P.A.S TOYS LIMITED ν. ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ, Αρ. Υπόθεσης: 2190 / 2022, 26/3/2025
print
Τίτλος:
P.A.S TOYS LIMITED ν. ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ, Αρ. Υπόθεσης: 2190 / 2022, 26/3/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά Προσ. Ε.Δ.

                        Αρ. Υπόθεσης: 2190 / 2022

 

 

P.A.S TOYS LIMITED

Παραπονούμενοι

και

 

ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ

Κατηγορούμενος

 

Ημερομηνία: 26.03.2025

 

Για τον Παραπονούμενο: κα Χ. Ηλιοφώτου

Για τον Κατηγορούμενο: κος Ν. Α. Νικήτα

 

Κατηγορούμενος: παρών

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.    Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 13 κατηγορίες καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(1)(γ), 3(2), 3(4), 4(2) και 4(3) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008, Ν. 60(Ι) / 2008 (εφεξής «Νόμος»).

 

2.    Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών τις οποίες αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, αυτός, ενώ ήταν εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους δυνάμει απόφασης στο πλαίσιο της Αγωγής αρ. 4792/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (εφεξής «Αγωγή»), και ενώ στα πλαίσια της προαναφερόμενης διαδικασίας εκδόθηκε εναντίον του στις 06.03.2020  διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του με μηνιαίες δόσεις ύψους €30.00 εκάστη, ο Κατηγορούμενος προς καταδολίευση του εξ αποφάσεως πιστωτή, παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις για την περίοδο από 01.12.2021 μέχρι την 01.12.2022, ήτοι 13 δόσεις προς €30.00 εκάστη, συνολικού ύψους €390.00.

 

3.    Δεδομένου ότι ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζε, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση.

 

Β. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΤΗΚΕ

 

4.    Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον κύριο Χριστάκη Ματθαίου (εφεξής «ΜΚ1»).  Επίσης κλητεύθηκε ο κ. Ανδρέας Πολυκάρπου (εφεξής «ΜΚ2») από την Υπεράσπιση κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, ως έχει τροποποιηθεί, για να αντεξεταστεί σε σχέση με δήλωση η οποία προσάχθηκε από τον ΜΚ1 ως εξ ακοής μαρτυρία σε σχέση με την εξουσιοδότηση του να προωθεί την παρούσα υπόθεση.  

 

5.    Αφού το Δικαστήριο κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης του την 10.01.2025 έκρινε ότι αποδείχθηκε επαρκώς εκ πρώτης όψεως υπόθεση, κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία επεξηγώντας του τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε μια επιπλέον μάρτυρα την κυρία Κυριακή Δρουσιώτου (εφεξής «ΜΥ2»).

 

6.    Σημειώνω σε αυτό το στάδιο ότι το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας, έχει τύχει προσεκτικής μελέτης και το έχω λάβει υπόψιν μου. Δεδομένου ότι οι αρχές οι οποίες διέπουν την αιτιολόγηση δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλουν την επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας ή την αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή αυτής, θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα.

 

7.    Το δε περιεχόμενο των  εμπεριστατωμένων και επιμελών αγορεύσεων των συνηγόρων των μερών έχει ληφθεί υπόψη και ειδική αναφορά σε επιχειρήματα που προβάλλονται γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση την οποία μπορεί να έχει στη θεώρηση των επίδικων θεμάτων.[1]

 

i.              ΜΚ1 – Χριστάκης Ματθαίου

 

8.    Ο ΜΚ1 κατά την ακρόαση κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α). Είναι ο δικηγόρος των Παραπονούμενων στην υπόθεση και αναφέρει πως είναι εξουσιοδοτημένος από αυτούς να δώσει μαρτυρία σε σχέση με την παρούσα υπόθεση τα γεγονότα της οποίας γνωρίζει προσωπικά.

 

9.    Ανέφερε ότι στις 01.03.2018 στο πλαίσιο της Αγωγής το Ε.Δ. Λευκωσίας εξέδωσε απόφαση υπέρ των Παραπονούμενων και εναντίον του Κατηγορούμενου  για το ποσό των €600.00 με τόκο 3.5% ετησίως από την 29.12.2017 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €486.00 έξοδα με τόκο ύψους 3.5% ετησίως μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €28.50 έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. (εφεξής «Απόφαση»). Αντίγραφο της Απόφασης ως είχε συνταχθεί (drawn up judgment) κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1. Προσθέτει ότι το εν λόγω ποσό αφορά δικηγορικά έξοδα των Παραπονούμενων στο πλαίσιο της Υπόθεσης αρ. 17169/09 του Ε.Δ. Λευκωσίας (εφεξής «Ποινική Υπόθεση») εναντίον του Κατηγορούμενου τα οποία αποδέχθηκε να καταβάλει με τη σχετική του δήλωση να καταστεί κανόνας του Δικαστηρίου.

 

10.  Στις 06.03.2020 και μετά από ακρόαση το Ε.Δ. Λευκωσίας εξέδωσε διάταγμα εναντίον του Κατηγορούμενου για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις ύψους €30 μηνιαίως από την 01.04.2020, με 7 μέρες χάρη, μέχρι εξοφλήσεως πλέον €807.00 έξοδα και €74.00 πραγματικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α. και €36 έξοδα διατάγματος (εφεξής «Διάταγμα ΜΔ»). Το Διάταγμα ΜΔ ως είχε συνταχθεί κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2.

 

11.  Ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας εναντίου του Κατηγορούμενου επεστράφη ανεκτέλεστο την 20.08.2018 με €90 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α..

 

12.  Ο Κατηγορούμενος κανένα ποσό δεν κατέβαλε μεταξύ της 01.12.2021 και 01.12.2022 ήτοι παρέλειψε να καταβάλει 13 δόσεις συνολικού ύψους €390. Αρνείται να καταβάλει τις δόσεις του ενώ έχει τη δυνατότητα με σκοπό την καταδολίευση των Παραπονούμενων.

 

13.  Κατά την 14.12.2022 όταν καταχωρίστηκε η παρούσα υπόθεση το εξ αποφάσεως χρέος ανέρχετο σε €2,577,69 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α..

 

14.  Ο Κατηγορούμενος ουδέποτε αποτάθηκε στο Δικαστήριο με σκοπό την τροποποίηση του Διατάγματος ΜΔ με μείωση της δόσης ή την αναστολή πληρωμών και ουδέποτε συμμορφώθηκε με το Διάταγμα ΜΔ. Σημειώνει επίσης ότι το Διάταγμα ΜΔ δεν έχει εφεσιβληθεί. Ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε και σε άλλες υποθέσεις για καθυστερημένες δόσεις με βάση το Διάταγμα ΜΔ, ήτοι στις ποινικές υποθέσεις 2305/2020, 1682/2021, 2162/2021 και έχουν εκδοθεί αντίστοιχα εντάλματα. Εξακολουθεί να μην συμμορφώνεται με σκοπό την καταδολίευση των Παραπονούμενων.

 

15.  Τέλος, ο ΜΚ1 ζητεί την τιμωρία του Κατηγορούμενου και την έκδοση διατάγματος για είσπραξη των οφειλόμενων δόσεων ως παρατίθενται στο κατηγορητήριο ως χρηματική ποινή πλέον έξοδα.

 

16.  Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου, ο πρώτος ερωτήθηκε αν έχει εξουσιοδότηση από τους Παραπονούμενους να προχωρεί με την παρούσα διαδικασία. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι έχει προφορική εξουσιοδότηση, είναι δικηγόρος των Παραπονούμενων πολλά χρόνια και η τελευταία συνάντηση που είχαν με το διευθυντή της Παραπονούμενης ήταν το προηγούμενο Σάββατο στο κατάστημα τους στα Λατσιά. Ουδέποτε ζήτησε γραπτή εξουσιοδότηση.

 

17.  Υποβλήθηκε πως οι Παραπονούμενοι ανέφεραν στον Κατηγορούμενο πως του χαρίζουν οποιαδήποτε χρήματα αυτός οφείλει. Ο κος Ματθαίου ανέφερε πως εξ όσων γνωρίζει οι Παραπονούμενοι χάρισαν στον Κατηγορούμενο τα ποσά των επιταγών της ποινικής υπόθεσης 17169/2009 όχι όμως τα έξοδα.

 

18.  Επέμεινε ότι οι Παραπονούμενοι είναι πλήρως ενήμεροι για όλες τις υποθέσεις που χειρίζεται ο ίδιος. Οι Παραπονούμενοι του είπαν να προχωρήσει τις υποθέσεις. Χάρισαν στον Κατηγορούμενο τα χρήματα των επιταγών αλλά δεν θα του χάριζαν και τα έξοδα του δικηγόρου. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι του είπαν το προηγούμενο Σάββατο από την ημέρα που έδιδε μαρτυρία να εισπράξει τα δικηγορικά έξοδα – ήτοι τα ποσά για τα οποία εκδόθηκε το Διάταγμα ΜΔ.

 

19.  Υποβλήθηκε επίσης πως ο Κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας όταν δέχθηκε να καταβάλει τα έξοδα της Ποινικής Υπόθεσης. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι ουδέποτε είχε τεθεί αυτό το θέμα και δεν γνωρίζει το κατά πόσον ήταν πτωχεύσας.  Εν πάση περιπτώσει, πρόσθεσε, δεν αλλάζει οτιδήποτε αν ήταν πτωχεύσας ο Κατηγορούμενος όταν είχε αποσυρθεί η Ποινική Υπόθεση και δέχθηκε να πληρώσει τα δικηγορικά έξοδα.

 

20.  Σε υποβολή ότι ήταν πτωχεύσας όταν είχε εκδοθεί η Απόφαση και το Διάταγμα ΜΔ ο ΜΚ1 απάντησε ότι ουδέποτε εφεσιβλήθηκαν και ούτε έγινε αίτηση για τροποποίηση τους. Ούτε και τέθηκε αυτό το ζήτημα στην ένσταση του Κατηγορούμενου στο πλαίσιο της αίτησης για έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Προς τούτο κατατέθηκε αντίγραφο της ένστασης του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 3).  Πράγματι στο Τεκμήριο 3 ημερομηνίας 30.01.2020 δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε πτώχευση του Κατηγορούμενου.

 

21.  Ο ΜΚ1 αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 το οποίο αποτελεί αντίγραφο του κατηγορητηρίου στην υπόθεση 1416/2012 σε σχέση με εξασφάλιση πίστωσης από μη αποκατασταθέντα πτωχεύσα. Με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος ο Κατηγορούμενος στις 08.01.2009 είχε κηρυχθεί ως πτωχεύσας. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν το θυμόταν καθότι έχουν περάσει παρά πολλά χρόνια. Επανέλαβε επίσης ότι δεν κάνει οποιαδήποτε διαφορά.

 

22.  Υποβλήθηκε ότι οι Παραπονούμενοι έπρεπε να είχαν εξασφαλίσει άδεια από το Δικαστήριο για να εγείρουν αυτή την δίωξη. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι από το 2015 δεν υπάρχει κανένας πτωχεύσας κάνοντας αναφορά σε αυτοδίκαιη αποκατάσταση του Κατηγορούμενου. Περαιτέρω, το 2022 δεν ήταν πτωχεύσας ο Κατηγορούμενος άρα δεν τίθεται θέμα άδειας για καταχώριση της παρούσας υπόθεσης.

 

23.  Απέρριψε υποβολή σε σχέση με αντισυνταγματικότητα του Νόμου. Απέρριψε επίσης υποβολή ότι η οικονομική δυνατότητα του Κατηγορούμενου έχει μεταβληθεί. 

 

ii.            ΜΚ2 – Ανδρέας Πολυκάρπου

 

24.  Ο ΜΚ2 αντεξετάστηκε από το συνήγορο του Κατηγορούμενου. Ερωτήθηκε αν με βάση το καταστατικό της Παραπονούμενης οι αποφάσεις για νομικά μέτρα πρέπει να λαμβάνονται από όλους τους διευθυντές. Απάντησε ότι μπορεί να ληφθεί απόφαση από έναν εκ των δύο διευθυντών.

 

25.  Για τη συγκεκριμένη υπόθεση λήφθηκε απόφαση από κοινού με τον αδελφό του -  τον άλλο διευθυντή – να ασκηθεί δίωξη εναντίον του Κατηγορούμενου καθότι ο συγκεκριμένος θεώρησαν ότι τους κορόιδευε. Σε μεταγενέστερο στάδιο του ανέφερε πως θα του χαρίσει το ποσό εάν πληρώσει το δικηγόρο του, ωστόσο δεν τήρησε τη συμφωνία ο Κατηγορούμενος. Σε μεταγενέστερο στάδιο αντιλήφθηκε ότι ο Κατηγορούμενος τον ξεγέλασε ότι είχε οικονομικά προβλήματα. Μάλιστα σε μια περίπτωση στο κατάστημα του έβγαλε μπροστά του από την τσέπη του μια δέσμη με μετρητά που πρέπει να ήταν πάνω από €20.000 σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΜΚ2 για να τον πληρώσει €2.000 σε μετρητά. Όταν κατάλαβε ότι τον παραπλανούσε του είπε ότι δεν είναι κορόιδο και θέλει τα χρήματα που του οφείλει.

 

26.  Αρνήθηκε ότι απείλησε τον Κατηγορούμενο πως αν δεν πλήρωνε θα απαιτούσε πληρωμή για παλιά χρέη που προέκυψαν από ακάλυπτες επιταγές.

 

27.  Απάντησε ότι δεν υπάρχει γραπτή εντολή προς τον δικηγόρο του να προχωρήσει με την παρούσα δίωξη, ωστόσο επέμεινε πως ο ίδιος εξουσιοδότησε τον κύριο Ματθαίου να προχωρήσει με την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης. Μάλιστα ο ΜΚ2 ανέφερε πως εξουσιοδότησε τον κύριο Ματθαίου να κάνει ότι θέλει για να εισπράξει τα οφειλόμενα ποσά («...είπα του κύριου Χριστάκη να αναλάβει να προχωρήσει ο ίδιος όπως θέλει. Έδωκα του πλήρη εξουσιοδότηση για να μην τρέχω στα Δικαστήρια να χάνω τις ώρες μου...»).

 

28.  Ανέφερε ότι είχε επικοινωνία και με τον Κατηγορούμενο σε σχέση με την υπόθεση και του υποσχόταν ότι θα πλήρωνε, ωστόσο ποτέ δεν εκπλήρωσε τις υποσχέσεις του. Λάμβανε και επικοινωνία από το δικηγόρο του ο οποίος τον ενημέρωνε για τις ενέργειες του στην υπόθεση.

 

29.  Ο δε αδελφός του ήταν πάντοτε ενήμερος για την υπόθεση. Ο ΜΚ2 επανέλαβε αρκετές φορές πως είπε στον Κατηγορούμενο πως θα του χάριζε τα ποσά των επιταγών αλλά θα έπρεπε να πληρώσει τα έξοδα του δικηγόρου του. Απέρριψε την υποβολή ότι ο δικηγόρος του με την καταχώριση της υπόθεσης αυτής κατέστη διάδικος. Ο ΜΚ2 επανέλαβε ότι εξουσιοδότησε τον συνήγορο του προφορικά να χειριστεί την υπόθεση όπως επιθυμεί ο ίδιος.

 

30.  Επιβεβαίωσε ότι συναντήθηκε με τον ΜΚ1 στο κατάστημα του και ανέφερε πως είναι και πελάτης του ο ΜΚ1. Όταν συναντιόνται μιλούν για το ποδόσφαιρο και λαμβάνει και ενημέρωση ως προς το πως προχωρούν διάφορες υποθέσεις που έχει η Παραπονούμενη στο Δικαστήριο. Ακολούθως, ανέφερε πως εκτός από τις υποθέσεις με τον Κατηγορούμενο δεν έχουν άλλες υποθέσεις στο Δικαστήριο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο δικηγόρος του από μόνος του αποφάσισε να ασκήσει την δίωξη για να εισπράξει τα έξοδα του.

 

iii.           ΜΥ1 – Κατηγορούμενος

 

31.  Ο Κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ο διευθυντής της Παραπονούμενης – ΜΚ2 – του ανέφερε ότι δεν θέλει τα λεφτά του και ότι του τα χαρίζει. Μάλιστα του έδωσε και σχετική βεβαίωση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5.  Στο Τεκμήριο 5  αναφέρεται ότι ο Ανδρέας Πολυκάρπου δηλώνει πως «δεν θέλ[ει] προσωπικά το χρέος τα λεφτά που μου χρωστά ο Φίλιππος Δρουσιώτης. Αλλά πρέπει να πληρωθούν τα έξοδα του δικηγόρου μου κύριου Χριστάκη από το 2009 μέχρι και σήμερα. Δεν προτίθεμαι να πληρώσω τα έξοδα τα δικηγορικά. Ανδρέας Πολυκάρπου, ΑΤ. ΧΧΧΧΧΧ – υπογραφή».

 

32.   Πρόσθεσε ότι μίλησε αρκετές φορές τόσο με τον ΜΚ2 όσο και με τον αδελφό του και του είπαν ότι του χαρίζουν τα ποσά τα οποία οφείλει αλλά να πληρώσει τον δικηγόρο του. Διερωτήθηκε για ποιο λόγο πρέπει να πληρώσει τα δικηγορικά έξοδα: «Λαλώ του εκάμετε αγωγές εσείς να πληρώσω εγώ τις αγωγές σας; Τα έξοδα του δικηγόρου;»

 

33.  Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως ήταν πτωχεύσας αλλά αποκαταστάθηκε το 2015 δυνάμει του νόμου (Τεκμήριο 6 – μητρώο πτωχευσάντων σε σχέση με τον Κατηγορούμενο).

 

34.  Η οικονομική του κατάσταση δεν του επέτρεπε να πληρώσει τις δόσεις για τις οποίες κατηγορείται διότι ήταν πτωχεύσας, δεν εργαζόταν και λάμβανε ΕΕΕ ύψους €480 και €240 για τη σύζυγο του, συνολικό ποσό €720. Τα δικά του ήταν €480 και διερωτήθηκε πως είναι δυνατόν να πληρώνει τα €30 μηνιαίως τα οποία διατάχθηκε από το Δικαστήριο να πληρώνει με βάση το Τεκμήριο 2.

 

35.  Με τους Παραπονούμενους συνεργαζόταν και αγόραζε προϊόντα από αυτούς, κυρίως η σύζυγος του, ή ο γιός του, απλώς το τιμολόγιο έβγαινε στο όνομα του ιδίου. Συνεργάζονταν μέχρι πρόσφατα ανέφερε.

 

36.  Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο ΜΚ2 απείλησε τη σύζυγο του ότι αν δεν πληρώσει τα οφειλόμενα ποσά θα ασκήσει ποινικές διώξεις για 20 επιταγές που εκδόθηκαν πριν 10 χρόνια και θα τον κλείσει στη φυλακή.

 

37.  Στην Ποινική Υπόθεση απαλλάχθηκε από όλες τις κατηγορίες και η Δικαστής δεν είχε διατάξει να πληρώσει έξοδα. Το «χαρτί» όμως που το έγραφε αυτό εξαφανίστηκε και παρουσίασαν οι Παραπονούμενοι άλλο χαρτί που αναφέρει πως υπήρχε συμφωνία με το δικηγόρο του και αυτό είναι λάθος.

 

38.  Ανέφερε επίσης ότι τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του έχουν εντάλματα. Ο ίδιος οφείλει €10.000 - €15.000 σε εντάλματα και η σύζυγος του €12.000 πρόστιμο για κοινωνικές ασφαλίσεις.  Μάλιστα ο ίδιος σε μια περίοδο φυλακίστηκε λόγω απλήρωτων ενταλμάτων. Τον βοηθά ο γιος του οικονομικά μερικές φορές ωστόσο έχει πολλά έξοδα.

 

39.  Αντεξεταζόμενος απάντησε σε σχετική ερώτηση ότι το Τεκμήριο 5 πρέπει να του το έδωσε ο ΜΚ2 περί τα τέλη Νοεμβρίου 2024 – δηλαδή πριν να δώσει μαρτυρία ο ΜΚ2.

 

40.  Παραδέχθηκε ότι είχε μεταβεί στο κατάστημα των Παραπονούμενων το 2024, κρατούσε μετρητά, αγόρασε προϊόντα και τα πλήρωσε με μετρητά. Τα χρήματα του τα είχε δώσει ο γιος του και αγόρασε παιχνίδια και άλλα είδη για το καζαντί το οποίο ως ανέφερε ανήκει στη σύζυγο του.

 

41.  Απάντησε ότι ΕΕΕ λαμβάνει από το 2009. Όταν εκδόθηκε το Διάταγμα ΜΔ (Τεκμήριο 2) δεν εργαζόταν. Ήταν και τότε λήπτης ΕΕΕ και αυτά τα οποία ανέφερε κατά τη κυρίως εξέταση του τα είχε λάβει υπόψη το Δικαστήριο πριν την έκδοση του Διατάγματος ΜΔ αφού είχε λάβει χώρα ακρόαση και είχε προσκομίσει και μαρτυρία.

 

42.  Ακολούθως σε ερώτηση αν από τον Μάρτιο του 2020 όταν εκδόθηκε το Διάταγμα ΜΔ υπήρξε δυσμενής μεταβολή των οικονομικών του δεδομένων και αν τα οικονομικά του είναι τα ίδια ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι τα οικονομικά δεδομένα του είναι τα ίδια (σελ. 11, πρακτικά ημερ. 03.02.2025). Επίσης, ανέφερε ότι δεν έχει αποταθεί στο Δικαστήριο για τροποποίηση του Διατάγματος ΜΔ.

 

iv.           ΜΥ2 – Κυριακή Δρουσιώτου

 

43.  Η ΜΥ2 είναι η σύζυγος του Παραπονούμενου. Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος αδυνατούσε να πληρώσει τις δόσεις του καθότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και προβλήματα υγείας. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε λαμβάνει €320 ως ΕΕΕ και η ίδια λαμβάνει €360. Έχουν πολλά έξοδα και αυτή την περίοδο συντηρούν και τον γιο τους ο οποίος έχει 2 παιδιά.

 

44.  Σε ερώτηση πως ήταν η οικονομική τους κατάσταση το 2020 όταν εκδόθηκε το Διάταγμα ΜΔ ανέφερε πως δεν εργάζονταν, δεν είχαν κάποιο εισόδημα, είχαν προβλήματα και πολλά χρέη σε σχέση με τα σπίτια τους. Έδιναν κάποια δόση όταν μπορούσαν για το σπίτι και είχαν και εντάλματα άρα πλήρωναν και με το μήνα ένα ποσό στην Αστυνομία.

 

45.  Ανέφερε επίσης ότι η ίδια δεν εργάζεται. Μπορεί να πάει σε κάποιο πανηγύρι για να πωλήσει σίταρο και μαλλί της γριάς για να βγάλουν τα έξοδα τους. Έχουν και καζαντί αλλά το λειτουργούν μόνο τα καλοκαίρια.

 

46.  Κατά την αντεξέταση της αναφέρθηκε σε ποσά ύψους €2300 συνολικά που δαπανήθηκαν για την αγορά παιχνιδιών και άλλων αγαθών από την Παραπονούμενη για το καζαντί. Παραδέχθηκε επίσης ότι η οικονομική κατάσταση της οικογένειας της δεν έχει μεταβληθεί από το 2018 καθότι και τότε είχαν τα χρέη τα οποία ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της.

 

47.  Σε σχέση με τη συζήτηση με τον ΜΚ2 ανέφερε κατά την αντεξέταση της ότι αυτό που της είπε ήταν πως θα ζητήσει τα ποσά τα οποία οφείλονται στην Παραπονούμενη αν δεν εκπληρωθούν οι όροι της συμφωνίας τους.

 

Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

 

48.  Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Είχα την ευκαιρία να ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιόν μου και να παρακολουθήσω τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο.

 

49.  Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας.[2] Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.

 

50.  Παρότι ο σταθερός λόγος και η ήρεμη συμπεριφορά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους.[3] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία.[4]

 

51.  Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Επιπρόσθετα, οι θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

52.  Έχω κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[5]

 

53.  Επιπρόσθετα, όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε.[6]

 

54.  Στην περίπτωση κατά την οποία ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, αυτό γενικώς θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που προβάλλει ένας μάρτυρας.[7] Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση.[8]  Το  Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό.[9]

 

55.  Παρά ταύτα,  ως αναφέρεται στις σελίδες 720 – 721 του προαναφερόμενου συγγράμματος «[η] παράλειψη αντεξέτασης δεν εξυπακούει ότι η μαρτυρία γίνεται άνευ ετέρου αποδεκτή στη μορφή που παρουσιάζεται και οδηγεί σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων δίχως αξιολόγηση της μαρτυρίας της άλλης πλευράς. Τουναντίον το Δικαστήριο πρέπει να προβαίνει στην αξιολόγηση των δύο εκδοχών και να καταλήγει στα δικά του συμπεράσματα [...] Μήτε η έλλειψη αντεξέτασης ισοδυναμεί με παραδοχή σε σχέση με θέματα για τα οποία δεν κατέθεσε ο μάρτυς και τα οποία απλώς δικογραφούνται [...] Παρομοίως, η μη αντεξέταση, δεν θα εξισωθεί με αποδοχή, όταν δοθούν επαρκείς εξηγήσεις για την παράλειψη, όταν έχει υποβληθεί στο μάρτυρα προηγουμένως η θέση της άλλης πλευράς, όταν η αμφισβήτηση του κρίσιμου σημείου μπορεί να συναχθεί από τη γενικότερη κατεύθυνση της αντεξέτασης του μάρτυρας σε παρεμφερείς πτυχές ή όταν η εκδοχή που παρουσιάζεται είναι απίστευτη ή απομακρυσμένη...».

 

56.  Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές αφ’ εαυτού δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί.[10]

 

i.              Αξιολόγηση  Μαρτυρίας ΜΚ1

 

57.   Ο ΜΚ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε στις ερωτήσεις οι οποίες υποβλήθηκαν σε αυτόν με ευθύτητα, αμεσότητα, σαφήνεια, σταθερότητα, χωρίς ενδοιασμούς και  κατά τρόπο αυθόρμητο. Έδιδε σαφείς και κατατοπιστικές απαντήσεις σε σχέση με τα ζητήματα τα οποία γνώριζε.

 

58.  Κατά την αντεξέταση του από το συνήγορο του Κατηγορούμενου παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του και δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Απαντούσε άμεσα και με φυσικότητα στις ερωτήσεις που τέθηκαν κατά την αντεξέταση και απαντούσε κατά τρόπο που φαινόταν ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε προσχεδιασμός στην εκδοχή του. 

 

59.  Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, σαφήνεια και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Επίσης, συνάδει και με τη μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας καθώς και με τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια και εν πάση περιπτώσει δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε αντίφαση με την γραπτή μαρτυρία που κατατέθηκε κατόπιν αντιπαραβολής τους.

 

60.  Επεξήγησε με σαφή και κατανοητό τρόπο το πως προέκυψε το εξ αποφάσεως χρέος και το ποσό στο οποίο ανέρχετο όταν έδωσε μαρτυρία. Το δε ύψος του χρέους δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση.

 

61.  Σημειώνω ότι η μαρτυρία του ως προς το ότι εκδόθηκε η Απόφαση στην Αγωγή και ακολούθως το Διάταγμα ΜΔ μετά από ακρόαση ουδόλως αμφισβητήθηκε. Ούτε και το ότι δεν καταβλήθηκαν οι δόσεις όταν αυτές ήταν πληρωτέες αμφισβητήθηκε. Πιο σημαντικό είναι το ότι δεν αμφισβητήθηκε ούτε και το ότι η Ποινική Υπόθεση αποσύρθηκε με έξοδα υπέρ των Παραπονούμενων. Η αντεξέταση του επικεντρώθηκε σε ζητήματα εξουσιοδότησης του να προωθεί την υπόθεση και επί του κατά πόσον ο Κατηγορούμενος ήτο πτωχεύσας. Ως προς την εξουσιοδότηση του το ζήτημα ξεκαθάρισε με την μαρτυρία του ΜΚ2 ο οποίος στην ουσία επιβεβαίωσε ότι ο ΜΚ1 είναι εξουσιοδοτημένος να προωθεί την υπόθεση.

 

62.  Ο ΜΚ1 έδωσε μαρτυρία σε σχέση με τα ζητήματα τα οποία γνώριζε και ήταν αρκετά προσεκτικός να μην προβεί σε εικασίες ή να απαντήσει επί ζητημάτων για τα οποία δεν είχε γνώση (π.χ. σελ. 10, πρακτικά ημερ. 02.10.2024). Για το κατά πόσον γνώριζε για την οικονομική κατάσταση του Κατηγορούμενου απάντησε με βάση αυτά που είναι σε θέση να γνωρίζει, δηλαδή ότι κρίθηκε ικανός να πληρώνει το ποσό των €30 μηνιαίως από το Δικαστήριο και απέφυγε να προβεί σε εικασίες (σελ. 16 πρακτικών 02.10.2024).  Επίσης, δεν δίστασε να απαντήσει ότι δεν θυμάται σε διάφορες περιπτώσεις σε σχέση με γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα πολλά χρόνια προηγουμένως. Για παράδειγμα για το ζήτημα της πτώχευσης του Κατηγορούμενου, ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν το είχε υπόψιν του.

 

63.  Δεν δίστασε σε μεταγενέστερο στάδιο όταν υποδείχθηκε σε αυτόν το Τεκμήριο 4 να το αναγνωρίσει και να αναφέρει ότι δεν θυμόταν και επίσης απάντησε αμέσως ότι δεν έχει σημασία αν ήταν πτωχεύσας ο Κατηγορούμενος στο παρελθόν. Σημειώνω ότι δεν αναμένεται από ένα μάρτυρα να θυμάται τι είχε λάβει χώρα 12 – 13 χρόνια προηγουμένως και το ότι δεν θυμόταν το Τεκμήριο 4 ουδόλως επηρεάζει την αξιοπιστία του.

 

64.  Ένδειξη της ειλικρίνειας του είναι και το ότι σε ορισμένα σημεία κατά την αντεξέταση του απάντησε κατά τρόπο που μπορεί να εκληφθεί ότι δεν εξυπηρετεί την δική του εκδοχή ήτοι δεν είχε πληρωθεί τα έξοδα του και για αυτό το λόγο δίδει μαρτυρία ο ίδιος (σελ. 15, πρακτικά ημερ. 02.10.2024). 

 

65.  Σε κάποια σημεία, λόγω του ότι ο ΜΚ1 είναι ένας έμπειρος δικηγόρος αντιδρούσε σε σχέση ορισμένες ερωτήσεις τις οποίες θεωρούσε ως μη σχετικές με την υπόθεση. Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι αυτό επηρεάζει την αξιοπιστία του. Αντιθέτως η αντίδραση του ήταν ένδειξη της ειλικρίνειας του και της αμεσότητας και  φυσικότητας με την οποία κατέθετε και όχι μια προσπάθεια να αποφύγει ορισμένες ερωτήσεις.

 

66.  Εξετάζοντας τη μαρτυρία του στο σύνολο της δεν εντοπίζω οποιαδήποτε εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας και θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αναφορικά με τα ζητήματα τα οποία γνωρίζει. Δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε προσπάθεια από μέρους του ΜΚ1 παραποίησης ή διαστρέβλωσης των γεγονότων.

 

67.  Εν πάση περιπτώσει, δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση η εκδοχή του ΜΚ1 όσον αφορά τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας του, ήτοι το κατά πόσον οι Παραπονούμενοι είναι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτές, το ότι ο Κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης, ότι εκδόθηκε διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις και ότι ο Κατηγορούμενος δεν πλήρωσε τις δόσεις που περιγράφονται στις σχετικές κατηγορίες.

 

68.  Έχοντας κατά του τη μαρτυρία του ΜΚ1 και την όλη του συμπεριφορά στο εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 επί των επίδικων θεμάτων ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και την αποδέχομαι στο σύνολο της.

 

ii.            Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ2

 

69.  Ο ΜΚ2 επίσης προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε στις ερωτήσεις οι οποίες υποβάλλονταν με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Ήταν ιδιαίτερα ευθύς απαντούσε χωρίς υπεκφυγές και ενδοιασμούς στις ερωτήσεις οι οποίες υποβάλλονταν από το συνήγορο της Υπεράσπισης και εν γένει έδιδε την εικόνα ενός προσώπου το οποίο προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει όλη την αλήθεια για όσα γνωρίζει.

 

70.  Φαινόταν από τον τρόπο που απαντούσε ότι δεν είχε τίποτε να κρύψει, ήταν σταθερός στις θέσεις του και δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Δεν αντιλήφθηκα οποιαδήποτε προσπάθεια διαστρέβλωσης ή παραποίησης των γεγονότων. Ο ΜΚ2 έδιδε σαφείς απαντήσεις για τα πράγματα τα οποία γνώριζε. Για αυτά που δεν γνώριζε δεν προέβη σε εικασίες.

 

71.  Ο ΜΚ2 ξεκαθάρισε ότι εξουσιοδότησε τους δικηγόρους του να καταχωρήσουν την υπόθεση, να εισπράξουν τα έξοδα τους από τον Κατηγορούμενο, ότι ο άλλος διευθυντής της Εταιρείας ήταν πλήρως ενήμερος και επιβεβαίωσε την εκδοχή του ΜΚ1 ότι του έδωσε προφορική εξουσιοδότηση για να προχωρήσει με την παρούσα υπόθεση.

 

72.  Ένδειξη της ειλικρίνειας του είναι και το ότι έδωσε και απαντήσεις οι οποίες ενδεχομένως να θεωρηθεί ότι δεν ευνοούν την υπόθεση των Παραπονούμενων (π.χ. σελ. 5, πρακτικά ημερ. 10.01.2025). Ανέφερε ευθαρσώς ότι ήταν διατεθειμένος και μάλιστα συμφώνησε με τον Κατηγορούμενο να μην του πληρώσει τα οφειλόμενα ποσά και να πληρώσει απευθείας στον δικηγόρο του τα ποσά τα οποία αφορούσαν τα δικηγορικά έξοδα. Ανέφερε επίσης πως ένιωσε πως ο Κατηγορούμενος τον ξεγέλασε και επειδή δεν πλήρωσε τίποτε στο δικηγόρο του για τα έξοδα, εννοώντας ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι της συμφωνίας τους με τον Κατηγορούμενο, διεκδικεί ολόκληρο το ποσό.  

 

73.  Σημειώνω ότι το Τεκμήριο 5 – χειρόγραφη ενυπόγραφη δήλωση του ΜΚ2 η οποία δόθηκε προς τον Κατηγορούμενο δεν παρουσιάστηκε στον ΜΚ2 για να την σχολιάσει. Σημειώνω επίσης ότι το Τεκμήριο 5  φαίνεται να είχε δοθεί μετά που έδωσε μαρτυρία ο ΜΚ1 και πριν δώσει μαρτυρία ο ΜΚ2.  Παρά ταύτα, το περιεχόμενο της δήλωσης συνάδει πλήρως με τα όσα ανέφερε ο ΜΚ2 ήτοι δεν επιθυμεί να επανακτήσει «το χρέος» αλλά ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να πληρώσει τα έξοδα του δικηγόρου του κου Ματθαίου. Μάλιστα το Τεκμήριο 5 διευκρινίζει ότι θα πρέπει να πληρωθούν τα δικηγορικά έξοδα «από το 2009 μέχρι και σήμερα».  Επομένως, στο τέλος της ημέρας το Τεκμήριο 5  θεωρώ ότι ευνοεί την υπόθεση των Παραπονούμενων και ενισχύει και την αξιοπιστία του ΜΚ2.

 

74.  Σημειώνω, περαιτέρω, ότι δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας στη μαρτυρία του. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, σαφήνεια και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Επίσης, συνάδει και με τη μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας καθώς και με τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Το να μην θυμάται πρόσωπο το οποίο δεν είναι δικηγόρος διάφορες λεπτομέρειες σε σχέση τις διάφορες υποθέσεις αποφάσεις και διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν είναι απόλυτα φυσιολογικό και όχι μόνο δεν αποδυναμώνει την μαρτυρία του αλλά δείχνει την ειλικρίνεια του μάρτυρα καθώς και την έλλειψη προσχεδιασμού στην εκδοχή του.

 

75.  Κατά συνέπεια, έχοντας κατά νου τη μαρτυρία του ΜΚ2 και την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της.

 

iii.           Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ1 – Κατηγορούμενος

 

76.  Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου χαρακτηρίζεται από αοριστία, ασάφεια και αντιφατικότητα και δεν παρουσιάζει την αναγκαία πειστικότητα και συνοχή για να γίνει δεκτή.

 

77.  Αφενός αναφέρει ότι ήταν πτωχεύσας και αποκαταστάθηκε το 2015, αφετέρου σε ερώτηση γιατί δεν πλήρωσε τις οφειλόμενες δόσεις με βάση το κατηγορητήριο το 2022 ανέφερε πως ένας από τους λόγους είναι επειδή το 2022 ήταν πτωχεύσας (σελ. 4, πρακτικό ημερ. 03.02.2025). Η θέση του αυτή δεν συνάδει ούτε με το Τεκμήριο 6  το οποίο ο ίδιος κατέθεσε.

 

78.  Αφενός παραδέχθηκε πως η συμφωνία του με τον ΜΚ2 ήταν να πληρώσει μόνο τα δικηγορικά έξοδα και προωθούσε τη θέση ότι το εξ αποφάσεως χρέος δεν το οφείλει, αφετέρου διερωτάτο γιατί πρέπει να πληρώσει τα έξοδα των δικηγόρων της Παραπονούμενης αφού η ίδια επέλεξε να ασκήσει διώξεις και να κινήσει αγωγές. Επί αυτού του σημείου η μαρτυρία του Κατηγορούμενου είναι αντιφατική και δεν συνάδει με την κοινή λογική. Παραγνωρίζει επίσης ότι η Απόφαση αφορά τα έξοδα της Ποινικής Υπόθεσης στην οποία επιδικάστηκαν έξοδα εναντίον του.

 

79.  Επίσης, αφενός ανέφερε πως η σύζυγος του λάμβανε ΕΕΕ και αφετέρου πήγαιναν στο κατάστημα της Παραπονούμενης και αγόραζαν παιχνίδια για να τα χρησιμοποιήσουν κατά την άσκηση εργασίας ήτοι το καζαντί.  Την ίδια στιγμή δέχθηκε και ο ίδιος ότι μετέβησαν στο κατάστημα της Παραπονούμενης για να αγοράσουν προϊόντα για το καζαντί. Η δε σύζυγος του (ΜΥ2) άφησε να νοηθεί ότι είναι μαζί που εργάζονται. Ο Κατηγορούμενος κατά τη μαρτυρία του προσπαθούσε να πείσει ότι δεν εργάζεται λέγοντας πως είναι της συζύγου του το καζαντί. Γενικώς επί αυτού του ζητήματος η μαρτυρία του ήταν αντιφατική και έρχεται σε αντίθεση με την υπόλοιπη μαρτυρία της Υπεράσπισης.

 

80.   Επίσης, αμφισβήτησε το αρχικό χρέος που προέκυψε από την Ποινική Υπόθεση 17169/2009 χωρίς να παρουσιάσει οτιδήποτε για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του.  Η θέση του αυτή είναι αντίθετη με το Τεκμήριο 1  και το Τεκμήριο 2.  Εάν δεν υπήρχε χρέος γιατί δεν το έθεσε στη διαδικασία της αίτησης μηνιαίων δόσεων και γιατί δεν προέβη σε αίτηση για παραμερισμό της Απόφασης – Τεκμήριο 1;

 

81.  Γενικότερα από τη μαρτυρία του δόθηκε η εντύπωση πως πρόκειται περί ενός προσώπου το οποίο με διάφορες δικαιολογίες προσπαθεί να αποφύγει τις υποχρεώσεις του και να μην συμμορφωθεί με το Διάταγμα ΜΔ το οποίο εκδόθηκε από το Δικαστήριο μετά από ακρόαση και αφού έλαβε υπόψιν του τα όσα ο ίδιος έθεσε.

 

82.  Η σημαντική και ουσιώδης αντίφαση στη μαρτυρία του θεωρώ ότι είναι πως ενώ ανέφερε πως η οικονομική του κατάσταση δεν του επέτρεπε να πληρώσει τις οφειλόμενες δόσεις κατά την αντεξέταση του ευθαρσώς δήλωσε ότι δεν επήλθε καμία αλλαγή στην οικονομική του κατάσταση από τότε που εκδόθηκε το Διάταγμα ΜΔ. Δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία που να δείχνει τη μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης. Μάλιστα παραδέχθηκε ότι ΕΕΕ λαμβάνει από το 2009 (σελ. 9 πρακτικών 03.02.2025). Κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε δηλώνοντας ευθαρσώς ότι δεν επήλθε καμία αλλαγή στην οικονομική του κατάσταση από τότε που εκδόθηκε το Διάταγμα ΜΔ (σελ. 11, πρακτικά ημερ. 03.02.2025).

 

83.  Παραδέχθηκε ότι όταν εκδόθηκε το Διάταγμα ΜΔ δεν εργαζόταν (σελ. 10, πρακτικά ημερ. 03.02.2025) και λάμβανε ΕΕΕ, ότι προσκόμισε μαρτυρία στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αίτησης για καταβολή του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους δια μηνιαίων δόσεων και παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο έκρινε πως μπορούσε να πληρώνει €30 το μήνα τότε, δεν άλλαξε η οικονομική του κατάσταση.

 

84.  Το Τεκμήριο 5 δεν είχε παρουσιαστεί όταν αντεξετάστηκε ο ΜΚ2 ο οποίος κατά τον Κατηγορούμενο το συνέταξε και του το έδωσε. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι το Τεκμήριο 5  δόθηκε σε αυτόν τον Νοέμβριο του 2024 και ο ΜΚ2 έδωσε μαρτυρία στις 10.01.2025 δηλαδή μετά την εξασφάλιση από τον Κατηγορούμενο του Τεκμηρίου 5.  Αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρχε καμία εξήγηση γιατί να μην παρουσιαστεί το Τεκμήριο 5 για να το σχολιάσει  ΜΚ2.

 

85.  Ως προαναφέρθηκε, ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση.[11] Παραπέμπω επίσης στην απόφαση του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Νικολαϊδη στην υπόθεση  Μοσχάτου ν. Μοσχάτου (1999) 1 ΑΑΔ 785 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την παράλειψη αντεξέτασης:

 

«Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης, το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπ' όψιν ισχυρισμούς επί γεγονότων που δεν τέθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς, λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράστασης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μία πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεσή της επί του σημείου.»

86.  Εν προκειμένω καμία απολύτως εξήγηση δεν έχει δοθεί γιατί το Τεκμήριο 5  δεν είχε τεθεί στον ΜΚ2 για να το σχολιάσει. Το Τεκμήριο 5 ως παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος ήταν στην κατοχή του πριν να δώσει μαρτυρία ο ΜΚ2 και επομένως εύλογα αναμένετο να τεθεί στον ΜΚ2 κατά την μαρτυρία του το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5.  Εν πάση περιπτώσει, το Τεκμήριο 5 επιβεβαιώνει στην ουσία τα όσα ανέφερε ο ΜΚ2 και στο τέλος της ημέρας ενισχύει τη μαρτυρία του ΜΚ2 επί του ζητήματος αυτού. 

 

87.  Σημειώνω επίσης ότι η μαρτυρία του Κατηγορούμενου σε ορισμένα σημεία έρχεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία της συζύγου του ΜΥ2. Συγκεκριμένα, σε σχέση με το καζαντί η σύζυγος του άφησε να νοηθεί ότι απασχολούνται και οι δύο μερικώς με το καζαντί, και τη πώληση σίταρου και μαλλιού της γριάς σε πανηγύρια. Επίσης, το ύψος των επιδομάτων τα οποία λαμβάνουν με βάση την ΜΥ2 διαφέρει από το ποσό το οποίο ανέφερε ο Κατηγορούμενος. Περαιτέρω, ενώ ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι όταν επισκέφθηκαν τον ΜΚ2 και τους έδωσε το Τεκμήριο 5 δεν είχαν αγοράσει οτιδήποτε από το κατάστημα, η ΜΥ2 ανέφερε ότι είχαν αγοράσει αγαθά για το ποσό των €300. Με βάση τη μαρτυρία της συζύγου του προκύπτει ότι εργάζονται τουλάχιστον μερικώς και οι δύο σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος.

 

88.  Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΥ1, στο σύνολο της και παραθέτοντας πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του, καταλήγω ότι η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

 

 

iv.           Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ2

 

89.  Εξετάζοντας τη μαρτυρία της και τις θέσεις της στο σύνολο τους σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα και αντιπαραβάλλοντας την με την πραγματική μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και με το σύνολο της μαρτυρίας εν γένει, διαπιστώθηκε ότι η μαρτυρία της ΜΥ2 ήταν γενική, αόριστη και ασαφής, χαρακτηρίζεται από υπεκφυγές, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν περιέχει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή για να μπορέσει να γίνει δεκτή.

 

90.  Γενικώς, δεν μου έδωσε την εικόνα μίας μάρτυρα η οποία προσήλθε στο Δικαστήριο, για να πει την αλήθεια και να δώσει μια ειλικρινή και αληθινή εικόνα των επίδικών γεγονότων. Η μαρτυρία της παρουσιάζει αντιφάσεις τόσον κατά την κυρίως εξέταση της αλλά και κατά την αντεξέταση της κατά την διάρκεια της οποίας μετέβαλε ορισμένες από τις θέσεις της.

 

91.  Σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμό απειλή του ΜΚ2, η ΜΥ2 αρχικά ανέφερε στην κυρίως εξέταση της ότι τους απείλησε πως θα ασκούσε διώξεις για παλιές επιταγές. Κατά την αντεξέταση της μετέβαλε τη θέση της και ανέφερε πως τελικά ο ΜΚ2 της είπε πως απλώς θα απαιτήσει το χρέος που τους είχε χαρίσει επειδή δεν εκπλήρωσαν τον όρο να πληρώσουν τα έξοδα του δικηγόρου της Παραπονούμενης.

 

92.  Ανέφερε ότι το καζαντί μόνο το καλοκαίρι το λειτουργούν αλλά στην αντεξέταση της παραδέχθηκε ότι  περί τον Νοέμβριο του 2024 αγόρασε διάφορα πράγματα από το κατάστημα της Παραπονούμενης και με βάση τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου αγόραζαν παιχνίδια για το καζαντί. Στη σελ. 18 των πρακτικών ημερ. 03.02.2025 κατά την αντεξέταση της αναφέρθηκε και σε άλλη φορά που είχαν αγοράσει αγαθά αξίας €2.000 για το καζαντί. Ο δε Κατηγορούμενος ανέφερε στη δική του μαρτυρία ότι όταν τους δόθηκε το Τεκμήριο 5 δεν είχαν αγοράσει οτιδήποτε. Γενικά, προσπάθησε να παρουσιάσει ότι σπάνια εργάζονται ωστόσο η θέση της αυτή έρχεται σε αντίφαση με τις απαντήσεις που έδωσε και με τα γεγονότα τα οποία παρουσίασε. Εάν αγόρασαν αγαθά και παιχνίδια αξίας €2000 σημαίνει ότι δεν είναι τόσο σπάνια που διεξάγουν τις εργασίες τους και δηλαδή εργάζονται.

 

93.  Σε μεταγενέστερο στάδιο (σελ. 21 πρακτικών ημερ. 03.02.2025) παραδέχθηκε εμμέσως (με τη χρήση του πληθυντικού) ότι εργάζονται με τον Κατηγορούμενο τουλάχιστον μερικώς και ότι πωλούν σίταρο, μαλλί της γριάς και έχουν και καζαντί από τα οποία έχουν εισόδημα. Η απάντηση της αυτή έρχεται σε ευθεία αντίφαση με τα όσα ανέφερε στις σελ. 15  και 16 των πρακτικών ημερ. 03.02.2025 ότι λαμβάνουν μόνο ΕΕΕ και δεν έχουν άλλο εισόδημα.

 

94.  Παραδέχθηκε επίσης ότι τα χρέη και οι δόσεις υπήρχαν και πριν από το 2018 στην ουσία καταρρίπτοντας οποιαδήποτε θέση για μεταβολή της οικονομικής κατάστασης του Κατηγορούμενου και της οικογένειας τους γενικότερα. Επίσης, δεν έδωσε σαφή μαρτυρία ως προς την κατ’ ισχυρισμόν μεταβολή της οικονομικής κατάστασης του Κατηγορούμενου και της οικογένειας της.

 

95.  Σημειώνω επίσης ότι τα ποσά τα οποία ανέφερε πως λαμβάνουν ως ΕΕΕ διαφέρουν από αυτά που ανέφερε ο Κατηγορούμενος. Περαιτέρω, ενώ ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως λαμβάνει κάποια βοήθεια από τα παιδιά του (σελ. 7 πρακτικών 03.02.2025) η ΜΥ2 σε αντίφαση με αυτή του την δήλωση ανέφερε στην ουσία ότι συντηρούν οι ίδιοι τον ένα τους γιο αλλά και τα εγγόνια τους (σελ. 15 πρακτικών ημερ. 03.02.2025).

 

96.  Συμπερασματικά, καθόσον αφορά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΥ2, εξετάζοντας τη μαρτυρία της στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών της, καταλήγω ότι η μαρτυρία της επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η ΜΥ2 παρουσίασε μια εικόνα η οποία δεν ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα για να βοηθήσει την εκδοχή του Κατηγορούμενου.

 

v.            Ευρήματα

 

97.  Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και λαμβάνοντας υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και τις πτυχές της μαρτυρίας που δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα:

 

97.1       Στις 01.03.2018 στο πλαίσιο της Αγωγής το Ε.Δ. Λευκωσίας εξέδωσε απόφαση υπέρ των Παραπονούμενων και εναντίον του Κατηγορούμενου του για το ποσό των €600.00 με τόκο 3.5% ετησίως από την 29.12.2017 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €486.00 έξοδα με τόκο ύψους 3.5% ετησίως μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €28.50 έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 1).

97.2        Το πιο πάνω ποσό αφορά δικηγορικά έξοδα των Παραπονούμενων στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης αρ. 17169/09 του Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίον του Κατηγορούμενου τα οποία αποδέχθηκε να καταβάλει με σχετική του δήλωση.

97.3       Στις 06.03.2020 και μετά από ακρόαση το Ε.Δ. Λευκωσίας εξέδωσε διάταγμα εναντίον του Κατηγορούμενου για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις ύψους €30 μηνιαίως από την 01.04.2020, με 7 μέρες χάρη, μέχρι εξοφλήσεως πλέον €807.00 έξοδα και €74.00 πραγματικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α. και €36 έξοδα διατάγματος (Διάταγμα ΜΔ το οποίο  κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2).

97.4       Το Διάταγμα ΜΔ δεν έχει εφεσιβληθεί, ούτε και η Απόφαση έχει προσβληθεί με οποιοδήποτε τρόπο.

97.5       Ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας εναντίου του Κατηγορούμενου επεστράφη ανεκτέλεστο την 20.08.2018 με €90 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α..

97.6       Ο Κατηγορούμενος κανένα ποσό δεν κατέβαλε μεταξύ της 01.12.2021 και 01.12.2022 ήτοι παρέλειψε να καταβάλει 13 δόσεις συνολικού ύψους €390.

97.7       Κατά την 14.12.2022 όταν καταχωρίστηκε η παρούσα υπόθεση το εξ αποφάσεως χρέος ανερχόταν σε €2,577,69 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α..

97.8       Ο Κατηγορούμενος ουδέποτε αποτάθηκε στο Δικαστήριο με σκοπό την τροποποίηση του Διατάγματος ΜΔ με μείωση της δόσης ή την αναστολή πληρωμών και ουδέποτε συμμορφώθηκε με το Διάταγμα ΜΔ.

97.9       Ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε και σε άλλες υποθέσεις για καθυστερημένες δόσεις με βάση το Διάταγμα ΜΔ, ήτοι στις ποινικές υποθέσεις 2305/2020, 1682/2021, 2162/2021 και έχουν εκδοθεί αντίστοιχα εντάλματα. Εξακολουθεί να μην συμμορφώνεται με το Διάταγμα ΜΔ.

97.10    Οι συνήγοροι των Παραπονούμενων είχαν προφορική εξουσιοδότηση να εγείρουν την παρούσα δίωξη και συνεχίζουν να έχουν την εξουσιοδότηση των Παραπονούμενων για να προωθούν την παρούσα δίωξη.  Η απόφαση για την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης λήφθηκε από τον ΜΚ2 (διευθυντή της Παραπονούμενης) από κοινού με τον αδελφό του -  τον άλλο διευθυντή της Παραπονούμενης.

97.11    Ο ΜΚ2 είχε συμφωνήσει με τον Κατηγορούμενο ότι δεν θα απαιτούσε τα ποσά τα οποία όφειλε ο Κατηγορούμενος στην Παραπονούμενη υπό τον όρο ότι ο Κατηγορούμενος θα πλήρωνε τα δικηγορικά έξοδα της Παραπονούμενης. Ο Κατηγορούμενος δεν κατέβαλε κανένα ποσό έναντι των δικηγορικών εξόδων και επομένως η συμφωνία μεταξύ του Κατηγορούμενου και του ΜΚ2 δεν έχει τηρηθεί.

97.12    Ο Κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας από την 08.01.2009 μέχρι και την 05.03.2015 όταν αποκαταστάθηκε αυτοδικαίως.

97.13    Δεν έχει υποβληθεί αίτηση για τροποποίηση του διατάγματος για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις. Η οικονομική κατάσταση του Κατηγορούμενου δεν έχει μεταβληθεί δυσμενώς από την έκδοση του Διατάγματος ΜΔ.

 

Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

98.  Το άρθρο 3(1)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008,  Ν.60(1)/2008 (εν τοις εφεξής «Νόμος») προνοεί τα ακόλουθα:

 

«3.(1) Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: [....]

 

(γ)   παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία.

 

είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.»

 

99.  Προκύπτει από λεκτικό του άρθρου 3(1)(γ) του Νόμου ότι τα συστατικά στοιχεία του εν προκειμένω αδικήματος είναι τα ακόλουθα:

 

(α) Ο κατηγορούμενος πρέπει να είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους.

(β) Το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί.

(γ)  Εκδόθηκε διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις.

(δ) Ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις που είχε διαταχθεί να καταβάλει όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες.

(ε) Η παράλειψη πληρωμής των δόσεων έλαβε χώρα για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία.

 

100.    Οι υπερασπίσεις σε σχέση με το πιο πάνω αδίκημα καθορίζονται ρητώς από το Νόμο. Το άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα:

 

«3(4) Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου (1) αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο  αν αποδείξει: [...]

 

(γ) προκειµένου περί κατηγορίας δυνάµει της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1), ότι έχει συµµορφωθεί µε το διάταγµα πληρωµής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους µε δόσεις ή ότι έχει µεταβληθεί η οικονοµική του κατάσταση από την ηµεροµηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγµατος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγµατος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν».

 

101.    Προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει στη διάθεση του τις ακόλουθες υπερασπίσεις:

 

(α)   ότι υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής απόφασης χρέους του με δόσεις,

(β) ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος,

(γ)   ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος, την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σε αυτόν.

 

102. Τα συστατικά στοιχεία του εν προκειμένω αδικήματος καθώς και οι σχετικές υπερασπίσεις σε αυτό έτυχαν εκτεταμένης νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο. [12]

 

103. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd  (ανωτέρω) ανέφερε τα ακόλουθα (η έμφαση είναι δική μου):

 

«Στην υπό κρίση περίπτωση η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος είχε στοιχειοθετηθεί με την προσαγωγή αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας ότι ο εφεσείων (α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή την εφεσίβλητη, (β) δεν είχε εξοφλήσει το χρέος του, (γ) αποδέκτηκε να το εξοφλήσει με μηνιαίες δόσεις και στη βάση αυτή εκδόθηκε σχετικό διάταγμα και (δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο. Στη βάση αυτή ό,τι παρέμεινε για το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν η στοιχειοθέτηση και της  υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, για την οποία ο Νόμος αναγνωρίζει στον οφειλέτη την Υπεράσπιση της οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας.  Επί του προκειμένου δεν μπορεί να υποστηριχτεί βάσιμα - όπως είναι ο ισχυρισμός του εφεσείοντα - ότι το βάρος απόδειξης για τη μη ύπαρξη οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας το έχει ο πιστωτής εφόσον το ζήτημα αυτό εμπίπτει αποκλειστικά στη γνώση του οφειλέτη (βλ. Ζίττη ν. ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, Ποιν. Εφ. 272/15 ημερ. 4.3.16).  Κατά συνέπεια το υπό συζήτηση  βάρος απόδειξης, ως Υπεράσπιση, ήταν επί των ώμων του εφεσείοντα το οποίο μπορούσε να αποσείσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ζήτημα για το οποίο και ο ίδιος ο Νόμος (άρθρο 3(4)(γ)) είναι σαφής, προνοώντας ότι εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει ότι «έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος». 

 

104. Το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[13] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[14] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατό να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.[15]

105. Εάν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. [16]

 

106. Όσον αφορά τις υπερασπίσεις οι οποίες προβλέπονται στο Νόμο, περιλαμβανομένης και της υπεράσπισης ότι υπήρξε φυσική ή οικονομική αδυναμία, ή αυτήν της μεταβολής της οικονομικής κατάστασης του εξ αποφάσεως οφειλέτη, το βάρος απόδειξης ότι ισχύει η εν λόγω υπεράσπιση το φέρει ο Κατηγορούμενος ο οποίος προβάλλει την υπεράσπιση.[17]

 

107. Σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι σε ποινικές υποθέσεις στην περίπτωση κατά την οποία το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου, όπως εν προκειμένω, το επίπεδο απόδειξης το οποίο εφαρμόζεται είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Παρατίθεται σε σχέση με αυτό το ζήτημα σχετικό απόσπασμα από το Blackstones Criminal Practice 2024, F. 3.53:

 

In the exceptional cases in which the legal burden of proving an issue is borne by the defence, it is discharged by proof on a balance of probabilities. See, in the case of insanity, Sodeman v The King [1936] 2 All ER 1138; in the case of the Prevention of Crime Act 1953, s. 1, an express statutory exception, Brown (Daniel William) (1971) 55 Cr App R 478; in the case of the Homicide Act 1957, s. 2(2), another express statutory exception, Dunbar [1958] 1 QB 1; and in the case of implied statutory exceptions under the MCA 1980, s. 101Islington London Borough Council v Panico [1973] 3 All ER 485. In Carr-Briant [1943] KB 607, D, who was convicted of an offence under the Prevention of Corruption Acts 1906 and 1916 (now repealed), was considered at that time to bear the legal burden of proving that money given or lent to an employee of a government department was not paid or given corruptly. The trial judge directed the jury that the burden on D was as heavy as that normally resting on the prosecution. Humphreys J, quashing the conviction, said (at p. 612) that 'the jury should be directed that … the burden of proof required is less than that required at the hands of the prosecution in proving the case beyond a reasonable doubt, and that the burden may be discharged by evidence satisfying the jury of the probability of that which the accused is called upon to establish'.

 

The classic definition of proof on a 'balance of probabilities' is that of Denning J in Miller v Minister of Pensions [1947] 2 All ER 372, at p. 374: 'If the evidence is such that the tribunal can say: “We think it more probable than not”, the burden is discharged, but, if the probabilities are equal, it is not.”

 

108.    Όσον αφορά την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, με βάση τη Νικολάου (ανωτέρω) το βάρος απόδειξης σε σχέση με την ύπαρξη οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας το φέρει ο εξ αποφάσεως οφειλέτης στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, δεδομένου ότι το ζήτημα εμπίπτει αποκλειστικά στη γνώση του οφειλέτη. Δεν μπορεί να αναμένεται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή να αποδείξει ότι δεν υπάρχει οικονομική ή φυσική αδυναμία από μέρους του οφειλέτη Κατηγορούμενου. Όπως αναφέρεται στη Νικολάου,  η υπεράσπιση αυτή μπορεί να πετύχει εάν ο Κατηγορούμενος αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος («...ζήτημα για το οποίο και ο ίδιος ο Νόμος (άρθρο 3(4)(γ)) είναι σαφής, προνοώντας ότι εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει ότι «έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση...»)

 

109.    Σημειώνεται επίσης ότι στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Προδρόμου (ανωτέρω), η οποία αφορούσε σε κατηγορίες δυνάμει Νόμου, παρόμοιες με τις παρούσες, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το ζητούμενο δεν ήταν το συνολικό ποσό του χρέους, κατά την ημέρα της ακρόασης, αλλά το κατά πόσον οι επίδικες δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί.  Το μόνο το οποίο ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι η διαπίστωση της παράλειψης καταβολής των δόσεων και το γεγονός ότι ακόμα δεν είχαν πληρωθεί, κατά τον ουσιώδη χρόνο, και όχι το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους.  Στις περιπτώσεις αυτές το ουσιώδες δεν είναι η διακρίβωση του χρέους, εφόσον αυτό προκύπτει από δικαστική απόφαση (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Μια εισήγηση ότι υπήρξε λανθασμένη διαπίστωση ως προς το ποσό που οφείλετο, δηλαδή €75.120,98, δεν μας απασχολεί ιδιαίτερα εφόσον το ζητούμενο εδώ δεν ήταν το οποιοδήποτε συνολικό ποσό του χρέους κατά την ημέρα της ακρόασης αλλά το κατά πόσο οι εν λόγω δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί, και δεν υπήρχε ο,τιδήποτε που να δείχνει ότι η δήλωση των δόσεων και η κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς αυτές ήταν λανθασμένη. Το ίδιο ισχύει ως προς εισήγηση που αφορούσε το υπόλοιπο, αφού το μόνο που ενδιαφέρει ήταν η διαπίστωση της παράλειψης καταβολής των δόσεων και το γεγονός ότι ακόμα δεν είχαν πληρωθεί.»

 

110. Επιπρόσθετα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. ΠαρδάληΠοινική Έφεση153/15, 28.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:B427 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την προσέγγιση την οποία θα πρέπει να υιοθετεί το Δικαστήριο σε σχέση με το συνολικό ποσό του χρέους:

 

«Στην υπόθεση Προδρόμου (ανωτέρω), η οποία αφορούσε σε κατηγορίες δυνάμει του Ν. 60(Ι)/2008,   παρόμοιες με τις παρούσες, το Εφετείο τόνισε ότι το ζητούμενο δεν ήταν το συνολικό ποσό του χρέους, κατά την ημέρα της ακρόασης, αλλά το κατά πόσον οι επίδικες δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί. Το μόνο που ενδιαφέρει είναι η διαπίστωση της παράλειψης καταβολής των δόσεων και το γεγονός ότι ακόμα δεν είχαν πληρωθεί, κατά τον ουσιώδη χρόνο, και όχι το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους. Στις περιπτώσεις αυτές το ουσιώδες δεν είναι η διακρίβωση του χρέους, εφόσον αυτό προκύπτει από δικαστική απόφαση.  Στην υπόθεση εκείνη τέθηκε και θέμα πιθανής πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους ή μέρους του, από άλλο εναγόμενο ή άλλο πρόσωπο.  Το Εφετείο παρατήρησε ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από τον κατηγορούμενο-εφεσείοντα που να δείχνει ότι το ζήτημα της αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους, ήταν επίδικο θέμα.

 

Στη Νικολάου (ανωτέρω) διατυπώθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 3(1) (γ) και έγινε ανάλυση του βάρους της απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή και η Υπεράσπιση.

 

Στην προκείμενη περίπτωση, το γεγονός ότι υπήρχε εξ αποφάσεως χρέος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν ήταν αμφισβητούμενο.  Το πρωτόδικο δικαστήριο, ρητώς, ανέφερε ότι ενδεχομένως να υφίσταται εξ αποφάσεως χρέος και ότι θεωρούσε ότι υπάρχει κάποιο χρέος (σελ. 17 της απόφασης). Εκείνο που αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 ήταν το ακριβές ύψος του εξ αποφάσεως χρέους και κάποιες χρεώσεις.   Δεν υπήρχε όμως ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι το εξ αποφάσεως χρέος είχε εξοφληθεί από οποιονδήποτε και επομένως, εσφαλμένα, το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι δεν ικανοποιείτο το δεύτερο αναγκαίο συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 3(1) (γ) (ανωτέρω).   Εφόσον, επομένως, η εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους δεν ήταν επίδικο θέμα ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου (και ήταν ευθύνη της εφεσίβλητης να το θέσει), εσφαλμένα, το πρωτόδικο δικαστήριο έδωσε σ΄ αυτό το ζήτημα τόσο μεγάλη σημασία και τελικά κατέληξε σε εσφαλμένο αθωωτικό αποτέλεσμα για την εφεσίβλητη.»

 

111.    Επιπρόσθετα, η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Ποινική Έφεση αρ. 225/2021, ημερομηνίας 27.11.2023 στην Δώρος Ασιήκαλης ν. Στάυρου Μιχαήλ είναι επίσης ιδιαίτερα καθοδηγητική και πολύ ενδιαφέρουσα ως προς το κατά πόσον υπάρχει αυτόνομη υπεράσπιση της οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας. Στην απόφαση της πλειοψηφίας του Εφετείου κρίθηκε ότι η φυσική ή οικονομική αδυναμία πρέπει να συνδεθεί με μία εκ των υπερασπίσεων του αρ. 3(4) του Νόμου (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

«Κρίνουμε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εντοπίσει ορθά ότι το βάρος απόδειξης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ευρισκόταν στους ώμους του Εφεσίβλητου να αποδείξει φυσική ή οικονομική αδυναμία η οποία θα έπρεπε να αποδειχθεί ως προαπαιτούμενο και ότι αυτή η αδυναμία συνδέετο με τις υπερασπίσεις που καταγράφονται στο Άρθρο 3(4)(γ) δηλαδή «ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν».

 

Με δεδομένο ότι ο Εφεσείων απέδειξε τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων, δηλαδή ότι ο Εφεσίβλητος εκ Δικαστικής απόφασης οφειλέτης, δεν εξόφλησε το χρέος του και στις 30.5.2018 αποδέχθηκε να το εξοφλήσει με διάταγμα μηνιαίων δόσεων ύψους €100, τις οποίες παρέλειψε να πληρώσει, ο Εφεσίβλητος απέτυχε να αποδείξει φυσική ή οικονομική αδυναμία η οποία συνδέετο με τις υπερασπίσεις οι οποίες μπορούσαν να προβληθούν στα πλαίσια του Άρθρου 3(4)(γ) του σχετικού Νόμου. Ο ισχυρισμός του Εφεσίβλητου ότι από 22.5.2013 μέχρι 8.3.2021 ήταν άνεργος, από μόνος του χωρίς περαιτέρω αξιολόγηση που να οδηγεί σε εύρημα οικονομικής αδυναμίας και εν πάση περιπτώσει ασύνδετος με τη μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος και η παράλειψη του να αποταθεί στο Δικαστήριο για μείωση του ποσού ή αναστολή του διατάγματος, δεν δικαιολογούσαν εύρημα ότι είχε αποσείσει το βάρος απόδειξης για φυσική ή οικονομική αδυναμία να καταβάλει τις επίδικες μηνιαίες δόσεις

 

112. Ο Δικαστής του Εφετείου Έντιμος κ. Χαραλάμπους στην Απόφασή του έκρινε ότι ο όρος «οικονομική αδυναμία» είναι ευρύτερος και αποτελεί αυτόνομη υπεράσπιση υπό την έννοια ότι δεν θα πρέπει να συνδεθεί με μια εκ των υπερασπίσεων του άρθρου 3(4)(γ) για να επιτύχει:

 

 «Έχω λοιπόν την άποψη πως ο όρος «οικονομική αδυναμία» είναι γενικότερος όρος, τον οποίο συνειδητά επέλεξε ο Νομοθέτης μη θέλοντας την καταδίκη οποιουδήποτε επιτύχει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων να πείσει ότι ευρίσκετο σε αδυναμία να πληρώσει. Εξ ου και απαιτείται ερμηνεία από το Δικαστήριο και εφαρμογή στα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πράττοντας δε αυτό, το πρωτόδικο Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψιν το κατά πόσον υπήρξε μεταβολή της οικονομικής κατάστασης ή το κατά πόσον υπεβλήθη αίτηση για τροποποίηση ή αναστολή.»

 

113. Στην παρούσα υπόθεση στην ουσία προωθήθηκε η υπεράσπιση της οικονομικής αδυναμίας, χωρίς να συνδεθεί με οποιοδήποτε τρόπο με οποιαδήποτε μεταβολή οικονομικής κατάστασης. Αντιθέτως, προσκομίστηκε μαρτυρία από τον Κατηγορούμενο ως προς το ότι δεν υπήρξε στην ουσία αλλαγή στην οικονομική του κατάσταση από την έκδοση του Διατάγματος ΜΔ. Περαιτέρω, είναι σημαντικό ότι το Διάταγμα ΜΔ εκδόθηκε μετά από ακρόαση και οι ισχυρισμοί περί οικονομικής αδυναμίας είχαν τεθεί και εξεταστεί από το Δικαστήριο πριν αποφασίσει ότι ο Κατηγορούμενος είναι σε θέση να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος δια μηνιαίων δόσεων ύψους €30. Ο Δικαστής Χαραλάμπους παρά το ότι θεώρησε πως η οικονομική αδυναμία είναι γενικότερος όρος αναφέρει πως λαμβάνεται υπόψιν η μεταβολή οικονομικής κατάστασης ή το κατά πόσον υποβλήθηκε αίτημα για τροποποίηση.

 

114. Σημειώνω ότι η επιδίκαση εξόδων εναντίον του Κατηγορούμενου και υπέρ του Παραπονούμενου, αποδίδει στον πρώτο την ιδιότητα του εξ αποφάσεως οφειλέτη χρέους με τον δεύτερο να καθίσταται εξ αποφάσεως πιστωτής  όπως αναφέρθηκε στην Ντάγκλας ν Κυλίλη (ανωτέρω):

 

«Όμως, όπως ορθά υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η στοιχειοθέτηση της υπόθεσης συνετελέσθηκε αφ΄ης στιγμής ο εφεσίβλητος απέδειξε πως στις 2.5.2014 επιδικάσθηκαν τα ως άνω έξοδα εναντίον του εφεσείοντα και συνεπώς απεδόθη στον τελευταίο η ιδιότητα του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους εντός της εννοίας του αρθ.2 του ως άνω Νόμου και του αρθ.2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6.  Περαιτέρω, αποδείχτηκε η έκδοση του διατάγματος για μηνιαίες δόσεις και η μη πληρωμή των πιο πάνω δόσεων.»

 

 

 

 

Ε. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

 

115. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία που έχει κριθεί ως αποδεκτή, την απόρριψη του μεγαλύτερου μέρους της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, τη νομική πτυχή της υπόθεσης, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προσάπτεται στον Κατηγορούμενο.

 

116. Όπως και στη Νικολάου προσκομίστηκε αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος:

 

 (α)   είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή την Παραπονούμενη με βάση το Τεκμήριο 1. Εκδόθηκε Απόφαση για €600 πλέον €486 έξοδα με τόκο από την 29.12.2017 υπέρ της Παραπονούμενης και εναντίον του Κατηγορούμενου. Εκτός από το ποσό της Απόφασης, η επιδίκαση εξόδων εναντίον του Κατηγορούμενου και υπέρ της Παραπονούμενης είναι αρκετή για να αποδώσει στον πρώτο την ιδιότητα του εξ αποφάσεως οφειλέτη χρέους με τον δεύτερο να καθίσταται εξ αποφάσεως πιστωτής  όπως αναφέρθηκε στην Ντάγκλας ν Κυλίλη.

 

(β)    εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου διάταγμα για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους της με μηνιαίες δόσεις (Τεκμήριο 2), και

 

(γ)    παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο, ήτοι από την 01.12.2021 μέχρι και την 01.12.2022, δηλαδή  13 δόσεις προς €30.00 εκάστη, συνολικού ύψους €390. Η παράλειψη πληρωμής των επίδικων δόσεων κατέστη παραδεκτό γεγονός από τον Κατηγορούμενο.

 

117. Ενόψει της απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας των πιο πάνω συστατικών στοιχείων, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου να αποδείξει μια από τις υπερασπίσεις οι οποίες προνοούνται στο Νόμο στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.

 

118. Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν και με βάση τα σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν απέσεισε το βάρος το οποίο είχε στους ώμους του ότι έχει συμμορφωθεί με το Διάταγμα ΜΔ, ή ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος, ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος, την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σε αυτόν. Επιπρόσθετα, δεν προβλήθηκε κανένας ισχυρισμός και δεν δόθηκε καμία μαρτυρία σε σχέση με αίτηση για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος για πληρωμή του χρέους με δόσεις.

 

119. Όπως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος κατά την αντεξέταση του δήλωσε ευθαρσώς ότι  δεν επήλθε καμία αλλαγή στην οικονομική του κατάσταση από τότε που εκδόθηκε το Διάταγμα ΜΔ (σελ. 11, πρακτικά ημερ. 03.02.2025). Οι ισχυρισμοί του περί οικονομικής αδυναμίας κρίθηκε ότι ήταν ασαφείς και αόριστοι και δεν συνδέθηκαν με οποιαδήποτε εκ των υπερασπίσεων που προβλέπονται στο Νόμο και ειδικότερα με την μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης.[18] Μάλιστα υπήρξε και παραδοχή από μέρους του ότι καμία μεταβολή δεν είχε επέλθει.

 

120. Όπως προαναφέρθηκε δεν υπάρχει αυτόνομη υπεράσπιση οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας. Ακόμα όμως και να υπήρχε, ο Κατηγορούμενος δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης ότι δεν κατέβαλε τις επίδικες δόσεις λόγω οικονομικής αδυναμίας.

 

121. Τα οικονομικά του δεδομένα με βάση τα όσα ο ίδιος ανέφερε ήταν τα ίδια με την περίοδο που εκδόθηκε το Διάταγμα ΜΔ μετά από ακρόαση και αφού κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι είχε την οικονομική ευχέρεια να πληρώνει €30 μηνιαίως. Η δε ΜΥ2 επιβεβαίωσε ότι είχαν τα χρέη που έχουν προϋπήρχαν της έκδοσης του Διατάγματος ΜΔ. Επαναλαμβάνεται ότι το Διάταγμα ΜΔ με βάση το σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου (δεδομένου ότι κατέστη κατ᾽ ουσίαν παραδεκτό) εκδόθηκε μετά από ακρόαση. Δεν προσκομίστηκε η σχετική απόφαση παρά μόνο το συνταγμένο διάταγμα.

 

122. Παρά ταύτα το παρόν Δικαστήριο θεωρώ ότι δεν μπορεί να αναθεωρήσει ή να ανατρέψει απόφαση άλλου Δικαστηρίου του ιδίου βαθμού καθότι δεν αποτελεί εφετείο ούτε και έχει τέτοια εξουσία. Εάν αποδεχόμουν τη θέση περί οικονομικής αδυναμίας από τη στιγμή που παραδεκτά δεν έχει μεταβληθεί η οικονομική κατάσταση του Κατηγορούμενου στην ουσία θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε μια ατραπό επανεξέτασης και αναθεώρησης της ορθότητας έκδοσης του επίδικου Διατάγματος ΜΔ πράγμα ανεπίτρεπτο στα πλαίσια της εξέτασης της παρούσης ποινικής διαδικασίας και που θα αντίκειτο στην αρχή της τελεσιδικίας.  Η ορθότητα των αποφάσεων Τεκμήρια 1 και 2 δεν επιδέχεται οποιασδήποτε αμφισβήτησης εν προκειμένω.

 

123. Σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι η αναφορά του Κατηγορούμενου στη μαρτυρία του ότι στην Ποινική Υπόθεση δεν επιδικάστηκαν έξοδα εναντίον του, εννοώντας προφανώς ότι εσφαλμένα εκδόθηκε η Απόφαση Τεκμήριο 1 εναντίον του εν σχέσει με τα έξοδα αυτά δεν μπορεί να γίνει δεκτή.  Όπως προανέφερα δεν δόθηκε καμία μαρτυρία επί τούτου ενώ μπορούσε κάλλιστα να εξασφαλιστεί το σχετικό πρακτικό. Το μόνο που προβλήθηκε ήταν ένας αόριστος ισχυρισμός κατά την μαρτυρία του Κατηγορούμενου. Κατά δεύτερον, το Τεκμήριο 1 δεν εφεσιβλήθηκε ούτε και έγινε κάποια προσπάθεια παραμερισμού της Απόφασης και εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητήθηκε η έκδοση της.

124. Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν η υπεράσπιση της οικονομικής αδυναμίας και/ή της μεταβολής της οικονομικής κατάστασης του Κατηγορούμενου δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται.

 

125. Ως προς τον ισχυρισμό που προβλήθηκε μέσω της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι στην ουσία δεν υπάρχει χρέος, εν πρώτοις αναφέρω ότι δεν τέθηκε στους μάρτυρες της Παραπονούμενης για να τον σχολιάσουν και η γραπτή αγόρευση δεν μπορεί να αποτελέσει μέσο προσαγωγής μαρτυρίας. Κατά δεύτερο, το Δικαστήριο αποδέχθηκε τη θέση του ΜΚ1 ότι υπήρχε χρέος την ημέρα που καταχωρίστηκε η υπόθεση ύψους €2,577,69.

 

126. Περαιτέρω ως έχει νομολογηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στις αποφάσεις Προδρόμου και Παρδάλη, το ζητούμενο δεν είναι το συνολικό ποσό του χρέους, κατά την ημέρα της ακρόασης, αλλά το κατά πόσον οι επίδικες δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί. Το μόνο που ενδιαφέρει είναι η διαπίστωση της παράλειψης καταβολής των δόσεων και το γεγονός ότι ακόμα δεν είχαν πληρωθεί, κατά τον ουσιώδη χρόνο, και όχι το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους.

 

127. Επίσης, το όλο επιχείρημα του κύριου Νικήτα εδράζεται στο ότι τυγχάνει εφαρμογής η συμφωνία μεταξύ του ΜΚ2 και του Κατηγορούμενου ότι θα του χαρίσει τα οφειλόμενα προς την Παραπονούμενη ποσά εφόσον εξοφληθούν τα δικηγορικά έξοδα. Όπως προαναφέρθηκε, δεδομένου του ότι δεν πληρώθηκαν τα έξοδα του δικηγόρου της Παραπονούμενης, δεν τηρήθηκε η συμφωνία και η Παραπονούμενη έχει το δικαίωμα να διεκδικήσει ολόκληρο το ποσό κάτι το οποίο και έπραξε.  Εν πάση περιπτώσει και ακόμα και εάν ίσχυε η συμφωνία, δεν μπορεί να γνωρίζει το Δικαστήριο επειδή δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία σε σχέση με το ύψος των ποσών που εισπράχθηκαν και το κατά πόσον το ποσό το οποίο ήδη έχει καταβληθεί (σε περίπτωση που έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό) καλύπτει τα έξοδα του δικηγόρου της Παραπονούμενης για να μπορεί να υποστηριχθεί λυσιτελώς ότι δεν υπάρχει χρέος.

 

128. Επομένως, το επιχείρημα στην παράγραφο 1 Ε της αγόρευσης του Κατηγορούμενου κρίνεται ως αβάσιμο, αστήρικτο και ανυπόστατο και συνεπακόλουθα απορρίπτεται.

 

Εξουσιοδότηση για προώθηση της υπόθεσης

 

129. Σε σχέση με το ζήτημα της εξουσιοδότησης το οποίο έχει τεθεί από την Υπεράσπιση, εν πρώτοις σημειώνω ότι για την καταχώριση και προώθηση μιας ιδιωτικής ποινικής δίωξης δεν χρειάζεται η καταχώριση τύπου διορισμού δικηγόρου δηλαδή δεν υπάρχουν ουσιαστικής φύσεως προϋποθέσεις οι οποίες δεν τηρήθηκαν στην παρούσα περίπτωση.

 

130. Διαφωνώ με τα όσα αναφέρει ο κύριος Νικήτα στην παράγραφο 1Β της αγόρευσης του. Καταρχάς, ο ΜΚ2 ανέφερε ξεκάθαρα ότι εξουσιοδότησε τον κύριο Ματθαίου να καταχωρήσει και να προωθήσει την παρούσα διαδικασία. Εν πάση περιπτώσει, δεν εξέφρασε τη διαφωνία του με την παρούσα διαδικασία ως διευθυντής της Παραπονούμενης. Ακόμα και στην μαρτυρία που προσκόμισε ο Κατηγορούμενος, ήτοι στο Τεκμήριο 5 ο ΜΚ2 φαίνεται να αναφέρει ότι διεκδικεί η Παραπονούμενη τα δικηγορικά έξοδα από το 2009 μέχρι και σήμερα.

 

131. Δόθηκε μαρτυρία ότι οι οδηγίες για είσπραξη του οφειλόμενου ποσού και των εξόδων δεν ανακλήθηκε. Επί τούτου του ζητήματος μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση από το σύγγραμμα Halsburys Laws of EnglandLegal Professions, Volume 65 (2020). Σε σχέση με την διάρκεια του retainer αναφέρονται τα εξής στην παράγραφο 530:

 

“The general rule is that when retained by a client a solicitor undertakes to finish the business for which he is retained. Thus, a retainer is, generally speaking, an entire contract, that is to say, a contract to do certain business, to finish that business, and to be remunerated at the completion of the business.”

 

132. Σε σχέση με τη διάρκεια του retainer αναφέρονται τα εξής στην παράγραφο 532:

 

“Α retainer is terminated without breach of the contract of retainer on the conclusion of the business for which the retainer was given or, if it was for a fixed period, on the expiration of that period, or by the death or the mental incapacity of the client or of the solicitor, or on the happening of an event rendering its continuance unlawful, or on the bankruptcy of the client or, it seems, of the solicitor, since his bankruptcy operates immediately to suspend his practising certificate. In a company winding up, a solicitor's retainer is not revoked by the removal of the liquidator who retained him.

A retainer which has not been given for a fixed or minimum period may be terminated by the client at any time without constituting a breach of contract or, as in the case of any other contract, a disclaimer of liability may be accepted as repudiation.

A solicitor should not cease acting for a client without good reason.”

 

133. Κατά συνέπεια, ακόμα και «εν λευκώ εντολή» να δόθηκε στους συνηγόρους της Παραπονούμενης από τη στιγμή που ο Διευθυντής της Παραπονούμενης ήρθε στο Δικαστήριο και δήλωσε ευθαρσώς ότι δεν ανακάλεσε την εντολή του / οδηγία του σημαίνει ότι δεν μπορεί να ευσταθεί η θέση του Κατηγορούμενου.

 

134. Ως προς το ότι κατά τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου δεν υπάρχει ξεκάθαρη θέση ότι η Παραπονούμενη Εταιρεία συμφωνεί με την προώθηση της παρούσας υπόθεσης αυτός δεν ευσταθεί. Επαναλαμβάνω ότι ένας εκ των δύο διευθυντών της Εταιρείας έδωσε μαρτυρία και ανέφερε πως η Εταιρεία συμφωνεί με την προώθηση της υπόθεσης αυτής, ο αδελφός του ο οποίος είναι ο άλλος διευθυντής είναι πλήρως ενήμερος και συμφωνεί με την προώθηση της διαδικασίας.

 

135. Το ότι δεν υπάρχει γραπτή απόφαση της Εταιρείας για διορισμό του κύριου Ματθαίου ή απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της προς τούτο δεν επηρεάζει την εξουσιοδότηση του κύριου Ματθαίου. Ο ΜΚ2 ήταν σαφής ότι η Εταιρεία και οι δύο διευθυντές αυτής συμφωνούν με την προώθηση της παρούσας υπόθεσης και επομένως θεωρώ ότι το θέμα τελειώνει εδώ. Εάν δεν επιθυμούσε η Εταιρεία τη συνέχιση της προώθησης της υπόθεσης μπορούσε κάλλιστα να το αναφέρει, ωστόσο ανέφερε ακριβώς το αντίθετο ενώπιον του Δικαστηρίου.  Δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία  ότι οι Παραπονούμενοι δεν επιθυμούν τη συνέχιση της διαδικασίας.

 

136. Η δε παραπομπή από το συνήγορο του Κατηγορούμενου στην παρ. 98 του ΠΙΝΑΚΑ Α στο πρώτο παράρτημα του Κεφ. 113 δεν έχει καμία σχέση με το ζήτημα που εξετάζεται καθότι αφορά το πως λαμβάνονται αποφάσεις σε συνεδρίες του Διοικητικού Συμβουλίου της κάθε εταιρείας (στο μέτρο κατά το οποίο εφαρμόζεται ο Πίνακας Α).

 

137. Σημειώνω επίσης προτού να προχωρήσω με το επόμενο ζήτημα το οποίο εγέρθηκε από την Υπεράσπιση πως θέση του Κατηγορούμενου επί του ζητήματος της εξουσιοδότησης είναι αντιφατική και συγκρούεται με την θέση του πως ο ΜΚ2 του είπε πως θα του συγχωρέσει το χρέος του και η δήλωση του είναι αρκετή για τη δημιουργία κωλύματος στην προώθηση της υπόθεσης.

 

138. Πως γίνεται αφενός να είναι αρκετό ο ένας εκ των δύο διευθυντών, ήτοι ο ΜΚ2 να δήλωσε πως δεν θα προωθήσει την υπόθεση (κατά τον ισχυρισμό της Υπεράσπισης) αλλά να μην είναι αρκετό όταν ο ένας εκ των δύο διευθυντών να εξουσιοδότησε την έγερση και προώθηση της παρούσας δίωξης. Είναι κατά κάποιον τρόπο οξύμωρο σχήμα αφενός να απαιτείται γραπτή απόφαση του Δ.Σ. της Παραπονούμενης και, αφετέρου, όταν είναι προς το συμφέρον του Κατηγορούμενου, να αρκεί η δήλωση ενός εκ των δύο διευθυντών.

 

Αυτοδίκαιη αποκατάσταση του πτωχεύσαντος

 

139. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου στην παράγραφο 1Α της αγόρευσης του αναφέρει πως επειδή ο Κατηγορούμενος ήτο πτωχεύσας στο παρελθόν το ότι αποκαταστάθηκε αυτοδικαίως δεν σημαίνει ότι παύει να τελεί υπό πτώχευση.

 

140. Εισηγείται ότι οι Παραπονούμενοι θα έπρεπε πριν εγείρουν την παρούσα υπόθεση να εξασφαλίσουν άδεια από το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 9(1) του περί Πτώχευσης Νόμου, Κεφ. 5, ως έχει τροποποιηθεί και το ότι δεν εξασφαλίστηκε τέτοια άδεια καθιστά την υπόθεση έκθετη σε απόρριψη.

 

141. Δεν ευσταθεί η θέση αυτή. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 (αποτελέσματα αναζήτησης στο μητρώο πτωχεύσεων) ο Κατηγορούμενος αποκαταστάθηκε αυτοδικαίως  στις 07.11.2015.

142. Με βάση το άρθρο 27 Α (10) του Κεφ. 5 «[μ]ετά την αποκατάσταση πτωχεύσαντα, δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου, οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία εγείρεται πλέον ή καταχωρείται, αντίστοιχα, από τον ίδιο ή εναντίον του, ανάλογα με την περίπτωση.» Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο.  

 

143. Ο Κατηγορούμενος δεν ήταν πτωχεύσας όταν καταχωρίστηκε η παρούσα υπόθεση. Με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν ήταν πτωχεύσας ούτε όταν είχε εκδοθεί η Απόφαση στην Αγωγή αλλά ούτε και όταν διατάχθηκε να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος του με δόσεις. Το ζήτημα δεν είχε καν εγερθεί με βάση το Τεκμήριο 3  στο οποίο δεν γίνεται καμία αναφορά επί τούτου. 

 

144. Το αν ήταν πτωχεύσας ο Κατηγορούμενος όταν αποδέχθηκε να πληρώσει τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας στην Ποινική Υπόθεση αρ. 17169/09 δεν θεωρώ ότι έχει σημασία στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Εν πρώτοις, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία επί τούτου και στην ουσία παρέμεινε ένας μετέωρος ισχυρισμός που τέθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΚ1. Ακόμα όμως και να ισχύει θεωρώ ότι δεν παίζει ρόλο καθότι ακολούθησε η Απόφαση και το Διάταγμα ΜΔ, τα οποία ουδέποτε εφεσιβλήθηκαν. Το παρόν Δικαστήριο ακόμα και στην περίπτωση που εσφαλμένα εκδόθηκε απόφαση ή διάταγμα για πληρωμή εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις δεν έχει την εξουσία να αναθεωρήσει την απόφαση ομόβαθμου Δικαστηρίου.

 

145. Ως αναφέρθηκε από τον έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ στην Πολιτική Αίτηση 32/2019, Αναφορικά με την Αίτηση του Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Κ.Χ. Περατικός Λτδ,  17.04.2019 (ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Επί της ουσίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκλίνει στο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομοβάθμου Δικαστηρίου με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μια απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου ΔικαστηρίουΔεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στη συνέχεια ένα άλλο ομόβαθμο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά  άλλο τρόπο.  Στην πρόσφατη απόφαση στη Mikis + Markos Sideris Holdings Limited v. 1. Χρίστου Τριανταφυλλίδης, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Φάνης Σιδέρη, τέως από τη Λευκωσία, κ.ά.Πολ. Έφ. αρ. 21/2013, ημερ. 23.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:A14, ECLI:CY:AD:2019:A14, επαναβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή σε διαδικασία που αφορούσε την ορθότητα της χρήσης της εναρκτήριας κλήσης ως δικονομικό μέτρο προς επίλυση ορισμένων θεμάτων εντός της διαχείρισης.  Στην υπόθεση έγινε αναφορά στην προηγηθείσα απόφαση Νικόλα Σιδέρη κ.ά.  (2010) 1 Α.Α.Δ. 286, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο στη δικαιοδοσία προνομιακών ενταλμάτων, έκρινε ότι εφόσον η ορθότητα της επιλογής του δικονομικού διαβήματος της εναρκτήριας κλήσης είχε ήδη αποφασιστεί με σχετική ενδιάμεση απόφαση ενός Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή, δεν μπορούσε στη συνέχεια άλλος ομόβαθμος Δικαστής να έκρινε διαφορετικά διότι η πρώτη απόφαση εφόσον δεν είχε αμφισβητηθεί με τη διαδικασία της έφεσης, παρέμενε αλώβητη στο νομικό στερέωμα και δεν ήταν δυνατό το θέμα της δικαιοδοσίας να εγείρεται κάθε φορά που προωθείται νέο δικονομικό διάβημα.  Όπως λέχθηκε επί λέξει:

 

«Οπωσδήποτε η αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο δικαστήριο, θα συνιστούσε έλλειψη ή  υπέρβαση δικαιοδοσίας πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης.»   [...]

 

Ο λόγος είναι η ανάγκη για ύπαρξη συνέπειας στις αποφάσεις των πρωτόδικων Δικαστηρίων ώστε η διαδικασία να συνεχίζεται απρόσκοπτα στη βάση των λαμβανομένων σχετικών αποφάσεων, διαφορετικά η αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης εξουδετερώνεται, οι δε διάδικοι βρίσκονται σε αμηχανία προγραμματισμού ουσιαστικά και δικονομικά των κινήσεων τους στην υπόθεση.  Δεν είναι συνεπώς δυνατό για ένα κατώτερο Δικαστήριο να αναθεωρηθεί αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου έστω και αν διατηρεί άλλη άποψη εισερχόμενο έτσι την σφαίρα αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενεργώντας ως Εφετείο.»

 

146. Επομένως, ακόμα και εσφαλμένες να ήταν προηγούμενες αποφάσεις του Ε.Δ. Λευκωσίας, χωρίς βεβαίως να έχει τεθεί επαρκώς ή να ισχύει τέτοιος ισχυρισμός, το παρόν Δικαστήριο πρέπει να τις θεωρήσει ως δεδομένες.

 

Κατάχρηση διαδικασίας

 

147. Προωθήθηκε η θέση πως η δίωξη είναι καταχρηστική καθότι ο ΜΚ2 δήλωσε πως ο σκοπός του είναι η είσπραξη χρηματικού ποσού. Σημειώνω ότι ο ΜΚ1 ανέφερε στη δήλωση του και δεν αμφισβητήθηκε ότι ζητά την τιμωρία του Κατηγορούμενου καθώς και διάταγμα είσπραξης των καθυστερημένων δόσεων ως προβλέπεται στο Νόμο.

 

148. Κατά συνέπεια, η θέση αυτή απορρίπτεται και δεν θεωρώ ότι το να διεκδικεί τα χρήματα της η Παραπονούμενη κάτι το οποίο έχει το δικαίωμα να πράξει στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας με βάση τον ίδιο το Νόμο ισοδυναμεί με κατάχρηση της διαδικασίας.

 

149. Η οποιαδήποτε αντίδραση του ΜΚ2 είναι εντός του πλαισίου του συνηθισμένου ανθρώπινου μέτρου, δεν προσδιορίζει το δικαίωμα αλλά ούτε και αλλοιώνει το σκοπό της διαδικασίας. Το πως βλέπει ο ίδιος τη διαδικασία δεν μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία. Ως προαναφέρθηκε έγινε δεκτή η θέση του ΜΚ1 ότι η δίωξη ασκείται για την τιμωρία του Κατηγορούμενου. Το να επιθυμεί ο κατήγορος σε διαδικασία αυτής της φύσης να εισπράξει και τις οφειλόμενες δόσεις όχι μόνο δεν είναι μεμπτό αλλά μάλιστα προβλέπεται η δυνατότητα αυτή στο άρθρο 4(3) του Νόμου. Δεν μπορεί να γίνεται λόγος για κατάχρηση επειδή ο κατήγορος ζητεί την είσπραξη των οφειλόμενων δόσεων από τη στιγμή που ο ίδιος ο Νόμος το επιτρέπει. Με βάση τη σχετική νομολογία μάλιστα θα πρέπει να ζητήσει ρητώς διάταγμα για είσπραξη.

 

150. Επί αυτού του ζητήματος παραπέμπω στην απόφαση πλειοψηφίας του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νικήτα στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου (2002) 2 ΑΑΔ 522 στην οποία αναλύεται το κατά πόσον μια δήλωση του κατήγορου ως προς τα ελατήρια του μπορεί να έχει καταλυτική επίδραση. Σημειώνω ότι η εν λόγω υπόθεση αφορούσε ακάλυπτες επιταγές ενώ η παρούσα αφορά καταδολίευση με βάση το Νόμο που προνοεί για αίτηση για διάταγμα είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων, ωστόσο το σκεπτικό με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο και μπορεί, θεωρώ, να παράσχει καθοδήγηση και σε αυτό το πλαίσιο:

 

«Είναι φανερό πως έπαιξε καταλυτική επίδραση η δήλωση του κατηγόρου  αναφορικά με τα ελατήρια του. Όμως, κατά τη γνώμη μας, το πώς εκείνος βλέπει το σκοπό της διαδικασίας δεν μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία. Σημασία έχει, όπως διευκρινίζει η Ttofinis και η παραπάνω αγγλική νομολογία, ότι ο παθών μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του, άσχετα από οποιαδήποτε ελατήρια του που δεν λείπουν και από άλλης φύσεως διώξεις. Η αντίδραση του κατηγόρου στη Βασιλείου βρίσκεται μέσα στο συνηθισμένο ανθρώπινο μέτρο, αλλά αυτό δεν προσδιορίζει το δικαίωμα ούτε αλλοιώνει το σκοπό της διαδικασίας.  Αυτή καθαυτή η δίωξη δεν υποβοηθά ούτε σκοπεί στην είσπραξη της απαίτησης. Άλλωστε στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων είπε ουσιαστικά ότι επιδίωκε την τιμωρία του εφεσιβλήτου και όχι την ικανοποίηση της απαίτησης. Διερωτόμαστε αν μια τέτοια απάντηση, σε περίπτωση που γινόταν δεκτή, θα διέσωζε τη διαδικασία. Θα καθιερώναμε όμως τότε ένα πλασματικό κριτήριο. Θα μπορούσε επίσης να λεχθεί ότι ένα από τα κύρια αιτιολογικά στηρίγματα της Βασιλείου είναι η αγγλική νομολογία, η οποία αφορά σε πτωχευτικές και άλλες διαδικασίες στις οποίες κατεστάλη η έκδηλη επιδίωξη παράλληλου ωφελήματος, παντελούς ξένου και ανεξάρτητου από τη φύση ή το σκοπό ή τις ανάγκες της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η διάκριση με την προκείμενη περίπτωση είναι εμφανής.»

151. Η δε απόφαση στην Πολυκάρπου ν. Τελεβάντου, Ποινική Έφεση 69/2021, 07.12.2022, ECLI:CY:AD:2022:B468, τα γεγονότα της σαφώς διακρίνονται από την παρούσα. Εκεί υπήρξε πλήρης εξόφληση των επιταγών και δύο έγγραφες δηλώσεις του κατήγορου ότι δεν είχε καμία απαίτηση χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη. Στην παρούσα περίπτωση ο ΜΚ2 δήλωσε ότι δεν θα διεκδικούσε το οφειλόμενο ποσό εάν πληρώνονταν τα έξοδα του δικηγόρου του.

 

152. Αφ’ ης στιγμής είναι παραδεκτό ότι δεν τηρήθηκε ο όρος που έθεσε ο ΜΚ2 δεν μπορεί ο Κατηγορούμενος να παραπονείται για κατάχρηση της διαδικασίας. Δεν υπήρξε ανεπιφύλακτη υπόσχεση από μέρους των Παραπονούμενων ότι θα αποσύρουν την υπόθεση για να δημιουργηθεί οποιοδήποτε κώλυμα ή να μπορεί να γίνει λόγος για κατάχρηση. Μάλιστα ο Κατηγορούμενος δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν το θεωρεί ορθό και διερωτήθηκε γιατί να πρέπει να πληρώσει τα έξοδα του δικηγόρου της Παραπονούμενης δείχνοντας με αυτό τον τρόπο ότι δεν έχει οποιαδήποτε πρόθεση να συμμορφωθεί ή να τηρήσει την υποχρέωση του. Επομένως, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διακρίνονται από αυτά της Πολυκάρπου στην οποία είχε κριθεί πως η διαδικασία χρησιμοποιείτο για αλλότριους σκοπούς και η σχετική εισήγηση της Υπεράσπισης κρίνεται ανεδαφική και απορρίπτεται.

ΣΤ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

153.       Υπό το φως των όσων προαναφέρθηκαν, δηλαδή με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, το βάρος απόδειξης, τη νομική πτυχή και την σχετική επί του ζητήματος Νομολογία, καταλήγω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας  τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος.

 

154.       Έχει συγκεκριμένα αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης και η Παραπονούμενη εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής εν τη εννοία του Νόμου, ότι στις 06.03.2020 εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου Διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του δια μηνιαίων δόσεων με το οποίο ο Κατηγορούμενος δεν έχει συμμορφωθεί, λόγω της παράλειψης του να καταβάλει τις δόσεις μεταξύ των ημερομηνιών από 01.12.2021 – 01.12.2022, ήτοι 13 δόσεις προς €30 εκάστη, συνολικού ύψους €390.00.

 

155.       Επιπρόσθετα, δεν έχει στοιχειοθετηθεί καμία εκ των υπερασπίσεων οι οποίες προβλέπονται από το Νόμο.

 

156.       Καταλήγω συνεπώς ότι, η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του Κατηγορούμενου ο οποίος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.

 

 

 

 

(Υπ.)......................................

Χ. Σατσιάς,  Προσ. Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 



[1] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολ. Εφ. 117/2018, 16.03.2022, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490

[2] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273

[3] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάννου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797

[4] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506

[5] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45

[6] Αθανασίου v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614

[7] ίδετε Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527

[8] ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720

[9] Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited (1987) 1 Α.Α.Δ. 383

[10] Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640

[11] ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720

[12] μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. ΠαρδάληΠοινική Έφεση 153/15, 28.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:B427, Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd, Ποινική Έφεση160/14, ημερ. 20.12.2016, Προδρόμου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ(2014) 2 Α.Α.Δ. 108, Ντάγκλας ν. ΚυλίληΠοινική Έφεση 76/19, 22.04.2020 και ΧΧΧ Κεσίδης ν. Χαράλαμπου Παπανικόλα και Υιοί Λίμιτεδ, Ποινική Έφεση 39/2021 ECLI:CY:AD:2021:B586, ημερ. 22.12.2021

[13] Woolmington v. DPP (1935) All ER Rep.1

[14] Λοϊζου ν Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363

[15] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Ευρυπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246

[16] Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985)  2 C.L.R. 97

[17] Σιδηρόπουλος v Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ 15: «Όταν μια νομοθετική διάταξη προβλέπει ρητά ότι εναπόκειται στην Υπεράσπιση να αποδείξει ορισμένα γεγονότα τότε, αναμφίβολα, το βάρος της απόδειξης των γεγονότων αυτών βρίσκεται στους ώμους της. 

[18] ίδετε Ασικήκαλης, ανωτερώ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο