ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Ι. Φ., Αρ. Υπόθεσης: 10614/2025, 22/12/2025
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Ι. Φ., Αρ. Υπόθεσης: 10614/2025, 22/12/2025

ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:   Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

                    Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

                    Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

                                                                                       

Αρ. Υπόθεσης: 10614/2025

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

ν

 

                      Ι. Φ.

     

                                                    

Ημερομηνία:  22/12/2025

 

Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Παπανικολάου

Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ.Γρηγορίου

Κατηγορούμενος παρών

 

 

ΠΟΙΝΗ

 

Ο Κατηγορούμενος, εξ΄Ελλάδος, κρίθηκε ένοχος, μετά από παραδοχή του, στην κατηγορία της παράνομης εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β’, συγκεκριμένα 23 κιλών και 646 γραμμαρίων κάνναβης (πρώτη κατηγορία), στην κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, δηλαδή της πιο πάνω ποσότητας (δεύτερη κατηγορία) και στην κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄ της πιο πάνω ποσότητας με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα (τρίτη κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977, όπως τροποποιήθηκε.

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί, είναι τα ακόλουθα:

 

Την 23/09/25 και περί ώρα 1720 ο κατηγορούμενος αφίχθηκε στο Αεροδρόμιο Λάρνακας με πτήση από Αθήνα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στον χώρο παραλαβής των αποσκευών, ο κατηγορούμενος κίνησε τις υποψίες Αστυφύλακα της Υ.ΚΑ.Ν ενόψει του ότι η συμπεριφορά του υποδήλωνε στοιχεία άγχους και νευρικότητας, συγκεκριμένα κοίταζε συνεχώς προς τη δίοδο ελέγχου του Τελωνείου.

Μόλις παρέλαβε την αποσκευή του από τον ιμάντα αποσκευών, κατά την προσπάθεια εξόδου του, κινήθηκε με γρήγορες κινήσεις προς την δίοδο ελέγχου του Τελωνείου «ουδέν προς δήλωση» και ανακόπηκε για έλεγχο από Τελωνειακό Λειτουργό, κατόπιν υποδείξεως από το μέλος της Υ.ΚΑ.Ν.

Σε ακτινοδιαγνωστικό έλεγχο της αποσκευής διαπιστώθηκε ότι αυτή περιείχε ύποπτες ουσίες. Ζητήθηκε τότε από τον κατηγορούμενο να ανοίξει την αποσκευή, αλλά αυτή ήταν κλειδωμένη με κωδικό ασφαλείας.

Ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε τον κωδικό ασφαλείας της αποσκευής και τότε αυτή ανοίχθηκε με τη χρήση ειδικού εργαλείου. Εντός της αποσκευής εντοπίστηκαν δύο μεγάλες νάιλον διαφανείς συσκευασίες, σφραγισμένες αεροστεγώς, εντός των οποίων υπήρχαν άλλες μικρότερες συσκευασίες, ήτοι 44 νάιλον διαφανείς αεροστεγώς σφραγισμένες συσκευασίες, που περιείχαν ξηρή φυτική ύλη κάνναβης.

Οι σαράντα τέσσερις (44) συσκευασίες, που περιείχε η βαλίτσα, ήταν συνολικού βάρους 23 κιλά και 646 γραμμάρια κάνναβης.

Όταν επιστήθηκε η προσοχή του κατηγορουμένου στο Νόμο, αφού του υποδείχθηκαν οι ναρκωτικές ουσίες, απάντησε « Μου τα έδωσαν να τα φέρω στην Κύπρο». Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια συνελήφθη για αυτόφωρα αδικήματα και όταν του επιστήθηκε εκ νέου η προσοχή του στο νόμο απάντησε «Ξανά ήρθα στην Κύπρο για να δω τον αδερφό μου αλλά πρώτη φορά το κάνω αυτό.»

Κατά τη σύλληψη του κατηγορούμενου παραλήφθηκαν ως Τεκμήρια τα ακόλουθα:

  1. μια ταξιδιωτική αποσκευή, χρώματος γκρίζου άγνωστης μάρκας,
  2. 44 συσκευασίες κενού αέρος (αυτές που περιείχαν τη ξηρή φυτική ύλη κάνναβης)
  3.  τρείς άδειες διαφανείς νάιλον συσκευασίες εντός των οποίων βρίσκονταν οι 44 συσκευασίες με την πράσινη φυτική ύλη,
  4. Μία (1) νάιλον τσάντα χρώματος άσπρου με κόκκινες και μαύρες γραμμές η οποία περιέχει μια πλαστική τσάντα χρώματος μαύρου με άσπρους κύκλους,
  5. Τρείς  (3) κορδέλες χρώματός μαύρου, πράσινου και πορτοκαλί αντιστοίχως οι οποίες βρίσκονταν πάνω στην ταξιδιωτική αποσκευή,
  6. Μία (1) κλειδαριά χρώματός ροζ η οποία βρισκόταν πάνω στην ταξιδιωτική αποσκευή.
  7. Ετικέτα ζύγισης αποσκευής της πτήσης Α39Ο6 με αριθμό 0390Α379985Ο, ημερομηνίας 23 Σεπτέμβριου,
  8. Μία (1) κάρτα επιβίβασης στο όνομα F. I. , της πτήσης Α39Ο6
  9. Ένα τηλέφωνο μάρκας ΙΡΗΟΝΕ, χρώματός γαλάζιου το οποίο βρισκόταν  εντός διάφανης θήκης με ΙΜΕΙ 358216489600114 και ΙΜΕΙ2 358216489864470,
  10.  Ένα (1) κινητό τηλέφωνο μάρκας SAMSUNG μαύρου χρώματός το οποίο βρισκόταν εντός θήκης χρώματος πράσινου,
  11. Ένα  (1) ρολόι μάρκας APPLE μπεζ χρώματος.

 

Ο κατηγορούμενος διαμένει στην Αθήνα, δεν είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών και τον τελευταίο καιρό ασχολείται με τον τζόγο. Λόγω του ότι είχε χάσει αρκετά χρήματα στον τζόγο, αναγκάστηκε να δανειστεί από κάποιον Αλβανό ονόματι Α., τα πλήρη στοιχεία του οποίου δεν γνωρίζει, πέραν από τον αριθμό τηλεφώνου του που τον έχει αποθηκευμένο στην εφαρμογή Viber, περιγράφοντας επίσης αδρομερώς τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά.  Ενόψει του ότι δεν κατάφερε να πληρώσει το χρέος του, στον Α., αυτός τον έφερε σε επαφή με άλλο πρόσωπο με το παρατσούκλι “B.”, με τον οποίο είχε διευθετήσει να μεταφέρει τα συγκεκριμένα ναρκωτικά στην Κύπρο. Λάμβανε συνεχώς οδηγίες από τον “B.” μέσω της εφαρμογής «Signal». Κατόπιν οδηγιών του “B.”, είχε μεταβεί σε συγκεκριμένη διεύθυνση, κάπου πίσω από το Σταθμό Λαρίσης στην Αθήνα, την οποία δεν θυμόταν και σε είσοδο μιας πολυκατοικίας, παρέλαβε την αποσκευή με τα ναρκωτικά, από πρόσωπο το οποίο φορούσε κουκούλα.

Ο “B.” τον καθοδηγούσε για τη μεταφορά των ναρκωτικών και την ίδια μέρα που παρέλαβε την αποσκευή με την κάνναβη, απέστειλε στον κατηγορούμενο το αεροπορικό εισιτήριο για την Κύπρο, μέσω της εφαρμογής “Signal”. Οι οδηγίες του ήταν μόλις αφιχθεί στην Κύπρο και πριν εξέλθει του αεροδρομίου Λάρνακας όπως επικοινωνήσει μαζί του.

Κατά τον έλεγχο από το Τελωνείο, ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε επικοινωνία με τον B.”, ο οποίος μάλιστα είχε ακούσει τη συνομιλία του τελωνειακού λειτουργού με τον κατηγορούμενο για να τοποθετήσει την αποσκευή του στην μηχανή X-RAY, αναφέροντας του αυτολεξεί «εντάξει μην αγχώνεσαι, βάλε τη βαλίτσα».

Ο κατηγορούμενος στην Κύπρο θα διέμενε είτε στο ξενοδοχείο San Remo ή σε κάποιο άλλο που θα του έλεγε ο “B”. Δεν γνώριζε σε ποιο άτομο θα παρέδιδε τα ναρκωτικά, αλλά τούτο θα του το έλεγε ο “B.” κατά την έξοδο του από το αεροδρόμιο.

Η αμοιβή του, θα ήταν η εξόφληση του χρέους του, ύψους €10.000.

Στις 24/09/25, ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και εκδόθηκε διάταγμα προφυλάκισης του για 8 ημέρες.

 

Ο κατηγορούμενος είναι Λευκού Ποινικού Μητρώου και τελεί υπό κράτηση από τις 30.9.25. Η κατηγορούσα αρχή αιτείται την κατάσχεση όλων των τεκμηρίων.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου, στη γραπτή του αγόρευση για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε στην άμεση παραδοχή του πελάτη του, στη συνεργασία του με τις αρχές, στη μεταμέλεια και την απολογία που εξέφρασε, στις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, στις συνθήκες υπό τις οποίες διέπραξε τα αδικήματα και τον ρόλο που διαδραμάτισε ως μεταφορέας, ότι ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό και ότι αυτός είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου. Επίσης ο κ. Γρηγορίου υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η οποία ετοιμάστηκε για τον κατηγορούμενο. Στο πλαίσιο των αναφορών του, ως προς τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τόνισε την ανάγκη που οδήγησε τον κατηγορούμενο στη διάπραξη αυτών, δηλαδή τις εναντίον του και κατά της οικογένειας του, απειλές που δεχόταν κατά καιρούς από τους δανειστές του, με αποτέλεσμα να έρθει σε επαφή με τον «B.», ο οποίος του πρότεινε να μεταφέρει τα ναρκωτικά στην Κύπρο.   

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία διέπραξε ο Κατηγορούμενος, είναι πάρα πολύ σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται, κατ’ αρχάς, από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε  αυτά από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, που είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Δημοκρατία ν Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 Α.Α.Δ. 264 και Souilmi ν Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248), η οποία είναι η δια βίου φυλάκιση ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές για τις κατηγορίες 1 και 3 και για την δεύτερη κατηγορία φυλάκιση 8 ετών ή πρόστιμο ή και οι δύο αυτές ποινές.

 

Στην Παγιαβλάς ν Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 240 λέχθηκε ότι η χρήση ναρκωτικών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η χρήση των εν λόγω ουσιών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως «κοινωνική μάστιγα» και ως «νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας», εφόσον τούτες αποτελούν κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού και ιδιαίτερα της νεολαίας μας. Ως δε επισημάνθηκε στην Κλεομένης ν Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 350, στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας, ενώ είναι λυπηρή, οδυνηρή και τραγική η διαπίστωση, πως η απώλεια ζωών, νέων, κυρίως, ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν Παπανικόλα, Ποιν Έφεση Αρ. 214/2021, ημερ. 19/01/2024). Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας παρατηρείται διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, με συνέπεια ο αριθμός των θυμάτων να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Το κοινωνικό και οικονομικό βάρος που συνεπάγεται η χρήση ναρκωτικών είναι τεράστιο.  Παρά τις ουσιαστικές προσπάθειες που καταβλήθηκαν για την πρόληψη και καταστολή αυτού του παγκόσμιου φαινομένου,  το πρόβλημα φαίνεται να έχει ενταθεί και να έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Η συμβολή των Δικαστηρίων στην αντιμετώπιση και πάταξη της μάστιγας αυτής είναι καθοριστική.

 

Η σοβαρότητα των σχετικών αδικημάτων έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο υπογράμμισε την ανάγκη για αυστηρή στάση και επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η ίδια ανάγκη τονίστηκε και από το νέο Εφετείο (βλ. Μαυρόλουκα κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποιν Έφεση Αρ. 74/2021 (Σχετ. Ποιν Εφ. Αρ. 95/2021), ημερ. 31/10/2023 και Καμπίσιο κ.ά. ν Αστυνομίας, Ποιν Εφέσεις Αρ. 89-91/2023, ημερ. 13/06/2024).

 

Η αυξημένη χρήση ναρκωτικών και οι δυσμενείς επιπτώσεις τους, ιδίως στη νεολαία, καθιστούν την αποτροπή κυρίαρχο παράγοντα στον καθορισμό της ποινής (βλ. Ξυδάς ν Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 807 και Bora ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13/03/2018), ECLI:CY:AD:2018:B110. Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται στο ύψος τους, αποτελεί το βασικό τους γνώρισμα (βλ. Μιχαήλ ν Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 557).

 

Ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/1977, αλλά και η νομολογία, διαφοροποιούν σαφώς τη μεταχείριση των χρηστών από εκείνη των εμπόρων ναρκωτικών Στην Beyki ν Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 60, αναγνωρίστηκε η αρχή διάκρισης της σοβαρότητας ανάμεσα στα αδικήματα εμπορίας και σε αυτά της κατοχής και χρήσης. Οι έμποροι ναρκωτικών ασκούν ως επάγγελμα τη διάδοση του θανάτου και γι’ αυτό δύσκολα δικαιολογείται μετριασμός των ποινών που τους επιβάλλονται. Αντίθετα, για τους χρήστες υπάρχει περιορισμένο περιθώριο επίδειξης επιείκειας, που συνδέεται με την ανθρώπινη αδυναμία, ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η διάκριση αυτή φαίνεται και στην Παγιαβλάς (ανωτέρω), όπου υπογραμμίστηκε ότι για τους εμπόρους είναι εμφανής η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, αφού ζουν από τη διάδοση της καταστροφής.

 

Στη Γενικός Εισαγγελέας ν Πέτρου, Ποιν. Έφεση Αρ. 71/2022, ημερ. 1/12/2022, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού επισήμανε ότι η μάστιγα των ναρκωτικών έχει ριζώσει βαθιά στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες, όχι μόνο για τους παραβάτες – συχνά νεαρούς και ανηλίκους– αλλά και για την κοινωνία, επανέλαβε την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών, ιδιαίτερα όταν η κατοχή συνοδεύεται από πρόθεση εμπορίας ή διάθεσης σε τρίτους. 

 

Το είδος, η ποσότητα, η σύσταση και ο σκοπός κατοχής των ναρκωτικών, όπως και ο ρόλος του δράστη, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η επιβολή αυστηρών ποινών δικαιολογείται σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα είναι σημαντική και η κατοχή συνδέεται με πρόθεση εμπορίας (βλ. Esper ν Δημοκρατία (1972) 2 C.L.R. 73, Moussa ν Δημοκρατία (1992) 2 Α.Α.Δ. 320 και Μallouk ν Δημοκρατία (2000) 2 Α.Α.Δ. 711).

 

Στην Valdez κ.α. v Δημοκρατίας, ΠοινΕφ.144/16, ημερ.21.2.17, ECLI:CY:AD:2017:B57, σημειώθηκε ότι κάθε δικαστήριο που επιβάλλει ποινή σε υπόθεση ναρκωτικών πρέπει να κατηγοριοποιήσει τον κατηγορούμενο με αναφορά στην ανάμειξη του στην πυραμίδα διακίνησης των ναρκωτικών, όχι αυστηρά για να τον “κατατάξει” σε κατηγορίες ή υποκατηγορίες (όπως πράττουν οι κατευθυντήριες γραμμές για τις ποινές ναρκωτικών στην Αγγλία), αλλά για να διακρίνει κάποια χαρακτηριστικά του που καθορίζουν αφενός τον βαθμό υπαιτιότητας του (culpability) και αφετέρου το κακό που ο κατηγορούμενος προκάλεσε με τις ενέργειες του (harm) το οποίο προσμετράται συνήθως βάση του είδους και της ποσότητας των ναρκωτικών που μεταφέρει. 

 

Κατά την επιμέτρηση λαμβάνεται υπόψη η πάγια νομολογιακή αρχή ότι, όταν υπάρχει έξαρση και επανάληψη τέτοιων αδικημάτων, παρά τις αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων (βλ. Selmani κ.ά ν Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 854, Μιχαήλ (ανωτέρω) και Abunazha ν Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, είναι σαφές ότι τα διαπραχθέντα από τον Κατηγορούμενο αδικήματα, παρουσιάζουν έξαρση, κάτι που διαπιστώνεται, όχι μόνο μέσα από τη νομολογία, αλλά και από τον μεγάλο αριθμό σχετικών υποθέσεων που καταλήγουν τόσο ενώπιον μας, όσο και ενώπιον άλλων πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων.

 

Σε ό,τι αφορά το ύψος των ποινών, δεν υπάρχει αυστηρά προκαθορισμένο πλαίσιο ούτε ακριβής σύνδεση με προηγούμενες αποφάσεις. Οι αναφορές στη νομολογία έχουν κυρίως ενδεικτικό χαρακτήρα, αφού κάθε υπόθεση έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Οι σχετικές αποφάσεις των Ανώτερων Δικαστηρίων δείχνουν το μέτρο τιμωρίας για τέτοια αδικήματα, αλλά δεν έχουν δεσμευτική ισχύ όπως οι αρχές δικαίου. Η ποινή κάθε κατηγορουμένου εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες της δικής του υπόθεσης και προσωπικότητας. Οι προηγούμενες αποφάσεις παρέχουν κατευθυντήριες γραμμές για το τι μπορεί να ληφθεί υπόψη υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ενώ τα Δικαστήρια διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να επιβάλλουν την ποινή που θεωρούν δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις (βλ. Σαμπή ν Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100).

 

Έχει αναφερθεί ότι πολυετής φυλάκιση είναι η αρμόζουσα ποινή σε περιπτώσεις κατοχής μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια. Η μεγαλύτερη ποσότητα των ναρκωτικών που κατέχονται είναι λόγος για επίταση της ποινής, δεν εφαρμόζεται όμως αυστηρή αριθμητική αναπροσαρμογή. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Γιάννη Ανδρέου, Ποιν. Εφ. 135/2019, απόφαση ημερομηνίας 04.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B372, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 16 ετών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στο αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 15 περίπου κιλών κοκαΐνης, κατόπιν παραδοχής, τονίζοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο, εν είδει απάντησης στο επιχείρημα του Γενικού Εισαγγελέα ότι η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο (16 έτη) δεν αντικατοπτρίζει την αναγνωρισμένη, από τη νομολογία, αυξητική τάση που πρέπει να παρατηρείται στο ύψος των επιβαλλόμενων, για τέτοια αδικήματα, ποινών, ότι «Τα τελευταία χρόνια, το έγκλημα σε σχέση με τα ναρκωτικά έχει αυξηθεί.  Θα δικαιολογείτο έτσι, σε σχέση με το ενδεικτικό μέτρο της Σιδερένου, ακόμα πιο αυστηρή αντιμετώπιση (Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ.235/2013 κ.ά., ημερ.5.10.2016 και Ismen Bora) που βρίσκουμε ότι αποδίδεται με την ποινή που επέβαλε το Κακουργιοδικείο στον Εφεσίβλητο.  Όχι μόνο με αναφορά στον ένα περισσότερο χρόνο που επιβλήθηκε, [στην κατηγορούμενη Σιδερένου είχε επιβληθεί φυλάκιση 15 ετών] αλλά και σε σχέση με τις περιστάσεις της υπόθεσης, αφού θεωρούμε τις περιστάσεις στη Σιδερένου πιο επιβαρυντικές για την ποινή».

 

Επιπλέον, για τον καθορισμό του μέτρου τιμωρίας και των παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη, μελετήθηκε και συνεκτιμήθηκε η σχετική νομολογία των Ανώτερων Δικαστηρίων, στην οποία, ενδεικτικώς, θα αναφερθούμε κατωτέρω.

 

Αναγνωρίζουμε ότι ο χαρακτηρισμός ενός αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται μόνο από το ανώτατο όριο ποινής που ο Νόμος προβλέπει. Είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξή του, καθώς αυτές αποκαλύπτουν την έκταση της βλάβης και τις γενικότερες συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει (βλ. Μιχαηλίδης ν Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391). Κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα στοιχεία της, και η σοβαρότητα του αδικήματος βαθμολογείται αναλόγως αυτών, με το αποτέλεσμα να αντικατοπτρίζεται στην επιβληθείσα ποινή.

 

Στην παρούσα περίπτωση, η σοβαρότητα της ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, έγκειται στο γεγονός ότι εισήγαγε στη Δημοκρατία μια μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Β΄, συγκεκριμένα 23 κιλών και 646 γραμμαρίων κάνναβης. Συνυπολογίζουμε, εν προκειμένω, τις συνέπειες που η εισαγωγή αυτής της ποσότητας ναρκωτικών θα μπορούσε να προκαλέσει σε μεγάλο αριθμό χρηστών, καθώς και στην κοινωνία γενικότερα. Ευτυχώς, κάτι τέτοιο αποτράπηκε μόνο λόγω της ανακοπής του από τον επί καθήκοντι αρμόδιο Τελωνειακό Λειτουργό, κατόπιν σχετικής υποδείξεως από μέλος της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών (ΥΚΑΝ).

Όσον αφορά τον ρόλο του Κατηγορούμενου στη διάπραξη των αδικημάτων, συνυπολογίζουμε το γεγονός ότι στη βάση των διαφόρων χρεών που είχε, αποδέκτηκε τη μεταφορά των ναρκωτικών στη Δημοκρατία.

 

Σημειώνουμε, ότι, μέσα από τα γεγονότα προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε ως ενδιάμεσος συνεργάτης (μεταφορέας των ναρκωτικών) προσώπων, εκ των οποίων κατονόμασε ένα, αναφέροντας το παρατσούκλι του «B.». Αυτός ασχολείτο συστηματικά με τον τζόγο τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα να δανείζεται και να οφείλει χρηματικά ποσά σε τοκογλύφους, οι οποίοι με σκοπό την είσπραξη των οφειλών του, απειλούσαν ότι θα προκαλέσουν κακό στον ίδιο και στην οικογένεια του.

 

Δεν ήταν, λοιπόν, ούτε ο ιδιοκτήτης των ναρκωτικών, ούτε ο  οργανωτής της επιχείρησης, αλλά εκτέλεσε τις εντολές κάποιων άλλων. Εντούτοις, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι αυτός συμμετείχε στην εκτέλεση του σχεδίου μεταφοράς και εισαγωγής τόσης μεγάλης ποσότητας κάνναβης στην Κύπρο. Ενεργώντας παρανόμως, αυτός επιδίωξε να αποκομίσει οικονομικό όφελος, καθώς για τη μεταφορά των ναρκωτικών επρόκειτο να εξοφληθούν οφειλόμενα χρηματικά ποσά απ΄αυτόν, που ανέρχονταν περί τις €10.000. Αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι ο ρόλος του, μολονότι περιορισμένος, ήταν καθοριστικός και απαραίτητος για τη διακίνηση των ναρκωτικών. Χωρίς τη συμμετοχή του, ως ενδιάμεσος συνεργάτης, η περαιτέρω διακίνηση και διάδοσή τους στην κοινωνία θα ήταν αδύνατη (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466).

 

Δεν μας διαφεύγει βέβαια, ως έχει αναγνωρισθεί νομολογιακώς, ότι πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ’ ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές ή διαμεσολαβητές, αλλά την ίδια στιγμή δεν μας διαφεύγει η ουσιαστική και σπουδαίας σημασίας, συνδρομή, συνέργεια και  βοήθεια την οποία παρέχουν οι τελευταίοι - ενδιάμεσοι συνεργάτες προς επίτευξη του τελικού στόχου που δεν είναι άλλη από την εμπορία των ναρκωτικών ουσιών. Τα πιο πάνω λέχθηκαν στην Xhaferi ν Δημοκρατίας, Ποιν Έφεση Αρ. 207/2021, ημερ. 16/11/2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, από  την οποία παραθέτουμε και το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Εκείνο το οποίο, ωστόσο, παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Εφεσείων αναμφίβολα κατέστη συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών. Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, όποιος και αν ήταν αυτός. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.

 

Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα: Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του. Στην παρούσα περίπτωση λοιπόν αυτό ακριβώς έπραξε ο Εφεσείων. Έχοντας υπό τη φύλαξη του τα ναρκωτικά σε αποθήκη της οποίας αυτός κρατούσε το κλειδί, ορθά κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο ότι έδιδε καθοριστικής σημασίας κάλυψη στον πραγματικό ιδιοκτήτη των ναρκωτικών μέχρι τέλους, αφού δεν τον κατονόμασε. Ορθώς, επομένως, το Κακουργιοδικείο σημείωσε ότι ο Εφεσείων διαπράττοντας τα αδικήματα είχε κύρια συνδρομή στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών, δίδοντας ξεκάθαρα σημαντικό «χέρι βοήθειας» προφανώς σε εμπόρους τους οποίους επέλεξε να μην αποκαλύψει».

 

Από την άλλη πλευρά, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, οι συνθήκες υπό τις οποίες  διαπράχθηκαν τα επίδικα αδικήματα κατέχουν ουσιαστική σημασία για τον καθορισμό της ποινής σε υποθέσεις αυτής της φύσης. Όπως έχει, επανειλημμένως, επισημανθεί, η πείρα αποδεικνύει ότι οι έμποροι ναρκωτικών επιλέγουν συχνά συνεργάτες άτομα ευάλωτα και σε ανάγκη, όπως ο Κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών, ωστόσο, δεν μπορεί να επιτρέψει την εξασθένιση της αυστηρής και αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου, που αποτελεί θεμέλιο για την καταπολέμηση αυτών των εγκλημάτων (βλ. Marius ν Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 397).

 

Επιπλέον, παρότι αναγνωρίζεται η σημασία αυτών των ελαφρυντικών και επιβαρυντικών παραμέτρων, δεν μειώνεται η ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, προκειμένου αυτή να αρμόζει όχι μόνο στο αδίκημα καθ’ αυτό, αλλά και στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον της εξατομίκευσης παραμένει αμετάβλητο, ακόμη και όταν η επιβολή της ποινής αποσκοπεί στην αποτροπή και την πρόληψη. Οφείλουμε, ωστόσο, να τονίσουμε ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγήσει σε μείωση της σοβαρότητας ή της αποτρεπτικής δύναμης της ποινής, καθώς το αδίκημα και οι περιστάσεις της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή ενός αυστηρού πλαισίου τιμωρίας, που να εξυπηρετεί τόσο τη δικαιοσύνη όσο και το συμφέρον της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου κ.ά ν Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 171, Κωνσταντίνου ν  Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικού Εισαγγελέα ν Στυλιανού (2001) 2 Α.Α.Δ. 55).

 

Προς όφελος του Κατηγορούμενου, πέραν των όσων σχετικών λέχθηκαν ανωτέρω, λαμβάνουμε υπόψη και τα λοιπά που τέθηκαν ενώπιον μας.

 

Κατ’ αρχάς, λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του, σε συνδυασμό με την ηλικία του, στοιχεία, που, από τη μια, δικαιολογούν τη θέση του ότι η εν προκειμένω παραβατική συμπεριφορά του αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό στο μέχρι τώρα βίο του, και από την άλλη, του δίδει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου ν Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525 και  Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017 ημερ. 21/09/2017), ECLI:CY:AD:2017:D311.

 

Επίσης, την άμεση παραδοχή του, τόσο στις ανακριτικές αρχές όσο και στο Δικαστήριο, στοιχείο που καταδεικνύει τη μεταμέλεια του. Ως προς τούτο, να λεχθεί επιπροσθέτως ότι με αυτή του τη στάση εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28). Έχουμε πάντα υπόψη μας τη βασική αρχή ότι η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να ανταμείβεται με έκπτωση στην ποινή, καθότι, πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα (βλ. σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, (β΄ έκδοση) σελ. 65-66).

 

Περαιτέρω, δεν μας διαφεύγει ούτε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, με δεδομένο ότι τα ναρκωτικά εντοπίσθηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου όταν αυτός ανακόπηκε στο αεροδρόμιο, δηλαδή κατελήφθη ουσιαστικά επ’ αυτοφώρω να τα κατέχει, η παραδοχή του είναι μειωμένης αξίας (βλ. Κατσαπάου ν Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 318). Από την άλλη, ως ήδη σημειώθηκε, δεν παραγνωρίζουμε ότι η παραδοχή έχει τη σημασία της, ακόμα και υπό αυτές τις περιστάσεις, ως απτό στοιχείο της μεταμέλειας του (βλ. Βασιλείου ν Δημοκρατίας (2015) 2 A.A.Δ. 424).

 

Επιπρόσθετα, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και λοιπές συνθήκες του Κατηγορούμενου, ως αυτές φαίνονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και στα όσα συμπληρωματικά ανέφερε ο κ. Γρηγορίου και ιδιαίτερα ότι ο Κατηγορούμενος:

 

·                Είναι ηλικίας 27 ετών, άγαμος και άτεκνος. Πριν τη σύλληψη του διέμενε στην Αθήνα με τη μητέρα του.

·                Ο πατέρας του δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον γι΄αυτόν και τον αδελφό του ο οποίος είναι εγκατεστημένος μαζί με την οικογένεια του στη Δημοκρατία.

·                Απαλλάχθηκε από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, λόγω προβλημάτων υγείας που παρουσίαζε λόγω παχυσαρκίας.

·                Αυτός απασχολείτο στο κομμωτήριο της μητέρας του από την ηλικία των 18 ετών και είναι κάτοχος διπλώματος κομμωτικής. Οι απολαβές του ήταν περιορισμένες και κυρίως διαβίωνε με τα εισοδήματα της μητέρας του.

·                Δεν είναι μέλος οποιασδήποτε εγκληματικής ομάδας, υπό την έννοια ότι δεν πρόκειται για πρόσωπο που συστηματικά στο πλαίσιο σχετικής οργάνωσης κατέχει θέση σε αυτή, με σκοπό (τούτη) να διαπράξει εγκλήματα, τα οποία παρά μόνο ότι μεμονωμένα και δη για τα επίδικα αδικήματα, αποδέχθηκε να ενεργήσει στη βάση οδηγιών τρίτων, με σκοπό το οικονομικό όφελος και δη την εξόφληση των χρεών του.

·                Αυτός ως υπόδικος έχει ενταχθεί σε προγράμματα επιμόρφωσης και ασκεί την κομμωτική.

 

Στο σημείο αυτό, κρίνεται απαραίτητο να υπογραμμίσουμε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία μας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως λαμβάνονται υπόψη, κατά έναν βαθμό, προκειμένου η εξατομίκευση της ποινής να  επιτευχθεί. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορεί αυτή η εξατομίκευση να οδηγήσει σε αδιαφορία ή αποδυνάμωση της βασικής προτεραιότητας, η οποία είναι η προστασία της κοινωνίας. Η φύση των αδικημάτων αυτών, καθώς και οι σοβαρές συνέπειες που συνεπάγονται για την κοινωνία –ιδίως για τη νεολαία– από την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών, επιβάλλει την επιβολή ποινών που να αντικατοπτρίζουν την ανάγκη για αποτροπή και την προστασία των κοινωνικών αξιών (βλ. Μιχαήλ (ανωτέρω), Abe ν Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 211 και Γενικός Εισαγγελέας ν Χρυσάνθου (2016) 2Α Α.Α.Δ. 423).

 

Περαιτέρω ως έχει νομολογηθεί, και τούτο σε σχέση με τις απειλές που του γίνονταν από τον τοκογλύφο - δανειστή του -, η κακή οικονομική κατάσταση ενός προσώπου, ή σε κάθε περίπτωση η ανάγκη που οδηγεί κάποιον στη διάπραξη αδικήματος, δεν αποτελεί ελαφρυντικό, ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή του στο έγκλημα (βλ. Σταύρου «Φάντης» ν Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ.  61) προς βλάβη μάλιστα των συνανθρώπων του. Συναφώς, ως έχει λεχθεί στην Περικλέους ν Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 397 «δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει όμως να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο. Για αυτό και η εξατομίκευση της ποινής ώστε να αντανακλά και στις συνθήκες του παραβάτη δεν αμβλύνει στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής που κατά κανόνα υπεισέρχεται στον καθορισμό της».

 

Επίσης δεν μας διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος ως αλλοδαπό πρόσωπο, λόγω της πιθανής έκτισης στερητικής της ελευθερίας ποινής στη Δημοκρατία να αποστερηθεί του δικαιώματος του να δέχεται επισκέψεις από τη μητέρα του, που διαμένει στη γενέτειρα του και να τυγχάνει της ψυχολογικής στήριξης απ΄αυτήν. Είναι και αυτό στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη μας παράλληλα με τη δυνατότητα του, νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιβάλλει η Απόφαση-Πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ, σχετικά με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας για τον σκοπό της εκτέλεσης τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, (βλ. τον Περί της Διαδικασίας Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αποφάσεων Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες Επιβάλλουν Ποινές Στερητικές της Ελευθερίας ή Μέτρα Στερητικά της Ελευθερίας Νόμος του 2014 (Ν. 67(I)/2014), στο πλαίσιο δικαστικής συνδρομής, να αιτηθεί και να του επιτραπεί να εκτίσει την όποια τυχόν, στερητική της ελευθερίας ποινή του, στη γενέτειρά του και στον τόπο διαμονής της μητέρας του.

 

Στο σημείο αυτό, παραθέτουμε, με συνοπτικό τρόπο, αριθμό αποφάσεων Ανώτερων Δικαστηρίων, στο πλαίσιο των οποίων επικυρώθηκαν ή επιβλήθηκαν ποινές σε αδικήματα ίδιου και ή όμοιου τύπου και σοβαρότητας με αυτά που διέπραξε ο Κατηγορούμενος.

 

Στην Π.Ιωάννου v Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 484 ο εφεσείων αντιμετώπιζε κατηγορίες κατοχής σχεδόν 24 κιλών κάνναβης και κατοχής της με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατόπιν ακρόασης καταδικάστηκε σε 16 έτη φυλάκιση. Αυτός ήταν οικογενειάρχης, ηλικίας 43 ετών και λευκού ποινικού μητρώου. Η έφεση του απορρίφθηκε και επικυρώθηκε η απόφαση του Πρωτόδικου δικαστηρίου.

 

Στη Μαυρουδής v Δημοκρατίας Ποιν. Εφ.112/21, ημερ. 19.12.22, ECLI:CY:AD:2022:B485, ο εφεσείων, κατόπιν παραδοχής, καταδικάστηκε σε εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια κάνναβης βάρους 24 κιλών και 939 γραμμαρίων και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 13 ετών. Ο εφεσείων ήταν 33 ετών, με δύο ανήλικα τέκνα και οικονομικά προβλήματα, ο οποίος παρέλαβε τη βαλίτσα με τα ναρκωτικά κλειδωμένη από την Αθήνα και τη μετέφερε στην Κύπρο, έναντι αμοιβής €1000. Ο ρόλος του εκεί Κατηγορούμενου,  όπως και στην παρούσα ήταν πανομοιότυπος.

 

Στη Μιχαήλ v Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.165/15, ημερ.22.1.18, ECLI:CY:AD:2018:B37, η μετά από παραδοχή, φυλάκιση 13 ετών για κατοχή 15 κιλών και 923 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια της επικυρώθηκε, παρά το ότι χαρακτηρίστηκε ως αυστηρή.

 

Στη Φραγκίσκου v Δημοκρατίας, (2015) 2 Α.Α.Δ. 833 ποινή φυλάκισης 12 ετών, που επιβλήθηκε σε 40 χρονο, μετά από παραδοχή, για κατοχή 20 κιλών και 401 γραμμαρίων κάνναβης, με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο, επικυρώθηκε από το Εφετείο.

 

Στη Μαυρολουκά v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 95/2021,  74/2021, ημερ. 31.10.23, ο Εφεσείων καταδικάστηκε από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας για κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, ήτοι 10 κιλών και 938,1 γραμμαρίων κάνναβης, 2 κιλών και 286,2 γραμμαρίων κοκαϊνης και 351,4 γραμμαρίων της ουσίας MDMA και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια στις πρώτες δυο ποσότητες ναρκωτικών, και 4 ετών για την τρίτη. Η έφεση εναντίον της καταδίκης και ποινής απορρίφθηκε, καθώς επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση.

 

Στην Παναγιώτου ν  Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 478, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 14 ετών για εισαγωγή, κατοχή με σκοπό τη προμήθεια 6.453.34 κιλών ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, επιβληθείσες κατόπιν παραδοχής, μειώθηκαν σε 12 έτη. Ο Εφεσείων βαρυνόταν με μία προηγούμενη καταδίκη για μηδαμινή ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξης Β. 

 

Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σωκράτους, Ποινική Έφεση Αρ. 67/21, ημερομηνίας 17/3/2023, ECLI:CY:AD:2023:B92, επιβλήθηκαν πρωτόδικα μετά από παραδοχή, ποινές φυλάκισης 6 ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 476,34 γραμμαρίων κοκαΐνης και 10 κιλών 159 γραμμαρίων κάνναβης με τον κατηγορούμενο να είναι άτομο νεαρής ηλικίας και να αντιμετωπίζεται ως μεταφορέας, δηλαδή με ίδιο ρόλο όπως και στην παρούσα. Οι ποινές κρίθηκαν ως έκδηλα ανεπαρκείς και αυξήθηκαν κατ’ έφεση σε 10 χρόνια αντίστοιχα.

 

Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Krashias and Others v Cyprus (Application N. 52551/2018) ημερ. 20.6.23, τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σχέση με συγκεκριμένους μετριαστικούς παράγοντες, οφείλουν να αποτυπώνουν, με τρόπο ρητό και μετρήσιμο την μείωση της ποινής με την οποία αποζημιώνεται/αμείβεται ο Κατηγορούμενος. Στην εν λόγω υπόθεση, ο ρητός και μετρήσιμος παράγων ήταν η καθυστέρηση. Η αρχή όμως της Krashias, υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια πρέπει να εξειδικεύουν, εκεί όπου χρειάζεται, την ακριβή μείωση που αντιστοιχεί για τους μετρήσιμους μετριαστικούς παράγοντες. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:

 

«21.  Turning to the Government’s assertion that the applicants had lost their victim status as they had received a lenient sentence (a fine of EUR 400 for each applicant compared with the maximum fine of CYP 5,000 or one year’s imprisonment, or both) on account of the length of the proceedings, the Court

reiterates the general principles concerning the loss of victim status in cases concerning the length of criminal proceedings on account of a reduction of sentence, as summarised in the case of Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. While the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicants’ sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner[1] (ibid., §§ 18 and 57-58; see also Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 and 92, 10 July 2018, and Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 and 60, 4 February 2010). The duration of the proceedings was one of many aspects considered by the court when determining the sentence and does not seem to have been the predominant reason for mitigation (contrast with Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 and 28, 26 June 2001). In addition, the court failed to assess the prosecution’s actions throughout the proceedings, while the applicants were considered not to have suffered any uncertainty (compare and contrast with Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»

 

 

Σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική:

 

«Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες είχαν απωλέσει την ιδιότητα του θύματος, καθώς τους επιβλήθηκε επιεικής ποινή (πρόστιμο EUR 400 για κάθε προσφεύγοντα σε σύγκριση με το ανώτατο πρόστιμο CYP 5,000 ή φυλάκιση ενός έτους ή και τα δύο) λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, το

 

Δικαστήριο υπενθυμίζει τις γενικές αρχές που διέπουν την απώλεια της ιδιότητας του θύματος σε υποθέσεις που αφορούν τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών εξαιτίας μείωσης της ποινής, όπως συνοψίστηκαν στην υπόθεση Chiarello ν Germany, no. 497/17, § 54-55, 20 June 2019. Ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δήλωσε ότι η καθυστέρηση που είχε σημειωθεί «[θα] ληφθεί υπόψη», η ποινή των προσφευγόντων δεν μειώθηκε λόγω της διάρκειας της διαδικασίας ρητά και μετρήσιμα[2] (ibid., §§ 18 και 57-58· βλ. επίσης Ščensnovičius ν Lithuania, no. 62663/13, §§ 51 και 92, 10 July 2018, και Malkov ν Estonia, no. 31407/07, §§ 29 και 60, 4 February 2010).

 

Η διάρκεια της διαδικασίας αποτέλεσε μία μόνο από τις πολλές παραμέτρους που εξετάστηκαν από το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής και δεν φαίνεται να υπήρξε ο κύριος λόγος για την επιείκεια (σε αντίθεση με Beck ν Norway, no. 26390/95, §§ 14 και 28, 26 June 2001). Επιπλέον, το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει τις ενέργειες της κατηγορούσας αρχής κατά τη διάρκεια

της διαδικασίας, ενώ θεωρήθηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν καμία αβεβαιότητα (βλ. και συγκρ. με Menelaou ν Cyprus (dec.), no. 32071/04, 12 June 2018).»

 

Αφού εξετάσαμε και συνεκτιμήσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, αλλά και της επιτακτικής ανάγκης για αποτροπή — την οποία υπαγορεύει η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων — και κατόπιν στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, εξαιρουμένων της παραδοχής του και της συνεργασίας του με τις αστυνομικές αρχές (ως τούτες αναλύθηκαν ανωτέρω), καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μόνη ποινή που θα άρμοζε, στην παρούσα υπόθεση, να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, είναι, αναπόφευκτα, αυτή της φυλάκισης στην πρώτη κατηγορία για 16 έτη, αλλά αποδίδοντας μετρήσιμη, έστω μειωμένη, υπό τις περιστάσεις που εξηγήσαμε ανωτέρω, αξία στην παραδοχή και συνεργασία του  Κατηγορούμενου[3], κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή είναι η  ποινή φυλάκισης 13 ετών, την οποία και επιβάλλουμε.

 

Στη δεύτερη και τρίτη κατηγορία δεν επιβάλουμε ποινή, καθότι τα γεγονότα που τις στοιχειοθετούν, αποτελούν, στην ουσία, μέρος τα γεγονότων που στοιχειοθετούν το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας και αποτελούν μία ενιαία έκνομη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου.

 

Η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, δηλαδή από την  30.9.25.

Όλα τα τεκμήρια να καταστραφούν, τηρουμένων των διαδικασιών.

                                                           

 

(Υπ.)  .…………..…………..……………

                                                                                                 Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

 

   

   (Υπ.)  ………...……….…………..........

                                                                                                     Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

 

 

                                                                                                                          (Υπ.)……....…….…..………………………

                    Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[2] Υπογράμμιση δική μας.

[3] Όπως και η καθυστέριση (Krashias (ανωτέρω)), η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και η συνεργασία με τις αρχές, αποτελούν παράγοντες, που, όταν εφαρμόζονται, πρέπει να αποτυπώνεται, μετρήσιμα, η συγκεκριμένη μείωσης στην ποινή που θα επιβαλλόταν αν δεν τύγχαναν εφαρμογής (βλ. Χαρτούμπαλλος (ανωτέρω), Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου (ανωτέρω), Blackstones Criminal Practice 2016, Part E. 1,13, R. v. P. and Derek Stephen Blackburn [2008] 2 Cr. App. R. (S.) 5 (para. 22).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο