias, υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:
«21. Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[1] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»
Σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική:
«Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες είχαν απωλέσει την ιδιότητα του θύματος, καθώς τους επιβλήθηκε επιεικής ποινή (πρόστιμο EUR 400 για κάθε προσφεύγοντα σε σύγκριση με το ανώτατο πρόστιμο CYP 5,000 ή φυλάκιση ενός έτους ή και τα δύο) λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, το
Δικαστήριο υπενθυμίζει τις γενικές αρχές που διέπουν την απώλεια της ιδιότητας του θύματος σε υποθέσεις που αφορούν τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών εξαιτίας μείωσης της ποινής, όπως συνοψίστηκαν στην υπόθεση Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. Ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δήλωσε ότι η καθυστέρηση που είχε σημειωθεί «[θα] ληφθεί υπόψη», η ποινή των προσφευγόντων δεν μειώθηκε λόγω της διάρκειας της διαδικασίας ρητά και μετρήσιμα[2] (ibid., §§ 18 και 57-58· βλ. επίσης Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 και 92, 10 July 2018, και Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 και 60, 4 February 2010).
Η διάρκεια της διαδικασίας αποτέλεσε μία μόνο από τις πολλές παραμέτρους που εξετάστηκαν από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής και δεν φαίνεται να υπήρξε ο κύριος λόγος για την επιείκεια (σε αντίθεση με Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 και 28, 26 June 2001). Επιπλέον, το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει τις ενέργειες της κατηγορούσας αρχής κατά τη διάρκεια
της διαδικασίας, ενώ θεωρήθηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν καμία αβεβαιότητα (βλ. και συγκρ. με Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»
Αφού εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή — την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων — και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένων της παραδοχής του και της συνεργασίας του με τις αστυνομικές αρχές (ως τούτες αναλύθηκαν ανωτέρω), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μόνη ποινή που θα άρμοζε, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, είναι, αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης στην πρώτη κατηγορία για 14 έτη, αλλά αποδίδοντας μετρήσιμη, έστω μειωμένη, υπό τις περιστάσεις που εξηγήσαμε ανωτέρω, αξία στη παραδοχή και συνεργασία του Κατηγορούμενου[3], κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή για την πρώτη κατηγορία είναι η ποινή φυλάκισης 11 ετών, την οποία και επιβάλλουμε.
Στη δεύτερη κατηγορία δεν επιβάλουμε ποινή, καθότι τα γεγονότα που τη στοιχειοθετούν, αποτελούν, στην ουσία, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας.
Η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση, δηλαδή από την 1.7.25.
Τα τεκμήρια της υπόθεσης να καταστραφούν, τηρουμένων των διαδικασιών
(Υπ.) .…………..…………..……………
Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) ………...……….…………..........
Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.
(Υπ.) ……....…….…..…………………
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[2] Υπογράμμιση δική μας.
[3] Όπως και η καθυστέριση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωσης στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούμπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstone’s Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο