P.A.S TOYS LIMITED ν. ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ, Αρ. Υπόθεσης: 2190 / 2022, 12/5/2025
print
Τίτλος:
P.A.S TOYS LIMITED ν. ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ, Αρ. Υπόθεσης: 2190 / 2022, 12/5/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά, Προσ. Ε.Δ.

                        Αρ. Υπόθεσης: 2190 / 2022

 

 

P.A.S TOYS LIMITED

Παραπονούμενοι

και

 

ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ

Κατηγορούμενος

 

Ημερομηνία: 12.05.2025

 

Για τον Παραπονούμενο: κα Χ. Ηλιοφώτου

Για τον Κατηγορούμενο: κος Ν. Α. Νικήτα

 

Κατηγορούμενος: παρών

 

Π Ο Ι Ν Η

& Αίτημα για έκδοση διατάγματος είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων ως χρηματική ποινή

 

1.    Ο Κατηγορούμενος κατόπιν ακρόασης κρίθηκε ένοχος στις 26.03.2025 σε 13 κατηγορίες για καταδολίευση εξ αποφάσεως πιστωτή κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(1)(γ), 3(2), 3(4), 4(2) και 4(3) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008, Ν. 60(Ι) / 2008 (εφεξής «Νόμος»).

 

2.    Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών τις οποίες αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, αυτός, ενώ ήταν εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους δυνάμει απόφασης στο πλαίσιο της Αγωγής αρ. 4792/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (εφεξής «Αγωγή»), και ενώ στα πλαίσια της προαναφερόμενης διαδικασίας εκδόθηκε εναντίον του στις 06.03.2020  διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του με μηνιαίες δόσεις ύψους €30.00 εκάστη, ο Κατηγορούμενος προς καταδολίευση του εξ αποφάσεως πιστωτή, παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις για την περίοδο από 01.12.2021 μέχρι την 01.12.2022, ήτοι 13 δόσεις προς €30.00 εκάστη, συνολικού ύψους €390.00.

 

3.    Η υπόθεση ορίστηκε για την επιβολή ποινής την 31.03.2025. Η συνήγορος των Παραπονούμενων προφορικά ζήτησε την έκδοση διατάγματος είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, ως χρηματική ποινή με βάση το άρθρο 4(3) του Νόμου.

 

4.    Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου έφερε ένσταση στην έκδοση του διατάγματος για πληρωμή των δόσεων ως χρηματική ποινή. Εν τέλει στις 08.04.2025 καταχώρισε γραπτή ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης η οποία περιλαμβάνει τρεις λόγους ένστασης, μεταξύ άλλων, ότι οι Παραπονούμενοι δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την αίτηση για διάταγμα είσπραξης, ότι η έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά τον Κατηγορούμενο και είναι καταπιεστική και καταχρηστική. Επιπρόσθετα, υπέβαλε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση σε σχέση με το αίτημα για έκδοση διατάγματος είσπραξης.

 

5.    Στην αγόρευση του ο συνήγορος του Κατηγορούμενου εγείρει τα ακόλουθα ζητήματα:

 

5.1   Δεν προηγήθηκε γραπτή αίτηση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου.

5.2   Είναι βέβαιο ότι η έκδοση διατάγματος είσπραξης θα οδηγήσει στην φυλάκιση του πελάτη του.

5.3   Ο Νόμος είναι αντίθετος με το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καθότι «ουσιαστικά, ο Κατηγορούμενος θα στερηθεί της ελευθερίας του, λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση...». Προσθέτει ότι ενώ στο άρθρο 4(3) δεν προνοείται ποινή φυλάκισης στην πράξη ο καταδικασθείς κινδυνεύει με μακροχρόνια φυλάκιση.

 

6.    Η συνήγορος των Παραπονούμενων απάντησε στην ένσταση του Κατηγορούμενου. Ανέφερε, μεταξύ άλλων,  ότι το αίτημα για διάταγμα είσπραξης μπορεί με βάση τη νομολογία να γίνει και προφορικά, η έκδοση διατάγματος είσπραξης προνοείται στο Νόμο, ο Νόμος δεν είναι αντισυνταγματικός ούτε και παραβιάζει ανθρώπινα δικαιώματα και αυτό το ζήτημα είχε εξεταστεί και έχει αποφασιστεί σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παρέπεμψε επίσης σε σχετική νομολογία.

 

Επί του κατά πόσον η αίτηση για έκδοση διατάγματος είσπραξης μπορεί να γίνει προφορικά

 

7.    Το άρθρο 4(3) του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«4.(3) Το δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης δυνάμει  της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 3, εκδίδει, εφόσον υποβληθεί αίτηση προς τούτο, διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, ως χρηματικής ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή οιουδήποτε άλλου νόμου καταργούντος ή τροποποιούντος τούτο. Το δικαστήριο κατά την έκδοση του εν λόγω διατάγματος δύναται να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσής του για περίοδο μέχρι έξι μήνες.» 

 

8.    Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (από Σταματίου, Δ., ως ήταν τότε)  στην υπόθεση ΚΕΣΙΔΗΣ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, Ποιν. Εφ. 39/2021, 22.12.2021, ECLI:CY:AD:2021:B586, η οποία είναι η πιο πρόσφατη απόφαση που εντόπισα σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα της έκδοσης διατάγματος για είσπραξη οφειλόμενων δόσεων ως χρηματική ποινή, ο Εφεσείων είχε παραπονεθεί συγκεκριμένα ότι εκδόθηκε διάταγμα καταβολής των οφειλόμενων δόσεων χωρίς να γίνει αίτηση προς τούτο.

 

9.    Το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη σε μια επισκόπηση των προηγούμενων αποφάσεων επί του θέματος (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου): 

 

«Η πιο πάνω νομοθετική πρόνοια εξετάστηκε στην υπόθεση Προδρόμου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημ. Ετ. Λτδ (2014) 2 ΑΑΔ 108, ECLI:CY:AD:2014:B126, όπου κρίθηκε ότι τέτοιου είδους διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Θα πρέπει να υποβληθεί αίτηση η οποία «θα κριθεί αναλόγως των συνθηκών οι οποίες θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και αφορούν όχι μόνο την επιλογή της υποβολής αίτησης αλλά και την κρίση του Δικαστηρίου επί αυτής. Περαιτέρω, προκύπτει θέμα ενδεχόμενης ένστασης του καταδικασθέντος ώστε το Δικαστήριο να πρέπει να ασκήσει δικαστική κρίση». Στην μεταγενέστερη απόφαση Νικολάου ν. Citi Principal Investments LtdΠοιν. Έφ. 160/2014, ημερομηνίας 20.12.2016, ECLI:CY:AD:2016:B558, αναφέρθηκε πως «ο Νόμος δεν προνοεί τον τύπο και χρόνο υποβολής της αναφερόμενης στο άρθρο 4(3) αίτησης, η οποία στην υπό κρίση περίπτωση υποβλήθηκε προφορικώς στο στάδιο των αγορεύσεων». Η υπόθεση, όμως, εκείνη κρίθηκε τελικά σε άλλη βάση.»

 

10.  Περαιτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κεσίδης, αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν τηρήθηκε η ορθή διαδικασία από το Πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ως ακολούθως (η έμφαση είναι δική μου):

 

«Εν προκειμένω, η εφεσίβλητη υπέβαλε αίτημα στα πλαίσια της γραπτής της αγόρευσης. Ακολούθως, μετά την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου, ο δικηγόρος της παραπονουμένης ζήτησε προφορικά τόσο τα έξοδά του, όσο και διάταγμα είσπραξης. Ο εφεσείων παραπονείται ότι δεν τηρήθηκε η ορθή διαδικασία για έκδοση διατάγματος είσπραξης και πως το Δικαστήριο παραβίασε τους κανόνες της δίκαιης δίκης, δίδοντας στην παραπονούμενη δεύτερη ευκαιρία να διορθώσει λάθη και παραλείψεις. Συγκεκριμένα, επικαλείται πως, ενώ μετά την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης ο δικηγόρος της παραπονουμένης περιορίστηκε στο να ζητήσει έξοδα και τότε δόθηκε ο λόγος στον δικηγόρο του εφεσείοντα, ο οποίος ζήτησε χρόνο για να αγορεύσει για σκοπούς μετριασμού της ποινής, στη συνέχεια, όταν η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για το σκοπό αυτό, η Δικαστής ρώτησε εκ νέου το δικηγόρο της παραπονούμενης κατά πόσο είχε να προσθέσει οτιδήποτε και, παρά την αντίδραση του κ. Ζαννούπα, ζητήθηκαν έξοδα και διάταγμα είσπραξης.

 

Η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος είσπραξης σε τέτοιου είδους υποθέσεις προνοείται από το Νόμο, όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω. Από την εν λόγω νομοθετική διάταξη προκύπτει ότι το κατά πόσο θα εκδοθεί διάταγμα είσπραξης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο έχει, επίσης, την ευχέρεια να αναστείλει την εν λόγω πληρωμή, για περίοδο έξι μηνών. Το γεγονός ότι απαιτείται η υποβολή αίτησης υποδηλοί, όπως άλλωστε αποφασίστηκε και στην Προδρόμου, ανωτέρω, ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να υποβάλει ένσταση και τότε το Δικαστήριο ασκεί κρίση επί τούτου. Ο Νόμος δεν καθορίζει κατά πόσο η αίτηση υποβάλλεται γραπτώς ή μπορεί να υποβληθεί και προφορικά. Θεωρούμε ότι αυτό που έχει σημασία είναι να τεθεί το σχετικό αίτημα από τον παραπονούμενο, έτσι ώστε να μπορεί να τοποθετηθεί ο κατηγορούμενος. Αυτό επιτεύχθηκε στην παρούσα περίπτωση, εφόσον τέθηκε το ζήτημα στη γραπτή αγόρευση του παραπονούμενου και επαναλήφθηκε προφορικά στο Δικαστήριο, μετά την καταδίκη του εφεσείοντα, όταν εξετάζετο το θέμα επιβολής ποινής.

 

Τα υπόλοιπα που ήγειρε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα, ως προς το ότι δόθηκε δεύτερη ευκαιρία στην παραπονούμενη να θέσει το ζήτημα του διατάγματος, δεν ευσταθούν. Υπήρχε στη γραπτή αγόρευση το αίτημα και το Δικαστήριο θα μπορούσε ακόμα και να ζητήσει διευκρίνιση κατά πόσο η πλευρά της παραπονούμενης εξακολουθούσε να αξιώνει το διάταγμα είσπραξης. Εν πάση περιπτώσει, δόθηκε η ευκαιρία στον κ. Ζαννούπα να τοποθετηθεί επί του αιτήματος, ο οποίος περιορίστηκε να αναφερθεί μόνο στο κατά πόσο η αίτηση θα έπρεπε να γίνει γραπτώς ή προφορικά. Θα μπορούσε να αγορεύσει και ως προς το κατά πόσο θα έπρεπε να εκδοθεί το διάταγμα είσπραξης. Το γεγονός ότι δεν το έπραξε δεν οφείλεται σε οποιοδήποτε σφάλμα του Δικαστηρίου.»

 

11.  Προκύπτουν τα ακόλουθα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Κεσίδης:

 

11.1    Διάταγμα για πληρωμή / είσπραξη των οφειλόμενων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους ως χρηματική ποινή δεν μπορεί να εκδοθεί αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Θα πρέπει να υποβληθεί αίτηση προς τούτο (ίδετε επίσης Προδρόμου, ανωτέρω ). [1]

 

11.2    Το κατά πόσο θα εκδοθεί διάταγμα είσπραξης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο έχει, επίσης, την ευχέρεια να αναστείλει την εν λόγω πληρωμή, για περίοδο έξι μηνών.

 

11.3    Ο Νόμος δεν προνοεί τον τύπο και χρόνο υποβολής της αναφερόμενης στο άρθρο 4(3) αίτησης.

 

11.4    Στη Νικολάου, ανωτέρω, η αίτηση υποβλήθηκε προφορικώς στο στάδιο των αγορεύσεων.

11.5    Στην Κεσίδης, η αίτηση υποβλήθηκε τόσο στο πλαίσιο γραπτής αγόρευσης όσο και προφορικά μετά την καταδίκη του εφεσείοντος. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν ανέφερε ότι εσφαλμένα εξέδωσε το Πρωτόδικο Δικαστήριο διάταγμα για είσπραξη των οφειλόμενων δόσεων. Αντιθέτως, ανέφερε πως ο Νόμος δεν καθορίζει κατά πόσο η αίτηση υποβάλλεται γραπτώς ή μπορεί να υποβληθεί και προφορικά. Αναφέρθηκε, περαιτέρω, το εξής:

 

«Θεωρούμε ότι αυτό που έχει σημασία είναι να τεθεί το σχετικό αίτημα από τον παραπονούμενο, έτσι ώστε να μπορεί να τοποθετηθεί ο κατηγορούμενος

 

11.6    Όταν υποβληθεί αίτημα, είτε γραπτώς, είτε προφορικώς θα πρέπει να δοθεί ευκαιρία στον Κατηγορούμενο να τοποθετηθεί επί του αιτήματος / αίτησης. Όπως αναφέρθηκε στην Προδρόμου προκύπτει θέμα «ενδεχόμενης ένστασης του καταδικασθέντος ώστε το Δικαστήριο να πρέπει να ασκήσει δικαστική κρίση».

 

12.  Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, κρίνω πως η ένσταση η οποία εγέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου σε σχέση με το ότι η αίτηση για είσπραξη των οφειλόμενων δόσεων ως χρηματική ποινή έπρεπε να γίνει γραπτώς δεν ευσταθεί και πρέπει να απορριφθεί. Η αίτηση για διάταγμα είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων μπορεί να υποβληθεί και προφορικά και δεν χρειάζεται προς τούτο γραπτή αίτηση. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

13.  Θεωρώ ότι αυτό το οποίο έχει σημασία είναι ότι δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του καταδικασθέντος να ακουστεί και να τοποθετηθεί επί της αίτησης για είσπραξη, με την υποβολή από μέρους της Παραπονούμενης προφορικής αίτησης, δεδομένου ότι του δίδεται η ευκαιρία να τοποθετηθεί επί της αίτησης.[2] Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου δεν εισηγήθηκε ότι επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο κατά τρόπο δυσμενή τα δικαιώματα του πελάτη του με την υποβολή αίτησης για είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων ως χρηματική ποινή προφορικώς.

 

14.  Εν προκειμένω δόθηκε το δικαίωμα στον Κατηγορούμενο να φέρει ένσταση και χρόνος να υποβληθεί γραπτή ένσταση καθώς και αγόρευση επί του ζητήματος.

 

 

 

 

Επί της ισχυριζόμενης παραβίασης του Άρθρου 1 του Τέταρτου Πρωτοκόλλου στην ΕΣΔΑ  

 

15.  Το Άρθρο 1 του Τέταρτου Πρωτοκόλλου στην ΕΣΔΑ («Α.1 Π.4») με πλαγιότιτλο «Απαγόρευση Φυλάκισης Λόγω Χρέους» προνοεί ότι: «Κανείς δεν θα στερείται της ελευθερίας του μόνο λόγω αδυναμίας εκπληρώσεως συμβατικής του υποχρέωσης.»[3]

 

16.  Άντλησα καθοδήγηση από το σύγγραμμα Harris, O’ Boyle & Warbrick, Law of the European Convention on Human Rights, τρίτη έκδοση, σελ. 952 και 953 καθώς και από το Explanatory Report to Protocol No. 4 to the Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms, securing certain rights and freedoms other than those already included in the Convention and in the first Protocol thereto, Strasbourg, 16.IX.1963

 

17.  Καταρχάς, τονίζω ότι από το λεκτικό του Α.1 Π.4 προκύπτει ότι η απαγόρευση φυλάκισης λόγω χρέους αφορά τις περιπτώσεις που κάποιο πρόσωπο στερείται της ελευθερίας του μόνο λόγω αδυναμίας εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης (merely on the ground of inability to fulfil a contractual obligation). Στον Harris, OBoyle & Warbrick αναφέρεται πως η λέξη «μόνο» / «merely» στο κείμενο του Α.1 Π.4 περιορίζει την εμβέλεια εφαρμογής του, παραπέμποντας στην Goktan v France 37 ΕHRR 320:

 

51 The Court has to express reservations about the imprisonment in default system as such: it constitutes an archaic custodial measure available only to the Treasury (Article 1 of Protocol No. 4, however, is not applicable, as it prohibits imprisonment for debt solely when the debt arises under a contractual obligation).”

 

18.  Κατά συνέπεια, η αποστέρηση της ελευθερίας του προσώπου δεν απαγορεύεται εάν υφίσταται και κάποιος άλλος παράγοντας. Στο προαναφερόμενο σύγγραμμα γίνεται ρητή αναφορά στην καταδολίευση από χρεώστη: “That is, deprivation of liberty is not forbidden if there is some other factor present, as where the detention is because the debtor acts fraudulently, or negligently or for some other reason refuses to honour an obligation that he is able to comply with”.[4]

 

19.  Σημειώνω ότι το Άρθρο 11(2)(β) του Συντάγματος προνοεί για την εξαίρεση στο δικαίωμα στην ελευθερία η οποία αφορά τη μη συμμόρφωση προς νόμιμη διαταγή του Δικαστηρίου. Το ίδιο και το Άρθρο 5(1)(β) της ΕΣΔΑ.  Επομένως, ένα πρόσωπο μπορεί να στερηθεί της ελευθερίας του επειδή δεν συμμορφώθηκε με νόμιμη διαταγή του Δικαστηρίου.

 

20.  Το διάταγμα είσπραξης οφειλόμενων δόσεων ως χρηματική ποινή εκδίδεται μετά από καταδίκη για καταδολίευση εξ αποφάσεως πιστωτή για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία και ενέχει το στοιχείο της παράλειψης συμμόρφωσης με διάταγμα του Δικαστηρίου.[5] Θεωρώ ότι δεν έχει καμία σχέση με φυλάκιση ενός προσώπου επειδή υπάρχει οικονομική αδυναμία να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση. Εν ολίγοις, η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει εντός του πεδίου εφαρμογής του Α.1 Π.4.

 

21.   Αυτό, δηλαδή ότι το Α.1 Π.4 δεν εφαρμόζεται και δεν απαγορεύει την φυλάκιση για μη συμμόρφωση με διάταγμα αποζημίωσης που εκδίδεται από ποινικό δικαστήριο κατόπιν καταδίκης, θεωρώ ότι καθίσταται ξεκάθαρο και στο Explanatory Report:

 

“The Committee stressed the importance of the words "merely on the ground of inability". In the experts' view, the Article aimed at prohibiting, as contrary to the concept of human liberty and dignity, any deprivation of liberty for the sole reason that the individual had not the material means to fulfil his contractual obligations. Deprivation of liberty is not forbidden if any other factor is present in addition to the inability to fulfil a contractual obligation, for example:       

 

– if a debtor acts with malicious or fraudulent intent;

– if a person deliberately refuses to fulfil an obligation, irrespective of his reasons therefore,

– if inability to meet a commitment is due to negligence.

 

6. The Committee thought that the Article could not therefore be construed as prohibiting deprivation of liberty as a penalty for a proved criminal offence or as a necessary preventive measure before trial for such an offence, even if criminal law recognised as an offence an act or omission which was at the same time a failure to fulfil a contractual obligation. For a law which makes a breach of contract into a criminal offence punishable by imprisonment always provides for one or more elements of criminality other than a simple inability to perform the contractual obligation.”

 

22.  Εν προκειμένω, ο Νόμος δεν προνοεί ποινή φυλάκισης και επομένως το Δικαστήριο δεν επιβάλλει ποινή φυλάκισης αλλά επιβάλλει πρόστιμο σε πρόσωπο που κρίθηκε ένοχο για το αδίκημα της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή. Το κατά πόσον θα φυλακιστεί ένα πρόσωπο επειδή δεν συμμορφώθηκε με το διάταγμα είσπραξης των δόσεων ως χρηματική ποινή, ρυθμίζεται από το Μέρος ΙV του Κεφ. 155 και δεν έχει σχέση με αδυναμία εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων αλλά με παράλειψη συμμόρφωσης με διαταγή του Δικαστηρίου.

 

23.  Υπενθυμίζω ότι για να φτάσει στο σημείο να φυλακιστεί ένα πρόσωπο στην παρούσα περίπτωση σημαίνει ότι εκδόθηκε διάταγμα για πληρωμή χρέους με μηνιαίες δόσεις επειδή κρίθηκε από Δικαστήριο πως ήταν εντός των οικονομικών του δυνατοτήτων, καταδικάστηκε από ποινικό Δικαστήριο για καταδολίευση, εκδόθηκε διάταγμα είσπραξης ως χρηματική ποινή και δεν κατέβαλε την χρηματική ποινή. Ο κατηγορούμενος δεν καταδικάζεται επειδή δεν έχει τα μέσα ή τα χρήματα να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση αλλά επειδή έχει τα μέσα και επιλέγει ή αμελεί να συμμορφωθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις.

 

24.  Με αυτό το ζήτημα ασχολήθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κεσίδης  στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Περαιτέρω, ο εφεσείων προβάλλει ότι η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος, το οποίο εισπράττεται ως χρηματική ποινή και σε περίπτωση παράλειψης καταβολής της μετατρέπεται σε ποινή φυλάκισης, τυγχάνει εφαρμογής μόνο στις περιπτώσεις οφειλών προς το Κράτος και πως, ακόμα και στις περιπτώσεις που αφορούν καταβολή χρημάτων προς το κράτος, δεν επιτρέπεται η χρήση της ποινικής διαδικασίας για είσπραξη χρημάτων στο πλαίσιο αστικής φύσεως διαφορών. Προς τούτο, παρέπεμψε στις υποθέσεις Goktan vFrance, Αίτηση Αρ. 33402/1996, ημερομηνίας 2.10.2002 και Somare vFrance, Αίτηση Αρ. 23824/1994, ημερομηνίας 24.8.1998).

 

Η έκδοση του διατάγματος προβλέπεται από το Νόμο σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου η υπεράσπιση του εφεσείοντα ότι είχε αδυναμία αποπληρωμής των δόσεων δεν έγινε αποδεκτή. Ως εκ τούτου, οι υποθέσεις στις οποίες παρέπεμψε ο συνήγορος διακρίνονται και δεν τυγχάνουν εφαρμογής.»

 

25.  Εν προκειμένω, ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε για καταδολίευση εξ αποφάσεως πιστωτή όχι επειδή παρέλειψε να πληρώσει το ποσό της απόφασης. Δηλαδή ένα ομόβαθμο Δικαστήριο έκρινε (κατόπιν ακρόασης) αφού έλαβε υπόψιν του όλα τα σχετικά γεγονότα και έγγραφα τα οποία προσκομίστηκαν από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος εκπροσωπείτο από δικηγόρο ότι ο Κατηγορούμενος είναι σε θέση να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος του με μηνιαίες δόσεις ύψους €30. Το ποσό των €30 κρίθηκε ότι είναι εντός των οικονομικών του δυνατοτήτων και ο Κατηγορούμενος δεν το αμφισβήτησε. Ούτε προσέβαλε την απόφαση μηνιαίων δόσεων με έφεση αλλά ούτε και αποτάθηκε στο Δικαστήριο με σκοπό την τροποποίηση ή την ακύρωση του.

 

26.  Από τη στιγμή που το παρόν Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ισχύει η υπεράσπιση της αδυναμίας πληρωμής ή της μεταβολής της οικονομικής του κατάστασης η οποία τον κατέστησε μη ικανό να πληρώνει τις δόσεις του δεν ευσταθεί ότι ο Κατηγορούμενος ενδέχεται να φυλακιστεί λόγω του ότι είναι πτωχός ή επειδή αδυνατεί να πληρώσει.

 

27.  Κατά συνέπεια, η εισήγηση του κύριου Νικήτα ότι ο Νόμος προσκρούει στο Α.1 Π.4 δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται.  Προχωρώ τώρα να εξετάσω το κατά πόσον θα εκδοθεί το διάταγμα είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων ως χρηματική ποινή.

Το κατά πόσον θα εκδοθεί διάταγμα είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων ως χρηματική ποινή

 

28.  Εν προκειμένω δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με μεταβολή της οικονομικής κατάστασης του Κατηγορούμενου ούτε κατά την ακρόαση ούτε στο πλαίσιο της ένστασης στο διάταγμα είσπραξης. Το μόνο που αναφέρθηκε από τον κύριο Νικήτα ήταν ότι αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα και δεν επαρκούν τα έσοδα του για τη διαβίωση του. Δεν έγινε αναφορά στο πόσα είναι τα έξοδα του για να συγκριθούν με τα έσοδα του.

 

29.  Το Δικαστήριο στην απόφαση του εξήγαγε εύρημα εν μέρει επί τη βάσει των παραδοχών του ιδίου και της συζύγου ότι δεν υπήρξε μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης προς το χειρότερο. Επίσης, είχε δοθεί μαρτυρία τόσο από τον ίδιο όσο και από τη σύζυγο του ότι έχουν κάποιο εισόδημα από το καζαντί και την πώληση σίταρου και μαλλιού της γριάς σε πανηγύρια.  Δόθηκε επίσης μαρτυρία από τον ίδιο και τη σύζυγο του ότι μετά την καταχώριση της υπόθεσης ο Κατηγορούμενος είχε αγοράσει προϊόντα μερικών χιλιάδων ευρώ για να τα τοποθετήσει ως βραβείο στο καζαντί.

 

30.  Το Διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις το οποίο εκδόθηκε μετά από ακρόαση και αφού συνυπολογίστηκε το ότι ο Κατηγορούμενος ήτο λήπτης ΕΕΕ δεν έχει εφεσιβληθεί και δεν τέθηκε ότι υπάρχει οποιαδήποτε αίτηση για τροποποίηση ή αναστολή του. Το μόνο που προωθήθηκε εν προκειμένω είναι ορισμένοι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί στο σώμα της ένστασης σε σχέση με πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στα δικαιώματα του Κατηγορούμενου λόγω της πεποίθησης (η οποία δεν στηρίζεται σε μαρτυρία) του ότι η έκδοση διατάγματος θα έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής η οποία με βεβαιότητα θα οδηγήσει στην φυλάκιση του.

 

31.  Η θέση του ότι είναι βέβαιο πως δεν θα υπάρχει συμμόρφωση με το διάταγμα είσπραξης δεν υποστηρίχθηκε από μαρτυρία και αντίκειται στα ευρήματα του Δικαστηρίου στην Απόφαση του. Στην ουσία ο Κατηγορούμενος αναφέρει πως επειδή δεν θα συμμορφωθεί με ενδεχόμενο διάταγμα για είσπραξη (ενώ το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει στο πλαίσιο της τελικής απόφασης του πως έχει τη δυνατότητα) θα υποστεί τις επιπτώσεις της άρνησης του και αυτό αποτελεί λόγο μη έκδοσης του διατάγματος είσπραξης.

 

32.  Ο Κατηγορούμενος κατά την αντεξέταση του δήλωσε ευθαρσώς ότι  δεν επήλθε καμία αλλαγή στην οικονομική του κατάσταση από τότε που εκδόθηκε το Διάταγμα ΜΔ (σελ. 11, πρακτικά ημερ. 03.02.2025). Οι ισχυρισμοί του περί οικονομικής αδυναμίας κρίθηκε ότι ήταν ασαφείς και αόριστοι και δεν συνδέθηκαν με οποιαδήποτε εκ των υπερασπίσεων που προβλέπονται στο Νόμο και ειδικότερα με την μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης. Μάλιστα υπήρξε και παραδοχή από μέρους του ότι καμία μεταβολή δεν είχε επέλθει. Ο Κατηγορούμενος σε κάθε περίπτωση δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης ότι δεν κατέβαλε τις επίδικες δόσεις λόγω οικονομικής αδυναμίας.

 

33.  Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι το ποσό των οφειλόμενων δόσεων ανέρχεται στα €390. Δεν είναι ψηλό ποσό το οποίο ακριβώς λόγω του ύψους του ενδεχομένως να ενέχει αυξημένη πιθανότητα να μην πληρωθεί με αποτέλεσμα την ενεργοποίηση εντάλματος πληρωμής χρηματικής ποινής με βάση το Κεφ. 155.

 

34.  Επομένως, εκδίδεται διάταγμα είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων συνολικού ύψους €390 ως χρηματική ποινή. Το διάταγμα αναστέλλεται για περίοδο έξι μηνών από αύριο.

 

35.  Προχωρώ τώρα με την επιβολή ποινής: Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζε κατόπιν ακρόασης. Για σκοπούς επιβολής ποινής λαμβάνω υπόψη μου το σύνολο των γεγονότων ως αυτά προκύπτουν από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, τη σοβαρότητα του αδικήματος ως αυτή αντικατοπτρίζεται από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές, το γεγονός ότι αυτής της φύσης τα αδικήματα διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα γεγονός που επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών.

 

36.  Ως αναφέρθηκε από τον έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κύριο Οικονόμου στην Θεοφάνους, ανωτέρω αναμένεται η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών όταν διαπιστώνεται αδικαιολόγητη μη συμμόρφωση στο διάταγμα μηνιαίων δόσεων:

 

«Αναμένεται η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, όταν διαπιστώνεται εμμονή σε αδικαιολόγητη μη συμμόρφωση στο διάταγμα μηνιαίων δόσεων. Τέτοια δέουσα αυστηρότητα δεν υπήρξε στην παρούσα υπόθεση, όπου το ιστορικό αποκαλύπτει μια απαράδεκτα συνεχή παράλειψη του εφεσείοντα να συμμορφωθεί στις υποχρεώσεις του, αλλά και στις διαταγές του δικαστηρίου.  ....

Σήμερα, 11 και πλέον χρόνια μετά, οι εφεσίβλητοι συνεχίζουν ακόμα τις προσπάθειες τους να εισπράξουν το λαβείν τους, το οποίο έχει αναγνωριστεί και επιδικαστεί δικαστικά, με τον εφεσείοντα να συνεχίζει να ταλαιπωρεί τους ίδιους και τη δικαιοσύνη. 

Παρά ταύτα το πρωτόδικο δικαστήριο απλώς του επέβαλε €20 πρόστιμο σε κάθε κατηγορία, δηλαδή για κάθε μήνα που παρέλειψε να πληρώσει.  Η ποινή αυτή μάλιστα χαρακτηρίστηκε με την έφεση ως υπερβολική.

 Τούτο παρά το γεγονός ότι τα  αδικήματα που ο εφεσείων διέπραξε ενείχαν το στοιχείο της ηθελημένης παρακοής σε δικαστικό διάταγμα.  

Ο εφεσείων ουδέποτε άσκησε τη δυνατότητα που του παρείχε ο νόμος να ζητήσει τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος, λόγω μεταβολής των οικονομικών του δεδομένων.  Ούτε και το δικαστήριο, όπως ρητώς κατέγραψε, εντόπισε κάποιο πραγματικό λόγο ώστε να μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως αδυναμία συμμόρφωσης.  Είχε δίκαιο, συνεπώς, η ευπαίδευτος δικηγόρος των εφεσιβλήτων ότι η ποινή όχι μόνο δεν ήταν υπερβολικά ψηλή, αλλά αντιθέτως ήταν υπερβολικά χαμηλή και δεν εξυπηρετούσε τον τιμωρητικό και αποτρεπτικό της χαρακτήρα.  

Η αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δεν επιβάλλεται μόνο ως ζήτημα αρχής, ως ζήτημα κατίσχυσης του δικαίου και της νομιμότητας, αλλά αποτελεί και μέτρο αντιμετώπισης της σωρείας καθυστερημένων υποθέσεων, εφόσον επενεργεί αποτρεπτικά.»

 

37.  Ο Κατηγορούμενος με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην Απόφαση καταδικάστηκε και σε άλλες υποθέσεις για καθυστερημένες δόσεις με βάση το Διάταγμα ΜΔ, ήτοι στις ποινικές υποθέσεις 2305/2020, 1682/2021, 2162/2021 και έχουν εκδοθεί αντίστοιχα εντάλματα. Εξακολουθεί να μην συμμορφώνεται με το Διάταγμα ΜΔ.  Παρά ταύτα, ενόψει της οικονομικής κατάστασης του Κατηγορούμενου η οποία παρότι δεν μεταβλήθηκε δυσμενώς από την έκδοση του Διατάγματος ΜΔ και παρά το ότι δεν ανάγεται σε οικονομική αδυναμία, δεν είναι καλή εφόσον είναι παραδεκτό στην ουσία ότι λαμβάνει ΕΕΕ λόγω μερικής αναπηρίας, κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιβληθεί το κατώτατο όριο ποινής €1000 σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης ως προβλέπεται από το άρθρο 4(2) του Νόμου. Λαμβάνεται υπόψη το σχετικά μικρό ποσό των καθυστερημένων δόσεων και το ύψος των δόσεων. Επίσης, λαμβάνεται υπόψη ότι θα εκδοθεί διαταγή για καταβολή των εξόδων της διαδικασίας από τον Κατηγορούμενο. Επομένως η επιβολή προστίμου ύψους €1000 για καθυστερημένες δόσεις ύψους €390, θεωρώ ότι θα ήταν δυσανάλογη σε σχέση με το επίπεδο ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου και το ύψος των δόσεων.

 

38.  Λαμβάνω υπόψη μου τα όσα τέθηκαν από το συνήγορο του Κατηγορούμενου σε σχέση με τα οικονομικά προβλήματα και προβλήματα υγείας τα οποία αντιμετωπίζει. Το ότι δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε δεν υπολογίζεται ως επιβαρυντικός παράγοντας. Ο Κατηγορούμενος είχε κάθε δικαίωμα να μην παραδεχθεί, ωστόσο δεν μπορεί να επωφεληθεί από την έκπτωση στην ποινή λόγω της παραδοχής.

 

39.  Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω και έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής κρίνω ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές τις οποίες και επιβάλλω:  χρηματικό πρόστιμο ύψους €30 σε κάθε έκαστη των κατηγοριών στις οποίες κρίθηκε ένοχος. Συνολική ποινή προστίμου €390. 

 

40.  Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Παραπονούμενων και εναντίον του Κατηγορούμενου στην κλίμακα «μέχρι €500», ως αυτά θα υπολογισθούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

(Υπ.)......................................

Χ. Σατσιάς, Προσ. Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής



[1] Χατζηχαμπής, Δ.: «Δεν υπάρχει τρόπος να υπερβούμε την σαφή πρόνοια του νόμου με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για την εφεσίβλητη ότι το Δικαστήριο εν πάση περιπτώσει έχει δικαίωμα αυτεπαγγέλτως να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Εδώ το θέμα ρυθμίζεται ρητώς και σαφώς διά νόμου και οι πρόνοιες του νόμου πρέπει να τηρηθούν. Εφόσον δεν είχε υπάρξει αίτηση προς είσπραξη των οφειλομένων δόσεων ως χρηματικής ποινής, το Δικαστήριο δεν είχε δικαίωμα να εκδώσει το διάταγμα. Δεν είναι τυπικής φύσεως η πρόνοια αυτή αλλά ουσιαστική, εφόσον η αίτηση η οποία μπορεί να υποβληθεί θα κριθεί αναλόγως των συνθηκών οι οποίες θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και αφορούν όχι μόνο την επιλογή της υποβολής αίτησης αλλά και την κρίση του Δικαστηρίου επί αυτής. Περαιτέρω, προκύπτει θέμα ενδεχόμενης ένστασης του καταδικασθέντος ώστε το Δικαστήριο να πρέπει να ασκήσει δικαστική κρίση. Πέραν τούτου, και λαμβανομένων υπόψη όλων των παραμέτρων που πρέπει να σταθμισθούν, υπάρχει και το θέμα της ενδεχόμενης αναστολής εκτελέσεως που προβλέπεται στο νόμο. Όλα αυτά μπορούν να εξετασθούν μόνο εφόσον υποβληθεί αίτηση.»

 

 

[2] ίδετε επίσης: Ποιν. Εφ. 102/2021 και 103/2021, Θεοφάνους ν. Η. Αθανασόπουλου κ.α, 18.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B388 στην οποία διάταγμα αποζημίωσης ακυρώθηκε καθότι το Δικαστήριο δεν είχε ακούσει τις θέσεις των διαδίκων για το κατά πόσον ήταν η κατάλληλη περίπτωση για έκδοση τέτοιου διατάγματος.

 

[3] Παραθέτω και το Αγγλικό κείμενο του Α.1 Π.4: No one shall be deprived of his liberty merely on the ground of inability to fulfil a contractual obligation

[4] σελ. 953, Harris, O’ Boyle & Warbrick

[5] Στην Θεοφάνους, ανωτέρω ο Δικαστής του Α.Δ. κος Οικονόμου ανέφερε ότι ενέχει μάλιστα το στοιχείο της ηθελημένης παρακοής σε δικαστικό διάταγμα.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο