ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΑΘΗ ν. G.D.L. TRADING (FAMAGUSTA) LTD, Αρ. Υπόθεσης: 3429/2021, 25/7/2025
print
Τίτλος:
ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΑΘΗ ν. G.D.L. TRADING (FAMAGUSTA) LTD, Αρ. Υπόθεσης: 3429/2021, 25/7/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά, Ε.Δ.

 Αρ. Υπόθεσης: 3429/2021

Μεταξύ:

 

ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΑΘΗ

Παραπονούμενος

 

και

 

G.D.L. TRADING (FAMAGUSTA) LTD

Κατηγορούμενη

 

 

 

Ημερομηνία: 25 Ιουλίου, 2025

 

Εμφανίσεις:

 

Για την Κατηγορούσα Αρχή:   κα Ε. Νικολάου για Ζένιος Νικολάου Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Κατηγορούμενη:         κος Σ. Γ. Μαυρομάτης

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.      Η κατηγορούμενη με βάση το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει εννέα κατηγορίες σε σχέση με παράλειψη καταβολής / αποκοπής του 13ου μισθού (ή την αναλογία του 13ου μισθού) σε μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό χωρίς τη συγκατάθεση του Παραπονούμενου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 9(1), 10 και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν. 35(Ι)/2007, ως είχε τροποποιηθεί μέχρι το 2012 (εν τοις εφεξής «Νόμος»), για τα έτη 2013 – 2021 (Απρίλιο).

 

2.      Δεδομένου του ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο Παραπονούμενος ήταν εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης (εφεξής «Κατηγορούμενη» ή «Εταιρεία») καθώς και το ότι δεν είχε καταβληθεί 13ος μισθός κατά τις ημερομηνίες οι οποίες αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος για κάθε μία από τις εννέα κατηγορίες, το ζήτημα το οποίο καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει είναι το κατά πόσον ο Παραπονούμενος είχε συγκατατεθεί στην αποκοπή του μισθού του.

 

3.      Δεδομένης της μη παραδοχής της Κατηγορούμενης, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον Παραπονούμενο (ΜΚ1).

 

4.      Αφού το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του στις 08.11.2024 έκρινε ότι αποδείχθηκε επαρκώς εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης καθώς και ότι δεν θα έπρεπε να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ του τερματισμού της υπόθεσης λόγω ισχυριζόμενης κατάχρησης της διαδικασίας λόγω καθυστέρησης, κάλεσε σε απολογία την Κατηγορούμενη. Για την υπεράσπιση κατέθεσαν οι κ.κ. Ανδρέας Γιωργαλλής (ΜΥ1) και Γιάννης Μιχαήλ (ΜΥ2).

 

5.      Σημειώνω σε αυτό το στάδιο ότι το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας, έχει τύχει προσεκτικής μελέτης και το έχω λάβει υπόψιν μου. Δεδομένου ότι οι αρχές οι οποίες διέπουν την αιτιολόγηση δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλουν την επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας ή την αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή αυτής, θα προσπαθήσω να περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα.

 

6.      Το δε περιεχόμενο των εμπεριστατωμένων και επιμελών αγορεύσεων των συνηγόρων των μερών έχει ληφθεί υπόψη και ειδική αναφορά σε επιχειρήματα τα οποία προβάλλονται γίνεται όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο. Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση την οποία μπορεί να έχει στη θεώρηση των επίδικων θεμάτων.[1]

 

Β.  ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΑΧΘΗΚΕ

 

i.          Μαρτυρία Παραπονούμενου

 

7.      Ο Παραπονούμενος στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α) στην οποία ανέφερε ότι:

 

7.1   Εργαζόταν ως πωλητής στην Κατηγορούμενη από τον Μάρτιο του 2009. Όταν προσλήφθηκε αναφέρθηκε από τον εργοδότη του ότι θα λάμβανε 13ο μισθό και πράγματι μέχρι το 2012 λάμβανε 13ο μισθό.

7.2   Περί τα τέλη του έτους 2013 ανακοινώθηκε σε αυτόν από τον εργοδότη του ότι η Κατηγορούμενη δεν θα του κατέβαλλε 13ο μισθό καθότι η εταιρεία έπρεπε να προβεί σε περικοπές λόγω της οικονομικής κρίσης.

7.3   Ο Παραπονούμενος ανέφερε στον εργοδότη του ότι δεν συμφωνεί με την αποκοπή του 13ου μισθού του και ότι η Κατηγορουμένη έπρεπε να τηρήσει τη συμφωνία η οποία συνάφθηκε όταν είχε προσληφθεί.

7.4   Παρά τις αντιρρήσεις του δεν πληρώθηκε τον 13ο του μισθό το 2013.

7.5   Το ίδιο επαναλήφθηκε το 2014 και επαναλαμβανόταν κάθε έτος μέχρι και τον Απρίλιο του 2021 όταν τερματίστηκε η απασχόληση του στην Κατηγορούμενη.

7.6   Κάθε χρόνο όταν δεν λάμβανε 13ο μισθό επαναλάμβανε την διαφωνία του σε σχέση με την αποκοπή του μισθού του και αξίωνε την πληρωμή του 13ου μισθού του.

7.7   Ως Τεκμήριο 1 κατέθεσε δέσμη η οποία αποτελείται από δεκατέσσερεις αναλυτικές καταστάσεις αποδοχών ασφαλισμένου για τα έτη 2009 – 2022 των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

 

8.      Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι όταν αναφερόταν σε εργοδότη στο Έγγραφο Α εννοεί τον Θεόδωρο Ευσταθίου, ο οποίος ήταν ο προϊστάμενος του στην Κατηγορούμενη. Με τον Ευσταθίου ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι είναι συγγενής (θείος του) και είχαν άριστες σχέσεις. Όταν του ανέφερε περί το τέλος του 2013 πως η Εταιρεία προσανατολίζεται να αποκόψει τον 13ο μισθό του, ο Παραπονούμενος του ανέφερε πως δεν αποδέχεται αλλά η συζήτηση, η οποία έλαβε χώρα στα υποστατικά της Εταιρείας, «έμεινε ως εκεί».

 

9.      Επειδή ακριβώς υπάρχει η σχέση συγγένειας, ο Παραπονούμενος δεν θεώρησε σωστό να προβεί σε καταγγελία. Υπέβαλε το παράπονο του στον θείο του και ο ίδιος το μετέφερε «παρακάτω». Τον Δεκέμβριο του 2013 όταν ο Παραπονούμενος δεν έλαβε τον 13ο του μισθό, μετέβηκε στο γραφείο του προϊστάμενου του και ζήτησε εξηγήσεις. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «μαλώσαμε και σκοτωθήκαμε». Δεν αποχώρησε από την Εταιρεία καθότι υπήρχε οικονομική κρίση, είχε οικογένεια και περίμενε μωρό. Επομένως, ανέφερε, δεν ήταν εύκολο να παραιτηθεί από την εργασία του. Δεν παραπονέθηκε ούτε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων (εφεξής «ΤΕΣ») αλλά ούτε και απέστειλε κάποια επιστολή / γραπτό παράπονο στην Εταιρεία. 

 

10.   Ανέφερε ότι ανέμενε από τον προϊστάμενο του να επιλύσει το πρόβλημα το οποίο δημιουργήθηκε. Υπήρχε ιεραρχία στον όμιλο εταιρειών στον οποίο ανήκει η Εταιρεία, δεν ήθελε να δημιουργήσει πρόβλημα και να φέρει τον Ευσταθίου στη δύσκολη θέση να τον απολύσει.

 

11.   Περαιτέρω, ο Παραπονούμενος ανέφερε πως κάθε Δεκέμβριο όταν ανέμενε πως θα πληρωνόταν τον 13ο του μισθό λογομαχούσε με τον προϊστάμενο του.

 

12.   Υποβλήθηκε από τον συνήγορο της Υπεράσπισης ότι επειδή είχε την ευκαιρία να καταγγείλει το ζήτημα στο ΤΕΣ, να αποταθεί στον προϊστάμενο του προϊστάμενου του, ακόμα και στο Διοικητικό Συμβούλιο του ομίλου και δεν το έπραξε, τα όσα αναφέρει είναι εκ των υστέρων σκέψεις και στην πραγματικότητα δεν είχε ένσταση στην αποκοπή του μισθού του. Ο Παραπονούμενος απάντησε πως το ποτήρι ξεχείλισε το 2021 όταν η Εταιρεία επικαλούμενη την πανδημία τους απέκοψε μονομερώς μέρος του μισθού τους. Το 2021 έλαβε όλα τα μέτρα που είχε στη διάθεση του. Η διαφορά με το 2013 ήταν ότι το 2021 ήταν οκτώ χρόνια μεγαλύτερος και πιο έμπειρος και βρήκε το σθένος να διαμαρτυρηθεί. Ανέφερε επίσης πως ένιωθε ότι αν διαμαρτυρόταν γραπτώς (με email) θα έμενε χωρίς δουλειά. Αυτό έγινε, συνέχισε, το 2021 όταν από 29 άτομα προσωπικό είχαν μείνει μόνο 9. Εν ολίγοις, ο Παραπονούμενος υπονοούσε ότι ο σκοπός της Εταιρείας ήταν να τους εξαναγκάσει σε παραίτηση.

 

13.   Το ότι είχε καταλάβει από τον Δεκέμβριο του 2013 ότι αποκόπηκε ο 13ος του μισθός δεν σημαίνει ότι συμφώνησε. Υποβλήθηκε πως είναι παράλογη η θέση του ότι για οκτώ χρόνια διαμαρτυρόταν κάθε χρόνο και εάν ίσχυε ότι είχε παράπονο για την αποκοπή του 13ου του μισθού τότε θα παραιτείτο. Ο Παραπονούμενος επέμεινε στις θέσεις του και ανέφερε επιπρόσθετα πως ένιωθε πως αν προέβαινε σε καταγγελία ο προϊστάμενος του θα τον έδιωχνε. Και αυτό παρά το ότι είναι θείος του. Πρόσθεσε επίσης ότι από το 2021 όταν παραιτήθηκε από την Εταιρεία δεν του ξαναμίλησε. Δεν αμφισβητήθηκε ότι πλέον οι σχέσεις του Παραπονούμενου με τον Ευσταθίου δεν είναι καλές.

 

14.   Το 2021 όταν παραιτήθηκε από την Εταιρεία προέβη σε καταγγελία στο ΤΕΣ για παράνομη αποκοπή του μισθού του. Ερωτήθηκε γιατί δεν διαμαρτυρήθηκε και για την αποκοπή του 13ου μισθού του στο ΤΕΣ και ο Παραπονούμενος απάντησε πως το είχε αναφέρει, ωστόσο τους είπαν πως θα επικεντρωθούν στο παράπονο σε σχέση με την αποκοπή του μισθού τους το 2021. Μόνο όταν επικοινώνησαν με δικηγόρο τους επεξηγήθηκε πως μπορούν να αξιώσουν τον 13ο τους μισθό ο οποίος αποκόπηκε από το 2013. Υποβλήθηκε ότι η παράλειψη καταγγελίας στο ΤΕΣ το 2021 για την αποκοπή του 13ου του μισθού δείχνει ότι είχε συμφωνήσει στην αποκοπή, υποβολή την οποία απέρριψε κατηγορηματικά ο Παραπονούμενος επιμένοντας ότι ουδέποτε συγκατατέθηκε στην αποκοπή του 13ου του μισθού.

 

15.   Περαιτέρω, ο Παραπονούμενος αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 ήτοι την επιστολή ημερομηνίας 06.04.2021 από τους δικηγόρους του Παραπονούμενου προς την Κατηγορούμενη δια της οποίας αυτός με τρεις συνάδελφους του πληροφορούν την Κατηγορούμενη πως εξαναγκάσθηκαν σε παραίτηση καθώς και την Αίτηση του στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («ΔΕΔ») η οποία καταχωρίστηκε στις 13.05.2021 (Τεκμήριο 3). Τα έγγραφα αυτά κατατέθηκαν σε μια προσπάθεια της Κατηγορούμενης να καταδείξει ότι αν όντως είχε παράπονο για την αποκοπή του 13ου του μισθού να το ήγειρε και στα προαναφερόμενα τεκμήρια. Ο Παραπονούμενος ανέφερε πως με την παρούσα υπόθεση δείχνει ότι έχει παράπονο και επέμεινε ότι ουδέποτε αποδέχθηκε την αποκοπή του 13ου του μισθού. Το Τεκμήριο 2 αφορούσε την αίτηση στο ΔΕΔ ενώ η παρούσα υπόθεση αφορά την αποκοπή του 13ου του μισθού.

 

16.   Υποβλήθηκε ότι ο όμιλος στον οποίο ανήκει η Εταιρεία λόγω της οικονομικής κρίσης αποφάσισε να αποκόψει τον 13ο μισθό των εργοδοτουμένων της. Κάλεσε τους εργοδοτούμενους της, τους ενημέρωσε για την απόφαση και τους ανέφερε πως αν συμφωνούν συνεχίζουν, αν δεν συμφωνούν μπορούν να φύγουν. Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι ουδέποτε τους κάλεσαν. Τέλος, υποβλήθηκε ότι ο Παραπονούμενος ενημερώθηκε για την αποκοπή, συμφώνησε να συνεχίσει χωρίς 13ο μισθό και ουδέποτε παραπονέθηκε στο οποιονδήποτε, θέση με την οποία διαφώνησε ο Παραπονούμενος.

ii.     ΜΥ1 – Ανδρέας Γιωργαλλής

 

17.   Ο ΜΥ1 κατά το έτος 2013 ήταν ένας εκ των μετόχων και διευθυντών εταιρείας θυγατρικής του ομίλου GDL Trading Ltd – Όμιλος Εταιρειών Λόρδος (εφεξής «Όμιλος») στον οποίο ανήκει και η Κατηγορούμενη. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Β) στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι:

 

17.1    Το 2013 ο Όμιλος είχε περίπου 110 εργοδοτούμενους. Ο κύκλος εργασιών του Ομίλου υπέστη μεγάλη μείωση λόγω της οικονομικής ύφεσης. Τα Διοικητικά Συμβούλια των εταιρειών του Ομίλου προσπαθούσαν να εξεύρουν λύσεις για την αντιμετώπιση της κατάστασης.

17.2    Μια εκ των λύσεων οι οποίες τέθηκαν ήταν και η αποκοπή του 13ου μισθού για να αποφευχθούν οι απολύσεις προσωπικού. Άλλες λύσεις ήταν η απόλυση προσωπικού με πλεονασμό καθώς και η μείωση ωραρίου με συνεπακόλουθη μείωση μισθών και άλλων ωφελημάτων.

17.3    Κατά τον ΜΥ1, οι εργοδοτούμενοι είχαν «πλήρη γνώση των προβλημάτων που είχαν ανακύψει».

17.4    Έγιναν πολλές συζητήσεις σε επίπεδο Διοικητικών Συμβουλίων. Λήφθηκε υπόψη ότι οι εργοδοτούμενοι επιθυμούσαν να αποφευχθεί η απόλυση προσωπικού και επικράτησε η αποκοπή του 13ου μισθού από όλους τους εργοδοτούμενους περιλαμβανομένων και των μισθωτών διευθυντών.

17.5    Γνωρίζει τα πιο πάνω καθότι συμμετείχε στις συζητήσεις τόσο με τους εργοδοτούμενους τους όσο και στα Διοικητικά Συμβούλια.

17.6    Πληροφορήθηκαν οι αντιπρόσωποι των εργοδοτούμενων σε συγκέντρωση στα κεντρικά γραφεία της GDL Trading Ltd στη Λεμεσό για την απόφαση αποκοπής του 13ου χωρίς να υπάρξουν αντιδράσεις.

17.7    Όχι μόνο δεν υπήρξαν αντιδράσεις από πλευράς των εργαζομένων αλλά η απόφαση για αποκοπή 13ου μισθού έγινε δεκτή με ικανοποίηση καθότι με αυτόν τον τρόπο αποφεύχθηκαν οι απολύσεις και ο Όμιλος πέτυχε να συνεχίσουν να εργοδοτούνται όλοι οι υπάλληλοι της εταιρείας.

17.8    Περί τα τέλη Νοεμβρίου 2013, έγιναν διάφορες συναντήσεις στους χώρους εργασίας της κάθε εταιρείας του Ομίλου περιλαμβανομένης και της Κατηγορούμενης και ενημερώθηκαν οι εργοδοτούμενοι τους. Ο ΜΥ1 επαναλαμβάνει ότι «όλοι οι εργοδοτούμενοι αποδέχθηκαν την λύση που δόθηκε σχετικά με την αποκοπή του 13ου μισθού

17.9    Στις συνελεύσεις τις οποίες συμμετείχαν οι διευθυντές της κάθε θυγατρικής εταιρείας του Ομίλου, περιλαμβανομένου του ΜΥ1 και αριθμός αντιπροσώπων των εργοδοτουμένων στα γραφεία της GDL Trading Ltd στη Λεμεσό συζητούντο εκτός από οργανωτικής φύσης θέματα και θέματα μισθοδοσίας και όρων εργασίας. Ουδέποτε τέθηκε στις συνελεύσεις ζήτημα  σε σχέση με την αποκοπή του 13ου μισθού και ουδέποτε ζητήθηκε από αντιπροσώπους των εργοδοτουμένων η επαναφορά του.

17.10 Στις συνελεύσεις συμμετείχε και ο Παραπονούμενος ο οποίος συνόδευε τον Θεόδωρο Ευσταθίου διευθυντή της Κατηγορούμενης. Ποτέ δεν τους άκουσε να διαμαρτύρονται για την αποκοπή του 13ου μισθού.

 

18.   Κατά την αντεξέταση του, ερωτήθηκε πως έγινε γνωστή στο Διοικητικό Συμβούλιο η θέση των εργοδοτουμένων και ο ΜΥ1 παρέπεμψε στις συναντήσεις για ενημέρωση του προσωπικού των Εταιρειών όπου δέχθηκαν όλοι οι εργοδοτούμενοι την αποκοπή του μισθού τους με «πάρα πολύ χαρά, όλοι, επειδή δεν θα είχε απολύσεις».

 

19.   Η ενημέρωση του προσωπικού έγινε προφορικά. Ο ΜΥ1 επέμεινε ότι μετέβηκε στα υποστατικά της Εταιρείας με τον Δημήτρη Γεωργίου και ενημέρωσε το προσωπικό της στην παρουσία του διευθυντή της και ήταν όλοι μια χαρά με την απόφαση.

 

20.   Όταν ερωτήθηκε γιατί δεν έγινε γραπτώς η ενημέρωση απάντησε ότι επειδή αντιλήφθηκε πως ανησυχούσε το προσωπικό της Εταιρείας πως θα έχανε συνάδελφους και επειδή ήταν μία οικογένεια, έγινε προφορικά η ενημέρωση. Όταν υποβλήθηκε από τη συνήγορο του Παραπονούμενου ότι ουδέποτε έγινε η συνάντηση στα υποστατικά της Εταιρείας ο ΜΥ1 αναφέρθηκε στις συναντήσεις των διευθυντών – του Διοικητικού Συμβουλίου στα κεντρικά γραφεία του Ομίλου και στον Παραπονούμενο που συνόδευε τον Θ. Ευσταθίου.

 

21.   Επέμεινε ότι ο ίδιος ποτέ δεν άκουσε τον Παραπονούμενο ή τον Θ. Ευσταθίου να αναφέρει ότι υπάρχει κάποιο παράπονο για την αποκοπή του 13ου μισθού του.

 

22.   Όταν υποβλήθηκε ότι ο Παραπονούμενος συνόδευε μεν τον Θ. Ευσταθίου αλλά ως οδηγός του επειδή είχε θέματα με την όραση του και ουδέποτε συμμετείχε σε συναντήσεις, ο ΜΥ1 επέμεινε ότι πάντα ο Ευσταθίου και ο Παραπονούμενος κάθονταν στα αριστερά του στον χώρο συνεδριάσεων.

 

23.   Υποβλήθηκε επίσης πως δεν ήταν λογικό για τον Παραπονούμενο να αποδεχθεί μια επ’ αόριστον αποκοπή του 13ου του μισθού χωρίς προοπτική επαναφοράς του, υποβολή με την οποία διαφώνησε ο ΜΥ1 επαναλαμβάνοντας ότι κανένας δεν είχε παράπονο ποτέ.

 

iii.        ΜΥ2 Γιάννης Μιχαήλ

 

24.   Ο ΜΥ2 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του (Έγγραφο Γ) ως την κυρίως εξέταση του. Διορίστηκε ως διευθυντής στην Κατηγορούμενη τον Μάρτιο του 2024 και αναφέρει πως δεν είχε προσωπική ανάμιξη στα επίδικα γεγονότα καθότι ο ίδιος είχε εργοδοτηθεί από εταιρεία του Ομίλου το 2016.

 

25.   Στο Έγγραφο Γ αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

25.1       Με βάση την έρευνα του το 2013 η Εταιρεία εργοδοτούσε 7 υπάλληλους.

25.2       Ο Ευσταθίου σταμάτησε να εργάζεται στην Εταιρεία το 2021 και καταχώρισε αίτηση εναντίον της Εταιρείας στο ΔΕΔ. Το ίδιο και ο Δημήτρης Γεωργίου. Ενόψει τούτου, αναφέρει ο ΜΥ2, «είναι βέβαιο ότι το εν λόγω πρόσωπο [ο Ευσταθίου] δεν θα παρουσιαζόταν ως μάρτυρας στην παρούσα υπόθεση για να αρνηθεί και να αμφισβητήσει τα όσα επικαλείται ο παραπονούμενος, καθότι είναι ο ίδιος σε δικαστική αντιδικία με την εταιρεία μας».

25.3       Η καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας ποινικής δίωξης δημιουργεί δυσχέρεια και προβλήματα στην Υπεράσπιση.

25.4       Μελέτησε τα πρακτικά συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου της Κατηγορούμενης από το 2013 μέχρι και το 2021 και δεν υπάρχει καμία απολύτως αναφορά σε παράπονα του Παραπονούμενου σε σχέση με την αποκοπή του 13ου του μισθού.

25.5       Ούτε ο Παραπονούμενος αλλά ούτε και οποιοδήποτε άλλος υπάλληλος της Εταιρείας εξέφρασε γραπτώς τη διαφωνία του με την αποκοπή του 13ου μισθού του στο Διοικητικό Συμβούλιο (εφεξής «ΔΣ»). Η Κατηγορούμενη είχε έξι διαφορετικούς διευθυντές κατά την περίοδο 2013 – 2021 εκτός από τον Θ. Ευσταθίου και ο Παραπονούμενος δεν αποτάθηκε σε κανένα εξ αυτών για να παραπονεθεί για την αποκοπή του 13ου του μισθού.

25.6       Θεωρεί πως εάν όντως είχε παράπονο ο Παραπονούμενος και το εξέφραζε έστω και προφορικά το θέμα θα είχε παραπεμφθεί στο ΔΣ.

25.7       Πληροφορήθηκε από τον Κωνσταντίνο Λόρδο, Πρόεδρο του Ομίλου, ότι η απόφαση για αποκοπή 13ου μισθού έγινε αποδεκτή από όλους.

25.8       Κανένας από τους 112 εργοδοτούμενους του Ομίλου δεν είχε παραιτηθεί λόγω της αποκοπής του 13ου του μισθού.

25.9       Δύο φορές τον χρόνο διεξάγονταν συγκεντρώσεις από τον Όμιλο στα κεντρικά γραφεία αυτού στις οποίες συμμετείχαν εκτός από διευθυντές των εταιρειών του Ομίλου και οι εκπρόσωποι των εργοδοτούμενων. Ο Παραπονούμενος συμμετείχε μαζί με τον Θ. Ευσταθίου στις συνελεύσεις και ουδέποτε τέθηκε ζήτημα ή παράπονο αναφορικά με 13ο μισθό.

25.10    Δεν υπήρξε καμία δικαστική – ποινική υπόθεση σε σχέση με 13ο μισθό εναντίον οποιασδήποτε από τις εταιρείες του Ομίλου Λόρδος.

25.11    Ο Παραπονούμενος ουδέποτε αξίωσε την καταβολή του 13ου του μισθού από το 2013 μέχρι και το 2021 όταν παραιτήθηκε.

25.12    Η παρούσα υπόθεση κατά την θέση του ΜΥ2 είναι ανυπόστατη και καταχρηστική επειδή η Εταιρεία είχε επτά διευθυντές εκτός από τον Θ. Ευσταθίου και ποτέ δεν αποτάθηκε σε οποιονδήποτε εξ αυτών ο Παραπονούμενος αλλά ούτε και στον Κωνσταντίνο Λόρδο τον Πρόεδρο του Ομίλου, αφού ο Θ. Ευσταθίου για οκτώ χρόνια παρέλειπε να διαβιβάσει το παράπονο του Παραπονούμενου στο ΔΣ.

 

26.  Κατά την αντεξέταση του υποβλήθηκαν ερωτήσεις από την κυρία Νικολάου οι οποίες αποσκοπούσαν στο να καταδειχθεί ότι ο ΜΥ2 δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Επίσης, αμφισβητήθηκε έντονα η κατά τον ΜΥ2 ευκολία με την οποία θα μπορούσε ο Παραπονούμενος να θέσει το θέμα τόσο στο ΔΣ της Εταιρείας όσο και στον πρόεδρο του Ομίλου. Υποβλήθηκε ότι τα εργασιακά θέματα λύνονταν από τον διευθυντή της εκάστοτε εταιρείας του Ομίλου και όχι σε επίπεδο Ομίλου.

 

27.  Επιπρόσθετα, ανέφερε πως η απόφαση για αποκοπή του 13ου μισθού των εργοδοτούμενων λήφθηκε μονομερώς, όμως οι εργοδοτούμενοι ενημερώθηκαν για την απόφαση καθώς και για το ότι η εναλλακτική ήταν να χάσουν κάποιοι τη δουλειά τους. Επομένως, ανέφερε ότι οι εργοδοτούμενοι δέχθηκαν την αποκοπή με μεγάλη χαρά και στην ουσία είχαν συμφωνήσει  κάτι το οποίο καταδεικνύεται από το ότι συνέχισαν να εργάζονται στην Εταιρεία για άλλα οκτώ έτη.

 

28.  Υποβλήθηκε ότι ο Παραπονούμενος ουδέποτε ήταν παρών στις συναντήσεις των μελών του ΔΣ του Ομίλου που λάμβαναν χώρα 2 φορές το χρόνο. Ο ΜΥ2 διαφώνησε.  Επίσης ο ΜΥ2 απέρριψε τις υποβολές ότι ο Παραπονούμενος ουδέποτε συγκατατέθηκε στην αποκοπή του 13ου μισθού του  και επέμεινε ότι επειδή ο Παραπονούμενος εργαζόταν στην Εταιρεία για άλλα οκτώ χρόνια χωρίς να υποβάλει οποιοδήποτε παράπονο σημαίνει ότι είχε συμφωνήσει.

 

Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

 

29.   Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Είχα την ευκαιρία να ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιόν μου και να παρακολουθήσω τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο.

 

30.   Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, θετική ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας.[2] Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.

 

31.   Παρότι ο σταθερός λόγος και η ήρεμη συμπεριφορά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους.[3] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία.[4]

 

32.   Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Επιπρόσθετα, οι θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

33.   Έχει νομολογηθεί ότι για να καταστραφεί η αξιοπιστία ενός μάρτυρα οι αντιφάσεις πρέπει να είναι ουσιαστικές. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες μπορεί να θεωρηθεί ότι ενισχύουν την φιλαλήθεια ενός μάρτυρα καθότι δείχνουν πως δεν υπάρχει προσχεδιασμός στην εκδοχή του. [5]

 

34.   Έχω κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[6]

 

35.   Επιπρόσθετα, όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε.[7]

 

36.   Παράλειψη Αντεξέτασης: Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση.[8]

 

37.   Παραπέμπω επίσης στην απόφαση του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Νικολαϊδη στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου (1999) 1 ΑΑΔ 785 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την παράλειψη αντεξέτασης και την παράλειψη της μίας πλευράς να θέσει γεγονότα στους μάρτυρες της άλλης πλευράς:

«Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης, το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπ' όψιν ισχυρισμούς επί γεγονότων που δεν τέθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς, λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς.  Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράστασης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μία πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεσή της επί του σημείου.»

 

38.   Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό.[9]

 

39.   Ωστόσο, ο κανόνας ότι η παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας να θεωρήσει ότι η αντίδικη πλευρά έχει σιωπηρώς αποδεχθεί την εκδοχή του μάρτυρα δεν είναι ούτε άκαμπτος ούτε απόλυτος. Εν πρώτοις, θα πρέπει να υπάρχει παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρα ή παράλειψη τα να τεθεί στο μάρτυρα μια ουσιώδης θέση της άλλης πλευράς. Κατά δεύτερον, με βάση την προπαρατεθείσα νομολογία καθίσταται ξεκάθαρο ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει θέση η οποία δεν τέθηκε ή να αποδεχθεί θέση επί της οποίας μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Παρατίθενται σχετικά παραδείγματα στο σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης.[10] Όπως αναφέρεται στο εν λόγω σύγγραμμα στις σελίδες 720 - 721 διαδραματίζει ρόλο και η απουσία σαφούς εξήγησης για την παράλειψη αντεξέτασης και πιο σημαντικά η παράλειψη δεν εξυπακούει άνευ ετέρου αποδοχή της μαρτυρίας δίχως αξιολόγηση.

 

i.          Αξιολόγηση Μαρτυρίας Παραπονούμενου

 

40.   Ο Παραπονούμενος προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο κατά την μαρτυρία του δίδοντας την εικόνα ενός αξιόπιστου μάρτυρα. Απαντούσε στις ερωτήσεις οι οποίες υποβάλλονταν με αμεσότητα, ευθύτητα, αυθορμητισμό και χωρίς ενδοιασμούς.

 

41.   Η αντεξέταση του ήταν έντονη, ωστόσο παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του χωρίς να κλονιστεί η αξιοπιστία του. Δεν διέκρινα ουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία του. Αντιθέτως, ο Παραπονούμενος ήταν σταθερός στις θέσεις του από την αρχή μέχρι και το τέλος της αντεξέτασης του.

 

42.   Απαντούσε άμεσα και με φυσικότητα και θετικότητα στις ερωτήσεις που τέθηκαν κατά την αντεξέταση και κατά τρόπο που φαινόταν ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε προσχεδιασμός στην εκδοχή του. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας ούτε οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων. Η δε μαρτυρία του συνάδει με (και εν πάση περιπτώσει δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε αντίφαση σε σχέση με) την γραπτή μαρτυρία που κατατέθηκε κατόπιν αντιπαραβολής τους.

 

43.   Δεν αμφισβητήθηκε ότι είχε δικαίωμα να λαμβάνει 13ο μισθό επειδή κατά την πρόσληψη του είχε συμφωνηθεί πως ήταν μέρος των απολαβών του. Η αντεξέταση του περιστρεφόταν γύρω από το κατά πόσον συγκατατέθηκε στην αποκοπή του 13ου του μισθού. Επιχειρήθηκε να πληγεί η αξιοπιστία του με το να καταδειχθεί ότι ουδέποτε υπέβαλε παράπονο για την αποκοπή του 13ου του μισθού και με βάση το ότι εργαζόταν στην Εταιρεία για ακόμα 7 – 8 χρόνια χωρίς να παραιτηθεί ή να θέσει γραπτώς το παράπονο του.

 

44.   Ο Παραπονούμενος παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι παραπονοείτο προφορικά στον προϊστάμενο του και έδωσε πειστικές απαντήσεις σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα. Το 2013 υπήρχε οικονομική κρίση, είχε οικογένεια και περίμενε παιδάκι. Η θέση του αυτή δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Επίσης, ήταν πειστική η θέση του ότι επειδή ήταν θείος του ο προϊστάμενος του δεν ήθελε να δημιουργήσει προβλήματα αλλά επίσης είχε την πεποίθηση πως αν υπέβαλλε καταγγελία θα έχανε τη δουλειά του.

 

45.   Στην ουσία η θέση του πως αν κατάγγελλε την αποκοπή θα έχανε τη δουλειά του ήταν πειστική. Κατά την αντεξέταση του υποβλήθηκε από τον συνήγορο της Κατηγορούμενης πως η «επιλογή» που δόθηκε στους εργοδοτούμενους της Εταιρείας ήταν είτε να αποδεχθούν την αποκοπή του 13ου τους μισθού είτε «κάποιοι μπορούν να επιλέξουν και να φύγουν...». Θεωρώ πως με αυτή την υποβολή η οποία έγινε από τον συνήγορο της Κατηγορούμενης, κατά κάποιον τρόπο επιβεβαιώθηκε η εκδοχή του Παραπονούμενου πως ένιωθε πως αν υπέβαλλε καταγγελία θα έχανε τη δουλειά του εν μέσω οικονομικής κρίσης. Οι δηλώσεις δικηγόρου δεσμεύουν τον κατηγορούμενο εφόσον «η φωνή και ο λόγος του δικηγόρου είναι η φωνή και ο λόγος του κατηγορούμενου».[11] Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται και από τα όσα ανέφεραν οι ΜΥ1 και ΜΥ2.

 

46.   Για τα υπόλοιπα έτη, ανέφερε πως είχε πάρει αύξηση μισθού καθότι είχε προαχθεί σε πωλητή ενώ το 2020 υπήρχε η πανδημία του κορωνοϊού. Ήταν όμως καθ’ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του σταθερός στο ότι κάθε Δεκέμβριο διαμαρτυρόταν και ουδέποτε αποδέχθηκε την αποκοπή του 13ου του μισθού. Δεν δίστασε κατά κάποιον τρόπο να παραδεχθεί ότι το 2013 δεν είχε το σθένος και την ευθυκρισία να λάβει όλα τα μέτρα που είχε στη διάθεση του για να διεκδικήσει τον 13ο του μισθό όπως διεκδίκησε το μισθό του που αποκόπηκε το 2021 και εν τέλει εξαναγκάστηκε σε παραίτηση.

 

47.   Έδωσε ικανοποιητική και πειστική εξήγηση σε σχέση με το ότι το ΤΕΣ το 2021 στο Τεκμήριο 8 δεν ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με την αποκοπή του 13ου του μισθού. Η παράλειψη αναφοράς από το ΤΕΣ δεν μπορεί να εξισωθεί με το ότι δεν διατηρούσε παράπονο.  Στην ουσία ανέφερε πως όταν έλαβε νομική συμβουλή διαπίστωσε ότι μπορούσε να διεκδικήσει τον 13ο μισθό του που είχε αποκοπεί από το 2013 και επομένως προώθησε την παρούσα υπόθεση επειδή ουδέποτε είχε συγκατατεθεί και αντιθέτως συνέχισε να τον απαιτεί.

 

48.   Δέχομαι ότι δεν δόθηκε επιλογή στον Παραπονούμενο ως προς το κατά πόσον θα αποκόπτετο ο 13ος του μισθός και στην ουσία η αποκοπή έγινε μονομερώς. Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, δέχομαι ότι ουδέποτε συγκατατέθηκε στην αποκοπή του μισθού του.  Δέχομαι επίσης ότι δεν είχε υπόψιν του ότι μπορούσε να αποταθεί στο ΔΣ του ομίλου για να υποβάλει παράπονο.

 

49.   Σημειώνω ότι ο ΜΥ1 ανέφερε πως ο Παραπονούμενος συμμετείχε μαζί με τον Θ. Ευσταθίου στις συνεδρίες των διευθυντών διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών του Ομίλου. Η θέση αυτή δεν τέθηκε στον Παραπονούμενο για να τοποθετηθεί. Περαιτέρω, ο ΜΥ1 επίσης ανέφερε ότι μετέβη ο ίδιος στα γραφεία της Κατηγορούμενης μαζί με τον Γεωργίου και εκεί οι εργοδοτούμενοι αποδέχθηκαν την αποκοπή του 13ου μισθού τους. Ούτε και αυτό τέθηκε συγκεκριμένα στον Παραπονούμενο για να τοποθετηθεί αλλά έγινε μια γενική υποβολή ότι κλήθηκαν οι εργοδοτούμενοι, τους ανέφεραν για την απόφαση της Εταιρείας και συμφώνησαν, ενώ ο Παραπονούμενος σε όλη του την μαρτυρία επέμενε πως ήταν ο Ευσταθίου που του το ανακοίνωσε.

 

50.   Ως προαναφέρθηκε, ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας και η παράλειψη της Υπεράσπισης να θέσει ένα ουσιώδη ισχυρισμό στο μάρτυρα και εν γένει την εκδοχή την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση καθώς και την ευχέρεια, στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράστασης να απορρίψει θέση ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεσή της επί του σημείου.

 

51.   Επομένως, δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο Παραπονούμενος συμμετείχε σε συνεδρίες του Διοικητικού Συμβουλίου. Ούτε και ότι ο ΜΥ1 τους ενημέρωσε στα υποστατικά της Εταιρείας για την απόφαση αποκοπής του 13ου μισθού. Δέχομαι την εκδοχή του Παραπονούμενου ότι τους το ανακοίνωσε ο Θ. Ευσταθίου χωρίς να δοθεί επιλογή και ότι δεν αποδέχθηκε την αποκοπή του μισθού του.

 

52.   Κατά συνέπεια, έχοντας κατά νου τη μαρτυρία του ΜΚ1 και την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της.

 

ii.         Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ1

 

53.   Για τους λόγους τους οποίους επεξηγώ κατωτέρω δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΥ1 για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων σε σχέση με αμφισβητούμενα θέματα.

 

54.   Η όλη εκδοχή του ΜΥ1 χαρακτηρίζεται από αοριστία, ασάφεια και γενικότητα, και συνεπώς έλλειψη πειστικότητας. Κατά την αντεξέταση του διέκρινα έλλειψη αυθορμητισμού στη μαρτυρία του και ως γενικό σχόλιο αναφέρω ότι η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Από τη μαρτυρία του ελλείπουν οι απαραίτητες λεπτομέρειες και τα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να προσδώσουν θετικότητα και πειστικότητα στην εκδοχή του και γενικώς η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από εικασίες και έλλειψη θετικότητας.

 

55.   Στην ουσία μου δόθηκε η εντύπωση ότι ο ΜΥ1 προσήλθε στο Δικαστήριο για να δικαιολογήσει την απόφαση της Εταιρείας να αποκόψει τους μισθούς των υπαλλήλων της χωρίς τη συγκατάθεση τους. Η όλη του θέση μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: επειδή δεν άκουσα κανέναν να παραπονιέται για την επ’ αόριστο αποκοπή του 13ου μισθού τους θεωρώ ότι όλοι το δέχθηκαν και μάλιστα ήταν και ευχαριστημένοι επειδή δεν έχασαν τη δουλειά τους.

 

56.   Η πιο πάνω θέση όμως στην ουσία πάσχει καθότι το ότι δεν έφτασαν στα αυτιά του παράπονα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι δεν είχε παράπονο ο Παραπονούμενος, ούτε και αποτελεί μαρτυρία για το ότι ο Παραπονούμενος συγκατατέθηκε. Κατ’ ουσίαν ο ΜΥ1 προβαίνει σε ένα άλμα λογικής με το να χρησιμοποιεί το γεγονός ότι δεν άκουσε παράπονα για να πείσει ότι ο Παραπονούμενος συγκατατέθηκε στην αποκοπή του 13ου μισθού του. Η θέση του βασίζεται σε μια εικασία η οποία δεν αποτελεί μαρτυρία αλλά αυθαίρετο συμπέρασμα.

 

57.   Γενικότερα θεωρώ ότι η μαρτυρία του παρουσιάζει εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας καθότι η όλη του εκδοχή βασίζεται σε εικασίες. Μεταξύ άλλων, ανέφερε στη μαρτυρία του ότι οι εκπρόσωποι των εργοδοτούμενων (οι οποίοι εν τέλει δεν είχαν εξουσιοδότηση όπως παραδέχθηκε) δεν είχαν ένσταση στην αποκοπή του 13ου μισθού όλων των εργοδοτούμενων του Ομίλου. Το γεγονός όμως ότι δεν ήταν στην πραγματικότητα εκπρόσωποι των εργοδοτούμενων εκθεμελιώνει το επιχείρημα του ΜΥ1 και αναιρεί την βάση για την υπόθεση στην οποία προβαίνει ότι επειδή δεν εξέφρασαν ένσταση σημαίνει δέχθηκαν.

 

58.   Κατά την αντεξέταση του υπέπεσε σε σημαντικές και ουσιώδεις αντιφάσεις επί ζητημάτων τα οποία αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος της Υπεράσπισης και επομένως διαφάνηκε μια έλλειψη σταθερότητας στις θέσεις του. Παραθέτω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του.

 

59.   Όταν ερωτήθηκε σε σχέση με την παράγραφο 7 του Εγγράφου Β πως έγινε γνωστή στον ίδιο η επιθυμία των εργοδοτουμένων να αποκοπεί ο 13ος τους μισθός φτάνει να μην γίνουν απολύσεις, ο ΜΥ1 παρέπεμψε στις συναντήσεις οι οποίες έγιναν στα υποστατικά των εταιρειών του ομίλου (πρακτικά 20.12.2024, σελ. 3 και 4). Παρά ταύτα, οι συναντήσεις αυτές χρονικά με βάση το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του (Έγγραφο Β) έλαβαν χώρα μεταγενέστερα. Επομένως, δεν μπορούσε να στηρίξει τον ισχυρισμό του στην παράγραφο 7 κατά την αντεξέταση ότι έλαβαν υπόψη τις θέσεις των εργοδοτουμένων και δημιουργήθηκε μια αντίφαση μεταξύ της εκδοχής του κατά την αντεξέταση σε σύγκριση με την αναφορά του στη δήλωση του. Συνεπακόλουθα, η εικόνα που προσπάθησε να παρουσιάσει ότι συμφωνούσαν οι εργοδοτούμενοι με την «λύση» της αποκοπής του 13ου μισθού δεν έπεισε το Δικαστήριο.

 

60.   Κατά την αντεξέταση του επίσης αρκέστηκε σε γενικότητες και απαντούσε κατά τρόπο αόριστο τις ερωτήσεις οι οποίες τίθεντο. Η έλλειψη λεπτομέρειας και εξειδίκευσης κατά την μαρτυρία του καθιστά την εκδοχή του λιγότερο πειστική.

 

61.   Αρκέστηκε στο να επαναλάβει αρκετές φορές τη θέση ότι ενημερώθηκαν οι υπάλληλοι και κανένας ποτέ δεν είχε παράπονο, αντιθέτως ήταν όλοι χαρούμενοι διότι δεν απολύθηκαν (σελ. 4 και 5 των πρακτικών 20.12.2024), χωρίς όμως να είναι σε θέση να τεκμηριώσει τις αναφορές του. Στην ουσία με τις αναφορές του ότι υπήρχε ενδεχόμενο απόλυσης εργοδοτούμενων επιβεβαιώνει τον φόβο του Παραπονούμενου ότι αν προέβαινε σε καταγγελίες θα απολυόταν.

 

62.   Όταν ερωτήθηκε γιατί έγινε προφορικά η ενημέρωση για αποκοπή 13ου μισθού, η απάντηση που έδωσε ήταν ασαφής και αόριστη. Το ότι «το βλέπαμε ότι ανησυχούσαν να μην χάσουν συναδέλφους...»  (σελ. 4, γραμμή 21, πρακτικά 20.12.2024) δεν εξηγεί για την απόφαση της Κατηγορούμενης και του Ομίλου γενικότερα να μην ενημερώσει γραπτώς τους υπάλληλους του.

 

63.   Όταν του υποβλήθηκε πως ουδέποτε έγινε οποιαδήποτε συνάντηση στα υποστατικά της Εταιρείας, ο ΜΥ1 δεν απάντησε, δεν έδωσε λεπτομέρειες και στην ουσία άλλαξε το θέμα συζήτησης αναφέροντας ότι ο Παραπονούμενος συνόδευε τον Θ. Ευσταθίου στις συνελεύσεις των Διοικητικών Συμβουλίων στα κεντρικά γραφεία του ομίλου. Η υπεκφυγή σε σχέση με αυτό το ζήτημα επηρεάζει δυσμενώς την αξιοπιστία της εκδοχής του.

 

64.   Στην σελίδα 9 των πρακτικών 20.12.2024 κατά την αντεξέταση του, ο ΜΥ1 υπέπεσε σε αντίφαση σε σχέση με το περιεχόμενο της δήλωσης του Έγγραφο Γ, κατά την άποψη μου ουσιώδη, όταν ερωτήθηκε σε σχέση με την παράγραφο 12 αυτής, για το κατά πόσον τον Νοέμβριο του 2013 στη συνάντηση στα υποστατικά της Κατηγορούμενης ήταν ο ίδιος και ο Παραπονούμενος παρόντες.  Ο ΜΥ1 απάντησε ως εξής:

 

Α.    Ήμουν παρών και ήταν και ο Δώρος Ευσταθίου και ο Αντρέας ο Στάθη ναι. Ήταν ως εκπρόσωποι των συναδέλφων. Δεν ήταν μόνο η Famagusta ήταν και η GDL Πάφος και το Τrading και του WELLGOODS, ήταν όλοι και οι διευθυντές και οι αντιπρόσωποι.

 

E.    Και εξηγήστε μας πώς έγινε σε εκείνη τη συνάντηση η συζήτηση για την αποκοπή του 13ου μισθού, γιατί λέχθηκε από τους εργοδοτούμενους που λέτε ότι αποδέχτηκαν τη λύση.

 

A.    Υπήρχαν τρεις επιλογές ή να αποκοπούν μισθοί ή να μειωθούν ώρες εργασίας να απολυθεί προσωπικό ή ο 13ος. Και εκεί ήταν όλοι σύμφωνοι, όλοι ανεξαιρέτως ότι το πιο σωστό ήταν να αποκοπεί ο 13ος μισθός. Και έγινε και από όλους αποδεκτό και από ό,τι θυμάμαι φύγαμε όλοι χαρούμενοι από εκεί, για να μην χάσουμε φίλους, συνεργάτες και προσωπικό.

 

65.   Υπέπεσε σε αντίφαση αφού η απάντηση την οποία έδωσε είναι αντίθετη με τη δήλωση του διότι διαφάνηκε ότι ο ΜΥ1 μιλούσε για άλλη συνάντηση στην οποία ήταν παρόντες διευθυντές και εκπρόσωποι άλλων εταιρειών του Ομίλου, όπως η GDL Paphos και η Wellgoods.

 

66.   Η όλη υπεράσπιση και η εκδοχή του ΜΥ1 βασίζεται στο ότι έγινε συνάντηση με τους εργοδοτούμενους στα υποστατικά της Κατηγορούμενης και εκεί συγκατατέθηκαν, περιλαμβανομένου του Παραπονούμενου, στην αποκοπή του μισθού τους. Το ότι ο ΜΥ1 απάντησε με τρόπο που φαίνεται ότι σύγχυσε τις διάφορες συναντήσεις που κατά τον ισχυρισμό του έλαβαν χώρα δείχνει ότι η εκδοχή του περί συνάντησης με τους εργοδοτούμενους δεν είναι ειλικρινής και αποτελεί σκέψη εκ των υστέρων. Δείχνει επίσης έλλειψη σταθερότητας στην εκδοχή του για ένα ουσιώδες θέμα – την ουσία της υπόθεσης.

 

67.   Μάλιστα, κατόπιν ερώτησης του συνηγόρου της Κατηγορούμενης να διευκρινιστεί για ποια συνάντηση μιλούσε και ερώτησης του Δικαστηρίου αν ο ΜΥ1 κατάλαβε πως είναι στην συνάντηση του Νοεμβρίου 2013 στην οποία αναφέρθηκε, ο ΜΥ1 απάντησε: «Ναι κατάλαβα».

 

68.   Στη γραπτή του δήλωση όταν αναφέρθηκε στην συνάντηση του Νοεμβρίου 2013 στο χώρο εργασίας της Κατηγορούμενης ανέφερε ότι ήταν παρόντες οι εργοδοτούμενοι. Στην αντεξέταση του αναφερόταν στην παρουσία διευθυντών εταιρειών άλλων επαρχιών και εκπροσώπων. Εν ολίγοις, η εκδοχή του κατά την αντεξέταση μεταβλήθηκε σε σύγκριση με την γραπτή του δήλωση σε σχέση με ένα ουσιώδες θέμα. Ακόμα και όταν διευκρινίστηκε πως ήταν για την, κατά τον δικό του ισχυρισμό, συνάντηση του Νοεμβρίου 2013 που ερωτήθηκε και του δόθηκε στην ουσία η ευκαιρία να διορθώσει το λάθος του, ο ΜΥ1 δεν αντιλήφθηκε την ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία του.

 

69.   Αυτό μου έδωσε την εντύπωση ότι ο μάρτυρας δεν ήταν ειλικρινής σε σχέση με την συνάντηση με τους εργοδοτούμενους και πως στην ουσία παραποίησε τα γεγονότα σε μια προσπάθεια του να εξυπηρετήσει τους πρώην εργοδότες του με το να αναφέρει πως έγινε συνάντηση με τους εργοδοτούμενους, περιλαμβανομένου του Παραπονούμενου, στην οποία συγκατατέθηκαν στην αποκοπή του 13ου μισθού τους.

70.   Άλλο ένα σημείο το οποίο θεωρώ ότι κλόνισε την αξιοπιστία του ΜΥ1 κατά την αντεξέταση του ήταν όταν ερωτήθηκε για το κατά πόσον οι κατά τον ίδιο «εκπρόσωποι» των εργοδοτούμενων είχαν εξουσιοδότηση από τους εργοδοτούμενους να τους εκπροσωπούν και να τους δεσμεύουν στις συναντήσεις των διευθυντών του Ομίλου.

 

71.   Ο ΜΥ1 απάντησε ότι η αλήθεια είναι ότι δεν είχαν τέτοια εξουσιοδότηση (σελ. 10 πρακτικών 20.12.2024, γραμμές 21 – 31). Ο λόγος που θεωρώ ότι η απάντηση του αυτή κλόνισε την αξιοπιστία της εκδοχής του είναι επειδή στην δήλωση του (Έγγραφο Β) παρουσίασε μια εικόνα διαφορετική απ’ ότι στην πραγματικότητα. Δηλαδή, παρουσίαζε ότι στις συναντήσεις τις οποίες είχαν οι διευθυντές των εταιρειών του ομίλου παρόντες ήταν και εκπρόσωποι των εργοδοτούμενων οι οποίοι κατά τον ΜΥ1 συμφώνησαν με μεγάλη χαρά μάλιστα να αποκοπεί ο 13ος μισθός των εργοδοτούμενων.

 

72.   Στην πραγματικότητα οι εν λόγω «εκπρόσωποι» με βάση την παραδοχή του ΜΥ1 δεν είχαν την εξουσία να εκπροσωπούν τους εργοδοτούμενους. Και σε σχέση με αυτό το ζήτημα παρουσιάστηκε στην δήλωση του ΜΥ1 μια διαστρεβλωμένη εικόνα των γεγονότων. Αν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων δεν είχαν την εξουσία να τους δεσμεύουν, εκθεμελιώνεται το όλο αφήγημα της Υπεράσπισης ότι δεν είχαν ένσταση στην αποκοπή του μισθού τους και ότι όλοι ήταν σύμφωνοι.

 

73.   Τους ισχυρισμούς του ΜΥ1 ότι ο Παραπονούμενος ήταν παρών σε συναντήσεις των διευθυντών των εταιρειών του Ομίλου δεν τους αποδέχομαι καθότι, ως έχω προαναφέρει, δεν τέθηκαν στον Παραπονούμενο για να τοποθετηθεί. Κατά τον ΜΥ1 ήταν ένα σημαντικό γεγονός ότι ο Παραπονούμενος είχε πρόσβαση στις συναντήσεις των διευθυντών. Μάλιστα το τόνισε τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του. Εάν ήταν αλήθεια αναμενόταν να τεθεί στον Παραπονούμενο για να δώσει την δική του εκδοχή. 

 

74.   Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΥ1, στο σύνολο της και παραθέτοντας πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του, καταλήγω ότι η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

 

iii.        Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ2

 

75.   Δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΥ2 για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων ως προς τα επίδικα θέματα. Εν πρώτοις, ως παραδέχεται και ο ίδιος στο Έγγραφο Γ και επιβεβαίωσε πολλάκις κατά την αντεξέταση του, δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων.

 

76.   Κατά δεύτερον, η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αοριστία, γενικότητα και αστήρικτους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς και εικασίες. Η όλη εκδοχή είναι προβληματική και στερείται πειστικότητας καθότι πάσχει από έλλειψη θετικότητας κατά τρόπο που να δημιουργούνται εγγενή ζητήματα αξιοπιστίας σε αυτήν.

 

77.   Στην ουσία η θέση του ως τίθεται στο Έγγραφο Γ συνοψίζεται ως εξής: επειδή δεν συζητήθηκε ποτέ οποιοδήποτε παράπονο σε επίπεδο ΔΣ είτε της Εταιρείας, είτε στο πλαίσιο συνεδριάσεων των διευθυντών των θυγατρικών εταιρειών του Ομίλου, σημαίνει ότι ο Παραπονούμενος συγκατατέθηκε στην αποκοπή του μισθού του.

 

78.   Το εγγενές πρόβλημα στην εκδοχή του ΜΥ2, είναι ότι χρησιμοποιεί τον, κατά τον ίδιο, μη εντοπισμό παραπόνου ως βάση για να προβεί στην εικασία ότι ο Παραπονούμενος συγκατατέθηκε στην αποκοπή του μισθού του. Δεν στηρίζει την πεποίθηση του ότι ο Παραπονούμενος δέχθηκε την αποκοπή του μισθού του σε κάποιο γεγονός το οποίο δείχνει ότι συγκατατέθηκε, αλλά στο ότι ο ίδιος ο οποίος διορίστηκε ως διευθυντής της Κατηγορούμενης το 2024 δεν εντόπισε οποιοδήποτε παράπονο.

 

79.   Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΥ1 επί των αμφισβητούμενων γεγονότων συνολικά, διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από ασάφεια, αντιφατικότητα, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Εκτός από την έλλειψη ποιότητας και θετικότητας στη μαρτυρία του επί των επίδικων θεμάτων, κατά την αντεξέταση του, υπέπεσε σε αντιφάσεις και αναίρεσε διάφορα σημεία της γραπτής του δήλωσης κατά τρόπο που θεωρώ ότι κλονίστηκε η αξιοπιστία του.

 

80.   Ως γενικό σχόλιο αναφέρω ότι μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει την Κατηγορούμενη και όχι να δώσει μια ειλικρινή εικόνα των ευρημάτων του με βάση την έρευνα του. Σίγουρα λόγω της έλλειψης πρωτογενούς γνώσης των δεδομένων δεν μπορεί να παρέχει μια πλήρη εικόνα, ωστόσο αναδύθηκε μια έντονη προσπάθεια παρουσίασης μιας εικόνας η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

 

81.   Παραθέτω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του.

 

82.   Δεν τεκμηριώνει τον ισχυρισμό του ότι το ΔΣ της Εταιρείας, ή οι διευθυντές των εταιρειών του Ομίλου στις δικές τους συναντήσεις, συζητούσαν εργασιακά θέματα όπως το επίδικο. Στην ουσία ο ΜΥ2 προβαίνει σε υποθέσεις και παραθέτει γνώμη / άποψη, χωρίς να δίδει θετική μαρτυρία ως προς το ότι ο Παραπονούμενος είχε πραγματικά την ευχέρεια να θέσει την ένσταση του στην αποκοπή του μισθού του στο ΔΣ της Κατηγορούμενης ή στις Παγκύπριες συναντήσεις όλων των μελών ΔΣ εταιρειών του Ομίλου. Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτή του τη θέση για να εξαγάγει συμπέρασμα με βάση το ότι δεν συζητήθηκε το θέμα στο ΔΣ της Εταιρείας.

 

83.   Είναι αξιοσημείωτο ότι στην παράγραφο 16 του Εγγράφου Γ αναφέρεται στους σκοπούς των συγκεντρώσεων στις οποίες κατά τον ΜΥ2 συμμετείχαν και οι εκπρόσωποι των εργοδοτουμένων ως εξής:

 

«...με κύριο σκοπό τον καθορισμό των στόχων των εταιρειών, την εξεύρεση τρόπων και μεθόδων καλύτερης συνεργασίας και συντονισμού μεταξύ των εταιρειών του Ομίλου, τον καθορισμό και προγραμματισμό της αγοράς, τον καθορισμό στόχων, την ανταλλαγή απόψεων ανάμεσα στους συναδέλφους, εισηγήσεων και εν γένει την οργανωτική δομή του Ομίλου».  

 

84.   Δεν υπάρχει καμία αναφορά σε εργασιακά ή μισθοδοτικά θέματα. Το ότι ο σκοπός των συναντήσεων αυτών ήταν οποιοσδήποτε άλλος εκτός από εργασιακά θέματα το επανέλαβε και κατά την αντεξέταση του (σελ. 2 και 3, πρακτικά 24.01.2025). Τα εργασιακά ή μισθολογικά ζητήματα ή ζητήματα που απασχολούν τους εργαζόμενους στον Όμιλο δεν αναφέρονται από τον ΜΥ2. Επομένως, το επιχείρημα του χάνει την πειστικότητα του – ήτοι επειδή δεν τέθηκε ποτέ θέμα στις συναντήσεις αυτές σημαίνει δεν υπήρχε ένσταση για την αποκοπή, δεδομένου του ότι δεν περιλαμβάνονταν τα εργασιακά ζητήματα στα θέματα τα οποία κατά βάση συζητούντο.

 

85.   Η θέση του ότι το ΔΣ της Εταιρείας θα συζητούσε ένα εργασιακό θέμα εάν αυτό τίθετο αποτελεί κατ’ ουσίαν εικασία. Αναφέρεται κατά τρόπο αόριστο σε «διαχρονική πολιτική του Ομίλου» στην περίπτωση που τεθεί εργασιακό θέμα να συζητείται στο ΔΣ. Αν ίσχυε αυτή η θέση σημαίνει ότι το 2020 που έγινε η μείωση του μισθού του Παραπονούμενου λόγω της πανδημίας και υποβλήθηκε καταγγελία στο ΤΕΣ εναντίον της Εταιρείας (κάτι το οποίο είναι παραδεκτό) θα έπρεπε να υπάρχει σχετική καταχώριση σε ημερήσια διάταξη του ΔΣ και το ζήτημα να συζητείτο σε συνεδρία και να παρουσίαζε ο ΜΥ2 τα πρακτικά για να τεκμηρίωσει τον ισχυρισμό του. Αντ’ αυτού αρκέστηκε στο να αναφέρει γενικά και αόριστα ότι το θέμα σίγουρα θα συζητείτο εάν ετίθετο, χωρίς να τεκμηριώνει ή να παραθέτει λόγους για την βεβαιότητα με την οποία προβάλλει τη θέση αυτή.  Αν ίσχυε, θα μπορούσε να το αποδείξει με την παράθεση παραδειγμάτων.

 

86.   Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του κλονίστηκε η θέση του ότι ο Παραπονούμενος είχε την ευχέρεια να θέσει το ζήτημα της αποκοπής του 13ου του μισθού σε επίπεδο ΔΣ. Κατ’ αρχάς ανέφερε ότι στο ΔΣ της Εταιρείας συμμετείχαν μόνο διευθυντές. Επιπρόσθετα, όταν ερωτήθηκε για το κατά πόσον η καταγραφή ενός παραπόνου εξαρτάται από το διευθυντή απάντησε θετικά:

 

«Βεβαίως υπάρχει μια ιεραρχία στην εταιρεία. Αντιλαμβάνεστε είναι παρά πολλές οι εταιρείες και διατηρείται η ιεραρχία, για να φτάσεις στον Πρόεδρο του ομίλου, όπου θα έπαιρνε την απόφαση, επειδή, ενώ υπάρχουν διευθυντές στις θυγατρικές εταιρείες, ορισμένες αποφάσεις τις παίρνουν μαζί με τον Πρόεδρο του ομίλου. Ειδικά όσον αφορά μισθοδοσία υπαλλήλων». 

 

87.   Με την απάντηση του αυτή στην ουσία κατέρριψε την ίδια τη θέση του ότι, δηλαδή, ο Παραπονούμενος μπορούσε με ευκολία να θέσει το θέμα ακόμα και στον Πρόεδρο του Ομίλου επικαλούμενος την ιεραρχία τον αριθμό θυγατρικών εταιρειών του Ομίλου και την διαδικασία για να αχθεί ένα θέμα στον Πρόεδρο του Ομίλου. Φυσικά, ο ΜΥ2 αμέσως μετέβαλε την θέση του λέγοντας ότι αν ήθελε ένας υπάλληλος μπορούσε να αποταθεί ακόμα και στον Πρόεδρο του Ομίλου (σελ. 13, πρακτικά 23.01.2025) αν και δεν υπήρχε κάποιο έντυπο παραπόνου, δείχνοντας μια ανακολουθία στις θέσεις του.

 

88.   Όταν ερωτήθηκε εάν ο Παραπονούμενος μπορούσε να ζητήσει τα πρακτικά για να δει εάν τέθηκε το παράπονο του στο ΔΣ, ο ΜΥ2 παραδέχθηκε ότι τα πρακτικά περιέχουν πληροφορίες «που δεν μπορούν να διατεθούν στον κάθε υπάλληλο ...» (σελ. 14, γραμμή 20, πρακτικά 23.01.2025).

 

89.   Η δε θέση ότι ο Παραπονούμενος μπορούσε έτσι απλά να επικοινωνήσει με τον Πρόεδρο του Ομίλου εταιρειών Λόρδος για να μάθει αν τέθηκε το παράπονο του στερείται λογικής, τεκμηρίωσης και, επομένως, πειστικότητας. Εάν ίσχυε κάτι τέτοιο μπορούσε ο ΜΥ2 να δώσει κάποιο παράδειγμα εφόσον και ο ίδιος ανέφερε πως ο λόγος για τον οποίο δίδει μαρτυρία είναι επειδή γνωρίζει το πως λειτουργεί ο Όμιλος. Θα μπορούσε να αναφερθεί σε μία περίπτωση που έγινε αυτό το οποίο ισχυρίζεται. Στην ουσία ο ΜΥ2 υπέπεσε σε αντίφαση καθότι, αφενός αναφέρθηκε στην ιεραρχία και στα διάφορα στάδια που υπάρχουν μέχρι να φτάσει ένα εργασιακό θέμα όπως το επίδικο στον Πρόεδρο του Ομίλου και αφετέρου προσπάθησε να πείσει ότι ο Παραπονούμενος, ένας απλός υπάλληλος σε μια από τις πολλές θυγατρικές εταιρείες ενός Ομίλου Παγκύπριας εμβέλειας με πάνω από 100 εργοδοτούμενους (χωρίς να υπολογίζονται οι αξιωματούχοι και η διοίκηση), είχε την ευχέρεια αν επιθυμούσε να παρακάμψει την ιεραρχία και να πάει απευθείας στον Πρόεδρο.

 

90.   Επιπρόσθετα, ενδεικτικό της αναξιοπιστίας της εκδοχής του είναι ότι σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης του κατέστη φανερό ότι δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του στη δήλωση του. Για παράδειγμα, στην παρ. 13 του Εγγράφου Γ αναφέρεται στη «διαχρονική πολιτική του Ομίλου σε περίπτωση που τεθεί οποιοδήποτε ζήτημα από εργοδοτούμενο και ειδικότερα για όρους εργασίας», ενώ όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση αν υπάρχει γραπτώς η πολιτική αυτή ανέφερε κατά τρόπο αόριστο «Μάλιστα, αν δεν λανθάνομαι υπάρχει μια εγκύκλιος κανονισμών για τον όμιλο Λόρδος» την οποία δεν παρουσίασε. Η ασάφεια και έλλειψη τεκμηρίωσης στην απάντηση του ΜΥ2 σε σχέση με το κατά πόσον υπάρχει εγκύκλιος ή κανονισμοί και η παράλειψη αναφοράς στο περιεχόμενο της, δίδουν την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι οι αναφορές σε διαχρονική πολιτική δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και προβάλλονται για να δημιουργήσουν μια εσφαλμένη εικόνα.  

 

91.   Άλλη αντίφαση στην οποία υπέπεσε είναι το ότι στην παράγραφο 14 του Εγγράφου Γ αναφέρει πως η απόφαση για αποκοπή 13ου μισθού «λήφθηκε από όλα τα Διοικητικά Συμβούλια των εταιρειών του Ομίλου Λόρδος σε Παγκύπρια κλίμακα...»  ενώ στην αντεξέταση του ανέφερε πως η απόφαση λήφθηκε «Από τον Κύριο Κωνσταντίνο Λόρδο» (σελ. 17, γραμμή 11, πρακτικά 23.01.2025), «που προφανώς και κάθε πρόεδρος του ομίλου μπορεί να πάρει οποιανδήποτε απόφαση θεωρεί» (σελ. 19 πρακτικών 23.01.2025).

 

92.   Η απάντηση του αυτή έρχεται και σε αντίθεση με την μαρτυρία του ΜΥ1 επί του ζητήματος αυτού. Ο ΜΥ1 είχε αναφέρει πως έγιναν συζητήσεις μεταξύ των μελών των ΔΣ όλων των εταιρειών του Ομίλου και «επικράτησε η άποψη της αποκοπής του 13ου μισθού» (παρ. 7, Έγγραφο Β). Ο ΜΥ2 στην αντεξέταση του ανέφερε πως ήταν απόφαση του Κ. Λόρδου, Προέδρου του Ομίλου, ο οποίος τη διαβίβασε στους διευθυντές των θυγατρικών και οι οποίοι, ακολούθως ενημέρωσαν τους εργοδοτούμενους. Ακολούθως, ο ΜΥ2 παραδέχθηκε ότι η απόφαση πάρθηκε μονομερώς και στην ουσία ανακοινώθηκε στους υπαλλήλους. Η απάντηση του αυτή την οποία επανέλαβε και μάλιστα εξέφρασε και τη γνώμη ότι η μονομερής αποκοπή ήταν καθόλα νόμιμη, έρχεται σε αντίφαση με την θέση που προωθήθηκε ότι οι εργοδοτούμενοι είχαν ερωτηθεί και στην ουσία επέλεξαν την αποκοπή του 13ου μισθού τους προς αποφυγή άλλων καταστάσεων, ήτοι απολύσεων.

 

93.   Ακόμα σημειώνω  το εξής σημαντικό: η μαρτυρία του ΜΥ2 ως προς τον τρόπο που έδωσαν τη συγκατάθεση τους οι εργοδοτούμενοι στην αποκοπή του μισθού τους έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία του ΜΥ1. Ο ΜΥ1 επέμενε ότι έδωσαν τη συγκατάθεση τους οι Παραπονούμενοι ο καθένας ξεχωριστά. Ο ΜΥ2 θεώρησε,  στην ουσία υπέθεσε, ότι συγκατατέθηκαν στην αποκοπή επειδή δεν αποχώρησαν και παρέμειναν στην εργασία τους για άλλα 8 έτη. Στην σελ. 22 των πρακτικών, ο ΜΥ2 φαίνεται να αναφέρει ότι δεν έγινε ενημέρωση και λήψη συγκατάθεσης από τον κάθε υπάλληλο ξεχωριστά («δεν είπα έναν-έναν»). Η θέση αυτή είναι διαμετρικά αντίθετη από την θέση του ΜΥ1 ο οποίος ανέφερε ξεκάθαρα ότι «ερωτείτο ένας ένας και απαντούσε, όσοι ήταν εκεί απάντησαν ναι».

 

94.   Εξ ακοής μαρτυρία: Η θέση ότι ο Κωνσταντίνος Λόρδος του είπε πως απόφαση για αποκοπή 13ου μισθού λήφθηκε μετά από νομική συμβουλή και σε συνεννόηση με την Ο.Ε.Β και εφαρμόστηκε χωρίς προβλήματα και οι όροι εργοδότησης των υπαλλήλων τροποποιήθηκαν νόμιμα, εκτός από το ότι αποτελεί μαρτυρία ως προς το έσχατο συμπέρασμα το οποίο θα πρέπει να αποφασίσει το Δικαστήριο αποτελεί και εξ ακοής μαρτυρία. 

 

95.   Αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία καθότι πρόκειται για δήλωση ενός προσώπου το οποίο δεν έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο και η οποία προσάγεται από τον ΜΥ2 ως προς την αλήθεια των όσων αναφέρονται σε αυτήν – ήτοι σε σχέση με το ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα και η αποκοπή έγινε νόμιμα.

 

 

96.   Δεν δόθηκε καμία εξήγηση γιατί ο Κωνσταντίνος Λόρδος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να δώσει ο ίδιος μαρτυρία αφού ήταν ο Πρόεδρος του Ομίλου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Καμία εξήγηση δεν δόθηκε γιατί δεν ήταν εφικτό να δώσει αυτή τη μαρτυρία το πρόσωπο το οποίο προέβη στην αρχική δήλωση.  Αντ’ αυτού μεταφέρθηκε η δήλωση του από τον ΜΥ2 ο οποίος ανέλαβε ως διευθυντής της Κατηγορούμενης τον Μάρτιο του 2024, ενώ εργοδοτήθηκε στον Όμιλο το 2016.

 

97.   Η δήλωση επίσης είναι πολύ γενική και στερείται της απαραίτητης εξειδίκευσης η οποία ενδεχομένως να την καθιστούσε πειστική. Επίσης, η δήλωση φαίνεται να έγινε πρόσφατα στον ΜΥ2 ενώ αφορά γεγονότα τα οποία ανάγονται στο μακρινό 2013. Δεν μπορεί να γίνει αξιολόγηση ως προς το κατά πόσον η δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι. Ο σκοπός που έγινε η δήλωση αντιλαμβάνομαι είναι για να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς της Υπεράσπισης και επομένως θεωρώ ότι υπάρχει κίνητρο να μην δοθεί μια πλήρης εικόνα της κατάστασης αλλά μια εικόνα που εξυπηρετεί την υπόθεση της Κατηγορούμενης. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έχουν προαναφερθεί δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία.

 

98.   Σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι η υπόθεση είναι καταχρηστική καθότι ο Ευσταθίου που κατά τον Παραπονούμενο ήταν ο αποδέκτης των παραπόνων του για την αποκοπή του 13ου του μισθού, από το 2021 έχει αντιδικία με την Εταιρεία, εκτός από το ότι το κατά πόσον στοιχειοθετείται κατάχρηση είναι νομικό θέμα, από την στιγμή που είναι παραδεκτό πως ο Ευσταθίου ήταν ο άμεσα προϊστάμενος του Παραπονούμενου, δεν είναι πειστικός. Το όλο επιχείρημα του ΜΥ2 στηρίζεται στην υπόθεση ότι ο Ευσταθίου σε περίπτωση που κληθεί να δώσει μαρτυρία θα έχει κίνητρο να αποκρύψει την αλήθεια για ένα συμβάν το οποίο ενδεχομένως να είναι άσχετο με τον λόγο για τον οποίο ο Ευσταθίου έχει αντιδικία με την Εταιρεία. Δεν επεξηγείται η βάση για αυτή την εικασία και επομένως δεν δέχομαι τον ισχυρισμό του ΜΥ2. 

 

99.   Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΥ2, στο σύνολο της και παραθέτοντας πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του, καταλήγω ότι η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αποδέχομαι μόνο το ότι η αποκοπή του 13ου μισθού των εργοδοτουμένων του Ομίλου είχε αποφασιστεί από τον Πρόεδρο του Ομίλου μονομερώς, ενημερώθηκαν σε σχέση με αυτήν οι διευθυντές των διαφόρων θυγατρικών εταιρειών του Ομίλου και το ανακοίνωσαν στους εργοδοτούμενους τους, δεδομένου του ότι η θέση αυτή του ΜΥ2 δεν είχε αμφισβητηθεί.

 

 

 

 

 

 

iv.        ΕΥΡΗΜΑΤΑ

 

100.    Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:

 

100.1    Ο Παραπονούμενος εργαζόταν στην Κατηγορούμενη από τον Μάρτιο του 2009 μέχρι και τον Απρίλιο του 2021.

100.2    Η Κατηγορούμενη είναι θυγατρική εταιρεία του Όμιλου Εταιρειών Λόρδος. Ο Όμιλος αποτελείται από 11 εταιρείες με μητρική την GDL Trading Ltd και το 2013 εργοδοτούσε περισσότερους από 100 υπάλληλους.

100.3    Ο Παραπονούμενος τον Απρίλιο του 2021 παραιτήθηκε την Κατηγορούμενη και καταχώρισε την Αίτηση αρ. 154 / 2021 στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών προβάλλοντας ότι εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση επειδή αποκόπηκε μονομερώς ο μισθός του (Τεκμήριο 3). Στην Αίτηση δεν υπάρχει ισχυρισμός σε σχέση με αποκοπή του 13ου μισθού του Παραπονούμενου.

100.4    Όταν προσλήφθηκε ο Παραπονούμενος αναφέρθηκε από τον εργοδότη του ότι θα λάμβανε 13ο μισθό και πράγματι μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2012 λάμβανε 13ο μισθό.

100.5    Περί τα τέλη του έτους 2013 ανακοινώθηκε στον Παραπονούμενο από τον Θ. Ευσταθίου, ο οποίος ήταν διευθυντής της Κατηγορούμενης και ήταν ο προϊστάμενος του Παραπονούμενου, ότι η Κατηγορούμενη δεν θα του κατέβαλλε 13ο μισθό καθότι η Εταιρεία έπρεπε να προβεί σε περικοπές λόγω της οικονομικής κρίσης.

100.6    Ο Όμιλος, περιλαμβανομένης και της Κατηγορούμενης αποφάσισε μονομερώς περί τα τέλη του 2013 ότι θα προέβαινε στην αποκοπή του 13ου μισθού όλων των υπαλλήλων του Ομίλου. Η απόφαση κοινοποιήθηκε στους διευθυντές των θυγατρικών εταιρειών του Ομίλου και ανακοινώθηκε από αυτούς στους εργοδοτούμενους της κάθε εταιρείας.

100.7    Ο Παραπονούμενος ανέφερε στον Θ. Ευσταθίου ότι δεν συμφωνεί με την αποκοπή του 13ου μισθού του και ότι η Κατηγορουμένη έπρεπε να τηρήσει τη συμφωνία η οποία συνάφθηκε όταν είχε προσληφθεί.

100.8    Παρά τις αντιρρήσεις του Παραπονούμενου, δεν πληρώθηκε τον 13ο του μισθό το 2013.

100.9    Το ίδιο επαναλήφθηκε κατά τα έτη 2014, 2015, 2016, 2017, 2018, 2019 και 2020. Όταν παραιτήθηκε τον Απρίλιο του 2021 δεν πληρώθηκε την αναλογία του 13ου μισθού του.  

100.10 Κάθε χρόνο όταν δεν λάμβανε 13ο μισθό επαναλάμβανε την διαφωνία του σε σχέση με την αποκοπή του μισθού του και αξίωνε την πληρωμή του 13ου μισθού του προφορικά στον προϊστάμενο του.

100.11 Ο Παραπονούμενος δεν είχε παραιτηθεί από την Εταιρεία καθότι είχε ανάγκη τη δουλειά του και επειδή δεν επιθυμούσε να δημιουργήσει θέμα, ωστόσο ουδέποτε συμφώνησε ή συγκατατέθηκε ρητώς στην αποκοπή του 13ου του μισθού.

100.12 Ο Παραπονούμενος δεν παραπονέθηκε ούτε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων αλλά ούτε και απέστειλε κάποια επιστολή / παράπονο στην Εταιρεία ή στον Όμιλο για τον 13ο του μισθό. Στο ΤΕΣ το είχε αναφέρει ότι είχε αποκοπεί ο 13ος του μισθός από το 2013. Το ΤΕΣ στην επιστολή του ημερ. 09.03.2021 προς την Κατηγορούμενη δεν αναφέρεται σε αποκοπή 13ου μισθού αλλά σε αποκοπή μισθού από τον Ιούνιο του 2020 (Τεκμήριο 8).

100.13 Ο Θ. Ευσταθίου σταμάτησε να εργάζεται στην Κατηγορούμενη από το έτος 2021 και προώθησε Αίτηση εναντίον της Κατηγορούμενης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Το ίδιο και ο Δ. Γεωργίου.

 

Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ -  ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΩΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ 

 

i.          Παράλειψη πληρωμής και αποκοπή μισθού

 

101.    Το Άρθρο 9 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα εκάστου προσώπου σε αξιοπρεπή διαβίωση και κοινωνική ασφάλεια:

 

«Έκαστος έχει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβιώσεως και κοινωνικής ασφαλείας. Ο νόμος θα προβλέψη περί προστασίας των εργατών, αρωγής προς τους πτωχούς και συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων.»

 

102.    Ο εργοδότης κατέχει δεσπόζουσα θέση έναντι των εργοδοτουμένων του. Οι οικονομικές συνθήκες των δύο συμβαλλομένων είναι πολύ διαφορετικές με αποτέλεσμα την ύπαρξη ανισότητας διαπραγματευτικής ισχύος. Η ανισότητα αυτή είναι ένα αναπόφευκτο χαρακτηριστικό της εργοδοτικής σχέσης κατά τρόπο που να απολήγει στην επιβολή όρων τους οποίους ο εργοδότης επιθυμεί έναντι του εργοδοτούμενου και τη συνεπακόλουθη ανυπαρξία πραγματικής ελευθερίας του εργοδοτούμενου στο πλαίσιο της συνομολόγησης συμβάσεων.[12]

 

103.    Η καταβολή μισθού από τον εργοδότη στον εργοδοτούμενο είναι η βασικότερη υποχρέωση του εργοδότη με βάση τη σύμβαση εργοδότησης. Η σημασία της καταβολής του μισθού κατοχυρώνεται από ειδική νομοθεσία, ήτοι το Νόμο. Συνεπεία της ανισότητας αυτής μεταξύ των μερών ο νομοθέτης αποφάσισε να θεσπίσει το Νόμο ως αντίβαρο της οικονομικής ισχύος του εργοδότη και ως ένα μέσο ενίσχυσης της θέσης του αδύνατου συμβαλλόμενου, ήτοι του εργοδοτούμενου του οποίου η αξιοπρεπής διαβίωση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το μισθό τον οποίο λαμβάνει από τον εργοδότη του.

 

104.    Ο σκοπός της θέσπισής του Νόμου είναι η προστασία των εργοδοτουμένων και συγκεκριμένα, η διασφάλιση του δικαιώματός τους προς λήψη του μισθού και των ωφελημάτων που δικαιούνται με βάση τη συμφωνία που διέπει την εργασιακή τους σχέση.

 

105.    Η παράλειψη πληρωμής μισθού αποτελεί ιδιώνυμο αδίκημα με βάση το Νόμο ο οποίος έχει ως σκοπό την αντιμετώπιση με το δραστικό τρόπο τον οποίο προσφέρει η ποινική δικαιοδοσία ενός κοινωνικού προβλήματος το οποίο δημιουργείται συνεπεία της εν λόγω συμπεριφοράς του εργοδότη έναντι του εργοδοτούμενου του.[13] Ο νομοθέτης με το άρθρο 10 του Νόμου απαγόρευσε την μονομερή  - χωρίς συγκατάθεση - αποκοπή μισθού για να προστατεύσει το αδύναμο μέρος στο πλαίσιο της σύμβασης εργοδότησης.

 

106.    Επιπρόσθετα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σκουφίδη ν. Χ.Α. Quality Paper Services Ltd, Ποινική Έφεση αρ. 134/2016, 5.6.2018 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Η θέσπιση του ως άνω Νόμου καθώς και η ποινικοποίηση των παραλείψεων πληρωμής μισθού και άλλα συναφή αδικήματα με βάση τις πρόνοιες του έχει ως σκοπό την προστασία των εργοδοτουμένων από πράξεις ή παραλείψεις που έχουν ως αποτέλεσμα τη στέρηση του δικαιώματος είσπραξης του μισθού, δικαιώματος που άπτεται θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου προς αξιοπρεπή διαβίωση, αφού η στέρηση του μισθού δύναται να οδηγήσει οποιονδήποτε πρόσωπο σε δυσχερή κατάσταση μη δυνατότητας αντιμετώπισης των καθημερινών του αναγκών.»

 

107.    Δεδομένου ότι όλες οι κατηγορίες αφορούν τη χρονική περίοδο 2013 – 2021 στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να εφαρμοστεί ο Νόμος πριν από την τροποποίηση του με τον Ν.221(Ι)/2022.

 

108.    Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις στο άρθρο 2 του Νόμου ο όρος «μισθός»:  «σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές·»

 

109.    Ο όρος «εργοδοτούμενος»: «σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται για άλλο πρόσωπο, είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και ο όρος “εργοδότης” θα ερμηνεύεται ανάλογα και θα περιλαμβάνει την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας».

 

110.    Το άρθρο 3 του Νόμου με πλαγιότιτλο «τρόπος πληρωμής μισθών», πριν από την τροποποίηση του με το Ν. 221(Ι)/2022 προνοεί τα ακόλουθα:

 

«3. Οι μισθοί των εργοδοτουμένων πρέπει να πληρώνονται τοις μετρητοίς σε νόμιμο χρήμα, δηλαδή σε χαρτονομίσματα ή κέρματα, ή μέσω λογαριασμού μισθών ή με τραπεζική ή ταχυδρομική επιταγή.»

 

111.    Σύμφωνα με το άρθρο 9 (1) «[η] συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία.» 

 

112.    Σύμφωνα δε με το άρθρο 10 του Νόμου, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν επιτρέπονται αποκοπές από το μισθό εργοδοτούμενου παρά μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, για παράδειγμα, αποκοπές που προνοούνται από νόμο ή κανονισμό, αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας ή δυνάμει δικαστικής απόφασης. Στην περίπτωση άλλων αποκοπών απαιτείται συγκατάθεση του εργοδοτούμενου:

 

«10.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2), (3) και (4) του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από το μισθό, παρά μόνο:

 

(α)         αποκοπές που προνοεί νόμος ή κανονισμός·

(β)         αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης·

(γ)         αποκοπές δυνάμει δικαστικής απόφασης˙

(δ)         αποκοπές για αποζημίωση λόγω ζημιάς που υπέστη η επιχείρηση και που προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτούμενου· και

(ε)         αποκοπές που προβλέπει συλλογική σύμβαση ή γενική συμφωνία μεταξύ εργοδοτικών οργανώσεων και εκπροσώπων των εργαζομένων, για εργαζόμενους για τους οποίους αυτές εφαρμόζονται·

 (στ)        άλλες αποκοπές, μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.

[...]

       (4) Οι αποκοπές από το μισθό δυνάμει του παρόντος άρθρου περιορίζονται στο βαθμό που ο εργοδοτούμενος θα μπορεί να συντηρήσει τον εαυτό του και την οικογένειά του.»

 

113.    Όσον αφορά τη συγκατάθεση για αποκοπή το μισθού, εν προκειμένω, εφαρμόζεται ο Νόμος πριν από την τροποποίηση του από τον Ν. 221(Ι)/2022 με βάση τον οποίο ο Νόμος τροποποιήθηκε κατά τρόπο που η συγκατάθεση του εργοδοτούμενου να είναι γραπτή και ενυπόγραφη. Κατά συνέπεια, στην παρούσα υπόθεση αυτό που απαιτείται να αποδειχθεί για αποκοπή από το μισθό είναι η (απλή) συγκατάθεση του Παραπονούμενου χωρίς να είναι γραπτή.

 

114.    Περαιτέρω προστέθηκε το εδάφιο (5) το οποίο προνοεί ότι «[σ]ε περιπτώσεις αποκοπών δυνάμει της παραγράφου (στ) του εδαφίου (1) ο εργοδότης τηρεί αρχείο με τα έντυπα συγκατάθεσης του εργοδοτουμένου στη βάση των διατάξεων του άρθρου 12 και σε τύπο εντύπου του οποίου τη μορφή και το περιεχόμενο αποφασίζει ο Διευθυντής με σχετική εγκύκλιο που εκδίδει.»

 

115.    Δεδομένου του ότι η αποκοπή μισθού αποτελεί ποινικό αδίκημα εκτός και αν εφαρμόζεται μια από τις εξαιρέσεις στα στοιχεία (α) – (στ) του εδαφίου (1) του άρθρου 10 του Νόμου, το βάρος απόδειξης ότι εν προκειμένω ισχύει μία εκ των εξαιρέσεων το φέρει η Κατηγορούμενη, η οποία προβάλλει το ότι έλαβε τη συγκατάθεση του εργοδοτούμενού της για την αποκοπή ποσού από το μισθό του. Σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι σε ποινικές υποθέσεις στην περίπτωση κατά την οποία το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου, όπως εν προκειμένω, το επίπεδο απόδειξης το οποίο εφαρμόζεται είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η μετατόπιση του βάρους απόδειξης για απόδειξη λήψης συγκατάθεσης για αποκοπή συνάδει με το άρθρο 12 και την υποχρέωση τήρησης αρχείου για τυχόν αποκοπές στο μισθό των εργοδοτούμενων.

 

116.    Περαιτέρω σημειώνω σε σχέση με το βάρος απόδειξης ως προς το κατά πόσον καταβλήθηκαν ή αν ήταν οφειλόμενοι οι μισθοί αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην Ροδοσθένους (ανωτέρω):

 

«Η ευπαίδευτη πρωτόδικος Δικαστής έσφαλε στην προσέγγισή της ότι ο Παραπονούμενος - Εφεσείων όφειλε και να αποδείξει ότι οι μισθοί ήταν ή όχι οφειλόμενοι. Κάτι τέτοιο - η αυστηρή δηλαδή απόδειξη, ουσιαστικά, ότι οι μισθοί δεν καταβλήθηκαν - θα καθιστούσε κενή περιεχομένου και θα αντιστρατευόταν τη νομοθετική πρόνοια του άρθρου 12(3), η οποία εναποθέτει το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού στους ώμους του εργοδότη

 

Υπό τις συνθήκες λοιπόν, κατ΄ ακολουθία και του άρθρου 12(3) του Νόμου, ο εργοδότης - Εφεσίβλητη έφερε πλέον το βάρος απόδειξης της καταβολής του μισθού στον εργοδοτούμενο - Εφεσείοντα. Προσθέτουμε ότι η εκ του νόμου, άρθρο 12(1)(2), υποχρέωση προς τήρηση αρχείων, εντάσσεται στην όλη φιλοσοφία προστασίας και διασφάλισης των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων, αλλά και ενισχύει τη δυνατότητα απόσεισης του βάρους που φέρει ο εργοδότης προς απόδειξη της καταβολής των μισθών εργοδοτουμένων.»

 

117.    Το άρθρο 12 του Νόμου ως είχε πριν την τροποποίηση του από τον Ν. 221(Ι)/2022 προνοεί ότι ο εργοδότης οφείλει να διατηρεί και να φυλάσσει αρχεία στα οποία να φαίνεται για κάθε εργοδοτούμενο τα στοιχεία σχετικά με τον ακάθαρτο και καθαρό μισθό του, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν αποκοπών που έγιναν στο μισθό και τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι εν λόγω αποκοπές. Το άρθρο 12(3) προνοεί ότι «το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο  φέρει ο εργοδότης».

 

118.    Το άρθρο 19 του Νόμου προνοεί ότι το «Αρμόδιο Δικαστήριο για επίλυση οποιασδήποτε αστικής φύσεως διαφοράς, μέσα στα πλαίσια του παρόντος Νόμου, είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών» και «[σ]ε περίπτωση που ο εργοδότης καταδικαστεί για παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών θα μπορεί να εκδίδει διάταγμα καταβολής χρηματικών οφειλών του εργοδότη που προκύπτουν από τη μη πληρωμή μισθών».

 

119.    Το άρθρο 20 του Νόμου με τίτλο «Αδικήματα και ποινές»  ως είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο πριν την τροποποίηση του με το Ν. 221(Ι)/2022 διαλαμβάνει, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει, τα ακόλουθα:

 

«20.-(1) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων (2), (3) και (4) του παρόντος άρθρου, εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

 

(2) Το Δικαστήριο επιπρόσθετα από τις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο (1), δύναται, με την καταδίκη του εργοδότη, να εκδώσει και Διάταγμα καταβολής του οφειλόμενου ποσού προς τον εργοδοτούμενο.»

 

120.    Στην ουσία αυτό το οποίο θα πρέπει να αποδείξει ο Παραπονούμενος είναι το ότι ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο και δικαιούτο σε μισθό ή, ανάλογα με την περίπτωση, ότι αποκόπηκε μέρος του μισθού που δικαιούτο.[14] Με βάση τη σχετική νομολογία δεν έχει σημασία πως αποκαλείται η παροχή αυτή. Με βάση το άρθρο 12(3) του Νόμου ο εργοδότης θα πρέπει να αποδείξει ότι καταβλήθηκαν στον Παραπονούμενο οι μισθοί ή ότι η αποκοπή έγινε με βάση το νόμο ή κατόπιν συγκατάθεσης του εργοδοτούμενου.

 

121.    Όπως έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, το υπό κρίση αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθού, είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης,  αφού το στοιχείο της ένοχης διάνοιας ή εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής μισθών.[15] Οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στην παράλειψη αυτή είναι αδιάφοροι.[16]

 

ii.         Συγκατάθεση εργοδοτούμενου

 

122.    Όσον αφορά τον όρο  «συγκατάθεση» αυτός  δεν ερμηνεύεται στο Νόμο. Με βάση το Νόμο ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν απαιτείται να υπάρχει γραπτή και ενυπόγραφη συγκατάθεση από μέρους του εργοδοτούμενου. Συνεπώς, τίθεται το ερώτημα: υπό ποιες περιστάσεις μπορεί το Δικαστήριο να θεωρήσει πως ο εργοδοτούμενος συγκατατίθεται σε μείωση του μισθού του; Η συνέχιση της εργοδότησης παρά την αποκοπή μπορεί να εξισωθεί με συγκατάθεση για μείωση του μισθού; Μπορεί ένας εργοδοτούμενος να παράσχει ελεύθερη συγκατάθεση στο πλαίσιο σύμβασης εργοδότησης; 

 

123.    Εν προκειμένω, προωθήθηκε η θέση από την υπεράσπιση ότι στην ουσία υπήρχε σιωπηρή συγκατάθεση επειδή ο Παραπονούμενος παρέμεινε στην εργασία του μέχρι το 2021 χωρίς να παραιτηθεί λόγω της αποκοπής του 13ου του μισθού.

 

124.    Το Δικαστήριο προβληματίζεται έντονα ως προς το κατά πόσον στο πλαίσιο μιας σχέσης στην οποία ο ένας εκ των δύο συμβαλλομένων κατέχει δεσπόζουσα θέση και υπάρχει ανισότητα στη διαπραγματευτική ισχύ, μπορεί να θεωρηθεί η σιωπή του αδύνατου μέρους και η συνέχιση της σχέσης εργοδότησης ως σιωπηρή συγκατάθεση.

 

125.    Πρέπει να σημειώσω ότι η τροποποίηση του Νόμου δια της προσθήκης ότι η συγκατάθεση θα πρέπει να είναι γραπτή και ενυπόγραφη, αφενός μεν καταδεικνύει την τάση για μεγαλύτερη προστασία του εργοδοτούμενου και του μισθού του, αφετέρου δε, θα μπορούσε να λεχθεί ότι η μεταγενέστερη προσθήκη της υποχρέωσης για γραπτή και ενυπόγραφη συγκατάθεση δείχνει ότι κατά τον ουσιώδη, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση χρόνο, αυτό που απαιτείται είναι η «απλή» συγκατάθεση. Το ερώτημα βεβαίως παραμένει για το κατά πόσον ο όρος συγκατάθεση σε αυτό πλαίσιο σημαίνει ρητή συγκατάθεση ή το κατά πόσον περιλαμβάνει και τη σιωπηρή συγκατάθεση η οποία ενδέχεται να προκύψει από τη συμπεριφορά ενός προσώπου ή ακόμη και από την απουσία διαμαρτυρίας.

 

126.    Όπως αναφέρθηκε από το έντιμο Δικαστή του Εφετείου κ. Χαραλάμπους στο πλαίσιο της απόφασης του στην υπόθεση Δώρος Ασιήκαλης ν Στάυρου Μιχαήλ (Ποιν. Εφ. 225/2021, 27.11.2023)  σε σχέση με την ερμηνεία των νόμων:

 

«Η αυστηρή γραμματική ερμηνεία ανήκει στο παρελθόν (Κιτρομηλίδης v. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 162) και προκρίνεται η τελολογική ερμηνεία ήτοι με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος (Hermes Ins Ltd v. Αστυνομίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 406) πλην όμως οι ποινικοί νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά (Popov v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 338Eurofreight v. Γεωργίου (2006) 2 Α.Α.Δ. 29) και σε περίπτωση αμφιβολίας να προτιμάται η ερμηνεία εκείνη που είναι υπέρ του πολίτη (Γαλατάκης v. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 78) αφού η τελολογική ερμηνεία δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις του νόμου ή την μεταβολή του κειμένου της νομοθεσίας.»

 

127.    Περαιτέρω στην Κιτρομηλίδης, ανωτέρω αναφέρθηκε ότι «είναι καλά εδραιωμένη η αρχή ότι οι λέξεις σ' ένα νομοθέτημα ερμηνεύονται με τρόπο λειτουργικό ώστε να συνάδουν με την πρόθεση του νομοθέτη.»

128.    Ο σκοπός του Νόμου ως έχει κατ’ επανάληψη αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο είναι η αντιμετώπιση με το δραστικό τρόπο τον οποίο προσφέρει η ποινική δικαιοδοσία ενός κοινωνικού προβλήματος το οποίο δημιουργείται ως συνέπεια της συμπεριφοράς του εργοδότη έναντι του εργοδοτούμενου του.[17] 

 

129.    Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Ε’ Εκδοση, 2019, ο όρος «συγκατάθεση» ερμηνεύεται ως «η έκφραση σύμφωνης γνώμης, η αποδοχή, συναίνεση». Ως συνώνυμα της λέξης αναφέρονται τα ακόλουθα: «συναίνεση, συγκατάνευση, συμφωνία». Στο λεξικό Τριανταφυλλίδη ο όρος συγκατάθεση  ερμηνεύεται ως «η σύμφωνη γνώμη για κτ. που πρόκειται να γίνει, η αποδοχή, η συναίνεση».

 

130.    Ο όρος «συγκατάθεση» συνεπώς προϋποθέτει συμφωνία. Με βάση την κλασσική αυθεντία επί του ζητήματος ήτοι την Felthouse v Bindley[18], η σιωπή δεν μπορεί να αποτελέσει αποδοχή (silence does not amount to acceptance). Ο δε Μπαμπινιώτης, ανωτέρω, ορίζει τη συγκατάθεση ως την «έκφραση» σύμφωνης γνώμης. Είναι επίσης σχετικό και το άρθρο 2(2)(β) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 146: «(β) η πρόταση θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή, όταν το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, δηλώσει τη συγκατάθεση του σε αυτή. Η πρόταση όταν γίνει αποδεκτή, καθίσταται υπόσχεση».

 

131.    Σημειώνω ότι ένας όρος ερμηνεύεται με διαφορετικό τρόπο σε κάθε νομοθέτημα. Παραδείγματος χάριν, στον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/79 - Γενικό Κανονισμό για την Προστασία  Προσωπικών Δεδομένων η «συγκατάθεση» του υποκειμένου των δεδομένων ορίζεται ως  «κάθε ένδειξη βουλήσεως, ελεύθερη, συγκεκριμένη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων εκδηλώνει ότι συμφωνεί, με δήλωση ή με σαφή θετική ενέργεια, να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν».

 

132.    Στο προοίμιο του Κανονισμού αναφέρεται ότι για να είναι έγκυρη η συγκατάθεση δεν θα πρέπει να υπάρχει ανισότητα μεταξύ του υποκειμένου των δεδομένων και του υπεύθυνου επεξεργασίας. Επίσης, στην παράγραφο 42 του προοιμίου αναφέρεται ότι «η συγκατάθεση δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι δόθηκε ελεύθερα αν το υποκείμενο των δεδομένων δεν έχει αληθινή ή ελεύθερη επιλογή ή δεν είναι σε θέση να αρνηθεί ή να αποσύρει τη συγκατάθεσή του χωρίς να ζημιωθεί.»

 

133.    Στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149 ερμηνεύεται ο όρος «συναίνεση» στο άρθρο 13 αυτού ως ακολούθως:

 

«Δύο οι περισσότεροι θεωρούνται ότι συναινούν, όταν συμφωνούν για το ίδιο πράγμα με την ίδια έννοια»

 

134.    Στο άρθρο 14 του Κεφ. 149 ορίζεται ο όρος «ελεύθερη συναίνεση» ως ακολούθως:

 

 «Η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη, όταν δεν προκαλείται με-

(α) εξαναγκασμό, όπως ορίζεται στο άρθρο 15~ ή, (β) ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο 16~ ή, (γ) απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο 17~ ή, (δ) ψευδή παράσταση όπως ορίζεται στο άρθρο 18~ ή, (ε) πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και 22.

 

Συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει του εν λόγω εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης, ψευδούς παράστασης ή πλάνης.»

 

135.     Από την άλλη, θα μπορούσε να λεχθεί ότι στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης, ο νόμος θα πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά και υπέρ του του Κατηγορούμενου. Αποτελεί επίσης βασική αρχή ότι οι ποινικοί νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά και όπου υπάρχει αμφιβολία να δίδεται η ερμηνεία εκείνη που είναι υπέρ του πολίτη.[19] Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Αστυνομίας (1993) 2 ΑΑΔ 443  λέχθηκαν τα εξής:

 

«Οι ποινικοί νόμοι, περιλαμβανομένων, εκείνων που αφορούν τη δικαιοδοσία και τη δικονομία, ερμηνεύονται αυστηρά. Αν υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία αποφασίζεται υπέρ του κατηγορουμένου. Αυτό γίνεται έστω και αν οδηγεί στην απαλλαγή του κατηγορουμένου για τεχνικούς λόγους.»

 

136.    Σε περίπτωση κατά την οποία μπορεί να υπάρξει σιωπηρή συγκατάθεση του εργοδοτούμενου στη μείωση ή αποκοπή του μισθού του, τίθεται το ζήτημα του πότε θεωρείται ότι ο εργοδοτούμενος του οποίου ο μισθός υπέστη αποκοπή συναίνεσε στην αποκοπή.

 

137.    Όταν επέλθει μονομερής μεταβολή των όρων εργοδότησης, ήτοι χωρίς τη συναίνεση του αντισυμβαλλόμενου, τότε προκύπτει παράβαση της σύμβασης εργοδότησης. Ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης αυτής, δηλαδή αν αποτελεί παράβαση ουσιώδους όρου ή όχι, το αθώο μέρος έχει τις ανάλογες θεραπείες. Αν πρόκειται περί παράβασης ουσιώδους όρου, όπως εν προκειμένω που υπήρξε αποκοπή μισθού, το αθώο μέρος έχει δικαίωμα αποκήρυξης της σύμβασης και απαίτησης για αποζημιώσεις. Το αθώο μέρος μπορεί να επιλέξει να μην τερματίσει τη σύμβαση, ήτοι να μην αποχωρήσει από την εργασία του (affirmation of the breach). Η συνέχιση εργοδότησης χωρίς αξίωση αποζημιώσεων για την παράβαση / χωρίς να εμμένει ο εργοδοτούμενος στην τήρηση των όρων της σύμβασης μπορεί να θεωρηθεί ως σιωπηρή συγκατάθεση (tacit consent).[20]

 

138.    Όπως αναφέρει ο Πολυβίου στην σελ. 258:

 

«Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ζήτημα της επιβεβαίωσης (affirmation) είναι ξεχωριστό και διακρίνεται από το ζήτημα της απεμπόλησης (waiver) του δικαιώματος για αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης και της εξυπακουόμενης συγκατάθεσης στη μονομερή τροποποίηση της σύμβασης. Το γεγονός ότι το αθώο συμβαλλόμενο μέρος έχει αποφασίσει να μην αποκηρύξει τη σύμβαση, παρά την παράβαση της από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι το αθώο μέρος παραιτήθηκε από το δικαίωμα να ζητήσει αποζημιώσεις ούτε ότι το αθώο μέρος αποδέχτηκε σιωπηρώς ή με τη συμπεριφορά του την παράβαση της σύμβασης ώστε να εξυπακούεται ότι η τροποποίηση της σύμβασης εργασίας έγινε αποδεχτή.

 

Τα πιο δύσκολα θέματα σε τέτοιες περιπτώσεις αφορούν την κατ’ ισχυρισμόν εξυπακουόμενη αποδοχή μονομερούς τροποποίησης της σύμβασης εργασίας. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ο Douglas Brodie αναφέρει τα ακόλουθα:

 

“One of the key issues with respect to variation is the question whether, and under what circumstances, a unilateral variation may become binding. To put matters another way, can such a variation come to be viewed as consensual? After all, even though a unilateral variation may amount to a material breach, the employee may not wish to resign. By his conduct in continuing in employment, does he risk being deemed to accept the change? The answer to that question would appear to be yes.”

 

[...] Όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου που ο εργοδοτούμενος παραμένει στην εργασία του παρά τη μονομερή διαφοροποίηση των όρων της εργοδότησης του και του κατά πόσο συνεχίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες του υπό διαμαρτυρία ή όχι.»

 

139.    Ο κ. Πολυβίου αναφέρει επίσης ότι έχει σημασία και ποιος όρος τροποποιείται μονομερώς. Αναφορικά με το μισθό, επειδή είναι κάτι το οποίο έχει άμεση ισχύ και δεν ανάγεται στο μέλλον (π.χ. συνταξιοδοτικά ωφελήματα) η συνέχιση της εργοδότησης χωρίς διαμαρτυρία για κάποια περίοδο (ο κ. Πολυβίου αναφέρει 3 μήνες) είναι πιθανό να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι νέοι όροι εργασίας έχουν γίνει αποδεκτοί. Εν προκειμένω όμως δεν είναι μείωση του μηνιαίου μισθού που εξετάζεται αλλά η αποκοπή 13ου μισθού (και η συνεπακόλουθη μείωση του ετήσιου μισθού), ο οποίος καταβάλλεται μια φορά κάθε χρόνο. Ο επόμενος 13ος μισθός θα καταβληθεί μετά από 12 μήνες σε αντίθεση με την μείωση του μηνιαίου ή εβδομαδιαίου μισθού ο οποία επαναλαμβάνεται κάθε μήνα ή εβδομάδα, αντίστοιχα.

 

140.    Η έκφραση διαφωνίας από μέρους του υπαλλήλου με την μονομερή τροποποίηση των όρων εργασίας του αναιρεί την πιθανότητα να θεωρηθεί ότι υπήρξε σιωπηρή αποδοχή / συγκατάθεση στην μονομερή τροποποίηση των όρων εργασίας. Σχετική είναι η υπόθεση Rigby v. Ferodo Ltd (1987) IRLR 516 στην οποία η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων αποφάσισε ότι ο εργοδοτούμενος δικαιούτο σε αποζημίωση σε σχέση με τη μονομερή μείωση του μισθού του από την εργοδότρια εταιρεία. Ο εργοδοτούμενος συνέχισε να εργάζεται αποδεχόμενος μειωμένο μισθό ωστόσο αυτό κρίθηκε ότι δεν συνιστούσε αποδοχή η επιδοκιμασία από μόνο του και ιδιαίτερα ένεκα του γεγονότος ότι ο εργοδοτούμενος δια μέσου της συντεχνίας του είχε διαμαρτυρηθεί.

 

 

141.    Ο κ. Πολυβίου με παραπομπή σε νομολογία του Αρείου Πάγου, Αγγλική καθώς και Κυπριακή αναφέρει ότι το ζήτημα του κατά πόσον ο εργοδοτούμενος έχει αποδεχθεί την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με βάση τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης.

 

142.    Στην απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών στην υπόθεση Χρύσανθος Χατζηχρυσάνθου ν. Κυπριακές Αερογραμμές, Αρ. Αίτησης 763/2005, 15.10.2014 κρίθηκε ότι το χρονικό διάστημα ενός περίπου έτους από τη μονομερή τροποποίηση της σύμβασης εργοδότησης δεν συνιστούσε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα το οποίο να μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο αιτητής είχε συγκατατεθεί στην μονομερή μεταβολή του μισθού του. Σημειώνεται ότι και σε εκείνη την περίπτωση ο εργοδοτούμενος συνέχισε να εργάζεται στις Κυπριακές Αερογραμμές μέχρι και το 2014 και είχε διεκδικήσει τα δικαιώματα του για την περίοδο 1.1.2005 μέχρι 30.12.2005.

 

143.    Σχετική είναι επίσης η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ ν. Αντωνίου, Πολ. Εφ. 101/2013, 16.07.2019 στην οποία κρίθηκε ότι η καθυστέρηση 9 μηνών από την ημερομηνία αποκοπής μισθού μέχρι και την παραίτηση της εφεσίβλητης δεν αποτελούσε επιδοκιμασία της μονομερούς τροποποίησης της σύμβασης από τους εφεσείοντες κατά τρόπο που να αποστερούσε από την εφεσίβλητη το δικαίωμα της για τερματισμό της σύμβασης και αξίωσης αποζημιώσεων. Βεβαίως σε εκείνη την περίπτωση υπήρχε διαμαρτυρία από μέρους της εφεσίβλητης δια της συντεχνίας της.

 

144.    Εν προκειμένω, υπήρξε εύρημα του Δικαστηρίου στην προηγούμενη ενότητα της απόφασης ότι ο Παραπονούμενος διαμαρτυρήθηκε για την αποκοπή του 13ου του μισθού τόσο το 2013 όταν ενημερώθηκε για την πρόθεση του εργοδότη του να αποκόψει το μισθό του, όσο και κάθε χρόνο κατά την περίοδο που καταβαλλόταν ο 13ος μισθός. Υπέβαλλε το παράπονο του στον προϊστάμενο του δείχνοντας ότι ουδέποτε είχε αποδεχθεί ή συγκατατεθεί στην αποκοπή.

 

145.    Κατά συνέπεια, θεωρώ πως εν τέλει δεν τίθεται ζήτημα άρρητης ή εξυπακουόμενης συγκατάθεσης στην παρούσα υπόθεση. Συνεπακόλουθα, δεν θα πρέπει να αποφασίσει το Δικαστήριο εάν η συγκατάθεση πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να περιλαμβάνει και τη σιωπηρή συγκατάθεση, αν και λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του Νόμου ως έχει αναφερθεί στις αποφάσεις Σκουφίδη και Ροδοσθένους, ανωτέρω, την αρχή ότι οι ποινικοί νόμοι ερμηνεύονται αυστηρά και την απλή γραμματική ερμηνεία του όρου που προϋποθέτει κάποιο είδος συμφωνίας ή έκφρασης συμφωνίας, θα αποφάσιζα ότι με τον όρο συγκατάθεση ο νομοθέτης εννοεί τη ρητή συγκατάθεση και δεν περιλαμβάνει τη σιωπηρή συγκατάθεση.

 

146.    Για αυτή μου την κατάληξη λαμβάνω υπόψη και το περιεχόμενο του άρθρου 12(1) του Νόμου ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο το οποίο επιβάλλει την υποχρέωση στον εργοδότη να τηρεί αρχεία στα οποία να σημειώνονται για κάθε εργοδοτούμενο οι αποκοπές στον μισθό του καθώς και οι λόγοι για τις αποκοπές αυτές. Δεδομένης της ανισότητας διαπραγματευτικής ισχύος καθώς και την μετατόπιση του βάρους απόδειξης για την απόδειξη ότι υπήρχε συγκατάθεση θεωρώ πως δεν θα πρέπει να αποδειχθεί τίποτε λιγότερο από τη ρητή συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.

 

iii.        Κατάχρηση Διαδικασίας

 

147.    Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης ήγειρε ζήτημα κατάχρησης διαδικασίας καθότι κατά την θέση του υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της ποινικής δίωξης δεδομένου του ότι η αποκοπή του 13ου μισθού έγινε το 2013 και επαναλαμβανόταν κάθε χρόνο μέχρι το 2021. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι υπήρξε δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων της Κατηγορούμενης καθότι ο Θ. Ευσταθίου δεν εργάζεται πλέον στην Εταιρεία και μάλιστα υπάρχει και δικαστική διαμάχη μεταξύ τους. Επομένως, δεν μπορεί να κληθεί να δώσει μαρτυρία. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τον Δ. Γεωργίου.

 

148.    Το Δικαστήριο έχει το υπέρτατο καθήκον να προωθεί την απονομή της δικαιοσύνης και να εμποδίζει την αδικία. Είναι από αυτό το καθήκον που εκπηγάζει η σύμφυτη εξουσία για ανακοπή της δίωξης και αναστολή της διαδικασίας σε περιπτώσεις κατάχρησης.

 

149.    Το Δικαστήριο έχει τη σύμφυτη εξουσία για την περιστολή καταχρηστικών διαδικασιών (abuse of process). Η συμφυής αυτή εξουσία χαρακτηρίστηκε ως ευρύτατη.[21] Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές.[22] Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή ή απόρριψη ποινική υπόθεσης λόγω κατάχρησης της διαδικασίας υπάρχει σε όλα τα στάδια της υπόθεσης. Μπορεί ακόμα να διαπιστωθεί στο πλέον αρχικό στάδιο, όταν το Δικαστήριο καλείται να εγκρίνει την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει για αυτό το θέμα είτε κατόπιν αιτήσεως της υπεράσπισης είτε ex proprio motu. Ούτε και εμποδίζεται το Δικαστήριο στο να επανεξετάσει ζήτημα κατάχρησης οποτεδήποτε κρίνει ότι οι περιστάσεις το επιβάλλουν.[23]

 

150.    Στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2024, D3.66 παρατίθενται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα:

 

“In Maxwell [2010] UKSC 48 (at [13]), cited in Warren v A-G for Jersey [2011] UKPC 10 (at [22]), Lord Dyson summarised the two categories of case in which the court has the power to stay proceedings for abuse of process:

 

It is well established that the court has the power to stay proceedings in two categories of case, namely (i) where it will be impossible to give the accused a fair trial, and (ii) where it offends the court's sense of justice and propriety to be asked to try the accused in the particular circumstances of the case. In the first category of case, if the court concludes that an accused cannot receive a fair trial, it will stay the proceedings without more. No question of the balancing of competing interests arises. In the second category of case, the court is concerned to protect the integrity of the criminal justice system. Here a stay will be granted where the court concludes that in all the circumstances a trial will offend the court's sense of justice and propriety (per Lord Lowry in R v Horseferry Road Magistrates' Court, ex p Bennett [1994] 1 AC 42 (at 74G)), or will undermine public confidence in the criminal justice system and bring it into disrepute (per Lord Steyn in Latif [1996] 1 WLR 104 (at 112F)).

 

In Crawley [2014] EWCA Crim 1028, Sir Brian Leveson P summarised the scope of abuse of process thus (at [17]–[18]):

 

[T]here are two categories of case in which the court has the power to stay proceedings for abuse of process. These are, first, where the court concludes that the accused can no longer receive a fair hearing; and, second, where it would otherwise be unfair to try the accused or, put another way, where a stay is necessary to protect the integrity of the criminal justice system. The first limb focuses on the trial process and where the court concludes that the accused would not receive a fair hearing it will stay the proceedings; no balancing exercise is required. The second limb concerns the integrity of the criminal justice system and applies where the Court considers that the accused should not be standing trial at all, irrespective of the potential fairness of the trial itself.

 

… [T]here is a strong public interest in the prosecution of crime and in ensuring that those charged with serious criminal offences are tried. Ordering a stay of proceedings, which in criminal law is effectively a permanent remedy, is thus a remedy of last resort.

 

His lordship observed (at [21]) that 'cases in which it may be unfair to try the accused (the second category of case) will include, but are not confined to, those cases where there has been bad faith, unlawfulness or executive misconduct'. In such a case, 'the court is concerned not to create the perception that it is condoning malpractice by law enforcement agencies or to convey the impression that it will adopt the approach that the end justifies the means: the touchstone is the integrity of the criminal justice system' (at [23]). In Horseferry Road Magistrates' Court, ex parte Bennett [1994] 1 AC 42, Lord Griffiths (at p. 61H) said that if the courts have a power to interfere with the prosecution in such cases:

 

… it must be because the judiciary accept a responsibility for the maintenance of the rule of law that embraces a willingness to oversee executive action and to refuse to countenance behaviour that threatens either basic human rights or the rule of law … I have no doubt that the judiciary should accept this responsibility in the field of criminal law.”

 

151.    Στο σύγγραμμα Blackstone’s Criminal Practice 2005, σελ. 1640, επίσης αναφέρεται ότι η καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει μια μορφή κατάχρησης διαδικασίας:  «…even where the proceedings were commenced within time, a magistrates’ court has a discretion to refuse to try an information and acquit the accused without a trial if there has been delay amounting to an abuse of process of the court (see Brentford Justices, ex parte Wong [1981] QB445)».

 

152.    Όποτε η καθυστέρηση είναι σκόπιμη / εκούσια (deliberate) υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η δίωξη να θεωρηθεί καταχρηστική.[24] Αν η καθυστέρηση δεν είναι σκόπιμη, στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2025, D 3.73 αναφέρεται ότι Δικαστήριο δύναται να ανακόψει ποινική δίωξη αν η καθυστέρηση είναι υπέρμετρη ή άδικη και ο δυσμενής επηρεασμός της υπεράσπισης μπορεί αποδειχθεί η μπορεί να τεκμαίρεται χωρίς να πρέπει να προσκομιστεί συγκεκριμένη μαρτυρία ή απόδειξη του δυσμενούς επηρεασμού:

 

“Inadvertent Delay Where deliberate delay in bringing the case to court cannot be shown, the defence may nonetheless apply for the proceedings to be stayed on the ground of abuse of process if (a) there has been inordinate or unconscionable delay due to the prosecution's inefficiency, and (b) prejudice to the defence from the delay is either proved or to be inferred (per Lloyd LJ in Gateshead Justices, ex parte Smith (1985) 149 JP 681, a case involving summary offence where delay in serving the summons had to be seen in the context of the six-month time-limit for applying for the summons under the MCA 1980, s. 127).

 

In Bow Street Stipendiary Magistrate, ex parte DPP (1989) 91 Cr App R 283, the Divisional Court made it clear that, to amount to an abuse of process, delay has to produce 'genuine prejudice and unfairness' (per Watkins LJ at p. 296). In some cases, however, prejudice will be inferred from substantial delay, and the prosecution will then have to rebut that inference of prejudice (p. 297). Such an inference 'is more easily drawn when dealing with a single brief but confused event which must depend on the recollections of those involved' (p. 300). Similarly, in Telford Justices, ex parte Badhan [1991] 2 QB 78, the Divisional Court said (at p. 91) that, where the period of delay is long, it is legitimate for the court to infer prejudice without proof of specific prejudice.”

 

153.    Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους αυτού που επικαλείται την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή ή τερματισμό της.[25] Κατά κανόνα, θα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής[26] εκτός και εάν είναι μια από τις περιπτώσεις που προσβάλλουν το περί δικαίου αίσθημα του δικαστηρίου ώστε να δημιουργείται η ανάγκη για προστασία του κύρους και της ακεραιότητας της απονομής της δικαιοσύνης και της ποινικής διαδικασίας.[27]

 

154.    Με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου «[o] διάδικος που εγείρει ζήτημα κατάχρησης μιας δικαστικής διαδικασίας φέρει το βάρος να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας, αποδεικνύοντας όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση, αλλά και ότι επηρεάστηκε δυσμενώς, συνεπεία αυτής.»[28]

 

155.    Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Μ & Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι «[ό]ταν ζήτημα κατάχρησης εξετάζεται με αναφορά στη καθυστέρηση στη καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης, το υπόβαθρο για την εξέταση του είναι η διάσταση χρόνου μεταξύ της ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας, όπως αποκαλύπτεται από τις λεπτομέρειες του αδικήματος και η ημερομηνία της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Υπεισέρχονται στη συνέχεια και άλλες παράμετροι, όπως, για παράδειγμα, ο χρόνος εξιχνίασης, κατά πόσο ο κατηγορούμενος απουσίαζε στο εξωτερικό ή στη περίπτωση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης τυχόν αντικειμενική αδυναμία του παραπονούμενου να προωθήσει τη δίωξη.»

 

156.       Σε ό,τι αφορά το ζήτημα της καθυστέρησης ιδιώτη στην έγερση ποινικής δίωξης προσώπου το οποίο με παράνομη πράξη του έχει βλάψει άμεσα τα δικαιώματα του, παραπέμπω στην L.C.A. Domiki [29], στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Η μη παραγραφή δεν εξισούται με ελευθερία άσκησης δίωξης οπότε το κρίνει πρόσφορο ο παραπονούμενος. Η ποινική φύση της δίωξης τη διαφοροποιεί από την αστική ευθύνη και δεν είναι ζήτημα που άπτεται μόνο της επιβολής ποινής εάν και εφόσον κριθούν οι κατηγορούμενοι ένοχοι.

 

Η ουσία παραμένει ότι η καθυστερημένη δίωξη σε αυτά τα δεδομένα είναι τέτοια που σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας δικαιολογεί ένα Δικαστήριο να αναχαιτίσει την περαιτέρω πορεία όσον αφορά τουλάχιστον την ποινική πτυχή της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Οι διαβουλεύσεις προς επίλυση της διαφοράς είναι ως ένα σημείο θεμιτές. Ο παράγων του χρόνου όμως έχει τη δική του αυτοτέλεια.»

 

157.       Σημειώνω ότι στην απόφαση Πολυκάρπου ν. Τελεβάντου, Ποινική Έφεση αρ. 69/2021, 7.12.2022, ECLI:CY:AD:2022:B468 η χωρίς επαρκή ή, για την ακρίβεια, καθόλου επεξήγηση καθυστέρηση για σχεδόν 3 ½ χρόνια στην προώθηση της δίωξης του Εφεσίβλητου για το αδίκημα έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας, αποτέλεσε λόγο για να θεωρηθεί η προώθηση της εν λόγω υπόθεσης ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασία οδηγώντας στον τερματισμό της.

 

158.    Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Γ.Π.Β. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5/2020, 30.07.2021 αφού έγινε η διάκριση μεταξύ του ζητήματος της κατάχρησης της διαδικασίας και της παραβίασης του δικαιώματος στη δίκαιη δίκη (αρχίζει από την ημερομηνία διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι και την τελική εκδίκαση της) και διαπιστώθηκε ότι σε εκείνη την περίπτωση το ζήτημα το οποίο τίθετο αφορούσε κατάχρηση τέθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

158.1    Η απόρριψη της υπόθεσης λόγω κατάχρησης είναι κατ’ εξαίρεση δικαιοδοσία η άσκηση της οποίας πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ.

158.2    Η προσέγγιση αυτή συνεπικουρείται από την αγγλική νομολογία στην οποία παρατηρείται ότι η μεγάλη καθυστέρηση μετά τα επίδικα γεγονότα μέχρι την ποινική δίωξη με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να μην μπορεί να τύχει δίκαιης δίκης, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (R v F (TB) [2011] 2 CrApp.R. 13the bringing of a prosecution so long after the events in issue that a fair trial has become impossible).

158.3    Ενόσω υπάρχει πιθανότητα για δίκαιη δίκη, είναι προς το δημόσιο συμφέρον να διεξαχθεί η δίκη. Η διακοπή της, με συνακόλουθη απαλλαγή του κατηγορούμενου, ακόμα και στην περίπτωση που η καθυστέρηση δεν είναι δικαιολογημένη, πρέπει να είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας.  Η πάροδος μεγάλου χρόνου δεν προδικάζει και το μη δίκαιο της δίκης.  Η κάθε υπόθεση, βέβαια, εξαρτάται από τα δικά της ιδιαίτερα γεγονότα.

158.4    Η όποια δικαιολογία για την καθυστέρηση, έχει σημασία στο βαθμό και μόνο που μπορεί να ρίξει φως στο ζήτημα του δυσμενούς επηρεασμού, (βλ. CPS vF [2011] EWCA Crim 1844).  

158.5    Η καθυστέρηση δεν επαρκεί από μόνη της για να οδηγήσει σε διακοπή της δικαστικής διαδικασίας.  Είναι δε σχετική με το ερώτημα κατά πόσο είναι δίκαιο να δικαστεί ο κατηγορούμενος μετά την παρέλευση αρκετού χρόνου από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων.

158.6    Το ερώτημα κατά πόσο ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει δίκαιης δίκης, μετά την απώλεια ή καταστροφή σχετικού μαρτυρικού υλικού, λόγω του διαρρεύσαντα χρόνου, όπως και στην περίπτωση της μη δυνατότητας κλήσης μαρτύρων, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και επικεντρώνεται στη φύση και την έκταση του δυσμενούς επηρεασμού που προκαλείται σε αυτόν.

158.7    Εν προκειμένω, το βάρος, ήταν στους ώμους του εφεσείοντα να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι λόγω της απουσίας του συγκεκριμένου μαρτυρικού υλικού και μη δυνατότητας κλήσης συγκεκριμένων μαρτύρων, υπέστη δυσμενή επηρεασμό σε βαθμό που η δίκη δεν ήταν δίκαιη. 

 

iv.        Δίκη εντός εύλογου χρόνου

 

159.    Αναμφίβολα, η διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου, αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30(2) του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αλλά και κεφαλαιώδη υποχρέωση της πολιτείας.[30]

 

160.    Τα ζητήματα της κατάχρησης διαδικασίας λόγω καθυστέρησης στην έγερση της διαδικασίας και το ζήτημα της δίκαιης δίκης εντός ευλόγου χρόνου, καίτοι αλληλένδετα και συνυφασμένα σε κάποιες περιπτώσεις, διακρίνονται.[31]

 

161.    Η διασφάλιση του εύλογου χρόνου διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου, αρχίζει από την ημερομηνία διατύπωσης της κατηγορίας, μέχρι την τελική εκδίκασή της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας έφεσης. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μηνά ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 228/18, ημερ. 16.3.2020, ECLI:CY:AD:2020:B102, ECLI:CY:AD:2020:B102 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

« Το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος επί του οποίου ο εφεσείων βασίζει το παράπονο του ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκης, δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση.  Παραπέμπουμε συναφώς στη Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 330, όπου τονίστηκε ότι στις ποινικές  υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου αρχίζει από την ημερομηνία διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την τελική εκδίκασή της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας έφεσης.  Στην παρούσα περίπτωση ναι μεν τα αδικήματα που καταλογίστηκαν στον εφεσείοντα διαπράχθηκαν με ορίζοντα το 2000,  αλλά οι εναντίον του κατηγορίες διατυπώθηκαν το 2016 και η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στις 18.4.2018, δηλαδή μέσα σε δύο περίπου χρόνια.  Κατά συνέπεια δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του εφεσείοντα για δίκαιη δίκη εφόσον η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μέσα σε εύλογο χρόνο εν τη εννοία του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος.»

 

162.    Στην υπόθεση  Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου (2009) 2 Α.Α.Δ. 376, τονίστηκε ότι η αργοπορία στην εκδίκαση, από μόνη της δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή ενός κατηγορουμένου. Η διαπίστωση της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου δεν εξετάζεται αόριστα ή αφηρημένα (in abstracto),  αλλά συγκεκριμένα συνυπολογίζονται όλες οι σχετικές παράμετροι που τείνουν να οδηγήσουν σε αναζήτηση του ενδεδειγμένου συμπεράσματος αν η δίκη ήταν μη δίκαιη, μεταξύ των οποίων είναι και το κατά πόσο τεκμηριώθηκε από τον κατηγορούμενο ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς ως απόρροια της παρατηρηθείσας καθυστέρησης.

 

163.    Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης αναφέρει ότι επηρεάζονται δυσμενώς τα Συνταγματικά και Ανθρώπινα Δικαιώματα της Κατηγορούμενης λόγω της καθυστέρησης στην καταχώριση της δίωξης. Λόγω της καθυστέρησης δεν μπορεί να καλέσει ουσιώδη μάρτυρα. Επομένως, η εισήγηση του κυρίως βασίζεται στην κατάχρηση διαδικασίας λόγω της καθυστέρησης στην έγερση της ποινικής δίωξης και όχι στη δίκη εντός εύλογου χρόνου.

 

164.    Κατ’ ουσίαν δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα της Κατηγορούμενης σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Στην Bell v. DPP of Jamaica [1985] AC 937 το Privy Council έθεσε τις κατευθυντήριες γραμμές για τη διακρίβωση του κατά πόσον η καθυστέρηση θα αποστερήσει από τον Κατηγορούμενο τη δίκαιη δίκη. Οι παράγοντες περιλαμβάνουν τους λόγους για την καθυστέρηση και το δυσμενή επηρεασμό του κατηγορούμενου. Εν προκειμένω, δεν προβλήθηκε ότι υπάρχει δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων υπεράσπισης του Κατηγορούμενου.

 

Ε. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

 

165.    Προχωρώ τώρα με την  εξέταση του κατά πόσον στοιχειοθετήθηκαν στο απαιτούμενο επίπεδο οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη έχοντας κατά νου τη νομική πτυχή ως παρατίθεται στην προηγούμενη ενότητα, το βάρος απόδειξης, τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και οδήγησε στην εξαγωγή των σχετικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε.

 

166.    Εν πρώτοις, αναφέρεται ότι  δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο Παραπονούμενος ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης. Ούτε και το ότι ελάμβανε 13ο μισθό, δηλαδή μισθό κατά την έννοια του άρθρου 2 του Νόμου και ότι είχε υποστεί μείωση / αποκοπή στο μισθό του έχει τύχει αμφισβήτησης. Επιπρόσθετα, ούτε και το ύψος του 13ου μισθού έχει αμφισβητηθεί. Αυτό το οποίο αμφισβητήθηκε είναι το κατά πόσον η αποκοπή του 13ου μισθού του Παραπονούμενου έγινε με τη συγκατάθεση του ή χωρίς αυτήν.

 

167.    Το κλειδί της υπόθεσης βρίσκεται στο ποιος έχει το βάρος απόδειξης να αποδείξει ότι ο Παραπονούμενος συγκατατέθηκε ή δεν συγκατατέθηκε στην αποκοπή. Η μαρτυρία η οποία δόθηκε από τους μάρτυρες της Υπεράσπισης δεν ήταν συγκεκριμένη αλλά γενική και αόριστη. Η θέση τους, στην ουσία, ήταν ότι επειδή το ΔΣ του ομίλου δεν ενημερώθηκαν για παράπονα σημαίνει δεν υπήρχαν και επειδή δεν υπήρχαν σημαίνει πως ο Παραπονούμενος συγκατατέθηκε. Η δε μαρτυρία του ΜΥ1 ότι μετέβη στα υποστατικά της Κατηγορούμενης και ενημέρωσε τους υπάλληλους ένα ένα και έλαβε τη συγκατάθεση τους κρίθηκε αναξιόπιστη, μεταξύ άλλων επειδή συγκρούεται και με την εκδοχή του ΜΥ2 που ανέφερε πως δεν ζητήθηκε η συγκατάθεση του κάθε εργοδοτούμενου ξεχωριστά.

 

168.    Έχοντας κατά νου ότι το βάρος απόδειξης το φέρει ο εργοδότης για το ότι ο Παραπονούμενος συγκατατέθηκε στην αποκοπή του 13ου του  του μισθού του, δεδομένου του ότι το Δικαστήριο έχει αποδεχθεί την εκδοχή του Παραπονούμενου, για τους λόγους οι οποίοι επεξηγούνται σε προηγούμενη ενότητα της απόφασης και έχει απορρίψει την εκδοχή των ΜΥ1 και ΜΥ2 και με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι ο Παραπονούμενος συμφώνησε ότι δηλαδή παρείχε τη ρητή του συγκατάθεση στην τροποποίηση των όρων εργασίας του και στη μεταβολή του μισθού του δια της αποκοπής του 13ου του μισθού.

 

169.    Περαιτέρω, δεδομένου του ότι το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι ο Παραπονούμενος διαμαρτυρήθηκε προφορικά για τη μείωση του μισθού του, τόσο το 2013 καθώς επίσης και κάθε χρόνο την περίοδο κατά την οποία ανέμενε ότι θα ελάμβανε 13ο μισθό, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συγκατατέθηκε σιωπηρά ή ότι συμφώνησε δια της συμπεριφοράς του στη μείωση του μισθού του. Δεν απεμπόλησε το δικαίωμα του σε 13ο μισθό ως είχε συμφωνηθεί με τον εργοδότη του κατά την σύναψη της σύμβασης εργοδότησης του.

 

170.    Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου, το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου, Θεωρία και Πράξη, στη σελίδα 258 και θεωρώ ότι τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, το ζήτημα της επιβεβαίωσης (affirmation) είναι ξεχωριστό και διακρίνεται από το ζήτημα της απεμπόλησης (waiver) του δικαιώματος για αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης και της εξυπακουόμενης συγκατάθεσης στη μονομερή τροποποίηση της σύμβασης. Το γεγονός ότι το αθώο συμβαλλόμενο μέρος έχει αποφασίσει να μην αποκηρύξει τη σύμβαση, παρά την παράβαση της από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι το αθώο μέρος παραιτήθηκε από το δικαίωμα να ζητήσει αποζημιώσεις ούτε ότι το αθώο μέρος παραιτήθηκε από το δικαίωμα να ζητήσει αποζημιώσεις ούτε ότι το αθώο μέρος αποδέχτηκε σιωπηρώς ή με τη συμπεριφορά του την παράβαση της σύμβασης ώστε να εξυπακούεται ότι η τροποποίηση της σύμβασης εργασίας έγινε αποδεχτή.  

 

171.    Η έκφραση διαφωνίας από μέρους του υπαλλήλου με την μονομερή τροποποίηση των όρων εργασίας του αναιρεί την πιθανότητα να θεωρηθεί ότι υπήρξε σιωπηρή αποδοχή / συγκατάθεση στην μονομερή τροποποίηση των όρων εργασίας.[32]

 

172.    Εν πάση περιπτώσει, ο Παραπονούμενος εξήγησε γιατί δεν είχε παραιτηθεί το 2013 και ο λόγος τον οποίο έθεσε (ανέμενε παιδί και θα ήταν ιδιαίτερα παράλογο και ενδεχομένως σκληρό να απαιτείται από αυτόν να παραιτηθεί εν μέσω κρίσης για να μπορεί να θεωρείται ότι δεν απεμπόλησε το δικαίωμα του) δεν είχε αμφισβητηθεί. Εξήγησε επίσης, και το Δικαστήριο το αποδέχθηκε, ότι θεωρούσε πως εάν προέβαινε σε καταγγελία τότε ο εργοδότης του θα τον απέλυε.

 

173.    Δεν μπορεί επίσης να αγνοηθεί η ίδια η θέση των μαρτύρων υπεράσπισης πως η εναλλακτική επιλογή ήταν η απόλυση εργοδοτούμενων και ότι η αποκοπή 13ου μισθού είχε ανακοινωθεί στους εργοδοτούμενους κατά τρόπο που αφέθηκε να νοηθεί πως εάν δεν δεχθούν μπορούν να «αποχωρήσουν». Η θέση αυτή δημιουργεί ερωτηματικά ως προς το  κατά πόσον η οποιαδήποτε «συγκατάθεση» από μέρους των εργοδοτουμένων οι οποίοι βρέθηκαν σε μια εξαιρετικά δύσκολη θέση (εάν όντως λαμβανόταν) θα ήταν ελεύθερη.

 

174.    Ως εκ τούτου, ακόμα και στην περίπτωση που ο όρος συγκατάθεση τύχει ερμηνείας κατά τρόπο που να περιλαμβάνει και τη σιωπηρή συγκατάθεση, θεωρώ πως επειδή ο Παραπονούμενος διαμαρτυρήθηκε για τη μείωση του μισθού του δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συγκατατέθηκε είτε το 2013 είτε σε μεταγενέστερο στάδιο. Το γεγονός ότι παρέμεινε στην εργασία του μέχρι και το 2021 όταν του απέκοψαν τον μισθό του και αποχώρησε,  από μόνο του δεν αποδεικνύει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι ο Παραπονούμενος είχε συγκατατεθεί στην αποκοπή του 13ου του μισθού ή ότι είχε καθ’ οιονδήποτε χρόνο συμφωνήσει στην αποκοπή.

 

175.    Το ότι το 2021 όταν υποβλήθηκαν παράπονα στο ΤΕΣ δεν συμπεριλήφθηκε και αξίωση για 13ο μισθό, άνευ εταίρου, δεν μπορεί να ικανοποιήσει το βάρος απόδειξης το οποίο φέρει ο εργοδότης για να αποδείξει τη συγκατάθεση στην αποκοπή. Ο Παραπονούμενος εξήγησε ότι είχε αναφέρει στο ΤΕΣ πως είχε αποκοπεί και ο 13ος του μισθός.

 

176.    Το ότι το ΤΕΣ αποφάσισε να μην ασχοληθεί ή να προωθήσει και αυτήν την αξίωση δεν μπορεί να εξισωθεί με το ότι είχε συγκατατεθεί ο Παραπονούμενος στην αποκοπή του 13ου μισθού του. Το γιατί δεν προώθησε αυτή την αξίωση το ΤΕΣ είναι άγνωστο και η θέση ότι δεν την προώθησε επειδή δεν είχε παράπονο ο Παραπονούμενος, ως εισηγείται η Υπεράσπιση,  με όλο το σεβασμό, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εικασία.  Ο Παραπονούμενος, ο οποίος δεν είναι δικηγόρος, είχε συμβουλευθεί δικηγόρο το 2020 – 2021 όταν είχε αποκοπεί μέρος του μισθού του. Δεδομένου του ότι το ΤΕΣ δεν είχε προωθήσει παράπονο για 13ο μισθό, άσκησε την παρούσα δίωξη δείχνοντας ότι ακόμα διατηρούσε παράπονο για την αποκοπή του 13ου του μισθού.

 

177.    Σημειώνω, περαιτέρω, ότι η Κατηγορούμενη δεν τήρησε αρχείο για τις αποκοπές 13ου μισθού, ούτε και σημείωσε το λόγο για την αποκοπή, ως όφειλε με βάση το άρθρο 12 του Νόμου, πράγμα το οποίο ενδεχομένως να την βοηθούσε στο να αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι υπήρχε συγκατάθεση.

 

178.    Κατά συνέπεια, η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Η Κατηγορούμενη απέτυχε να αποδείξει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η αποκοπή του 13ου μισθού του Παραπονούμενου έλαβε χώρα με τη συγκατάθεση του. Επομένως, η Κατηγορούμενη διέπραξε το αδίκημα του άρθρου 20 του Νόμου επειδή παραβίασε το άρθρο 10 αυτού.

 

 

 

 

Επί της θέσης ότι η δίωξη πρέπει να τερματιστεί ως καταχρηστική

 

179.     Σε σχέση με τη θέση ότι η παρούσα δίωξη είναι καταχρηστική λόγω καθυστέρησης στην έγερση της δίωξης, πρέπει να αναφερθεί ότι η δίωξη ασκήθηκε περίπου 7 μήνες μετά τον τερματισμό της εργοδότησης του Παραπονούμενου. Το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι διαμαρτύρονταν κάθε χρόνο για την μη καταβολή του 13ου μισθού του. Έχει επίσης τεθεί και κάποια αιτιολογία για την καθυστέρηση η οποία αναφέρθηκε προηγουμένως. Μεταξύ άλλων, ο Παραπονούμενος αναφέρθηκε στο φόβο του ότι θα έχανε την δουλειά του εν μέσω οικονομικής κρίσης, στο ότι ο προϊστάμενος – διευθυντής της Εταιρείας ήταν θείος του με τον οποίο τότε είχαν άριστες σχέσεις και δεν ήθελε να του δημιουργήσει πρόβλημα.

 

180.    Πρέπει να υπομνησθεί ότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορά την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, όπως οι πλείστες αυθεντίες επί του ζητήματος της κατάχρησης, αλλά αφορά τη μη καταβολή μέρους του μισθού χωρίς τη συγκατάθεση του εργοδοτούμενου και το ζήτημα της κατάχρησης θα πρέπει να τύχει ανάλυσης σε αυτό το πλαίσιο. Θεωρώ πως εν προκειμένω δεν μπορεί να αγνοηθεί η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου η οποία είναι διαφορετικής φύσης σε σύγκριση με μια εμπορική σχέση στην οποία τα μέρη εν πολλοίς είναι ισοδύναμα.

 

181.    Μάλιστα, η νομολογία επί του θέματος επιβάλλει να λαμβάνεται υπόψη η φύση των αδικημάτων. Στην παρούσα περίπτωση η έγερση ποινικής υπόθεσης εναντίον του εργοδότη λογικά θα επιφέρει τον τερματισμό της σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου. Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι ήταν βέβαιο πως αν προέβαινε σε καταγγελία θα τερματιζόταν η απασχόληση του. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι έχει δικαιολογηθεί η καθυστέρηση από μέρους του Παραπονούμενου στην άσκηση της παρούσας δίωξης.

 

182.    Εν πάση περιπτώσει, εν προκειμένω, δεν αποδείχθηκε ότι υπάρχει δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων υπεράσπισης του Κατηγορούμενου. Ως έχει νομολογηθεί ενόσω υπάρχει πιθανότητα για δίκαιη δίκη, είναι προς το δημόσιο συμφέρον να διεξαχθεί η δίκη.

 

183.    Δεν μπορεί η Υπεράσπιση να επικαλείται την δική της επιλογή να μην καλέσει τον Θ. Ευσταθίου ως μάρτυρα για να καταδείξει ότι επηρεάστηκε δυσμενώς από την καθυστέρηση. Δεν επεξηγήθηκε γιατί η ύπαρξη αντιδικίας αυτομάτως σημαίνει ότι δεν μπορεί να κληθεί ως μάρτυρας στην παρούσα διαδικασία σε σχέση με ένα διαφορετικό θέμα. Δεν δόθηκαν λεπτομέρειες σε σχέση με πιθανό κίνητρο του Δ. Ευσταθίου να μην αναφέρει την αλήθεια στο Δικαστήριο.  Η δε θέση του Παραπονούμενου ότι έχει από το 2021 να μιλήσει με τον Δ. Ευσταθίου και ότι οι σχέσεις τους δεν είναι καλές δεν αμφισβητήθηκε. 

 

184.    Επιπρόσθετα, ουδόλως επεξηγήθηκε γιατί υπάρχει αντιδικία μεταξύ του Ευσταθίου και της Εταιρείας. Η άνευ εταίρου πεποίθηση της Υπεράσπισης, χωρίς να στηρίζεται σε γεγονότα, ότι ο Ευσταθίου είναι εχθρικός μάρτυρας δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για εύρημα κατάχρησης της διαδικασίας.

 

185.    Είναι πολύ σημαντικό να σημειωθεί ότι κανένας από τους μάρτυρες της Υπεράσπισης δεν ανέφερε ότι μίλησε με τον Ευσταθίου και του ανέφερε πως δεν έχει πρόθεση να δώσει μαρτυρία ή μέσω της συνομιλίας τους να του δημιουργηθεί η εντύπωση πως ο Ευσταθίου δεν θα πει την αλήθεια αν κληθεί.

 

186.    Επιπρόσθετα, η θέση περί δυσμενούς επηρεασμού της Υπεράσπισης δεν ευσταθεί δεδομένου του ότι η Υπεράσπιση παρουσίασε τον ΜΥ1 ο οποίος ανέφερε πως ο ίδιος μετέβη στα υποστατικά της Κατηγορούμενης και ζήτησε και έλαβε τη συγκατάθεση από τον κάθε ένα από τους εργοδοτούμενους της Κατηγορούμενης. Η θέση της Υπεράσπισης ότι μόνο ο Θ. Ευσταθίου μπορούσε να δώσει μαρτυρία σε σχέση με την ύπαρξη συγκατάθεσης είναι συνεπώς αντιφατική. Δεν μπορεί αφενός να προωθείται ο ΜΥ1 ως βασικός μάρτυρας ο οποίος γνώριζε τα γεγονότα και μπορεί να δώσει μαρτυρία για να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη συναίνεσης και αφετέρου να προωθείται η θέση ότι λόγω της καθυστέρησης παραβιάστηκε το δικαίωμα άμυνας της Υπεράσπισης επειδή μόνο ο Θ. Ευσταθίου θα μπορούσε να δώσει μαρτυρία επί τούτου.

 

187.    Επομένως, η εισήγηση της Υπεράσπισης ότι η δίωξη πρέπει να τερματιστεί ως καταχρηστική απορρίπτεται.

 

Επί της θέσης ότι επειδή ο Παραπονούμενος έχει ως «μοναδικό» κίνητρο την έκδοση διατάγματος καταβολής μισθών η δίωξη είναι καταχρηστική

 

188.    Η εισήγηση στην αγόρευση του συνηγόρου της Κατηγορούμενης σε σχέση με το ότι το κίνητρο του Παραπονούμενου είναι η είσπραξη χρημάτων και επομένως υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας απορρίπτεται.

 

189.    Κατ’ αρχάς ο σκοπός της ποινικής δίωξης δεν εξαρτάται ούτε και μεταβάλλεται με βάση το κίνητρο του Παραπονούμενου. Ο σκοπός της ποινικής δίωξης είναι η τιμωρία ασχέτως των κινήτρων του Παραπονούμενου. Επίσης, δεν τέθηκε ευθέως αυτό το ζήτημα στον Παραπονούμενο για να τοποθετηθεί και να έχει το Δικαστήριο τη θέση του Παραπονούμενου ως προς το κίνητρο του και επομένως η εισήγηση αυτή βασίζεται σε εικασίες.  

 

190.    Επιπρόσθετα, το διάταγμα για καταβολή των οφειλόμενων μισθών προβλέπεται στο Νόμο. Δεν μπορεί να τιμωρείται ο Παραπονούμενος επειδή ενδεχομένως (δεν έχει υποβληθεί τέτοιο αίτημα μέχρι σήμερα) να ζητήσει μια θεραπεία που προβλέπεται στο Νόμο.

 

Επί των όσων αναφέρονται στην αγόρευση της Υπεράσπισης σε σχέση με τις εξουσίες του Ποινικού Δικαστηρίου

 

191.    Ο κ. Μαυρομάτης εισηγείται ότι ο νόμος προστατεύει τον μισθό και όχι τον εργοδοτούμενο. Η εισήγηση αυτή είναι αντίθετη με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και δεν μπορεί να ευσταθεί καθότι ο μισθός είναι δικαίωμα του εργοδοτούμενου που πηγάζει από τη σύμβαση εργοδότησης. Ο εργοδοτούμενος είναι ο φορέας του δικαιώματος που επηρεάζεται άμεσα από την μη καταβολή του μισθού του και επομένως έχει το δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης. 

 

192.    Εισηγείται επίσης ότι το ποινικό δικαστήριο δεν υποκαθιστά το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Η θέση του είναι βεβαίως σωστή. Αυτό το οποίο εξετάζει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσον διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα. Η αποκοπή μισθού χωρίς συγκατάθεση αποτελεί παραβίαση του άρθρου 10 του Νόμου και αποτελεί ποινικό αδίκημα με βάση το άρθρο 20 του Νόμου και επομένως δεν μπορεί λυσιτελώς να υποστηριχθεί ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση.

 

193.    Το ζήτημα του κατά πόσον το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία θεωρώ ότι, εκ πρώτης όψεως, είναι απλό επειδή ο Νόμος, το άρθρο 20 αυτού, προνοεί ότι η παράβαση των διατάξεων του Νόμου αποτελεί ποινικό αδίκημα.

 

194.    Το ζητούμενο είναι το κατά πόσον η πράξη ή η παράλειψη του εργοδότη συνιστά ποινικό αδίκημα. Αν διαπιστωθεί μια παράβαση των διατάξεων του Νόμου σημαίνει πως υπάρχει ποινικό αδίκημα. Εάν όχι, η παράλειψη η άλλη συμπεριφορά του εργοδότη είναι αστικής φύσεως και αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.[33]

 

195.    Εν προκειμένω, το Δικαστήριο δεν έπρεπε να αποφασίσει το κατά πόσον ο Παραπονούμενος είχε δικαίωμα σε 13ο  μισθό. Αν ήταν επίδικο το κατά πόσον δικαιούτο σε 13ο μισθό ενδεχομένως να υπήρχε κάποια βάση για την θέση του κύριου Μαυρομάτη ότι το ποινικό δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει μισθοδοτικής φύσεως ζητήματα. Παρά ταύτα, στην παρούσα περίπτωση υπήρχε αποκρυσταλλωμένο δικαίωμα σε 13ο μισθό. Το Δικαστήριο εξέτασε το κατά πόσον η Κατηγορούμενη διέπραξε ποινικό αδίκημα επειδή η αποκοπή έγινε χωρίς συγκατάθεση.

 

ΣΤ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 

196.    Κατ’ ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν, η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει.

 

197.    Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, σημειώνεται ότι σε ποινικές υποθέσεις η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας για την παροχή εξόδων δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα.[34] Εν προκειμένω, ωστόσο, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην επιδικαστούν έξοδα υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου. Επιδικάζονται έξοδα ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ του Παραπονούμενου και εναντίον της Κατηγορούμενης.

 

 

 

Υπ. ________________

           Χ. Σατσιάς, Ε.Δ.

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 



[1]    BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολ. Εφ. 117/2018, 16.03.2022, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490

[2] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273

[3] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάννου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797

[4] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506

[5] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 320

[6] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45

[7] Αθανασίου v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614

[8] ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720, 721, Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527

[9] Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited (1987) 1 Α.Α.Δ. 383

[10] Σιακαλλής ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 146, R v Bircham (1972) Crim LR 430

[11] Γαβριηλίδης ν Αστυνομίας [2003] 2 ΑΑΔ 405 και επίσης R v Turner and ors [1975] 61 Cr App R67

[12] ίδετε μεταξύ άλλων: Π.Γ. Πολυβίου, το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου, Θεωρία και Πράξη, σελ. 9 και 22, Deakin & Morris, Labour Law, 5th edn, σελ.110 - 111.

[13] Ροδοσθένους ν. AQUA MASTERS PLC, Ποινική Εφεση Αρ. 138/2017, ECLI:CY:AD:2018:B268, 4/6/2018, Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων v. Σταύρου κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 264/2018 και 265/2018, 3/7/2020, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Στυλιανίδης v. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, Ποινική Εφεση Αρ. 200/2019, ECLI:CY:AD:2021:B136, 12/4/2021, ΑQUA MASTERS PLC ν. ΡΟΔΟΣΘΕΝΟΥΣ, Ποιν. Εφ. 233/2019, 14.07.2022, ECLI:CY:AD:2022:D314.

[14] ίδετε Αδελφοί Λιοτατή Λτδ ν. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών ΣχέσεωνΠοινική ΄Εφεση Αρ. 151/2016, ημερ. 1.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:B457, ECLI:CY:AD:2019:B457

[15] MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoιν. ΄Εφ. αρ. 198/15, ημερ. 02.12.2016

[16] Οικονομίδης ν. Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων (1989) 2 Α.Α.Δ. 235: η διάπραξη του αδικήματος συναρτάται με την ίδια την παράλειψη ή την αμέλεια και όχι τους λόγους για την παράλειψη ή την αμέλεια.

[17] Μεταξύ άλλων Σκουφίδη και Ροδοσθένους, ανωτέρω

[18] [1862] EWHC CP J35 Court of Common Pleas

[19] βλ. Δήμος Γαλατάκης Λτδ ν. Δημοκρατίας (2008) 3 ΑΑΔ 78, 80 - 81

[20] ίδετε Πολυβίου, ανωτέρω, σελ. 257

[21] Μ&Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ ν. Αθανασίου, Ποιν. Εφ. Αρ. 104/2019, 03.07.2020, ECLI:CY:AD:2020:B216 

[22] Ευάγγελος Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ.3), (2009) 1 Α.Α.Δ. 529 και Σπύρος Σπύρου ν. Βαρβάρας Ξενή, Ποιν. Έφ. 223/2014 ημερ. 11/11/2015).

[23] Μ&Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας, ανωτέρω

[24] Βrentford Justices, ex parte Wong [1981] QB 445

[25] ίδετε Blackstone's Criminal Practice 2015D3.76, σελ. 1326, Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B. 78)

[26] βλ. Attorney Generals Reference (No. 2 of 2001) [2004] 2 A.C. 72 HL

[27] R. ν. Maxwell [2011] Cr Αpp R 31

[28] Κ&Μ (Transport) Fuel Tankers Ltd κ.α. ν. Έφορος Φορολογίας, Ποινική Έφεση Αρ. 109 / 2021, 06.03.2023

[30] ίδετε Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 100, Πουμπουρής ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 1

[31] ίδετε Γ.Π.Β. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5/2020, 30.07.2021

[32] Rigby v. Ferodo Ltd,  ανωτέρω

[33] ΑΧΙΟΜ CONSULTING LTD v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποιν. Εφ. 37/22, 08.05.2023

[34] Μενελάου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 232 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2) (2000) 2 Α.Α.Δ. 603


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο