ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά, Προσ. Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 4485 / 2020
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΟΛΙΔΗΣ
Παραπονούμενος
και
1. LOIS BUILDERS LTD
2. ΝΙΚΟΛΑΣ ΛΟΗΣ
3. ΜΙΧΑΛΗΣ ΛΟΗΣ
4. ΣΩΤΗΡΗΣ ΛΟΗΣ
Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 29 Απριλίου 2025
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Η. Στεφάνου και κος Ε. Ζαχαράκης για Η. Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε.
Για τους Κατηγορούμενους: κος Χ. Φρακάλας, κος Η. Δημητρίου, κα Ν. Κουκουμά και κα Ρ. Μούχλη για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε.
Κατηγορούμενοι παρόντες
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Η Κατηγορούμενη 1 περί το 2009 αποφάσισε να δραστηριοποιηθεί στην αγορά της Σαουδικής Αραβίας. Στο πλαίσιο του εγχειρήματος αυτού ξεκίνησε μια σχέση συνεργασίας μεταξύ του Παραπονούμενου και των Κατηγορούμενων, η οποία μετεξελίχθηκε και σε σχέση φιλίας μεταξύ τους. Επίσης, τον Ιούλιο του 2010 τα μέρη σύναψαν μια «Σύμβαση Εργοδότησης» (εφεξής «Σύμβαση»). Η Σύμβαση περιλάμβανε ορισμένους όρους και προϋποθέσεις οι οποίες έπρεπε να πληρούνται ούτως ώστε να τεθεί σε πλήρη εφαρμογή.
2. Δεκαπέντε χρόνια μετά και αφού τη φιλία μεταξύ των μερών διαδέχθηκε η αντιδικία, ο Παραπονούμενος αξιώνει μισθούς για τα έτη 2011 – 2017 ύψους €1.312.500. Το Δικαστήριο στην ουσία καλείται να αποφασίσει εάν η σχέση συνεργασίας και φιλίας μεταξύ των μερών, σε συνδυασμό με την υπογραφή της Σύμβασης, οδήγησε στη δημιουργία σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και συνεπακόλουθα το κατά πόσον ο Παραπονούμενος ήταν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης 1 για να δικαιούται στους μισθούς τους οποίους αξιώνει.
Το Κατηγορητήριο
3. Οι Κατηγορούμενοι με βάση το κατηγορητήριο της υπόθεσης αντιμετώπιζαν δεκαοκτώ κατηγορίες, εννέα εκ των οποίων αφορούν παράλειψη καταβολής μισθού για τα έτη 2011 μέχρι και το 2019, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν. 35(Ι)/2007, ως έχει τροποποιηθεί (εν τοις εφεξής «Νόμος») και εννέα κατηγορίες αφορούν συνωμοσία προς ματαίωση εφαρμογής του Νόμου κατά παράβαση του άρθρου 373 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
4. Οι Κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζαν και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας από μέρους του Παραπονούμενου, οι κατηγορίες με αριθμούς 1 μέχρι και 4 αποσύρθηκαν.
5. Μετά από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως παρέμειναν οι κατηγορίες με αριθμούς 5, 7, 9, 11, 13, 15 και 17 σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3. Οι κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν συνωμοσία απορρίφθηκαν στο εκ πρώτης όψεως στάδιο .Οι Κατηγορούμενοι 1,2 και 3 κλήθηκαν σε απολογία, ενώ ο Κατηγορούμενος 4 αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε σε εκείνο το στάδιο.
6. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος για τις κατηγορίες με περιττούς αριθμούς από την κατηγορία 5 μέχρι και την 17, οι Κατηγορούμενοι «κατά ή περί το Δεκέμβριο του 2011 [και ακολούθως κάθε επόμενο έτος μέχρι και το 2017] παρανόμως δεν κατέβαλαν στον παραπονούμενο μισθό εκ ποσού €200.000,00 [€112,500.00 για το έτος 2011] κατά παράβαση της συμφωνίας εργοδότησης ημερομηνίας 01/07/2010.»
7. Σημειώνω σε αυτό το στάδιο ότι το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας, έχει τύχει προσεκτικής μελέτης και το έχω λάβει υπόψιν μου. Δεδομένου ότι οι αρχές οι οποίες διέπουν την αιτιολόγηση δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλουν την επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας ή την αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή αυτής, θα προσπαθήσω να περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα.
8. Το δε περιεχόμενο των εμπεριστατωμένων και επιμελών αγορεύσεων των συνηγόρων των μερών έχει ληφθεί υπόψη και ειδική αναφορά σε επιχειρήματα που προβάλλονται γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση την οποία μπορεί να έχει στη θεώρηση των επίδικων θεμάτων.[1]
Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΑΧΘΗΚΕ
9. Προς απόδειξη της υπόθεσης του Παραπονούμενου κατέθεσε ο ίδιος ο Παραπονούμενος (ΜΚ1) και ο Μαρζούκ Τζιωρτζή (ΜΚ2) ο οποίος είναι μεταφραστής και η μαρτυρία του περιορίστηκε στην μετάφραση ενός εγγράφου (Τεκμήριο 10). Αφού κλήθηκαν σε απολογία οι Κατηγορούμενοι 1 – 3, κατέθεσαν ενόρκως ο Κατηγορούμενος 2 (ΜΥ1) και ο Κατηγορούμενος 3 (ΜΥ2).
10. Σε αυτό το σημείο σημειώνω ότι έγινε παραδεκτό και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι οι Κατηγορούμενοι 2,3 και 4 κατά τον επίδικο χρόνο ήταν Διευθυντές της Κατηγορούμενης 1.
i. ΜΚ1 – Παραπονούμενος
11. Ο Παραπονούμενος ετοίμασε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι εργάστηκε στην κατασκευαστική βιομηχανία για 42 χρόνια. Τα περισσότερα από αυτά εργαζόταν στη Σαουδική Αραβία («ΣΑ»). Από το 1977 μέχρι και το 2018 εργαζόταν στην Saudi Specialist Construction Ltd (“SSCL”) στο Ριάντ η οποία είναι μια εκ των εταιρειών του ομίλου Παρασκευαΐδη. Αρχικά προσλήφθηκε ως business administrator και στη συνέχεια εκτελούσε καθήκοντα senior administrator για 25 χρόνια. Ακολούθως κατείχε τη θέση του technical services consultant.
12. Ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της δραστηριοποίησης του πέτυχε τη δημιουργία σημαντικών γνωριμιών με κρατικούς φορείς και δημόσιες υπηρεσίες της ΣΑ, αποκόμισε πλήρη αντίληψη της λειτουργίας της κατασκευαστικής βιομηχανίας και εξοικειώθηκε με τις διαδικασίες εγκατάστασης αλλοδαπών επιχειρήσεων στη ΣΑ και «διενέργεια κατασκευαστικών projects».
13. Το 2008 ίδρυσε τον όμιλο εταιρειών Giant o οποίος δραστηριοποιείτο στη ΣΑ και πρόσφερε, μεταξύ άλλων, υπηρεσίες ανάπτυξης επιχειρήσεων στον κατασκευαστικό τομέα, μελέτες βιωσιμότητας, δημιουργία consortiums για ανάληψη μεγάλων έργων, εγκατάσταση επιχειρήσεων και βοήθεια στη διείσδυση στην αγορά της ΣΑ. Διευκρίνισε ότι στη ΣΑ για να δραστηριοποιηθεί αλλοδαπή εταιρεία και να διεισδύσει στην αγορά θα πρέπει να έχει σημαντικές γνωριμίες και να γνωρίζει το σύστημα βάσει του οποίου λειτουργεί το κράτος της ΣΑ, περιλαμβανομένης και της Αραβικής γλώσσας.
14. Τον Οκτώβριο του 2009 γνώρισε τον Κατηγορούμενο 3 δια μέσου του κύριου Κώστα Ανδρονίκου με τον οποίο ήταν συνάδελφοι στο παρελθόν και διατηρούσαν μια φιλική σχέση. Ο κ. Ανδρονίκου είχε προσεγγίσει τον Παραπονούμενο καθότι γνώριζε ότι είχε διασυνδέσεις στη ΣΑ και τις υπηρεσίες που μπορούσε να προσφέρει. Το Νοέμβριο του 2009 συναντήθηκε με τον κ. Ανδρονίκου στη ΣΑ για να συζητήσουν πιθανή συνεργασία με την Κατηγορούμενη 1. Μετά τη συνάντηση ο Παραπονούμενος απέστειλε στον κ. Ανδρονίκου το εταιρικό προφίλ της Giant (παρουσίαση Τεκμήριο 1). Τον Δεκέμβριο του 2009 συζήτησε με τον Κατηγορούμενο 3.
15. Ο Παραπονούμενος προσέφερε τις διασυνδέσεις του ούτως ώστε η Κατηγορούμενη 1 (εφεξής «Κατηγορούμενη» ή «Εταιρεία») να συμμετάσχει σε διαγωνισμούς για την κατακύρωση μεγάλων κατασκευαστικών έργων. Δεν είχαν υπογράψει οποιαδήποτε συμφωνία αλλά βοήθησε την Κατηγορούμενη να υποβάλει προσφορά σε ένα διαγωνισμό της “National Guard” (Τεκμήρια 2 και 3). Ακολούθως το Δεκέμβριο του 2009 έγιναν προσπάθειες από τον Παραπονούμενο για να εισαχθεί η Κατηγορούμενη στην αγορά της ΣΑ στο πλαίσιο δύο κατασκευαστικών έργων (Saudi National Guard HQ και Saudi Royal Commission). Κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 4 και 5 δύο επιστολές δια μέσου των οποίων η Κατηγορούμενη και η Lois Builders KSA (εφεξής «LBKSA») συστήνονται στις αρμόδιες επιτροπές και εκδηλώνουν το ενδιαφέρον τους να αναλάβουν κατασκευαστικά έργα.
16. Από το Δεκέμβριο του 2009 μέχρι και τον Ιούλιο του 2010 η συνεργασία του με την Κατηγορούμενη περιλάμβανε ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών, μεταξύ άλλων, την επαφή με άλλες εργοληπτικές εταιρείες για σκοπούς συνεργασίας, υπαλληλικά θέματα, μεταφράσεις, γνωριμίες, ελέγχους συμβολαίων, ενέργειες για εγγραφή εταιρείας στη ΣΑ και γενικότερα ότι είχε να κάνει με την εγκατάσταση της Κατηγορούμενης στη ΣΑ. Ο Παραπονούμενος κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 δέσμη από διάφορα ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία δείχνουν τη φύση της συνεργασίας τους για την εν λόγω περίοδο. Αναφέρει επίσης ότι χρησιμοποιήθηκε η Giant για να διευκολύνει την εγκατάσταση της Κατηγορούμενης στη ΣΑ.
17. Το Μάιο του 2010 έγινε επίσημη πρόταση προς τον Παραπονούμενο από τον κύριο Μ. Λοή (Κατηγορούμενο 3) για την εργοδότηση του (Τεκμήριο 7, μήνυμα 09 Μαΐου 2010). Στο Τεκμήριο 7 αναφέρεται ότι αποτελεί τη «βάση της συνεργασίας» των μερών. Περαιτέρω, γίνεται αναφορά σε ενεργοποίηση της συμφωνίας σε έξι μήνες από την υπογραφή της και την κατόπιν αξιολόγησης του Παραπονούμενου ενεργοποίηση σε έξι μήνες μετά από την εξασφάλιση έργου με βάση τέσσερα κριτήρια. Περαιτέρω περιλαμβάνεται ένα μακρύς κατάλογος με εργασίες οι οποίες εμπίπτουν στην περιγραφή των αρμοδιοτήτων του (job description).
18. Στις 09.06.2010 του απέστειλαν προσχέδιο της επαγγελματικής του κάρτας (Τεκμήριο 8 στο οποίο φαίνεται ότι ο τίτλος του Παραπονούμενου θα ήταν Business Development & Administration Manager της LBKSA).
Η Σύμβαση
19. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 η σύμβαση εργοδότησης μεταξύ της Κατηγορούμενης, η οποία στη Σύμβαση αποκαλείται η «Εργοδότρια Εταιρεία» και του Παραπονούμενου, ο οποίος στη Σύμβαση περιγράφεται ως ο «εργοδοτούμενος», ημερομηνίας 01.07.2010.
20. Θεωρώ σκόπιμο σε αυτό το σημείο να παραθέσω τους τους βασικούς όρους της Σύμβασης:
20.1 Ο ρόλος του Παραπονούμενου περιγράφεται ως Business Development & Administration Manager στη ΣΑ με έδρα το Ριάντ. Στο προοίμιο της Σύμβασης αναφέρεται ότι ο Παραπονούμενος κατέχει τα απαραίτητα προσόντα, πείρα και διατηρεί «δημόσιες σχέσεις» στη ΣΑ οι οποίες «θεωρούνται απαραίτητες και χρήσιμες στην Εργοδότρια Εταιρεία».
20.2 Σύμφωνα με τον όρο 2 της Σύμβασης, ο Παραπονούμενος από την ημέρα του διορισμού του μέχρι τη λήξη της Σύμβασης δεν θα ασχολείται με οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα ή δραστηριότητα κατά τρόπο που να είναι ανταγωνιστικά της Κατηγορούμενης και δεν θα αποδέχεται κέρδη, αμοιβές ή προμήθειες από οποιοδήποτε οίκο ή έμπορο ή άλλο πρόσωπο σε σχέση με τα καθήκοντα του. «Η παράγραφος αυτή θα ισχύει από την έναρξη του 1ου κατασκευαστικού έργου...».
20.3 Με βάση τον όρο 3 της Σύμβασης τα καθήκοντα και υποχρεώσεις του Παραπονούμενου περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι της Σύμβασης. Το Παράρτημα Ι περιλαμβάνει εννέα ενότητες και συνολικά 37 σημεία – επιμέρους καθήκοντα. Περιλαμβάνονται ενότητες οι οποίες αφορούν διαχείριση ανθρωπίνου δυναμικού, marketing, επιχειρηματική ανάπτυξη, λειτουργία γραφείου, μέχρι και ανανέωση αδειών, ΜΟΤ και ασφαλειών οχημάτων.
20.4 Ο όρος 4 αφορά τις απολαβές και τα ωφελήματα του Παραπονούμενου. Ο μισθός του Παραπονούμενου από την ημέρα έναρξης ισχύος της Σύμβασης μέχρι και την εξασφάλιση έργου θα ήτο €75.000. Όταν θα υπάρχει έργο υπό κατασκευή ο μισθός του θα ανέρχεται σε 1.000.000 SR και θα καταβάλλεται από την LBKSA «μέσα στα πλαίσια νέου συμβολαίου που θα υπογραφεί ...».
20.5 Για κάθε έργο που θα εξασφαλίζει ο ίδιος ο Παραπονούμενος θα του καταβάλλεται 7.5% επί του εκκαθαρισμένου κέρδους. Από το ποσοστό αυτό θα αφαιρείται ο μισθός που έχει καταβληθεί ενώ το υπόλοιπο θα καταβάλλεται όταν γίνει η πληρωμή από τον ιδιοκτήτη του έργου μετά την έκδοση τελικού λογαριασμού.
20.6 Η καταβολή μισθού στον εργοδοτούμενο θα γινόταν με την υπογραφή του πρώτου κατασκευαστικού έργου και οι μισθοί από την 01.07.2010 θα καταβάλλονταν αναδρομικά. Ωστόσο, με βάση τον όρο 4 (στ) «εάν παρέλθει η χρονική περίοδος των πρώτων 6 μηνών και δεν εξασφαλιστεί έργο στη Σαουδική Αραβία και αποφασιστεί η διακοπή της εργοδότησης, τότε στον εργοδοτούμενο δεν θα οφείλεται οποιοδήποτε ποσό» (η έμφαση είναι δική μου).
20.7 Η εργοδότρια εταιρεία θα καλύπτει έξοδα διαμονής στη ΣΑ και αεροπορικά εισιτήρια.
20.8 Ακολούθως στον όρο 4(η) παρατίθενται τα ακόλουθα (έμφαση δική μου): «Ολόκληρο το πακέτο των ωφελημάτων του Εργοδοτούμενου (όπως αυτό περιγράφεται στο παρόν άρθρο) θα τεθεί σε εφαρμογή 4 μήνες μετά την υπογραφή και έναρξη εκτέλεσης του 1ου κατασκευαστικού έργου και αφού η Εργοδότρια Εταιρεία θα αξιολογήσει την προσφορά του Εργοδοτούμενου μέσα στα προσυμφωνηθέντα πλαίσια:
(α) της ικανότητας του να εξασφαλίζονται έργα σε συμφέρουσα τιμή
(β) να γίνεται πληρωμή του εκτελούμενου έργου στο χρόνο και σε ποσό που να ικανοποιεί την Εταιρεία
(γ)Η έως τότε ικανότητα του στους τομείς διοίκησης, δημοσίων σχέσεων και εργασιακών σχέσεων με το προσωπικό
(δ) Η δυνατότητα του να λύνει προβλήματα που αφορούν την ομαλή λειτουργία των έργων στη Σαουδική Αραβία.»
20.9 Η διάρκεια της Σύμβασης σύμφωνα με τον όρο 5 αυτής ήταν για 5 έτη από την 01.07.2010 με δυνατότητα ανανέωσης κατόπιν συμφωνία για περίοδο 5 περαιτέρω ετών.
20.10 Εάν εντός έξι μηνών από την 1.7.2010 ο Εργοδοτούμενος αποτύχει να εξασφαλίσει έργο στη ΣΑ για την Εργοδότρια Εταιρεία «τότε η συνέχιση της παρούσας σύμβασης απασχόλησης του Εργοδοτούμενου θα τύχει επαναδιαπραγμάτευσης υπό το φως των νέων δεδομένων».
20.11 Σύμφωνα δε με τον όρο 7 της Σύμβασης «χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω συμφωνηθέντων όρων απασχόλησης του εργοδοτούμενου, εφόσον και όταν εξασφαλιστεί και υπογραφεί το πρώτο κατασκευαστικό έργο η απασχόληση του εργοδοτούμενου θα διέπεται από νέα σύμβαση εργασίας που θα υπογραφεί μεταξύ του Εργοδοτούμενου και της εταιρείας LB KSA στην οποία η εργοδότρια είναι κύριος μέτοχος. Η νέα σύμβαση θα έχει τους αντίστοιχους όρους με την παρούσα συμφωνία και θα διέπεται από τους εκάστοτε εν ισχύ νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας».
21. Από την υπογραφή της Σύμβασης μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2013 σύμφωνα με τον Παραπονούμενο, βοήθησε στην ίδρυση και δραστηριοποίηση της Κατηγορούμενης στη ΣΑ, η οποία συμμετείχε συστηματικά σε διαγωνισμούς μέχρι να αποκτήσουν πείρα και να εκπαιδευτεί το προσωπικό της. Το 2011 ο Παραπονούμενος εργαζόταν από τα γραφεία της SSCL της οποίας και ήταν εγγεγραμμένος ως υπάλληλος. Αναφέρει ότι δεν ήταν εγγεγραμμένος στο General Organisation of Social Insurance της ΣΑ ως υπάλληλος της Κατηγορούμενης καθότι λόγω των κανονισμών δεν μπορούσε να ήταν εγγεγραμμένος ως εργαζόμενος σε δύο εταιρείες.
22. Μάλιστα, αναφέρει ότι ήταν παράκληση της ίδιας της Κατηγορούμενης να παραμείνει εγγεγραμμένος ως υπάλληλος της SSCL επειδή τότε είχε ξεκινήσει η οικονομική κρίση και υπήρχαν οικονομικές δυσκολίες, το γραφείο ήταν σε φάση οργάνωσης καθώς και λόγω του Saudisation (ήτοι την εργοδότηση από κάθε εργοδότη αριθμού Σαουδαραβών).
23. Επιπρόσθετα, υπήρχε πλάνο για τη δημιουργία κοινοπραξίας μεταξύ της Κατηγορούμενης και της SSCL εφόσον για να μπορέσει η Κατηγορούμενη να δραστηριοποιηθεί στην αγορά της ΣΑ έπρεπε να συνεργαστεί με μια ημεδαπή εταιρεία η οποία είχε αναλάβει μεγάλα έργα στο παρελθόν. Κατά τον Παραπονούμενο, η κοινοπραξία εν τέλει είχε επιτευχθεί και συμμετείχαν σε διαγωνισμό (Τεκμήριο 10, το οποίο κατατέθηκε για την απόδειξη της σχέσης μεταξύ της Κατηγορούμενης και της SSCL στην οποία εργαζόταν ο Παραπονούμενος, και Τεκμήριο 26, μετάφραση του Τεκμηρίου 10 στα Ελληνικά).
24. Η Κατηγορούμενη, σύμφωνα με τον Παραπονούμενο, εξασφάλισε το πρώτο της κατασκευαστικό έργο μαζί με την εταιρεία NESMA το 2011, ήτοι το “Aviation, Khashm Alaan (SA National Guard)” αξίας περίπου 48.000.000 δολαρίων Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής (Τεκμήριο 11), η εκτέλεση του οποίου ξεκίνησε το 2012. Το 2012 ανατέθηκε στην Κατηγορούμενη άλλο έργο ήτοι το “Riyadh Airport Housing Project” με αξία 26.000.000 δολάρια. Ο Παραπονούμενος διευκρινίζει ότι οι «επαφές» για την εξασφάλιση του έργου έγιναν από τον ίδιο.
25. Το 2013, σύμφωνα με τον Παραπονούμενο, ανατέθηκε στην Κατηγορούμενη άλλο ένα έργο μετά από «επαφές και εσωτερικές πληροφορίες» από τον Παραπονούμενο ήτοι το ΚΑΡ4. Στο εν λόγω έργο έγινε και προσπάθεια συνεργασίας με Κύπριους αρχιτέκτονες.
26. Τον Σεπτέμβριο του 2013 ο Κατηγορούμενος 2 του απέστειλε μήνυμα στο οποίο του ανέφερε πως η συμφωνία τους έπρεπε να τροποποιηθεί καθότι πλέον υπήρχαν συγκεκριμένα δεδομένα. Κατά τον Παραπονούμενο, ο Κατηγορούμενος 2 αναγνώριζε τη συνεισφορά του και γι’ αυτό υπολόγιζε πως με τις επαφές του ο κύκλος εργασιών της Κατηγορούμενης στη ΣΑ θα αυξανόταν σταθερά κατά τα επόμενα έτη.[2] Είχε διευθετηθεί και συνάντηση για την υπογραφή νέας συμφωνίας η οποία ωστόσο δεν έγινε ποτέ. Συνεπώς, αναφέρει ο Παραπονούμενος, η Σύμβαση ουδέποτε αντικαταστάθηκε από οποιαδήποτε άλλη συμφωνία.
27. Ο Παραπονούμενος είχε «σημαντικά διοικητικά καθήκοντα», ήτοι σε σχέση με εργατικά θέματα, εταιρικά ζητήματα, διαχείριση προσωπικού, έκδοση και ανανέωση βίζας για το προσωπικό και επαφές με την τράπεζα. Κατέθεσε δέσμη εγγράφων ως Τεκμήριο 15 ενδεικτικά για να δείξει ότι ασχολείτο με τα προαναφερόμενα ζητήματα. Περαιτέρω, ασχολείτο με τη παροχή συμβουλών προς την Κατηγορούμενη και συμμετείχε στην επίλυση καθημερινών προβλημάτων με εργολάβους και άλλους συνεργάτες. Προς τούτο κατέθεσε το Τεκμήριο 18 το οποίο περιλαμβάνει αλληλογραφία μεταξύ του Κατηγορούμενου 2 και κάποιου συνεργάτη της Κατηγορούμενης.
28. Τα πρώτα πέντε χρόνια παρουσίας της Κατηγορούμενης στη ΣΑ, σύμφωνα με τον Παραπονούμενο, έγινε σημαντική δουλειά αφού πέραν του μεγάλου αριθμού συμμετοχών σε διαγωνισμούς, η Κατηγορούμενη είχε περατώσει και αρκετά έργα. Κατέθεσε προς τούτο το Τεκμήριο 17. Ο Παραπονούμενος αναφέρει ότι είχε ενεργεί συμμετοχή στη δραστηριοποίηση της Κατηγορούμενης στη ΣΑ. Η οικονομική κρίση του 2013 δημιούργησε δυσκολίες αλλά μέσω της αντιμετώπισης τους η σχέση του με τους ιδιοκτήτες της Κατηγορούμενης ενδυναμώθηκε. Λόγω της κρίσης η θυγατρική εταιρεία της Κατηγορούμενης στη ΣΑ αντιμετώπιζε δυσκολίες.
29. Η συνεργασία του με την Κατηγορούμενη τελείωσε το 2017. Η Κατηγορούμενη δεν του έχει καταβάλει οποιοδήποτε μισθό πέραν του συνολικού ποσού των €35.000 το οποίο του καταβλήθηκε σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα. Οι €10.000 του καταβλήθηκαν το 2011 όταν είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Κατατέθηκε σχετικό μήνυμα στο οποίο ο chief accountant της Κατηγορούμενης ζητά από τον Παραπονούμενο στις 22.07.2011 τη διεύθυνση του στην ΣΑ και στην Κύπρο καθώς και τον αριθμό ταυτότητας του και του αναφέρει πως προχώρησε με έμβασμα (Τεκμήριο 19).
30. Το 2018 είχε κάποια «προβλήματα με τις εταιρείες του Παρασκευαΐδη» γεγονός που τον είχε απορροφήσει, ωστόσο το 2019 εξασφάλισε δικαστική απόφαση στη ΣΑ εναντίον της SSCL (Τεκμήριο 21) και συνεπώς στράφηκε και εναντίον της Κατηγορούμενης για να διεκδικήσει τα δεδουλευμένα του.
31. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν απαντούσαν στις κλήσεις του. Ο Κατηγορούμενος 3 σε συνάντηση τους τον καθησύχασε αναφέροντας του ότι θα υπέβαλλαν μια πρόταση για πληρωμή κάποιου ποσού, ωστόσο ουδέποτε υποβλήθηκε τέτοια πρόταση με αποτέλεσμα σήμερα η Κατηγορούμενη να του οφείλει μισθούς ύψους €1.725.000 «που αφορούν μόνο τον πάγιο μισθό και επιπλέον ένα άγνωστο σε εμένα ποσό, το οποίο αφορά μισθό ο οποίος προκύπτει από τα 7,5% του εκκαθαρισμένου κέρδους της εταιρείας. Δεν διαθέτω τα σχετικά οικονομικά στοιχεία και ως εκ τούτου δεν είμαι σε θέση να υπολογίσω με ακρίβεια το ποσό αυτό».
32. Στη ΣΑ η Κατηγορούμενη δραστηριοποιείτο μέσω του παραρτήματος της εκεί την οποία ο Παραπονούμενος περιγράφει ως «θυγατρική» της Κατηγορούμενης και την Lois Builders KSA με μετόχους ένα Σαουδάραβα και ένα Λιβανέζο. Περαιτέρω, ο Παραπονούμενος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 γνώριζαν πολύ καλά της σχέση του με την Κατηγορούμενη καθώς και ότι δεν έχουν πληρώσει τα δεδουλευμένα του.
33. Η αντεξέταση του Παραπονούμενου ήταν μακρά. Επιπρόσθετα, ο Παραπονούμενος επανακλήθηκε για να αντεξεταστεί σε σχέση με το Τεκμήριο 10 μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου επί αιτήσεως για επανακλήση του.
34. Κατά την αντεξέταση, αρχικά αμφισβητήθηκε η πείρα του Παραπονούμενου στην κατασκευαστική βιομηχανία και υποβλήθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει μέσα από τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Ο Παραπονούμενος παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στα Τεκμήρια 2 - 6, 10 και 12 τα οποία κατά την άποψη του επιβεβαιώνουν την πείρα του στην κατασκευαστική βιομηχανία. Ανέφερε επανειλημμένα ότι ήταν λόγω της εμπειρίας του που τον είχαν προσεγγίσει οι Κατηγορούμενοι. Αντιθέτως, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορούμενων υπέβαλε στον Παραπονούμενο πως αυτός είχε προσεγγίσει τους Κατηγορούμενους.
35. Ο Παραπονούμενος επίσης ερωτήθηκε σχετικά με το πως προκύπτουν τα ποσά τα οποία αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Ανέφερε ότι προκύπτουν από τα όσα αναφέρονται στη Σύμβαση. Υποβλήθηκε ότι τα ποσά τα οποία αναγράφονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών είναι αυθαίρετα.
36. Ερωτήθηκε περαιτέρω ο Παραπονούμενος σε σχέση με τον όρο 4(ε) του Τεκμηρίου 9 ο οποίος προνοεί ότι η καταβολή οποιουδήποτε μισθού θα γίνει με την υπογραφή του πρώτου κατασκευαστικού έργου. Ο Παραπονούμενος ανέφερε πως το πρώτο έργο ήταν αυτό με τη NESMA το οποίο ξεκίνησε το 2012 αλλά διευκρίνισε πως όλη αυτή την περίοδο υπήρχαν πολλά έργα που «έτρεχαν. Σε σχέση με το έργο με τη ΝESMA ο Παραπονούμενος ανέφερε πως δεν είχε εμπλοκή όσον αφορά τη γνωριμία αλλά είχε κάνει αρκετή δουλειά και του ζητούσαν να διεκπεραιώσει αρκετές εργασίες.
37. Όσον αφορά τον όρο 4(στ) της Σύμβασης ο οποίος προνοεί ότι «εάν παρέλθει η περίοδος των έξι μηνών και δεν εξασφαλιστεί κατασκευαστικό έργο στη ΣΑ και αποφασιστεί η διακοπή της εργοδότησης, τότε στον εργοδοτούμενο δεν θα οφείλεται οποιοδήποτε ποσό ως αμοιβή υπηρεσιών», ο Παραπονούμενος προέβαλε τη θέση ότι δεν τερματίστηκε η Σύμβαση και ο λόγος είναι επειδή υπήρχαν τόσα πολλά έργα που ήταν αναγκαίος στην Κατηγορούμενη για να τα τρέξει. Ανέφερε επίσης «[μ]πορούμε να παρουσιάσουμε και στοιχεία για αυτά τα έργα, πάνω από 15 έργα τα οποία τρέχαμε συνέχεια, οπότε ούτε εγώ μπορούσα να σταματήσω, ούτε η Lois Builders μπορούσε να με τερματίσει.»
38. Απάντησε ότι θεωρεί πως ενεργοποιήθηκε η πρόνοια της Σύμβασης για να λαμβάνει μισθό και ανέφερε πως υπήρχαν διάφορα έργα με πρώτο αυτό με τη NESMA αλλά και το «JIZAN». Ακολούθως ανέφερε πως υποτιμάται ο ρόλος του στην Κατηγορούμενη 1 και αναφέρθηκε σε 15 έργα μέσα στο 2010. Ερωτήθηκε ποια ήταν αυτά τα έργα και ανέφερε 9 ονόματα έργων (σελ. 6 πρακτικών 19.02.2024). Όταν ερωτήθηκε εάν τα έργα αυτά είχαν υλοποιηθεί απάντησε, στην ουσία, ότι δεν είχαν υλοποιηθεί.
39. Υποβλήθηκε από το συνήγορο των Κατηγορούμενων ότι ουδέποτε ενεργοποιήθηκε η Σύμβαση – Τεκμήριο 9 σύμφωνα με τους όρους αυτής. Ο Παραπονούμενος διερωτήθηκε τι σημαίνουν όλα αυτά τα χρόνια συνεργασίας με τους Κατηγορούμενους αλλά και ότι δεν ήταν τυχαίο που το 2014 του είχαν υποβάλει πρόταση για άλλη σύμβαση εργοδότησης. Περαιτέρω, ανέφερε ότι τα έργα συνέχιζαν και δεν υπήρξε κανένας τερματισμός της Σύμβασης στους 6 μήνες και η Κατηγορούμενη δεν ήθελε προφανώς να τερματίσει την εργοδότηση του.
40. Υποδείχθηκε στον Παραπονούμενο ηλεκτρονικό μήνυμα από τον Κατηγορούμενο 3 ημερομηνίας 27.07.2011 στο οποίο αναφερόταν μεταξύ άλλων ότι «όπως και εσύ αντιλαμβάνεσαι [η συμφωνία μας] δεν μπορεί να λειτουργήσει. Οι ενέργειες που έγιναν μέχρι τώρα βάση [sic] της συμφωνίας μας δεν έφεραν οποιοδήποτε αποτέλεσμα και επιπλέον το απρόοπτο που έτυχε με την υγεία σου, και συμφωνώ μαζί σου, θα χρειαστείς ανάρρωση. ... θα προχωρήσουμε και με τις κατάλληλες ενέργειες για νέα συμφωνία» (Τεκμήριο 2 προς αναγνώριση το οποίο έγινε Τεκμήριο 37 αφού αναγνωρίστηκε από τον Κατηγορούμενο 3). Ο Παραπονούμενος δεν το αναγνώρισε αλλά κατέθεσε ως Τεκμήριο 25 δέσμη η οποία αποτελείται από 5 ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία ανταλλάχθηκαν μετά την εν λόγω ημερομηνία. Για το Τεκμήριο 37 ανέφερε ότι ουδέποτε μιλήσαν για αυτό, μιλούσαν μόνο για τα έργα τα οποία προχωρούσαν.
41. Αντεξεταζόμενος σε σχέση με τον όρο 2 της Σύμβασης (όρος ο οποίος απαγορεύει την απασχόληση του σε ανταγωνιστικές εταιρείες), ο Παραπονούμενος απάντησε ότι βόλευε την Κατηγορούμενη να εργάζεται στην SSCL και ότι ο κύριος Λοής το αποδέχθηκε από την πρώτη στιγμή. Υποβλήθηκε στον Παραπονούμενο ότι οι Κατηγορούμενοι ουδέποτε αποδέχθηκαν να εργάζεται σε ανταγωνίστρια εταιρεία και ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι αν δεν το αποδέχονταν θα τερμάτιζαν την εργοδότηση του στην Κατηγορούμενη. Ο Παραπονούμενος επέμεινε ότι η Σύμβαση ουδέποτε τερματίστηκε και ότι ουδέποτε έλαβε το Τεκμήριο 37. Έγινε μόνο μια προσπάθεια το 2014 για αναθεώρηση της αλλά ουδέποτε είχε τελεσφορήσει. Το ότι δεν εξασφαλίστηκε έργο εντός 6 μηνών κατά τον Παραπονούμενο δεν ισοδυναμεί με τερματισμό της Σύμβασης.
42. Σε σχέση με τον Emadez Eldin, ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι τον είχε προσλάβει ο ίδιος να δουλεύει στην SSCL. Υποβλήθηκε πως από αυτό φαίνεται η φύση της συνεργασίας μεταξύ των Κατηγορούμενων και του Παραπονούμενου και προκύπτει πως ακριβώς ήταν συνεργασία και όχι εργοδότηση.
43. Υποβλήθηκε η θέση των κατηγορουμένων ότι ουδέποτε ήταν η είχε καταστεί εργοδοτούμενος σύμφωνα με τους όρους του Τεκμηρίου 9 και ο Παραπονούμενος απάντησε ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί τι μπορεί να σημαίνει αυτό και διερωτήθηκε αν τον εξαπάτησαν. Εργαζόταν μαζί τους, έκανε σωρεία εργασιών, άρα δεν μπορεί να ευσταθεί η θέση αυτή. Επίσης σε υποβολή ότι η σύμβαση Τεκμήριο 9 τερματίστηκε προ της ανάθεσης του πρώτου έργου (που ήταν το NESMA, τον Νοέμβριο του 2011) ο Παραπονούμενος απάντησε ότι δεν αναγνωρίζει το Τεκμήριο 37 και ουδέποτε το είχε δει και το αμφισβητεί πλήρως.
44. Υποβλήθηκε επίσης από την Υπεράσπιση ότι ουδέποτε εξασφαλίστηκε έργο, ούτως ώστε να δικαιούται απολαβών, σύμφωνα με την πρόνοια του όρου 5 του Τεκμηρίου 9. Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι εξασφαλίστηκε και έκανε αναφορά σε δύο έργα ήταν της Nesma και το Housing Project το οποίο ο ίδιος έφερε καθώς και σε άλλα έργα όπως επίσης και ενέργειες του στο πλαίσιο εξασφάλισης άλλων έργων.
45. Αναφορικά με το κατά πόσον εξασφαλίστηκε έργο εντός 6 μηνών για να ενεργοποιηθεί η Σύμβαση, ο Παραπονούμενος αφενός μεν παραδέχτηκε ότι δεν είχε εξασφαλιστεί έργο εντός 6 μηνών, αφετέρου δε, ανέφερε ότι δεν τερματίστηκε η Σύμβαση στους 6 μήνες.
46. Περαιτέρω υποβλήθηκε η θέση των Κατηγορουμένων ότι δεν υφίσταται ίχνος μαρτυρίας εις την οποία να διαφαίνεται η εμπλοκή και τα καθήκοντά του σε οποιοδήποτε έργο στη ΣΑ συμφώνως των προνοιών του Τεκμηρίου 9 καθώς και ότι καμία εργασία από αυτές δεν διεκπεραίωσε ο Παραπονούμενος. Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι από την πρώτη μέρα της συνεργασίας τους χωρίς καν να υπάρχει σύμβαση προσέφερε αυτά τα οποία αναφέρονται στο Παράρτημα του Τεκμηρίου 9 και οι Κατηγορούμενοι είδαν ότι μπορεί να εκτελέσει αυτές τις εργασίες. Γι’ αυτό και έγινε το Τεκμήριο 9.
47. Επιπρόσθετα, υποβλήθηκε ότι οι επικοινωνίες που είχε με τους Κατηγορούμενους ήταν στα πλαίσια της ευρύτερης συνεργασίας τους και όχι στο πλαίσιο εργοδότησης, θέση την οποία διέψευσε ο Παραπονούμενος.
48. Υποβλήθηκε τέλος η θέση των κατηγορουμένων ότι δόθησαν σε αυτούς με σκοπό την υπογραφή της συμφωνίας Τεκμήριο 9, λανθασμένες διαβεβαιώσεις αναφορικά με την εμπειρία, ικανότητες και τρόπο προσφοράς του, υποβολή την οποία αρνήθηκε ο Παραπονούμενος.
49. Κατά την επανακλήση του Παραπονούμενου κατέθεσε και το Τεκμήριο 27 το οποίο είναι επιστολή η οποία υπογράφεται από τον ίδιο εκ μέρους της SSCL αφενός και από εκπρόσωπο της Κατηγορούμενης 1 αφετέρου. Ο Παραπονούμενος αντεξετάστηκε για το κατά πόσον επιτεύχθηκε ή όχι η κοινοπραξία μεταξύ της Κατηγορούμενης 1 και της SSCL.
ii. ΜΚ2 – Μαρζούκ Τζωρτζή
50. Ο δεύτερος και τελευταίος μάρτυρας για τον Παραπονούμενο ήταν ο κ. Μαρζούκ Τζωρτζή. Η μαρτυρία του περιορίστηκε στην κατάθεση της μετάφρασης στα Ελληνικά του Τεκμηρίου 10. Προς τούτο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 26 η μετάφραση του Τεκμηρίου 10 στα Ελληνικά μαζί με σχετική ένορκη δήλωση μετάφρασης.
iii. ΜΥ1 – Νικόλας Λοής (Κατηγορούμενος 2)
51. Ο ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β) στην οποία ανέφερε μεταξύ άλλων ότι είναι διευθυντής της Κατηγορούμενης από το 1993. Η Κατηγορούμενη περί το 2009 επιχείρησε να επεκτείνει τις εργασίες της στη ΣΑ και ξεκίνησε τα πρώτα της βήματα. Η επέκταση θα πραγματοποιείτο μέσω της σύστασης εταιρείας στη ΣΑ και έτσι περί τον Απρίλιο του 2010 συστάθηκε η LBKSA με τη βοήθεια του συνέταιρου τους Ali Mohammed Al Ghaith και του στενού συνεργάτη αυτού του Jean Louise Karam (Johnny Karam).
52. Πριν τη σύσταση της LBKSA ο αδελφός του (Κατηγορούμενος 3), ο οποίος ήταν το πρόσωπο το οποίο είχε αναλάβει την επέκταση στη ΣΑ, ξεκίνησε επαφές με πρόσωπα τα οποία σχετίζονταν με τον οικοδομικό τομέα στη ΣΑ. Στη δημιουργία επαφών συνείσφερε ο Κώστας Ανδρονίκου ο οποίος ήταν manager της Κατηγορούμενης τον οποίο προσέλαβαν ειδικά για την επίτευξη της επέκτασης καθώς και οι Ali και Johnny.
53. Περί τα τέλη το 2009 και ενόσω οι εργασίες οι οποίες αφορούσαν την επέκταση στη ΣΑ βρίσκονταν ήδη υπό εξέλιξη ο Παραπονούμενος προσέγγισε τον Κώστα Ανδρονίκου. Ο Παραπονούμενος ακολούθως γνωρίστηκε με τον αδελφό του (Κατηγορούμενο 3) περί τα τέλη του 2009. Ο ίδιος γνώρισε τον Παραπονούμενο μετά την πάροδο κάποιου χρόνου.
54. Ο Παραπονούμενος παρουσίασε τον εαυτό του ως υπάλληλο και υψηλόβαθμο στέλεχος της SSCL αλλά και ως πρόσωπο το οποίο διέθετε μεγάλη πείρα και σημαντικές διασυνδέσεις στον οικοδομικό τομέα της ΣΑ. Του εξήγησε ότι ασχολείτο και με δικές του δουλειές μέσω της εταιρείας του (Giant) διευκρινίζοντας ότι χρησιμοποιούσε τις διασυνδέσεις του για την εξασφάλιση κατασκευαστικών έργων με αντάλλαγμα προμήθεια. Ήταν επιθυμία του Παραπονούμενου να συνεργαστεί με την Κατηγορούμενη και τους διαβεβαίωσε ότι είχε τις κατάλληλες επαφές και διασυνδέσεις για να εξασφαλίσει μεγάλα έργα στη ΣΑ αλλά και την απαραίτητη πείρα και ικανότητα να διαχειριστεί την σκοπούμενη επέκταση από κάθε άποψη.
55. Τους πρώτους μήνες γνωριμίας τους και ενόσω εξεταζόταν το ενδεχόμενο επίσημης συνεργασίας ο Παραπονούμενος βοηθούσε μια κάθε τόσο με διάφορα θέματα δείχνοντας πρόθυμος να βοηθήσει, κατά τον ΜΥ1 μάλλον για να φανεί χρήσιμος, με απώτερο σκοπό την επίτευξη επίσημης επαγγελματικής συνεργασίας με την Κατηγορούμενη. Ωστόσο, η οποιαδήποτε εμπλοκή του προέκυπτε εντελώς αποσπασματικά και αφορούσε απλά θέματα. Ήταν άλλα πρόσωπα τα οποία εργαζόντουσαν σκληρά επί καθημερινής βάσεως και διεκπεραίωναν σημαντικά ζητήματα αναφορικά με την επέκταση, εγκατάσταση και καθημερινή λειτουργία της εταιρείας τους στη ΣΑ (ο Κατηγορούμενος 3, Ali, Johnny, o Ανδρονίκου αλλά και άλλα πρόσωπα στην Κύπρο) και τα οποία «έστησαν» την εταιρεία στη ΣΑ.
56. Παρότι η αρχική επαφή με τον Παραπονούμενο προέκυψε για επαγγελματικούς λόγους, μεταξύ του ΜΥ1, του Κατηγορούμενου 3 και του Παραπονούμενου διαμορφώθηκε μια σχέση φιλίας. Ο Παραπονούμενος ήταν ιδιαίτερα φιλόξενος και έδειχνε ότι ήθελε να πετύχουν.
57. Τον Απρίλιο του 2010 και αφού είχε συσταθεί η LBKSA ξεκίνησαν συζητήσεις για επίτευξη επίσημης συνεργασίας με τον Παραπονούμενο. Τους διαβεβαίωνε ότι έχει «έτοιμα έργα» τα οποία θα εξασφάλιζε για την εταιρεία τους μέσω των διασυνδέσεων του. Είχε απαίτηση να υπογραφτεί επίσημη συμφωνία συνεργασίας που θα προνοούσε ένα ολοκληρωμένο πακέτο με σταθερές ετήσιες απολαβές, ποσοστά και άλλα προνόμια.
58. Λόγω του ύψους των απαιτήσεων του επεξηγήθηκε στον Παραπονούμενο πως έπρεπε να εργαζόταν αποκλειστικά στην Κατηγορούμενη και να αναλάβει ένα μεγάλο αριθμό καθηκόντων. Ενόψει των επιφυλάξεων τους για τις ικανότητες του προτάθηκε στον Παραπονούμενο μια μορφή συνεργασίας υπό προϋποθέσεις με προοπτική μελλοντικής εργοδότησης. Στις 09.05.2010 ο Κατηγορούμενος 3 απέστειλε στον Παραπονούμενο μήνυμα με ορισμένα σημεία τα οποία θα ήταν η βάση της συνεργασίας τους (Τεκμήριο 7). Την 01.07.2019 υπογράφηκε η σύμβαση Τεκμήριο 9. Το Τεκμήριο 9 υιοθετεί το σκεπτικό το οποίο απέρρεε από το Τεκμήριο 7 και ειδικά ότι θα ενεργοποιείτο η εργοδότηση μετά την εξασφάλιση του πρώτου κατασκευαστικού έργου.
59. Ο Κατηγορούμενος 2 εξηγώντας την εμπορική λογική της συμφωνίας περιέγραψε τη Σύμβαση ως μια συμφωνία συνεργασίας υπό προϋποθέσεις οι οποίες θα έπρεπε να πληρούνται για να μετατραπεί σε εργοδότηση. Αυτό, κατά την θέση του, προκύπτει από πάρα πολλές παραγράφους της Σύμβασης. Τόνισε ότι η Σύμβαση προνοούσε για πολύ μεγάλα ποσά και γι’ αυτό είχαν βασιστεί στην παράσταση του Παραπονούμενου ότι μπορεί να εξασφαλίσει έτοιμα έργα προσοδοφόρα για την Κατηγορούμενη. Η Εταιρεία θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις της έναντι του με την ανάθεση έργου, αυτή ήταν η λογική της συμφωνίας και δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Γι’ αυτό υπάρχει και πρόνοια για μελλοντική συμφωνία με την LBKSA. Ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι η Σύμβαση στην ουσία δημιουργεί μια σχέση συνεργασίας η οποία ενδέχετο να οδηγήσει σε μελλοντική εργοδότηση εάν πληρούνταν ορισμένες προϋποθέσεις.
60. Παρά την υπογραφή της Σύμβασης, αναφέρει ο ΜΥ1 ότι:
60.1 Η σχέση μεταξύ του Παραπονούμενου και της Κατηγορούμενης δεν άλλαξε, ήτοι η σχέση ευρύτερης συνεργασίας δεν εξελίχθηκε σε οτιδήποτε περαιτέρω.
60.2 Ο Παραπονούμενος δεν ανέλαβε ρόλο στην Κατηγορούμενη.
60.3 Ουδέποτε εγκαταστάθηκε στα γραφεία της εταιρείας στη ΣΑ.
60.4 Παρέμεινε ως υπάλληλος της SSCL κάτι το οποίο θα έπρεπε να σταματήσει κατά την πρόσληψη του ως εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης. Ο λόγος που δεν σταμάτησε είναι επειδή ουδέποτε είχε προσληφθεί.
60.5 Ουδέποτε εγγράφηκε πουθενά ως εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης η οποία ως Κυπριακή εταιρεία δεν επηρεαζόταν από ζητήματα Saudisation και επίσης βρισκόταν σε ισχυρή οικονομική κατάσταση κατά τα πρώτα χρόνια επέκτασης στη ΣΑ.
61. Τον Ιούλιο του 2011 ο Παραπονούμενος ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο 3 ότι αντιμετώπιζε κάποια προβλήματα υγείας και θα έπρεπε να μεταβεί στην Αγγλία για επέμβαση. Λόγω της κατάστασης της υγείας του θα απουσίαζε για κάποιο χρονικό διάστημα από τη ΣΑ. Μέχρι τότε δεν είχε αποδείξει οποιαδήποτε ικανότητα εξασφάλισης έργων. Η LBKSA μέχρι τότε δεν είχε εξασφαλίσει οποιοδήποτε έργο στη ΣΑ. Λόγω των περιστάσεων αυτών αποφασίστηκε ο τερματισμός της συνεργασίας τους ως αυτή προέκυπτε από το Τεκμήριο 9. Ο Παραπονούμενος ενημερώθηκε για τον τερματισμό τόσο τηλεφωνικώς όσο και γραπτώς μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ημερ. 27.07.2011 από τον αδελφό του μάρτυρα (Τεκμήριο 37).
62. Το Τεκμήριο 37 είναι ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (σημειώνω ότι η πλευρά του Παραπονούμενου εισηγήθηκε ότι είναι πλαστό και ότι ουδέποτε εστάλη) στο οποίο αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι:
«... Όπως σου είπα και τηλεφωνικά και έπειτα της παρέλευσης μηνών από την συμφωνία μας όπως και εσύ αντιλαμβάνεσαι δεν μπορεί να λειτουργήσει. Οι ενέργειες που έγιναν μέχρι τώρα βάση της συμφωνίας μας δεν έφεραν οποιοδήποτε αποτέλεσμα και επιπλέον το απρόοπτο που έτυχε με την υγεία σου, και συμφωνώ μαζί σου, θα χρειαστείς ανάρρωση. Η συνεργασία μας όμως και η φιλία μας δεν αλλάζει. Εννοείται ότι με την διαμόρφωση οποιονδήποτε [sic] γεγονότων θα προχωρήσουμε και με τις κατάλληλες ενέργειες για νέα συμφωνία. Δεν σε έχω ξεχάσει για αυτά που μου είπες και εννοείται ότι θα βοηθήσουμε ΄πως άλλωστε το έκανες και εσύ και όπως αρμόζει σε δύο φίλους...»
63. Δεδομένου του ότι τερματίστηκε η συμφωνία Τεκμήριο 9 και δεν είχε εξασφαλιστεί έργο εντός των πρώτων 6 μηνών δεν οφειλόταν οποιοδήποτε ποσό προς τον Παραπονούμενο σύμφωνα με τους όρους του Τεκμηρίου 9.
64. Ο Παραπονούμενος ουδέποτε είχε διεκδικήσει και ουδέποτε είχε λάβει οποιοδήποτε ποσό δυνάμει της επίδικης συμφωνίας. Μόνο €10.000 είχαν πληρωθεί τον Ιούλιο του 2011 ως βοήθεια την περίοδο που αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Η πληρωμή ήταν λόγω της φιλικής σχέσης τους και επειδή ζητήθηκε βοήθεια από τον Κατηγορούμενο 3. Αυτό φαίνεται από το Τεκμήριο 19 καθότι εάν ήταν όντως εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης δεν θα έπρεπε να ζητηθούν στοιχεία τον Ιούλιο του 2011 (διεύθυνση σε Κύπρο και ΣΑ καθώς και αρ. ταυτότητας). Αναμενόταν να ήταν ήδη καταχωρισμένα στα αρχεία της Εταιρείας.
65. Μετά τον τερματισμό της σύμβασης διατηρήθηκε η φιλική τους σχέση καθώς και η σχέση ευρύτερης συνεργασίας αναφορικά με επαγγελματικά ζητήματα. Η επαφή και επικοινωνία όσον αφορά επαγγελματικά θέματα ήτο αποσπασματική καθότι ο καθένας ασχολείτο με τις δικές του δουλειές, υπήρχε πάντα όμως η θέληση από τις δύο πλευρές για αλληλοβοήθεια. Κατά τον ΜΥ1, η σχέση αλληλοβοήθειας που υπήρχε εδραζόταν στη φιλία μεταξύ των και επιβεβαιώνεται από το ότι παρείχαν βοήθεια ο ένας στον άλλον χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα.
66. Το Νοέμβριο του 2011 η LBKSA εξασφάλισε το πρώτο κατασκευαστικό έργο στη ΣΑ από την Nesma & Partners Contracting Company μετά από γνωριμίες του ΜΥ1 και του αδελφού του. Επισυνάπτει αλληλογραφία σε σχέση με την επαφή (Τεκμήριο 28) και εισηγείται πως είναι οι δικές τους επαφές που οδήγησαν στην εξασφάλιση του έργου. Τονίζει δε ότι ο Παραπονούμενος δεν είχε καμία ανάμιξη με την εξασφάλιση του εν λόγω έργου, αλλά ούτε και με τα άλλα έργα που εξασφάλισε η LBKSA σε μεταγενέστερο στάδιο.
67. Τον Ιούλιο του 2013 όταν βρισκόταν στην ΣΑ για επαγγελματικούς λόγους συναντήθηκε με τον Παραπονούμενο σε φιλικό επίπεδο για φαγητό. Είχαν εξάλλου συχνά κοινωνικής φύσεως συναντήσεις. Κατά τη συνάντηση τους ο Παραπονούμενος ξεκίνησε συζήτηση για νέα επίσημη συνεργασία μεταξύ του ιδίου και της Κατηγορούμενης στο μέλλον. Λόγω των διασυνδέσεων του αλλά και ενόψει του ότι η LBKSA είχε ήδη κάποια εμπειρία στη ΣΑ ήταν σε θέση να διευθετήσει την εξασφάλιση σημαντικών κατασκευαστικών έργων. Του παρουσίασε διάφορες προβλέψεις που είχε διαμορφώσει και του ζήτησε να του προτείνουν μια νέα βάση επίσημης συνεργασίας. Συζητήθηκε και ο τερματισμός της αρχικής σύμβασης (ήτοι του Τεκμηρίου 9) και ότι αυτή είχε ξεπεραστεί λόγων των περιστάσεων που γνώριζαν. Κατέληξαν δε ότι η τερματισθείσα συμφωνία θα χρησιμοποιείτο ως βάση για μια ενδεχόμενη νέα συνεργασία.
68. Στις 03.09.2013 αποστάλθηκε ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον Παραπονούμενο από τον Κατηγορούμενο 2 στο οποίο κατέγραψε τα δεδομένα ως είχαν τεθεί στη συνάντηση τους τον Ιούλιο του 2013 καθώς και τη βάση του νέου σκεπτικού για επίσημη μελλοντική συνεργασία (Τεκμήριο 13 και μέρος του Τεκμηρίου 22).
69. Κατά τον ΜΥ1, τα όσα καταγράφηκαν στο ηλεκτρονικό μήνυμα καμία σχέση δεν είχαν με τροποποίηση του Τεκμηρίου 9. Αντιθέτως, ο τερματισμός και το ότι το Τεκμήριο 9 ξεπεράστηκε είναι το πρώτο πράγμα που αναφέρεται στο Τεκμήριο 13: «1. Η οποιαδήποτε προηγούμενη ‘συμφωνία’ έχει ξεπεραστεί από τα γεγονότα αλλά τη χρησιμοποιούμε ως βάση στο νέο σκεπτικό. Η αυτόματη της ακύρωση με την μη έγκαιρη ανάθεση έργου, αγνοείται στην προσέγγιση και τη χρησιμοποιούμε ως βάση. ...»
70. Συζήτησαν ξανά τον Ιανουάριο του 2014. Περαιτέρω ο ΜΥ1 αναφέρει ότι εξήγησε στον Παραπονούμενο πως θα έπρεπε το ενδεχόμενο μιας νέας επίσημης συνεργασίας να συζητηθεί με τους υπόλοιπους συνεταίρους. Υπήρχε προγραμματισμένη συνάντηση τον Φεβρουάριο του 2014 και θα έπρεπε να συζητηθεί και να αποφασιστεί εάν όντως υπήρχε ανάγκη για νέα συνεργασία. Η συνάντηση μεταξύ των συνεταίρων πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 2014 και ο ΜΥ2 ήταν βεβαίως παρών. Δεν θυμάται να ήταν παρών και ο Παραπονούμενος και είναι βέβαιος επί τούτου.
71. Το ζήτημα της νέας επίσημης συνεργασίας δεν συζητήθηκε περαιτέρω και εν τέλει ξεχάστηκε. Εκτός από την Σύμβαση δεν υπογράφηκε οποιαδήποτε άλλη συμφωνία μεταξύ των μερών. Ο Κατηγορούμενος 2 τονίζει ότι η όλη επαφή τους με τον Παραπονούμενο προέκυπτε στα πλαίσια μιας σχέσης ευρύτερης συνεργασίας η οποία συνεχίστηκε στη βάση φιλίας η οποία διαμορφώθηκε μεταξύ τους. Το αρχικό πλάνο για εργοδότηση του Παραπονούμενου κατέρρευσε με τον τερματισμό της Σύμβασης.
72. Το 2018 ο Κατηγορούμενος 3 (αδελφός του Κατηγορούμενου 2) βοήθησε τον Παραπονούμενο με την σύνταξη επιστολής παραίτησης του τελευταίου από τον όμιλο Παρασκευαΐδη πριν από τη λήψη δικαστικών μέτρων κατόπιν της κατάρρευσης του εν λόγω ομίλου. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζει ο Κατηγορούμενος 2 λόγω της οικονομικής κατάρρευσης του ομίλου Παρασκευαΐδη οι πλείστες των αποφάσεων οι οποίες εκδίδονταν εναντίον του ομίλου παρέμειναν ανεκτέλεστες.
73. Ήταν εντελώς απρόσμενη η απαίτηση του Παραπονούμενου τον Ιανουάριο του 2019 για να του «κανονίσει ένα ποσό» ο Κατηγορούμενος 3. Εξ όσων γνωρίζει ο Κατηγορούμενος δεν απάντησε στο μήνυμα του Παραπονούμενου καθότι θεώρησε τα όσα ανέφερε προσβλητικά και παράλογα. Τον Οκτώβριο του 2019 επικοινώνησε μαζί του ο Παραπονούμενος ζητώντας του να συναντηθούν. Τόσο τηλεφωνικώς όσο και μέσω μηνυμάτων ο Παραπονούμενος επανήλθε με με εισηγήσεις περί νέας πρότασης από πλευράς των Κατηγορούμενων για νέα συνεργασία.
74. Ακολούθως, τον Νοέμβριο του 2019 έγινε συνάντηση μεταξύ του Παραπονούμενου και των Κατηγορούμενων 2 και 3. Ο Κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι κατά την εν λόγω συνάντηση ο Κατηγορούμενος εξήγησε ότι δεν θεωρεί πως οφείλεται οποιοδήποτε ποσό στον Παραπονούμενο από την Κατηγορούμενη εταιρεία. Συζητήθηκε επίσης ο τερματισμός της Σύμβασης και ότι οι επαφές που γίνονταν ήταν στα πλαίσια ευρύτερης συνεργασίας, όχι εργοδότησης, βασιζόμενης στη φιλία τους. Μάλιστα αναφέρει ο Κατηγορούμενος 2 πως ο Παραπονούμενος συμφώνησε μαζί τους και φαινόταν ότι δεν ασχολήθηκε περαιτέρω με το ζήτημα αυτό. Αντιθέτως, η συζήτηση επικεντρώθηκε στην επιθυμία του Παραπονούμενου για επίσημη συνεργασία με την Κατηγορούμενη και στο ότι ανέμενε από πλευράς τους μια πρόταση για τέτοια συνεργασία.
75. Μετά τη συνάντηση ο Παραπονούμενος τους απέστειλε το Τεκμήριο 22 στην οποία αναφέρεται πως έτυχαν επίλυσης ζητήματα που εκκρεμούσαν από το παρελθόν («... First I would like to thank you for the meeting have been arranged today [sic] with the presence of your brother Mike for solving the outstanding maters[sic] of a long time as well as returning the relation[sic] between myself and my close friend (brother) Mike were was disconnected for almost a year and really I appreciate [sic]». Κατά τον ΜΥ1, ο Παραπονούμενος επισημαίνει στο Τεκμήριο 22 πως αναμένει νέα πρόταση συνεργασίας από πλευράς τους. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν στάλθηκε νέα πρόταση (Τεκμήριο 21 μήνυμα Παραπονούμενου 4.12.2019 το οποίο αναφέρει πως δεν έχει λάβει ακόμη την πρόταση) και ο Παραπονούμενος προχώρησε με την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης.
76. Κατά την θέση του ΜΥ1 η Σύμβαση ουδέποτε ενεργοποιήθηκε υπό την έννοια ότι δεν ενεργοποιήθηκαν οι όροι που θα καθιστούσαν εργοδοτούμενο τον Παραπονούμενο αλλά ούτε και οποιοδήποτε δικαίωμα του στην καταβολή μισθού βάσει της Σύμβασης καθότι δεν εξασφαλίστηκε έγκαιρα έργο αλλά και επειδή τερματίστηκε η Σύμβαση. Ουδέποτε υπήρξε σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου και οι επαφές και επικοινωνίες που είχαν ήταν στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συνεργασίας.
77. Ο ΜΥ1 πρόσθεσε, αφού επεξήγησε τι είναι το saudiσation, ότι η Κατηγορούμενη δεν επηρεαζόταν από αυτό καθότι ήτο Κυπριακή Εταιρεία. Εξήγησε επίσης ότι η Κατηγορούμενη διατηρεί ένα ηλεκτρονικό σύστημα στο οποίο καταχωρούνται τα πλήρη στοιχεία των εργοδοτουμένων της. Ο Παραπονούμενος δεν ήταν εγγεγραμμένος στο εν λόγω σύστημα.
78. Διευκρίνισε επίσης τι εννοούσε με τον όρο «αλληλοβοήθεια». Έγινε αναφορά στην περίπτωση που ο Παραπονούμενος του ζήτησε βοήθεια για να συνεργαστεί με Κύπριους αρχιτέκτονες για ένα έργο της RTCC και ο ΜΥ1 προέβη στις συστάσεις. Επίσης, ανέφερε πως ο Παραπονούμενος ήθελε να ανοίξει δύο καφετέριες στην Κύπρο και ο Κατηγορούμενος 3 τον στήριξε με το να του παρέχει μηχανικούς που εργάζονταν στην Εταιρεία. Για αυτά δεν είχε ζητηθεί αντάλλαγμα επειδή υπήρχε μια πολύ φιλική σχέση μεταξύ των τριών.
79. Σε σχέση με τη συνάντηση 20 Φεβρουαρίου 2014 ο ΜΥ1 επεξήγησε ποιος ήταν ο σκοπός της συνάντησης (ήτοι πιθανή εξαγορά των συνεταίρων που κατείχαν και μικρό ποσοστό μετοχών) και κατέθεσε το Τεκμήριο 29 για να δείξει ότι ο Παραπονούμενος δεν ήταν ένα από τα πρόσωπα που είχαν κληθεί. Ακολούθως ανέφερε πως δεν μπορεί να αντιληφθεί για το Τεκμήριο 16 είχε προωθηθεί από τον αδελφό του στον Παραπονούμενο, ωστόσο η ώρα που αναφέρεται στο μήνυμα προς τον Παραπονούμενο προηγείται της ώρας που αναφέρεται στο μήνυμα του ΜΥ1 προς τον Κατηγορούμενο 3.
80. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ο Παραπονούμενος είχε πολλές γνωριμίες στη ΣΑ. Δεν γνωρίζει αν ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος στην SSCL και στη δήλωση του μεταφέρει το πως παρουσίασε τον εαυτό του ο Παραπονούμενος. Ως προς την πείρα του Παραπονούμενου δεν είναι σε θέση να την αξιολογήσει δεδομένου του ότι η επαφή που είχαν ήταν αποσπασματική.
81. Επέμεινε κατά την αντεξέταση ότι η συνεισφορά του Παραπονούμενο στην εγκαθίδρυση της Κατηγορούμενης στην ΣΑ ήταν περιορισμένη. Περαιτέρω, εξήγησε τι σημαίνει «έτοιμα έργα» και εννοεί κερδοφόρα έργα και ανέφερε πως ο Παραπονούμενος τους έλεγε ότι μπορεί να φέρει έτοιμα έργα. Τόνισε ότι για να υπάρξει συνεργασία μεταξύ τους έπρεπε να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Σημείωσε ότι ο Παραπονούμενος θα πληρωνόταν μόνο με την έγκαιρη ανάθεση έργου και αυτή είναι η λογική της συνεργασίας, σίγουρα δεν μπορούσαν να προσλαμβάνουν τον οποιονδήποτε με μισθό €200.000 ετησίως μόνο με την ελπίδα ότι θα φέρει έργα. Παρέπεμψε επίσης στην παράγραφο 4(η) της Σύμβασης που αναφέρει ότι τέσσερεις μήνες μετά την ανάθεση του πρώτου έργου προκύπτει υποχρέωση πληρωμής και μόνο εάν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Πρόσθεσε ότι αν πληρούνταν οι προϋποθέσεις θα υπογραφόταν νέα σύμβαση με την LBKSA.
82. Ο ΜΥ1 διευκρίνισε ότι ο Παραπονούμενος μέχρι την εξασφάλιση του πρώτου έργου δεν θα ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης και ότι στην ουσία θα ήταν εξωτερικός συνεργάτης. Εξήγησε επίσης ότι την περίοδο εκείνη μέχρι την εξασφάλιση έργου δεν θα έπρεπε να ασκεί τις εργασίες που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Τεκμηρίου 9. Μέχρι την υπογραφή του πρώτου έργου ο σκοπός του ήταν στην ουσία να φέρει δουλειά / κατασκευαστικά έργα.
83. Υποβλήθηκε, μεταξύ άλλων, στον Κατηγορούμενο 2 ότι:
83.1 Η εργοδότηση του Παραπονούμενου ξεκίνησε μόλις υπογράφηκε η Σύμβαση όπως αναφέρεται και στην παράγραφο 1 αυτής, υποβολή με την οποία διαφώνησε ο ΜΥ1. Επέμεινε ότι ο διορισμός γίνεται όταν ανατεθεί έργο στην Εταιρεία. Ανέφερε ότι πρέπει η Σύμβαση να αναγνωσθεί ολόκληρη για να αντιληφθεί ο αναγνώστης την εμπορική λογική αυτής. Στην ουσία η Σύμβαση προνοεί για τρεις διαφορετικές φάσεις, η πρώτη από την υπογραφή μέχρι την εξασφάλιση έργου που δεν είναι εργοδοτούμενος, η δεύτερη από την εξασφάλιση έργου μέχρι και 4 μήνες μετά και η τρίτη που πλέον είναι εργοδοτούμενος αλλά στην LBKSA.
83.2 Ο Παραπονούμενος έπρεπε να εκτελεί τα καθήκοντα του από την ημέρα υπογραφής της Σύμβασης. Επίσης διαφώνησε ο ΜΥ1.
83.3 Από τη στιγμή που ο τίτλος του Τεκμηρίου 9 είναι Συμφωνία Εργοδότησης, προνοείται μισθός, καθήκοντα κλπ. δεν συνάδει με το ότι είναι συμφωνία υπό προϋποθέσεις. Ο ΜΥ1 επέμεινε ότι το Τεκμήριο 9 θέτει τις προϋποθέσεις για μια μελλοντική συμφωνία. Μπορεί η περιγραφή του να μην ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο της Σύμβασης αλλά πρόκειται για μια συνηθισμένη συμφωνία για success fee.
83.4 Ότι ο Παραπονούμενος είχε φέρει έργα. Ο ΜΥ1 διαφώνησε λέγοντας ότι δεν είχε φέρει κανένα έργο.
83.5 Στο Τεκμήριο 22 στις χειρόγραφες σημειώσεις που ο ΜΥ1 αναγνώρισε ως δικές του ο λόγος για τον οποίο σημείωσε 0.35% σε σχέση με το Riyadh Housing Project είναι επειδή το έργο το έφερε ο Παραπονούμενος. Ο ΜΥ1 διαφώνησε και ανέφερε ότι σίγουρα η αξία του εν λόγω έργου δεν ήταν 150 εκατομμύρια όπως αναγράφεται στις σημειώσεις αλλά μόνο 9-10 εκατομμύρια. Πρόκειται για υπολογισμούς και εκείνη τη στιγμή το έργο δεν υπήρχε καν.
83.6 Ως προς τον όρο 4(η) υποβλήθηκε ότι με τον όρο πακέτο ωφελημάτων αφορά μόνο έξοδα διαμονής και εισιτήρια. Ο ΜΥ1 διαφώνησε και ανέφερε πως αφορά και το μισθό.
83.7 Ως προς το ότι ανατίθεντο εργασίας στον Παραπονούμενο τόσο πριν όσο και μετά τον υποτιθέμενο (κατά τον Παραπονούμενο) τερματισμό της Σύμβασης ο ΜΥ1 διαφώνησε και επέμεινε ότι επρόκειτο για φιλική και αποσπασματική αλληλοβοήθεια.
83.8 Ο Παραπονούμενος απαίτησε τους μισθού του, ισχυρισμό τον οποίο ο ΜΥ1 απέρριψε. Ανέφερε ότι κανένας σώφρων άνθρωπος που του χρωστούν €200.000 ή €1.000.000 όσο πλούσιος και να είναι δεν θα παραλείψει να απαιτήσει τους μισθούς του. Ο Παραπονούμενος δεν απαίτησε ποτέ μισθό επειδή ακριβώς δεν είχε λάβει μισθό.
83.9 Δεν είναι λογικό να ξεχάστηκε η συμφωνία με ένα πρόσωπο (τον Παραπονούμενο) ο οποίος έφερνε το 50% του τζίρου τους. Ο ΜΥ1 απάντησε ότι δεν ισχύει αυτό, ο Παραπονούμενος δεν τους έφερε το 50% του τζίρου και σε κάθε περίπτωση ούτε και ο ίδιος επέμεινε να υπογραφεί άλλη συμφωνία το 2013.
83.10 Αποδέχθηκαν ότι του οφείλουν μισθούς και ζητούσαν χρόνο εκμεταλλευόμενοι την καλοσύνη του. Ο Κατηγορούμενος 2 απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό αναφέροντας ότι δεν ετίθετο θέμα μισθού. Μόνο τις €10.000 του είχαν δώσει χαριστικά την περίοδο που αντιμετώπιζε ένα ιατρικό πρόβλημα.
84. Η θέση του μάρτυρα ήταν ότι ακόμα και στην περίπτωση που δεν έφερνε έργο ο Παραπονούμενος θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί η Σύμβαση (σελ. 10, πρακτικά ημερ. 19.06.2024).
85. Ο ΜΥ1 απάντησε σε σχέση με τον όρο 4 (στ) της Σύμβασης ότι δεν υπάρχει αυτόματος τερματισμός και θα πρέπει να τερματίσει ο εργοδότης. Εν προκειμένω, αποφασίστηκε ο τερματισμός της Σύμβασης, ο Παραπονούμενος ενημερώθηκε προφορικά και ακολούθως γραπτώς (Τεκμήριο 37).
86. Σε σχέση με την τρίτη παράγραφο του όρου 5 αναφορικά με επαναδιαπραγμάτευση στην περίπτωση αποτυχίας εξασφάλισης έργου εντός 6 μηνών ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν έγινε διαπραγμάτευση μετά τους 6 μήνες
87. Ως προς το Τεκμήριο 13 και την αναφορά στο μήνυμα ημερ. 03.09.2013 σε αυτόματο τερματισμό ο ΜΥ1 διευκρίνισε ότι εννοούσε ακύρωση της Σύμβασης. Η αναφορά στη Σύμβαση που ακυρώθηκε αφορά το ότι θα χρησιμοποιείτο ως βάση. Αναφορικά με τις προβλέψεις στο ίδιο μήνυμα κάτω από την παράγραφο 4 ο ΜΥ1 ανέφερε ότι βασίστηκαν πάνω σε προβλέψεις του Παραπονούμενου και γι’ αυτό αναφέρεται πως είναι χωρίς δέσμευση.
88. Αντεξέταστηκε επίσης σε σχέση με τις συστάσεις Κυπρίων αρχιτεκτόνων και υποβλήθηκε ότι αποτελούσε ανάθεση εργασίας προς τον κύριο Βολίδη. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε και επεξήγησε τη θέση του.
89. Σε σχέση με μέρος του έργου KAP4 (ένα τεράστιο αναπτυξιακό έργο στη ΣΑ) υποβλήθηκε ότι η εταιρεία είχε πάρει μέρος του έργου μέσω επαφών του Παραπονούμενου με τον Mashnouk ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τις προσφορές στην RTCC. O MY1 δέχθηκε ότι ο Παραπονούμενος ήταν γνωστός αρκετά χρόνια με τον κο Mashnouk, επίσης δέχθηκε ότι είχε ανατεθεί στην Εταιρεία ένα μέρος του KAP 4. Διαφώνησε ωστόσο με την υποβολή ότι το έργο αυτό το έλαβαν μέσω επαφών του Παραπονούμενου με τον κο Mashnouk. Ωστόσο δέχθηκε ότι ζητήθηκε από τον κύριο Βολίδη να μιλήσει στον Mashnouk για δύο έργα ήτοι το KAP4 και το Riyadh Housing Project.
90. Στις 26.06.2024 η αντεξέταση του ΜΥ1 συνεχίστηκε με την παρουσίαση διαφόρων ηλεκτρονικών μηνυμάτων και την κατάθεση τους ως Τεκμήρια προς Αναγνώριση 3 - 9, με τον ΜΥ1 να μην θυμάται το περιεχόμενο των μηνυμάτων ή αν τα είχε λάβει ή ανταλλάξει και την πλευρά του Παραπονούμενου να του υποβάλλει ότι σε αυτά φαίνεται η ανάθεση εργασιών στον Παραπονούμενο. Ο ΜΥ1 ανέφερε επανειλημμένα ότι τα έγγραφα αυτά έχουν ημερομηνίες πριν 12 χρόνια, δεν μπορεί να θυμηθεί τι είχε γίνει. Σε κάθε περίπτωση αρνήθηκε ότι από αυτά προκύπτει ότι ήταν εργοδοτούμενος ο Παραπονούμενος. Πρόσθεσε ότι εάν εκτελούσε τα καθήκοντα τα οποία προνοούνταν στην Σύμβαση ο ρόλος του θα ήταν τεχνοκρατικός και θα έκανε ο ίδιος αυτά τα οποία στα μηνύματα φαίνεται ότι έκανε ο ίδιος ο ΜΥ2.
91. Ο Κατηγορούμενος 2 σε πάρα πολλά σημεία της μακράς αντεξέτασης του επανέλαβε ότι δεν ανέθεταν εργασίες στον Παραπονούμενο και προκύπτει από την αλληλογραφία ότι δεν του έθεταν προθεσμίες ή παραδοτέα. Εάν του ζητούσαν κάτι ήταν στο πλαίσιο της φιλικής τους σχέσης όχι στο πλαίσιο σχέσης εργοδότησης.
92. Επιπρόσθετα, υποβλήθηκε ότι ως προκύπτει από τη Σύμβαση καμία αμφιβολία δεν είχαν οι Κατηγορούμενοι ως προς τις ικανότητες του Παραπονούμενου. Ο Κατηγορούμενος 2 διαφώνησε και ανέφερε πως αν δεν υπήρχαν επιφυλάξεις δεν θα υπήρχε δοκιμαστική περίοδος ως προβλέπεται στη Σύμβαση. Ο Κατηγορούμενος 2 κατά τις τελικές υποβολές στην αντεξέταση του σημείωσε ότι επρόκειτο για συμφωνία μελλοντικής εργοδότησης, και δεν νοείται εργοδότηση χωρίς μισθό κατά την θέση του.
iv. ΜΥ2 – Κατηγορούμενος 3
93. Ο Κατηγορούμενος 3 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Γ). Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι το 2009 η Κατηγορούμενη ξεκίνησε τα πρώτα της βήματα στη ΣΑ με σκοπό την επέκταση της η οποία θα λάμβανε χώρα μέσω της σύστασης της LBKSA. Πριν τη σύσταση της LBKSA είχε ο ίδιος προβεί σε επαφές με διάφορα πρόσωπα τα οποία δραστηριοποιούνταν στον οικοδομικό τομέα, δεδομένου του ότι ήταν ο ίδιος ο οποίος είχε αναλάβει την επέκταση στη ΣΑ. Ο Κατηγορούμενος 2 σε εκείνο το στάδιο λάμβανε τυπική ενημέρωση.
94. Προσέλαβαν τον Κώστα Ανδρονίκου ο οποίος ήταν διευθυντής της εταιρείας ειδικά για να επιτευχθεί η σκοπούμενη επέκταση και είχε σημαντική συνεισφορά στη δημιουργία επαφών. Το ίδιο και ο Ali και ο Johny. Μαζί με τους προαναφερόμενους εργάστηκαν σκληρά για να δημιουργηθούν σχέσεις με πρόσωπα και εταιρείες. Κατέθεσε προς τούτο το Τεκμήριο 34 και επεξήγησε τι αφορούσε το κάθε μήνυμα. Σημειώνω πως μέσα στα ηλεκτρονικά μηνύματα υπάρχει και αλληλογραφία με την RTCC το 2009 και συγκεκριμένα με τον κ. Mashnouk καθώς και κάποιον Aladdin.
95. Περί τα τέλη του 2009 ο Παραπονούμενος προσέγγισε τον Ανδρονίκου και του ανέφερε ότι είχε πολλές διασυνδέσεις στην ΣΑ και μπορεί να βοηθήσει. Ο Ανδρονίκου απέστειλε το μήνυμα το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 35 προς τον Κατηγορούμενο 3 και τον πληροφόρησε για αυτό αναφέροντας ότι ο Παραπονούμενος «μάλλον κκομισιαδώρος θα είναι !!». Ως αποτέλεσμα, ο Κατηγορούμενος 3 γνωρίστηκε με τον Παραπονούμενο.
96. Αναφέρει ο Κατηγορούμενος 3 ότι ο Παραπονούμενος παρουσίασε τον εαυτό του ως μόνιμο υπάλληλο και υψηλό στέλεχος της SSCL αλλά και πρόσωπο το οποίο διέθετε μεγάλη πείρα και σημαντικές διασυνδέσεις στον οικοδομικό τομέα της ΣΑ. Εξήγησε στον ίδιο και στον αδελφό του ότι έκανε και δουλειές στο πλάι δεδομένου του ότι είχε σημαντικές διασυνδέσεις και στην ουσία ενεργούσε ως μεσάζων για σκοπούς εξασφάλισης κατασκευαστικών έργων παίρνοντας ως αντάλλαγμα ποσοστό προμήθειας.
97. Τους πρώτους μήνες γνωριμίας τους όταν ακόμη εξερευνάτο το ενδεχόμενο επίσημης επαγγελματικής συνεργασίας, ο Παραπονούμενος βοηθούσε με κάποια ζητήματα παρέχοντας γενική καθοδήγηση και διευκολύνσεις. Έδειχνε πρόθυμος να τους βοηθήσει για να τους πείσει ως προς τις ικανότητες του και να φανεί χρήσιμος με απώτερο σκοπό την επίτευξη επαγγελματικής συνεργασίας. Ωστόσο, η επαφή του Παραπονούμενου με θέματα που αφορούσαν την εταιρεία ήταν μεμονωμένη και αποσπασματική. Υπήρχε επαφή αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό για να θεωρείται ότι αναμίχθηκε με ουσιαστικό τρόπο στην επέκταση της Κατηγορούμενης στη ΣΑ. Η ουσιαστική δουλειά για την επέκταση και εγκατάσταση αναφέρει, έγινε από τον Ανδρονίκου τον οποίο είχαν προσλάβει ειδικά για αυτό, τον Ali και τον Johnny καθώς και από τα μέλη της ομάδας της Κατηγορούμενης στην Κύπρο. Κατά τον Κατηγορούμενο 3 αυτοί έστησαν την επιχείρηση στη ΣΑ. Προς τούτο κατέθεσε τα Τεκμήρια 36 Α (προσωπικό και βίζες), 36Β (οργάνωση γραφείου) και 36Γ (έργα) τα οποία κατά τον μάρτυρα επιμαρτυρούν την ουσιαστική και καθοριστική συνεισφορά των προαναφερόμενων προσώπων και την έλλειψη ουσιαστικής εμπλοκής του Παραπονούμενου. Επίσης, αρκετές διαδικασίες σε σχέση με την επέκταση είχαν τροχοδρομηθεί πριν καν εμφανιστεί ο Παραπονούμενος.
98. Η αρχική επαφή με τον κ. Βολίδη αφορούσε επαγγελματικούς σκοπούς ωστόσο με την πάροδο του χρόνου διαμορφώθηκε μια σχέση φιλίας μεταξύ τους. Ο Παραπονούμενος ήταν ιδιαίτερα φιλικός και έδειχνε ότι πραγματικά ήθελε να τους βοηθήσει να πετύχουν.
99. Αφού συστάθηκε η LBKSA ξεκίνησαν να σκέφτονται περισσότερο το ενδεχόμενο επίτευξης επίσημης συνεργασίας με τον κ. Βολίδη. Τους επιβεβαίωνε συνεχώς ότι είχε «έτοιμα» έργα τα οποία ήταν βέβαιος πως θα εξασφάλιζε μέσω των διασυνδέσεων που διέθετε. Συνεπώς, ζητούσε να υπογραφεί επίσημη συμφωνία συνεργασίας με την Κατηγορούμενη που θα προνοούσε ένα ολοκληρωμένο πακέτο που περιελάμβανε σταθερές υψηλές ετήσιες απολαβές, ποσοστό επί κατασκευαστικών έργων και άλλα προνόμια.
100. Λόγω της φύσης του πακέτου απολαβών ο Κατηγορούμενος ξεκαθάρισε στον κ. Βολίδη πως θα έπρεπε να εργαζόταν αποκλειστικά στην Κατηγορούμενη και να εκτελεί ένα μεγάλο φάσμα εργασιών. Για να δικαιολογείται το ύψος των απολαβών και η διευθυντική θέση έπρεπε να υπάρχει καθημερινή και αποκλειστική αφοσίωση στην Κατηγορούμενη όρο τον οποίο αποδέχθηκε ο Παραπονούμενος. Ενόψει του ότι οι Κατηγορούμενοι είχαν τις επιφυλάξεις τους πρότειναν στον Παραπονούμενο μια μορφή συνεργασίας υπό προϋποθέσεις με προοπτική μελλοντικής εργοδότησης.
101. Στις 09.05.2010 απέστειλε στον Παραπονούμενο το Τεκμήριο 7 το οποίο περιείχε τα σημεία επί των οποίων θα εδράζετο η συνεργασία τους και τα οποία καταδεικνύουν ότι η εξασφάλιση έργου αποτελούσε καθοριστική προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της εργοδότησης του. Έλαβαν χώρα περαιτέρω διαπραγματεύσεις οι οποίες κατέληξαν στην υπογραφή του Τεκμηρίου 9 την 01.072010. Η Σύμβαση υιοθετούσε το σκεπτικό το οποίο απέρρεε από τα σημεία που περιλαμβάνονταν στο Τεκμήριο 7.
102. Η υπογραφή της Σύμβασης δεν επέφερε οποιαδήποτε αλλαγή στην ήδη υπάρχουσα σχέση ευρύτερης συνεργασίας η οποία υφίστατο μεταξύ των μερών. Η επαφή και ανάμιξη του Παραπονούμενου στην Κατηγορούμενη παρέμεινε απομακρυσμένη και αποσπασματική με τον Παραπονούμενο να μην έχει ουσιαστική και συστηματική εμπλοκή στην επέκταση, εγκατάσταση και καθημερινή λειτουργία της Εταιρείας στη ΣΑ και χωρίς να αναλάβει οποιοδήποτε ρόλο στην Εταιρεία.
103. Το ότι ο Παραπονούμενος ουδέποτε κατέστη εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης επιβεβαιώνεται και από το ότι ουδέποτε εγκαταστάθηκε στα γραφεία της στη ΣΑ, εργαζόταν στην SSCL και ήταν εγκατεστημένος στα γραφεία της. Η μη ενεργοποίηση της Σύμβασης φαίνεται επίσης και από το ότι δεν εγγράφηκε πουθενά ως εργοδοτούμενος της Εταιρείας, ούτε στην Κύπρο ούτε στη ΣΑ. Λόγω του συστήματος διαχείρισης ποιότητα ISO της Κατηγορούμενης υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία για την πρόσληψη και εγγραφή εργοδοτούμενου. Οι διαδικασίες είναι καταγεγραμμένες (Τεκμήριο 39) και όταν προσλαμβάνεται ένα πρόσωπο καταχωρούνται διάφορες πληροφορίες σε σχέση με τον εργοδοτούμενο στο αρχείο της Εταιρείας. Ο Παραπονούμενος δεν είναι καταγεγραμμένος ως υπάλληλος της Εταιρείας είναι όμως στον κατάλογο με συνεργάτες της Εταιρείας. Επισημαίνει επίσης ότι η Εταιρεία ως Κυπριακή εταιρεία δεν επηρεάζετο από ζητήματα saudisation και η οικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης τα πρώτα χρόνια δραστηριοποίησης της στη ΣΑ ήταν πολύ καλή. Εξάλλου γι’ αυτό επιδιώχθηκε και η επέκταση στη ΣΑ.
104. Τον Ιούλιο του 2011 ο Παραπονούμενος τον ενημέρωσε ότι αντιμετώπιζε κάποια προβλήματα υγείας και θα μετέβαινε στο Ηνωμένο Βασίλειο για να υποβληθεί σε επέμβαση. Ως εκ τούτου, θα απουσίαζε για κάποιο χρονικό διάστημα από τη ΣΑ. Ο Κατηγορούμενος 3 αναφέρει ότι μέχρι εκείνο το σημείο ο Παραπονούμενος δεν απέδειξε οποιαδήποτε ικανότητα εξασφάλισης κατασκευαστικών έργων. Επιπρόσθετα, η LBKSA μέχρι εκείνο το σημείο δεν είχε εξασφαλίσει οποιοδήποτε κατασκευαστικό έργο στη ΣΑ. Με αυτά τα δεδομένα, σε συνδυασμό με το πρόβλημα υγείας του Παραπονούμενου αποφασίστηκε ο τερματισμός της Σύμβασης. Ενημέρωσε τον Παραπονούμενο αρχικά προφορικώς (μέσω τηλεφώνου) για την απόφαση η οποία λήφθηκε για τερματισμό της συνεργασίας τους και ακολούθως γραπτώς με ηλεκτρονικό μήνυμα στις 27.07.2011. Αντίγραφο του μηνύματος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 37.
105. Κατά τον μάρτυρα λόγω της μη εξασφάλισης έργου στη ΣΑ εντός της περιόδου των 6 μηνών αλλά και της διακοπής της συνεργασίας δεν οφειλόταν οποιοδήποτε ποσό προς τον Παραπονούμενο με βάση το Τεκμήριο 9. Ούτε και ο Παραπονούμενος απαίτησε και έλαβε οποιοδήποτε ποσό με βάση το Τεκμήριο 9. Το μοναδικό ποσό που καταβλήθηκε προς τον Παραπονούμενο ήταν αυτό των €10.000 περί τα τέλη Ιουλίου 2010 όταν αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Ζητήθηκε από τους Κατηγορούμενους να τον στηρίξουν οικονομικά, κάλεσμα στο οποίο ανταποκρίθηκαν λόγω της φιλίας τους.
106. Το ότι δεν ήτο εργοδοτούμενος κατά τον Κατηγορούμενο 3 τεκμηριώνεται και από το μήνυμα ημερ. 24.07.2011 από το λογιστή της Κατηγορούμενης προς τον Παραπονούμενο (Τεκμήριο 19) το οποίο σχετίζεται με την προαναφερόμενη πληρωμή.
107. Οι φιλικές σχέσεις των μερών διατηρήθηκαν και μετά από τον τερματισμό της Σύμβασης όπως και η σχέση μιας ευρύτερης συνεργασίας σε σχέση με επαγγελματικά ζητήματα. Ωστόσο, η επαφή και επικοινωνία σε σχέση με επαγγελματικά ζητήματα δεν ήταν συστηματική και πάντοτε στηριζόταν στη φιλία τους και στη θέση των δύο πλευρών για αλληλοβοήθεια χωρίς να ζητείται κάποιο αντάλλαγμα. Δεν ήταν στο πλαίσιο εργοδότησης και αυτό επιβεβαιώνεται από το ότι ο Παραπονούμενος συνέχισε να εργάζεται στην SSCL.
108. Στα πλαίσια της ευρύτερης συνεργασίας είχαν οι Κατηγορούμενη επαφή και με τον Emad Ezeldin ο οποίος ήταν κάτω από τον Παραπονούμενο στην SSCL. Τύγχανε να του ζητήσει ο Παραπονούμενος να τους διευκολύνει και το έπραττε λόγω της φιλικής σχέσης μεταξύ τους.
109. Το Νοέμβριο του 2011 η LBKSA εξασφάλισε το πρώτο της έργο στη ΣΑ από τη Nesma & Partners Contracting Company μετά από επαφές και γνωριμίες των Κατηγορούμενων στο Young Presidents Association στη ΣΑ. Ο Παραπονούμενος καμία ανάμιξη δεν είχε στην εξασφάλιση του έργου. Με την πάροδο του χρόνου εξασφαλίστηκαν και άλλα έργα αλλά κανένα από αυτά δεν εξασφαλίστηκε λόγω του Παραπονούμενου.
110. Τον Ιούλιο του 2013 ξεκίνησε μια συζήτηση μεταξύ του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου 2 για νέα επίσημη συνεργασία. Η συζήτηση προχώρησε με τον Παραπονούμενο να παρουσιάζει της προβλέψεις του στον Κατηγορούμενο 2 και να ζητά επίσημη συνεργασία. Εξ όσων πληροφορήθηκε ο Κατηγορούμενος 3 συζητήθηκε και ο τερματισμός της Σύμβασης καθώς και το γεγονός ότι αυτή είχε ξεπεραστεί λόγω των περιστάσεων. Η Σύμβαση θα χρησιμοποιείτο όμως ως βάση στο σκεπτικό νέας συνεργασίας που θα προτίθετο. Ο Κατηγορούμενος 2 απέστειλε ηλ. μήνυμα προς τον Παραπονούμενο καταγράφοντας τα δεδομένα ως αυτά είχαν συζητηθεί μεταξύ τους αλλά και τη βάση του νέου σκεπτικού επίσημης μελλοντικής συνεργασίας στις 03.09.2013 (Τεκμήρια 13 και 22). Δεν επρόκειτο περί τροποποίησης καθότι η Σύμβαση είχε τερματιστεί προ πολλού και αυτό επιβεβαιώνεται από το λεκτικό του μηνύματος 03.09.2013 των Τεκμήριων 13 και 22.
111. Τον Ιανουάριο του 2014 συζητήθηκε περαιτέρω το ζήτημα. Ξεκαθαρίστηκε στον Παραπονούμενο πως το ζήτημα έπρεπε να συζητηθεί με τους συνεταίρους στην εταιρεία και θα υπήρχε συνάντηση τον Φεβρουάριο του 2014. Όντως έλαβε χώρα συνάντηση τον Φεβρουάριο του 2024. Δεν ήταν παρών ο Παραπονούμενος. Μετά από τη συνάντηση το ζήτημα της επίσημης συνεργασίας δεν συζητήθηκε περαιτέρω.
112. Ο Κατηγορούμενος 3 αναφέρθηκε σε παραδείγματα αλληλοβοήθειας. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι το 2018 ο Παραπονούμενος του έστειλε το προσχέδιο της επιστολής παραίτησης την οποία θα απέστελλε στην SSCL για να του πει τις απόψεις του και να τον βοηθήσει στη σύνταξη της καθότι γνώριζε πως είχε μεταπτυχιακό στη νομική. (Τεκμήριο 38). Περαιτέρω κατέθεσε μια ογκώδη δέσμη εγγράφων που περιλαμβάνει αλληλογραφία και έγγραφα σχετικά με τη βοήθεια η οποία εδίδετο στον Παραπονούμενο από τους κατηγορουμένους, σε σχέση με τη δημιουργία caf? στην Κύπρο (Τεκμήριο 40). Εξήγησε τη βοήθεια που παρείχαν στον Παραπονούμενο σε σχέση με αυτό το ζήτημα.
113. Τον Ιανουάριο του 2019 κατά τον Κατηγορούμενο 3, εντελώς απρόσμενα, ο Παραπονούμενος επικοινώνησε μαζί του ζητώντας του να του «κανονίσει ένα ποσό» (Τεκμήριο 21). Ο Κατηγορούμενος 3 αναφέρει ότι θεώρησε το μήνυμα προσβλητικό και παράλογο καθότι ο Παραπονούμενος γνώριζε πολύ καλά ότι δεν δικαιούτο σε οποιοδήποτε ποσό από την πλευρά τους και αποφάσισε να μην απαντήσει καθόλου στο μήνυμα. Εννέα μήνες αργότερα ο Παραπονούμενος επικοινώνησε με τον αδελφό του τηλεφωνικώς και μέσω μηνυμάτων (Τεκμήριο 21) και τη ζήτησε να συναντηθούν. Ο Παραπονούμενος επανήλθε με εισηγήσεις για νέα πρόταση από πλευράς των Κατηγορούμενων για επίσημη συνεργασία. Ο αδελφός του είπε στον Παραπονούμενο πως θα εξετάσει το ζήτημα και θα επανέλθει σε σχέση με το είδος της πρότασης που θα μπορούσε να γίνει.
114. Το Νοέμβριο του 2019 έλαβε χώρα συνάντηση μεταξύ του Παραπονούμενου και των Κατηγορούμενων 2 και 3. Ο Κατηγορούμενος 3 ανέφερε πως ξεκαθάρισε τη θέση του ότι δεν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό. Συζήτησαν επίσης τον τερματισμό της συνεργασίας τους - της Σύμβασης – τα όσα προνοούνταν σε αυτήν αλλά και το ότι οι επαγγελματικές επαφές που είχαν ακολουθήσει γίνονταν πάντα στα πλαίσια μιας σχέσης μιας ευρύτερης συνεργασίας βασιζόμενη σε μια μακροχρόνια σχέση φιλίας. Ο κύριος Βολίδης συμφώνησε με τα όσα αναφέρθηκαν και δεν ασχολήθηκε περαιτέρω με το ζήτημα αυτό. Η συζήτηση ακολούθως επικεντρώθηκε στην επιθυμία του να συνεργαστεί ξανά με την εταιρεία τους σε επίσημη βάση και στο ότι θα ανέμενε πρόταση από πλευράς τους προς τούτο.
115. Ο Παραπονούμενος απέστειλε το Τεκμήριο 22 στο οποίο ανέφερε ότι είχαν επιλυθεί τα θέματα που θεωρούσε ότι εκκρεμούσαν. Κατά τον Κατηγορούμενο 3 στην επόμενη παράγραφο ο Παραπονούμενος παραπέμπει στην προηγούμενη αλληλογραφία σε σχέση με πρόταση που είχε γίνει για εργοδότηση και επισημαίνει ότι αναμένει νέα πρόταση από πλευράς των Κατηγορούμενων. Οι Κατηγορούμενοι δεν έστειλαν νέα πρόταση στον κύριο Βολίδη.
116. Στη δήλωση του ο Κατηγορούμενος 3 κλείνει με το ότι κατά την άποψη του δεν ενεργοποιήθηκαν οι όροι της Σύμβασης που θα καθιστούσαν τον κύριο Βολίδη εργοδοτούμενο. Οι επαφές τους και επικοινωνίες εδράζονταν αποκλειστικά σε μια σχέση ευρύτερης συνεργασίας. Περαιτέρω η μη έγκαιρη εξασφάλιση έργου σε συνδυασμό με τερματισμό της Σύμβασης σημαίνει ότι δεν ενεργοποιήθηκε η οποιαδήποτε υποχρέωση για καταβολή οποιουδήποτε ποσού.
117. Ο Κατηγορούμενος 3 περαιτέρω τόνισε ότι η Σύμβαση έχει μια σειρά από προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να πληρούνται για να ενεργοποιηθεί. Δεν θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί η Σύμβαση χωρίς την ύπαρξη έργου καθότι δεν θα το άντεχε το σύστημα της Εταιρείας.
118. Κατά την αντεξέταση του, η οποία σημειώνω ότι διήρκησε τέσσερεις δικασίμους, στο πλαίσιο σχετικής ερώτησης ο Κατηγορούμενος 3 ανέφερε ότι όντως στην πορεία επιβεβαίωσε ότι ο Παραπονούμενος ήταν στέλεχος υψηλόβαθμο της SSCL. Για το κατά πόσον διέθετε σημαντικές διασυνδέσεις στον κατασκευαστικό τομέα διαφάνηκε στην πορεία ότι δεν διέθετε τα στοιχεία τα οποία ήθελαν οι Κατηγορούμενοι. Δεν διέθετε μεγάλη πείρα σε σχέση με τα σημεία του Παραρτήματος της Σύμβασης. Ο Παραπονούμενος, πρόσθεσε, γνώριζε την κουλτούρα στη ΣΑ και ήταν Κύπριος άρα ήταν σε θέση να γεφυρώσει τις διαφορές στην κουλτούρα και μπορούσε να τους βοηθήσει σε σχέση με τη νοοτροπία στη ΣΑ. Όμως για τα περισσότερα ζητήματα του Παραρτήματος δεν είχε πείρα.
119. Αντεξετάζομενος σε σχέση με το ότι είναι αντιφατικό να είχε να συναφθεί η Σύμβαση με τον Παραπονούμενο και ακόμα να μην είχε πειστεί ο μάρτυρας σε σχέση με τις ικανότητες του, ο Κατηγορούμενος 3 επιβεβαίωσε ότι όντως έτσι είχαν τα πράγματα και αυτό αντικατοπτρίζεται στη Σύμβαση η οποία θέτει μια σειρά από προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της. Υποβλήθηκε ότι την περίοδο Δεκεμβρίου 2009 μέχρι τη σύναψη της Σύμβασης είχαν ανατεθεί πολλές εργασίες στον Παραπονούμενο υποβολή με την οποία διαφώνησε ο Κατηγορούμενος 3 επαναλαμβάνοντας στην ουσία ότι προσπαθούσε να βοηθήσει για να φανεί χρήσιμος. Δεν θεωρεί ότι τον ξεγέλασε ως προς τις ικανότητες του ωστόσο θεωρεί πως υπήρχε μια υπερβολή στο τι μπορούσε να προσφέρει.
120. Διευκρίνισε πως είχε πιστέψει τον Παραπονούμενο όταν του είπε πως έχει «έτοιμα έργα» ότι δηλαδή πίστεψε ότι το εννοούσε, ωστόσο τελικά διαφάνηκε πως δεν ίσχυε κάτι τέτοιο.
121. Υποβλήθηκε με αναφορά στο περιεχόμενο της Σύμβασης επίσης πως ο Κατηγορούμενος 3 είναι σύμβαση εργοδότησης που είχε συντάξει και είχε συμφωνήσει με τον Παραπονούμενο και όχι συμφωνία για μελλοντική εργοδότηση όπως προσπαθεί να πείσει το Δικαστήριο σήμερα. Ο Κατηγορούμενος 3 επεξήγησε το σκεπτικό και την πρόθεση των μερών απαντώντας ότι λόγω των διαφόρων προϋποθέσεων για εφαρμογή - ενεργοποίηση της Σύμβασης δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμβαση εργοδότησης αλλά μελλοντικής εργοδότησης υπό προϋποθέσεις.
122. Κατά την αντεξέταση του ο Κατηγορούμενος 3 διευκρίνισε ότι για να ενεργοποιηθεί η Σύμβαση θα έπρεπε το έργο να το εξασφαλίσει ο Παραπονούμενος. Υποβλήθηκε ότι είναι με οποιοδήποτε έργο που ενεργοποιείται είτε το έφερνε ο Παραπονούμενος είτε όχι, θέση με την οποία διαφώνησε έντονα ο Κατηγορούμενος 3 επεξηγώντας ότι δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει η Σύμβαση με οποιοδήποτε άλλο σενάριο. Έγινε επίσης διάκριση από το συνήγορο του Παραπονούμενου μεταξύ της εργοδότησης που άρχισε με την υπογραφή της Σύμβασης και της υποχρέωσης για καταβολή μισθού που αρχίζει όταν εξασφαλιστεί έργο.
123. Υποβλήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 3 συμφώνησε με τον Παραπονούμενο να συνεχίσει να εργάζεται στην SSCL, θέση με την οποία διαφώνησε ο Κατηγορούμενος 3.
124. Αντεξετάστηκε σε έκταση σε σχέση με διάφορα ηλεκτρονικά μηνύματα και υποβαλλόταν ότι ο λόγος για τον οποίο κοινοποιούντο στον κ. Βολίδη ήταν επειδή ήταν εργοδοτούμενος. Ο Κατηγορούμενος 3 κάθε φορά απέρριπτε τον ισχυρισμό αυτό. Σε ερώτηση γιατί κοινοποιήθηκε το Τεκμήριο 25 στον Παραπονούμενο εφόσον δεν ήταν εργοδοτούμενος ο μάρτυρας απάντησε ότι ήταν στα πλαίσια της φιλικής σχέσης που είχαν. Η επικεφαλής του τμήματος ανθρωπίνου δυναμικού της Κατηγορούμενης που ήταν εργοδοτούμενη ελάμβανε 200 μηνύματα την ημέρα.
125. Σε σχέση με το Τεκμήριο 37 ο μάρτυρας απάντησε ότι έστειλε το μήνυμα, δεν έκανε κάποια ενέργεια για να επιβεβαιώσει ότι στάλθηκε αλλά βρήκε το μήνυμα μέσα σε αυτά τα οποία είχαν σταλθεί και απάντησε με βεβαιότητα ότι το είχε στείλει. Απέρριψε υποβολές περί πλαστότητας ή ότι ουδέποτε το έστειλε. Περαιτέρω, απέρριψε την υποβολή ότι μετά την αποστολή του Τεκμηρίου 13 ο Παραπονούμενος του τηλεφώνησε εκνευρισμένος και τον ερώτησε γιατί αναφέρεται σε ακύρωση.
126. Παραδέχθηκε ότι ο Παραπονούμενος ήταν παρών σε ορισμένες συναντήσεις της LBKSA και ο λόγος ήταν ότι ο Παραπονούμενος ήταν Κύπριος ο οποίος έζησε πολλά χρόνια στη ΣΑ και γνώριζε πολύ καλά την κουλτούρα και τη νοοτροπία με την οποία ο Κατηγορούμενος 3 δεν ήταν εξοικειωμένος.
127. Περαιτέρω υποβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 3, μεταξύ άλλων:
127.1 Ότι ο Παραπονούμενος απαίτησε τους μισθούς του επανειλημμένα κατά τη διάρκεια των χρόνων αλλά ήταν ανεκτικός επειδή θεωρούσε φίλους του τους Κατηγορούμενους. Ο Κατηγορούμενος 3 απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό λέγοντας ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και θεωρώντας τον μάλιστα παράλογο καθότι στην περίπτωση μη καταβολής μισθών για λίγους μήνες από την SSCL ο Παραπονούμενος κινήθηκε άμεσα και εξασφάλισε απόφαση στη ΣΑ.
127.2 Σε σχέση με το Τεκμήριο 22 ότι δεν ευσταθεί και είναι κατασκεύασμα των Κατηγορούμενων ότι ο Παραπονούμενος ανέμενε πρόταση για εργοδότηση.
127.3 Ότι οι Κατηγορούμενοι το 2019 αναγνώρισαν την οφειλή τους προς τον Παραπονούμενο, θέση την την οποία επίσης απέρριψε ο Κατηγορούμενος 3. Θεωρεί ότι η αναφορά σε outstanding matters στο Τεκμήριο 22 αφορά πρόταση για συνεργασία στη βάση των παλαιότερων προτάσεων και όχι μισθούς.
127.4 Ότι η θέση του για σχέση αλληλοβοήθειας και ευρύτερης συνεργασίας χωρίς αντάλλαγμα δεν συνάδει με το Τεκμήριο 13 το οποίο δείχνει πως ο Παραπονούμενος δεν είχε τέτοια πρόθεση αλλά πρόθεση για επίσημη συνεργασίας και εργοδότηση με υψηλές απολαβές.
127.5 Ότι στον Emad Ezeldin είχε δοθεί διεύθυνση ηλ. ταχυδρομείου της εταιρείας και διεκπεραίωνε συστηματικά εργασίες για την LBKSA. Ο Κατηγορούμενος 3 ανέφερε ότι δεν μπορεί να το επιβεβαιώσει καθότι δεν θυμάται.
127.6 Ότι δεν ισχύει πως χρησιμοποιούσαν τον Παραπονούμενο για θέματα κουλτούρας όπως ανέφερε ο Κατηγορούμενος 2.
127.7 Ότι μέρος του Riyadh Airport Housing Project εξασφαλίστηκε μέσω επαφών του Παραπονούμενου. Ο λόγος για τον οποίο υπάρχει αλληλογραφία η οποία κοινοποιήθηκε στον Παραπονούμενο σε σχέση με το προαναφερόμενο έργο καθώς και σε σχέση με το KAP και KAP2E είναι επειδή ήταν έργα που είχε εξασφαλίσει ο Παραπονούμενος.
127.8 Ότι ο Παραπονούμενος δεν εξέφρασε επιθυμία για τροποποίηση του Τεκμήριου 9 αλλά ήταν ο Κατηγορούμενος 2 πράγμα το οποίο δεν δέχθηκε ο Παραπονούμενος. Ο Κατηγορούμενος 3 διαφώνησε και ανέφερε ότι μιλούσαν για εκατομμύρια και αν δεν ίσχυε ότι είχε ακυρωθεί η Σύμβαση θα έστελνε τουλάχιστον ένα μήνυμα ο Παραπονούμενος.
127.9 Ότι βρήκαν τον Παραπονούμενο που είναι καλός άνθρωπος και τον εκμεταλλεύτηκαν.
127.10 Ότι ο Παραπονούμενος ουδέποτε τους είπε πως έχει «έτοιμα έργα».
127.11 Ότι ο Παραπονούμενος είχε προβεί σε σημαντικές ενέργειες οι οποίες βοήθησαν στην επέκταση της Κατηγορούμενης στη ΣΑ.
127.12 Ότι σε όλα τα μηνύματα τα οποία απέστειλε στον Παραπονούμενο του αναθέτει εργασίες.
127.13 Ότι στο Τεκμήριο 15 φαίνεται ότι του αναθέτει εργασίες. Ο Κατηγορούμενος συμφώνησε ότι δεν αφορά θέματα κουλτούρας το Τεκμήριο 15. Όταν αναταλλάγησαν αυτά τα μηνύματα δεν είχε ενεργοποιηθεί η Σύμβαση.
127.14 Ότι δεν τερματίστηκε η Σύμβαση σε κανένα χρόνο πριν το 2017.
127.15 Ότι από το τέλος του 2011 μέχρι το τέλος του 2017 υπήρχε συνεχώς έργο υπό κατασκευή. Ο μάρτυρας διαφώνησε και ανέφερε σε διάφορες περιόδους που δεν υπήρχε έργο υπό κατασκευή και οι υπάλληλοι της Εταιρείας είχαν μετακινηθεί.
128. Ο Κατηγορούμενος 3 διαφώνησε με όλες τις πιο πάνω υποβολές επεξηγώντας τους λόγους για τη διαφωνία του.
Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ
129. Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Είχα την ευκαιρία να ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιόν μου και να παρακολουθήσω τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο.
130. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας.[3] Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.
131. Παρότι ο σταθερός λόγος και η ήρεμη συμπεριφορά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους.[4] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία.[5]
132. Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Επιπρόσθετα, οι θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
133. Έχει νομολογηθεί ότι για να καταστραφεί η αξιοπιστία ενός μάρτυρα οι αντιφάσεις πρέπει να είναι ουσιαστικές. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες μπορεί να θεωρηθεί ότι ενισχύουν την φιλαλήθεια ενός μάρτυρα καθότι δείχνουν πως δεν υπάρχει προσχειδιασμός στην εκδοχή του. [6]
134. Έχω κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7]
135. Επιπρόσθετα, όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε.[8]
136. Παράλειψη Αντεξέτασης: Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση.[9]
137. Παραπέμπω επίσης στην απόφαση του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Νικολαϊδη στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου (1999) 1 ΑΑΔ 785 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την παράλειψη αντεξέτασης και την παράλειψη της μίας πλευράς να θέσει γεγονότα στους μάρτυρες της άλλης πλευράς:
«Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης, το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπ' όψιν ισχυρισμούς επί γεγονότων που δεν τέθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς, λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράστασης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μία πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεσή της επί του σημείου.»
138. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό.[10]
139. Ωστόσο, ο κανόνας ότι η παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας να θεωρήσει ότι η αντίδικη πλευρά έχει σιωπηρώς αποδεχθεί την εκδοχή του μάρτυρα δεν είναι ούτε άκαμπτος ούτε απόλυτος. Εν πρώτοις, θα πρέπει να υπάρχει παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρα ή παράλειψη τα να τεθεί στο μάρτυρα μια ουσιώδης θέση της άλλης πλευράς. Κατά δεύτερον, με βάση την προπαρατεθείσα νομολογία καθίσταται ξεκάθαρο ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει θέση η οποία δεν τέθηκε ή να αποδεχθεί θέση επί της οποίας μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Παρατίθενται σχετικά παραδείγματα στο σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης (δεύτερη έκδοση, σελ. 721).[11]
140. Όπως αναφέρεται στο εν λόγω σύγγραμμα διαδραματίζει ρόλο και η απουσία σαφούς εξήγησης για την παράλειψη αντεξέτασης και πιο σημαντικά η παράλειψη δεν εξυπακούει άνευ ετέρου αποδοχή της μαρτυρίας δίχως αξιολόγηση. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τις σελίδες 720 – 721 του συγγράμματος:
«Έπεται ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια στην κατάλληλη περίπτωση να μη λαμβάνει υπόψη, ιδιαίτερα στην απουσία σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που, ενώ ένας των διαδίκων τη θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, παραλείπει εσκεμμένως ή αμελώς από το να τη θέσει στον αντίδικο μάρτυρα προς σχολιασμό (Ευσταθίου ν. Alpha Bank Ltd (2012) 1(B) ΑΑΔ 1682). Μολαταύτα, η παράλειψη αντεξέτασης δεν εξυπακούει ότι η μαρτυρία γίνεται άνευ ετέρου αποδεκτή στη μορφή που παρουσιάζεται και οδηγεί σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων δίχως αξιολόγηση της μαρτυρίας της άλλης πλευράς. Τουναντίον το Δικαστήριο πρέπει να προβαίνει στην αξιολόγηση των δύο εκδοχών και να καταλήγει στα δικά του συμπεράσματα [...] Μήτε η έλλειψη αντεξέτασης ισοδυναμεί με παραδοχή σε σχέση με θέματα για τα οποία δεν κατέθεσε ο μάρτυς και τα οποία απλώς δικογραφούνται [...] Παρομοίως, η μη αντεξέταση, δεν θα εξισωθεί με αποδοχή, όταν δοθούν επαρκείς εξηγήσεις για την παράλειψη, όταν έχει υποβληθεί στο μάρτυρα προηγουμένως η θέση της άλλης πλευράς, όταν η αμφισβήτηση του κρίσιμου σημείου μπορεί να συναχθεί από τη γενικότερη κατεύθυνση της αντεξέτασης του μάρτυρας σε παρεμφερείς πτυχές ή όταν η εκδοχή που παρουσιάζεται είναι απίστευτη ή απομακρυσμένη ...»
141. Τεκμήρια προς Αναγνώριση: Έχουν κατατεθεί 15 τεκμήρια προς αναγνώριση (2 -16) τα πλείστα κατά τη αντεξέταση των Κατηγορούμενων. Η νομολογία επί των τεκμηρίων τα οποία δεν έχουν αναγνωριστεί είναι ξεκάθαρη, ήτοι δεν αποτελούν «κανονικά» τεκμήρια, δεν αποτελούν μαρτυρία και συνεπώς δεν λαμβάνονται υπόψη εκτός και εάν αναγνωριστούν.[12] Η μαρτυρία ως προς το περιεχόμενο του, ήτοι οι απαντήσεις των μαρτύρων σε ερωτήσεις επί του εγγράφου προς αναγνώριση, παραμένει αδρανής και καθίσταται ενεργή όταν αναγνωριστεί.[13] Σε σχέση με το κατά πόσον οι Κατηγορούμενοι όφειλαν να αναγνωρίσουν ορισμένα έγγραφα ως η εισήγηση του συνηγόρου του Παραπονούμενου κατά την αντεξέταση τους δεδομένου του ότι οι Κατηγορούμενοι είχαν δεχθεί πως σε αυτά φαινόταν ότι ήταν είτε οι παραλήπτες είτε οι αποστολείς των μηνυμάτων, θεωρώ ότι αποτελεί ζήτημα αξιολόγησης της μαρτυρίας τους, ήτοι της αιτιολογίας την οποία έδωσαν ως προς το λόγο για τον οποίο δεν αναγνώρισαν τα εν λόγω έγγραφα, έχοντας κατά νου ότι δεν ήταν υποχρεωμένοι να τα αναγνωρίσουν. Σημειώνω ότι ο λόγος για τον οποίο επιτράπηκε η κατάθεση τους ήταν επειδή υπήρχε έστω και θεωρητικά η πιθανότητα υποβολής αιτήματος για επανακλήση του Παραπονούμενου ή/και η αντικρουστικής μαρτυρίας.
i. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ1 – Παραπονούμενου
142. Κατ’ αρχάς θέλω να ξεκαθαρίσω ότι ο Παραπονούμενος ως άνθρωπος μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Μου δόθηκε η εντύπωση πως πρόκειται για έναν εξαιρετικής ποιότητας άνθρωπο, καλοκάγαθο, καλό φίλο, ο οποίος με προθυμία βοηθά τους φίλους και συνεργάτες του πιστεύοντας ότι θα του συμπεριφερθούν με τον ίδιο τρόπο. Ήταν φανερό ότι ένιωθε αδικημένος από τη συμπεριφορά των Κατηγορούμενων, ωστόσο σε κανένα σημείο δεν φάνηκε να ενεργεί κακόπιστα ή να διακατέχεται από κακεντρέχεια.
143. Παρά τα όσα προαναφέρω, σε αυτή τη διαδικασία της αξιολόγησης της μαρτυρίας, δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Κατά την μαρτυρία του θεωρώ ότι υπέπεσε σε αντιφάσεις επί ουσιωδών ζητημάτων και παρέμειναν ορισμένα κενά τα οποία επηρεάζουν το κατά πόσο η εκδοχή του μπορεί να θεωρηθεί πιστευτή ή όχι. Η μαρτυρία του επίσης χαρακτηρίζεται από γενικότητα και ασάφεια και έλλειψη τεκμηρίωσης ισχυρισμών του η οποίοι παρατέθηκαν στη γραπτή του δήλωση.
144. Η αντεξέταση του Παραπονούμενου ήταν μακρά και σε ορισμένα σημεία επίπονη. Από την αντεξέταση διαφάνηκε ότι δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει ορισμένους από τους ισχυρισμούς τους οποίους προέβαλε στην κυρίως εξέταση του. Η εκδοχή του κλονίστηκε και σε αρκετά σημεία δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφείς και κατανοητές απαντήσεις στα ερωτήματα τα οποία τίθεντο.
145. Ο Παραπονούμενος προσπάθησε να πείσει ότι ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης με βάση τη Σύμβαση και ότι δικαιούται στα ποσά της Σύμβασης. Για τους λόγους τους οποίους θα προσπαθήσω να επεξηγήσω δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων επί των επίδικων θεμάτων.
146. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά, διαπιστώνω ότι υπέπεσε σε αντιφάσεις τις οποίες επισημαίνω ακολούθως, ότι η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ασάφεια, αοριστία, αντιφατικότητα και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή σε σχέση με τα αμφισβητούμενα θέματα.
147. Εν πρώτοις, πρέπει να αναφερθεί ότι προκαλεί εντύπωση το ότι ο Παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι εργοδοτήθηκε στην Κατηγορούμενη από το 2010 μέχρι και το 2017, ήτοι για επτά συναπτά έτη, χωρίς να λάβει τους μισθούς του. Περαιτέρω, δεν παρουσίασε τίποτε το οποίο να δείχνει ότι ζήτησε τους μισθούς του μεταξύ του 2010 και του 2017 όταν κατά τον ισχυρισμό του ήταν εργοδοτούμενος στην Κατηγορούμενη. Η ανυπαρξία απαίτησης για μισθούς μέσα σε αυτήν την μεγάλη χρονική περίοδο, εκτός από το ότι προκαλεί εντύπωση, καθιστά την εκδοχή του λιγότερο πειστική. Την ίδια στιγμή με βάση το Τεκμήριο 42 φαίνεται να δίδει επιστολή παραίτησης τον Απρίλιο του 2018 από την εργασία του στην SSCL επειδή παρέμεινε απλήρωτος για τέσσερεις μήνες.
148. Το μόνο ποσό το οποίο καταβλήθηκε σε αυτόν είναι κατά την δική του εκδοχή ένα ποσό ύψους €35.0000 (€10.000 καταβλήθηκαν το 2011 ενώ το υπόλοιπο ποσό σε διαφορετικά διαστήματα χωρίς όμως να διευκρινίζεται πότε και υπό ποιες περιστάσεις και χωρίς τεκμηρίωση) ενώ αξιώνει ένα ποσό πέραν του €1.000.000 ως μισθούς για την εν λόγω περίοδο.
149. Ο Παραπονούμενος δεν προσκόμισε μαρτυρία αλλά ούτε και ανέφερε ότι διαμαρτυρήθηκε για την παράλειψη καταβολής των μισθών του κατά τη διάρκεια της περιόδου εργόδότησης του και κατά τη θέση του συνέχισε να εργάζεται στην Κατηγορούμενη για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, στην ουσία, αμισθί. Έστω και αν ο Παραπονούμενος διατηρούσε την εργασία του στην SSCL και ενδεχομένως να είχε κάποια οικονομική άνεση, η θέση ότι ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης συγκρούεται με την ανθρώπινη εμπειρία, δεν συμβαδίζει με την κοινή λογική και εν γένει στερείται πειστικότητας.
150. Από την ίδια την εκδοχή του ως τίθεται στο Έγγραφο Α προκύπτουν ορισμένες σημαντικές αντιφάσεις όταν το περιεχόμενο της συγκριθεί με το περιεχόμενο των εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια:
150.1 Για παράδειγμα στη σελίδα 3 του Εγγράφου Α με τον τρόπο που είναι διατυπωμένη δίδεται η εντύπωση πως υποβλήθηκαν προσφορές για κατασκευαστικά έργα. Ωστόσο τα Τεκμήρια 2 – 5 δεν αποτελούν υποβολή προσφοράς αλλά στην ουσία εκδήλωση ενδιαφέροντος για συμμετοχή σε διαδικασίες διαγωνισμών στο μέλλον.
150.2 Όσον αφορά τα έγγραφα τα οποία αποτελούν το Τεκμήριο 6, τα οποία κατατέθηκαν ενδεικτικά για να διαφανεί η εμπλοκή του Παραπονούμενου κατά την περίοδο Δεκέμβριος 2009 – Ιούλιος 2010: Αντιλαμβάνομαι ότι είναι ενδεικτικά που παρουσιάστηκαν, ωστόσο δεν προκύπτει η εμπλοκή του Παραπονούμενου σε επαφές με εργοληπτικές εταιρείες για σκοπούς λήψης υπεργολαβιών, ή ο έλεγχος συμβολαίων, ή ακόμα και στην επίπλωση των γραφείων της Κατηγορούμενης. Στο ένα έγγραφο του ζητήθηκε να μεταφράσει ένα έγγραφο, σε άλλο μήνυμα ζητήθηκαν τα σχόλια του σε σχέση με το περιεχόμενο ενός μηνύματος, ενώ σε άλλο μήνυμα ερωτάται το κατά πόσον γνωρίζει κάποιον που εκτυπώνει επιστολόχαρτα και κάρτες – γραφική ύλη. Γενικότερα το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 δεν συνάδει με τα όσα αναφέρει ο Παραπονούμενος στη σελίδα 4 του Εγγράφου Α.
150.3 Σε σχέση με την δεύτερη παράγραφο της σελίδας 4 του Εγγράφου Α και την επαγγελματική κάρτα (Τεκμήριο 8) του Παραπονούμενου «ως εργαζόμενος στην Εταιρεία LB» υπάρχει αντίφαση μεταξύ του περιεχομένου της εν λόγω παραγράφου και του Τεκμήριου 8 δεδομένου του ότι αποτελεί προσχέδιο κάρτας της Lois Builders KSA και όχι της Κατηγορούμενης. Ο Παραπονούμενος χρησιμοποιεί το Τεκμήριο 8 για να δείξει ότι προσλήφθηκε στην Κατηγορούμενη, ωστόσο σε αυτό αναγράφεται το όνομα άλλης εταιρείας η οποία δεν είναι κατηγορούμενη εν προκειμένω. Επομένως, το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης στην ουσία έρχεται σε αντίφαση με το Τεκμήριο 8.
150.4 Σε σχέση με το περιεχόμενο του Εγγράφου Α σε σύγκριση με το Τεκμήριο 9 - τη Σύμβαση – ο Παραπονούμενος επικεντρώθηκε στους όρους στης Σύμβασης που αφορούν την αμοιβή του ενώ η Σύμβαση είναι γεμάτη με όρους και προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να πληρούνται για να καταστεί ενεργή η υποχρέωση της Κατηγορούμενης για καταβολή αμοιβής.
150.5 Σε σχέση με τη συνεργασία με Κύπριους αρχιτέκτονες στο πλαίσιο του έργου ΚAP4 σημειώνω ότι το Τεκμήριο 12 (αλληλογραφία μεταξύ Παραπονούμενου και Κατηγορούμενου 2) το οποίο κατατέθηκε από τον Παραπονούμενο για να δείξει την ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου στην ουσία δημιουργεί αντιφάσεις - αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον υπήρχε σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου.
150.6 Εξηγώ το σκεπτικό μου: Στο μήνυμα 15.04.2013 φαίνεται ότι είναι ο Κατηγορούμενος 2 που κάνει τη σύσταση την οποία ζήτησε ο Παραπονούμενος. Στο δε μήνυμα 17.04.2013 από τον Κατηγορούμενο 2 προς τον αρχιτέκτονα Γ.Β. ο Κατηγορούμενος 2 χαρακτηρίζει τον Παραπονούμενο ως ένα «πολύ καλό του φίλο» και όχι ως εργοδοτούμενο της Κατηγορούμενης. Η όλη διαδικασία φαίνεται να αποτελεί εξυπηρέτηση του Κατηγορούμενου 2 προς τον Παραπονούμενο παρά το αντίθετο. Και αυτό έλαβε χώρα το 2013 που κατά τον Παραπονούμενο ήταν εργοδοτούμενος στην Κατηγορούμενη. Ο Παραπονούμενος παρουσίασε το Τεκμήριο 12 ως ενέργειες στο πλαίσιο της εργοδότησης του στην Κατηγορούμενη, κάτι το οποίο δεν φαίνεται να ευσταθεί από το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου. Επομένως, και σε αυτό το σημείο η μαρτυρία που παρουσιάστηκε ως τεκμήριο δεν συνάδει με το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του Παραπονούμενου και με τον σκοπό για τον οποίο ο Παραπονούμενος παρουσίασε το εν λόγω τεκμήριο.
150.7 Τα όσα αναφέρει ο Παραπονούμενος στην τρίτη παράγραφο της σελίδας 6 του Εγγράφου Α και εν γένει η θέση του σε σχέση το ότι ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης δεν συνάδουν με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13 και ειδικότερα το περιεχόμενο του ηλ. μηνύματος του Κατηγορούμενου 2 προς τον Παραπονούμενο ημερ. 03.09.2013:
150.7.1 Ο Παραπονούμενος αναφέρει πως ο Κατηγορούμενος 2 επιθυμούσε την τροποποίηση της υφιστάμενης τους συμφωνίας, ήτοι της Σύμβασης. Ωστόσο, δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από το περιεχόμενο του εν λόγω μηνύματος. Δεν αναφέρει τίποτε για τροποποίηση.
150.7.2 Με βάση την εισαγωγή του μηνύματος 03.09.2013 ο σκοπός της καταγραφής είναι επειδή «οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους» και μιλά για φιλία μεταξύ των μερών η οποία πρέπει να προστατευθεί. Ακολούθως αναφέρει πως η οποιαδήποτε προηγούμενη «συμφωνία» έχει ξεπεραστεί αλλά χρησιμοποιείται ως βάση στο νέο σκεπτικό. Η λέξη συμφωνία είναι σε εισαγωγικά και στο κείμενο, πράγμα από το οποίο προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν την θεωρεί ως κανονική συμφωνία ή εν πάση περιπτώσει αφήνει υπονοούμενα ως προς το κατά πόσον ήταν όντως συμφωνία.
150.7.3 Σίγουρα ο χαρακτηρισμός της Σύμβασης ως «συμφωνία» σε εισαγωγικά σε αυτό το πλαίσιο δείχνει πως δεν επρόκειτο περί προσπάθειας τροποποίησης της Σύμβασης ως ισχυρίζεται ο Παραπονούμενος.
150.7.4 Ακολούθως, αναφέρεται στο μήνυμα ότι η «αυτόματη της ακύρωση με τη μη έγκαιρη ανάθεση έργου, αγνοείται στην προσέγγιση μου και τη και τη χρησιμοποιούμε ως βάση». Επομένως, προκύπτει πως ο Κατηγορούμενος 2 που συνέταξε το μήνυμα θεωρούσε πως η Σύμβαση είχε ακυρωθεί αυτόματα, και ότι εν πάση περιπτώσει δεν εφαρμόστηκε. Απλώς χρησιμοποιήθηκε ως βάση για μια νέα συμφωνία. Συνεπακόλουθα, δεν μπορεί να ευσταθεί η θέση του Παραπονούμενου ότι επιδιώχθηκε η τροποποίηση της Σύμβασης σε εκείνο το στάδιο.
150.7.5 Εν ολίγοις, η μαρτυρία του Παραπονούμενου στο Έγγραφο Α δεν συνάδει και έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13 το οποίο κατέθεσε για να δείξει πως επιδιώχθηκε τροποποίηση της Σύμβασης και επειδή δεν τροποποιήθηκε παρέμεινε σε ισχύ το Τεκμήριο 9.
150.7.6 Επιπρόσθετα, το Τεκμήριο 13 δεν συνάδει ούτε και με τη θέση του Παραπονούμενου ότι τα μέρη εφάρμοσαν τη Σύμβαση ή ότι ενεργοποιήθηκε η Σύμβαση – Τεκμήριο 9.
150.7.7 Κατ’ ουσίαν, ο Παραπονούμενος παρουσίασε μια διαστρεβλωμένη εικόνα στη δήλωση του η οποία δεν ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13. Γενικότερα, το Τεκμήριο 13 και το περιεχόμενο του δείχνουν ότι την ημερομηνία που στάλθηκε, ο Παραπονούμενος δεν ήταν εργοδοτούμενος στην Κατηγορούμενη. Αντιθέτως, ο Κατηγορούμενος 2 φαίνεται να προσπαθεί να πείσει τον Παραπονούμενο ότι είναι προς το συμφέρον του να εργαστεί υπό καθεστώς μερικής ή πλήρης απασχόλησης στην Κατηγορούμενη.
150.7.8 Ακόμα πιο σημαντικό κατά την άποψη μου είναι το εξής: Εάν ο Παραπονούμενος ήταν όντως εργοδοτούμενος κατά τις 03.09.2013 αναμένετο να απαντήσει στον Κατηγορούμενο 2, να λάβει μέτρα ή εν πάση περιπτώσει να ζητήσει εξηγήσεις σε σχέση με το ότι ο Κατηγορούμενος 2 θεωρούσε τη Σύμβαση ως άκυρη λόγω μη έγκαιρης ανάθεσης έργου.
150.7.9 Σίγουρα η παράλειψη απάντησης στο σημείο ότι το Τεκμήριο 9 ακυρώθηκε αυτόματα δεν αντικατοπτρίζει τη στάση που αναμένεται να τηρήσει ένα πρόσωπο το οποίο είναι εργοδοτούμενος.
150.8 Το Τεκμήριο 15 το οποίο αποτελείται από διάφορα ηλεκτρονικά μηνύματα κατατέθηκε για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό ότι η εργασία του Παραπονούμενου περιλάμβανε σημαντικά διοικητικά καθήκοντα. Γίνεται αναφορά ότι κατατίθενται ενδεικτικά σχετικά έγγραφα με τα όσα αναφέρονται στην παρ. 2 της σελ. 7 του Εγγράφου Α. Παρατηρώ ότι τα έγγραφα αυτά δεν συνάδουν με τον ισχυρισμό ότι ο Παραπονούμενος ανέλαβε σημαντικά διοικητικά καθήκοντα. Υπάρχουν ζητήματα που αναφέρονται στο Έγγραφο Α, για παράδειγμα δημόσιες σχέσεις, επαφές με την τράπεζα, αντιμετώπιση εταιρικών θεμάτων τα οποία δεν καλύπτονται από το Τεκμήριο 15. Οι πρώτες τέσσερεις σελίδες του Τεκμηρίου 15 αφορούν ζητήματα βίζας του προσωπικού της Κατηγορούμενης. Υπάρχει ένα μήνυμα στο οποίο ζητείται από τον Παραπονούμενο να ελέγξει μια μετάφραση και ένα μήνυμα σε σχέση με προσχέδια συμφωνιών. Μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρχε μια συνεργασία μεταξύ των μερών ωστόσο δεν είναι στο βαθμό που αναφέρεται στη δήλωση του Παραπονούμενου. Και σε αυτήν την περίπτωση ο Παραπονούμενος κατέθεσε έγγραφα ως τεκμήρια προς υποστήριξη του ισχυρισμού του στη δήλωση του τα οποία όμως εγείρουν περισσότερα ερωτήματα παρά να τεκμηριώνουν τις θέσεις του. Περαιτέρω, όταν ένα πρόσωπο έχει σημαντικά διοικητικά καθήκοντα σε ένα οργανισμό αναμένεται ότι θα είναι σε θέση να παρουσιάσει ένα μεγάλο αριθμό εγγράφων τα οποία να δείχνουν τη συμμετοχή του στην διοίκηση της επιχείρησης ειδικά όταν η επίδικη περίοδος είναι μεγάλη, όπως στην παρούσα περίπτωση.
150.9 Το δε Τεκμήριο 17 κατατέθηκε για να δείξει ότι έγινε σημαντική δουλειά και περατώθηκαν αρκετά έργα ως αναφέρεται στην παρ. 3 της σελ. 7 της δήλωσης του Έγγραφο Α. Σημειώνω ότι το Τεκμήριο 17 είχε προωθηθεί μέσω ηλ. ταχυδρομείου από τον Κατηγορούμενο 3. Από το εν λόγω έγγραφο φαίνεται ότι στη ΣΑ είχαν ολοκληρωθεί μόνο δύο έργα και όχι αρκετά. Επίσης από το Τεκμήριο 17 δεν προκύπτει η εμπλοκή του Παραπονούμενου στα δύο αυτά έργα.
150.10 Το δε Τεκμήριο 18 κατατέθηκε για να καταδείξει τη συμμετοχή του Παραπονούμενου στην επίλυση προβλημάτων με εργολάβους και συνεργάτες. Εκτός από το ότι περιλήφθηκε στην αλληλογραφία ο Παραπονούμενος, δεν φαίνεται από το Τεκμήριο 18 να εμπλέκεται στην επίλυση του προβλήματος το οποίο φαίνεται να χειριζόταν ο Κατηγορούμενος 2. Επίσης, σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι ο Κατηγορούμενος 2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 33 ολόκληρη την αλληλογραφία με την Encozen (πέραν των 100 σελίδων emails μεταξύ των ετών 2013 - 2017) και η εμπλοκή του Παραπονούμενου είναι πολύ περιορισμένη. Επομένως, δεν μπορώ να δεχθώ την εμπλοκή του Παραπονούμενου στην επίλυση προβλημάτων με συνεργάτες με βάση τη μαρτυρία που προσκόμισε.
150.11 Κατά συνέπεια, αυτό το οποίο προκύπτει είναι ότι τα έγγραφα τα οποία παρουσιάζονταν από τον Παραπονούμενο κατά την κυρίως εξέταση του για να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του καθώς και τη θέση του στο Έγγραφο Α ότι ήταν εργοδοτούμενος στην Κατηγορούμενη στο τέλος απέληγαν να κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Στη δήλωση του φαίνεται ότι τα όσα αναφέρονται δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα ή να συμβαδίζουν με τα τεκμήρια που ο ίδιος παρουσίασε.
150.12 Όσον αφορά το Τεκμήριο 19 στο οποίο περιλαμβάνεται αλληλογραφία μεταξύ του Παραπονούμενου και του Chief Accountant της Κατηγορούμενης ημερομηνίας 22.07.2011 μέχρι 24.07.2011, παρατηρώ ότι το γεγονός ότι ένα χρόνο μετά την υπογραφή της Σύμβασης για την εργοδότηση του Παραπονούμενου ο λογιστής της Κατηγορούμενης δεν είχε τη διεύθυνση του Παραπονούμενου στα αρχεία του. Και από αυτό το έγγραφο τίθεται σε αμφισβήτηση η εκδοχή του Παραπονούμενου ότι είχε εργοδοτηθεί από την Κατηγορούμενη. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι δεν είχαν ακολουθηθεί οι διαδικασίες της Κατηγορούμενης ως έχουν εξηγηθεί από τον Κατηγορούμενο 3 που λαμβάνουν χώρα όταν ένα πρόσωπο εργοδοτηθεί από αυτήν. Κατά την αντεξέταση του Παραπονούμενου, όταν τέθηκε ως υποβολή ότι είναι αδιανόητο ένα χρόνο μετά την έναρξη της εργοδότησης κάποιου προσώπου να μην γνωρίζει ο εργοδότης του την ταυτότητα του και τη διεύθυνση του, ο Παραπονούμενος δεν έδωσε ικανοποιητικές και σαφείς απαντήσεις (σελ. 21 πρακτικών 19.02.2024).
150.13 Όσον αφορά το Τεκμήριο 21 (συζήτηση μεταξύ Παραπονούμενου και Κατηγορούμενων στην πλατφόρμα ανταλλαγής μηνυμάτων whatsapp το 2019 και 2020), πράγματι ο Κατηγορούμενος 2 του αναφέρει στις 28.11.2019 ότι θα έχει τελειώσει με την πρόταση μέχρι τη τη Δευτέρα. Ωστόσο, ο Παραπονούμενος τον Ιανουάριο του 2019 φαίνεται να αναφέρει στον Κατηγορούμενο 3 ότι του είπε πως θα του «κανονίσει ένα ποσό» και ότι πρέπει να συναντηθούν για να «δουν τους λογαριασμούς τους από το 2010» σε σχέση με τα χρηματικά ποσά τα οποία είχε εισπράξει και να μπει μια τάξη για να μην ζητά κάθε λίγο χρήματα χωρίς αποτέλεσμα. Η όλη αυτή διαδικασία δεν συνάδει με τη θέση ότι ο Παραπονούμενος ήταν εργοδοτούμενος στην Κατηγορούμενη δυνάμει της Σύμβασης εργοδότησης.
150.14 Από την όλη ανταλλαγή μηνυμάτων είναι σαν να αμφισβητεί ο ίδιος τη Σύμβαση και το δικαίωμα του σε μισθό δυνάμει αυτής, τον μισθό που αξιώνει στην επόμενη παράγραφο της δήλωσης του. Ευλόγως μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι εάν ο Παραπονούμενος είχε ειλικρινή αξίωση για μισθό δεν θα ζητούσε να του «κανονίσουν ένα ποσό» ως υποσχέθηκαν. Πρόσωπο το οποίο είναι εργοδοτούμενος αξιώνει τον μισθό του με βάση τη συμφωνία εργοδότησης, δεν συζητά για «ένα ποσό» ούτε και εξετάζει τους «λογαριασμούς του» πριν από οκτώ με εννέα χρόνια για να υπολογίσει τα δεδουλευμένα ή οφειλόμενα.
150.15 Σημειώνω ότι κατά την κατάθεση του Τεκμηρίου 21 επειδή αποτελεί ένα πολυσέλιδο έγγραφο και επειδή τα μηνύματα σε ορισμένα σημεία δεν ήταν σε χρονολογική σειρά το Δικαστήριο ζήτησε να διευκρινιστεί σε ποιο σημείο αναφέρεται ότι διεκδίκησε τους μισθούς του. Ο Παραπονούμενος επανέλαβε ότι αυτό που είχε ζητήσει από τον Κατηγορούμενο 3 ήταν να δώσει «ένα ποσό» στην οικογένεια του (πρακτικά ημερ. 23.10.2023, σελ. 18). Ο όρος «ένα ποσό» ως προαναφέρθηκε δεν συνάδει με αξίωση για μισθούς αλλά περισσότερο με αξίωση κάποιου συνεργάτη επί τη βάσει του quantum meruit.
150.16 Ως προς το Τεκμήριο 22 το περιεχόμενο του δεν συνάδει με το ότι θα γινόταν πρόταση από μέρους των Κατηγορούμενων ως προς τους μισθούς του Παραπονούμενου. Αφενός στο Τεκμήριο 22 γίνεται ρητή αναφορά σε επίλυση ζητημάτων που εκκρεμούσαν από παλιά (for solving the outstanding maters[sic] of a long time as well as returning the relation[sic] between myself and my close friend (brother) Mike). Μετά γίνεται αναφορά σε proposal, όχι σε offer ή settlement offer και γενικότερα το λεκτικό που χρησιμοποιείται στην δεύτερη παράγραφο του μηνύματος συνάδει περισσότερο με την εκδοχή του ΜΥ1 ότι ο Παραπονούμενος ανέμενε πρόταση για συνεργασία και όχι πρόταση που αποσκοπούσε σε συμβιβασμό. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε το Τεκμήριο 21 ούτε το Τεκμήριο 22 ως ξεκάθαρη παραδοχή για την οφειλή των μισθών ή ανάληψη χρέους ως παρουσιάζεται από τον Παραπονούμενο. Γενικώς, το Τεκμήριο 22 δημιουργεί περισσότερα ερωτηματικά καθότι στην πρώτη παράγραφο αφήνεται να νοηθεί πως έχουν επιλυθεί τα ζητήματα που εκκρεμούσαν και η σχέση των μερών έχει επανέλθει στο κανονικό μετά από διακοπή.
151. Γενικότερα, θεωρώ ότι αυτό το οποίο προκύπτει από τη σύγκριση της δήλωσης του Παραπονούμενου με τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως τεκμήρια είναι ότι ο Παραπονούμενος επιχείρησε κατά κάποιον τρόπο να μεγαλοποιήσει το ρόλο και την εμπλοκή του στην Κατηγορούμενη του για να δείξει ότι ήταν εργοδοτούμενος και να δικαιολογήσει το ύψος του μισθού το οποίο είχε συμφωνηθεί στο Τεκμήριο 9. Προέβαινε σε ισχυρισμούς περί εμπλοκής του στη διοίκηση της Κατηγορούμενους και αυτά που παρουσίαζε προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του καταδείκνυαν ότι ο ρόλος του ήταν πιο περιορισμένος και δεν συνάδουν με σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου.
152. Κατά την αντεξέταση του, η εκδοχή του Παραπονούμενου κλονίστηκε. Σε αρκετές περιπτώσεις ο Παραπονούμενος δεν απαντούσε ευθέως τις ερωτήσεις οι οποίες υποβάλλονταν κατά την αντεξέταση και υπέκφευγε. Σε άλλες περιπτώσεις δεν μπορούσε να απαντήσει σε σαφείς ερωτήσεις και έδιδε ασαφείς απαντήσεις, παραδείγματος χάριν στις σελ. 3, 18, 22 των πρακτικών ημερ. 06.11.2023 και στις σελ. 2 – 4 των πρακτικών ημερ. 19.02.2024.
153. Παραθέτω πιο κάτω ενδεικτικά, παραδείγματα αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε κατά την αντεξέταση του:
153.1 Όταν ερωτήθηκε από ποια έγγραφα προκύπτει η πείρα του στην οικοδομική βιομηχανία παρέπεμψε στα Τεκμήρια 2 – 6, 10 και 12. Μελέτη των τεκμηρίων αυτών δεν καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Αφενός, αρνήθηκε ότι τα καθήκοντα του ήταν μόνο διοικητικής φύσεως και ότι ενεργούσε κατ’ ουσίαν ως facilitator, ωστόσο σε μεταγενέστερο στάδιο ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τα τεχνικά θέματα και ότι η δουλειά του ήταν να «να φέρνω και δουλειές εις την Lois Builders. Μέσα στο συμβόλαιο που έχω να φέρνω και δουλειές, όχι να τις εκτελώ» (σελ. 7 πρακτικά ημερ. 06.11.2023). Το ίδιο επανέλαβε και στη σελ. 18 των πρακτικών 06.11.2023 ότι δηλαδή πρόκειται περί τεχνικών θεμάτων και για αυτόν τον λόγο δεν φαίνεται το όνομα του στην αλληλογραφία στο Τεκμήριο 6. Επομένως, αναίρεσε την θέση του ότι από το Τεκμήριο 6 επιμαρτυρείται η πείρα του στην κατασκευαστική βιομηχανία. Εν τέλει, στην σελίδα 24 των πρακτικών ημερ. 06.11.2023 ο Παραπονούμενος παραδέχεται, αναιρώντας τις προηγούμενες του αναφορές περί τεχνικών θεμάτων που δικαιολογούν την παράλειψη συμπερίληψης του στην αλληλογραφία, ότι δεν τέθηκαν τεχνικά θέματα στο Τεκμήριο 6.
153.2 Σε σχέση με το Τεκμήριο 6 όταν υποδείχθηκε από τον κ. Φρακάλα ότι δεν φαίνεται η εμπλοκή του ανέφερε ότι μετά από εκείνο το σημείο είχε αναλάβει ο ίδιος τη συνεννόηση με τον κ. Mashouk. Είχε δοθεί αρκετός χρόνος για να εντοπιστεί η εν λόγω αλληλογραφία (δείτε σελ. 21 και 22 πρακτικών 06.11.2023) ωστόσο ο Παραπονούμενος δεν είχε εντοπίσει τα έγγραφα. Ούτε και παρουσιάστηκαν σε μεταγενέστερο στάδιο τέτοια έγγραφα.
153.3 Η παραδοχή του ωστόσο περί άγνοιας επί τεχνικών θεμάτων έρχεται σε σύγκρουση με την όλη του στάση ότι εκτέλεσε τα καθήκοντα που ανέλαβε με βάση τη Σύμβαση που περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, «την δυνατότητα του να λύνει προβλήματα που αφορούν την ομαλή λειτουργία των έργων στη Σαουδική Αραβία».
153.4 Στη σελίδα 24 των πρακτικών 06.11.2023 της αντεξέτασης του Παραπονούμενου παραδέχεται, σε αντίφαση με τα όσα αναφέρει για τα καθήκοντα του στη σελίδα 7 της δήλωσης του (π.χ. ότι η εργασία του περιελάβανε σημαντικά διοικητικά καθήκοντα από επαφές με τράπεζες μέχρι αφέλειες, θέματα προσφορών και ανθρωπίνου δυναμικού) και εν γένει κατά την κυρίως εξέταση του, ότι «εμένα με χρησιμοποίησε παραπάνω η Lois Builders, για τις προσβάσεις μου και στον ιδιωτικό και στον κυβερνητικό τομέα, για να φέρνω τα έργα. Τεχνικά ήταν η Lois Builders που αναλάμβανε και από εμένα είχανε τις εσωτερικές πληροφορίες για παράδειγμα την τιμή του κόστους του έργου, ποια είναι τα διάφορα πράγματα και διευκολύνσεις είτε από τράπεζας είτε από... είναι μεγάλο το φάσμα.» Στην ουσία ο Παραπονούμενος παραδέχεται ότι κατά κάποιον τρόπο διαστρέβλωσε τα γεγονότα και ότι επιχείρησε να δημιουργήσει μια άλλη εικόνα σχετικά με τα οποιαδήποτε καθήκοντα του η οποία όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
153.5 Περαιτέρω, στη σελ. 24 των πρακτικών ημερ. 06.11.2023 ο Παραπονούμενος αναφέρει ότι το 2013 ήταν το πρώτο έργο που είχε αναλάβει η Κατηγορούμενη και είχε πρόβλημα με τις εγγυητικές λόγω της κρίσης στην Κύπρο. Στο Έγγραφο Α αναφέρει σε αντίφαση με την αναφορά του στην αντεξέταση ότι το πρώτο έργο ήταν που εξασφάλισε η Κατηγορούμενη ήταν το 2011 με τη NESMA και το δεύτερο της έργο το 2012. Περαιτέρω, ο Παραπονούμενος, στην σελ. 5 του Εγγράφου Α αναφέρει ότι ένας από τους λόγους που δεν εγγράφηκε ως εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης ήταν λόγω οικονομικών δυσχερειών και επειδή ξεκίνησε η οικονομική κρίση. Κατά την αντεξέταση του αναφέρεται σε οικονομικά προβλήματα το 2013 και όχι τα προηγούμενα χρόνια, πράγμα που δίδει την εντύπωση ότι αποτελεί σκέψη εκ των υστέρων η αιτιολογία ότι λόγω οικονομικών προβλημάτων δεν εγγράφηκε ως εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης.
153.6 Επίσης σε αντίφαση με την θέση του περί αδυναμίας εξασφάλισης εγγυητικών στην σελ. 26 των πρακτικών 06.11.2023, γραμμές 25-30, ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι προϋπήρχαν οι εγγυητικές ενώ δεν ήταν σίγουρος αν χρησιμοποιήθηκαν ή αν χρειάστηκαν (σελ. 27, πρακτικών 06.11.2023, γρ. 5-15) και γενικώς οι απαντήσεις του επί αυτού του ζητήματος ήταν αντιφατικές και ασαφείς. Πρέπει όμως να αναφερθεί ότι προσκόμισε το Τεκμήριο 24 που αποτελεί αλληλογραφία στην οποία περιλαμβάνετο και ο Παραπονούμενος μεταξύ των Κατηγορούμενων και υπαλλήλων μιας τράπεζας στη ΣΑ που μιλά για την ταξινόμηση των Κυπριακών τραπεζών ως μη αξιόπιστές. Παρά ταύτα, το ζήτημα αυτό προέκυψε το 2013 και όχι την περίοδο 2010 – 2012 όταν υπογράφηκε η Σύμβαση και όταν είχαν αναληφθεί τα δύο πρώτα έργα από την LBKSA.
153.7 Στις σελίδες 2 – 4 των πρακτικών 19.02.2024 σε ερωτήσεις σχετικά με το πως προκύπτουν τα ποσά τα οποία περιλαμβάνονται στις λεπτομέρειες αδικήματος ο Παραπονούμενος δεν μπορούσε να παράσχει σαφείς και κατανοητές απαντήσεις. Σε σχέση με το 2011 δεν γνώριζε πως προέκυπτε το ποσό το οποίο διεκδικούσε ως μισθό. Το γεγονός ότι ο Παραπονούμενος δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει με τι λεπτομέρεια που απαιτείται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας πλήττει την αξιοπιστία της απαίτησης του και της εκδοχής του εν γένει.
153.8 Σε σχέση με το έργο της NESMA ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι είχε διεκπεραιώσει αριθμό εργασιών. Παρά ταύτα όταν ερωτήθηκε εάν υπάρχει οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο δείχνει την εμπλοκή του στο έργο, ο Παραπονούμενος στην ουσία δεν απάντησε. Για τα έργα Aviation, Khashm Alaan (SA National Guard) και Riyadh Airport Housing Project αναφέρει ότι οι επαφές έγιναν από τον ίδιο (σελ. 24 πρακτικά 19.02.2024). Σε άλλο σημείο κατά την αντεξέταση ανέφερε πως οι επαφές για το πρώτο έργο δεν έγιναν από τον ίδιο αλλά είχε δουλέψει πάνω στο έργο (σελ. 4, 19.02.2024).
153.9 Πρέπει να αναφερθεί γενικότερα ότι ο Παραπονούμενος αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι έχει πάρα πολλά στοιχεία τα οποία επιμαρτυρούν την εργασία του στην Κατηγορούμενη τα οποία ωστόσο δεν παρουσίασε και ούτε ζήτησε να παρουσιάσει.
153.10 Ανέφερε ότι υπήρχαν πάνω από 15 έργα το 2010. Ακολούθως, αφού δόθηκε η ευκαιρία στον μάρτυρα να αναφέρει ποια είναι αυτά τα 15 έργα, ο Παραπονούμενος αναφέρθηκε σε 10 έργα. Ωστόσο, σε ερώτηση αν έχουν υλοποιηθεί ο Παραπονούμενος υπονοούσε ότι δεν υλοποιήθηκαν χωρίς όμως να δίδει σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις. Στην σελίδα 25 των πρακτικών ημερ. 19.02.2024, ο Παραπονούμενος αναφέρει ότι τα έργα προχωρούσαν σε αντίφαση με τις προηγούμενες απαντήσεις του δια μέσου των οποίων φαινόταν ότι τα έργα αυτά δεν είχαν υλοποιηθεί. Ο Παραπονούμενος προσπάθησε να πείσει ότι επειδή τα έργα αυτά «έτρεχαν» ήταν αναγκαίος και επομένως δεν μπορούσαν οι Κατηγορούμενοι να τερματίσουν τις υπηρεσίες του. Παρά ταύτα, στη σελίδα 16 των πρακτικών 19.02.2024 ο Παραπονούμενος εν τέλει διευκρινίζει ότι τα έργα αυτά δεν είχαν εξασφαλιστεί και αυτό που «έτρεχε» ήταν «οι αλληλογραφίες, οι επαφές» για να έχουν μια «παρουσία».
153.11 Σε σχέση με το πιο πάνω σημείο θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο απόσπασμα από τα πρακτικά ημερ. 16.02.2024 τη σελίδα 16, γραμμές 15 – 20:
Ε. Εξασφαλίστηκαν τα έργα;
A. Τα έργα δεν εξασφαλίστηκαν, για να εξασφαλιστεί ένα έργο υπάρχουν πολλές άλλες διαδικασίες. Εξαρτάται... η Lois Builders τι κέρδη ήθελε, αν ήθελε να ρίξει την προσφορά της λίγο, εάν ήθελε να την ψηλώσει, αλλά έπρεπε να γίνουν οι επαφές η Lois Builders αυτό που κέρδισε από τις επαφές τις δικές μου, είναι ότι κράτησε τις επαφές.
153.12 Η απάντηση του αυτή δεν συνάδει με τη θέση του ότι στην ουσία δεν μπορούσε να αντικατασταθεί ή να τερματιστεί η Σύμβαση επειδή ήταν αναγκαίος επειδή τα έργα έτρεχαν. Ο ίδιος ο Παραπονούμενος κατ’ ουσίαν περιορίζει τη συνεισφορά του στο ότι παρείχε επαφές που η Κατηγορούμενη κράτησε σε αντίφαση με τις θέσεις του στη γραπτή του δήλωση όσον αφορά τη συνεισφορά του στην Κατηγορούμενη καθώς και με τα καθήκοντα του με βάση τη Σύμβαση.
153.13 Σε σχέση με το Τεκμήριο 37 (το μήνυμα το οποίο οι Κατηγορούμενοι θεωρούν πως αποτελεί τον τερματισμό της Σύμβασης) ο Παραπονούμενος δεν το αναγνώρισε. Δεδομένου αυτού κατατέθηκε σε εκείνη τη φάση ως τεκμήριο προς αναγνώριση. Ακολούθως ο Παραπονούμενος αναφέρει «θα ήθελα να προσθέσω, αν μπορώ και εγώ να καταθέσω πάνω σ' αυτό το email, την αλληλογραφία που είχαμε μαζί με την Lois Builders και με την [N]ESMA συγκεκριμένα». Εν τέλει διαφάνηκε ότι ο Παραπονούμενος δεν εννοούσε ότι έχει απαντητικό μήνυμα στο Τεκμήριο 37, αλλά αλληλογραφία με τον Κατηγορούμενο 3 η οποία συνέχισε μετά τον τερματισμό της Σύμβασης. Σημειώνω ότι το Τεκμήριο 37 αμφισβητήθηκε έντονα από την πλευρά του Παραπονούμενου κατά την αντεξέταση των Κατηγορούμενων 2 και 3 χωρίς όμως να επεξηγηθεί γιατί είναι πλαστογραφημένο. Επαναλαμβάνω ότι και το Τεκμήριο 13 που παρουσίασε ο Παραπονούμενος αναφέρεται σε ακύρωση της Σύμβασης, θέση την οποία ο Παραπονούμενος αγνόησε κατά τη μαρτυρία του παρουσιάζοντας το Τεκμήριο 13 ως μια προσπάθεια των Κατηγορούμενων για τροποποίηση της Σύμβασης.
154. Σημειώνω ότι μέσα στο Τεκμήριο 25 ο οποίο κατέθεσε ο Παραπονούμενος κατά την αντεξέταση του υπάρχει μήνυμα ημερομηνίας 18.06.2011 στο οποίο ο Παραπονούμενος αποστέλλει το βιογραφικό του σημείωμα στον Κατηγορούμενο 3 αφού αυτός του το ζήτησε για «το αρχείο τους». Στο βιογραφικό σημείωμα και συγκεκριμένα υπό τον τίτλο «Experience» ο Παραπονούμενος σημειώνει: «2010 – Present: BUSINESS DEVELOPMENT & ADMINISTRATION MANAGER LOIS BUILDERS KSA» ενώ επίσης αναφέρει ότι η εργοδότηση του στην SSCL είχε τερματιστεί το 2010. Ενώ από το περιεχόμενο του βιογραφικού του Παραπονούμενου θα μπορούσε να λεχθεί ότι προκύπτει πως ο ίδιος θεωρούσε πως είναι εργοδοτούμενος στην Κατηγορούμενη από το 2010 από την προσεκτική εξέταση του μηνύματος δημιουργούνται περισσότερα ερωτηματικά και αντιφάσεις. Εξηγώ ακολούθως.
155. Κατ΄ αρχάς ο Παραπονούμενος έγραψε ότι εργάζεται στην LOIS BUILDERS KSA όχι στην Κατηγορούμενη. Κατά δεύτερον, αναφέρει ότι σταμάτησε να εργάζεται στην SSCL το 2010 πράγμα που όπως ο ίδιος αναφέρει δεν ευσταθεί. Τρίτον, δεν συνάδει με την κοινή λογική να ζητείται το βιογραφικό υπαλλήλου της εταιρείας ένα χρόνο περίπου μετά την κατ’ ιχυρισμόν έναρξη της εργοδότησης του. Το ότι ζητήθηκε για σκοπούς καταχώρισης του στο αρχείο επίσης προκαλεί προβληματισμό. Επομένως, ενώ το μήνυμα αυτό το παρουσίασε ο Παραπονούμενος για να καταδείξει ότι συνέχισε να ήταν εργαζόμενος στο στην Κατηγορούμενη το 2010, στο τέλος το περιεχόμενο του δημιούργησε περισσότερες αντιφάσεις.
156. Η προσέγγιση του Παραπονούμενου κατά την αντεξέταση του από τον κύριο Φρακάλα ήταν ότι η Σύμβαση ουδέποτε είχε τερματιστεί και επομένως δικαιούται σε μισθό. Η στάση του αυτή διαφέρει από αυτήν που είχε τηρήσει στη γραπτή του δήλωση η οποία μπορεί να συνοψισθεί στο ότι η εργασία του περιελάβανε σημαντικά διοικητικά καθήκοντα (σελ. 7, δεύτερη παράγραφος). Κατά την αντεξέταση του ο Παραπονούμενος δεν ανέφερε ότι εκτελούσε διοικητικά καθήκοντα αλλά ότι προέβαινε σε επαφές για εξασφάλιση έργων, τα οποία έργα δεν εξασφαλίστηκαν, ωστόσο επειδή δεν είχε τερματιστεί ρητώς η Σύμβαση προωθεί τη θέση ότι εξακολουθούσε να είναι εργοδοτούμενος.
157. Σε σχέση με τον Emadez Eldin ο Παραπονούμενος κατά την αντεξέταση του ανέφερε (σελ. 18 -19, πρακτικά 19.02.2024):
«Α. Ευχαριστώ για την ερώτηση. Ήταν υπάλληλός μου για 30 χρόνια σχεδόν στην SSCL ο οποίος το 2011 όταν αρρώστησα, από το 2009 ως το 2010 του έδινα εγώ λεφτά, για να κάνει δουλειές προς την Lois Builders από βίζες, registrations, commercial registrations, ήταν ειδικής φύσεως η εργασία του. Μετά το 2011 όταν αρρώστησα, είχε γνωρίσει και τον Λόη στο γραφείο μου και του είπα Μιχάλη, δεν μπορείς... θα λείπω εγώ και από τότε τον πήρα μισθωτό υπάλληλο και ήτανε στην SSCL, δεν πήγε να δουλέψει στην Lois Builders, ουδέποτε έβαλε Κοινωνικές Ασφαλίσεις η Lois Builders, ήταν όπως και ο‑‑
E. Τούτο δεν επιβεβαιώνει τη θέση των κατηγορουμένων ότι πρόκειται για συνεργασία και όχι για εργοδότηση κύριε Βολίδη;
A. Καθόλου.»
158. Οι πιο πάνω απαντήσεις του Παραπονούμενου δεν βοηθούν τη θέση του ότι ο ίδιος ήταν εργοδοτούμενος στην Κατηγορούμενη, αντιθέτως παραπέμπουν σε μια συνεργασία άλλου είδους μεταξύ των μερών.
159. Σε σχέση με τα ποσά τα οποία αναφέρει ότι έλαβε από τους Κατηγορούμενους, υπενθυμίζω ότι ανέφερε πως έλαβε συνολικά €35.000. Ωστόσο, επεξηγεί μόνο πως έλαβε τις €9.000 – €10.0000 και όχι τις υπόλοιπες €25.000, δηλαδή υπό ποιες περιστάσεις έλαβε αυτά τα ποσά. Ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τις €25.000. Θα μπορούσαν να προσκομιστούν πληροφορίες σε σχέση με εμβάσματα στο λογαριασμό του ή άλλη μαρτυρία που να εξηγεί υπό ποιες περιστάσεις έλαβε το ποσό των €25.000. Πρόκειται για ακόμη ένα ισχυρισμό οποίος παρέμεινε αστήρικτος ενώ ήταν εύκολο να τεκμηριωθεί.
160. Επιπρόσθετα, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία η οποία να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό του Παραπονούμενου ότι βοήθησε στην ίδρυση και δραστηριοποίηση της Κατηγορούμενης στη ΣΑ μεταξύ του Ιουλίου 2010 και Σεπτεμβρίου 2013. Το Παράρτημα Ι της Σύμβασης, Τεκμήριο 9, περιλάμβανε 37 στοιχεία τα οποία αποτελούσαν μέρος της περιγραφής εργασίας του Παραπονούμενου. Ο Παραπονούμενος αντί να προσκομίσει μαρτυρία η οποία να δείχνει ότι εκτελούσε την εργασία του με βάση τη Σύμβαση ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργαζόταν ακόμη στην SSCL, εργαζόταν στα γραφεία της SSCL επειδή τα γραφεία της Κατηγορούμενης «ήταν μικρά», ουδέποτε εγγράφηκε στον οργανισμό κοινωνικών ασφαλίσεων της ΣΑ ως εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης επειδή ήταν εγγεγραμμένος ως υπάλληλος της SSCL και πολύ περισσότερο αναφέρει ότι δεν μπορούσε να εγγραφεί ως εργαζόμενος σε δύο εταιρείες λόγω κανονισμών.
161. Γενικότερα ο ισχυρισμός του ότι εργαζόταν στην Κατηγορούμενη δεν συνάδει με άλλα γεγονότα τα οποία ο ίδιος ο Παραπονούμενος παραθέτει αλλά ούτε και με τη Σύμβαση εργοδότησης και τις ευθύνες τις οποίες ανέλαβε ο Παραπονούμενος με την υπογραφή της. Ο Παραπονούμενος επικαλείται ορισμένους από τους όρους της Σύμβασης αλλά όχι άλλους που η μη τήρηση τους δείχνει ότι ενδεχομένως να μην τέθηκε σε ισχύ.
162. Για το θέμα του saudisation δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός του ότι δεν μπορούσε να εγγραφεί ως εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης για αυτό το λόγο. Εν πρώτοις, η Κατηγορούμενη ήταν Κυπριακή εταιρεία και δεν είναι λογικό μια εταιρεία που δεν Σαουδαραβική να επηρεάζεται από το saudisation όπως επεξήγησαν επαρκώς οι Κατηγορούμενοι. Αποδέχθηκα τη μαρτυρία των Κατηγορούμενων σε σχέση με αυτό το θέμα. Αν επηρεαζόταν κάποια εταιρεία από το saudisation θα ήταν η Lois Builders KSA, ωστόσο ο Παραπονούμενος δεν ισχυρίζεται ότι είναι εργοδοτούμενος της KSA αλλά της Κατηγορούμενης.
163. Περαιτέρω, ο Παραπονούμενος στην δεύτερη παράγραφο της σελίδας 5 του Εγγράφου Α εξηγεί το λόγο για τον οποίο δεν ήταν εγγεγραμμένος στο GOSI – στις κοινωνικές ασφαλίσεις της ΣΑ – και αναφέρει ότι δεν μπορούσε να ήταν εγγεγραμμένος σε δύο εταιρείες και ήταν ήδη εγγεγραμμένος στην SSCL. Η δικαιολογία αυτή δεν συνάδει με την κοινή λογική. Η Κατηγορούμενη είναι Κυπριακή Εταιρεία και με βάση τη μαρτυρία που προσάχθηκε δεν είχε υποχρέωση να είναι εγγεγραμμένη στο GOSI ή να εγγράφει τους υπαλλήλους της στο GOSI. Ο Παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης - Κυπριακής Εταιρείας. Επομένως, η δικαιολογία ότι δεν ήταν πουθενά εγγεγραμμένος ως υπάλληλος είτε λόγω saudisation είτε λόγω κανονισμών του GOSI δεν μπορεί να ευσταθεί.
164. Γενικότερα η αιτιολογία που προβάλλεται από τον Παραπονούμενο κατά την προσπάθεια του να επεξηγήσει γιατί δεν ήταν εγγεγραμμένος ως υπάλληλος Κατηγορούμενης δεν συνάδει με τη θέση του ότι ήταν υπάλληλος της Κατηγορούμενης. Με βάση τη Σύμβαση και την περιγραφή της εργασίας καθώς και τα διευθυντικά και διοικητικά καθήκοντα τα οποία προβλέπονται στη Σύμβαση δεν νοείται ο Παραπονούμενος να μην εργάζεται στα γραφεία της Κατηγορούμενης ή να διατήρησε την εργασία του στην SSCL.
165. Οι αδυναμίες στη μαρτυρία του όσον αφορά ουσιώδεις πτυχές της εκδοχής του δεν μπορούν να αγνοηθούν. Κατ᾽ ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν δεν μπορώ με ασφάλεια να βασιστώ στη μαρτυρία του Παραπονούμενου για την εξαγωγή συμπερασμάτων όσον αφορά τα επίδικα ζητήματα στην παρούσα υπόθεση. Η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων θεμάτων δεν ήταν αξιόπιστη και επομένως δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
ii. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ2
166. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε, όπως δεν αμφισβητήθηκαν ούτε τα προσόντα του και επομένως αποδέχομαι ότι μετέφρασε πιστά το Τεκμήριο 10 στα Ελληνικά από τα Αραβικά.
iii. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ1 – Κατηγορούμενου 2
167. Ο ΜΥ1 γενικά προκάλεσε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο κατά την μαρτυρία του. Απαντούσε κατά τρόπο αυθόρμητο στις ερωτήσεις οι οποίες τίθεντο και έδιδε σαφείς και κατατοπιστικές απαντήσεις σε σχέση με τα ζητήματα τα οποία γνώριζε. Αναφορικά με αυτά τα οποία δεν γνώριζε δεν δίσταζε να απαντήσει ότι δεν γνωρίζει.
168. Οι θέσεις του κατά την κυρίως εξέταση του υποστηρίζονται από τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια και στα οποία παρέπεμψε. Κατά την μακρά το αντεξέταση παρέμεινε ήρεμος και ήταν σταθερός σε σχέση με τις κύριες του θέσεις και την ουσία της υπόθεσης. Υπέπεσε σε κάποιες αντιφάσεις τις οποίες θα εξηγήσω ακολούθως, ωστόσο δεν αφορούν την ουσία της εκδοχής του και κατ’ επέκταση την ουσία της υπόθεσης.
169. Ο ρόλος του με βάση τα όσα ο ίδιος ανέφερε ήταν η ετοιμασία προσφορών και η γενική παρακολούθηση των στρατηγικών κινήσεων της Κατηγορούμενης. Επομένως, επί ορισμένων θεμάτων δεν είχε πρωτογενή γνώση των γεγονότων καθότι δεν είχε άμεση επαφή με τον Παραπονούμενο λόγω της θέσης του. Παραδείγματα αναφορών του στις οποίες αναφέρει ότι ο ίδιος δεν είχε συχνή συνεργασία με τον Παραπονούμενο και ότι ο ρόλος του ήταν διαφορετικός βρίσκονται στις σελ. 20 και 22 των πρακτικών 13.06.2024.
170. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, σαφήνεια και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Επίσης, συνάδει και με τη μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων Υπεράσπισης καθώς και με τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια.
171. Δέχομαι τα όσα ανέφερε σε σχέση με την εμπορική λογική της Σύμβασης. Δεν θα ληφθεί υπόψη η ερμηνεία του επί συγκεκριμένων όρων καθότι η ερμηνεία των όρων της σύμβασης είναι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, ωστόσο δέχομαι ότι η Σύμβαση διέπετο από τη λογική την οποία επεξήγησε ο ΜΥ1 ήτοι θα έπρεπε να υπάρχει έργο εν εξελίξει για να μπορεί να ενεργοποιηθεί η Σύμβαση και η υποχρέωση καταβολής μισθού. Δεν είμαι βέβαιος αν μπορώ συμφωνήσω με το χαρακτηρισμό του Τεκμηρίου 9 ως «σύμβαση μελλοντικής εργοδότησης» ως την αποκαλούσε ο ΜΥ1, αλλά έπεισε το Δικαστήριο ως προς το ότι ήταν μια συνεργασία υπό προϋποθέσεις. Η θέση αυτή συνάδει πλήρως με τους όρους του Τεκμηρίου 9 όπως με τον όρο καταβολής μισθών μόνο αν υπάρχει έργο, με τον όρο για δοκιμαστική περίοδο και με τον όρο 2 για αποκλειστικότητα μετά την έναρξη κατασκευαστικού έργου.
172. Ως προς το κατά πόσον είχαν οι Κατηγορούμενοι αμφιβολίες ως προς την ικανότητα του Παραπονούμενου υπάρχει ρητός όρος στη Σύμβαση που προνοεί για δοκιμαστική περίοδο 4 μηνών και επομένως δέχομαι την θέση του Κατηγορουμένου 2 επί τούτου. Στο δε Τεκμήριο 7 που μπορεί να θεωρηθεί ως η πρόταση εργοδότησης υπάρχει η ίδια αναφορά σε δοκιμαστική περίοδο 6 μηνών.
173. Αποδέχομαι το ότι μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 9 η σχέση μεταξύ του Παραπονούμενου και της Κατηγορούμενης δεν άλλαξε και στην ουσία η σχέση συνεργασίας δεν μετεξελίχθηκε σε εργοδότηση καθώς και με το ότι δεν ανέλαβε ρόλο στην Κατηγορούμενη ο Παραπονούμενος. Η θέση αυτή συνάδει με τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια καθώς και με την έλλειψη μαρτυρίας ως προς το ότι ο Παραπονούμενος ανέλαβε πιο ενεργό ρόλο στην Κατηγορούμενη. Είναι εξάλλου παραδεκτό ότι ο Παραπονούμενος δεν εγκαταστάθηκε στα γραφεία της Κατηγορούμενης, παρέμεινε να εργάζεται σε άλλη εταιρεία και δεν εγγράφηκε πουθενά ως εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης.
174. Δέχομαι επίσης ότι το πρώτο έργο που εξασφαλίστηκε από την Κατηγορούμενη ήταν τον Νοέμβριο του 2011 και ήταν μέσω επαφών των Κατηγορούμενων. Δεν αμφισβητήθηκε αυτή η θέση και συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία.
175. Αναφορικά με το κατά πόσον τερματίστηκε η Σύμβαση – Τεκμήριο 9 αποδέχομαι την εκδοχή των Κατηγορούμενων. Το Τεκμήριο 37 αναγνωρίστηκε από τον Κατηγορούμενο 3. Αναφορά σε ακύρωση του Τεκμηρίου 9 γίνεται και στο Τεκμήριο 13 ήτοι στην πρόταση που έγινε από τους Κατηγορούμενους και συγκεκριμένα από τον Κατηγορούμενο 2 για νέα συμφωνία στις 03.09.2013.
176. Θεωρώ ότι ο ΜΥ1 είπε την αλήθεια σε σχέση με το ότι δεν επιδιώχθηκε τροποποίηση του Τεκμηρίου 9. Η θέση του υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13. Επίσης το εν λόγω μήνυμα ενισχύει και τη θέση του περί ακύρωσης ή τερματισμού του Τεκμηρίου 9 καθότι γίνεται ρητή αναφορά σε ακύρωση της προηγούμενης (επίδικης συμφωνίας) «1. Η οποιαδήποτε προηγούμενη ‘συμφωνία’ έχει ξεπεραστεί από τα γεγονότα αλλά τη χρησιμοποιούμε ως βάση στο νέο σκεπτικό. Η αυτόματη της ακύρωση με την μη έγκαιρη ανάθεση έργου, αγνοείται στην προσέγγιση και τη χρησιμοποιούμε ως βάση. ...»
177. Το Τεκμήριο 13 που παρουσίασε ο Παραπονούμενος στην ουσία ενισχύει τη θέση των Κατηγορούμενων ότι πριν τις 03.09.2013 είχε ακυρωθεί / τερματιστεί η Σύμβαση – Τεκμήριο 9. Το ότι ο Παραπονούμενος δεν φαίνεται να διαμαρτυρήθηκε περί αυτής της θέσης στην ουσία μη αμφισβητώντας τη θέση ότι υπήρξε ακύρωση της Συμφωνίας δείχνει ότι όντως έτσι είχαν τα πράγματα. Ένα πρόσωπο το οποίο θεωρεί πως είναι εργοδοτούμενος στον οποίο αναφέρεται ότι δεν υπάρχει στην ουσία σχέση εργοδότη – εργοδοτούμενου, αναμένεται ότι θα αντιδράσει εάν όντως είναι εργοδοτούμενος. Η μη ύπαρξη οποιασδήποτε αμφισβήτησης της θέσης ότι η Σύμβαση εργοδότησης ακυρώθηκε θεωρώ ότι καθιστά την εκδοχή του ΜΥ1 ότι υπήρχε τερματισμός και συνέχισε από τότε η συνεργασία στο πλαίσιο φιλικής σχέσης και αλληλοβοήθειας πιο πειστική και εύκολά πιστευτή.
178. Δεν μπορώ να δεχθώ την εισήγηση του συνηγόρου του Παραπονούμενου ότι επειδή αναφέρεται πως αγνοείται η «αυτόματη της ακύρωση» της Σύμβασης Εργοδότησης σημαίνει ότι κατά κάποιον τρόπο υπάρχει επαναφορά της Σύμβασης Εργοδότησης ή ότι θεραπεύεται η ακύρωση ή ο τερματισμός. Αυτό δεδομένου του ότι στο Τεκμήριο 13 αναφέρεται ότι αγνοείται η ακύρωση σε σχέση με «την προσέγγιση» και χρησιμοποιείται ως βάση. Αυτό που φαίνεται να εννοεί ο ΜΥ1 είναι ότι παρά την ακύρωση της θα εξακολουθούμε να την χρησιμοποιούμε ως βάση.
179. Το ότι αναφέρεται σε αυτόματη ακύρωση αντί τερματισμό δεν θεωρώ ότι επηρεάζει την αξιοπιστία του σε σχέση με αυτό το ζήτημα καθότι ο μάρτυρας δεν είναι δικηγόρος. Δεν αναμένεται από ένα πρόσωπο που δεν είναι δικηγόρος να γνωρίζει τη διαφορά μεταξύ ακύρωσης και τερματισμού. Το ουσιώδες είναι ότι γίνεται αναφορά σε προηγούμενη ακύρωση της συμφωνίας και αυτό ενισχύει τη θέση του ότι είχε τερματιστεί η Σύμβαση Εργοδότησης προηγουμένως και ότι η συζήτηση που έγινε μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου 2011 δεν αποτελούσε συζήτηση για τροποποίηση της «υφιστάμενης» Σύμβασης Εργοδότησης.
180. Αποδέχομαι τη θέση ότι μόνο €10.000 είχαν πληρωθεί στον Παραπονούμενο ως βοήθεια σε μια φάση που αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Η θέση αυτή συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία όπως το Τεκμήριο 19.
181. Δέχομαι ότι ο Παραπονούμενος δεν ήταν παρών στη συνάντηση τον Φεβρουάριο του 2014. Ο ΜΥ1 επεξήγησε με λεπτομέρεια τους λόγους για τους οποίους έγινε η συνάντηση και προσκόμισε την πρόσκληση προς συγκεκριμένα πρόσωπα και ο Παραπονούμενος δεν συμπεριλαμβανόταν. Επομένως, δέχομαι τη δική του εκδοχή ως προς το κατά πόσον ο Παραπονούμενος ήταν παρών στη συνάντηση.
182. Δέχομαι ότι στο Τεκμήριο 22 έγιναν απλώς υπολογισμοί και δεν μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα ως προς το ποιος είχε φέρει τα έργα μέχρι εκείνο το σημείο. Ο ΜΥ1 επεξήγησε με λεπτομέρεια το πλαίσιο στο οποίο έγραψε τη σημείωση πάνω στο μήνυμα και ποιος ήταν ο σκοπός του. Η θέση του ήταν αληθοφανής και πειστική.
183. Υπήρξε κάποια αντίφαση κατά την αντεξέταση του Κατηγορούμενου 2, ως προς το κατά πόσον ο Παραπονούμενος έπρεπε να ξεκινήσει να ασκεί τα καθήκοντα του από την ημέρα της υπογραφής της συμφωνίας. Ο ΜΥ1 προσπαθώντας να τονίσει το ότι η Σύμβαση ήταν υπό προϋποθέσεις και ουδέποτε ενεργοποιήθηκε απάντησε ότι θα έπρεπε ο Παραπονούμενος να ασκεί τα καθήκοντα του Παραρτήματος μετά την εξασφάλιση έργου. Αυτό ενδεχομένως να μην προκύπτει ξεκάθαρα από το Τεκμήριο 9 και με αυτό το δεδομένο το γεγονός ότι επέμενε ο ΜΥ1 στο ότι ο διορισμός γίνεται μετά την ανάληψη έργου μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε αντίθεση με το Τεκμήριο 9.
184. Ωστόσο, ενόψει του ότι η όλη Σύμβαση φαίνεται να βασίζεται στην εξασφάλιση έργου και επίσης ένα μεγάλο μέρος των καθηκόντων με βάση το Παράρτημα Ι αφορούν ζητήματα τα οποία προκύπτουν κατά την εκτέλεση έργου (π.χ. αγορές μηχανημάτων, διαχείριση σκαλωσιών, συνεργείου καλουπιών, διαχείριση εξοπλισμού) δεν είναι αβάσιμη η θέση του ΜΥ1. Από την άλλη υπάρχουν καθήκοντα όπως η επιχειρηματική ανάπτυξη που θα μπορούσαν η ακόμα και θα έπρεπε ξεκινήσουν να ασκούνται άμεσα με την υπογραφή της Σύμβασης ούτως ώστε να εξασφαλιστεί έργο και να δικαιούται σε μισθό ο Παραπονούμενος. Υπό αυτή την έννοια, ο Παραπονούμενος θα θεωρείτο εργοδοτούμενος στην Κατηγορούμενη αλλά χωρίς μισθό καθότι η ενεργοποίηση των όρων για την καταβολή μισθού λαμβάνει χώρα μετά την εξασφάλιση έργου. Συνεπώς, θεωρώ ότι η απόλυτη θέση του ΜΥ1 ότι εργοδοτούμενος γίνεται μετά την ανάθεση έργου στην Κατηγορούμενη δεν συνάδει πλήρως με το Τεκμήριο 9 τη Σύμβαση.
185. Ως προς το Τεκμήριο 22 και το κατά πόσον μετά τη συνάντηση είχαν επιλυθεί τα ζητήματα που εκκρεμούσαν προ πολλού και ο Παραπονούμενος δεν είχε παράπονο και ανέμενε νέα πρόταση για συνεργασία θεωρώ πως η εκδοχή του ΜΥ1 υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 22 καθότι φαίνεται να γίνεται αναφορά σε επίλυση ζητημάτων που εκκρεμούσαν από παλιά (for solving the outstanding maters[sic] of a long time as well as returning the relation[sic] between myself and my close friend (brother) Mike) αν και το μήνυμα είναι γεμάτο με συντακτικά λάθη και δεν αποκλείεται άλλη ερμηνεία. Στην πρώτη παράγραφο του μηνύματος φαίνεται ότι ο Παραπονούμενος ευχαριστεί τους Κατηγορούμενους για την επίλυση των προβλημάτων που είχαν ανακύψει και την επαναφορά της καλής τους σχέσης. Μετά γίνεται αναφορά σε proposal, όχι σε offer ή settlement offer και γενικότερα το λεκτικό που χρησιμοποιείται στην δεύτερη παράγραφο του μηνύματος συνάδει περισσότερο με την εκδοχή του ΜΥ1 ότι ο Παραπονούμενος ανέμενε πρόταση για συνεργασία και όχι πρόταση που αποσκοπούσε σε συμβιβασμό.
186. Ως προς το Τεκμήριο 21 η όλη συζήτηση για «να κανονίσει ένα ποσό» και να «βάλουν μια τάξη» συνάδει περισσότερο με τη εκδοχή των Κατηγορούμενων ότι ουδέποτε ενεργοποιήθηκε η υποχρέωση για καταβολή μισθού.
187. Ο Κατηγορούμενος 2 αντεξετάστηκε σε έκταση σε σχέση με το περιεχόμενο της Σύμβασης. Εξήγησε τη θέση του για το ποια ήταν η εμπορική λογική της Σύμβαση και επέμεινε σε αυτήν. Οι θέσεις του ήταν ξεκάθαρες. Μπορεί ο όρος 1 να αναφέρει ότι διορίζεται ο Παραπονούμενος ως εργοδοτούμενος ωστόσο οι μεταγενέστεροι όροι καθιστούν ξεκάθαρο ότι η Σύμβαση ενεργοποιείται πλήρως μετά την ανάληψη έργου από την Κατηγορούμενη και μετά την δοκιμαστική περίοδο. Η ερμηνεία της Σύμβασης είναι έργο του Δικαστηρίου ωστόσο ο ΜΥ1 ήταν σταθερός στις θέσεις του και εκτός από το σημείο που προανέφερα ως προς το πότε λαμβάνει χώρα ο διορισμός αποδέχομαι τις θέσεις του.
188. Ως προς το κατά πόσον η σύσταση κυπρίων αρχιτεκτόνων ήταν εξυπηρέτηση προς τον Παραπονούμενο ή ανάθεση εργασίας από τους Κατηγορούμενους θεωρώ πως ο ΜΥ1 είπε την αλήθεια ότι δηλαδή επρόκειτο για εξυπηρέτηση προς τον κο Βολίδη. Η παρουσίαση και κατάθεση των Τεκμηρίων 30 και 31 δεν αλλάζει τα δεδομένα. Το Τεκμήριο 12 θεωρώ πως καθιστά ξεκάθαρο πως πρόκειται για εξυπηρέτηση προς τον Παραπονούμενο ο οποίος είχε αναλάβει τη διαδικασία ο οποίος «είναι πού καλός μας φίλος» ως αναφέρει ο ΜΥ1. Προκύπτει από τον συνδυασμό των τριών Τεκμηρίων σε συνδυασμό με τα όσα ανέφερε ο ΜΥ1 στις σελίδες 43 – 47 των πρακτικών 19.06.2024 ότι δεν αφορούσε ανάθεση εργασίας αλλά εξυπηρέτηση του ΜΥ1 προς τον Παραπονούμενο. Ο ΜΥ1 συμπλήρωσε ότι όταν αναθέτεις εργασία απαιτείς και παραδοτέα. Εν προκειμένω, φαίνεται ότι είναι ο ΜΥ1 που έκανε την εργασία και δεν φαίνεται να απαιτεί ο ίδιος οτιδήποτε από τον Παραπονούμενο. Επομένως, τα όσα ανέφερε ο ΜΥ1 σε σχέση με αυτό το θέμα τα αποδέχομαι.
189. Ο ΜΥ1 προέβη και σε ορισμένες παραδοχές οι οποίες θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν ευνοούν την εκδοχή του δηλαδή ότι ο Mashnouk ήταν γνωστός του Παραπονούμενου και ότι του ανατέθηκε να του μιλήσει σε σχέση με το KAP4 και το Riyadh Housing Project. Σε μεταγενέστερο στάδιο σελ. 32 πρακτικά 26.06.2024 ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ότι ο Παραπονούμενος και το εν λόγω πρόσωπο ήταν φίλοι και σε διάφορες συναντήσεις μαζί του ήταν παρών και ο Παραπονούμενος για να βοηθήσει. Μάλιστα σε σχέση με το ότι ανατέθηκε στον Παραπονούμενο να μιλήσει στον ο Mashnouk σε σχέση με τα δύο αυτά έργα ο ΜΥ1 μετέβαλε την θέση του υποπίπτοντας σε αντίφαση. Στην σελ. 50 των πρακτικών 19.06.2024 διαφώνησε ότι ζητήθηκε από τον Παραπονούμενο να μιλήσει με τον Mashnouk για τα δύο έργα. Στις 26.06.2024 στην πρώτη σελίδα των πρακτικών φαίνεται ο ΜΥ1 να απαντά ακριβώς το αντίθετο μεταβάλλοντας τη θέση του. Παρά ταύτα, δεν θεωρώ ότι αυτή η αντίφαση επηρεάζει την αξιοπιστία της εκδοχής του σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Ούτε και είναι ένα σημαντικό ζήτημα σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης.
190. Σε σχέση με τον Mashnouk ο Κατηγορούμενος 2 είπε την αλήθεια ότι τον εγνώριζε από το 2009 (σελ. 7 πρακτικών 26.06.2024) σε αντίθεση με τη θέση που υποβλήθηκε ότι ήταν το 2012 που τους τον γνώρισε ο Παραπονούμενος. Με βάση το Τεκμήριο 34 οι Κατηγορούμενοι είχαν επαφές με την RTCC από το 2009 και υπάρχει και μήνυμα ημερ. 15.03.2009 προς τον Mashnouk. Με τον Παραπονούμενο είχαν γνωριστεί στα τέλη του 2009 και επομένως ισχύει η θέση των Κατηγορούμενων πως γνώριζαν τον συγκεκριμένο από προηγουμένως και δεν ήταν Παραπονούμενος που τους έφερε σε επαφή όπως επανειλημμένα τέθηκε από τον συνήγορο του Παραπονούμενου.
191. Στον Κατηγορούμενο 2 παρουσιάστηκε αριθμός ηλεκτρονικών μηνυμάτων (Τεκμήρια 3 – 9 προς αναγνώριση) τα οποία δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει για τους λόγους που επεξήγησε παρότι φαινόταν σε αυτά η διεύθυνση ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είχαν περάσει 12 χρόνια από την ημερομηνία που αναφερόταν στα μηνύματα και δεν μπορούσε να θυμηθεί τι αφορούσε το περιεχόμενο τους ή το πλαίσιο στο οποίο ενδεχομένως να ανταλλάγηκαν, πόσω δε μάλλον αν δεν είχε ολόκληρη την αλυσίδα της αλληλογραφίας.
192. Σε μεταγενέστερο στάδιο ο ΜΥ2, ο αδελφός του, εξήγησε ότι η Κατηγορούμενη κατέχει 9 δίσκους αποθήκευσης δεδομένων, σύνολο 48 terabytes, 14 εκατομμύρια αρχεία, άλλα 16 εκατομμύρια ηλεκτρονικά μηνύματα και περίπου 14 εκατομμύρια σελίδες σε μορφότυπο pdf καθώς και άλλα αρχεία όπως dwg, zip, rar, jpg. Πρέπει να αναφέρω ότι το ότι δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει ηλεκτρονικά μηνύματα δεν θα πρέπει να οδηγήσει στην εξαγωγή αρνητικού συμπεράσματος ως προς την αξιοπιστία του Κατηγορούμενου 2. Θεωρώ ότι οι λόγοι τους οποίους προέβαλε για να εξηγήσει γιατί δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τα μηνύματα είναι ικανοποιητικοί. Εάν ο Παραπονούμενος επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει τα έγγραφα αυτά θα έπρεπε να τα παρουσιάσει με δικονομικά ορθό τρόπο ήτοι όταν ο ίδιος έδιδε μαρτυρία.
193. Σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης του ο Κατηγορούμενος 2 παρουσίασε τη δέσμη εγγράφων που αποτελούν το Τεκμήριο 33. Αυτά τα έγγραφα τα εντόπισε μετά από έρευνα στο αρχείο της Εταιρείας. Ο λόγος που το έπραξε ήταν για να δείξει την πλήρη εικόνα και ολόκληρη τη σειρά μηνυμάτων σε σχέση με το θέμα. Μερικά από αυτά τα έγγραφα ήταν μέρος του Τεκμηρίου προς Αναγνώριση 9. Επίσης ο Παραπονούμενος είχε καταθέσει το Τεκμήριο 18 – μέρος της αλληλογραφίας που αποτελεί το Τεκμήριο 33 – για να δείξει ότι επέλυε προβλήματα που προέκυπταν στο πλαίσιο ερογοδότησης του. Μέσα από αυτή την άσκηση κατά κάποιον τρόπο επιβεβαιώθηκε η θέση του ΜΥ1 ότι δεν μπορεί αποσπασματικά να αναγνωρίζει ορισμένα έγγραφα αν δεν δει ολόκληρη την αλληλογραφία σε σχέση με ένα θέμα. Τα έγγραφα τα οποία κλήθηκε να αναγνωρίσει από μόνα τους δεν δίδουν την πλήρη εικόνα, ενώ με την παρουσίαση ολόκληρης της δέσμης ανέφερε και έπεισε το Δικαστήριο ότι δεν ήταν ο Παραπονούμενος που έφερε την επαφή και ότι δεν ζητείτο από τον Παραπονούμενο να χειριστεί το ζήτημα με τον τρόπο που θα έλεγε σε κάποιον εργοδοτούμενο της Κατηγορούμενης. Η βοήθεια του Παραπονούμενου ήταν αποσπασματική και ήταν βοήθεια όχι στο πλαίσιο εκτέλεσης της εργασίας του. Εν ολίγοις, δεν εκτέλεσε ο Παραπονούμενος την εργασία ως θα αναμένετο αν ήταν εργοδοτούμενος. Επίσης, για παράδειγμα από το μήνυμα 30.11.2013 το οποίο παρέμεινε αναπάντητο από τον Παραπονούμενο επιβεβαιώνεται η θέση του Κατηγορούμενου 2 ότι δεν ήταν στο πλαίσιο εργοδότησης που του είχε ζητηθεί. Αν ήταν εργοδοτούμενος θα ανέμενε απάντηση.
194. Θεωρώ ότι ο ΜΥ2 στην προσπάθεια του να πείσει ότι ο Παραπονούμενος ουδέποτε ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης ήταν κάπως υπερβολικός σε ορισμένα σημεία τονίζοντας επανειλημμένα τη σχέση φιλίας μεταξύ των μερών, την «αλληλοβοήθεια» και το ότι η συμβολή του Παραπονούμενη ήταν αποσπασματική. Παρά το ότι κατατέθηκε αριθμός τεκμηρίων που δείχνει τη συνεργασία μεταξύ των μερών και υπό αυτή την έννοια θεωρώ ότι υπήρχε σχετικά συχνή επικοινωνία μεταξύ τους (όχι όμως συνεχής) και όχι τόσο «αποσπασματική» (εννοώντας σποραδική), δέχομαι τη θέση ότι ο Παραπονούμενος δεν κατέστη εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης. Η σχέση τους όμως φαίνεται ότι δεν ήταν αμιγώς φιλική αλλά ενδεχόμενα να συνάδει περισσότερο με σχέση συνεργάτη.
195. Κατά συνέπεια, έχοντας κατά νου τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 και την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη εκτός από τα σημεία στα οποία προαναφέρθηκα.
iv. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ2 – Κατηγορούμενου 3
196. Η εντύπωση την οποία το Δικαστήριο αποκόμισε από τον Κατηγορούμενο 3 ήταν θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων γεγονότων συνολικά, διαπιστώνω ότι χαρακτηρίζεται από την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, σαφήνεια και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεχτή. Απαντούσε αυθόρμητα στις ερωτήσεις που τίθεντο χωρίς υπεκφυγές ή ενδοιασμούς.
197. Κατά την μαρτυρία του ήταν επεξηγηματικός, αναλυτικός, παρέπεμπε και υποστήριζε τις αναφορές του με γραπτή μαρτυρία και συνεπώς η εκδοχή του ήταν πειστική. Οι απαντήσεις του ήταν σαφείς και κατανοητές και έδιδε την εντύπωση ότι δεν είχε κάτι να κρύψει.
198. Κατά την αντεξέταση του η οποία διήρκησε αρκετές ημέρες παρέμεινε σταθερός στις κύριες θέσεις του και δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία επί των ουσιωδών ζητημάτων. Αρκετές υποβολές από το συνήγορο του Παραπονούμενου είχαν παραμείνει αστήρικτες και συνεπώς μετέωροι ισχυρισμοί, είτε βασίζονταν σε τεκμήρια προς αναγνώριση τα οποία δεν είχαν αναγνωριστεί και επομένως δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Υπήρξαν κάποιες αντιφάσεις στις οποίες θα αναφερθώ ακολούθως, ωστόσο δεν θεωρώ ότι ήταν σημαντικές σε βαθμό που να καταστρέψουν την αξιοπιστία του μάρτυρα.
199. Ένδειξη της ειλικρίνειας του ήταν ότι δεν δίστασε να μιλήσει με πολύ καλά λόγια για τον Παραπονούμενο και να αναφέρει ποια ήταν τα πλεονεκτήματα του. Ούτε και δίστασε να αναφέρει ότι δεν θυμόταν ορισμένα ζητήματα με λεπτομέρεια λόγω της παρόδου μακρού χρόνου. Εξήγησε με πειστικό τρόπο τον τρόπο με τον οποίο φυλάσσονται τα ηλεκτρονικά μηνύματα και με ποιο τρόπο φυλάσσονταν το 2009 και το 2010, για να καταδείξει ότι δεν ήταν εύκολο να εντοπίσει ορισμένα μηνύματα τα οποία κλήθηκε να αναγνωρίσει κατά την αντεξέταση του.
200. Ο Κατηγορούμενος 3 ήταν το πρόσωπο το οποίο διαπραγματεύτηκε και συνέταξε τη Σύμβαση. Επεξήγησε με σαφήνεια ποιο ήταν το σκεπτικό του και οι προθέσεις του όταν τη συνέταξε. Επεξήγησε παραπέμποντας στους όρους της και έπεισε το Δικαστήριο ότι η Σύμβαση πρέπει να διαβαστεί ολόκληρη για να κατανοήσει κάποιος τη λογική της. Μπορεί να είχε τίτλο «Σύμβαση Εργοδότησης» η ουσία όμως είναι ότι έπρεπε να εκπληρωθεί μια σειρά από προϋποθέσεις για να εφαρμοστεί και να καταστεί αυτό που αναφέρεται στον τίτλο της. Εξήγησε πως ο ίδιος δεν είναι δικηγόρος, το μεταπτυχιακό του είχε ως αντικείμενο τα οικοδομικά συμβόλαια και παραδέχθηκε στην ουσία ότι αν είχε τις απαραίτητες γνώσεις για να συντάξει κατά τρόπο ορθό τη Σύμβαση δεν θα ήταν εδώ σήμερα (το οποίο θεωρώ ένδειξη της ειλικρίνειας του): «Το μεταπτυχιακό μου ασχολείται με οικοδομικά συμβόλαια, συνεπώς οι γνώσεις μου για καταγραφή ενός συμβολαίου εργοδότησης ή και οποιασδήποτε συμφωνίας του τύπου που υπέγραψα δεν είναι το επίπεδο το οποίο με ρωτούσατε πριν. Αντίθετα, είναι φανερό ότι είναι αρκετά χαμηλές για να έχουμε τη συζήτηση σήμερα...» (σελ. 26 πρακτικά ημερ. 19.07.2024).
201. Αποδέχομαι τη βασική του θέση ότι ουδέποτε κατέστη εργοδοτούμενος ο Παραπονούμενος με βάση τη Σύμβαση. Πρώτον, δεν εκπληρώθηκαν οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθεντο στη Σύμβαση και δεύτερον, επειδή η Σύμβαση είχε τερματιστεί πριν την ανάθεση έργου στην Κατηγορούμενη. Επίσης, δεν αμφισβητείται το ότι ο Παραπονούμενος δεν είχε εξασφαλίσει έργο μέχρι την ημερομηνία τερματισμού (ούτε και υπήρχε έργο σε εξέλιξη γενικότερα).
202. Αποδέχομαι το ότι απέστειλε το Τεκμήριο 37 στον Παραπονούμενο. Το ότι συνέχισαν να μιλούν μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων και να συνεργάζονται συνάδει με το ότι υπήρχε μια σχέση ευρύτερης συνεργασίας και φιλίας ως η εκδοχή του Κατηγορούμενου 3. Ο Κατηγορούμενος 3 αναγνώρισε το Τεκμήριο 37 και ανέφερε ότι το συνέταξε σε συνέχεια προφορικού τερματισμού της Σύμβασης και το απέστειλε. Η θέση η οποία είχε υποβληθεί ότι το μήνυμα ήταν πλαστό και ότι ουδέποτε εστάλη δεν υποστηρίχθηκε από μαρτυρία.
203. Ως έχει προαναφερθεί, η θέση ότι τερματίστηκε η Σύμβαση είχε αναφερθεί στο Τεκμήριο 13 δύο χρόνια μετά. Συγκεκριμένα παρουσιάστηκε ως γεγονός ότι η Σύμβαση είχε ακυρωθεί λόγω μη έγκαιρης ανάθεσης έργου. Το Τεκμήριο 13 το παρουσίασε και το κατέθεσε ο ίδιος ο Παραπονούμενος για να δείξει ότι επιχειρήθηκε η τροποποίηση της Σύμβασης, θέση όμως η οποία δεν συνάδει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13 για τους λόγους τους οποίους έχω επεξηγήσει προηγουμένως. Αναμένεται από ένα λογικό πρόσωπο το οποίο θεωρεί πως είναι εργοδοτούμενος, σε περίπτωση κατά την οποία του αναφέρουν ότι η Σύμβαση εργοδότησης του έχει ακυρωθεί η τερματιστεί, να αντιδράσει, μάλιστα έντονα, ειδικά μετά από περίπου 3 χρόνια από τη σύναψη της Σύμβασης και ενώ δεν έχει λάβει κανένα εισόδημα. Ο Παραπονούμενος δεν αντέδρασε και παρουσίασε στην ακρόαση το Τεκμήριο 13 ως η προσπάθεια των Κατηγορούμενων για τροποποίηση της Σύμβασης θέσει η οποία δεν συνάδει ούτε με την κοινή λογική και την ανθρώπινη εμπειρία.
204. Περαιτέρω, το ότι δεν διεκδικήθηκαν μισθοί από το 2010 μέχρι την καταχώριση της υπόθεσης επίσης είναι συμβατό με το ότι η Σύμβαση τερματίστηκε. Ακόμα και αν θεωρηθεί ότι ο Παραπονούμενος το 2019 με βάση το Τεκμήριο 21 διεκδίκησε «ένα ποσό» (ως ο ίδιος φαίνεται να αναφέρει) αυτό συνάδει με μια σχέση συνεργάτη και όχι με σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου.
205. Κατά συνέπεια για τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω δέχομαι ότι ο Κατηγορούμενος 3 τερμάτισε τη Σύμβαση την περίοδο του Ιουλίου του 2011 και επιβεβαίωσε τούτο γραπτώς με το Τεκμήριο 37.
206. Επειδή ο ΜΥ2 αντεξετάστηκε επί μακρόν σε σχέση με την σχέση του Παραπονούμενου με τον Mashnouk της RTCC πρέπει να αναφερθεί πως με το Τεκμήριο 34 έδειξε πως η γνωριμία με τον Mashnouk έλαβε χώρα τουλάχιστον από τον Μάρτιο του 2009 δηλαδή πριν να λάβει χώρα η γνωριμία με τον Παραπονούμενο.
207. Δέχομαι την θέση του Κατηγορούμενου 3 ως προς το ποιοι είχαν εργαστεί για την επέκταση της Εταιρείας στη ΣΑ. Η θέση του υποστηρίχθηκε με την κατάθεση των Τεκμηρίων 34 και 36(α), 36(β) και 36(γ) και δεν κατέστη δυνατή η αποτελεσματική της αμφισβήτηση μέσω της αντεξέτασης. Ο Κατηγορούμενος 3 επεξηγώντας με λεπτομέρεια τις ενέργειες των διαφόρων συνεργατών τους κατά τα πρώτα τους βήματα στη ΣΑ, τους αριθμούς μηνυμάτων και ενεργειών που απαιτούνταν για την εγκαθίδρυση της Εταιρείας στη ΣΑ έπεισε ως προς το ότι η συμβολή του Παραπονούμενου ήταν σποραδική και δεν ήταν τέτοια η οποία να θεωρείται ουσιαστική. Η παραδοχή του Κατηγορούμενου 3 ότι ο Παραπονούμενος βοήθησε σε σχέση με κάποια θέματα θεωρώ ότι είναι ένδειξη της ειλικρίνειας του.
208. Ως προς το κατά πόσον τους επιβεβαίωνε ο Παραπονούμενος ότι είχε «έτοιμα έργα» για να τους πείσει να υπογράψουν επίσημη συμφωνία συνεργασίας, διακρίνω μια τάση υπερβολής στην θέση των Κατηγορούμενων. Δεν θεωρώ ότι είχαν πειστεί πως υπάρχουν εύκολες λύσεις και πως θα έρχονταν οι δουλειές χωρίς προσπάθεια από μέρους τους και αυτό εξηγεί τη δοκιμαστική περίοδο στη Σύμβαση. Θεωρώ ότι είχε παρουσιάσει τον εαυτό του ο Παραπονούμενος ως πρόσωπο το οποίο έχει σημαντικές διασυνδέσεις ωστόσο όχι ότι έχει «έτοιμα έργα». Στο τέλος της ημέρας δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία το τι ώθησε τους Κατηγορούμενους να προτείνουν και να υπογράψουν τη Σύμβαση με τον Παραπονούμενο ούτε και το κατά πόσον ανέφερε πως έχει έτοιμα έργα ή διασυνδέσεις που θα τους εξασφάλιζαν έργα. Αυτό που έχει σημασία είναι το κατά πόσον τέθηκε σε εφαρμογή η Σύμβαση και το κατά πόσον δημιουργήθηκε η υποχρέωση για καταβολή μισθού.
209. Τα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος 3 ως προς την λογική της Σύμβασης θεωρώ πως προκύπτουν και από το περιεχόμενο της και τα αποδέχομαι. Δεν θεωρώ ότι έτυχε αμφισβήτησης το ποια είναι η εμπορική λογική της Σύμβασης.
210. Παρά ταύτα, θεωρώ ότι ο Κατηγορούμενος 3 υπέπεσε σε αντίφαση όταν ανέφερε πως για να ενεργοποιηθεί η Σύμβαση έπρεπε να φέρει έργο ο Παραπονούμενος καθότι η δήλωση αυτή είναι αντίθετη με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9. Στη Σύμβαση γίνεται διάκριση μεταξύ εξασφάλισης έργων γενικώς και έργων «που εξασφαλίζει ο ίδιος». Επομένως, δεν μπορεί να ισχύει πως η Σύμβαση ενεργοποιείται μόνο αν φέρει ο ίδιος έργο. Η ικανότητα του Παραπονούμενου να εξασφαλίζει έργα είναι ένας εκ των παραγόντων που θα λαμβάνονταν υπόψη κατά την αξιολόγηση στους 4 μήνες μετά την ανάληψη του πρώτου κατασκευαστικού έργου από την Εταιρεία. Ωστόσο, είναι καθαρό το ότι ενεργοποιείται η Σύμβαση με την εξασφάλιση έργου από την Εταιρεία έστω και αν δεν το είχε εξασφαλίσει ο Παραπονούμενος. Η θέση αυτή του Κατηγορούμενου 3 έρχεται και σε αντίφαση με την θέση του Κατηγορούμενου 2 καθώς και με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 στο οποίο αναφέρεται ότι το «πακέτο» θα τεθεί σε ισχύ 6 μήνες μετά την υπογραφή του πρώτου συμβολαίου «το οποίο φαίνεται να είναι με την RTCC για το έργο στο Jizan».
211. Σημειώνω, σε κάθε περίπτωση πως το πως ερμηνεύει ο Κατηγορούμενος 3 τη Σύμβαση δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία καθότι είναι το Δικαστήριο που θα πρέπει να την ερμηνεύσει και να εξαγάγει συμπεράσματα. Ούτε και πρόκειται περί κάποιας ουσιώδους αντίφασης ως προς τα αμφισβητούμενα θέματα το πως θέλει να ερμηνεύει ο Κατηγορούμενος 3 τη Σύμβαση.
212. Αποδέχομαι τη θέση ότι η υπογραφή της Σύμβασης δεν επέφερε οποιαδήποτε αλλαγή στην ήδη υπάρχουσα σχέση ευρύτερης συνεργασίας η οποία υφίστατο μεταξύ των μερών. Η επαφή και ανάμιξη του Παραπονούμενου στην Κατηγορούμενη φαίνεται να είναι περιορισμένη. Σίγουρα δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για την διεκπεραίωση όλων αυτών των καθηκόντων τα οποία ανέλαβε δυνάμει της Σύμβασης και του Παραρτήματος 1 αυτής.
213. Το ότι ο Παραπονούμενος δεν εγκαταστάθηκε στα γραφεία της στη ΣΑ, εργαζόταν στην SSCL και ήταν εγκατεστημένος στα γραφεία της, δεν εγγράφηκε πουθενά ως εργοδοτούμενος της Εταιρείας, ούτε στην Κύπρο ούτε στη ΣΑ δεν έτυχε αμφισβήτησης και μάλιστα συνάδει και με τη θέση του Παραπονούμενου. Δέχομαι ότι η Κατηγορούμενη έχει συγκεκριμένη διαδικασία για την πρόσληψη και εγγραφή εργοδοτούμενου (Τεκμήριο 39) και όταν προσλαμβάνεται ένα πρόσωπο καταχωρούνται διάφορες πληροφορίες σε σχέση με τον εργοδοτούμενο στο αρχείο της Εταιρείας. Ο Παραπονούμενος δεν είναι καταγεγραμμένος ως υπάλληλος της Εταιρείας είναι όμως στον κατάλογο με συνεργάτες της Εταιρείας. Η θέση αυτή ουδόλως έτυχε αμφισβήτησης.
214. Αποδέχομαι τα όσα ανέφερε σε σχέση με την εγγραφή των υπαλλήλων της Εταιρείας και για το ότι η Κατηγορούμενη ως Κυπριακή εταιρεία δεν επηρεαζόταν από το Saudisation και δεν είχε υποχρέωση να εγγραφεί στο GOSI. Επίσης αποδέχομαι και το ότι η LBKSA ήταν σε επίπεδο platinum όσον αφορά το saudisation και επομένως δεν ήταν εμπόδιο στην εγγραφή του κύριου Βολίδη ως υπάλληλου το saudisation. Η εκδοχή του σε σχέση με αυτά τα ζητήματα ήταν συνεκτική, αληθοφανής και λεπτομερής και πειστική.
215. Ούτε και το ότι η οικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης τα πρώτα χρόνια δραστηριοποίησης της στη ΣΑ ήταν πολύ καλή και ότι γι’ αυτό επιδιώχθηκε και η επέκταση στη ΣΑ είχε αμφισβητηθεί.
216. Σε σχέση με τον Emad Ezeldin δέχομαι την εκδοχή του Κατηγορούμενου 3 ότι οι επαφές γίνονταν λόγω της φιλικής σχέσης με τον Παραπονούμενο. Από τα μηνύματα στο Τεκμήριο 15 δεν φαίνεται να είχε δοθεί διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Κατηγορούμενης ούτε και υπήρξε μαρτυρία ως προς το ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο έλαβε μισθό.
217. Ως προς τις βοήθειες που παρείχαν στον Παραπονούμενο αυτές δεν είχαν αμφισβητηθεί και επομένως αποδέχομαι τα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος 3. Το ότι και οι Κατηγορούμενοι πρόσφεραν ορισμένες βοήθειες στον Παραπονούμενο περιλαμβανομένου και του ποσού των €10.000 όταν αντιμετώπισε ένα πρόβλημα υγείας επιβεβαιώνει τη φιλική σχέση των δύο πλευρών και τη διάθεση τους για αλληλοβοήθεια. Το ποιος πρόσφερε περισσότερα δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα για να πρέπει να αποφασιστεί από τον παρόν Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Ούτε και το ότι ο Παραπονούμενος ενδεχομένως να πρόσφερε περισσότερα είναι ικανό να καταρρίψει τη θέση του Κατηγορούμενου 3 ότι υπήρχε μια σχέση ευρύτερης συνεργασίας και ένα κλίμα αλληλοβοήθειας χωρίς να ζητείται αντάλλαγμα.
218. Η υποβολή ότι ο Παραπονούμενος απαίτησε τους μισθούς του επανειλημμένα αλλά επειδή ήταν φίλοι έδειξε ανοχή, θέση την οποία εν πάση περιπτώσει απέρριψε ο Κατηγορούμενος 3, παρέμεινε μετέωρη και δεν υποστηρίχθηκε από μαρτυρία. Ως προς το Τεκμήριο 21 και το Τεκμήριο 22 επαναλαμβάνεται η ανάλυση που έγινε στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου 2. Επομένως αποδέχομαι την εκδοχή του Κατηγορούμενου 3 η οποία συνάδει με αυτήν του Κατηγορούμενου 2 καθώς και με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 22. Προσθέτω ότι η Κατηγορούμενη δραστηριοποιείτο στη ΣΑ μέχρι το 2021 άρα την περίοδο που στάλθηκε το Τεκμήριο 22 θα μπορούσε να γίνει νέα πρόταση για συνεργασία.
219. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η μαρτυρία του Κατηγορούμενου 3 επί των αμφισβητούμενων θεμάτων ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και την αποδέχομαι στην ολότητα της εκτός από το ότι ο Παραπονούμενος τους υποσχέθηκε πως είχε «έτοιμα έργα» για τους λόγους τους οποίους επιχείρησα να επεξηγήσω πιο πάνω.
v. Τεκμήριο 37 – «Επιστολή τερματισμού»
220. Κατά την ακρόαση υποβλήθηκε ότι ο Παραπονούμενος ουδέποτε παρέλαβε το Τεκμήριο 37 και υποβλήθηκε επανειλημμένως στους Κατηγορούμενους ότι το έγγραφο αυτό είναι πλαστό.
221. Παρενθετικά αναφέρω, σε αυτό το σημείο ότι, στη Συμπληρωματική Αγόρευση του Παραπονούμενου οι συνήγοροι καλούν το Δικαστήριο να συγκρίνει το Τεκμήριο 37 με άλλα ηλεκτρονικά μηνύματα και επίσης παραθέτουν τις δικές τους απόψεις γιατί το μήνυμα είναι πλαστό π.χ. επειδή τα στοιχεία δεν βρίσκονται στην ίδια ευθεία με άλλα και η γραμμή που χωρίζει το μήνυμα από το στοιχεία παραλήπτη, αποστολέα και ημερομηνία δεν είναι ομοιόμορφή σε σύγκριση με άλλα μηνύματα.
222. Καταρχάς πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο δεν είναι πραγματογνώμονας αλλά ούτε και οι συνήγοροι μπορούν να προσκομίζουν μαρτυρία και δη μαρτυρία πραγματογνώμονα μέσω της αγόρευσης τους. Επιπρόσθετα, οι θέσεις αυτές δεν τέθηκαν στον Κατηγορούμενο 3. Επομένως, δεν λαμβάνονται υπόψιν οι απόψεις των συνηγόρων σε σχέση με τα χαρακτηριστικά ενός γνήσιου αντιγράφου μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και επί του γιατί το Τεκμήριο 37 δεν είναι γνήσιο κατά την άποψη τους.
223. Με βάση την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ρίκκος Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 53/17,64/17, 66/17 και 68/17, 15.12.2017, ζητήματα γνησιότητας εγγράφων δεν αποτελούν θέμα ένστασης (όπως το αντιλαμβάνομαι δεν είναι ζήτημα αποδεκτότητας της μαρτυρίας) αλλά σχετίζονται με την αποδεικτική αξία ή βαρύτητα η οποία θα αποδοθεί στο τεκμήριο στο τέλος.
224. Αφού η μαρτυρία αυτή ενταχθεί στο μαρτυρικό υλικό αξιολογείται πλέον στο σύνολο της μαρτυρίας περιλαμβανομένης μαρτυρίας η οποία ενδέχεται να αντικρούει τη θεώρηση επί της οποίας η συγκεκριμένη μαρτυρία έγινε αποδεκτή.[14] Επομένως, η πραγματική μαρτυρία είναι αποδεκτή και εναπόκειται στο Δικαστήριο ως ζήτημα πλέον αξιολόγησης και ευρημάτων να καταλήξει επί του κατά πόσον θα μπορούσε να αποδεχθεί τη γνησιότητα του εγγράφου.[15] Αυτό έγινε εν προκειμένω στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας των Κατηγορούμενων.
225. Όσον αφορά ποιος το έχει το βάρος να αποδείξει την πλαστότητα ενός εγγράφου σε μια ποινική υπόθεση η απάντηση, εξ όσων αντιλαμβάνομαι, είναι ότι εξαρτάται από το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος ικανοποίησε το evidential burden of proof, ήτοι εάν κατέστησε ένα ζήτημα ζωντανό στη δίκη, εάν προσκόμισε επαρκή μαρτυρία για να τεθεί το ζήτημα ενώπιον του κριτή γεγονότων. Εάν το αποδεικτικό βάρος (evidential burden, σε αντιδιαστολή με το νομικό βάρος – legal burden of proof) ικανοποιηθεί από την Υπεράσπιση τότε εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει την πλαστότητα του εγγράφου. Επομένως διαφωνώ με τη θέση των συνήγορων του Παραπονούμενου.
226. Στην Ρίκκος Ερωτοκρίτου το Δικαστήριο ανέφερε ότι το έγγραφο θα πρέπει να τύχει στοιχειοθέτησης της αυθεντικότητας του από το πρόσωπο που το καταθέτει, ωστόσο υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να γίνει αυτό, ένας εκ των οποίων είναι η αναγνώριση του. Θεωρώ σκόπιμο, να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση (ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου):
«Δεν θα μπορούσε ποτέ να αμφισβητηθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποκλειστικά και καθ' όλη τη διάρκεια της δίκης το βάρος να αποδείξει πέραν λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου (νομικό βάρος απόδειξης, legal burden of proof). Ο κατηγορούμενος αντίθετα, δεν έχει κανένα βάρος να αποδείξει την αθωότητα του, υπέρ της οποίας υφίσταται μαχητό τεκμήριο (Wοolmington v. The Director of Public Prosecutions [1935] A.C. 462, Anastassiades v. The Republic (1977) 2 C.L.R. 97). Σ' αυτά τα πλαίσια είναι η κατηγορούσα αρχή που θα πρέπει να προσκομίσει μαρτυρία προς απόδειξη της πλαστότητας εγγράφου (Doe dem. Devine v. Wilson and Others [1855] 10 Moo. P.C.C. 502, Cypromix Concetrates Co Ltd v. Vitafor N.V. (2001) 1 AAA 676), καθόσον αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας, όπως ορθά διευκρινίζεται στο Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης και Νικόλας Γ. Σάντης, σελ. 354.
Κατά τ'άλλα, τηρούμενης πάντοτε της θεμελιακής αρχής περί «νομικού βάρους απόδειξης», όταν ένας κατηγορούμενος δεν τηρήσει δικαιωματικά στάση σιωπής και προβάλει ένα νέο ζήτημα στα πλαίσια της υπεράσπισης του, τότε έχει το «βάρος» (evidential burden of proof) να εγείρει το ζήτημα αυτό επαρκώς ως επίδικο (Attorney General's Ref. (No. 1 of 2004) [2004] 1 W.L.R. 2111), Παράλληλα, παραμένει, καθ' όλη τη διάρκεια, της δίκης, το νομικό βάρος, ήτοι το βάρος απόδειξης της ενοχής του κατηγορούμενου στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, υπό την έννοια ότι, εάν ο κατηγορούμενος στοιχειοθετήσει, σε βαθμό που θα μπορούσε να προκληθεί εύλογη αμφιβολία για την ενοχή του, είτε με μαρτυρία που θα προσφέρει είτε και επί της μαρτυρίας της άλλης πλευράς ( R. v. Bullard [1957] A.C. 63), το εγειρόμενο από τον ίδιο ζήτημα, τότε η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αντικρούσει τον κατηγορούμενο και να αποδείξει, παρά τους ισχυρισμούς του, την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Τα ηλεκτρονικά μηνύματα εν προκειμένω κατατέθηκαν ως πραγματική μαρτυρία (real evidence), έννοια που αντιδιαστέλλεται προς εκείνη των εγγράφων τα οποία ενσωματώνουν μια συμφωνία ή πράξη (documentary evidence) (Phipson on Evidence, 18th Ed., 1-14) (βλ. Rizwan, ανωτ.). Ev πάση περιπτώσει, η στοιχειοθέτηση από το πρόσωπο που προσκομίζει το έγγραφο της αυθεντικότητας του (authentification), είτε πρόκειται για έγγραφο που κατατίθεται ως πραγματική μαρτυρία, είτε πρόκειται έγγραφο που κατατίθεται ως «έγγραφη μαρτυρία», είναι αναγκαία. Τέτοια στοιχειοθέτηση της αυθεντικότητας μπορεί να γίνει με μαρτυρία αναγνώρισης του τεκμηρίου ή με περιστατική μαρτυρία ή με μαρτυρία εμπειρογνώμονα (Phipson on Evidence, ανωτ. 41-07). Όταν δε προσκομίζεται από κατηγορούμενο, αρκεί να αποσειστεί το «βάρος» υπό την περιορισμένη έννοια που αναφέραμε ανωτέρω.
Εν προκειμένω, με το να δοθεί απλώς η φερόμενη ως έκθεση πραγματογνώμονα στην άλλη πλευρά, καθόλου δεν ηγέρθη το ζήτημα της γνησιότητας ώστε η Κατηγορούσα Αρχή να είχε πλέον το βάρος να αποδείξει την πλαστότητα, όπως δεν θα μπορούσε ο συνήγορος να επικαλείται τέτοιο ζήτημα χωρίς μαρτυρία (βλ. Parker v. Smith [1974] R.T.R. 500). Ούτε η διάτρητη από πλευράς αξιοπιστίας λοιπή μαρτυρία γύρω από τα τεκμήρια, μπορεί να θεωρηθεί ως εγείρουσα επαρκώς το ζήτημα.
Είναι υπ'αυτή την έννοια που πρέπει να γίνει αντιληπτή η ενέργεια του Κακουργιοδικείου να προβεί σε οπτικές και μόνο παρατηρήσεις που δεν συνιστούσαν άσκηση εμπειρογνωμοσύνης προς στοιχειοθέτηση της πλαστότητας των τεκμηρίων. Ήταν μια αναφορά επιπρόσθετη όχι μόνο σε σχέση με τη συνολική αξιολόγηση, αλλά και σε σχέση με το επιμέρους γεγονός ότι ενώ η υπεράσπιση κατέθεσε τα αμφισβητούμενα τεκμήρια με τέτοιο τρόπο ώστε να μην στοιχειοθετηθεί επαρκώς, έστω και στον περιορισμένο απαιτούμενο βαθμό, το ζήτημα της γνησιότητας, υπήρχαν σ'αυτά και οφθαλμοφανείς διαφορές που παρέμειναν ανεξήγητες.
Εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές ότι η παρατήρηση του Κακουργιοδικείου ήταν επιπρόσθετη και τέθηκε, όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται στην απόφαση, «πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω στοιχείων λογικής», στοιχείων επί των οποίων το Κακουργιοδικείο δεν είχε πειστεί καθόλου ότι τα συγκεκριμένα αποτέλεσαν μέρος πραγματικής αλληλογραφίας ως οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης. Θα μπορούσε τέτοια αναφορά να αποφευχθεί ως περιττή ή και άτοπη, αλλά οπωσδήποτε δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή ως άσκηση εμπειρογνωμοσύνης ή άλλη ενέργεια που να επηρεάζει την εξέλιξη της υπόθεσης.»
227. Κατά συνέπεια, το ζήτημα του ποιος έχει το βάρος να αποδείξει πλαστότητα ή αυθεντικότητα (αναλόγως) εξαρτάται από το κατά πόσον ηγέρθη επαρκώς το ζήτημα ως επίδικο από το πρόσωπο το οποίο καταθέτει ως τεκμήριο το έγγραφο, εν προκειμένω από τον Κατηγορούμενο 3.
228. Ο Κατηγορούμενος 3, εν προκειμένω, αναγνώρισε το έγγραφο, ανέφερε ότι το συνέταξε και ότι το απέστειλε σε συνέχεια προφορικής επικοινωνίας που είχε με τον Παραπονούμενο. Σε επανειλημμένες υποβολές περί πλαστότητας αυτός αρνήθηκε τον ισχυρισμό. Επομένως, θεωρώ ότι τέθηκε επαρκώς κατά τρόπο που ικανοποιείται το evidential burden ότι το έγγραφο είναι γνήσιο (issue was brought into play). Συνεπακόλουθα, η Κατηγορούσα Αρχή είχε το legal burden να αποδείξει την πλαστότητα του. Επεξηγώ στην ενότητα της αξιολόγησης της μαρτυρίας γιατί θεωρώ πως όντως εστάλη το εν λόγω μήνυμα.
229. Σημειώνω επίσης πως το έγγραφο είχε τεθεί στον Παραπονούμενο κατά την αντεξέταση του και ζητήθηκε από αυτόν να το σχολιάσει. Υποβλήθηκε πως το Τεκμήριο 37 δείχνει πως η Σύμβαση τερματίστηκε. Ο Παραπονούμενος μπορούσε να ζητήσει να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία σε σχέση με αυτό το ζήτημα ή να προσκομίσει μαρτυρία πραγματογνώμονα για να αποδείξει ότι είναι πλαστό ή ότι δεν στάλθηκε.
230. Κατά την αντεξέταση του Παραπονούμενου είχε ζητηθεί χρόνος για να εντοπίσει ορισμένα μηνύματα τα οποία ανταλλάγηκαν μετά τον τερματισμό της Σύμβασης ως προκύπτει από το Τεκμήριο 37 και όντως κατατέθηκαν ως τεκμήριο ορισμένα μηνύματα. Δεν ζητήθηκε όμως χρόνος ούτε και ζητήθηκε να εξεταστεί από πραγματογνώμονα είτε η εκτύπωση του μηνύματος Τεκμήριο 37 ή ο λογαριασμός ηλ. ταχυδρομείου του Παραπονούμενου για να αποδειχθεί ότι είναι πλαστό.
vi. ΕΥΡΗΜΑΤΑ
231. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα που δεν έτυχαν αμφισβήτησης προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
231.1 Το 2009 η Κατηγορούμενη η οποία αποτελεί εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία αποφάσισε όπως επεκτείνει τις εργασίες της στη ΣΑ. Οι Κατηγορούμενοι 2,3 και 4 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθυντές της Κατηγορούμενης. Η Lois Builders KSA συστάθηκε στη ΣΑ τον Απρίλιο του 2010.
231.2 Ο Παραπονούμενος εργαζόταν στην κατασκευαστική βιομηχανία για 42 χρόνια. Από το 1977 μέχρι το 2018 εργαζόταν στην SSCL στο Ριάντ της ΣΑ. Το 2008 δημιούργησε την εταιρεία Giant η οποία δραστηριοποιείτο στη ΣΑ και προσέφερε, μεταξύ άλλων, υπηρεσίες ανάπτυξης επιχειρήσεων στον κατασκευαστικό τομέα, συμβουλευτικές υπηρεσίες σε αλλοδαπούς πελάτες και εγκατάσταση και βοήθεια στη διείσδυση στην αγορά της ΣΑ.
231.3 Τον Οκτώβριο του 2009 ο Παραπονούμενος γνώρισε τον Κατηγορούμενο 3 μέσω του Κώστα Ανδρονίκου ο οποίος ήταν διευθυντής – manager - της Κατηγορούμενης και είχε προσληφθεί για την επίτευξη της επέκτασης στη ΣΑ.
231.4 Ο Παραπονούμενος διαβεβαίωσε τον Κατηγορούμενο 3 ότι είχε τις κατάλληλες επαφές και διασυνδέσεις για να εξασφαλίσει μεγάλα έργα στη ΣΑ αλλά και την απαραίτητη πείρα και ικανότητα να διαχειριστεί την σκοπούμενη επέκταση από κάθε άποψη.
231.5 Κατά τους πρώτους μήνες γνωριμίας τους και ενόσω εξεταζόταν το ενδεχόμενο επίσημης συνεργασίας ο Παραπονούμενος βοηθούσε ανά τακτά χρονικά διαστήματα με διάφορα θέματα δείχνοντας πρόθυμος να βοηθήσει, με απώτερο σκοπό την επίτευξη επίσημης επαγγελματικής συνεργασίας με την Κατηγορούμενη. Η εμπλοκή του Παραπονούμενου ήταν αποσπασματική και όχι συνεχόμενη - επί καθημερινής βάσης.
231.6 Παρότι η αρχική επαφή με τον Παραπονούμενο προέκυψε για επαγγελματικούς λόγους, μεταξύ του Κατηγορούμενου 3, του Κατηγορούμενου 2 και του Παραπονούμενου διαμορφώθηκε μια σχέση φιλίας.
231.7 Στις 09.05.2010 έγινε πρόταση στον Παραπονούμενο από τον Κατηγορούμενο 3 για εργοδότηση στην Κατηγορούμενη 1, ήτοι αποστάλθηκε από τον Κατηγορούμενο 3 στον Παραπονούμενο το Τεκμήριο 7 τα σημεία του οποίου αναφέρεται ότι αποτελούν τη βάση της συνεργασίας των μερών. Η συμφωνία θα ενεργοποιείτο 6 μήνες μετά την υπογραφή του πρώτου κατασκευαστικού συμβολαίου και κατόπιν αξιολόγησης του Παραπονούμενου επί τεσσάρων σημείων.
231.8 Την 01.07.2010 υπογράφηκε μεταξύ του Παραπονούμενου και της Κατηγορούμενης 1 το Τεκμήριο 9 το οποίο τιτλοφορείται ως «Σύμβαση Εργοδότησης». Η Σύμβαση θέτει ορισμένες προϋποθέσεις για την εφαρμογή – ενεργοποίηση της με την πιο σημαντική να είναι η εξασφάλιση από την Κατηγορούμενη 1 κατασκευαστικού έργου στη ΣΑ.
231.9 Μετά την υπογραφή της Σύμβασης ο Παραπονούμενος δεν ανέλαβε οποιοδήποτε ρόλο στην Κατηγορούμενη. Η ανάμιξη του Παραπονούμενου στην λειτουργία της Κατηγορούμενης ήταν αποσπασματική. Δεν εξελίχθηκε η σχέση ευρύτερης συνεργασίας που είχαν σε οτιδήποτε περαιτέρω.
231.10 Ο Παραπονούμενος ουδέποτε εγκαταστάθηκε στα γραφεία της Κατηγορούμενης 1 και δεν εργαζόταν από εκεί. Ο Παραπονούμενος συνέχισε να εργάζεται καθ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο στην SSCL. Εργαζόταν στην SSCL μέχρι και τον Απρίλιο του 2018 όταν είχε παραιτηθεί λόγω παράλειψης πληρωμής από την SSCL μισθών για τέσσερεις μήνες συνεπεία της κατάρρευσης του ομίλου J&P στην οποία ανήκε η εν λόγω εταιρεία.
231.11 Ο Παραπονούμενος δεν εγγράφηκε ως εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης 1 ούτε στην Κύπρο ούτε και στη ΣΑ. Ο Παραπονούμενος δεν είναι εγγεγραμμένος στα αρχεία τα οποία διατηρεί η Κατηγορούμενη 1 ως εργοδοτούμενος αλλά ως συνεργάτης.
231.12 Δεν καταβάλλονταν εισφορές για τον Παραπονούμενο στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων στην Κύπρο. Ο Παραπονούμενος δεν ήταν εγγεγραμμένος ως υπάλληλος της Κατηγορούμενης ή της LBKSA στο General Organisation of Social Insurance (GOSI) της ΣΑ.
231.13 Η Κατηγορούμενη 1 ως Κυπριακή εταιρεία δεν επηρεάζετο από ζητήματα σε σχέση με το «saudisation». Η LBKSA η οποία είναι εγγεγραμμένη στη ΣΑ επηρεάζετο από ζητήματα «saudisation» και έπρεπε να τηρεί ορισμένους κανόνες σε σχέση με την εργοδότηση Σαουδαραβών. Το sauidisation δεν ήταν εμπόδιο στο να εγγραφεί ο Παραπονούμενος ως εργοδοτούμενος είτε της LBKSA ή της Κατηγορούμενης.
231.14 Είναι παραδεκτό ότι δεν εξασφαλίστηκε έργο είτε από την Κατηγορούμενη 1 είτε από τον Παραπονούμενο εντός έξι μηνών από την υπογραφή της Σύμβασης.
231.15 Στις 22 Ιουλίου 2011 η Κατηγορούμενη κατέβαλε στον Παραπονούμενο το ποσό των €10.000 ως οικονομική βοήθεια καθότι αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και είχε μεταβεί στην Αγγλία για μια επέμβαση (Τεκμήριο 19). Εκτός από αυτό το ποσό δεν είχαν καταβληθεί άλλα χρήματα στον Παραπονούμενο.
231.16 Τον Ιούλιο του 2011 τερματίστηκε η Σύμβαση – Τεκμήριο 9 κατόπιν προφορικής επικοινωνίας του Κατηγορούμενου 3 με τον Παραπονούμενο. Ο τερματισμός της Σύμβασης επιβεβαιώθηκε γραπτώς με αποστολή του ηλεκτρονικού μηνύματος (Τεκμήριο 37) ημερομηνίας 27.07.2011.
231.17 Μετά τις 27.07.2011 ο Παραπονούμενος συνέχισε να έχει επαφή με τους Κατηγορούμενους μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Μετά τον τερματισμό της σύμβασης διατηρήθηκε η φιλική τους σχέση καθώς και η σχέση ευρύτερης συνεργασίας αναφορικά με επαγγελματικά ζητήματα. Η επαφή και επικοινωνία όσον αφορά επαγγελματικά θέματα ήτο αποσπασματική, υπήρχε πάντα όμως η θέληση από τις δύο πλευρές για αλληλοβοήθεια η οποία εδραζόταν στη φιλία μεταξύ των μερών.
231.18 Το Νοέμβριο του 2011 η LBKSA εξασφάλισε το πρώτο της κατασκευαστικό έργο στη ΣΑ (“Aviation, Khashm Alaan [SA National Guard]”) με κυρίως εργολάβο την κατασκευαστική εταιρεία NESMA, μετά από επαφές των Κατηγορούμενων χωρίς να έχει οποιαδήποτε εμπλοκή στην εξασφάλιση του ο Παραπονούμενος. Οι εργασίες για την κατασκευή είχαν ξεκινήσει το 2012.
231.19 Τον Ιούλιο του 2013 ο Παραπονούμενος παρουσίασε στον Κατηγορούμενο 2 διάφορες προβλέψεις που είχε διαμορφώσει και του ζήτησε να του προτείνουν μια νέα βάση επίσημης συνεργασίας. Συζητήθηκε και ο προηγούμενος τερματισμός της αρχικής σύμβασης (ήτοι του Τεκμηρίου 9) και ότι αυτή είχε ξεπεραστεί λόγων των περιστάσεων που γνώριζαν. Κατέληξαν δε ότι η τερματισθείσα συμφωνία θα χρησιμοποιείτο ως βάση για μια ενδεχόμενη νέα συνεργασία.
231.20 Στις 03.09.2013 αποστάλθηκε ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον Παραπονούμενο από τον Κατηγορούμενο 2 στο οποίο κατέγραψε τα δεδομένα ως είχαν τεθεί στη συνάντηση τους τον Ιούλιο του 2013 καθώς και τη βάση του νέου σκεπτικού για επίσημη μελλοντική συνεργασία (Τεκμήριο 13 και μέρος του Τεκμηρίου 22). Στο μήνυμα αυτό γινόταν αναφορά σε «αυτόματη ακύρωση» της Σύμβασης – Τεκμήριο 9 – λόγω μη έγκαιρης ανάθεσης έργου.
231.21 Εν τέλει η συζήτηση για εργοδότηση το 2013 και 2014 δεν οδήγησε σε υπογραφή σύμβασης. Εκτός από την Σύμβαση δεν υπογράφηκε οποιαδήποτε άλλη συμφωνία μεταξύ των μερών.
231.22 Δεν έχει καταβληθεί κανένα ποσό στον Παραπονούμενο ως μισθός με βάση τη Σύμβαση – Τεκμήριο 9.
231.23 Οι Κατηγορούμενοι παρείχαν βοήθεια στον Παραπονούμενο σε σχέση με τη δημιουργία μιας καφετέριας (Τεκμήριο 40).
231.24 Το 2018 ο Παραπονούμενος παραιτήθηκε από την SSCL και ακολούθως εξασφάλισε δικαστική απόφαση στη ΣΑ εναντίον της εν λόγω εταιρείας (Τεκμήριο 20).
231.25 Τον Ιανουάριο του 2019 ο Παραπονούμενος ζήτησε από τον Κατηγορούμενο 3 μέσω μηνύματος σε εφαρμογή ανταλλαγής μηνυμάτων (Τεκμήριο 21) να του «κανονίσει ένα ποσό» και ότι πρέπει να κάνουν τους λογαριασμούς τους. Ο Κατηγορούμενος 3 το θεώρησε προσβλητικό και δεν απάντησε.
231.26 Τον Νοέμβριο του 2019 έγινε συνάντηση μεταξύ του Παραπονούμενου και των Κατηγορούμενων 2 και 3. Μετά τη συνάντηση ο Παραπονούμενος τους απέστειλε το Τεκμήριο 22 στην οποία αναφέρεται πως έτυχαν επίλυσης ζητήματα που εκκρεμούσαν από το παρελθόν. Περαιτέρω, ανέφερε πως αναμένει νέα πρόταση για εργοδότηση από τους Κατηγορούμενους. Δεν υποβλήθηκε νέα πρόταση για εργοδότηση ούτε και οποιαδήποτε πρόταση σε σχέση με διευθέτηση.
231.27 Ο Παραπονούμενος ήταν φίλος και συνεργάτης των Κατηγορούμενων και είχαν μια σχέση ευρύτερης συνεργασίας η οποία ωστόσο ουδέποτε κατέστη σχέση εργοδότη – εργοδοτούμενου. Εξαίρεση αποτελεί η περίοδος από την 01.07.2010 μέχρι τον Ιούλιο του 2011 που τερματίστηκε η Σύμβαση, ωστόσο δεν είχε ενεργοποιηθεί η υποχρέωση για καταβολή μισθού.
Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΩΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ
(i) Παράλειψη πληρωμής μισθού
232. Το Άρθρο 9 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα εκάστου προσώπου σε αξιοπρεπή διαβίωση και κοινωνική ασφάλεια:
«Έκαστος έχει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβιώσεως και κοινωνικής ασφαλείας. Ο νόμος θα προβλέψη περί προστασίας των εργατών, αρωγής προς τους πτωχούς και συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων.»
233. Ο εργοδότης κατέχει δεσπόζουσα θέση έναντι των εργοδοτουμένων του. Οι οικονομικές συνθήκες των δύο συμβαλλομένων είναι πολύ διαφορετικές με αποτέλεσμα την ύπαρξη ανισότητας διαπραγματευτικής ισχύος. Η ανισότητα αυτή είναι ένα αναπόφευκτο χαρακτηριστικό της εργοδοτικής σχέσης κατά τρόπο που να απολήγει στην επιβολή όρων τους οποίους ο εργοδότης επιθυμεί έναντι του εργοδοτούμενου και τη συνεπακόλουθη ανυπαρξία πραγματικής ελευθερίας του εργοδοτούμενου στο πλαίσιο της συνομολόγησης συμβάσεων.[16]
234. Η καταβολή μισθού από τον εργοδότη στον εργοδοτούμενο είναι η βασικότερη υποχρέωση του εργοδότη με βάση τη σύμβαση εργοδότησης. Η σημασία της καταβολής του μισθού κατοχυρώνεται από ειδική νομοθεσία, ήτοι το Νόμο. Συνεπεία της ανισότητας αυτής μεταξύ των μερών ο νομοθέτης αποφάσισε να θεσπίσει το Νόμο ως αντίβαρο της οικονομικής ισχύος του εργοδότη και ως ένα μέσο ενίσχυσης της θέσης του αδύνατου συμβαλλόμενου, ήτοι του εργοδοτούμενου του οποίου η αξιοπρεπής διαβίωση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το μισθό τον οποίο λαμβάνει από τον εργοδότη του.
235. Ο σκοπός της θέσπισής του Νόμου είναι η προστασία των εργοδοτουμένων και, πιο συγκεκριμένα, η διασφάλιση του δικαιώματός τους προς λήψη του μισθού και των ωφελημάτων που δικαιούνται με βάση τη συμφωνία που διέπει την εργασιακή τους σχέση.
236. Η παράλειψη πληρωμής μισθού αποτελεί ιδιώνυμο αδίκημα με βάση το Νόμο ο οποίος έχει ως σκοπό την αντιμετώπιση με το δραστικό τρόπο τον οποίο προσφέρει η ποινική δικαιοδοσία ενός κοινωνικού προβλήματος το οποίο δημιουργείται συνεπεία της εν λόγω συμπεριφοράς του εργοδότη έναντι του εργοδοτούμενου του.[17]
237. Επιπρόσθετα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σκουφίδη ν. Χ.Α. Quality Paper Services Ltd, Ποινική Έφεση αρ. 134/2016, 5.6.2018 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου):
«Η θέσπιση του ως άνω Νόμου καθώς και η ποινικοποίηση των παραλείψεων πληρωμής μισθού και άλλα συναφή αδικήματα με βάση τις πρόνοιες του έχει ως σκοπό την προστασία των εργοδοτουμένων από πράξεις ή παραλείψεις που έχουν ως αποτέλεσμα τη στέρηση του δικαιώματος είσπραξης του μισθού, δικαιώματος που άπτεται θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου προς αξιοπρεπή διαβίωση, αφού η στέρηση του μισθού δύναται να οδηγήσει οποιονδήποτε πρόσωπο σε δυσχερή κατάσταση μη δυνατότητας αντιμετώπισης των καθημερινών του αναγκών.»
Συστατικά Στοιχεία
238. Δεδομένου ότι όλες οι κατηγορίες αφορούν τη χρονική περίοδο 2010 – 2017 στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να εφαρμοστεί ο Νόμος πριν από την τροποποίηση του με τον Ν.221(Ι)/2022. Σε σχέση με τις κατηγορίες οι οποίες αφορούν τα έτη 2011 - 2012 εφαρμόζεται ο Νόμος πριν την τροποποίηση του στις 28.12.2012 με το Ν. 200(Ι)/2012.
239. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις στο άρθρο 2 του Νόμου ο όρος «μισθός»: «σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές·»
240. Ο όρος «εργοδοτούμενος»: «σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται για άλλο πρόσωπο, είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και ο όρος “εργοδότης” θα ερμηνεύεται ανάλογα και θα περιλαμβάνει την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας».
241. Το άρθρο 3 του Νόμου με πλαγιότιτλο «τρόπος πληρωμής μισθών», πριν από την τροποποίηση του με το Ν. 221(Ι)/2022 προνοεί τα ακόλουθα:
«3. Οι μισθοί των εργοδοτουμένων πρέπει να πληρώνονται τοις μετρητοίς σε νόμιμο χρήμα, δηλαδή σε χαρτονομίσματα ή κέρματα, ή μέσω λογαριασμού μισθών ή με τραπεζική ή ταχυδρομική επιταγή.»
242. Σύμφωνα με το άρθρο 9 (1) «[η] συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία.»
243. Σύμφωνα δε με το άρθρο 10 του Νόμου, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν επιτρέπονται αποκοπές από το μισθό εργοδοτούμενου παρά μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, για παράδειγμα, αποκοπές που προνοούνται από νόμο ή κανονισμό, αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας ή δυνάμει δικαστικής απόφασης. Στην περίπτωση άλλων αποκοπών απαιτείται συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.
244. Όσον αφορά τη συγκατάθεση για αποκοπή το μισθού, εν προκειμένω, εφαρμόζεται ο Νόμος πριν από την τροποποίηση του από τον Ν. 221(Ι)/2022 με βάση τον οποίο ο Νόμος τροποποιήθηκε κατά τρόπο που η συγκατάθεση του εργοδοτούμενου να είναι γραπτή και ενυπόγραφη. Κατά συνέπεια, στην παρούσα υπόθεση αυτό που απαιτείται να αποδειχθεί για αποκοπή από το μισθό είναι η (απλή) συγκατάθεση του Παραπονούμενου.
245. Σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι σε ποινικές υποθέσεις στην περίπτωση κατά την οποία το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου, όπως εν προκειμένω, το επίπεδο απόδειξης το οποίο εφαρμόζεται είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.
246. Περαιτέρω σημειώνω σε σχέση με το βάρος απόδειξης ως προς το κατά πόσον καταβλήθηκαν ή αν ήταν οφειλόμενοι οι μισθοί αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην Ροδοσθένους (ανωτέρω):
«Η ευπαίδευτη πρωτόδικος Δικαστής έσφαλε στην προσέγγισή της ότι ο Παραπονούμενος - Εφεσείων όφειλε και να αποδείξει ότι οι μισθοί ήταν ή όχι οφειλόμενοι. Κάτι τέτοιο - η αυστηρή δηλαδή απόδειξη, ουσιαστικά, ότι οι μισθοί δεν καταβλήθηκαν - θα καθιστούσε κενή περιεχομένου και θα αντιστρατευόταν τη νομοθετική πρόνοια του άρθρου 12(3), η οποία εναποθέτει το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού στους ώμους του εργοδότη.
Υπό τις συνθήκες λοιπόν, κατ΄ ακολουθία και του άρθρου 12(3) του Νόμου, ο εργοδότης - Εφεσίβλητη έφερε πλέον το βάρος απόδειξης της καταβολής του μισθού στον εργοδοτούμενο - Εφεσείοντα. Προσθέτουμε ότι η εκ του νόμου, άρθρο 12(1)(2), υποχρέωση προς τήρηση αρχείων, εντάσσεται στην όλη φιλοσοφία προστασίας και διασφάλισης των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων, αλλά και ενισχύει τη δυνατότητα απόσεισης του βάρους που φέρει ο εργοδότης προς απόδειξη της καταβολής των μισθών εργοδοτουμένων.»
247. Το άρθρο 12 του Νόμου ως είχε πριν την τροποποίηση του από τον Ν. 221(Ι)/2022 προνοεί ότι ο εργοδότης οφείλει να διατηρεί και να φυλάσσει αρχεία στα οποία να φαίνεται για κάθε εργοδοτούμενο τα στοιχεία σχετικά με τον ακάθαρτο και καθαρό μισθό του, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν αποκοπών που έγιναν στο μισθό και τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι εν λόγω αποκοπές. Το άρθρο 12(3) προνοεί ότι «το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης».
248. Το άρθρο 19 του Νόμου προνοεί ότι το «Αρμόδιο Δικαστήριο για επίλυση οποιασδήποτε αστικής φύσεως διαφοράς, μέσα στα πλαίσια του παρόντος Νόμου, είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών» και «[σ]ε περίπτωση που ο εργοδότης καταδικαστεί για παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών θα μπορεί να εκδίδει διάταγμα καταβολής χρηματικών οφειλών του εργοδότη που προκύπτουν από τη μη πληρωμή μισθών».
249. Το άρθρο 20 του Νόμου με τίτλο «Αδικήματα και ποινές» ως είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο πριν την τροποποίηση του με το Ν. 221(Ι)/2022 διαλαμβάνει, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει, τα ακόλουθα:
«20.-(1) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων (2), (3) και (4) του παρόντος άρθρου, εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2) Το Δικαστήριο επιπρόσθετα από τις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο (1), δύναται, με την καταδίκη του εργοδότη, να εκδώσει και Διάταγμα καταβολής του οφειλόμενου ποσού προς τον εργοδοτούμενο.»
250. Στην ουσία αυτό το οποίο θα πρέπει να αποδείξει ο Παραπονούμενος είναι το ότι ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο και δικαιούτο σε μισθό ή, ανάλογα με την περίπτωση, ότι αποκόπηκε μέρος του μισθού που δικαιούτο.[18] Με βάση τη σχετική νομολογία δεν έχει σημασία πως αποκαλείται η παροχή αυτή. Με βάση το άρθρο 12(3) του Νόμου ο εργοδότης θα πρέπει να αποδείξει ότι καταβλήθηκαν στον Παραπονούμενο οι μισθοί ή ότι η αποκοπή έγινε με βάση το νόμο ή κατόπιν συγκατάθεσης του εργοδοτούμενου.
251. Όπως έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, το υπό κρίση αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθού, είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης, αφού το στοιχείο της ένοχης διάνοιας ή εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής μισθών.[19] Οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στην παράλειψη αυτή είναι αδιάφοροι.[20]
252. Ως προς την ερμηνεία συμβάσεων στην απόφαση Σύλλογος "Ανόρθωσις" Αμμοχώστου ν. "Απόλλων" Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού (2002) 1 ΑΑΔ 518 αναφέρθηκε ότι: «[τ]ο ζήτημα είναι νομικό εφόσον υπάρχει όντως θέμα ερμηνείας της σύμβασης. Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων, αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενό της να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών. Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos (1982) 1 C.L.R. 499 και Θάλεια Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ (1998) 1 Α.Α.Δ. 407.»
(ii) Ποινική ευθύνη διευθυντή εταιρείας
253. Οι Κατηγορούμενοι 2 - 4 κατηγορούνται ως διευθυντές της Κατηγορούμενης ότι παρείχαν βοήθεια, την παρακίνησαν ή την συμβούλευσαν ώστε να μην καταβάλει στον Παραπονούμενο το μισθό του.
254. Το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι ότι πρόσωπο το οποίο διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον ή που παρακινεί, συμβουλεύει ή προάγει αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός.
255. Όπως και σε άλλα αδικήματα, έτσι και στην παρούσα περίπτωση, ένοχος δύναται να κριθεί και ο συμμέτοχος ή συνεργός στη διάπραξή του, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρο 20 του Κεφ. 154. Βεβαίως, στις περιπτώσεις όπου ο αυτουργός ενός αδικήματος είναι κάποιο νομικό πρόσωπο, η ιδιότητα του διευθυντή ή άλλου αξιωματούχου του δεν δύναται από μόνη της να στοιχειοθετήσει την καταδίκη βάσει του εν λόγω άρθρου. Απαιτείται μαρτυρία για τη συγκεκριμένη δράση η οποία συνιστά συμμετοχή του φυσικού προσώπου στη διάπραξη του αδικήματος.[21]
256. Όσον αφορά την ποινική ευθύνη Διευθυντή εταιρείας εργοδότη στην Terezian (ανωτέρω) επιβεβαιώνεται η δυνατότητα ποινικής ευθύνης διευθυντή της εργοδότριας εταιρείας ως συνεργού. Ένας διευθυντής ή σύμβουλος εταιρείας μπορεί να κριθεί ένοχος ως συνεργός της εταιρείας, εάν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα.[22] Σημειώνω ότι με τον Ν. 221(Ι)/2022 τροποποιήθηκε ο Νόμος δια της προσθήκης, μεταξύ άλλων, του εδαφίου (1Α) στο άρθρο 20 αυτού στο οποίο προνοείται πως φυσικό πρόσωπο το οποίο κατέχει τη θέση του συμβούλου, προέδρου, διευθυντή ή γραμματέα στο νομικό πρόσωπο που είναι ο εργοδότης υπόκειται στην ίδια ποινή που προβλέπεται για τον εργοδότη εάν αποδειχθεί ότι το αδίκημα διαπράχθηκε με τη συγκατάθεση ή συνενοχή του προσώπου που ενεργεί υπό την ιδιότητα συμβούλου.
257. Ένα από τα είδη συμμετοχής ή συνέργειας, ως καθορίζονται στο άρθρο 20 του ΠΚ, είναι η παροχή συνδρομής (βοήθειας) σε άλλον ή η παρακίνηση άλλου να διαπράξει αδίκημα («aiding and abetting»). Η συγκεκριμένη συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη, ήτοι η δράση η οποία συνιστά τη συμμετοχή αυτή, είναι δυνατόν να αφορά είτε την προετοιμασία είτε οποιοδήποτε στάδιο της διάπραξης του αδικήματος
258. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Ashworth's Principles of Criminal Law, 2022, 10η έκδοση, σελ. 478: «Αbetting involves some encouragement of the principal to commit the offence and this usually accompanies, or is implicit in, an act of aiding. Aid may be given by supplying an instrument to the principal, keeping a look‑out, doing preparatory acts, and many other forms of assistance given before or at the time of the offence».
259. Καθίσταται λοιπόν αντιληπτό ότι η συνέργεια, συνδρομή ή βοήθεια δυνατόν να μην αφορά απλά μια μεμονωμένη στιγμιαία πράξη. Υπό τις κατάλληλες περιστάσεις γεγονότων και υποκειμενικής υπόστασης, είναι ενδεχόμενο να αποτελείται από σειρά ενεργειών ή από συνολική συμπεριφορά. Στην απόφαση στην υπόθεση Vrontis Builders Ltd κ.α. ν. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ (2016) 2 Α.Α.Δ. 518 η πλειοψηφία ανέφερε τα ακόλουθα (η έμφαση είναι δική μου):
«Η συνέργεια κατά το Άρθρο 20 του Κεφ. 154, δεν είναι στατική. Καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής. (Πουτζιουρής κ.α v. Δημοκρατίας (1990), 2 Α.Α.Δ. 309, σελ. 346 κ.ε). Το Άρθρο 305Α ποινικοποιεί, σύμφωνα με τον πλαγιότιτλο, την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα. Κατά τη νομολογία, (Militos Trading Ltd ν. Μαλέκκου (2012) 2 Α.Α.Δ. 609 και Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd (2003) 2 Α.Α.Δ. 261), η συνέργεια συντελείται κατά το χρόνο έκδοσης και υπογραφής της επιταγής. Η συνέργεια δεν είναι όμως στιγμιαία. Συνεχίζει καθ' όλη τη διάρκεια της διενέργειας της αξιόποινης πράξης. Η έκδοση επιταγής από την εταιρεία ως νομικό πρόσωπο καθιστά βέβαια υπεύθυνη την ίδια την εταιρεία ως την εκδότρια της επιταγής, αλλά ο διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας που υπογράφει την επιταγή δύναται να είναι ποινικά υπεύθυνος ως συνεργός νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεση του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος».
260. Αντλήθηκε επίσης καθοδήγηση από το σύγγραμμα Smith & Hogan, Criminal Law, 11th edn, σελ. 177 υπό τον τίτλο “Omission as a sufficient actus reus of secondary liability” καθότι η παρούσα υπόθεση αφορά παράλειψη, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
“The law does not generally impose criminal liability for a failure to act … In the context of secondary liability, the question arises whether D’s omission to prevent P committing the crime is sufficient to trigger liability. […]
Secondly, there are circumstances in which D has a right to control the actions of another and he deliberately refrains from exercising it, his inactivity may be a positive encouragement to the other to perform an illegal act, and, therefore an aiding and abetting. If a licensee on a public house stands by and watches his customers drinking after hours, he is guilty of aiding them and abetting them in doing so”.
261. Όσον αφορά το mens rea του συνεργού (secondary party) είναι σχετικά τα όσα αναφέρονται στις σελίδες 179 – 190 του πιο πάνω αναφερόμενου συγγράμματος. Υπό μορφή περίληψης αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 179:
“(1) the secondary party must intend to assist or encourage the principal’s act, or in the case of procuring, to bring the offence about;
(2) the secondary party must have knowledge as to the facts forming the essential elements of the principal’s offence, (including any facts as to which the principal bears strict liability). This includes an awareness that the principal will act with mens rea”.
262. Άντλησα επίσης καθοδήγηση από το σύγγραμμα Blackstone’s Criminal Practice 2015, παρ. Α4.5 και Α4.6. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι το mens rea στις περιπτώσεις ενός συνεργού (accessory) είναι «στενότερο» από αυτό του αυτουργού (principal) καθότι χρειάζεται πρόθεση ή γνώση, παρά αμέλεια ή απερισκεψία.
263. Εν πρώτοις, λοιπόν, αυτό το οποίο εξετάζεται, είναι το κατά πόσον εντοπίζεται συγκεκριμένη συμπεριφορά ή δράση, η οποία να συνιστά τη συμμετοχή κάποιου στο αδίκημα άλλου προσώπου. Αυτή η δράση, αν εντοπιστεί, αποτελεί την αντικειμενική υπόσταση της συμμετοχής ή συνέργειας (actus reus).
264. Η διάπραξη της πράξης ή η παράλειψη, ωστόσο, δεν είναι αφ’ εαυτής αρκετή για απόδειξη του αδικήματος επί τη βάσει του άρθρου 20 του Κεφ. 154, δεδομένου ότι ακόμα και στις περιπτώσεις αδικημάτων αυστηρής ευθύνης απαιτείται όσον αφορά το συνεργό να υφίσταται η αναγκαία γνώση ή πρόθεση, δηλαδή η υποκειμενική υπόσταση ή άλλως, η ένοχη διάνοια (mens rea). Εν ολίγοις, εάν κατά τη στιγμή της διενέργειας κάποιας πράξης (ή παράλειψης) δεν συνυπάρχει και το απαραίτητο για το συγκεκριμένο αδίκημα νοητικό στοιχείο, τότε δεν προκύπτει ποινική ευθύνη.
265. Όπως περαιτέρω εξηγείται στο σύγγραμμα Archbold 2015, §17‑113 «…in general the mental element of a crime must exist at the time of the physical act .». Έπεται πως η ένοχη διάνοια θα πρέπει να υφίσταται κατά τη στιγμή της συγκεκριμένης ενέργειας η οποία συνιστά τη συνέργεια.
266. Στην υπόθεση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd (2003) 2 Α.Α.Δ. 261, η οποία αφορούσε σε αδίκημα της συνέργειας σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατά παράβαση του εδαφίου (γ) του άρθρου 20 του ΠΚ αναφέρθηκαν τα εξής:
«Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 πάρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού.
Ο Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455 στη σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute that offence") Ο Devlin J. Στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων» («aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances")».
267. Σε περίπτωση συνέργειας κρίθηκε ότι «προτού πρόσωπο καταδικασθεί ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος, πρέπει, τουλάχιστον, να αποδειχθεί ότι γνώριζε τα αναγκαία στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα».[23] Περαιτέρω, τούτο ισχύει και όπου το αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης.[24]
268. Ως προς την προαναφερθείσα γνώση ή πρόθεση, είναι καλώς θεμελιωμένο ότι σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία για την απόδειξή τους. Κατά κανόνα τα στοιχεία αυτά αποδεικνύονται εμμέσως, με περιστατική μαρτυρία, ή όπως αλλιώς έχει τεθεί, κατά κανόνα αυτά αναδύονται ως εξυπακουόμενα στοιχεία μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα, τα οποία αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου και περαιτέρω εννοείται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του. [25]
(iii) Κατάχρηση Διαδικασίας Λόγω Καθυστέρησης
269. Το Δικαστήριο έχει το υπέρτατο καθήκον να προωθεί την απονομή της δικαιοσύνης και να εμποδίζει την αδικία. Είναι από αυτό το καθήκον που εκπηγάζει η σύμφυτη εξουσία για ανακοπή της δίωξης και αναστολή της διαδικασίας σε περιπτώσεις κατάχρησης.
270. Το Δικαστήριο έχει τη σύμφυτη εξουσία για την περιστολή καταχρηστικών διαδικασιών (abuse of process). Η συμφυής αυτή εξουσία χαρακτηρίστηκε ως ευρύτατη.[26] Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές.[27] Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή ή απόρριψη ποινική υπόθεσης λόγω κατάχρησης της διαδικασίας υπάρχει σε όλα τα στάδια της υπόθεσης. Μπορεί ακόμα να διαπιστωθεί στο πλέον αρχικό στάδιο, όταν το Δικαστήριο καλείται να εγκρίνει την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει για αυτό το θέμα είτε κατόπιν αιτήσεως της υπεράσπισης είτε ex proprio motu. Ούτε και εμποδίζεται το Δικαστήριο στο να επανεξετάσει ζήτημα κατάχρησης οποτεδήποτε κρίνει ότι οι περιστάσεις το επιβάλλουν.[28]
271. Στο σύγγραμμα Blackstone’s Criminal Practice 2024, D3.66 παρατίθενται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα:
“In Maxwell [2010] UKSC 48 (at [13]), cited in Warren v A-G for Jersey [2011] UKPC 10 (at [22]), Lord Dyson summarised the two categories of case in which the court has the power to stay proceedings for abuse of process:
It is well established that the court has the power to stay proceedings in two categories of case, namely (i) where it will be impossible to give the accused a fair trial, and (ii) where it offends the court's sense of justice and propriety to be asked to try the accused in the particular circumstances of the case. In the first category of case, if the court concludes that an accused cannot receive a fair trial, it will stay the proceedings without more. No question of the balancing of competing interests arises. In the second category of case, the court is concerned to protect the integrity of the criminal justice system. Here a stay will be granted where the court concludes that in all the circumstances a trial will offend the court's sense of justice and propriety (per Lord Lowry in R v Horseferry Road Magistrates' Court, ex p Bennett [1994] 1 AC 42 (at 74G)), or will undermine public confidence in the criminal justice system and bring it into disrepute (per Lord Steyn in Latif [1996] 1 WLR 104 (at 112F)).
In Crawley [2014] EWCA Crim 1028, Sir Brian Leveson P summarised the scope of abuse of process thus (at [17]–[18]):
[T]here are two categories of case in which the court has the power to stay proceedings for abuse of process. These are, first, where the court concludes that the accused can no longer receive a fair hearing; and, second, where it would otherwise be unfair to try the accused or, put another way, where a stay is necessary to protect the integrity of the criminal justice system. The first limb focuses on the trial process and where the court concludes that the accused would not receive a fair hearing it will stay the proceedings; no balancing exercise is required. The second limb concerns the integrity of the criminal justice system and applies where the Court considers that the accused should not be standing trial at all, irrespective of the potential fairness of the trial itself.
… [T]here is a strong public interest in the prosecution of crime and in ensuring that those charged with serious criminal offences are tried. Ordering a stay of proceedings, which in criminal law is effectively a permanent remedy, is thus a remedy of last resort.
His lordship observed (at [21]) that 'cases in which it may be unfair to try the accused (the second category of case) will include, but are not confined to, those cases where there has been bad faith, unlawfulness or executive misconduct'. In such a case, 'the court is concerned not to create the perception that it is condoning malpractice by law enforcement agencies or to convey the impression that it will adopt the approach that the end justifies the means: the touchstone is the integrity of the criminal justice system' (at [23]). In Horseferry Road Magistrates' Court, ex parte Bennett [1994] 1 AC 42, Lord Griffiths (at p. 61H) said that if the courts have a power to interfere with the prosecution in such cases:
… it must be because the judiciary accept a responsibility for the maintenance of the rule of law that embraces a willingness to oversee executive action and to refuse to countenance behaviour that threatens either basic human rights or the rule of law … I have no doubt that the judiciary should accept this responsibility in the field of criminal law.”
272. Στο σύγγραμμα Blackstone’s Criminal Practice 2005, σελ. 1640, επίσης αναφέρεται ότι η καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει μια μορφή κατάχρησης διαδικασίας: «…even where the proceedings were commenced within time, a magistrates’ court has a discretion to refuse to try an information and acquit the accused without a trial if there has been delay amounting to an abuse of process of the court (see Brentford Justices, ex parte Wong [1981] QB445)». Σημειώνεται ότι στις υποθέσεις που παρατίθενται στο εν λόγω σύγγραμμα η καθυστέρηση 20, 22 και 24 μηνών αντίστοιχα θεωρήθηκε ότι ήταν υπέρμετρη (very substantial), άδικη (unconscionable) και ότι δημιουργεί την πιθανότητα για δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου (possibility of prejudice – likely to cause prejudice).
273. Όποτε η καθυστέρηση είναι σκόπιμη / εκούσια (deliberate) υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η δίωξη να θεωρηθεί καταχρηστική. [29] Αν η καθυστέρηση δεν είναι σκόπιμη, στο σύγγραμμα Blackstone᾽s Criminal Practice 2025, D 3.73 αναφέρεται ότι Δικαστήριο δύναται να ανακόψει ποινική δίωξη αν η καθυστέρηση είναι υπέρμετρη ή άδικη και ο δυσμενής επηρεασμός της υπεράσπισης μπορεί αποδειχθεί η μπορεί να τεκμαίρεται χωρίς να πρέπει να προσκομιστεί συγκεκριμένη μαρτυρία ή απόδειξη του δυσμενούς επηρεασμού:
“Inadvertent Delay Where deliberate delay in bringing the case to court cannot be shown, the defence may nonetheless apply for the proceedings to be stayed on the ground of abuse of process if (a) there has been inordinate or unconscionable delay due to the prosecution's inefficiency, and (b) prejudice to the defence from the delay is either proved or to be inferred (per Lloyd LJ in Gateshead Justices, ex parte Smith (1985) 149 JP 681, a case involving summary offence where delay in serving the summons had to be seen in the context of the six-month time-limit for applying for the summons under the MCA 1980, s. 127).
In Bow Street Stipendiary Magistrate, ex parte DPP (1989) 91 Cr App R 283, the Divisional Court made it clear that, to amount to an abuse of process, delay has to produce 'genuine prejudice and unfairness' (per Watkins LJ at p. 296). In some cases, however, prejudice will be inferred from substantial delay, and the prosecution will then have to rebut that inference of prejudice (p. 297). Such an inference 'is more easily drawn when dealing with a single brief but confused event which must depend on the recollections of those involved' (p. 300). Similarly, in Telford Justices, ex parte Badhan [1991] 2 QB 78, the Divisional Court said (at p. 91) that, where the period of delay is long, it is legitimate for the court to infer prejudice without proof of specific prejudice.”
274. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους αυτού που επικαλείται την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή ή τερματισμό της. [30] Κατά κανόνα, θα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής[31] εκτός και εάν είναι μια από τις περιπτώσεις που προσβάλλουν το περί δικαίου αίσθημα του δικαστηρίου ώστε να δημιουργείται η ανάγκη για προστασία του κύρους και της ακεραιότητας της απονομής της δικαιοσύνης και της ποινικής διαδικασίας.[32]
275. Με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου «[o] διάδικος που εγείρει ζήτημα κατάχρησης μιας δικαστικής διαδικασίας φέρει το βάρος να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας, αποδεικνύοντας όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση, αλλά και ότι επηρεάστηκε δυσμενώς, συνεπεία αυτής.»[33]
276. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Μ & Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι «[ό]ταν ζήτημα κατάχρησης εξετάζεται με αναφορά στη καθυστέρηση στη καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης, το υπόβαθρο για την εξέταση του είναι η διάσταση χρόνου μεταξύ της ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας, όπως αποκαλύπτεται από τις λεπτομέρειες του αδικήματος και η ημερομηνία της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Υπεισέρχονται στη συνέχεια και άλλες παράμετροι, όπως, για παράδειγμα, ο χρόνος εξιχνίασης, κατά πόσο ο κατηγορούμενος απουσίαζε στο εξωτερικό ή στη περίπτωση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης τυχόν αντικειμενική αδυναμία του παραπονούμενου να προωθήσει τη δίωξη.»
277. Σε ό,τι αφορά το ζήτημα της καθυστέρησης ιδιώτη στην έγερση ποινικής δίωξης προσώπου το οποίο με παράνομη πράξη του έχει βλάψει άμεσα τα δικαιώματα του, παραπέμπω στην L.C.A. Domiki[34], στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής:
«Η μη παραγραφή δεν εξισούται με ελευθερία άσκησης δίωξης οπότε το κρίνει πρόσφορο ο παραπονούμενος. Η ποινική φύση της δίωξης τη διαφοροποιεί από την αστική ευθύνη και δεν είναι ζήτημα που άπτεται μόνο της επιβολής ποινής εάν και εφόσον κριθούν οι κατηγορούμενοι ένοχοι.
Η ουσία παραμένει ότι η καθυστερημένη δίωξη σε αυτά τα δεδομένα είναι τέτοια που σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας δικαιολογεί ένα Δικαστήριο να αναχαιτίσει την περαιτέρω πορεία όσον αφορά τουλάχιστον την ποινική πτυχή της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Οι διαβουλεύσεις προς επίλυση της διαφοράς είναι ως ένα σημείο θεμιτές. Ο παράγων του χρόνου όμως έχει τη δική του αυτοτέλεια.»
278. Σημειώνω ότι στην απόφαση Πολυκάρπου ν. Τελεβάντου, Ποινική Έφεση αρ. 69/2021, 7.12.2022, ECLI:CY:AD:2022:B468 η χωρίς επαρκή ή, για την ακρίβεια, καθόλου επεξήγηση καθυστέρηση για σχεδόν 3 ½ χρόνια στην προώθηση της δίωξης του Εφεσίβλητου για το αδίκημα έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας, αποτέλεσε λόγο για να θεωρηθεί η προώθηση της εν λόγω υπόθεσης ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασία οδηγώντας στον τερματισμό της.
279. Ανασκόπηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η καθυστέρηση δύναται να αποτελεί εξ αντικειμένου επαρκή λόγο για την άρνηση καταχώρισης κατηγορητηρίου ή την απόρριψη της υπόθεσης.[35] Αυτό συνέβη στην προαναφερόμενη υπόθεση L.C.A. Domiki Ltd (ανωτέρω) καθώς και σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων.
(iv) Βάρος και Επίπεδο Απόδειξης
280. Προτού να προχωρήσω με την υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης στις εφαρμοστέες νομικές αρχές, υπενθυμίζω ότι το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[36]
281. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Στις περιπτώσεις στις οποίες το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους της υπεράσπισης το επίπεδο απόδειξης το οποίο εφαρμόζεται είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.
282. Εν προκειμένω, καθίσταται σαφές ότι ο Παραπονούμενος θα πρέπει να αποδείξει ότι ήταν εργοδοτούμενος κατά τον επίδικο χρόνο στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Δηλαδή ο Παραπονούμενος πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου, για την περίοδο την οποία καλύπτει το κατηγορητήριο και ότι δικαιούται σε καταβολή μισθού από τον εργοδότη για την εν λόγω περίοδο.
283. Όπως εύστοχα έχει επισημανθεί από τον Πασχαλίδη Ε.Δ., ως ήταν τότε, στην Υπόθεση αρ. 10339/12, Κυριάκος Ράντος ν. Ships Limited κ.α., ημερ. 15.12.2016, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού:
«Απαραίτητες επομένως προϋποθέσεις, για να μπορεί να ασκήσει δικαιοδοσία το ποινικό δικαστήριο, σε σχέση με υποχρεώσεις που απορρέουν από την ύπαρξη συγκεκριμένης σχέσης μεταξύ των εμπλεκομένων, ιδιαίτερα σε σχέση με αδικήματα αυστηρής ευθύνης όπως είναι τα υπό εξέταση αδικήματα, είναι πρωτίστως, η αποκρυστάλλωση της υποχρέωσης και η μετέπειτα η παράλειψη συμμόρφωσης με αυτή».
284. Αφού αποκρυσταλλωθεί η υποχρέωση του εργοδότη – Κατηγορούμενου τότε αυτός οφείλει να αποδείξει ότι κατέβαλε τους μισθούς του Παραπονούμενου.
285. Δεν επιτρέπονται εικασίες προς συμπλήρωση κενών στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι.[37]
286. Οποιοδήποτε κενό σε σχέση με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.
287. Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατό να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.[38]
Ε. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ
288. Προς αποφυγή επαναλήψεων δεν θα σχολιάσω τον κάθε ισχυρισμό ο οποίος τίθεται στις επιμελείς, εμπεριστατωμένες και ιδιαίτερα βοηθητικές αγορεύσεις των μερών. Θα ασχοληθώ με ορισμένα ζητήματα τα οποία θεωρώ πως χρήζουν ειδικής επίκλησης στις Αγορεύσεις του Παραπονούμενου.
289. Εισηγούνται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ότι η Υπεράσπιση όφειλε να παρουσιάσει επιστημονική μαρτυρία για να αποδείξουν τη γνησιότητα του Τεκμηρίου 37. Διαφωνώ με την εισήγηση αυτή για τους λόγους τους οποίους έχω επεξηγήσει προηγουμένως. Διαφωνώ επίσης με το ότι η μαρτυρία παρέμεινε μετέωρη και αστήρικτη. Όπως προαναφέρθηκε ο Κατηγορούμενος 3, μεταξύ άλλων, αναγνώρισε το Τεκμήριο 37, ανέφερε ότι το απέστειλε στον Παραπονούμενο και εξήγησε τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες το συνέταξε.
290. Συνεπώς και ενόψει του ότι το έγγραφο κατατέθηκε από Κατηγορούμενο, θεώρησα πως με αυτό τον τρόπο είχε ικανοποιηθεί το αποδεικτικό βάρος (evidential burden) και επαφίετο στην Κατηγορούσα Αρχή να προσκομίσει μαρτυρία πως είναι πλαστό πράγμα το οποίο απέτυχε να το πράξει. Σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στη συμπληρωματική αγόρευση ως προς τις ενδείξεις επί του εγγράφου περί πλαστότητας δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη καθότι αποτελούν μαρτυρία γνώμης των συνηγόρων επί ζητημάτων στα οποία δεν είναι πραγματογνώμονες, ήτοι γραφολογία, τυπογραφία.
291. Παρατίθεται ένας κατάλογος με θέσεις του Παραπονούμενου οι οποίες κατά τους συνηγόρους του παρέμειναν αναντίλεκτες. Διαφωνώ με την προσέγγιση των συνηγόρων καθότι θεωρώ πως είναι ιδιαίτερα αυστηρή, μικροσκοπική και δεν συνάδει με τη νομολογία επί του ζητήματος η οποία τέθηκε προηγουμένως. Η παρέλευση μακρού χρόνου από τότε που έλαβαν χώρα ορισμένα από τα γεγονότα καθώς και το ότι παρουσιάστηκαν γεγονότα από 2009 μέχρι το 2020, μπορεί να δικαιολογήσει κάποιες παραλείψεις σε σχέση με ορισμένα θέματα τα οποία δεν είναι ουσιώδη. Αναφέρω περαιτέρω πως γενικά θεωρώ πως είχαν τεθεί οι κύριες θέσεις των Κατηγορούμενων στον Παραπονούμενο για να τοποθετηθεί επί αυτών κατά την αντεξέταση και αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από τα πρακτικά της διαδικασίας:
291.1 Για τα έργα Riyadh Airport Housing Project και ΚΑΡ 4 θεωρώ ότι αντεξετάστηκε ο Παραπονούμενος. Συγκεκριμένα, το ότι τέθηκε πως δεν παρατέθηκε ίχνος μαρτυρίας που να επιμαρτυρεί την εμπλοκή του σε οποιοδήποτε έργο είναι αρκετό. Επίσης, τέθηκε στην σελ. 23 ημερ. 19.02.2024 ότι ουδέποτε εξασφάλισε έργο για να δικαιούται απολαβών.
291.2 Για τις €35.000 που ο Παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι πληρώθηκαν σε αυτόν ως μισθό, θεωρώ ότι τέθηκε επαρκώς στην αντεξέταση ότι ο Παραπονούμενος δεν κατέστη εργοδοτούμενος και δεν δικαιούτο σε μισθό. Τέθηκε επίσης ότι οι €9.000 δεν ήταν μισθός αλλά οικονομική βοήθεια όταν είχε αρρωστήσει ο Παραπονούμενος και μάλιστα τέθηκε ότι όταν έγινε το έμβασμα είχε ζητηθεί η διεύθυνση του Παραπονούμενο. Επίσης, για το υπόλοιπο ποσό δεν είχε προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να τεκμηριώνει ότι είχε πληρωθεί.
291.3 Σε σχέση με το ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι αναγνώρισαν οφειλή οι Κατηγορούμενοι, επεξήγησα ότι δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από το Τεκμήριο 21 σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 22. Επίσης, αμφισβητήθηκε ότι ήταν εργοδοτούμενος και ότι δικαιούτο σε μισθό και επομένως δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι παρέμεινε αναντίλεκτη η θέση του.
292. Ως προς τις θέσεις του Κατηγορούμενου 2 που κατά τους συνήγορους του Παραπονούμενου δεν τέθηκαν στον Παραπονούμενο, επαναλαμβάνω πως θεωρώ πως τέθηκε επαρκώς η υπεράσπιση των Κατηγορούμενων. Ως προς την πείρα του Παραπονούμενου ή την έλλειψη αυτής, είχε αντεξεταστεί σε έκταση ο Παραπονούμενος από τον κύριο Φρακάλα. Τέθηκε επίσης ότι κανένα από τα τεκμήρια που κατέθεσε δεν επιμαρτυρεί την εμπλοκή του – το ότι ήτο εργοδοτούμενος. Το ότι μπορεί να μην χρησιμοποιήθηκε η λέξη «αποσπασματικά» δεν αποκλείει την χρήση της από τον Κατηγορούμενο όταν έδωσε μαρτυρία.
293. Σε σχέση με τα «έτοιμα έργα», είχε αμφισβητηθεί η πείρα του και ικανότητα του να εξασφαλίζει έργα και μάλιστα ότι η Σύμβαση δεν είχε ενεργοποιηθεί για αυτό το λόγο. Και αυτό το ζήτημα τέθηκε επαρκώς. Επίσης, αντεξετάστηκε σε έκταση για το ότι δεν επιτρεπόταν με βάση τη Σύμβαση να εργάζεται αλλού. Για τη συνεργασία υπό προϋποθέσεις, επίσης αυτό προκύπτει από την αντεξέταση, και περαιτέρω είναι ο τρόπος που ερμηνεύει ο Κατηγορούμενος 2 τη Σύμβαση. Περαιτέρω, τέθηκε επαρκώς η θέση ότι η Σύμβαση είχε τερματιστεί. Υποδείχθηκε το Τεκμήριο 37 στον Παραπονούμενο για να το σχολιάσει το οποίο αναφέρει στο κείμενο του «...όπως σου ανέφερε και τηλεφωνικά». Επομένως ούτε και αυτή η θέση ισχύει.
294. Το ότι δεν χρησιμοποιήθηκε η λέξη «αλληλοβοήθεια» από τον κύριο Φρακάλα αλλά χρησιμοποίησε τον όρο «ευρύτερη συνεργασία» δεν θεωρώ ότι μπορεί εξισωθεί με παράλειψη της Υπεράσπισης να θέσει τη θέση της. Εν πασή περιπτώσει, είχε τεθεί επανειλημμένα από την Υπεράσπιση η θέση ότι ο Παραπονούμενος ουδέποτε κατέστη εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης. Ως προς το Τεκμήριο 13, μήνυμα 03.09.2013 στις σελ. 16 – 17 των πρακτικών 19.02.2024 φαίνεται πως ο Παραπονούμενος αντεξετάστηκε σε σχέση με τη θέση ότι δεν επρόκειτο περί τροποποίησης αλλά πρότασης για εργοδότηση.
295. Σε σχέση με το ότι το 2019 στα Τεκμήρια 21 και 22 η πρόταση που αναφέρεται αφορά πρόταση για εργοδότηση, πράγματι δεν είχε τεθεί αυτό στον Παραπονούμενο ευθέως αυτή η θέση. Όπως έχω προαναφέρει όμως, η παράλειψη αντεξέτασης επί αυτού του σημείου δεν εξισώνεται με με αυτόματη αποδοχή της θέσης του Παραπονούμενου. Γενικότερα, η αμφισβήτηση των θέσεων του Παραπονούμενου συνάγεται από τη γενικότερη κατεύθυνση της αντεξέτασης κατά την οποία αμφισβητήθηκε έντονα ότι ο Παραπονούμενος ήταν εργοδοτούμενος. Έχω επίσης επεξηγήσει στο στάδιο της αξιολόγησης τους λόγους για την κατάληξη του Δικαστηρίου να κάνει αποδεχτή αυτή τη θέση και αυτή η κατάληξη έχει να κάνει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 22 που ο Παραπονούμενος προσκόμισε.
296. Αναφορικά με τα πέντε σημεία που αναφέρουν οι συνήγοροι του Παραπονούμενου ότι αναφέρθηκαν από τον Κατηγορούμενο 2 και δεν είχαν τεθεί κατά την αντεξέταση του Παραπονούμενου (σελ. 40 Αγόρευσης Παραπονούμενου) επαναλαμβάνω πως δεν θεωρώ ότι ο κανόνας του να τεθεί η υπόθεση του αντιδίκου στον μάρτυρα σημαίνει πως πρέπει να τεθεί κάτι περισσότερο εκτός από τις κύριες και ουσιώδεις θέσεις της υπεράσπισης. Για την αλληλοβοήθεια και την ευρύτερη συνεργασία ανέφερα προηγουμένως πως θεωρώ πως τέθηκε επαρκώς η θέση πως δεν υπήρχε εργοδότηση αλλά μια ευρύτερη συνεργασία η οποία θεωρώ περιλαμβάνει και την αλληλοβοήθεια. Για το πότε ο Παραπονούμενος έπρεπε να ξεκινήσει να ασκεί τα καθήκοντα του είναι ζήτημα νομικό και ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε τη θέση του κατά την αντεξέταση του σε απάντηση μετά από σχετική ερώτηση. Η θέση ότι ο Παραπονούμενος ουδέποτε κατέστη εργοδοτούμενος τέθηκε από τον κύριο Φρακάλα.
297. Τώρα, σε σχέση με τις θέσεις που οι συνήγοροι του Παραπονούμενου εισηγούνται ότι αναφέρθηκαν κατά την μαρτυρία του Κατηγορούμενου 3 και δεν τέθηκαν σε αυτόν, αναφέρω ότι δεν συμφωνώ με τα όσα αναφέρονται στην σελίδα 41 της αγόρευσης τους. Τα περισσότερα από αυτά τα ζητήματα τέθηκαν κατά την διάρκεια της αντεξέτασης σε απαντήσεις του Κατηγορούμενου 3 αφού είχε ερωτηθεί να εξηγήσει ορισμένα ζητήματα. Επειδή χρησιμοποίησε ορισμένους όρους που δεν τέθηκαν προηγουμένως όπως το “right of first refusal” για να εξηγήσει τι ακριβώς τους είχε πείσει ο Παραπονούμενος πως μπορεί να προφέρει δεν θεωρώ ότι μπορεί να θεωρηθεί παράλειψη αντεξέτασης. Σε κάθε περίπτωση τέθηκε η θέση ότι δόθηκαν λανθασμένες διαβεβαιώσεις αναφορικά με την «εμπειρία, ικανότητες και τρόπο προσφοράς».
298. Το κατά πόσον το Riyadh Housing Project ήταν ένα ή δύο έργα εγέρθηκε κατά την αντεξέταση του Κατηγορούμενου 3. Δεν είναι ουσιώδης θέση ή ένα σημαντικό σε σχέση με τα επίδικα θέματα (ήτοι το κατά πόσον ο Παραπονούμενος ήταν εργοδοτούμενος και αν είχε πληρωθεί τους μισθούς του) ζήτημα και ήταν ένα έργο το οποίο ξεκίνησε πριν από σχεδόν 15 χρόνια. Έπρεπε οι Κατηγορούμενοι να ανατρέξουν σε γεγονότα και αλληλογραφία τα οποία έλαβαν χώρα 10 – 15 χρόνια προηγουμένως και αυτό είναι ένας επιπρόσθετος, τονίζω, λόγος για τον οποίο δικαιολογείται το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του να δεχθεί να λάβει υπόψη ένα ισχυρισμό ο οποίος μπορεί να μην τέθηκε ευθέως στον Παραπονούμενο.
299. Αναφορικά με τα όσα αναφέρονται σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας των Κατηγορουμένων 2 και 3 θεωρώ ότι δεν χρειάζεται το Δικαστήριο να τα σχολιάσει ξανά δεδομένου του ότι γίνεται ανάλυση των όσων τίθενται στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας.
300. Επεξήγησα τους λόγους για τους οποίους θεωρώ πως το Τεκμήριο 13, μήνυμα 03.09.2013 δεν αποτελεί πρόταση για τροποποίηση αλλά πρόταση για (νέα) εργοδότηση. Διαφωνώ με τη θέση των συνηγόρων ότι επειδή χρησιμοποιήθηκε η φράση «αυτόματη ακύρωση» σημαίνει πως δεν υπήρξε ακύρωση. Σίγουρα σημαίνει πως αυτός ο οποίος συνέταξε το μήνυμα θεωρούσε πως η Σύμβαση είχε τερματιστεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Επίσης, από τις οποιεσδήποτε προβλέψεις για το μέλλον δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ως προς το παρελθόν. Εάν ο Παραπονούμενος ήθελε να αποδείξει πως ήταν ο ίδιος που έφερε το 50% των έργων όφειλε να το αποδείξει με συγκεκριμένη μαρτυρία. Σημειώνω πως μέχρι εκείνο το σημείο μόνο δύο έργα είχαν εξασφαλιστεί από την Κατηγορούμενη.
301. Εν πάση περιπτώσει ακόμη και αν υποθέσουμε πως ο Παραπονούμενος έφερε όλα τα έργα τα οποία εκτέλεσε η Κατηγορούμενη στη ΣΑ αυτό δεν τον καθιστά αυτομάτως εργοδοτούμενο. Σημασία έχει το κατά πόσον ο Παραπονούμενος έφερε έργα κατά την εργοδότηση του.
ΣΤ. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
302. Προχωρώ τώρα με την εξέταση του κατά πόσον στοιχειοθετήθηκαν στο απαιτούμενο επίπεδο οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, έχοντας κατά νου τη νομική πτυχή ως παρατίθεται στην προηγούμενη ενότητα, το βάρος απόδειξης, τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και οδήγησε στην εξαγωγή των σχετικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, κατόπιν αξιολόγησης της.
303. Υπενθυμίζεται ότι «εργοδοτούμενος» με βάση το Νόμο σημαίνει «πρόσωπο που εργάζεται για άλλο πρόσωπο, είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου...».
304. Η υποχρέωση του εργοδότη με βάση το Νόμο αφορά την καταβολή μισθού σε εργοδοτούμενους. Ο Νόμος καθιστά ποινικό αδίκημα την μη καταβολή μισθού σε εργοδοτούμενο. Εάν δεν υπάρχει σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου δεν μπορεί να διαπραχθεί αδίκημα με βάση το άρθρο 20 του Νόμου. Το ποινικό αδίκημα με βάση το άρθρο 20 του Νόμου είναι στην ουσία η «παραβίαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου» δηλαδή η παράλειψη καταβολής μισθού σε εργοδοτούμενο κατά την έννοια του Νόμου.
305. Σημειώνω ότι όπως προαναφέρθηκε, το βάρος απόδειξης ότι ο μισθός έχει καταβληθεί το φέρει ο εργοδότης. Ωστόσο, για να μετατεθεί το βάρος απόδειξης στους ώμους του εργοδότη θα πρέπει πρώτα η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, καθότι πρόκειται για ποινικό αδίκημα, ότι ο Κατηγορούμενος ήταν όντως εργοδότης του προσώπου στο οποίο δεν καταβλήθηκαν οι μισθοί.
306. Είναι αυτονόητο ότι πρόσωπο του οποίου η απασχόληση έχει τερματιστεί, δεν έχει ξεκινήσει, ή δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή, ή εν πάση περιπτώσει «δεν εργάζεται για άλλο πρόσωπο» δεν δικαιούται σε μισθό εν τη εννοία του Νόμου, δηλαδή σε χρηματική αντιμισθία η οποία προκύπτει από την απασχόληση του εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση.
307. Επομένως, ένας συνεργάτης ο οποίος ενδεχομένως να προσφέρει υπηρεσίες στην Κατηγορούμενη μπορεί να έχει δικαίωμα σε πληρωμή για τις υπηρεσίες τις οποίες προσφέρει εάν αποδειχθεί ότι υπήρχε πρόθεση των μερών να συνάψουν μια εκτελεστή σύμβαση (intention to create legal relations). Ωστόσο, ο συνεργάτης (self employed ή independent contractor) δεν δικαιούται σε μισθό ο οποίος αποτελεί χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από την απασχόληση του. Για να εφαρμοστεί ο Νόμος και ο Παραπονούμενος να δικαιούται σε μισθό θα πρέπει να υπάρχει αυτή η σχέση εξαρτημένης εργασίας – η σχέση εργοδότησης.
308. Εν προκειμένω, υπογράφηκε η Σύμβαση, ωστόσο η Υπεράσπιση αμφισβητεί το κατά πόσον έχει ενεργοποιηθεί ή τεθεί σε εφαρμογή. Αμφισβητήθηκε επίσης το κατά πόσον ο Παραπονούμενος ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης.
309. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο Παραπονούμενος κατέστη εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης όταν υπέγραψε τη Σύμβαση – Τεκμήριο 9, δηλαδή την 01.07.2010. Δεν συμφωνώ με τη θέση της Υπεράσπισης και των Κατηγορούμενων ότι επρόκειτο για σύμβαση μελλοντικής εργοδότησης. Ο όρος 1 της Σύμβασης ο οποίος προνοεί ότι ο εργοδότης διορίζει τον εργοδοτούμενο στη θέση του Business Development & Administration Manager δεν επιδέχεται αμφισβήτησης.
310. Αυτό το οποίο ήταν υπό αίρεση – υπό προϋποθέσεις ήταν η πληρωμή μισθού με βάση τους όρους 4(ε), (στ), (η) και 5 (τρίτη παράγραφος). Πρόκειται, στο μέτρο το οποίο αφορά την καταβολή μισθού, περί σύμβασης υπό αίρεση με βάση το Μέρος ΙV του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, δηλαδή «σύμβαση για πράξη ή απόχη από πράξη, αν γεγονός συνακόλουθο της σύμβασης επέλθει ή δεν επέλθει». Η σύμβαση καθίσταται νομικά εκτελεστή όταν επέλθει το γεγονός (άρθρο 33, Κεφ. 149), εν προκειμένω, η εξασφάλιση έργου και θετική αξιολόγηση του εργοδοτούμενου με βάση τα τέσσερα κριτήρια τα οποία τίθενται στον όρο 4(η) της Σύμβασης.
311. Εν προκειμένω, η Σύμβαση με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου τερματίστηκε πριν να εξασφαλιστεί έργο από την Κατηγορούμενη. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο τερματισμός επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 37 και το Τεκμήριο 13 (μήνυμα 03.09.2013 που κάνει αναφορά σε ακύρωση του Τεκμηρίου 9). Το Τεκμήριο 13 δείχνει ότι έγιναν συζητήσεις για νέα σύμβαση εργοδότησης το 2013 οι οποίες ωστόσο δεν τελεσφόρησαν.
312. Επομένως, ο Παραπονούμενος, έστω και αν κατέστη εργοδοτούμενος με την υπογραφή της Σύμβασης δεν είχαν εκπληρωθεί οι προϋποθέσεις για να δικαιούται σε μισθό για την περίοδο από την υπογραφή της σύμβασης μέχρι και τον τερματισμό της.
313. Η προϋπόθεση για την καταβολή μισθού δεν είχε εκπληρωθεί, ήτοι η εξασφάλιση έργου.
314. Ως προανέφερα μπορεί να υπάρξει αποκοπή μισθού όταν ο εργοδοτούμενος συγκατατεθεί σε αυτήν με βάση το άρθρο 10 του Νόμου. Η συμφωνία και η υπογραφή της Σύμβασης από τον Παραπονούμενο με όρο ότι δεν θα καταβληθεί κανένας μισθός εάν δεν εξασφαλιστεί έργο από την Κατηγορούμενη στην ουσία αποτελεί ρητή και ενυπόγραφη συγκατάθεση για αποκοπή μισθού. Οι όροι και προϋποθέσεις που τέθηκαν για να δικαιούται σε μισθό ο Παραπονούμενος αποτελούν ρητή και ενυπόγραφη συγκατάθεση για αποκοπή του μισθού του.
315. Η θέση του Παραπονούμενου ήταν ότι η Σύμβαση ουδέποτε τερματίστηκε, ο Παραπονούμενος συνέχισε να εργάζεται με βάση αυτήν και να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του με βάση το Παράρτημα της Σύμβασης Τεκμήριο 9. Επομένως, κατά τον Παραπονούμενο, δικαιούται στους μισθούς που αναφέρονται και απορρέουν από τη Σύμβαση. Για τους λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας και δεν θα επαναλάβω, κρίθηκε ότι η εκδοχή αυτή δεν ευσταθεί και ότι η Σύμβαση είχε τερματιστεί πριν την εξασφάλιση έργου.
316. Κατά συνέπεια, ο Παραπονούμενος δεν δικαιούτο σε μισθό για την περίοδο 01.07.2010 - Ιούλιο του 2011.
317. Παρά τα όσα έχουν προαναφερθεί το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Ο Παραπονούμενος συνέχισε να προσφέρει υπηρεσίες, να παρέχει βοήθεια, να επικοινωνεί με τους Κατηγορούμενους χωρίς γραπτή σύμβαση σε ισχύ. Είναι παραδεκτό επίσης ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε μισθό.
318. Μπορεί όμως να θεωρηθεί ότι το έκανε υπό την ιδιότητα του εργοδοτούμενου στο πλαίσιο μιας σχέσης εργοδότησης;
319. Για την περίοδο Ιούλιος 2011 μέχρι το τέλος του 2017 δεν υπήρχε σε ισχύ σύμβαση εργασίας ή μαθητείας μεταξύ της Κατηγορούμενης και του Παραπονούμενου. Παραμένει συνεπώς να αποφασιστεί το κατά πόσον εργαζόταν για την Κατηγορούμενη 1 κατά την επίδικη περίοδο, κάτω από τέτοιες περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου, δηλαδή αν συντρέχουν τα κριτήρια στο δεύτερο σκέλος του όρου «εργοδοτούμενος» στο Νόμο.
320. Η νομολογία σε σχέση με τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψιν για να αποφασιστεί το κατά πόσον η σχέση μεταξύ των μερών αποτελεί σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου είναι πλούσια.
321. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Lounic Confectionery Ltd v. Θεόδωρου Θεοδώρου (Αρ. 2) (2015) 1 Α.Α.Δ. 2247 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τα κριτήρια και στοιχεία τα οποία λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με το κατά πόσον υπάρχει σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου (master and servant):
«Το Δικαστήριο, εν κατακλείδι, όχι μόνο προσδιόρισε την αρχή ότι το κριτήριο της σχέσης εργοδότη είναι αυτό του ελέγχου το οποίο και ανέλυσε ως προς το περιεχόμενο του στα πλαίσιο της νομολογίας, αλλά και το συνάρτησε με τα δεδομένα ως προς τη σχέση του εφεσίβλητου με τους εφεσείοντες.
Στην Tsapaco Catering Ltd ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 796, 800-801, παρατίθενται ενδεικτικά στοιχεία που δυνατόν να ορίσουν τη σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου:
«Η κατηγορία των μισθωτών συμπεριλαμβάνει πρόσωπα των οποίων η απασχόληση καθορίζεται από σύμβαση εργασίας που παρέχεται κάτω από συνθήκες που υποδεικνύουν σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου (master and servant). Δεν υπάρχει συγκεκριμένος καθορισμός της σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου και η ύπαρξή της εξαρτάται από διάφορα ενδεικτικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα κατά πόσο ένα συμβόλαιο είναι συμβόλαιο που καθιερώνει τη σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου (master and servant) ή είναι ένα συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών (contract of service). Μπορεί να λεχθεί ότι η σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου προϋποθέτει μεταξύ άλλων το δικαίωμα εκλογής του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη, την απασχόληση για συγκεκριμένες ώρες σε συγκεκριμένο χώρο, την ύπαρξη κάποιου ελέγχου, τη διασφάλιση της συνέχισης της εργοδότησης και την καταβολή απολαβών. (Ίδε Chitty on Contracts (Specific Contracts), 27th Edition, p. 698.) Ο καθορισμός της ανταμοιβής για τις υπηρεσίες που προσφέρονται είναι ένα στοιχείο που μπορεί να υποστηρίξει την ύπαρξη της σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου, χωρίς όμως από μόνο του να θεμελιώνει τη σχέση. Η σχέση μπορεί να αποδειχθεί κατά κύριο λόγο
(α) από την υποχρέωση του εργοδοτουμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του και
(β) από το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει την εργασία του εργοδοτουμένου.»
Τα ίδια κριτήρια ακολουθήθηκαν στην Performing Right Society, Limited v. Mitchell and Booker (Palais De Danse), Limited [1924] 1 K.B. 762.
Πρβλ. σχετικά και το σύγγραμμα Τούση και Σταυρόπουλου, Εργατικό Δίκαιο, 1967, σ. 35:
«Κριτήριον της ως άνω διαστολής μεταξύ της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και της ειδικώς υπό της κοινωνικής νομοθεσίας προστατευομένης συμβάσεως εργασίας αποτελεί η προσωπική εξάρτησις του εργαζομένου από τον εργοδότην, ήτοι το δικαίωμα του εργοδότου προς διεύθυνσιν και εποπτείαν της εργασίας του μισθωτού και η αντίστοιχος υποχρέωσις του τελευταίου τούτου να υπακούη εις τας οδηγίας του εργοδότου.»
322. Βεβαίως στην πιο πάνω απόφαση ήταν διαφορετικό το πλαίσιο δεδομένου του ότι αφορούσε υπόθεση με βάση τον Περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου 24/1967. Παρά ταύτα, η καθοδήγηση είναι χρήσιμη καθότι το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει το κατά πόσον ορθά κρίθηκε πως υπήρχε σχέση εργοδότησης.
323. Ομοίως στην απόφαση Prousi v Redundant Employees Fund (1988) 1 C.L.R. 363, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία όπως εξετάσει αλλά και δώσει καθοδήγηση ως προς το πώς οφείλουν τα Δικαστήρια να ερμηνεύουν τον όρο «εργοδοτούμενος». Το τι κλήθηκε το Δικαστήριο να εξετάσει ήταν:
«…whether the Court correctly interpreted the meaning of the term ‘employed’ as defined by the law in the light of the conditions and circumstances of the employment and the termination of the employment of the applicant. In particular, whether the natural person vested with the powers that the applicant had in the present case could be considered as an ‘employee’ within the meaning of the law notwithstanding the fact that he was declared as ‘employee’ of the legal person».
… The question as to whether the relationship of employer and employee exists is always a question of fact and the facts of each particular case have to be taken into consideration. The only criterion for making a person an employee of another is not the payment of salary for services rendered by him but also it has to be established that the employer can exercise control over the work of another…..
The applicant though contributing to the Social Insurance Fund as an employee was not an employee in the strict sense of the law because though he was a paid a salary on the basis of a decision taken by him and his co-director nobody could exercise control over him as to the mode of performing his work or dismiss him from his employment. Bearing in mind the fact that the legal relationship of employer and employee did not exist in the present case the Court rightly concluded that the applicant was not a person entitled to redundancy payment under the provisions of the law. Therefore, our answer to the question submitted by the trial Court is that that in the circumstances of the case the applicant was not an employee within the definition by the law in the employment of another».
324. Εν ολίγοις, απέδειξε ο Παραπονούμενος το κατά πόσον υπήρχε αυτή η σχέση η οποία χαρακτηρίζεται από το στοιχείο της εξάρτησης; Όταν ένα πρόσωπο διατηρεί την ελευθερία του να προσδιορίζει τον τρόπο, χρόνο και τόπο παροχής της εργασίας δεν μπορεί να γίνεται λόγος για σχέση εξηρτημένης εργασίας.
325. Εν προκειμένω, δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσον ο Παραπονούμενος κατέστη εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης.
326. Αναφέρθηκε προηγουμένως ότι διαφάνηκε πως ο Παραπονούμενος προσέφερε ορισμένες υπηρεσίες στην Κατηγορούμενη, είχε συχνή επαφή (όχι καθημερινή) με τους Κατηγορούμενους ανά περιόδους και ζητείτο η βοήθεια του. Παρά ταύτα, θεωρώ ότι δεν αποδείχθηκε ότι υπάρχουν τα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να καταστήσουν τον Παραπονούμενο εργοδοτούμενο. Σίγουρα, δεν απέδειξε τους ισχυρισμούς του ο Παραπονούμενος για το πόσο σημαντικός ήταν ο ρόλος του στην Κατηγορούμενη ως τέθηκαν στη γραπτή του δήλωση.
327. Ο Παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι ήταν διευθυντικό στέλεχος, ότι είχε σημαντικά διοικητικά καθήκοντα (εργατικά, εταιρικά, δημόσιες σχέσεις, έκδοση ανανέωση βίζας, διατήρηση επαφών με τράπεζες, αντιμετώπιση εταιρικών θεμάτων, ασφάλειες, προσφορές, ανθρώπινο δυναμικό), επίλυση προβλημάτων με εργολάβους και συνεργάτες καθώς και ένα πιο συμβουλευτικό ρόλο. Αυτό το οποίο δεν αμφισβητήθηκε ήταν ότι εκείνη την περίοδο εργαζόταν στην SSCL.
328. Επιπρόσθετα, αυτό το οποίο εξήγαγε ως εύρημα το Δικαστήριο ήταν ότι η επικοινωνία των μερών ήταν αποσπασματική. Σίγουρα δεν αποδείχθηκε πως υπήρχε επαφή και επικοινωνία σε καθημερινή βάση. Και αυτό συνάδει με μια σχέση μεταξύ συνεργατών και όχι σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου στην οποία προεξάρχον χαρακτηριστικό είναι ο έλεγχος.
329. Η μαρτυρία την οποία προσκόμισε ο Παραπονούμενος για να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του ήταν φτωχή και εν τέλει κρίθηκε αναξιόπιστη. Θεωρώ πως ένας εργοδοτούμενος που έχει σημαντικά διοικητικά καθήκοντα, με τόσες ευθύνες και υποχρεώσεις, θα ήταν σε θέση να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του με την προσκόμιση στοιχείων, εγγράφων και περαιτέρω λεπτομερειών ως προς την εκτέλεση της εργασίας του. Αυτή η τεκμηρίωση ελλείπει καθιστώντας την υπόθεση διάτρητη και καταδικασμένη σε αποτυχία.
330. Εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να θεμελιωθεί καταδίκη επί αναξιόπιστης μαρτυρίας. Η προσπάθεια που έγινε μέσω της αντεξέτασης να παρουσιαστούν έγγραφα που έδειχναν κατά τον Παραπονούμενο την σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου στο τέλος της ημέρας δημιούργησαν περαιτέρω αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου. Όσα ερωτηματικά και να εγείρει η συμπεριφορά των Κατηγορούμενων, η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας πως ο Παραπονούμενος ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης.
331. Εν προκειμένω, ο Παραπονούμενος δεν εργαζόταν στα γραφεία της Κατηγορούμενης, δεν ήταν πουθενά εγγεγραμμένος ως υπάλληλος της Κατηγορούμενης, δεν είχε διεύθυνση ηλ. ταχυδρομείου της Κατηγορούμενης και γενικότερα δεν προκύπτει να υπάρχει αυτή η σχέση ελέγχου. Στην ουσία επρόκειτο περί σχέσης μεταξύ συνεργατών – independent contractor.
332. Ακόμα και αν θεωρηθεί πως ο Παραπονούμενος είχε ένα πιο «ελεύθερο» ρόλο που ήταν να βρίσκει έργα και να χρησιμοποιεί τις διασυνδέσεις του για να τα εξασφαλίσουν οι Κατηγορούμενοι δεν θεωρώ ότι τέθηκε το ελάχιστο όριο μαρτυρίας για να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας πως υπήρχε σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου. Επί αυτού του ζητήματος είναι σχετικό και αυτό το απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England, Volumes 39 - 41A (test at common law whether a person is an employee) στο οποίο αναφέρονται οι συνήγοροι των Κατηγορούμενων στην αγόρευση τους και από το οποίο προκύπτει πως το test του ελέγχου εξακολουθεί να είναι ένα καθοριστικό κριτήριο:
“There is no single test for determining whether a person is an employee. The test that used to be considered sufficient, that is to say the 'control' test, can no longer be considered sufficient, especially in the case of the employment of highly skilled individuals, and is now only one of the particular factors which may assist a court or tribunal in deciding the point. More recently, the 'integration' or 'organisation' test had been suggested, proposing that the important question was whether the person was integrated into the enterprise or remained apart from, and independent of, it. However, while both of these factors are still pertinent, the modern starting point for deciding whether a contract of service (now generally referred to as a 'contract of employment') exists is to ascertain if:
(1) the servant agrees that, in consideration of a wage or other remuneration, he will provide his own work and skill in the performance of some service for his master ('mutuality of obligation');
(2) he agrees, expressly or impliedly, that in the performance of that service he will be subject to the other's control in a sufficient degree to make that other master ('control'); and
(3) the other provisions of the contract are consistent with its being a contract of service.
The final classification of an individual now depends upon a balance of all relevant factors, fine though that balance sometimes might be, with 'mutuality of obligation' and 'control' being seen as the 'irreducible minimum' legal requirements for the existence of a contract of employment. The factors taken into consideration may include: the method of payment; any obligation to work only for that employer; stipulations as to hours; overtime, holidays etc; arrangements for payment of income tax and national insurance contributions; how the contract may be terminated; whether the individual may delegate work; who provides tools and equipment; and who, ultimately, bears the risk of loss and the chance of profit. In some cases the nature of the work itself may be an important consideration.
The way in which the parties themselves treat the contract and the way in which they describe and operate it are not decisive; and a court or tribunal must consider the categorisation of the person in question objectively. Thus a person could have been described as self-employed during the currency of the engagement but, on its termination, claim to have been in fact an employee for the purpose of claiming unfair dismissal, although such a course of action could have unfortunate taxation implications.
In many employments, the contract will not be discernible just from one document, but will require consideration of several documents, oral exchanges (for example, at interview) and subsequent conduct. In a case of what is often referred to as 'atypical employment', such as temporary or casual work, sporadic work or homeworking, it may be appropriate, when deciding on the employment status of an individual subject to such a regime, to consider whether there is sufficient mutuality of obligations to justify a finding that there was a contract of employment.
333. Εν προκειμένω, δεν προσκομίστηκε επαρκής μαρτυρία για να μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι υπήρχε σχέση εργοδότησης την περίοδο που δεν υπήρχε σε ισχύ σύμβαση εργοδότησης. Δεν φαίνεται να υπήρχε έλεγχος ή να είχε ενσωματωθεί στην Κατηγορούμενη σε ικανοποιητικό βαθμό για να θεωρείται ότι πέρασε το κατώφλι της δημιουργίας σχέσης εργοδότησης.
334. Δεν δόθηκε μαρτυρία ότι ο Παραπονούμενος είχε κάποιους στόχους, ότι αναμένετο από αυτόν να απαντά σε μηνύματα τα οποία του αποστέλλονταν, ότι είχε συγκεκριμένες εργασίες και αυτά σε συνδυασμό ότι δεν ήταν πουθενά εγγεγραμμένος ως υπάλληλος των Κατηγορούμενων, δεν λάμβανε τον μισθό του, δεν απαιτούσε να λάβει τον μισθό του, δεν εργαζόταν στα υποστατικά της Κατηγορούμενης και δεν είχε συγκεκριμένες ελάχιστες μέρες ή ώρες που θα έπρεπε να εργάζεται. Όλα τα προαναφερόμενα δημιουργούν τουλάχιστον αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον ο Παραπονούμενος μπορεί να θεωρηθεί ως εργοδοτούμενος στο πλαίσιο μιας ποινικής υπόθεσης.
335. Δεν δόθηκε κάποιος επαρκής λόγος γιατί δεν μπορούσε να εγγραφεί ο Παραπονούμενος ως εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης εφόσον δεν τίθετο ζήτημα saudisation ή απαγόρευσης εργοδότησης σε δύο εργοδότες.
336. Επαναλαμβάνω ότι για την περίοδο μετά τον Ιούλιο του 2011 δεν υπήρχε σε ισχύ σύμβαση εργοδότησης. Δεν ήταν καταγεγραμμένοι οι όροι εργοδότησης του, το ύψος του μισθού του, οι ευθύνες του και ούτω καθεξής.
337. Στο Τεκμήριο 20 ο Παραπονούμενος ζήτησε από τον Κατηγορούμενο 3 να του κανονίσει «ένα ποσό» το οποίο ξεκάθαρα δείχνει πως δεν υπήρχε κάποια συμφωνία για μισθό.
338. Στις πλείστες υποθέσεις αυτού του είδους δεν αμφισβητείται ότι ο Παραπονούμενος ήτο εργοδοτούμενος στην Κατηγορούμενη. Η παρούσα υπόθεση όμως δεν αποτελεί συνηθισμένη υπόθεση. Παρά ταύτα, δεδομένου ότι η υπόθεση είναι ποινική ο κατήγορος θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εν προκειμένω, ελλείπει η μαρτυρία που καταδεικνύει ότι Παραπονούμενος κατέστη εργοδοτούμενος της Εταιρείας, ότι υπήρχε έλεγχος, ενσωμάτωση του στην Εταιρεία και η βεβαιότητα που πρέπει να χαρακτηρίζει μια σχέση εξαρτημένης εργασίας.
339. Για παράδειγμα, το Τεκμήριο 13 το οποίο παρουσίασε ο Παραπονούμενος ως πρόταση για τροποποίηση της Σύμβασης για τους λόγους που επεξήγησα από μόνο του δημιουργεί λογική αμφιβολία ως προς το κατά πόσον ο Παραπονούμενος ήταν εργοδοτούμενος. Κατ’ ελάχιστο, προκύπτει από το περιεχόμενο του μηνύματος ότι ο Κατηγορούμενος 2 θεωρούσε πως δεν υπήρχε σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου.
340. Κατ’ ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν, θεωρώ ότι δεν στοιχειοθετήθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Παραπονούμενος ήταν εργοδοτούμενος εν τη εννοία του Νόμου.
341. Ο σκοπός του Νόμου με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι η προστασία των εργοδοτουμένων και η διασφάλιση του δικαιώματός τους προς λήψη του μισθού και των ωφελημάτων που δικαιούνται με βάση τη συμφωνία που διέπει την εργασιακή τους σχέση. Εν προκειμένω, δεν έχει αποδειχθεί η εργασιακή σχέση η οποία θα δημιουργούσε υποχρέωση για καταβολή μισθού.
342. Η υποχρέωση του εργοδότη αφορά την καταβολή μισθού σε εργοδοτούμενους. Ο Νόμος καθιστά ποινικό αδίκημα την μη καταβολή μισθού σε εργοδοτούμενο. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου δεν μπορεί να διαπραχθεί αδίκημα με βάση το άρθρο 20 του Νόμου. Είναι αυτονόητο ότι πρόσωπο του οποίου η απασχόληση δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή, ή έχει τερματιστεί, ή δεν δικαιούται σε μισθό εν τη εννοία του Νόμου, δηλαδή σε χρηματική αντιμισθία η οποία προκύπτει από την απασχόληση του εργοδοτούμενου.
343. Οφείλω να σημειώσω ότι ακόμα και αν αποδεχόμουν ότι οι Κατηγορούμενοι είχαν πρόθεση να υποβάλουν πρόταση στον Παραπονούμενο, ήτοι να του «κανονίσουν ένα ποσό» σε σχέση με μισθούς, το γεγονός αυτό δεν είναι αρκετό για να αρθούν οι αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσον ο Παραπονούμενος ήτο εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης.
344. Ενόψει της κατάληξης ότι δεν υπήρχε σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου, παρέλκει η εξέταση του κατά πόσον οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρείχαν συνδρομή ή παρακίνησαν την Εταιρεία να μην καταβάλει το μισθό του Παραπονούμενου. Στην ουσία δεν ετίθετο ζήτημα παρακίνησης ή συνδρομής στην Εταιρεία ώστε ο Παραπονούμενος να μην λάβει το μισθό του καθότι ο Παραπονούμενος δεν ήταν εργοδοτούμενος την επίδικη περίοδο.
345. Οι Κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν.
Κατάχρηση διαδικασίας
346. Εν προκειμένω, θα απέρριπτα την υπόθεση σε κάθε περίπτωση λόγω κατάχρησης της διαδικασίας η οποία συνίσταται στην αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην απαίτηση για μισθούς. Οι κατηγορίες αφορούν την περίοδο 01.07.2010 μέχρι το τέλος του 2017. Ακόμη και σε σχέση με το 2017, η δίωξη ήρθε 3 χρόνια μετά, ήτοι τον Δεκέμβριο του 2020.
347. Για αδικήματα τα οποία εκδικάζονται συνοπτικά η καθυστέρηση είναι υπέρμετρη. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε επαρκής δικαιολογία για την καθυστέρηση. Περαιτέρω, λόγω της φύσεως των αδικημάτων και των υπερασπίσεων που προβλέπονται αλλά και την μετάθεση του βάρους απόδειξης στον εργοδότη για τις αποδείξει θεωρώ πως δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την ύπαρξη δυσμενούς επηρεασμού της Υπεράσπισης.
348. Κατά την ακρόαση υποβάλλονταν ερωτήσεις στους Κατηγορούμενους 2 και 3 σε σχέση με ζητήματα τα οποία έλαβαν χώρα το 2009 ήτοι 15 χρόνια προηγουμένως από την ημερομηνία της ακρόασης. Μάλιστα καλούνταν να αναγνωρίσουν και έγγραφα τα οποία φαίνεται να είχαν δημιουργηθεί πολλά χρόνια προηγουμένως. Όταν δεν ήταν σε θέση να τα αναγνωρίσουν γινόταν μια προσπάθεια να πληγεί η αξιοπιστία τους για το γεγονός ότι δεν τα αναγνώριζαν. Συμφωνώ με του συνήγορους του Παραπονούμενου ότι τα τεκμήρια προς αναγνώριση δεν κατέστησαν μαρτυρία και επομένως δεν θα ληφθούν υπόψη ωστόσο, υπήρχαν σημεία στη διαδικασία που οι απόλυτα φυσιολογικοί περιορισμοί της ανθρώπινης μνήμης επιχειρήθηκε να χρησιμοποιηθούν εναντίον των Κατηγορούμενων.
349. Η πάροδος του χρόνου από τότε που είχαν λάβει χώρα τα επίδικα γεγονότα αναπόφευκτα δυσχεραίνει την υπεράσπιση των Κατηγορούμενων. Δεν θεωρώ όμως ότι επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπιση τους σε βαθμό που να πλήττεται ουσιωδώς το δικαίωμα υπεράσπισης. Δεν τέθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο ότι είχαν χάσει αρχεία ή ότι δεν ανευρέθηκαν έγγραφα τα οποία μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την προώθηση της υπεράσπισης τους. Παρά ταύτα, πως μπορεί να μην εντοπίσεις κάτι το οποίο δεν θυμάσαι ότι υπάρχει; Είναι για αυτό το λόγο, φρονώ, που όταν η καθυστέρηση είναι υπέρμετρη τεκμαίρεται ο δυσμενής επηρεασμός της υπεράσπισης.
350. Σημειώνω πως η νομολογία φαίνεται να διακρίνει μεταξύ υποθέσεων σεξουαλικών αδικημάτων που έλαβαν χώρα πολλά χρόνια προηγουμένως και άλλων υποθέσεων ως προς το κατά πόσον χρειάζεται να αποδειχθεί δυσμενής επηρεασμός στην υπεράσπιση για τερματισμό της υπόθεσης για κατάχρηση διαδικασίας.[39]
351. Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι η προτεραιότητα του ήταν να κινηθεί εναντίον της SSCL στη ΣΑ για να εξασφαλίσει απόφαση και ακολούθως αποφάσισε να επικεντρωθεί στην Κατηγορούμενη και ζήτησε τους μισθούς του. Με όλο το σεβασμό αυτό δεν αποτελεί καλό λόγο για την καθυστέρηση. Ο ίδιος ανέφερε ότι μόνο €35.000 είχε λάβει ενώ δικαιούτο σε μισθούς πέραν του €1.000.000. Αυτό που προκύπτει είναι ότι η καθυστέρηση ήταν και σκόπιμη.
352. Η τάση η οποία αναδύεται από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι όταν υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην άσκηση ποινικής δίωξης η υπόθεση να απορρίπτεται ή ανάλογα να μην επιτρέπεται η καταχώριση. Εν προκειμένω, δεν αποδείχθηκε ότι ο Παραπονούμενος είχε διαμαρτυρηθεί ή αξιώσει τους μισθούς του πριν το 2019. Η καθυστέρηση δεν δικαιολογήθηκε. Κάποια προβλήματα υγείας υπήρχαν το 2011 και ενδεχομένως να δικαιολογούσαν μια καθυστέρηση μερικών μηνών. Κατά τ’ άλλα τέθηκε από τους συνήγορους του Παραπονούμενου πως είχε την οικονομική άνεση να ζητήσει νομική συμβουλή (αν και η οικονομική του άνεση χρησιμοποιήθηκε ως «δικαιολογία» για την καθυστέρηση). Εν ολίγοις, δεν τέθηκε οποιαδήποτε αντικειμενική δικαιολογία για την καθυστέρηση.
353. Επεξήγησα προηγουμένως τους λόγους για τους οποίους δεν θεωρώ πως υπάρχει αποδοχή οφειλής το 2019 από τους Κατηγορούμενους.
354. Πρέπει να αναφερθεί πως εάν ο Παραπονούμενος ήταν εργοδοτούμενος και αυτό δεν αμφισβητείτο ενδεχομένως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά καθότι στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπεισέρχεται και ο παράγοντας της ανισότητας στη διαπραγματευτική ισχύ μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου καθώς και άλλοι σχετικοί με την εργοδότηση παράγοντες.
355. Όταν η καθυστέρηση είναι αδικαιολόγητη κατ’ ουσίαν θεωρείται ότι είναι σκόπιμη (deliberate) και σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία η δίωξη μπορεί να αναχαιτιστεί ως κατάχρηση της διαδικασίας για αυτό τον λόγο. Θεωρώ ότι αυτή είναι η λογική και των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εάν η καθυστέρηση δεν δικαιολογηθεί επαρκώς, η δίωξη, ειδικά σε υποθέσεις επιταγών, τερματίζεται χωρίς να απαιτείται να καταδειχθεί δυσμενής επηρεασμός.[40] Επομένως, η υπόθεση θα απορριπτόταν, ή καλύτερα θα τερματιζόταν/ διακοπτόταν για αυτό το λόγο εάν δεν υπήρχε αθώωση και απαλλαγή των Κατηγορούμενων επί της ουσίας.
ΣΤ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
356. Κατ’ ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν, οι Κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν.
357. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, σημειώνεται ότι σε ποινικές υποθέσεις η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας για την παροχή εξόδων δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα. [41]
358. Εν προκειμένω, λόγω της φύσης της υπόθεσης, επειδή διαφάνηκε πως υπήρχε συνεργασία μεταξύ των μερών στο πλαίσιο της οποίας ο Παραπονούμενος έχει προσφέρει περισσότερα στους Κατηγορούμενους παρά τα όσα οι ίδιοι προσέφεραν σε αυτόν, και επειδή οι Κατηγορούμενοι όφειλαν να ήταν πιο ξεκάθαροι με τον Παραπονούμενο ως προς την φύση της συνεργασίας τους, έχω αποφασίσει όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. Επομένως, δεν εκδίδεται καμία διαταγή για έξοδα.
Υπ. ___________________
Χ. Σατσιάς, Προσ. Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΗΤΗΣ
[1] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολ. Εφ. 117/2018, 16.03.2022, ECLI:CY:AD:2022:A113, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490
[2] Τεκμήριο 13 – το οποίο περιλαμβάνει ηλ. μήνυμα ημερ. 03.09.2013 στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η οποιαδήποτε «συμφωνία» έχει ξεπεραστεί από τα γεγονότα, η αυτόματη ακύρωση της Σύμβασης λόγω της μη έγκαιρης ανάθεσης έργου αγνοείται στην προσέγγιση του και την χρησιμοποιεί ως βάση για τη νέα συμφωνία.
[3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273
[4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάννου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797
[6] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 320
[7] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45
[9] ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720, Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527
[10] Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited (1987) 1 Α.Α.Δ. 383
[11] Σιακαλλής ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 146, R v Bircham (1972) Crim LR 430
[12] Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δεύτερη Έκδοση, σελ. 396 - 397
[13] Μελάς ν. Κυριάκου (2003) 1Β ΑΑΔ 826, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δεύτερη Έκδοση, σελ. 296
[14] R. v. Robson [1972] 2 All E.R. 699
[15] R. v. Rizwan Μ. [2003] EWCA Crim 3067
[16] ίδετε μεταξύ άλλων: Π.Γ. Πολυβίου, το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου, Θεωρία και Πράξη, σελ. 9 και 22, Deakin & Morris, Labour Law, 5th edn, σελ.110 - 111.
[17] Ροδοσθένους ν. AQUA MASTERS PLC, Ποινική Εφεση Αρ. 138/2017, ECLI:CY:AD:2018:B268, 4/6/2018, Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων v. Σταύρου κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 264/2018 και 265/2018, 3/7/2020, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Στυλιανίδης v. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, Ποινική Εφεση Αρ. 200/2019, ECLI:CY:AD:2021:B136, 12/4/2021, ΑQUA MASTERS PLC ν. ΡΟΔΟΣΘΕΝΟΥΣ, Ποιν. Εφ. 233/2019, 14.07.2022), ECLI:CY:AD:2022:D314.
[18] ίδετε Αδελφοί Λιοτατή Λτδ ν. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, Ποινική ΄Εφεση Αρ. 151/2016, ημερ. 1.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:B457, ECLI:CY:AD:2019:B457
[19] MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoιν. ΄Εφ. αρ. 198/15, ημερ. 02.12.2016
[20] Οικονομίδης ν. Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων (1989) 2 Α.Α.Δ. 235: η διάπραξη του αδικήματος συναρτάται με την ίδια την παράλειψη ή την αμέλεια και όχι τους λόγους για την παράλειψη ή την αμέλεια.
[22]μεταξύ άλλων: Αστυνομία ν. Toorac Fashion (1993) 2 Α.Α.Δ. 117, Ajini κ.α. ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 319, Επίσημος Παραλήπτης v. Kalavas & Assoc. Ltd.κ.ά. (1999) 2 Α.Α.Δ. 523, (Σ.Ε.Κ.) ν. Samoa Clothing Industry Ltd. κ.ά. (Αρ. 2) (2000) 2 Α.Α.Δ. 619, Ιωάννου ν. Νανάιμο Λίμιτεδ κ.α. (2005) 2 Α.Α.Δ. 555).
[23] βλ. Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 544
[26] Μ&Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ ν. Αθανασίου, Ποιν. Εφ. Αρ. 104/2019, 03.07.2020, ECLI:CY:AD:2020:B216
[27] Ευάγγελος Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ.3), (2009) 1 Α.Α.Δ. 529 και Σπύρος Σπύρου ν. Βαρβάρας Ξενή, Ποιν. Έφ. 223/2014 ημερ. 11/11/2015).
[28] Μ&Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας, ανωτέρω
[29] Βrentford Justices, ex parte Wong [1981] QB 445
[30] ίδετε Blackstone's Criminal Practice 2015, D3.76, σελ. 1326, Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B. 78)
[31] βλ. Attorney Generals Reference (No. 2 of 2001) [2004] 2 A.C. 72 HL
[32] R. ν. Maxwell [2011] Cr Αpp R 31
[33] Κ&Μ (Transport) Fuel Tankers Ltd κ.α. ν. Έφορος Φορολογίας, Ποινική Έφεση Αρ. 109 / 2021, 06.03.2023
[34] L.C.Α. Domiki Ltd, Ποινική Αίτηση Αρ. 14/2018, απόφαση ημερομηνίας 2/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:D424
[35] Ellinas Finance Public Company Limited, Ποινική Αίτηση 2/24, 16.12.2024
[36] Woolmington v. DPP (1935) All ER Rep.1
[37] Λοϊζου ν Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363
[38] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Ευρυπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246
[39] Δ.Β.Γ.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 3 / 22, 29.02.2024 και Γ.Π.Β. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 5/20, ημερ. 30.7.2021σε αντίθεση με μια σειρά υποθέσεων οι οποίες αφορούν επιταγές στις οποίες δεν απαιτείται η απόδειξη δυσμενούς επηρεασμού
[40] για παράδειγμα Ellinas Finance Public Company Limited, Ποινική Αίτηση 2/24, 16.12.2024 η οποία ωστόσο ήταν στο στάδιο της έγκρισης καταχώρισης κατηγορητηρίου
[41] Μενελάου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 232 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2) (2000) 2 Α.Α.Δ. 603
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο