ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ν. G.D.L. TRADING (FAMAGUSTA) LTD, Αρ. Υπόθεσης: 3431/2021, 25/7/2025
print
Τίτλος:
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ν. G.D.L. TRADING (FAMAGUSTA) LTD, Αρ. Υπόθεσης: 3431/2021, 25/7/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά, Ε.Δ.

 Αρ. Υπόθεσης: 3431/2021

Μεταξύ:

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Παραπονούμενος

 

και

 

G.D.L. TRADING (FAMAGUSTA) LTD

Κατηγορούμενη

 

 

 

Ημερομηνία: 25 Ιουλίου, 2025

 

Εμφανίσεις:

 

Για την Κατηγορούσα Αρχή:   κα Ε. Νικολάου για Ζένιος Νικολάου Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Κατηγορούμενη:         κος Σ. Γ. Μαυρομάτης

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.      Η κατηγορούμενη με βάση το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει εννέα κατηγορίες σε σχέση με παράλειψη καταβολής / αποκοπής του 13ου μισθού (ή την αναλογία του 13ου μισθού) σε μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, χωρίς τη συγκατάθεση του Παραπονούμενου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 9(1), 10 και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν. 35(Ι)/2007, ως είχε τροποποιηθεί μέχρι το 2012 (εν τοις εφεξής «Νόμος»), για τα έτη 2013 - 2021.

 

2.      Δεδομένου του ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο Παραπονούμενος ήταν εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης (εφεξής «Κατηγορούμενη» ή «Εταιρεία») καθώς και το ότι δεν είχε καταβληθεί 13ος μισθός κατά τις ημερομηνίες οι οποίες αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος για κάθε μία από τις εννέα κατηγορίες, το ζήτημα το οποίο καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει είναι το κατά πόσον ο Παραπονούμενος είχε συγκατατεθεί στην αποκοπή του μισθού του.

 

3.      Δεδομένης της μη παραδοχής της Κατηγορούμενης, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε ένα μάρτυρα, ήτοι τον Παραπονούμενο (ΜΚ1).

 

4.      Αφού το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του στις 08.11.2024 έκρινε ότι αποδείχθηκε επαρκώς εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης καθώς και ότι δεν θα έπρεπε να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ του τερματισμού της υπόθεσης λόγω ισχυριζόμενης κατάχρησης της διαδικασίας λόγω καθυστέρησης, κάλεσε σε απολογία την Κατηγορούμενη. Για την υπεράσπιση κατέθεσαν οι κ.κ. Ανδρέας Γιωργαλλής (ΜΥ1),Γιάννης Μιχαήλ (ΜΥ2) και Άντρη Κυπριδήμου (ΜΥ3).  

 

5.      Σημειώνω σε αυτό το στάδιο ότι το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας, έχει τύχει προσεκτικής μελέτης και το έχω λάβει υπόψιν μου. Δεδομένου ότι οι αρχές οι οποίες διέπουν την αιτιολόγηση δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλουν την επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας ή την αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή αυτής, θα προσπαθήσω να περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα.

 

6.      Το δε περιεχόμενο των εμπεριστατωμένων και επιμελών αγορεύσεων των συνηγόρων των μερών έχει ληφθεί υπόψη και ειδική αναφορά σε επιχειρήματα τα οποία προβάλλονται γίνεται όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο. Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση την οποία μπορεί να έχει στη θεώρηση των επίδικων θεμάτων.[1]

 

Β.  ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΑΧΘΗΚΕ

 

i.          Μαρτυρία Παραπονούμενου

 

7.      Ο Παραπονούμενος στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α) στην οποία ανέφερε ότι:

 

7.1   Εργαζόταν ως πωλητής στην Κατηγορούμενη από τον Μάρτιο του 2007. Όταν προσλήφθηκε αναφέρθηκε από τον εργοδότη του ότι θα λάμβανε 13ο μισθό και πράγματι μέχρι το 2012 λάμβανε 13ο μισθό.

7.2   Περί τα τέλη του έτους 2013 ανακοινώθηκε σε αυτόν από τον εργοδότη του ότι η Κατηγορούμενη δεν θα του κατέβαλλε 13ο μισθό, καθότι η εταιρεία έπρεπε να προβεί σε περικοπές λόγω της οικονομικής κρίσης.

7.3   Ο Παραπονούμενος ανέφερε στον εργοδότη του ότι δεν συμφωνεί με την αποκοπή του 13ου μισθού του και ότι η Κατηγορουμένη έπρεπε να τηρήσει τη συμφωνία η οποία συνάφθηκε όταν είχε προσληφθεί.

7.4   Παρά τις αντιρρήσεις του δεν πληρώθηκε τον 13ο του μισθό το 2013.

7.5   Το ίδιο επαναλήφθηκε το 2014 και επαναλαμβανόταν κάθε έτος μέχρι και τον Απρίλιο του 2021 όταν τερματίστηκε η απασχόληση του στην Κατηγορούμενη.

7.6   Κάθε χρόνο όταν δεν λάμβανε 13ο μισθό επαναλάμβανε την διαφωνία του σε σχέση με την αποκοπή του μισθού του και αξίωνε την πληρωμή του 13ου μισθού του.

7.7   Ως Τεκμήριο 1 κατέθεσε δέσμη η οποία αποτελείται από δεκαέξι αναλυτικές καταστάσεις αποδοχών ασφαλισμένου για τα έτη 2007 – 2022 των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

 

8.      Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι όταν αναφερόταν σε εργοδότη στο Έγγραφο Α εννοεί τον Θεόδωρο Ευσταθίου, ο οποίος ήταν ο προϊστάμενος του στην Κατηγορούμενη. Ήταν επίσης διευθυντής και μέτοχος της Κατηγορούμενης. Το έτος 2013 ο Θ. Ευστάθιου τον κάλεσε στο γραφείο του και του είπε ότι λόγω της οικονομικής κρίσης θα αποκοπεί ο 13ος του μισθός και τον ρώτησε αν συμφωνεί. Ο Παραπονούμενος ανέφερε πως ήταν λίγο αρνητικός, δεν ήθελε να έρθει σε αντιπαράθεση με τον Θ. Ευσταθίου. Δεν του είπε ότι συμφωνεί αλλά λόγω του νεαρού της ηλικίας του ανέφερε πως δεν ήξερε πως να χειριστεί κάποια θέματα. Μεταγενέστερα ξεκαθάρισε ότι δεν δέχθηκε την αποκοπή του 13ου μισθού του.  

 

9.      Τον Δεκέμβριο του 2013 αποκόπηκε ο 13ος του μισθός. Ο Παραπονούμενος συνέχισε να εκτελεί τα καθήκοντα του ωστόσο είχε προσεγγίσει τον κύριο Θ. Ευσταθίου και του ζήτησε όπως επανεξετάσει το ζήτημα του 13ου μισθού. Του ανέφερε πως θα διαβίβαζε το παράπονο του «πιο πάνω». Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο. Δεν μπορούσε να σταματήσει να εργάζεται και λόγω της οικονομικής κρίσης δεν έφυγε την εργασία του. Ανέφερε επίσης ότι ήταν σε νεαρή ηλικία τότε (27) και δεν ήξερε πως έπρεπε να χειριστεί το ζήτημα.

 

10.   Το 2021 παραιτήθηκε διότι δεν πληρωνόταν αρκετά για τη δουλειά την οποία εκτελούσε. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι έκανε τα πάντα σε δύο εταιρείες τόσο την Κατηγορούμενη όσο και στην D.C.L. Trading Ltd και του μείωσαν και τον μηνιαίο του μισθό  κατά €200. Υπήρχε ήδη και η αποκοπή του 13ου του μισθού και γι’ αυτό παραιτήθηκε.

 

11.   Υποβλήθηκε σειρά ερωτήσεων σε σχέση με το κατά πόσον ο Παραπονούμενος υπέβαλε κάποια καταγγελία ή αν παραπονέθηκε γραπτώς. Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι δεν έκανε τίποτε από αυτά, παραπονέθηκε στον Θ. Ευσταθίου διότι δεν ήξερε κάποιον άλλο. Δεν ήξερε πως θα τον αντιμετώπιζαν αν παραπονείτο σε κάποιον άλλο. Τον δε κ. Λόρδο (πρόεδρο του ομίλου εταιρειών στον οποίο ανήκει η Κατηγορούμενη) τον είδε δύο φορές στα δεκατέσσερα χρόνια που εργαζόταν στην Κατηγορούμενη.

 

12.   Επέμεινε ότι κάθε Δεκέμβριο ζητούσε τον 13ο μισθό του και του απαντούσαν ότι «θα το δούμε». Έκανε υπομονή και ήλπιζε πως θα του κατέβαλλαν το 13ο μισθό του την επόμενη χρονιά. Είχε και την πίεση της δουλειάς και μέσα της σεζόν δεν μπορούσε να φύγει από την εργασία του.  Επέμεινε ότι ουδέποτε συγκατατέθηκε στην αποκοπή.

13.   Παραδέχθηκε ότι συνέχιζε κανονικά τη δουλειά του μέχρι το 2021 και πως παραιτήθηκε διότι των απέκοψε η Κατηγορούμενο €200 από τον μηνιαίο του μισθό.

 

14.   Σε ερώτηση αν του πέρασε από το μυαλό ότι ο προϊστάμενος του τον κορόιδευε  ανέφερε ότι δεν ήθελε να το σκεφτεί.

 

15.   Το 2021 όταν υπέβαλε παράπονο εναντίον της Κατηγορούμενης στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων (εφεξής «ΤΕΣ») σε σχέση με την αποκοπή του μισθού του αναφέρθηκε και στην αποκοπή του 13ου του μισθού το 2013.  Ανέφερε πως τον είχαν πληροφορήσει οι λειτουργοί στο ΤΕΣ ότι δεν μπορούσαν να εξετάσουν την αποκοπή 13ου μισθού καθότι είχε λάβει χώρα περισσότερο από δύο χρόνια προηγουμένως και έτσι δεν το έψαξαν περισσότερο. Ακολούθως, ο Παραπονούμενος μίλησε με δικηγόρο και προχώρησε με την παρούσα δίωξη.

 

16.   Στα Τεκμήρια 2 (επιστολή του ΤΕΣ προς Κατηγορούμενη μετά από καταγγελία το 2021), 3 (επιστολή δικηγόρου προς την Κατηγορούμενη ημερ. 06.04.2021) και 4 (αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών) δεν υπάρχει απαίτηση για την αποκοπή του 13ου μισθού του. Ο Παραπονούμενος ανέφερε πως ακολούθησε τη συμβουλή του δικηγόρου του και καταχώρισε την παρούσα υπόθεση σε σχέση με τον 13ο μισθό του.

 

17.   Απέρριψε την υποβολή ότι συγκατατέθηκε στην τροποποίηση της σύμβασης εργασίας του το 2013 όταν αποκόπηκε ο 13ος μισθός του. Υποβλήθηκε επίσης ότι οι εργοδοτούμενοι της Κατηγορούμενης το 2013 κλήθηκαν «για να ακούσουν και να συμφωνήσουν και να συγκατατεθούν στην απόφαση του ομίλου και όσοι δεν ήθελαν να συγκατατεθούν παραιτήθηκαν και έφυγαν». Ο Παραπονούμενος απάντησε πως δεν μπορεί να γνωρίζει τι έγινε με τους υπόλοιπους.

 

ii.     ΜΥ1 – Ανδρέας Γιωργαλλής

 

18.   Ο ΜΥ1 κατά το έτος 2013 ήταν ένας εκ των μετόχων και διευθυντών εταιρείας θυγατρικής του ομίλου GDL Trading Ltd – Όμιλος Εταιρειών Λόρδος (εφεξής «Όμιλος») στον οποίο ανήκει και η Κατηγορούμενη. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Β) στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι:

 

18.1    Το 2013 ο Όμιλος είχε περίπου 110 εργοδοτούμενους και αποτελείτο από έντεκα εταιρείες. Ο κύκλος εργασιών του Ομίλου υπέστη μεγάλη μείωση λόγω της οικονομικής ύφεσης. Τα Διοικητικά Συμβούλια των εταιρειών του Ομίλου προσπαθούσαν να εξεύρουν λύσεις για την αντιμετώπιση της κατάστασης.

18.2    Μια εκ των λύσεων οι οποίες τέθηκαν ήταν και η αποκοπή του 13ου μισθού για να αποφευχθούν οι απολύσεις προσωπικού. Άλλες λύσεις ήταν η απόλυση προσωπικού με πλεονασμό καθώς και η μείωση ωραρίου με συνεπακόλουθη μείωση μισθών και άλλων ωφελημάτων.

18.3    Κατά τον ΜΥ1, οι εργοδοτούμενοι είχαν «πλήρη γνώση των προβλημάτων που είχαν ανακύψει από τη σοβαρότατη οικονομική κρίση όσο και του ορατού κινδύνου να χαθούν θέσεις εργασίας, δηλαδή να απολυθούν εργοδοτούμενοι...».

18.4    Έγιναν πολλές συζητήσεις σε επίπεδο Διοικητικών Συμβουλίων. Λήφθηκε υπόψη ότι οι εργοδοτούμενοι επιθυμούσαν να αποφευχθεί η απόλυση προσωπικού και επικράτησε η αποκοπή του 13ου μισθού από όλους τους εργοδοτούμενους περιλαμβανομένων και των μισθωτών διευθυντών.

18.5    Γνωρίζει τα πιο πάνω καθότι συμμετείχε στις συζητήσεις τόσο με τους εργοδοτούμενους τους όσο και στα Διοικητικά Συμβούλια.

18.6    Πληροφορήθηκαν οι αντιπρόσωποι των εργοδοτούμενων σε συγκέντρωση στα κεντρικά γραφεία της GDL Trading Ltd στη Λεμεσό για την απόφαση αποκοπής του 13ου χωρίς να υπάρξουν αντιδράσεις.

18.7    Όχι μόνο δεν υπήρξαν αντιδράσεις από πλευράς των εργαζομένων αλλά η απόφαση για αποκοπή 13ου μισθού έγινε δεκτή με ικανοποίηση καθότι με αυτόν τον τρόπο αποφεύχθηκαν οι απολύσεις και ο Όμιλος πέτυχε να συνεχίσουν να εργοδοτούνται όλοι οι υπάλληλοι της εταιρείας.

18.8    Περί τα τέλη Νοεμβρίου 2013, έγιναν διάφορες συναντήσεις στους χώρους εργασίας της κάθε εταιρείας του Ομίλου περιλαμβανομένης και της Κατηγορούμενης και ενημερώθηκαν οι εργοδοτούμενοι τους. Ο ΜΥ1 επαναλαμβάνει ότι «όλοι οι εργοδοτούμενοι αποδέχθηκαν την λύση που δόθηκε σχετικά με την αποκοπή του 13ου μισθού

18.9    Στις συνελεύσεις τις οποίες συμμετείχαν οι διευθυντές της κάθε θυγατρικής εταιρείας του Ομίλου, περιλαμβανομένου του ΜΥ1 και αριθμός αντιπροσώπων των εργοδοτουμένων στα γραφεία της GDL Trading Ltd στη Λεμεσό, συζητούντο εκτός από οργανωτικής φύσης θέματα και θέματα μισθοδοσίας και όρων εργασίας. Ουδέποτε τέθηκε στις συνελεύσεις ζήτημα σε σχέση με την αποκοπή του 13ου μισθού και ουδέποτε ζητήθηκε από αντιπροσώπους των εργοδοτουμένων η επαναφορά του.

18.10 Στις συνελεύσεις συμμετείχε και συνάδελφος του Παραπονούμενου ο οποίος συνόδευε τον Θ. Ευσταθίου, διευθυντή της Κατηγορούμενης. Ποτέ δεν τους άκουσε να διαμαρτύρονται για την αποκοπή του 13ου μισθού.

 

19.   Κατά την αντεξέταση του, ερωτήθηκε πόσο διήρκησε η μείωση κύκλου εργασιών του Ομίλου και ο ΜΥ1 ανέφερε πως διήρκησε περίπου πέντε με έξι χρόνια.

 

20.   Ερωτήθηκε για το κατά πόσον οι εκπρόσωποι των εργοδοτούμενων είχαν εξουσιοδοτήσεις από αυτούς για να αποφασίζουν εκ μέρους τους. Ο ΜΥ1 απάντησε ότι δεν είχαν εξουσιοδότηση αλλά κανένας δεν είχε οποιοδήποτε θέμα.  

 

21.   Όταν υποβλήθηκε πως ο Παραπονούμενος έκανε παράπονα στον Θ. Ευσταθίου, ο ΜΥ1 απάντησε πως ο Ευσταθίου του ανέφερε πως από το προσωπικό του δεν είχε κανένας παράπονο. Επέμεινε ότι οι εργοδοτούμενοι του Ομίλου ήταν τόσο χαρούμενοι για την αποκοπή του 13ου μισθού τους και είχαν τόση ευχαρίστηση για αυτή την απόφαση διότι δεν θα έχανε κάποιος τη δουλειά του.

 

22.   Ήταν και ο ΜΥ1 στο χώρο της Κατηγορούμενης όταν ο Δημήτρης Γεωργίου επισκέφθηκε τον Νοέμβριο του 2013, ωστόσο δεν συνομίλησε με τον Παραπονούμενο. Όταν έφυγαν όμως του είπε ο Δ. Γεωργίου «ευτυχώς δεν έχει κάποιος παράπονο για να μη απολύσουμε κάποιον». Γνωρίζει από τον Ευσταθίου και τον Γεωργίου ότι ο Παραπονούμενος ρωτήθηκε ξεχωριστά και δεν είχε παράπονο.

 

23.   Υποβλήθηκε πως δεν έγινε καμία συνάντηση μεταξύ του Παραπονούμενου και των κ.κ. Ευσταθίου και Γεωργίου, υποβολή την οποία αρνήθηκε. Περαιτέρω, απάντησε σε σχετική ερώτηση ότι δεν γνωρίζει αν ο Παραπονούμενος προέβη σε παράπονα στον Θ. Ευσταθίου που αναγνώρισε ότι ήταν ο προϊστάμενος του.

 

iii.        ΜΥ2 Γιάννης Μιχαήλ

 

24.   Ο ΜΥ2 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του (Έγγραφο Γ) ως την κυρίως εξέταση του. Διορίστηκε ως διευθυντής στην Κατηγορούμενη τον Μάρτιο του 2024 και αναφέρει πως δεν είχε προσωπική ανάμιξη στα επίδικα γεγονότα καθότι ο ίδιος είχε εργοδοτηθεί από εταιρεία του Ομίλου το 2016.

 

25.   Στο Έγγραφο Γ αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

25.1       Με βάση την έρευνα του το 2013 η Εταιρεία εργοδοτούσε 7 υπάλληλους.

25.2       Ο Ευσταθίου σταμάτησε να εργάζεται στην Εταιρεία το 2021 και καταχώρισε αίτηση εναντίον της Εταιρείας στο ΔΕΔ. Το ίδιο και ο Δημήτρης Γεωργίου. Ενόψει τούτου, αναφέρει ο ΜΥ2, «είναι βέβαιο ότι το εν λόγω πρόσωπο [ο Ευσταθίου] δεν θα παρουσιαζόταν ως μάρτυρας στην παρούσα υπόθεση για να αρνηθεί και να αμφισβητήσει τα όσα επικαλείται ο παραπονούμενος, καθότι είναι ο ίδιος σε δικαστική αντιδικία με την εταιρεία μας».

25.3       Η καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας ποινικής δίωξης δημιουργεί δυσχέρεια και προβλήματα στην Υπεράσπιση.

25.4       Μελέτησε τα πρακτικά συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου της Κατηγορούμενης από το 2013 μέχρι και το 2021 και δεν υπάρχει καμία απολύτως αναφορά σε παράπονα του Παραπονούμενου σε σχέση με την αποκοπή του 13ου του μισθού ή σε διαφωνία επί αυτού του ζητήματος.  

25.5       Ούτε ο Παραπονούμενος αλλά ούτε και οποιοδήποτε άλλος υπάλληλος της Εταιρείας εξέφρασε γραπτώς τη διαφωνία του με την αποκοπή του 13ου μισθού του στο ΔΣ. Η Κατηγορούμενη είχε έξι διαφορετικούς διευθυντές κατά την περίοδο 2013 – 2021 εκτός από τον Θ. Ευσταθίου και ο Παραπονούμενος δεν αποτάθηκε σε κανένα εξ αυτών για να παραπονεθεί για την αποκοπή του 13ου του μισθού.

25.6       Σύμφωνα με την εμπειρία του στην Εταιρεία η διαχρονική πολιτική του Ομίλου είναι ότι στην περίπτωση κατά την οποία εργοδοτούμενος θέσει ζήτημα και ειδικότερα για όρους εργασίας, το θέμα παραπέμπεται στο ΔΣ της Εταιρείας, τίθεται στην ημερήσια διάταξη και συζητείται. Τηρείται επίσης σχετικό πρακτικό.

25.7       Θεωρεί πως αν όντως είχε παράπονο ο Παραπονούμενος και το εξέφραζε έστω και προφορικά το θέμα θα είχε παραπεμφθεί στο ΔΣ.

25.8       Πληροφορήθηκε από τον Κωνσταντίνο Λόρδο, Πρόεδρο του Ομίλου ότι η απόφαση για αποκοπή 13ου μισθού είχε γίνει αποδεκτή από όλους. Είχαν ζητηθεί οι απόψεις της ΟΕΒ καθώς και νομική συμβουλή.

25.9       Κανένας από τους 112 εργοδοτούμενους του Ομίλου δεν είχε παραιτηθεί λόγω της αποκοπής του 13ου του μισθού.

25.10    Δύο φορές τον χρόνο διεξάγονταν συγκεντρώσεις από τον Όμιλο στα κεντρικά γραφεία αυτού στις οποίες συμμετείχαν εκτός από διευθυντές των εταιρειών του Ομίλου και οι εκπρόσωποι των εργοδοτούμενων. Ο Παραπονούμενος συμμετείχε μαζί με τον Θ. Ευσταθίου στις συνελεύσεις και ουδέποτε τέθηκε ζήτημα ή παράπονο αναφορικά με 13ο μισθό.

25.11    Δεν υπήρξε καμία δικαστική – ποινική υπόθεση σε σχέση με 13ο μισθό εναντίον οποιασδήποτε από τις εταιρείες του Ομίλου Λόρδος.

25.12    Ο Παραπονούμενος ουδέποτε αξίωσε την καταβολή του 13ου του μισθού από το 2013 μέχρι και το 2021 όταν παραιτήθηκε.

25.13    Η παρούσα υπόθεση κατά την θέση του ΜΥ2 είναι ανυπόστατη και καταχρηστική επειδή η Εταιρεία είχε επτά διευθυντές εκτός από τον Θ. Ευσταθίου και ποτέ δεν αποτάθηκε σε οποιονδήποτε εξ αυτών ο Παραπονούμενος αλλά ούτε και στον Κωνσταντίνο Λόρδο τον Πρόεδρο του Ομίλου, αφού ο Θ. Ευσταθίου για οκτώ χρόνια παρέλειπε να διαβιβάσει το παράπονο του Παραπονούμενου στο ΔΣ.

 

26.      Κατά την αντεξέταση του υποβλήθηκαν ερωτήσεις από την κυρία Νικολάου οι οποίες αποσκοπούσαν στο να καταδειχθεί ότι ο ΜΥ2 δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων.

 

27.      Επίσης, αμφισβητήθηκε έντονα η, κατά τον ΜΥ2, ευκολία με την οποία θα μπορούσε ο Παραπονούμενος να θέσει το θέμα τόσο στο ΔΣ της Εταιρείας όσο και στον πρόεδρο του Ομίλου καθώς και η διαχρονική πολιτική του Ομίλου ως περιγράφηκε από τον ΜΥ2.  Υποβλήθηκε ότι τα εργασιακά θέματα λύνονταν από τον διευθυντή της εκάστοτε εταιρείας του Ομίλου και όχι σε επίπεδο Ομίλου ούτε σε επίπεδο ΔΣ.

28.      Όταν ερωτήθηκε για το κατά πόσον επικοινώνησε με τον Θ. Ευσταθίου και να τον ρωτήσει εάν όντως ο Παραπονούμενος εξέφρασε παράπονα σε αυτόν, ο ΜΥ2 απάντησε αρνητικά.

 

29.      Επιπρόσθετα, ανέφερε πως η απόφαση για αποκοπή του 13ου μισθού των εργοδοτούμενων λήφθηκε μονομερώς από τον Πρόεδρο του Ομίλου, όμως οι εργοδοτούμενοι ενημερώθηκαν για την απόφαση. Η άλλη επιλογή ήταν να χάσει κάποιος τη δουλειά του.

 

30.      Οι εργοδοτούμενοι ενημερώθηκαν ομαδικά και όχι ατομικά σε σχέση με την απόφαση για αποκοπή του 13ου μισθού τους.  

 

31.      Στις συνελεύσεις που λάμβαναν χώρα κάθε εξάμηνο δεν συζητούντο εργασιακά θέματα και δεν συμμετείχαν εργοδοτούμενοι ως εκπρόσωποι των εργοδοτουμένων της κάθε θυγατρικής εταιρείας του Ομίλου.

 

32.      Ερωτήθηκε επίσης ο ΜΥ2 σε σχέση με την εταιρεία Πρίνος Λαχαναγορά εάν ανήκει στον Όμιλο καθώς κα σε σχέση με το κατά πόσον ο πρόεδρος του Ομίλου ή η μητρική εταιρεία του Ομίλου κατέχουν μετοχές σε αυτές. Ο ΜΥ1 απάντησε ότι η Πρίνος σίγουρα δεν ανήκει στον Όμιλο ωστόσο ο πρόεδρος του Ομίλου εξ όσων γνωρίζει, είχε επενδύσει στην Πρίνος.  Σε σχέση με την Πρίνος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 καταδικαστική απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας στο πλαίσιο ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης για αποκοπή 13ου μισθού υπάλληλου.

 

33.      Επίσης, ο ΜΥ2 σε υποβολές ότι ο Παραπονούμενος ουδέποτε συγκατατέθηκε στην αποκοπή του 13ου μισθού και ότι παραπονέθηκε επανειλημμένα στον διευθυντή του κύριο Θ. Ευσταθίου, του απάντησε ότι δεν γνωρίζει.

 

iv.        ΜΥ3 – Άντρη Κυπριδήμου

 

34.      Η ΜΥ3 είναι η παραλήπτρια διαχειρίστρια της εταιρείας Πρίνος Λαχαναγορά Λίμιτεδ (εφεξής «Πρίνος»). Έδωσε μαρτυρία σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς και τη διοίκηση των εταιρειών Πρίνος και της Agromarkets Limited (εφεξής «Agromarkets»). Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η Agromarkets είναι η μοναδική μέτοχος της Πρίνος. Το ίδιο ίσχυε και κατά το έτος 2013. Ανέφερε επίσης ποιοι ήταν οι διευθυντές της Πρίνος το 2013 και πρόσθεσε ότι τα ίδια πρόσωπα εξακολουθούν να είναι διευθυντές της. Η Primes Food & Fruit Ltd είναι θυγατρική της GDL Trading Ltd και κατέχει το 50% της Agromarkets η οποία κατέχει το 100% των μετοχών της Πρίνος. Η Πρίνος πωλήθηκε στην Primes το 2020.

 

35.      Ανέφερε περαιτέρω ποιοι είναι οι μέτοχοι και διευθυντές της Agromarkets. Η GDL Trading Ltd κατέχει 100.000 μετοχές από τις 200.001 μετοχές της Agromarkets. Επομένως, ο Όμιλος Λόρδος δεν είχε την πλειοψηφία των μετοχών για να μπορεί να ασκεί έλεγχο στην Agromarkets (controlling interest).

 

36.      Tα όσα προαναφέρθηκαν δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση της ΜΥ3 από την κυρία Νικολάου.  

 

Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

 

37.      Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Είχα την ευκαιρία να ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιόν μου και να παρακολουθήσω τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο.

 

38.      Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας.[2] Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.

 

39.      Παρότι ο σταθερός λόγος και η ήρεμη συμπεριφορά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους.[3] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία.[4]

 

40.      Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Επιπρόσθετα, οι θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

41.      Έχει νομολογηθεί ότι για να καταστραφεί η αξιοπιστία ενός μάρτυρα οι αντιφάσεις πρέπει να είναι ουσιαστικές. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες μπορεί να θεωρηθεί ότι ενισχύουν την φιλαλήθεια ενός μάρτυρα καθότι δείχνουν πως δεν υπάρχει προσχεδιασμός στην εκδοχή του. [5]

42.      Έχω κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[6]

 

43.      Επιπρόσθετα, όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε.[7]

 

44.      Παράλειψη Αντεξέτασης: Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση.[8]

 

45.      Παραπέμπω επίσης στην απόφαση του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Νικολαϊδη στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου (1999) 1 ΑΑΔ 785 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την παράλειψη αντεξέτασης και την παράλειψη της μίας πλευράς να θέσει γεγονότα στους μάρτυρες της άλλης πλευράς:

 

«Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης, το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπ' όψιν ισχυρισμούς επί γεγονότων που δεν τέθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς, λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς.  Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράστασης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μία πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεσή της επί του σημείου.»

 

46.      Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό.[9]

 

47.      Ωστόσο, ο κανόνας ότι η παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας να θεωρήσει ότι η αντίδικη πλευρά έχει σιωπηρώς αποδεχθεί την εκδοχή του μάρτυρα δεν είναι ούτε άκαμπτος ούτε απόλυτος. Εν πρώτοις, θα πρέπει να υπάρχει παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρα ή παράλειψη τα να τεθεί στο μάρτυρα μια ουσιώδης θέση της άλλης πλευράς. Κατά δεύτερον, με βάση την προπαρατεθείσα νομολογία καθίσταται ξεκάθαρο ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει θέση η οποία δεν τέθηκε ή να αποδεχθεί θέση επί της οποίας μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Παρατίθενται σχετικά παραδείγματα στο σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης.[10] Όπως αναφέρεται στο εν λόγω σύγγραμμα στις σελίδες 720 - 721 διαδραματίζει ρόλο και η απουσία σαφούς εξήγησης για την παράλειψη αντεξέτασης και πιο σημαντικά η παράλειψη δεν εξυπακούει άνευ ετέρου αποδοχή της μαρτυρίας δίχως αξιολόγηση.

 

i.          Αξιολόγηση Μαρτυρίας Παραπονούμενου

 

48.      Ο ΜΚ1 μου προκάλεσε θετική εντύπωση κατά την μαρτυρία του. Ήταν αυθόρμητος, απαντούσε ευθέως, χωρίς ενδοιασμούς με απλότητα και χωρίς ίχνος υπερβολής τις ερωτήσεις οι οποίες υποβάλλονταν.

 

49.      Απαντούσε άμεσα, με φυσικότητα και θετικότητα στις ερωτήσεις που τέθηκαν κατά την αντεξέταση και κατά τρόπο που φαινόταν ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε προσχεδιασμός στην εκδοχή του. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά, δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας ούτε οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων. Η δε μαρτυρία του συνάδει με (και εν πάση περιπτώσει δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε αντίφαση σε σχέση με) την γραπτή μαρτυρία που κατατέθηκε κατόπιν αντιπαραβολής τους.

 

50.      Δεν διέκρινα ουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία του οι οποίες να είναι ικανές να ανατρέψουν την θετική εντύπωση που δημιούργησε ο Παραπονούμενος. Αντιθέτως, ήταν σταθερός στις θέσεις του από την αρχή μέχρι και το τέλος της αντεξέτασης του.

 

51.      Δεν αμφισβητήθηκε ότι είχε δικαίωμα να λαμβάνει 13ο μισθό επειδή κατά την πρόσληψη του είχε συμφωνηθεί πως ήταν μέρος των απολαβών του. Η αντεξέταση του περιστρεφόταν γύρω από το κατά πόσον συγκατατέθηκε στην αποκοπή του 13ου του μισθού. Επιχειρήθηκε να πληγεί η αξιοπιστία του σε σχέση με τη θέση ότι δεν έδωσε ποτέ συγκατάθεση για αποκοπή με το να καταδειχθεί ότι ουδέποτε υπέβαλε παράπονο για την αποκοπή του 13ου του μισθού και με βάση το ότι εργαζόταν στην Εταιρεία για ακόμα 7 – 8 χρόνια χωρίς να παραιτηθεί ή να θέσει γραπτώς το παράπονο του.

 

52.      Ο Παραπονούμενος παρέμεινε σταθερός ως προς το ότι ουδέποτε συγκατατέθηκε στην αποκοπή του 13ου του μισθού. Εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν είχε παραιτηθεί από την Κατηγορούμενη το 2013. Η εξήγηση του ήταν πειστική και θεωρώ ότι συνάδει με την ανθρώπινη εμπειρία, υπό την έννοια ότι εν μέσω οικονομικής κρίσης ένιωθε αβεβαιότητα και δεν ήθελε να χάσει τη δουλειά του. Ο συνήγορος της Κατηγορούμενης κατά την αντεξέταση του Παραπονούμενου του ανέφερε πως στην ουσία ανακοινώθηκε η απόφαση του Ομίλου για την αποκοπή του 13ου μισθού όλων των εργοδοτούμενων και όποιος δεν συμφωνούσε μπορούσε να αποχωρήσει. Με αυτήν την υποβολή στην ουσία επιβεβαιώνεται η θέση του Παραπονούμενου πως δεν είχε συγκατατεθεί στην αποκοπή και πως το ότι δεν αποχώρησε δεν σημαίνει ότι συγκατατέθηκε.

 

53.      Μου έδωσε την εντύπωση ενός προσώπου χαμηλών τόνων ο οποίος δεν ήθελε να έρθει σε αντιπαράθεση με τους ανώτερους του στην εργασιακή ιεραρχία, έθεσε το παράπονο του στον προϊστάμενο του καθότι αυτόν ήξερε. Εξήγησε ότι εργαζόταν δεκατέσσερα χρόνια στην Εταιρεία και τον Πρόεδρο του Ομίλου τον είδε δύο φορές μόνο.

 

54.      Η ειλικρίνεια του φαίνεται από το ότι παραδέχθηκε πως δεν θα παραιτείτο το 2021 εάν δεν του απέκοπταν €200 από τον μηνιαίο μισθό του, υπό την έννοια ότι παραδέχθηκε κάτι που ενδεχομένως να επενεργήσει εναντίον των συμφερόντων του. Αυτό ενισχύει την φιλαλήθεια του και σημειώνω ότι η μη παραίτηση του από την εργασία του δεν εξισώνεται με συγκατάθεση στην αποκοπή του μισθού του.

 

55.      Σημειώνω πως δεν τέθηκε η θέση κατά την αντεξέταση του Παραπονούμενου ότι έδωσε συγκατάθεση κατά την διάρκεια συνάντησης στα υποστατικά της Εταιρείας τον Νοέμβριο του 2013 όταν είχε επισκεφθεί ο ΜΥ1 και ο Γεωργίου. Δεν τέθηκε στον Παραπονούμενο ότι είχαν συζήτηση στο γραφείο στην παρουσία του κ. Γεωργίου και ότι είχαν αποδεχθεί την αποκοπή. Αντιλαμβάνομαι ότι η θέση αυτή αποτελεί τον πυρήνα της υπεράσπισης της Κατηγορούμενης και όφειλε να είχε τεθεί στον Παραπονούμενο.

 

56.      Ως προαναφέρθηκε, ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας και η παράλειψη της Υπεράσπισης να θέσει ένα ουσιώδη ισχυρισμό στο μάρτυρα και εν γένει την εκδοχή την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση καθώς  την ευχέρεια, στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράστασης να  απορρίψει θέση ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεσή της επί του σημείου.

 

57.      Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για αυτήν την παράλειψη της Υπεράσπισης. Επομένως δέχομαι την εκδοχή του Παραπονούμενου ότι ο προϊστάμενος του του ανέφερε ότι θα αποκοπεί ο 13ος μισθός του και όχι οποιοσδήποτε άλλος. Δέχομαι ότι δεν συγκατατέθηκε και ότι το ανέφερε στον Θ. Ευσταθίου. Σημειώνω ότι σε κάθε περίπτωση η εκδοχή των μαρτύρων της Υπεράσπισης ως προς το ότι έλαβε χώρα τέτοια συνάντηση κρίθηκε αναξιόπιστη.

 

58.      Σε σχέση με το ότι ανέφερε στο ΤΕΕ πως είχε αποκοπεί και ο 13ος το μισθός όταν υπέβαλε παράπονο το 2021, ο Παραπονούμενος ήταν πειστικός ως προς το ότι το ανέφερε αλλά του είπαν πως δεν μπορούν να το εξετάσουν καθότι η αποκοπή έγινε το 2013. Ουδόλως κλονίστηκε η θέση του αυτή παρά την έντονη αμφισβήτηση από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούμενης. Επομένως αποδέχομαι τη μαρτυρία σε σχέση με αυτό το θέμα.

 

59.      Δεν θεωρώ πως υπέπεσε σε αντίφαση όταν ανέφερε πως η θέση του ΤΕΣ ήταν ότι μπορούσε να αξιώσει τον 13ο μισθό μόνο των δύο προηγούμενων ετών και επομένως μπορούσε να παραπονεθεί για τον 13ο μισθό το για τα έτη 2019 και 2020 και δεν το έπραξε. Αυτό διότι όταν ανέφερε πως του απέκοψαν και τον 13ο του μισθό ανέφερε πως αυτό έγινε εν έτει 2013.  Η θέση του Παραπονούμενου είναι λογική καθότι, ως ανέφερε, όταν πήγε σε δικηγόρο και του ανέφερε ότι μπορεί να ασκήσει δίωξη για τον 13ο του μισθό προχώρησε και άσκησε δίωξη πράγμα που σημαίνει πως είχε παράπονο. 

 

60.      Με άλλα λόγια, η θέση του πως είχε παράπονο καθώς και το ότι όταν ανάφερε στο ΤΕΣ πως του είχαν αποκοπεί και το 13ο του μισθό από το 2013 αλλά του είπαν ότι δεν μπορούν να πάνε τόσα χρόνια πίσω, ενισχύεται από το γεγονός ότι προέβη στην καταχώριση της παρούσας υπόθεσης.  Παρεμπιπτόντως, ο Παραπονούμενος δεν είναι δικηγόρος και δεν αναμένεται από αυτόν να μπορεί να μεταφέρει στο Δικαστήριο το σκεπτικό του ΤΕΣ γιατί ενδεχομένως να αποφάσισαν να μην ασχοληθούν με την αποκοπή του 13ου του μισθού που ξεκίνησε από το 2013 κατά το έτος 2021. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι δεν υπέπεσε σε αντίφαση σε σχέση με αυτό το ζήτημα.

 

61.      Δέχομαι ότι δεν δόθηκε επιλογή στον Παραπονούμενο ως προς το κατά πόσον θα αποκόπτετο ο 13ος του μισθός και στην ουσία η αποκοπή έγινε μονομερώς. Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, δέχομαι ότι ουδέποτε συγκατατέθηκε στην αποκοπή του μισθού του.  Δέχομαι επίσης ότι δεν είχε υπόψιν του ότι μπορούσε να αποταθεί στο ΔΣ της Εταιρείας ή του Ομίλου για να υποβάλει παράπονο. Η θέση αυτή η οποία προωθήθηκε από τη  Υπεράσπιση, όπως θα αναλυθεί ακολούθως, δεν τεκμηριώθηκε και κρίθηκε αναξιόπιστη. Ο Παραπονούμενος αποτάθηκε στον προϊστάμενο του πράγμα το οποίο συνάδει τόσο με την ανθρώπινη εμπειρία όσο και με τη διαδικασία που εφάρμοζε ο Όμιλος με βάση την παραδοχή του ΜΥ2.

 

62.      Ο Παραπονούμενος μου έδωσε την εικόνα ενός πλήρως ειλικρινούς προσώπου που ήρθε στο Δικαστήριο να αναφέρει τα γεγονότα όπως τα βίωσε. Η εκδοχή του συνάδει με την κοινή λογική και την ανθρώπινη εμπειρία η οποία είναι εν πολλοίς ο οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι δεν αποτάθηκε στον πρόεδρο του Ομίλου Εταιρειών Λόρδος ή στο ΔΣ δεν επηρεάζει τη θέση του καθότι δεν αναμένεται από έναν υπάλληλο είτε να έχει πρόσβαση στο ΔΣ είτε να παρακάμψει την ιεραρχία (στην οποία αναφέρθηκε ο Παραπονούμενος αλλά και ο ΜΥ2) και να απασχολήσει τον πρόεδρο ενός ομίλου εταιρειών (τον οποίο είδε δύο φορές  στα 14 χρόνια του στην Εταιρεία) με ένα προσωπικό του μισθολογικό θέμα. Η θέση του ότι το αρμόδιο πρόσωπο να ακούσει το παράπονο του ήταν ο Θ. Ευσταθίου ουδόλως αμφισβητήθηκε και μάλιστα επιβεβαιώθηκε και από τον ΜΥ2.

 

63.      Κατά συνέπεια, έχοντας κατά νου τη μαρτυρία του ΜΚ1 και την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της.

 

ii.         Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ1

 

64.      Δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΥ για την εξαγωγή συμπερασμάτων επί αμφισβητούμενων θεμάτων καθότι είναι γενική, αόριστη, ασαφής και ελλείπουν οι λεπτομέρειες και γενικότερα τα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να προσδώσουν πειστικότητα στην εκδοχή του.

 

65.      Η εκδοχή του χαρακτηρίζεται από εικασίες και παντελή έλλειψη θετικότητας. Κατά την μαρτυρία του μου δημιουργήθηκε η ισχυρή εντύπωση ότι ο ΜΥ1 ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει την Κατηγορούμενη και όχι να δώσει μια ειλικρινή εικόνα των γεγονότων. Κατά την αντεξέταση του διέκρινα έλλειψη αυθορμητισμού στη μαρτυρία του και ως γενικό σχόλιο αναφέρω ότι η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή.

 

66.      Οι θέσεις του παρέμειναν ατεκμηρίωτες και αστήρικτες, για παράδειγμα ότι οι εργοδοτούμενοι στον Όμιλο επιθυμούσαν να μην απολυθεί κανένας και προτίμησαν την αποκοπή του 13ου μισθού τους. Προώθησε την θέση ότι ήταν παρών σε συναντήσεις στις οποίες παρόντες ήταν και εκπρόσωποι των εργοδοτούμενων οι οποίοι, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, δεν είχαν κανένα πρόβλημα και δέχθηκαν να αποκοπούν οι 13οι μισθοί των εργοδοτουμένων. Ωστόσο, κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι οι εκπρόσωποι των εργοδοτούμενων στην ουσία δεν είχαν την εξουσία να τους εκπροσωπούν.

 

67.      Αυτό θεωρώ πως αποτελεί αντίφαση στη μαρτυρία του καθότι στη γραπτή του δήλωση δίδει την εντύπωση πως οι εργοδοτούμενοι ήταν σύμφωνοι καθότι δια μέσου των εκπροσώπων τους συμφώνησαν, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχαν την εξουσία αντιπροσώπευσης ούτε και μπορούσαν να δεσμεύσουν τους άλλους εργοδοτούμενους, περιλαμβανομένου του Παραπονούμενου. Αν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων δεν είχαν την εξουσία να τους δεσμεύουν εκθεμελιώνεται το όλο αφήγημα της Υπεράσπισης ότι δεν είχαν ένσταση στην αποκοπή του μισθού τους και όλοι ήταν σύμφωνοι στις συναντήσεις.

 

68.      Κατά την αντεξέταση του θεωρώ ότι δεν απαντούσε ευθέως τις ερωτήσεις οι οποίες τέθηκαν και απόφευγε να απαντήσει επί της ουσίας. Παράδειγμα υπεκφυγής είναι όταν ρωτήθηκε αν οι εκπρόσωποι έδωσαν συγκατάθεση για τους υπόλοιπους εργοδοτούμενους. Ο ΜΥ1 απάντησε ότι «δεν είχαν παράπονο» (σελ. 3, πρακτικά ημερ. 20.12.2024) αποφεύγοντας να απαντήσει εάν όντως έδωσαν συγκατάθεση για την αποκοπή του 13ου τους μισθού.

 

69.      Γενικότερα θεωρώ ότι η μαρτυρία του παρουσιάζει εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας καθότι η όλη του εκδοχή βασίζεται σε εικασίες. Ανέφερε στη μαρτυρία του ότι οι υποτιθέμενοι εκπρόσωποι των εργοδοτούμενων (οι οποίοι εν τέλει δεν είχαν εξουσιοδότηση όπως παραδέχθηκε) δεν είχαν ένσταση στην αποκοπή του 13ου μισθού όλων των εργοδοτούμενων του Ομίλου. Περαιτέρω, επειδή δεν άκουσε ποτέ κανέναν να παραπονείται προβαίνει σε ένα λογικό άλμα και υποθέτει ότι και ο Παραπονούμενος είχε δώσει τη συγκατάθεση του για την αποκοπή του 13ου του μισθού που είναι το εν προκειμένω επίδικο θέμα. Το επιχείρημα του αυτό που είναι η ουσία της μαρτυρίας του δεν έπεισε καθότι το ότι δεν έφτασαν στα αυτιά του παράπονα δεν εξυπακούει ότι δεν υπήρχαν και δεν αποτελεί κάποια θετική μαρτυρία ως προς το ότι όντως δόθηκε συγκατάθεση.

 

70.      Επαναλάμβανε το ότι ο ίδιος δεν άκουσε ποτέ για παράπονο. Δεν έδωσε κάποια θέση ως προς το ότι ο Παραπονούμενος συγκατατέθηκε και αρκέστηκε σε γενικές αναφορές ότι δεν είχε κανένας παράπονο – εννοώντας ότι ο ίδιος δεν άκουσε κανέναν να παραπονιέται. Την ίδια ώρα αποδέχεται ότι ήταν ο Θ. Ευσταθίου που θα ήταν ο αποδέκτης οποιωνδήποτε παραπόνων.

 

71.      Επομένως, δίδεται η εντύπωση πως η θέση του ότι όλοι οι εργοδοτούμενοι συγκατατέθηκαν, βασίζεται στην υπόθεση ότι επειδή δεν είχαν παράπονο, ή εν πάση περιπτώσει ο ΜΥ1 δεν άκουσε ποτέ κανέναν να παραπονείται, πρέπει να συμφώνησαν.

 

72.      Κατά την αντεξέταση του, αποδέχθηκε πως δεν ήταν παρών όταν ανακοινώθηκε στον Παραπονούμενο πως θα του αποκοπεί ο 13ος μισθός του. Όταν πιέστηκε κατέφυγε στην προσαγωγή εξ ακοής μαρτυρίας δηλαδή ότι ο Ευσταθίου του είπε πως κανένας από το προσωπικό του δεν είχε παράπονο, και ότι ο Γεωργίου του ανέφερε πως ευτυχώς που δεν έχει κάποιος παράπονο για να μην χρειαστεί να απολυθεί κάποιος. Δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί συγκεκριμένα στον Παραπονούμενο για το κατά πόσο συγκατατέθηκε.

 

73.      Άλλη αντίφαση την οποία εντόπισα στη μαρτυρία του είναι ότι αφενός αναφέρει πως όλοι ήταν τόσο χαρούμενοι για το ότι τους απέκοψαν τον 13ο μισθό τους, εννοώντας ότι το αποδέχθηκαν, αφετέρου αναφέρει πως ήταν χαρούμενοι επειδή δεν υπήρξαν απολύσεις εν μέσω οικονομικής κρίσης. Το επιχείρημα του αυτό κατά κάποιο τρόπο αυτοαναιρείται. Στην ουσία λέγει ότι ήταν χαρούμενοι διότι δεν απολύθηκαν όχι επειδή τους απέκοψαν τον μισθό τους. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι συγκατατέθηκαν στην αποκοπή.

 

74.      Το ότι η μαρτυρία του  και οι θέσεις οι οποίες προβλήθηκαν κατά την διάρκεια αυτής βασίζονται σε εικασίες προκύπτει από τις απαντήσεις του και τη χρήση των λέξεων όπως «πιστεύω», «πρέπει», «σημαίνει»:  «πιστεύω αν είχε κάτι θα το μαθαίναμε» (σελ.5 πρακτικά ημερ. 20.12.2024) και  αφού «δεν είχε κανένας παράπονο, σημαίνει ότι πρέπει να το αποδέχθηκε. Δεν γνωρίζω

 

75.      Από το σύνολο της μαρτυρίας του προέκυψε ότι δεν έχει γνώση των γεγονότων σε σχέση με τον Παραπονούμενο και στην ουσία προβαίνει σε υποθέσεις για το κατά πόσον ο Παραπονούμενος συγκατατέθηκε στην αποκοπή του 13ου του μισθού. Δεν ανέφερε πως ήταν παρών όταν ο Παραπονούμενος κατ’ ισχυρισμόν συγκατατέθηκε, δεν προσφέρει θετική μαρτυρία και στην ουσία προβαίνει σε εικασίες για να εξυπηρετήσει την εκδοχή της Κατηγορούμενης.

 

76.      Σημειώνω και το ότι η πιο βασική του θέση δεν είχε τεθεί στον Παραπονούμενο για την σχολιάσει. Ότι δηλαδή έγινε συνάντηση με τον Γενικό Διευθυντή κ. Γεωργίου στην οποία ο ΜΥ1 ήτο παρών και κατά την διάρκεια της οποίας ένας ένας οι εργοδοτούμενοι ερωτούντο εάν δέχονται την αποκοπή του 13ου μισθού τους. Δεν δόθηκε καμία δικαιολογία για αυτήν την παράλειψη της Υπεράσπισης να θέσει ένα τόσο σημαντικό ισχυρισμό στον Παραπονούμενο. Κατά συνέπεια, εκτός από το ότι η θέση αυτή κρίθηκε αναξιόπιστη και απορρίφθηκε, πρέπει να μην ληφθεί υπόψη και να απορριφθεί και ένεκα του ότι δεν είχε τεθεί στον Παραπονούμενο.

 

77.      Η πιο βασική του θέση ήταν ότι οι εργοδοτούμενοι αποδέχθηκαν τη λύση που δόθηκε σχετικά με την αποκοπή του 13ου μισθού σε συνάντηση που έγινε στα γραφεία της Κατηγορούμενης. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ1 παραδέχθηκε ότι δεν ήταν μπροστά όταν ο Παραπονούμενος κατά την θέση του αποδέχθηκε την αποκοπή υποπίπτοντας κατ’ αυτό τον τρόπο σε αντίφαση σε σχέση με τη δήλωση του καθότι με τον τρόπο που διατυπώνεται η παράγραφος 12 της δήλωσης του φαίνεται ότι έχει συγκεκριμένη γνώση σε σχέση με τον Παραπονούμενο. Στην πραγματικότητα δεν είχε τέτοια γνώση. Ούτε και γνωρίζει τι λέχθηκε μεταξύ του Παραπονούμενου και του Ευσταθίου για το θέμα της αποκοπής του 13ου μισθού (σελ. 4, γραμμές 1 και 2, 20.12.2024).

 

78.      Επιπρόσθετα, μια πολύ σημαντική αντίφαση στη μαρτυρία του παρατηρείται στην σελ. 4, γραμμές 19 – 32, πρακτικών 20.12.2024:

 

78.1 Αρχικά αναφέρει πώς ήταν μαζί με τον Γεωργίου στα υποστατικά της Εταιρείας όταν ενημέρωναν τους υπάλληλους για την αποκοπή του 13ου μισθού τους.

78.2 Αφετέρου, αναφέρει ότι δεν μίλησε προσωπικά με τον Παραπονούμενο ωστόσο εντελώς αντιφατικά με την προηγούμενη του απάντηση αναφέρει πως ρωτήθηκε ο καθένας ξεχωριστά και δέχθηκε.

78.3 Οι θέσεις του δεν συνάδουν μεταξύ τους. Εάν δεν μίλησε ο ίδιος με τον Παραπονούμενο δεν μπορεί να ξέρει τι ανέφερε.

78.4 Μετά ρωτήθηκε από που γνωρίζει και αναφέρει ότι του το είπε ο Γεωργίου. Δημιουργείται η εξής απορία: αν ήταν ο παρών στο χώρο για αυτό τον σκοπό γιατί δεν γνωρίζει προσωπικά και επικαλείται τα όσα του ανέφερε ο Γεωργίου; Αν όντως ήταν εκεί εκείνη την ημέρα έπρεπε να γνωρίζει. Όταν ερωτήθηκε αν ξέρει τι συζητήθηκε μεταξύ του Παραπονούμενου και του Ευσταθίου ή του Γεωργίου απάντησε «όχι δεν μου είπαν, απλώς είπαν μου ότι δεν έχει κάποιος παράπονο. Δεν μου είπαν λεπτομερώς εννοώ».

78.5 Η τελευταία του απάντηση έρχεται σε σύγκρουση με προηγούμενη του απάντηση ότι ερωτήθηκε ο Παραπονούμενος αν δέχεται και απάντησε θετικά.

78.6 Η μαρτυρία του σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμόν συνάντηση Νοεμβρίου 2013 στα υποστατικά της Εταιρείας είναι τόσο αντιφατική που δεν μπορεί το Δικαστήριο να κάνει εύρημα ότι όντως έγινε τέτοια συνάντηση.

 

79.      Όπως προαναφέρθηκε ο ΜΥ1 κατέφυγε στην προσαγωγή εξ ακοής μαρτυρίας για να τεκμηριώσει το ότι κανείς δεν είχε παράπονο σε σχέση με την αποκοπή του μισθού του. Κατ’ αρχάς, αναφέρεται πως ακόμα και να δεχθεί το Δικαστήριο πως του είπαν πως κανένας δεν είχε παράπονο δεν σημαίνει αυτόματα ότι έδωσαν ρητή συγκατάθεση για την αποκοπή του μισθού τους. Σημειώνω επίσης πως παρά το ότι δεν δέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ1 ότι έγινε τέτοια συνάντηση στα γραφεία της Κατηγορούμενης και πως ο ΜΥ1 ήταν παρών στη συνάντηση, για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω με την ανάλυση σε σχέση με τη βαρύτητα η οποία ενδεχομένως να μπορούσε να αποδοθεί στις δηλώσεις αυτές:

 

79.1 Ο ΜΥ1 ανέφερε πως ο Θ. Ευσταθίου του είπε ότι δεν έχει κανένας παράπονο από το προσωπικό του (σελ. 4, πρακτικά 20.12.2024). Επίσης, ανέφερε πως ο Δ. Γεωργίου του είπε ότι ευτυχώς δεν έχει κάποιος παράπονο για να μην απολύσουν κάποιον (σελ. 4, γραμμές 25 – 26, πρακτικά 20.12.2024).  

79.2 Πρόκειται περί δηλώσεων από πρόσωπα τα οποία δεν κατέθεσαν στη διαδικασία και προσάγονται ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτές – ήτοι για την αλήθεια των όσων αναφέρονται – δηλαδή ότι οι εργοδοτούμενοι δεν είχαν παράπονο και συμφώνησαν με την αποκοπή του μισθού τους.

79.3 Η Υπεράσπιση ανέφερε πως οι Γεωργίου και Ευσταθίου είχαν παραιτηθεί από την Εταιρεία και μάλιστα είναι σε αντιδικία μαζί της, χωρίς να δοθούν περαιτέρω λεπτομέρειες και επομένως θεωρώ πως δεν επεξηγήθηκε επαρκώς γιατί δεν θα ήταν εύλογο ή/και εφικτό να κλητευθούν ως μάρτυρες στη διαδικασία. Δεν επεξηγήθηκε σε τι αφορά η αντιδικία ή αν αφορά το ίδιο θέμα, απλώς η Υπεράσπιση θεωρεί πως τα πρόσωπα αυτά ενδεχομένως να έχουν κίνητρο να μην πουν την αλήθεια. 

79.4 Οι δηλώσεις αυτές έγιναν πριν από 12 χρόνια περίπου, επομένως παρήλθε μακρύς χρόνος από τότε. Αποτελούν πρώτου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να γνωρίζει εάν η δήλωση μεταφέρθηκε επ’ ακριβώς ή όχι ούτε το κατά πόσον είναι διαφορετική από την αρχική δήλωση.

79.5 Εν προκειμένω, δεν μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο της ύπαρξης κινήτρου για απόκρυψη ή παραποίηση των γεγονότων δεδομένης και της όλης αοριστίας και τις αντιφάσεις στη μαρτυρία του ΜΥ1 σε σχέση με το συμβάν. Μου δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι ο ΜΥ1 κατέφυγε στην προσκόμιση εξ ακοής μαρτυρίας για να δικαιολογήσει την θέση του επειδή αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι δεν ήταν μπροστά του που είχαν μιλήσει στον Παραπονούμενο για την αποκοπή του 13ου μισθού του. Οι δηλώσεις αυτές κατά κάποιον τρόπο είναι αυτό-εξυπηρετικές και πρέπει το Δικαστήριο να αυτοπροειδοποιηθεί πριν αποδώσει σε αυτές οποιαδήποτε βαρύτητα.

79.6 Σημειώνω πως ο ΜΥ1 στη δήλωση του αναφέρει ότι όλοι οι εργοδοτούμενοι αποδέχθηκαν  τη λύση ήτοι την αποκοπή. Στην αντεξέταση όμως παραδέχεται ότι δεν ήταν μπροστά για να ξέρει αν αποδέχθηκε ο Παραπονούμενος, αλλά αυτό συνάγεται από τις εξ ακοής δηλώσεις. Στην ουσία δόθηκε η εξ ακοής μαρτυρία για να δείξει ο ΜΥ1 πως δεν είναι εικασία η θέση του πως αποδέχθηκε ο Παραπονούμενος.

79.7 Επομένως, οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάχθηκε η εξ ακοής μαρτυρία σε συνδυασμό με τα όσα προανέφερα, δεν μου επιτρέπουν να της δώσω βαρύτητα και δεν της αποδίδω καμία αποδεικτική αξία.

 

80.      Λόγω των όσων προαναφέρθηκαν, η μαρτυρία του ΜΥ1 ως προς το κατά πόσον ο Παραπονούμενος συμφώνησε στην αποκοπή του 13ου μισθού δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων ως προς το σημαντικό αυτό επίδικο θέμα.

 

81.      Σημειώνω επίσης ότι ο ΜΥ1 επανέλαβε αρκετές φορές τη θέση ότι ενημερώθηκαν οι υπάλληλοι περιλαμβανομένου και του Παραπονούμενου και κανένας ποτέ δεν είχε παράπονο, αντιθέτως ήταν όλοι χαρούμενοι διότι δεν απολύθηκαν υπάλληλοι, χωρίς όμως να είναι σε θέση να τεκμηριώσει τις αναφορές του. Δεν προσφέρθηκε θετική μαρτυρία ότι ο Παραπονούμενος συγκατατέθηκε παρά μόνο εικασίες. Δεν ήταν μπροστά στη συνάντηση στην οποία κατά τον ισχυρισμό του ο Παραπονούμενος αποδέχθηκε την αποκοπή του μισθού του. Επιπρόσθετα,  με τις αναφορές του στη γραπτή δήλωση του (Έγγραφο Β) και κατά την αντεξέταση του ότι υπήρχε ενδεχόμενο απόλυσης εργοδοτούμενων και γι’ αυτό επέλεξαν να αποκόψουν τον 13ο μισθό, στην ουσία, επιβεβαιώνει τον φόβο του Παραπονούμενου και την διστακτικότητα του να δημιουργήσει θέμα και να έρθει σε αντιπαράθεση με τον Ευσταθίου τον προϊστάμενο του σε σχέση με το ζήτημα αυτό.

 

82.      Να σημειώσω και κάτι άλλο. Αφενός στη μαρτυρία του ο ΜΥ1 αναφέρει πως οι εκπρόσωποι των εργοδοτούμενων είχαν δεχθεί την αποκοπή του 13ου μισθού τους και κανένας δεν είχε πρόβλημα με αυτό. Αφετέρου, προωθήθηκε η θέση ότι έγινε συνάντηση στα υποστατικά της κάθε εταιρείας του Ομίλου τον Νοέμβριο του 2013 και εξήγησαν στους εργοδοτούμενους στον κάθε ένα ξεχωριστά την απόφαση και αποδέχθηκαν την αποκοπή του μισθού τους. Θεωρώ ότι εάν όντως οι εκπρόσωποι των υπαλλήλων εκπροσωπούσαν και δέσμευαν τους υπάλληλους και εάν όντως ίσχυε πως λήφθηκαν υπόψιν οι θέσεις των υπαλλήλων και όλοι ήταν ευχαριστημένοι με την αποκοπή του 13ου μισθού τους, δεν θα υπήρχε ανάγκη για να επισκεφθούν οι διευθυντές την κάθε εταιρεία διαφορετικά και να μιλήσουν με τον κάθε υπάλληλο ξεχωριστά για να λάβουν τη συγκατάθεση τους ή αν θα το έκαναν θα επιδίωκαν να γίνει γραπτώς. Τα προαναφερόμενα δημιουργούν την εντύπωση πως η μαρτυρία του ΜΥ1 και ισχυρισμός ότι έγινε συνάντηση αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

 

83.      Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΥ1, στο σύνολο της και παραθέτοντας πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του, καταλήγω ότι η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

 

iii.      Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ2

 

84.      Δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΥ2 για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων ως προς τα επίδικα θέματα. Εν πρώτοις, ως παραδέχεται και ο ίδιος στο Έγγραφο Γ και επιβεβαίωσε σε αρκετά σημεία κατά την αντεξέταση του, δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Κατά δεύτερον, η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αοριστία, γενικότητα και αστήρικτους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς και εικασίες. Η όλη του εκδοχή παρουσιάζει εγγενείς αδυναμίες και στερείται πειστικότητας καθότι πάσχει από έλλειψη θετικότητας.

 

85.      Στην ουσία η θέση του ως τίθεται στο Έγγραφο Γ συνοψίζεται ως εξής: επειδή δεν συζητήθηκε ποτέ οποιοδήποτε παράπονο σε επίπεδο ΔΣ είτε της Εταιρείας, είτε στο πλαίσιο συνεδριάσεων των διευθυντών των θυγατρικών εταιρειών του Ομίλου, σημαίνει ότι ο Παραπονούμενος συγκατατέθηκε στην αποκοπή του μισθού του.

 

86.      Το εγγενές πρόβλημα στην εκδοχή του ΜΥ2, είναι ότι χρησιμοποιεί τον, κατά τον ίδιο, μη εντοπισμό παραπόνου, π.χ. στα πρακτικά του ΔΣ της Κατηγορούμενης, ως βάση για να προβεί στην εικασία ότι ο Παραπονούμενος συγκατατέθηκε στην αποκοπή του μισθού του. Δεν στηρίζει την πεποίθηση του ότι ο Παραπονούμενος δέχθηκε την αποκοπή του μισθού του σε κάποιο γεγονός το οποίο δείχνει ότι συγκατατέθηκε, αλλά, κατ’ ουσίαν στο ότι ο ίδιος, ο οποίος διορίστηκε ως διευθυντής της Κατηγορούμενης το 2024, δεν εντόπισε οποιοδήποτε παράπονο. Εν ολίγοις, η εκδοχή του βασίζεται σε ένα προβληματικό από άποψη λογικής επιχείρημα.

 

87.      Η μαρτυρία του είναι εγγενώς αδύναμη και στην ουσία χωρίς να γνωρίζει τα γεγονότα προσπάθησε να πείσει ως προς το ότι οι εργοδοτούμενοι, περιλαμβανομένου και του Παραπονούμενου, συγκατατέθηκαν στην αποκοπή του 13ου τους μισθού επειδή ο ίδιος δεν εντόπισε παράπονα, ή επειδή στα πρακτικά των συνεδριάσεων του ΔΣ δεν υπήρχε κάποιο παράπονο. Κατά την αντεξέταση του διαφάνηκε ότι δεν είχε γνώση των σχετικών γεγονότων. Ενδεικτικά, σε σειρά υποβολών ότι ο Παραπονούμενος παραπονέθηκε και ουδέποτε συγκατατέθηκε στην αποκοπή ο ΜΥ2 απαντούσε ότι δεν γνωρίζει.

 

88.      Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΥ1 επί των αμφισβητούμενων γεγονότων συνολικά, διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από ασάφεια, αντιφατικότητα, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Εκτός από την έλλειψη ποιότητας και θετικότητας στη μαρτυρία του επί των επίδικων θεμάτων, κατά την αντεξέταση του, υπέπεσε σε αντιφάσεις και αναίρεσε διάφορα σημεία της γραπτής του δήλωσης κατά τρόπο που θεωρώ ότι κλονίστηκε η αξιοπιστία του.

 

89.      Ως γενικό σχόλιο αναφέρω ότι μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει την Κατηγορούμενη και όχι να δώσει μια ειλικρινή εικόνα των ευρημάτων του με βάση την έρευνα του. Σίγουρα λόγω της έλλειψης πρωτογενούς γνώσης των δεδομένων δεν μπορεί να παρέχει μια πλήρη εικόνα, ωστόσο αναδύθηκε μια έντονη προσπάθεια παρουσίασης μιας εικόνας η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα για να βοηθήσει την Κατηγορούμενη.  

 

90.      Προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς τους οποίους αδυνατούσε να τεκμηριώσει (π.χ. ότι ο Παραπονούμενος μπορούσε να αποταθεί στο ΔΣ της Εταιρείας ακόμα και στον πρόεδρο του Ομίλου) και προέβη σε εικασίες προσπαθώντας να πείσει σε σχέση με τους ισχυρισμούς του. Κατά την αντεξέταση του αναίρεσε τη βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκε για να προβεί στις εν λόγω εικασίες, ή διαφάνηκε πως ήταν κατ’ ουσίαν αβάσιμες.

 

91.      Για παράδειγμα η θέση ότι επειδή δεν εντόπισε παράπονο σε πρακτικά του ΔΣ της Εταιρείας σημαίνει δεν υπήρχε κανένα παράπονο για την αποκοπή, αποτελεί εικασία. Ωστόσο, διαφάνηκε ότι το ΔΣ της Εταιρείας δεν συζητούσε τέτοια θέματα και επομένως, υπό αυτήν την έννοια, δεν υπάρχει έρεισμα επί του οποίου μπορεί να στηριχθεί αυτή η θέση.

 

92.      Παραθέτω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του.

 

93.      Από το περιεχόμενο της ίδιας της δήλωσης του προκύπτουν αντιφάσεις:

 

93.1    Για παράδειγμα αναφέρει πως γίνονταν δύο φορές το χρόνο συναντήσεις – συνελεύσεις στις οποίες θα μπορούσε να εγερθεί ζήτημα 13ου μισθού, ωστόσο στη δήλωση του αναφέρει ότι συζητούνται κυρίως άλλα θέματα ήτοι οτιδήποτε άλλο εκτός από εργασιακά ή θέματα μισθών.

93.2    Είναι αξιοσημείωτο ότι στην παράγραφο 16 του Εγγράφου Γ αναφέρεται στους σκοπούς των συγκεντρώσεων στις οποίες κατά τον ΜΥ2 συμμετείχαν και οι εκπρόσωποι των εργοδοτουμένων ως εξής: «...με κύριο σκοπό τον καθορισμό των στόχων των εταιρειών, την εξεύρεση τρόπων και μεθόδων καλύτερης συνεργασίας και συντονισμού μεταξύ των εταιρειών του Ομίλου, τον καθορισμό και προγραμματισμό της αγοράς, τον καθορισμό στόχων, την ανταλλαγή απόψεων ανάμεσα στους συναδέλφους, εισηγήσεων και εν γένει την οργανωτική δομή του Ομίλου». 

93.3    Επομένως, η θέση αυτή, ότι δηλαδή μπορούσε να τεθεί ζήτημα αποκοπής 13ου μισθού σε αυτές τις συναντήσεις και δεν τέθηκε αναιρείται από το ίδιο το περιεχόμενο της δήλωσης του.

93.4    Άλλο παράδειγμα είναι ότι αφενός υπάρχει παραδοχή ότι ο Ευσταθίου ήταν ο προϊστάμενος του Παραπονούμενου, αφετέρου χρησιμοποιεί ως επιχείρημα το ότι οι υπόλοιποι διευθυντές, που δεν γνωρίζουμε αν είχαν οποιαδήποτε επαφή με τον Παραπονούμενο, δεν έλαβαν οποιοδήποτε παράπονο. Κατά συνέπεια, η θέση ότι δεν γνώριζαν για κανένα παράπονο σε σχέση με την αποκοπή του 13ου μισθού οι διευθυντές, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εξαγωγή συμπεράσματος ότι δεν υπήρχε παράπονο διότι σε κάθε περίπτωση οι εργοδοτούμενοι δεν θα αποτείνονταν σε αυτούς.

93.5    Σε σχέση με το πιο πάνω σημείο επισημαίνω ότι δεν τεκμηριώθηκε ότι υπήρχε αυτή η δυνατότητα ή πιθανότητα. Πρόκειται για μια θεωρία η οποία δεν τεκμηριώνεται με αναφορά σε γεγονότα. Η κοινή λογική επιτάσσει ότι δεν αναμένεται από έναν εργοδοτούμενο μιας εταιρείας, ούτε και τεκμηριώθηκε ο ισχυρισμός ότι ένας απλός εργοδοτούμενος, θα είχε πρόσβαση στο ΔΣ της Εταιρείας ή στον Πρόεδρο του Ομίλου.  Τα υπόλοιπα έξι πρόσωπα που ήταν δηλωμένοι ως διευθυντές της Κατηγορούμενης στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών κατά τα έτη 2013 - 2021, δεν αναφέρθηκε ότι είχαν κάποια σχέση με τον Παραπονούμενο ούτως ώστε να ήταν πιθανοί αποδέκτες παραπόνου του για την αποκοπή του 13ου μισθού του. Κατά συνέπεια, η αόριστη αυτή θέση στο Έγγραφο Γ εκτός από το ότι είναι εγγενώς αντιφατική δεν άντεξε τη βάσανο της λογικής.

 

94.         Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, μετέβαλε ορισμένες από τις θέσεις του σε σχέση με σημαντικά ζητήματα και στην ουσία αναίρεσε τη βάση επί της οποίας στηρίχθηκε για να προβάλει ότι επειδή δεν εντόπισε παράπονο σημαίνει πως ο Παραπονούμενος αποδέχθηκε την αποκοπή του 13ου μισθού του. Παραθέτω ακολούθως κάποια παραδείγματα:

 

94.1    Στη γραπτή του δήλωση δηλώνει με βεβαιότητα ότι εάν σε οποιαδήποτε στιγμή εγειρόταν ζήτημα 13ου μισθού, είτε ένστασης στην αποκοπή του, είτε επαναφοράς αυτού, θα συζητείτο στο ΔΣ της Εταιρείας επειδή θα ετίθετο από κάποιον από τους διευθυντές της Εταιρείας και θα τηρείτο σχετικό πρακτικό με την απόφαση της Εταιρείας.

94.2    Στην αντεξέταση του (σελ. 5, γραμμές 20 20 – 24, 13.02.2025) όταν ερωτήθηκε αν εντόπισε οτιδήποτε στο αρχείο με τα πρακτικά σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμόν συνάντηση που έλαβε χώρα στα γραφεία της Εταιρείας και οποιαδήποτε αναφορά στο ότι οι εργοδοτούμενοι της Εταιρείας αποδέχθηκαν τη μείωση του μισθού τους, απάντησε «Όχι». 

94.3    Στη σελ. 5, γραμμές 5-7 (πρακτικά 13.02.2025) όταν ερωτήθηκε τι ανέφεραν τα πρακτικά αυτά του ΔΣ, ο ΜΥ2 απάντησε «...Τα πρακτικά συνεδριάσεων ήταν κυρίως, κατά κύριο λόγο, στρατηγικές ενέργειες, εμπορικές ή ανάγκη για πρόσληψη ατόμων τέτοιου είδους πρακτικά».

94.4    Με αυτές του τις αναφορές στην ουσία αναίρεσε τη θέση του ότι τα εργασιακά ή μισθολογικά ζητήματα θα συζητούντο στο πλαίσιο των συνεδριάσεων του ΔΣ της Εταιρείας. Σημειώνω ότι εάν συζητούνταν αυτά τα ζητήματα θα ανέμενε κάποιος να περιλαμβανόταν κάποια αναφορά στο ότι οι υπάλληλοι της Εταιρείας συγκατατέθηκαν στην αποκοπή του 13ου μισθού τους. Ο ΜΥ2 απάντησε ότι δεν υπάρχει καμία αναφορά επί τούτου. Ακολούθως, μετέβαλε πλήρως τη θέση του με το να αναφέρει ότι συνήθως δεν συζητούντο τέτοιου είδους θέματα στο ΔΣ της Εταιρείας. Με αυτές του τις απαντήσεις αναίρεσε ένα μεγάλο μέρος της δήλωσης του (Έγγραφο Γ) στο οποίο επεξηγεί πως δεν εντοπίστηκε τίποτε στα πρακτικά σε σχέση με 13ο μισθό και επομένως, κατά τον ΜΥ2, δεν είχε κανένας παράπονο για την αποκοπή του.

94.5    Αφενός ισχυρίστηκε ότι ο οποιοσδήποτε υπάλληλος, ο οποίος δεν έχει πρόσβαση στο ΔΣ της Εταιρείας, θα μπορούσε κάλλιστα να ακολουθήσει την ιεραρχία και να θέσει το παράπονο του στον Πρόεδρο του Ομίλου. Υπενθυμίζω ότι ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι στα 14 χρόνια εργασίας του στην Κατηγορούμενη δύο φορές αν είδε τον Πρόεδρο του Ομίλου (κ. Λόρδο).

94.6    Η θέση αυτή, με κάθε σεβασμό, δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής αλλά ούτε και ανταποκρίνεται στην ανθρώπινη εμπειρία. Υπέπεσε και σε αντίφαση, στην ουσία αναίρεσε την θέση του όταν ερωτήθηκε αν ο οποιοσδήποτε υπάλληλος είχε πρόσβαση στα πρακτικά του ΔΣ της Εταιρείας και απάντησε ευθαρσώς «όχι» και πως αν ήθελε να διαπιστώσει εάν το παράπονο του τέθηκε ή εάν εισακούστηκε θα μπορούσε να μιλήσει με τον ίδιο τον Διευθυντή – Πρόεδρο του Ομίλου (σελ. 7, πρακτικά 13.02.2025).

94.7    Σημειώνω ότι δεν δόθηκε κανένα παράδειγμα για να τεκμηριώσει τη θέση του. Εάν αναφερόταν έστω σε μία μόνο περίπτωση ενός ζητήματος εργασιακού που τέθηκε στο ΔΣ της Εταιρείας και καταγράφηκε σε πρακτικά, ίσως η θέση του να ήταν πιο πειστική.

94.8    Η παραδοχή του ότι δεν γνωρίζει αν υπήρχαν έντυπα παραπόνου το 2013 κατά κάποιον τρόπο αναιρεί και πάλι το επιχείρημα του ότι μπορούσαν οι εργοδοτούμενοι να θέσουν το ζήτημα π.χ. επαναφοράς του 13ου μισθού τους στο ΔΣ της Εταιρείας.

94.9    Στη σελ. 9 των πρακτικών 13.02.2025 όταν ερωτήθηκε γιατί δεν ήρθαν να καταθέσουν οι άλλοι 6 διευθυντές στους οποίους, κατά τον ΜΥ2, οι Παραπονούμενοι μπορούσαν να θέσουν το παράπονο τους, ο ΜΥ2 αναιρώντας τη θέση του ανέφερε ότι κάποιοι βρίσκονται στο εξωτερικό, ενώ άλλοι συνταξιοδοτήθηκαν. Εν πάση περιπτώσει και ο ίδιος ο ΜΥ2 αναγνώρισε το ότι ο προϊστάμενος του Παραπονούμενου ήταν ο Θ. Ευσταθίου και ότι είναι αναμενόμενο ο υπάλληλος που έχει κάποιο παράπονο να αποταθεί στον διευθυντή του (σελ. 6, γραμμή 27, πρακτικά 13.02.2025).Επομένως, θεωρώ ότι αναίρεσε τη θέση του ότι ο Παραπονούμενος μπορούσε κάλλιστα να αποταθεί στους υπόλοιπους διευθυντές της Εταιρείας και δεν το έπραξε.

94.10 Μια πολύ σοβαρή αντίφαση στην οποία υπέπεσε ο ΜΥ2, η οποία θεωρώ ότι αναιρεί την θέση του σε σχέση με το ότι ο Θ. Ευσταθίου δεν θα μπορούσε να δώσει μαρτυρία στην υπόθεση, διαφάνηκε όταν ερωτήθηκε εάν μίλησε με τον Ευσταθίου για να τον ρωτήσει εάν όντως ο Παραπονούμενος του παραπονέθηκε για την αποκοπή του 13ου του μισθού. Ο ΜΥ2 απάντησε ευθαρσώς «Όχι», καταρρίπτοντας την ίδια του τη θέση στην παράγραφο 7 της δήλωσης του ότι ο Ευσταθίου δεν θα μπορούσε να κληθεί ως μάρτυρας στην υπόθεση. Πως μπορεί να γνωρίζει και να δηλώνει με βεβαιότητα ότι ο Ευσταθίου δεν ήταν διατεθειμένος να δώσει μαρτυρία ή ότι δεν θα έλεγε την αλήθεια στο Δικαστήριο αφού ούτε καν τον ρώτησε την θέση του;

94.11 Κατά την αντεξέταση του στην ουσία αναίρεσε και τα περί διαχρονικής πολιτικής του ομίλου τα οποία αναφέρει στην παράγραφο 12 της δήλωσης του με την απάντηση του ότι, δεν ήταν βέβαιος αν υπήρχε εγκύκλιος ή οδηγίες το 2013. Επίσης, δεν παρουσίασε καμία εγκύκλιο και όταν ερωτήθηκε για την διαδικασία που προβλέπεται, στην ουσία επιβεβαίωσε ότι ο εργαζόμενος πρέπει να αποταθεί στον προϊστάμενο του, όπως ακριβώς δηλαδή έπραξε και ο Παραπονούμενος εν προκειμένω.

94.12 Δεν υπάρχει οτιδήποτε στην πολιτική ή εγκύκλιο σε σχέση με παράκαμψη της ιεραρχίας ή κάποιου είδους κλιμάκωσης (escalation) του παραπόνου σε περίπτωση που δεν λυθεί από τον διευθυντή του εργαζόμενου. Λόγω αυτής της αντίφασης επιβεβαιώθηκε ότι η πράξη του Παραπονούμενου να αποταθεί στον Θ. Ευσταθίου ήταν σωστή με βάση την πολιτική της Εταιρείας. Επίσης, διαφάνηκε ότι η δυνατότητα να αποταθεί κάποιος εργοδοτούμενο στο ΔΣ της Εταιρείας ή στον Πρόεδρο του Ομίλου απευθείας, ως ισχυρίστηκε ο ΜΥ2, δεν υπήρχε στην πραγματικότητα.

94.13 Σε σχέση με τις συναντήσεις οι οποίες λάμβαναν χώρα δύο φορές το χρόνο ως ανέφερε ο ΜΥ2 στις παραγράφους 15 και 16 της δήλωσης του, στην αντεξέταση επανέλαβε ότι ο σκοπός τους ήταν εμπορικός. Όταν ερωτήθηκε τι συζητείτο αναφέρθηκε σε ζητήματα τα οποία δεν είχαν καμία σχέση με εργασιακά (σελ. 13, γραμμές 25 – 29, πρακτικά 13.02.2025) και στην ουσία αναίρεσε τη θέση του ότι θα μπορούσε να τεθεί το ζήτημα του 13ου μισθού σε αυτές τις συνελεύσεις και επειδή δεν τέθηκε σημαίνει ότι δεν υπήρχε τέτοιο ζήτημα. Ο ΜΥ2 επίσης παραδέχθηκε πως οι εργοδοτούμενοι που συμμετείχαν δεν ήταν εκπρόσωποι των άλλων εργοδοτούμενων σε σχέση με εργασιακά θέματα ως είχε παρουσιαστεί στη γραπτή του δήλωση αλλά και στη μαρτυρία του ΜΥ1. Κατά συνέπεια απορρίπτεται η θέση ότι θα μπορούσαν κάλλιστα οι εργοδοτούμενοι να εκφράσουν το παράπονο τους στο πλαίσιο αυτό.

94.14 Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι την απόφαση για αποκοπή 13ου μισθού την πήρε ο Πρόεδρος του Ομίλου η  οποία είναι αντίθετη με την παράγραφο 14 του Εγγράφου Γ όπου αναφέρει πως η απόφαση για αποκοπή 13ου μισθού «λήφθηκε από όλα τα Διοικητικά Συμβούλια των εταιρειών του Ομίλου Λόρδος σε Παγκύπρια κλίμακα...».

94.15 Επομένως, δεν τεκμηριώνει τον ισχυρισμό του ότι το ΔΣ της Εταιρείας, ή οι διευθυντές των εταιρειών του Ομίλου στις δικές τους συναντήσεις, συζητούσαν εργασιακά θέματα όπως το επίδικο. Στην ουσία ο ΜΥ2 προβαίνει σε υποθέσεις και παραθέτει γνώμη – άποψη χωρίς να δίδει θετική μαρτυρία ως προς το ότι ο Παραπονούμενος είχε πραγματικά την ευχέρεια να θέσει την ένσταση του στην αποκοπή του μισθού του στο ΔΣ της Κατηγορούμενης ή στις Παγκύπριες συναντήσεις όλων των μελών ΔΣ εταιρειών του Ομίλου.

 

95.      Σημειώνω ότι αν ίσχυε αυτή η θέση σημαίνει ότι το 2020 που έγινε η μείωση του μισθού του Παραπονούμενου λόγω της πανδημίας και υποβλήθηκε καταγγελία στο ΤΕΣ εναντίον της Εταιρείας (κάτι το οποίο είναι παραδεκτό) θα έπρεπε να υπάρχει σχετική καταχώριση σε ημερήσια διάταξη του ΔΣ και το ζήτημα να συζητείτο σε συνεδρία και να παρουσίαζε ο ΜΥ2 τα πρακτικά για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του. Αντ’ αυτού αρκέστηκε στο να αναφέρει γενικά και αόριστα ότι θέμα σίγουρα θα συζητείτο σε περίπτωση που ετίθετο χωρίς να τεκμηριώνει ή να παραθέτει λόγους για την βεβαιότητα με την οποία προβάλλει τη θέση αυτή. Αν ίσχυε θα μπορούσε να το αποδείξει με την παράθεση παραδειγμάτων.

 

96.      Το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτή του την θέση για να εξαγάγει συμπέρασμα με βάση το ότι δεν συζητήθηκε το θέμα στο ΔΣ της Εταιρείας ή στις Παγκύπριες συνελεύσεις.

 

97.      Η μαρτυρία του επίσης έρχεται σε σύγκρουση με τη μαρτυρία του ΜΥ1 δημιουργώντας αντιφάσεις ως προς τις θέσεις της Υπεράσπισης:

 

97.1   Ο ΜΥ2 Ανέφερε πως η απόφαση για αποκοπή 13ου μισθού λήφθηκε από τον Πρόεδρο του Ομίλου τον κύριο Λόρδο χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε απόψεις εργοδοτούμενων. Ο ΜΥ1 ανέφερε πως η απόφαση λήφθηκε από τους διευθυντές τον εταιρειών του Ομίλου σε συνεννόηση με τον κύριο Λόρδο και αφού λήφθηκαν υπόψη οι θέσεις των εργοδοτούμενων ως τέθηκαν μέσω των εκπροσώπων τους ότι δηλαδή «επικράτησε η άποψη της αποκοπής του 13ου μισθού» (παρ. 7, Έγγραφο Β).

97.2   Επιπρόσθετα, ο ΜΥ2 σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε ο ΜΥ1, είπε πως η ενημέρωση των εργοδοτούμενων έγινε ομαδικά (σελ. 10, πρακτικά 13.02.2025). Ο ΜΥ1 είχε αναφέρει κατά τη μαρτυρία του ότι ερωτούσαν ένα ένα τους εργοδοτούμενους και δεν ανέφερε οτιδήποτε για συνάντηση με όλους τους εργοδοτούμενους της Κατηγορούμενης.

 

98.         Εξ ακοής μαρτυρία: Η θέση ότι ο Κωνσταντίνος Λόρδος, δηλαδή ο πρόεδρος του Ομίλου του είπε πως η απόφαση για αποκοπή 13ου μισθού λήφθηκε μετά από νομική συμβουλή και σε συνεννόηση με την Ο.Ε.Β και εφαρμόστηκε χωρίς προβλήματα και οι όροι εργοδότησης των υπαλλήλων τροποποιήθηκαν νόμιμα, εκτός από το ότι αποτελεί μαρτυρία ως προς το έσχατο συμπέρασμα το οποίο θα πρέπει να αποφασίσει το Δικαστήριο αποτελεί και εξ ακοής μαρτυρία. 

 

99.         Αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία καθότι πρόκειται για δήλωση ενός προσώπου το οποίο δεν έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο και η οποία προσάγεται από τον ΜΥ2 ως προς την αλήθεια των όσων αναφέρονται σε αυτήν – ήτοι σε σχέση με το ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα και η αποκοπή έγινε νόμιμα.

 

100.       Δεν δόθηκε κάποια εξήγηση γιατί δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να δώσει ο ίδιος μαρτυρία. Αντ’ αυτού μεταφέρθηκε η δήλωση του από τον ΜΥ2 ο οποίος ανέλαβε ως διευθυντής της Κατηγορούμενης τον Μάρτιο του 2024, ενώ εργοδοτήθηκε στον Όμιλο το 2016.

 

101.       Η δήλωση επίσης είναι πολύ γενική και στερείται της απαραίτητης εξειδίκευσης η οποία ενδεχομένως να την καθιστούσε πειστική. Στην ουσία αποτελεί την άποψη του Προέδρου του Ομίλου ότι έγινε νόμιμα η αποκοπή του 13ου μισθού. 

 

102.       Επίσης, η δήλωση φαίνεται να έγινε πρόσφατα στον ΜΥ2, όταν του ανέθεσε το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση να δώσει μαρτυρία, ενώ αφορά γεγονότα τα οποία ανάγονται στο μακρινό 2013. Δεν μπορεί να γίνει αξιολόγηση ως προς το κατά πόσον η δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι. Ο σκοπός που έγινε η δήλωση αντιλαμβάνομαι είναι για να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς της Υπεράσπισης και επομένως θεωρώ ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη κινήτρου να μην δοθεί μια πλήρης εικόνα της κατάστασης αλλά μια εκδοχή που εξυπηρετεί την υπόθεση της Κατηγορούμενης. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έχουν προαναφερθεί δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία.

 

103.       Σημειώνω επίσης και δύο ζητήματα που δεν τέθηκαν στον Παραπονούμενο κατά την αντεξέταση του:

 

103.1 Δεν τέθηκε στον Παραπονούμενο ότι συμμετείχε σε συγκεντρώσεις είτε των διευθυντών των εταιρειών του ομίλου είτε στις συνελεύσεις που λάμβαναν χώρα κάθε εξάμηνο, οποιοσδήποτε αντιπρόσωπος του για να αναφέρει ποια είναι η θέση του, δηλαδή αν είχε εξουσιοδοτήσει τον συνάδελφο του κ. Στάθη να τον δεσμεύει ή να μιλά εκ μέρους του. 

103.2 Επίσης δεν τέθηκε στον Παραπονούμενο η θέση ότι έγινε συνάντηση στα υποστατικά της Εταιρείας τον Νοέμβριο του 2013 κατά την διάρκεια της οποίας συμφώνησε στην αποκοπή του 13ου μισθού του, ώστε ο Παραπονούμενος να έχει την ευκαιρία να τοποθετηθεί. Δεν δόθηκε καμία εξήγηση για αυτή την παράλειψη παρά το γεγονός ότι η θέση αυτή αποτελεί στην ουσία την Υπεράσπιση της Κατηγορούμενης. Σε κάθε περίπτωση δεν δόθηκε αξιόπιστη μαρτυρία ότι όντως έλαβε χώρα η συνάντηση αυτή και ότι ο Παραπονούμενος είχε ερωτηθεί για το κατά πόσον αποδέχεται την αποκοπή.

103.3 Κατά συνέπεια, δεδομένης της απουσίας δέουσας εξήγησης για την παράλειψη αυτή δεν μπορώ να λάβω υπόψη μου τους ισχυρισμούς αυτούς.

 

104.    Σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι η υπόθεση είναι καταχρηστική καθότι ο Ευσταθίου που κατά τον Παραπονούμενο ήταν ο αποδέκτης των παραπόνων του για την αποκοπή του 13ου του μισθού, και ο Γεωργίου που ήταν Γενικός Διευθυντής της Κατηγορούμενης, από το 2021 έχουν αντιδικία με την Εταιρεία, εκτός από το ότι το κατά πόσον στοιχειοθετείται κατάχρηση είναι νομικό θέμα, από τη στιγμή που είναι παραδεκτό πως ο Ευσταθίου ήταν ο άμεσα προϊστάμενος του Παραπονούμενου αυτός δεν είναι πειστικός.

 

105.    Το όλο επιχείρημα του ΜΥ2 στηρίζεται στην υπόθεση ότι ο Ευσταθίου σε περίπτωση που κληθεί να δώσει μαρτυρία θα έχει κίνητρο να αποκρύψει την αλήθεια για ένα συμβάν το οποίο ενδεχομένως να είναι άσχετο με τον λόγο για τον οποίο ο Ευσταθίου έχει αντιδικία με την Εταιρεία. Το ίδιο ισχύει και για τον Γεωργίου. Δεν επεξηγείται η βάση για αυτή την εικασία και επομένως δεν δέχομαι τον ισχυρισμό του ΜΥ2.  Επίσης, ο ΜΥ2 όταν ερωτήθηκε ανέφερε πως δεν μίλησε με τον Θ. Ευσταθίου επιβεβαιώνοντας ότι η θέση του πως ο Ευσταθίου δεν μπορεί να δώσει μαρτυρία αποτελεί εικασία και εκ των υστέρων σκέψη.

 

106.    Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΥ2, στο σύνολο της και παραθέτοντας πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του, καταλήγω ότι η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αποδέχομαι μόνο το ότι η αποκοπή του 13ου μισθού των εργοδοτουμένων του Ομίλου είχε αποφασιστεί από τον Πρόεδρο του Ομίλου μονομερώς, ενημερώθηκαν σε σχέση με αυτήν οι διευθυντές των διαφόρων θυγατρικών εταιρειών του Ομίλου και το ανακοίνωσαν στους εργοδοτούμενους τους, δεδομένου του ότι η θέση αυτή του ΜΥ2 δεν είχε αμφισβητηθεί.

 

iv.        Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ3

 

107.    Τα όσα ανέφερε η ΜΥ3 κατά την κυρίως εξέταση της παράμειναν αναντίλεκτα. Επίσης, συνάδουν πλήρως με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 10 και 11. Επομένως δέχομαι το σύνολο της μαρτυρίας της ΜΥ3.

 

108.    Στην ουσία κλήθηκε ως μάρτυρας για την υπεράσπιση ούτως ώστε να υποστηρίξει τη θέση του ΜΥ2 ότι ο Όμιλος Εταιρειών Λόρδος ουδέποτε καταδικάστηκε από ποινικό Δικαστήριο σε σχέση με μη καταβολή 13ου μισθού στους εργοδοτούμενους του, δεδομένου του ότι ο ΜΥ2 αντεξετάστηκε σε σχέση με καταδικαστική απόφαση εναντίον της Πρίνος για αποκοπή 13ου μισθού. Σημειώνω, ότι το ζήτημα αυτό δεν είναι άμεσα σχετικό με το επίδικο θέμα του κατά πόσον ο Παραπονούμενος αποδέχθηκε την αποκοπή του 13ου μισθού του.

 

v.        ΕΥΡΗΜΑΤΑ

 

109.    Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:

 

109.1    Ο Παραπονούμενος εργαζόταν στην Κατηγορούμενη από τον Μάρτιο του 2007 μέχρι και τον Απρίλιο του 2021.

109.2    Η Κατηγορούμενη είναι θυγατρική εταιρεία η οποία ανήκει στον Όμιλο Εταιρειών Λόρδος. Ο Όμιλος αποτελείται από 11 εταιρείες με μητρική την GDL Trading Ltd και το 2013 εργοδοτούσε περισσότερους από 100 υπάλληλους.

109.3    Όταν προσλήφθηκε ο Παραπονούμενος αναφέρθηκε από τον εργοδότη του ότι θα λάμβανε 13ο μισθό και πράγματι έλαβε 13ο μισθό κατά τα έτη 2011 και 2012.

109.4    Περί τα τέλη του έτους 2013 ανακοινώθηκε στον Παραπονούμενο από τον Θ. Ευσταθίου ο οποίος ήταν διευθυντής και μέτοχος της Κατηγορούμενης και ήταν ο προϊστάμενος του Παραπονούμενου, ότι η Κατηγορούμενη δεν θα του κατέβαλλε 13ο μισθό καθότι έπρεπε να προβεί σε περικοπές λόγω της οικονομικής κρίσης. Ο Ευσταθίου είχε καλέσει τον Παραπονούμενο στο γραφείο του για να του το αναφέρει. Ο Παραπονούμενος ήταν αρνητικός και ανέφερε στον Ευσταθίου ότι δεν συμφωνεί με την αποκοπή του 13ου μισθού του. Επέμεινε στην τήρηση των όρων της σύμβασης εργοδότησης του.

109.5    Τον Δεκέμβριο του 2013 αποκόπηκε ο 13ος του μισθός. Ο Παραπονούμενος συνέχισε να εκτελεί τα καθήκοντα του ωστόσο είχε ζητήσει από τον προϊστάμενο του να επανεξετάσει το ζήτημα. Ο Θ. Ευσταθίου του ανέφερε ότι θα μετέφερε το παράπονο του πιο πάνω στην ιεραρχία του Ομίλου.

109.6    Ο Όμιλος, περιλαμβανομένης και της Κατηγορούμενης αποφάσισε μονομερώς περί τα τέλη του 2013 ότι θα προέβαινε στην αποκοπή του 13ου μισθού όλων των υπαλλήλων του Ομίλου. Η απόφαση κοινοποιήθηκε στους διευθυντές των θυγατρικών εταιρειών του Ομίλου και ανακοινώθηκε από αυτούς στους εργοδοτούμενους της κάθε εταιρείας περιλαμβανομένου και του Παραπονούμενου. Η απόφαση λήφθηκε από τον Πρόεδρο του Ομίλου.

116.1    Παρά τις αντιρρήσεις του Παραπονούμενου, δεν πληρώθηκε τον 13ο του μισθό το 2013. Συνέχισε να εργάζεται στην Κατηγορούμενη καθότι είχε ανάγκη να εργάζεται και εν μέσω οικονομικής κρίσης δεν μπορούσε να παραιτηθεί. Ωστόσο, ουδέποτε συμφώνησε ή συγκατατέθηκε ρητώς στην αποκοπή του 13ου του μισθού.

116.2    Το ίδιο επαναλήφθηκε κατά τα έτη 2014, 2015, 2016, 2017, 2018, 2019 και 2020. Όταν παραιτήθηκε τον Απρίλιο του 2021 δεν πληρώθηκε την αναλογία του 13ου μισθού του.  

116.3    Κάθε χρόνο όταν δεν λάμβανε 13ο μισθό επαναλάμβανε την διαφωνία του σε σχέση με την αποκοπή του μισθού του και αξίωνε την πληρωμή του 13ου μισθού του προφορικά στον προϊστάμενο του.

116.4    Ο Παραπονούμενος δεν παραπονέθηκε ούτε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων αλλά ούτε και απέστειλε κάποια επιστολή / παράπονο στην Εταιρεία ή στον Όμιλο για τον 13ο του μισθό. Στο ΤΕΣ το είχε αναφέρει πως είχε αποκοπεί ο 13ος του μισθός από το 2013 όταν υπέβαλε παράπονο το 2021 και του ανέφεραν ότι δεν μπορούσαν να το εξετάσουν. Το ΤΕΣ στην επιστολή του ημερ. 09.03.2021 προς την Κατηγορούμενη δεν αναφέρεται σε αποκοπή 13ου μισθού αλλά σε αποκοπή μισθού από τον Ιούνιο του 2020 (Τεκμήριο 8).

116.5    Τον Απρίλιο του 2021 ο Παραπονούμενος παραιτήθηκε την Κατηγορούμενη και καταχώρισε την Αίτηση αρ. 155 / 2021 στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών προβάλλοντας ότι εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση επειδή αποκόπηκε μονομερώς ο μισθός του (Τεκμήριο 4). Στην Αίτηση δεν υπάρχει ισχυρισμός σε σχέση με αποκοπή του 13ου μισθού του Παραπονούμενου, ωστόσο η αποκοπή του 13ου μισθού του ήταν ένας εκ των λόγων για τους οποίους παραιτήθηκε. Δέχθηκε νομική συμβουλή και αποφάσισε να εγείρει την παρούσα υπόθεση σε σχέση με την αποκοπή του 13ου μισθού του.

116.6    Ο Θ. Ευσταθίου σταμάτησε να εργάζεται στην Κατηγορούμενη από το έτος 2021 και προώθησε Αίτηση εναντίον της Κατηγορούμενης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Το ίδιο και ο Δ. Γεωργίου ο οποίος ήτο Γενικός Διευθυντής της Κατηγορούμενης.

 

Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ -  ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΩΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ 

 

i.          Παράλειψη πληρωμής και αποκοπή μισθού

 

110.    Το Άρθρο 9 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα εκάστου προσώπου σε αξιοπρεπή διαβίωση και κοινωνική ασφάλεια:

 

«Έκαστος έχει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβιώσεως και κοινωνικής ασφαλείας. Ο νόμος θα προβλέψη περί προστασίας των εργατών, αρωγής προς τους πτωχούς και συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων.»

 

111.    Ο εργοδότης κατέχει δεσπόζουσα θέση έναντι των εργοδοτουμένων του. Οι οικονομικές συνθήκες των δύο συμβαλλομένων είναι πολύ διαφορετικές με αποτέλεσμα την ύπαρξη ανισότητας διαπραγματευτικής ισχύος. Η ανισότητα αυτή είναι ένα αναπόφευκτο χαρακτηριστικό της εργοδοτικής σχέσης κατά τρόπο που να απολήγει στην επιβολή όρων τους οποίους ο εργοδότης επιθυμεί έναντι του εργοδοτούμενου και τη συνεπακόλουθη ανυπαρξία πραγματικής ελευθερίας του εργοδοτούμενου στο πλαίσιο της συνομολόγησης συμβάσεων.[11]

112.    Η καταβολή μισθού από τον εργοδότη στον εργοδοτούμενο είναι η βασικότερη υποχρέωση του εργοδότη με βάση τη σύμβαση εργοδότησης. Η σημασία της καταβολής του μισθού κατοχυρώνεται από ειδική νομοθεσία, ήτοι το Νόμο. Συνεπεία της ανισότητας αυτής μεταξύ των μερών ο νομοθέτης αποφάσισε να θεσπίσει το Νόμο ως αντίβαρο της οικονομικής ισχύος του εργοδότη και ως ένα μέσο ενίσχυσης της θέσης του αδύνατου συμβαλλόμενου, ήτοι του εργοδοτούμενου του οποίου η αξιοπρεπής διαβίωση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το μισθό τον οποίο λαμβάνει από τον εργοδότη του.

 

113.    Ο σκοπός της θέσπισής του Νόμου είναι η προστασία των εργοδοτουμένων και, πιο συγκεκριμένα, η διασφάλιση του δικαιώματός τους προς λήψη του μισθού και των ωφελημάτων που δικαιούνται με βάση τη συμφωνία που διέπει την εργασιακή τους σχέση.

 

114.    Η παράλειψη πληρωμής μισθού αποτελεί ιδιώνυμο αδίκημα με βάση το Νόμο ο οποίος έχει ως σκοπό την αντιμετώπιση με το δραστικό τρόπο τον οποίο προσφέρει η ποινική δικαιοδοσία ενός κοινωνικού προβλήματος το οποίο δημιουργείται συνεπεία της εν λόγω συμπεριφοράς του εργοδότη έναντι του εργοδοτούμενου του.[12] Ο νομοθέτης με το άρθρο 10 του Νόμου απαγόρευσε την μονομερή  - χωρίς συγκατάθεση - αποκοπή μισθού για να προστατεύσει το αδύναμο μέρος στο πλαίσιο της σύμβασης εργοδότησης.

 

115.    Επιπρόσθετα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σκουφίδη ν. Χ.Α. Quality Paper Services Ltd, Ποινική Έφεση αρ. 134/2016, 5.6.2018 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Η θέσπιση του ως άνω Νόμου καθώς και η ποινικοποίηση των παραλείψεων πληρωμής μισθού και άλλα συναφή αδικήματα με βάση τις πρόνοιες του έχει ως σκοπό την προστασία των εργοδοτουμένων από πράξεις ή παραλείψεις που έχουν ως αποτέλεσμα τη στέρηση του δικαιώματος είσπραξης του μισθού, δικαιώματος που άπτεται θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου προς αξιοπρεπή διαβίωση, αφού η στέρηση του μισθού δύναται να οδηγήσει οποιονδήποτε πρόσωπο σε δυσχερή κατάσταση μη δυνατότητας αντιμετώπισης των καθημερινών του αναγκών.»

 

116.    Δεδομένου ότι όλες οι κατηγορίες αφορούν τη χρονική περίοδο 2013 – 2021 στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να εφαρμοστεί ο Νόμος πριν από την τροποποίηση του με τον Ν.221(Ι)/2022.

 

117.    Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις στο άρθρο 2 του Νόμου, ο όρος «μισθός»:  «σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές·»

 

118.    Ο όρος «εργοδοτούμενος»: «σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται για άλλο πρόσωπο, είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και ο όρος “εργοδότης” θα ερμηνεύεται ανάλογα και θα περιλαμβάνει την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας».

 

119.    Το άρθρο 3 του Νόμου με πλαγιότιτλο «τρόπος πληρωμής μισθών», πριν από την τροποποίηση του με το Ν. 221(Ι)/2022 προνοεί τα ακόλουθα:

 

«3. Οι μισθοί των εργοδοτουμένων πρέπει να πληρώνονται τοις μετρητοίς σε νόμιμο χρήμα, δηλαδή σε χαρτονομίσματα ή κέρματα, ή μέσω λογαριασμού μισθών ή με τραπεζική ή ταχυδρομική επιταγή.»

 

120.    Σύμφωνα με το άρθρο 9 (1) «[η] συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία.» 

 

121.    Σύμφωνα δε με το άρθρο 10 του Νόμου, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν επιτρέπονται αποκοπές από το μισθό εργοδοτούμενου παρά μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, για παράδειγμα, αποκοπές που προνοούνται από νόμο ή κανονισμό, αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας ή δυνάμει δικαστικής απόφασης. Στην περίπτωση άλλων αποκοπών απαιτείται συγκατάθεση του εργοδοτούμενου:

 

«10.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2), (3) και (4) του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από το μισθό, παρά μόνο:

 

(α)         αποκοπές που προνοεί νόμος ή κανονισμός·

(β)         αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης·

(γ)         αποκοπές δυνάμει δικαστικής απόφασης˙

(δ)         αποκοπές για αποζημίωση λόγω ζημιάς που υπέστη η επιχείρηση και που προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτούμενου· και

(ε)         αποκοπές που προβλέπει συλλογική σύμβαση ή γενική συμφωνία μεταξύ εργοδοτικών οργανώσεων και εκπροσώπων των εργαζομένων, για εργαζόμενους για τους οποίους αυτές εφαρμόζονται·

 (στ)        άλλες αποκοπές, μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.

[...]

       (4) Οι αποκοπές από το μισθό δυνάμει του παρόντος άρθρου περιορίζονται στο βαθμό που ο εργοδοτούμενος θα μπορεί να συντηρήσει τον εαυτό του και την οικογένειά του.»

 

122.    Όσον αφορά τη συγκατάθεση για αποκοπή το μισθού, εν προκειμένω, εφαρμόζεται ο Νόμος πριν από την τροποποίηση του από τον Ν. 221(Ι)/2022 με βάση τον οποίο ο Νόμος τροποποιήθηκε κατά τρόπο που η συγκατάθεση του εργοδοτούμενου να είναι γραπτή και ενυπόγραφη. Κατά συνέπεια, στην παρούσα υπόθεση αυτό που απαιτείται να αποδειχθεί για αποκοπή από το μισθό είναι η (απλή) συγκατάθεση του Παραπονούμενου χωρίς να είναι γραπτή.

 

123.    Περαιτέρω προστέθηκε το εδάφιο (5) το οποίο προνοεί ότι «[σ]ε περιπτώσεις αποκοπών δυνάμει της παραγράφου (στ) του εδαφίου (1) ο εργοδότης τηρεί αρχείο με τα έντυπα συγκατάθεσης του εργοδοτουμένου στη βάση των διατάξεων του άρθρου 12 και σε τύπο εντύπου του οποίου τη μορφή και το περιεχόμενο αποφασίζει ο Διευθυντής με σχετική εγκύκλιο που εκδίδει.»

 

124.    Δεδομένου του ότι η αποκοπή μισθού αποτελεί ποινικό αδίκημα εκτός και αν εφαρμόζεται μια από τις εξαιρέσεις στα στοιχεία (α) – (στ) του εδαφίου (1) του άρθρου 10 του Νόμου, το βάρος απόδειξης ότι εν προκειμένω ισχύει μία εκ των εξαιρέσεων το φέρει η Κατηγορούμενη, η οποία προβάλλει το ότι έλαβε τη συγκατάθεση του εργοδοτούμενού της για την αποκοπή ποσού από το μισθό του. Σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι σε ποινικές υποθέσεις στην περίπτωση κατά την οποία το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου, όπως εν προκειμένω, το επίπεδο απόδειξης το οποίο εφαρμόζεται είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η μετατόπιση του βάρους απόδειξης για απόδειξη λήψης συγκατάθεσης για αποκοπή συνάδει με το άρθρο 12 και την υποχρέωση τήρησης αρχείου για τυχόν αποκοπές στο μισθό των εργοδοτούμενων.

 

125.    Περαιτέρω σημειώνω σε σχέση με το βάρος απόδειξης ως προς το κατά πόσον καταβλήθηκαν ή αν ήταν οφειλόμενοι οι μισθοί αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην Ροδοσθένους (ανωτέρω):

 

«Η ευπαίδευτη πρωτόδικος Δικαστής έσφαλε στην προσέγγισή της ότι ο Παραπονούμενος - Εφεσείων όφειλε και να αποδείξει ότι οι μισθοί ήταν ή όχι οφειλόμενοι. Κάτι τέτοιο - η αυστηρή δηλαδή απόδειξη, ουσιαστικά, ότι οι μισθοί δεν καταβλήθηκαν - θα καθιστούσε κενή περιεχομένου και θα αντιστρατευόταν τη νομοθετική πρόνοια του άρθρου 12(3), η οποία εναποθέτει το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού στους ώμους του εργοδότη

 

Υπό τις συνθήκες λοιπόν, κατ΄ ακολουθία και του άρθρου 12(3) του Νόμου, ο εργοδότης - Εφεσίβλητη έφερε πλέον το βάρος απόδειξης της καταβολής του μισθού στον εργοδοτούμενο - Εφεσείοντα. Προσθέτουμε ότι η εκ του νόμου, άρθρο 12(1)(2), υποχρέωση προς τήρηση αρχείων, εντάσσεται στην όλη φιλοσοφία προστασίας και διασφάλισης των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων, αλλά και ενισχύει τη δυνατότητα απόσεισης του βάρους που φέρει ο εργοδότης προς απόδειξη της καταβολής των μισθών εργοδοτουμένων.»

126.    Το άρθρο 12 του Νόμου ως είχε πριν την τροποποίηση του από τον Ν. 221(Ι)/2022 προνοεί ότι ο εργοδότης οφείλει να διατηρεί και να φυλάσσει αρχεία στα οποία να φαίνεται για κάθε εργοδοτούμενο τα στοιχεία σχετικά με τον ακάθαρτο και καθαρό μισθό του, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν αποκοπών που έγιναν στο μισθό και τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι εν λόγω αποκοπές. Το άρθρο 12(3) προνοεί ότι «το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο  φέρει ο εργοδότης».

 

127.    Το άρθρο 19 του Νόμου προνοεί ότι το «Αρμόδιο Δικαστήριο για επίλυση οποιασδήποτε αστικής φύσεως διαφοράς, μέσα στα πλαίσια του παρόντος Νόμου, είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών» και «[σ]ε περίπτωση που ο εργοδότης καταδικαστεί για παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών θα μπορεί να εκδίδει διάταγμα καταβολής χρηματικών οφειλών του εργοδότη που προκύπτουν από τη μη πληρωμή μισθών».

 

128.    Το άρθρο 20 του Νόμου με τίτλο «Αδικήματα και ποινές»  ως είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο πριν την τροποποίηση του με το Ν. 221(Ι)/2022 διαλαμβάνει, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει, τα ακόλουθα:

 

«20.-(1) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων (2), (3) και (4) του παρόντος άρθρου, εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

 

(2) Το Δικαστήριο επιπρόσθετα από τις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο (1), δύναται, με την καταδίκη του εργοδότη, να εκδώσει και Διάταγμα καταβολής του οφειλόμενου ποσού προς τον εργοδοτούμενο.»

 

129.    Στην ουσία αυτό το οποίο θα πρέπει να αποδείξει ο Παραπονούμενος είναι το ότι ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο και δικαιούτο σε μισθό ή, ανάλογα με την περίπτωση, ότι αποκόπηκε μέρος του μισθού που δικαιούτο.[13] Με βάση τη σχετική νομολογία δεν έχει σημασία πως αποκαλείται η παροχή αυτή. Με βάση το άρθρο 12(3) του Νόμου ο εργοδότης θα πρέπει να αποδείξει ότι καταβλήθηκαν στον Παραπονούμενο οι μισθοί ή ότι η αποκοπή έγινε με βάση το νόμο ή κατόπιν συγκατάθεσης του εργοδοτούμενου.

 

130.    Όπως έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, το υπό κρίση αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθού, είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης, αφού το στοιχείο της ένοχης διάνοιας ή εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής μισθών.[14] Οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στην παράλειψη αυτή είναι αδιάφοροι.[15]

 

ii.         Συγκατάθεση εργοδοτούμενου

 

131.    Όσον αφορά τον όρο  «συγκατάθεση» αυτός δεν ερμηνεύεται στο Νόμο. Με βάση το Νόμο ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν απαιτείται να υπάρχει γραπτή και ενυπόγραφη συγκατάθεση από μέρους του εργοδοτούμενου. Συνεπώς, τίθεται το ερώτημα: υπό ποιες περιστάσεις μπορεί το Δικαστήριο να θεωρήσει πως ο εργοδοτούμενος συγκατατίθεται σε μείωση του μισθού του; Η συνέχιση της εργοδότησης παρά την αποκοπή μπορεί να εξισωθεί με συγκατάθεση για μείωση του μισθού; Μπορεί ένας εργοδοτούμενος να παράσχει ελεύθερη συγκατάθεση στο πλαίσιο σύμβασης εργοδότησης; 

 

132.    Εν προκειμένω, προωθήθηκε η θέση από την υπεράσπιση ότι στην ουσία υπήρχε σιωπηρή συγκατάθεση επειδή ο Παραπονούμενος παρέμεινε στην εργασία του μέχρι το 2021 χωρίς να παραιτηθεί λόγω της αποκοπής του 13ου του μισθού.

 

133.    Το Δικαστήριο προβληματίζεται έντονα ως προς το κατά πόσον στο πλαίσιο μιας σχέσης στην οποία ο ένας εκ των δύο συμβαλλομένων κατέχει δεσπόζουσα θέση και υπάρχει ανισότητα στη διαπραγματευτική ισχύ, μπορεί να θεωρηθεί η σιωπή του αδύνατου μέρους και η συνέχιση της σχέσης εργοδότησης ως σιωπηρή συγκατάθεση.

 

134.    Πρέπει να σημειώσω ότι η τροποποίηση του Νόμου δια της προσθήκης ότι η συγκατάθεση θα πρέπει να είναι γραπτή και ενυπόγραφη, αφενός μεν καταδεικνύει την τάση για μεγαλύτερη προστασία του εργοδοτούμενου και του μισθού του, αφετέρου δε, θα μπορούσε να λεχθεί ότι η μεταγενέστερη προσθήκη της υποχρέωσης για γραπτή και ενυπόγραφη συγκατάθεση δείχνει ότι κατά τον ουσιώδη, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση χρόνο, αυτό που απαιτείται είναι η «απλή» συγκατάθεση. Το ερώτημα βεβαίως παραμένει για το κατά πόσον ο όρος συγκατάθεση σε αυτό πλαίσιο σημαίνει ρητή συγκατάθεση ή το κατά πόσον περιλαμβάνει και τη σιωπηρή συγκατάθεση η οποία ενδέχεται να προκύψει από τη συμπεριφορά ενός προσώπου ή ακόμη και από την απουσία διαμαρτυρίας.

 

135.    Όπως αναφέρθηκε από το έντιμο Δικαστή του Εφετείου κ. Χαραλάμπους στο πλαίσιο της απόφασης του στην υπόθεση Δώρος Ασιήκαλης ν Στάυρου Μιχαήλ (Ποιν. Εφ. 225/2021, 27.11.2023)  σε σχέση με την ερμηνεία των νόμων:

«Η αυστηρή γραμματική ερμηνεία ανήκει στο παρελθόν (Κιτρομηλίδης v. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 162) και προκρίνεται η τελολογική ερμηνεία ήτοι με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος (Hermes Ins Ltd v. Αστυνομίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 406) πλην όμως οι ποινικοί νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά (Popov v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 338Eurofreight v. Γεωργίου (2006) 2 Α.Α.Δ. 29) και σε περίπτωση αμφιβολίας να προτιμάται η ερμηνεία εκείνη που είναι υπέρ του πολίτη (Γαλατάκης v. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 78) αφού η τελολογική ερμηνεία δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις του νόμου ή την μεταβολή του κειμένου της νομοθεσίας.»

 

136.    Περαιτέρω στην Κιτρομηλίδης, ανωτέρω αναφέρθηκε ότι «είναι καλά εδραιωμένη η αρχή ότι οι λέξεις σ' ένα νομοθέτημα ερμηνεύονται με τρόπο λειτουργικό ώστε να συνάδουν με την πρόθεση του νομοθέτη.»

 

137.    Ο σκοπός του Νόμου ως έχει κατ’ επανάληψη αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο είναι η αντιμετώπιση με το δραστικό τρόπο τον οποίο προσφέρει η ποινική δικαιοδοσία ενός κοινωνικού προβλήματος το οποίο δημιουργείται ως συνέπεια της συμπεριφοράς του εργοδότη έναντι του εργοδοτούμενου του.[16] 

 

138.    Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Ε’ Εκδοση, 2019, ο όρος «συγκατάθεση» ερμηνεύεται ως «η έκφραση σύμφωνης γνώμης, η αποδοχή, συναίνεση». Ως συνώνυμα της λέξης αναφέρονται τα ακόλουθα: «συναίνεση, συγκατάνευση, συμφωνία». Στο λεξικό Τριανταφυλλίδη ο όρος συγκατάθεση  ερμηνεύεται ως «η σύμφωνη γνώμη για κτ. που πρόκειται να γίνει, η αποδοχή, η συναίνεση».

 

139.    Ο όρος «συγκατάθεση» συνεπώς προϋποθέτει συμφωνία. Με βάση την κλασσική αυθεντία επί του ζητήματος ήτοι την Felthouse v Bindley[17], η σιωπή δεν μπορεί να αποτελέσει αποδοχή (silence does not amount to acceptance). Ο δε Μπαμπινιώτης, ανωτέρω, ορίζει τη συγκατάθεση ως την «έκφραση» σύμφωνης γνώμης. Είναι επίσης σχετικό και το άρθρο 2(2)(β) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 146: «(β) η πρόταση θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή, όταν το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, δηλώσει τη συγκατάθεση του σε αυτή. Η πρόταση όταν γίνει αποδεκτή, καθίσταται υπόσχεση».

 

140.    Σημειώνω ότι ένας όρος ερμηνεύεται με διαφορετικό τρόπο σε κάθε νομοθέτημα. Παραδείγματος χάριν, στον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/79 - Γενικό Κανονισμό για την Προστασία  Προσωπικών Δεδομένων η «συγκατάθεση» του υποκειμένου των δεδομένων ορίζεται ως «κάθε ένδειξη βουλήσεως, ελεύθερη, συγκεκριμένη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων εκδηλώνει ότι συμφωνεί, με δήλωση ή με σαφή θετική ενέργεια, να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν».

141.    Στο προοίμιο του Κανονισμού αναφέρεται ότι για να είναι έγκυρη η συγκατάθεση δεν θα πρέπει να υπάρχει ανισότητα μεταξύ του υποκειμένου των δεδομένων και του υπεύθυνου επεξεργασίας. Επίσης, στην παράγραφο 42 του προοιμίου αναφέρεται ότι «η συγκατάθεση δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι δόθηκε ελεύθερα αν το υποκείμενο των δεδομένων δεν έχει αληθινή ή ελεύθερη επιλογή ή δεν είναι σε θέση να αρνηθεί ή να αποσύρει τη συγκατάθεσή του χωρίς να ζημιωθεί.»

 

142.    Στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149 ερμηνεύεται ο όρος «συναίνεση» στο άρθρο 13 αυτού ως ακολούθως:

 

«Δύο οι περισσότεροι θεωρούνται ότι συναινούν, όταν συμφωνούν για το ίδιο πράγμα με την ίδια έννοια»

 

143.    Στο άρθρο 14 του Κεφ. 149 ορίζεται ο όρος «ελεύθερη συναίνεση» ως ακολούθως:

 

 «Η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη, όταν δεν προκαλείται με-

(α) εξαναγκασμό, όπως ορίζεται στο άρθρο 15~ ή, (β) ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο 16~ ή, (γ) απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο 17~ ή, (δ) ψευδή παράσταση όπως ορίζεται στο άρθρο 18~ ή, (ε) πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και 22.

 

Συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει του εν λόγω εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης, ψευδούς παράστασης ή πλάνης.»

 

144.     Από την άλλη, θα μπορούσε να λεχθεί ότι στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης, ο νόμος θα πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά και υπέρ του του Κατηγορούμενου. Αποτελεί επίσης βασική αρχή ότι οι ποινικοί νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά και όπου υπάρχει αμφιβολία να δίδεται η ερμηνεία εκείνη που είναι υπέρ του πολίτη.[18] Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Αστυνομίας (1993) 2 ΑΑΔ 443  λέχθηκαν τα εξής:

 

«Οι ποινικοί νόμοι, περιλαμβανομένων, εκείνων που αφορούν τη δικαιοδοσία και τη δικονομία, ερμηνεύονται αυστηρά. Αν υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία αποφασίζεται υπέρ του κατηγορουμένου. Αυτό γίνεται έστω και αν οδηγεί στην απαλλαγή του κατηγορουμένου για τεχνικούς λόγους.»

 

145.    Σε περίπτωση κατά την οποία μπορεί να υπάρξει σιωπηρή συγκατάθεση του εργοδοτούμενου στη μείωση ή αποκοπή του μισθού του, τίθεται το ζήτημα του πότε θεωρείται ότι ο εργοδοτούμενος του οποίου ο μισθός υπέστη αποκοπή συναίνεσε στην αποκοπή.

 

146.    Όταν επέλθει μονομερής μεταβολή των όρων εργοδότησης, ήτοι χωρίς τη συναίνεση του αντισυμβαλλόμενου, τότε προκύπτει παράβαση της σύμβασης εργοδότησης. Ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης αυτής, δηλαδή αν αποτελεί παράβαση ουσιώδους όρου ή όχι, το αθώο μέρος έχει τις ανάλογες θεραπείες. Αν πρόκειται περί παράβασης ουσιώδους όρου, όπως εν προκειμένω που υπήρξε αποκοπή μισθού, το αθώο μέρος έχει δικαίωμα αποκήρυξης της σύμβασης και απαίτησης για αποζημιώσεις. Το αθώο μέρος μπορεί να επιλέξει να μην τερματίσει τη σύμβαση, ήτοι να μην αποχωρήσει από την εργασία του (affirmation of the breach). Η συνέχιση εργοδότησης χωρίς αξίωση αποζημιώσεων για την παράβαση / χωρίς να εμμένει ο εργοδοτούμενος στην τήρηση των όρων της σύμβασης μπορεί να θεωρηθεί ως σιωπηρή συγκατάθεση (tacit consent).[19]

 

147.    Όπως αναφέρει ο Πολυβίου στην σελ. 258:

 

«Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ζήτημα της επιβεβαίωσης (affirmation) είναι ξεχωριστό και διακρίνεται από το ζήτημα της απεμπόλησης (waiver) του δικαιώματος για αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης και της εξυπακουόμενης συγκατάθεσης στη μονομερή τροποποίηση της σύμβασης. Το γεγονός ότι το αθώο συμβαλλόμενο μέρος έχει αποφασίσει να μην αποκηρύξει τη σύμβαση, παρά την παράβαση της από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι το αθώο μέρος παραιτήθηκε από το δικαίωμα να ζητήσει αποζημιώσεις ούτε ότι το αθώο μέρος παραιτήθηκε από το δικαίωμα να ζητήσει αποζημιώσεις ούτε ότι το αθώο μέρος αποδέχτηκε σιωπηρώς ή με τη συμπεριφορά του την παράβαση της σύμβασης ώστε να εξυπακούεται ότι η τροποποίηση της σύμβασης εργασίας έγινε αποδεχτή.

 

Τα πιο δύσκολα θέματα σε τέτοιες περιπτώσεις αφορούν την κατ’ ισχυρισμόν εξυπακουόμενη αποδοχή μονομερούς τροποποίησης της σύμβασης εργασίας. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ο Douglas Brodie αναφέρει τα ακόλουθα:

 

“One of the key issues with respect to variation is the question whether, and under what circumstances, a unilateral variation may become binding. To put matters another way, can such a variation come to be viewed as consensual? After all, even though a unilateral variation may amount to a material breach, the employee may not wish to resign. By his conduct in continuing in employment, does he risk being deemed to accept the change? The answer to that question would appear to be yes.”

 

[...] Όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου που ο εργοδοτούμενος παραμένει στην εργασία του παρά τη μονομερή διαφοροποίηση των όρων της εργοδότησης του και του κατά πόσο συνεχίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες του υπό διαμαρτυρία ή όχι.»

 

148.    Ο κ. Πολυβίου αναφέρει επίσης ότι έχει σημασία και ποιος όρος τροποποιείται μονομερώς. Αναφορικά με το μισθό επειδή είναι κάτι το οποίο έχει άμεση ισχύ και δεν ανάγεται στο μέλλον (π.χ. συνταξιοδοτικά ωφελήματα) η συνέχιση της εργοδότησης χωρίς διαμαρτυρία για κάποια περίοδο (ο κ. Πολυβίου αναφέρει 3 μήνες) είναι πιθανό να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι νέοι όροι εργασίας έχουν γίνει αποδεκτοί. Εν προκειμένω όμως δεν είναι μείωση μηνιαίου μισθού που εξετάζεται αλλά η αποκοπή 13ου μισθού (και η συνεπακόλουθη μείωση του ετήσιου μισθού), ο οποίος καταβάλλεται μια φορά κάθε χρόνο. Η επόμενη φορά που θα πρέπει να καταβληθεί ο 13ος μισθός είναι σε δώδεκα μήνες σε αντίθεση με την περίπτωση μηνιαίου μισθού που η μείωση είναι πιο άμεσα αισθητή.

 

149.    Η έκφραση διαφωνίας από μέρους του υπαλλήλου με την μονομερή τροποποίηση των όρων εργασίας του αναιρεί την πιθανότητα να θεωρηθεί ότι υπήρξε σιωπηρή αποδοχή / συγκατάθεση στην μονομερή τροποποίηση των όρων εργασίας. Σχετική είναι η υπόθεση Rigby v. Ferodo Ltd (1987) IRLR 516 στην οποία η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων αποφάσισε ότι ο εργοδοτούμενος δικαιούτο σε αποζημίωση σε σχέση με τη μονομερή μείωση του μισθού του από την εργοδότρια εταιρεία. Ο εργοδοτούμενος συνέχισε να εργάζεται αποδεχόμενος μειωμένο μισθό ωστόσο αυτό κρίθηκε ότι δεν συνιστούσε αποδοχή η επιδοκιμασία από μόνο του και ιδιαίτερα ένεκα του γεγονότος ότι ο εργοδοτούμενος δια μέσου της συντεχνίας του είχε διαμαρτυρηθεί.

 

150.    Ο κ. Πολυβίου με παραπομπή σε νομολογία του Αρείου Πάγου, Αγγλική καθώς και Κυπριακή αναφέρει ότι το ζήτημα του κατά πόσον ο εργοδοτούμενος έχει αποδεχθεί την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με βάση τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης.

 

151.    Στην απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών στην υπόθεση Χρύσανθος Χατζηχρυσάνθου ν. Κυπριακές Αερογραμμές, Αρ. Αίτησης 763/2005, 15.10.2014 κρίθηκε ότι το χρονικό διάστημα ενός περίπου έτους από τη μονομερή τροποποίηση της σύμβασης εργοδότησης δεν συνιστούσε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα το οποίο να μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής είχε συγκατατεθεί στην μονομερή μεταβολή του μισθού του. Σημειώνεται ότι και σε εκείνη την περίπτωση ο εργοδοτούμενος συνέχισε να εργάζεται στις Κυπριακές Αερογραμμές μέχρι και το 2014 και είχε διεκδικήσει τα δικαιώματα του για την περίοδο 1.1.2005 μέχρι 30.12.2005.

 

152.    Σχετική είναι επίσης η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ ν. Αντωνίου, Πολ. Εφ. 101/2013, 16.07.2019 στην οποία κρίθηκε ότι η καθυστέρηση 9 μηνών από την ημερομηνία αποκοπής μισθού μέχρι και την παραίτηση της εφεσίβλητης δεν αποτελούσε επιδοκιμασία της μονομερούς τροποποίησης της σύμβασης από τους εφεσείοντες κατά τρόπο που να αποστερούσε από την εφεσίβλητη το δικαίωμα της για τερματισμό της σύμβασης και αξίωσης αποζημιώσεων. Βεβαίως σε εκείνη την περίπτωση υπήρχε διαμαρτυρία από μέρους της εφεσίβλητης δια της συντεχνίας της.

 

153.    Εν προκειμένω, υπήρξε εύρημα του Δικαστηρίου στην προηγούμενη ενότητα της απόφασης ότι ο Παραπονούμενος διαμαρτυρήθηκε για την αποκοπή του 13ου του μισθού τόσο το 2013 όταν ενημερώθηκε για την πρόθεση του εργοδότη του να αποκόψει το μισθό του, όσο και κάθε χρόνο κατά την περίοδο που καταβαλλόταν ο 13ος μισθός. Υπέβαλλε το παράπονο του στον προϊστάμενο του δείχνοντας ότι ουδέποτε είχε αποδεχθεί ή συγκατατεθεί στην αποκοπή.

 

154.    Κατά συνέπεια, θεωρώ πως εν τέλει δεν τίθεται ζήτημα άρρητης ή εξυπακουόμενης συγκατάθεσης στην παρούσα υπόθεση. Συνεπακόλουθα, δεν θα πρέπει να αποφασίσει το Δικαστήριο εάν η συγκατάθεση πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να περιλαμβάνει και τη σιωπηρή συγκατάθεση, αν και λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του Νόμου ως έχει αναφερθεί στις αποφάσεις Σκουφίδη και Ροδοσθένους, ανωτέρω, την αρχή ότι οι ποινικοί νόμοι ερμηνεύονται αυστηρά και την απλή γραμματική ερμηνεία του όρου που προϋποθέτει κάποιο είδος συμφωνίας ή έκφρασης συμφωνίας, θα αποφάσιζα ότι με τον όρο συγκατάθεση ο νομοθέτης εννοεί τη ρητή συγκατάθεση και δεν περιλαμβάνει τη σιωπηρή συγκατάθεση. Για αυτή μου την κατάληξη λαμβάνω υπόψη και το περιεχόμενο του άρθρου 12(1) του Νόμου ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο το οποίο επιβάλλει την υποχρέωση στον εργοδότη να τηρεί αρχεία στα οποία να σημειώνονται για κάθε εργοδοτούμενο οι αποκοπές στον μισθό του καθώς και οι λόγοι για τις αποκοπές αυτές. Δεδομένης της ανισότητας διαπραγματευτικής ισχύος καθώς και την μετατόπιση του βάρους απόδειξης για την απόδειξη ότι υπήρχε συγκατάθεση θεωρώ πως δεν θα πρέπει να αποδειχθεί τίποτε λιγότερο από τη ρητή συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.

 

iii.        Κατάχρηση Διαδικασίας

 

155.    Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης ήγειρε ζήτημα κατάχρησης διαδικασίας καθότι κατά την θέση του υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της ποινικής δίωξης δεδομένου του ότι η αποκοπή του 13ου μισθού έγινε το 2013 και επαναλαμβανόταν κάθε χρόνο μέχρι το 2021. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι υπήρξε δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων της Κατηγορούμενης καθότι ο Θ. Ευσταθίου δεν εργάζεται πλέον στην Εταιρεία και μάλιστα υπάρχει και δικαστική διαμάχη μεταξύ τους. Επομένως, δεν μπορεί να κληθεί να δώσει μαρτυρία. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τον Δ. Γεωργίου.

 

156.    Το Δικαστήριο έχει το υπέρτατο καθήκον να προωθεί την απονομή της δικαιοσύνης και να εμποδίζει την αδικία. Είναι από αυτό το καθήκον που εκπηγάζει η σύμφυτη εξουσία για ανακοπή της δίωξης και αναστολή της διαδικασίας σε περιπτώσεις κατάχρησης.

 

157.    Το Δικαστήριο έχει τη σύμφυτη εξουσία για την περιστολή καταχρηστικών διαδικασιών (abuse of process). Η συμφυής αυτή εξουσία χαρακτηρίστηκε ως ευρύτατη.[20] Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές.[21] Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή ή απόρριψη ποινική υπόθεσης λόγω κατάχρησης της διαδικασίας υπάρχει σε όλα τα στάδια της υπόθεσης. Μπορεί ακόμα να διαπιστωθεί στο πλέον αρχικό στάδιο, όταν το Δικαστήριο καλείται να εγκρίνει την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει για αυτό το θέμα είτε κατόπιν αιτήσεως της υπεράσπισης είτε ex proprio motu. Ούτε και εμποδίζεται το Δικαστήριο στο να επανεξετάσει ζήτημα κατάχρησης οποτεδήποτε κρίνει ότι οι περιστάσεις το επιβάλλουν.[22]

 

158.    Στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2024, D3.66 παρατίθενται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα:

 

“In Maxwell [2010] UKSC 48 (at [13]), cited in Warren v A-G for Jersey [2011] UKPC 10 (at [22]), Lord Dyson summarised the two categories of case in which the court has the power to stay proceedings for abuse of process:

 

It is well established that the court has the power to stay proceedings in two categories of case, namely (i) where it will be impossible to give the accused a fair trial, and (ii) where it offends the court's sense of justice and propriety to be asked to try the accused in the particular circumstances of the case. In the first category of case, if the court concludes that an accused cannot receive a fair trial, it will stay the proceedings without more. No question of the balancing of competing interests arises. In the second category of case, the court is concerned to protect the integrity of the criminal justice system. Here a stay will be granted where the court concludes that in all the circumstances a trial will offend the court's sense of justice and propriety (per Lord Lowry in R v Horseferry Road Magistrates' Court, ex p Bennett [1994] 1 AC 42 (at 74G)), or will undermine public confidence in the criminal justice system and bring it into disrepute (per Lord Steyn in Latif [1996] 1 WLR 104 (at 112F)).

 

In Crawley [2014] EWCA Crim 1028, Sir Brian Leveson P summarised the scope of abuse of process thus (at [17]–[18]):

 

[T]here are two categories of case in which the court has the power to stay proceedings for abuse of process. These are, first, where the court concludes that the accused can no longer receive a fair hearing; and, second, where it would otherwise be unfair to try the accused or, put another way, where a stay is necessary to protect the integrity of the criminal justice system. The first limb focuses on the trial process and where the court concludes that the accused would not receive a fair hearing it will stay the proceedings; no balancing exercise is required. The second limb concerns the integrity of the criminal justice system and applies where the Court considers that the accused should not be standing trial at all, irrespective of the potential fairness of the trial itself.

 

… [T]here is a strong public interest in the prosecution of crime and in ensuring that those charged with serious criminal offences are tried. Ordering a stay of proceedings, which in criminal law is effectively a permanent remedy, is thus a remedy of last resort.

 

His lordship observed (at [21]) that 'cases in which it may be unfair to try the accused (the second category of case) will include, but are not confined to, those cases where there has been bad faith, unlawfulness or executive misconduct'. In such a case, 'the court is concerned not to create the perception that it is condoning malpractice by law enforcement agencies or to convey the impression that it will adopt the approach that the end justifies the means: the touchstone is the integrity of the criminal justice system' (at [23]). In Horseferry Road Magistrates' Court, ex parte Bennett [1994] 1 AC 42, Lord Griffiths (at p. 61H) said that if the courts have a power to interfere with the prosecution in such cases:

 

… it must be because the judiciary accept a responsibility for the maintenance of the rule of law that embraces a willingness to oversee executive action and to refuse to countenance behaviour that threatens either basic human rights or the rule of law … I have no doubt that the judiciary should accept this responsibility in the field of criminal law.”

 

159.    Στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2005, σελ. 1640, επίσης αναφέρεται ότι η καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει μια μορφή κατάχρησης διαδικασίας«…even where the proceedings were commenced within time, a magistrates’ court has a discretion to refuse to try an information and acquit the accused without a trial if there has been delay amounting to an abuse of process of the court (see Brentford Justices, ex parte Wong [1981] QB445)».

 

160.    Όποτε η καθυστέρηση είναι σκόπιμη / εκούσια (deliberate) υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η δίωξη να θεωρηθεί καταχρηστική.[23] Αν η καθυστέρηση δεν είναι σκόπιμη, στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2025, D 3.73 αναφέρεται ότι Δικαστήριο δύναται να ανακόψει ποινική δίωξη αν η καθυστέρηση είναι υπέρμετρη ή άδικη και ο δυσμενής επηρεασμός της υπεράσπισης μπορεί αποδειχθεί η μπορεί να τεκμαίρεται χωρίς να πρέπει να προσκομιστεί συγκεκριμένη μαρτυρία ή απόδειξη του δυσμενούς επηρεασμού:

 

“Inadvertent Delay Where deliberate delay in bringing the case to court cannot be shown, the defence may nonetheless apply for the proceedings to be stayed on the ground of abuse of process if (a) there has been inordinate or unconscionable delay due to the prosecution's inefficiency, and (b) prejudice to the defence from the delay is either proved or to be inferred (per Lloyd LJ in Gateshead Justices, ex parte Smith (1985) 149 JP 681, a case involving summary offence where delay in serving the summons had to be seen in the context of the six-month time-limit for applying for the summons under the MCA 1980, s. 127).

 

In Bow Street Stipendiary Magistrate, ex parte DPP (1989) 91 Cr App R 283, the Divisional Court made it clear that, to amount to an abuse of process, delay has to produce 'genuine prejudice and unfairness' (per Watkins LJ at p. 296). In some cases, however, prejudice will be inferred from substantial delay, and the prosecution will then have to rebut that inference of prejudice (p. 297). Such an inference 'is more easily drawn when dealing with a single brief but confused event which must depend on the recollections of those involved' (p. 300). Similarly, in Telford Justices, ex parte Badhan [1991] 2 QB 78, the Divisional Court said (at p. 91) that, where the period of delay is long, it is legitimate for the court to infer prejudice without proof of specific prejudice.”

 

161.    Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους αυτού που επικαλείται την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή ή τερματισμό της.[24] Κατά κανόνα, θα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής[25] εκτός και εάν είναι μια από τις περιπτώσεις που προσβάλλουν το περί δικαίου αίσθημα του δικαστηρίου ώστε να δημιουργείται η ανάγκη για προστασία του κύρους και της ακεραιότητας της απονομής της δικαιοσύνης και της ποινικής διαδικασίας.[26]

 

162.    Με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου «[o] διάδικος που εγείρει ζήτημα κατάχρησης μιας δικαστικής διαδικασίας φέρει το βάρος να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας, αποδεικνύοντας όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση, αλλά και ότι επηρεάστηκε δυσμενώς, συνεπεία αυτής.»[27]

 

163.    Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Μ & Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι «[ό]ταν ζήτημα κατάχρησης εξετάζεται με αναφορά στη καθυστέρηση στη καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης, το υπόβαθρο για την εξέταση του είναι η διάσταση χρόνου μεταξύ της ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας, όπως αποκαλύπτεται από τις λεπτομέρειες του αδικήματος και η ημερομηνία της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Υπεισέρχονται στη συνέχεια και άλλες παράμετροι, όπως, για παράδειγμα, ο χρόνος εξιχνίασης, κατά πόσο ο κατηγορούμενος απουσίαζε στο εξωτερικό ή στη περίπτωση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης τυχόν αντικειμενική αδυναμία του παραπονούμενου να προωθήσει τη δίωξη.»

 

164.       Σε ό,τι αφορά το ζήτημα της καθυστέρησης ιδιώτη στην έγερση ποινικής δίωξης προσώπου το οποίο με παράνομη πράξη του έχει βλάψει άμεσα τα δικαιώματα του, παραπέμπω στην L.C.A. Domiki [28], στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Η μη παραγραφή δεν εξισούται με ελευθερία άσκησης δίωξης οπότε το κρίνει πρόσφορο ο παραπονούμενος. Η ποινική φύση της δίωξης τη διαφοροποιεί από την αστική ευθύνη και δεν είναι ζήτημα που άπτεται μόνο της επιβολής ποινής εάν και εφόσον κριθούν οι κατηγορούμενοι ένοχοι.

 

Η ουσία παραμένει ότι η καθυστερημένη δίωξη σε αυτά τα δεδομένα είναι τέτοια που σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας δικαιολογεί ένα Δικαστήριο να αναχαιτίσει την περαιτέρω πορεία όσον αφορά τουλάχιστον την ποινική πτυχή της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Οι διαβουλεύσεις προς επίλυση της διαφοράς είναι ως ένα σημείο θεμιτές. Ο παράγων του χρόνου όμως έχει τη δική του αυτοτέλεια.»

 

165.    Σημειώνω ότι στην απόφαση Πολυκάρπου ν. Τελεβάντου, Ποινική Έφεση αρ. 69/2021, 7.12.2022, ECLI:CY:AD:2022:B468 η χωρίς επαρκή ή, για την ακρίβεια, καθόλου επεξήγηση καθυστέρηση για σχεδόν 3 ½ χρόνια στην προώθηση της δίωξης του Εφεσίβλητου για το αδίκημα έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας, αποτέλεσε λόγο για να θεωρηθεί η προώθηση της εν λόγω υπόθεσης ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασία οδηγώντας στον τερματισμό της.

 

166.    Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Γ.Π.Β. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5/2020, 30.07.2021 αφού έγινε η διάκριση μεταξύ του ζητήματος της κατάχρησης της διαδικασίας και της παραβίασης του δικαιώματος στη δίκαιη δίκη (αρχίζει από την ημερομηνία διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι και την τελική εκδίκαση της) και διαπιστώθηκε ότι σε εκείνη την περίπτωση το ζήτημα το οποίο τίθετο αφορούσε κατάχρηση τέθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

166.1    Η απόρριψη της υπόθεσης λόγω κατάχρησης είναι κατ’ εξαίρεση δικαιοδοσία η άσκηση της οποίας πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ.

166.2    Η προσέγγιση αυτή συνεπικουρείται από την αγγλική νομολογία στην οποία παρατηρείται ότι η μεγάλη καθυστέρηση μετά τα επίδικα γεγονότα μέχρι την ποινική δίωξη με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να μην μπορεί να τύχει δίκαιης δίκης, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (R v F (TB) [2011] 2 CrApp.R. 13the bringing of a prosecution so long after the events in issue that a fair trial has become impossible).

166.3    Ενόσω υπάρχει πιθανότητα για δίκαιη δίκη, είναι προς το δημόσιο συμφέρον να διεξαχθεί η δίκη. Η διακοπή της, με συνακόλουθη απαλλαγή του κατηγορούμενου, ακόμα και στην περίπτωση που η καθυστέρηση δεν είναι δικαιολογημένη, πρέπει να είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας.  Η πάροδος μεγάλου χρόνου δεν προδικάζει και το μη δίκαιο της δίκης.  Η κάθε υπόθεση, βέβαια, εξαρτάται από τα δικά της ιδιαίτερα γεγονότα.

166.4    Η όποια δικαιολογία για την καθυστέρηση, έχει σημασία στο βαθμό και μόνο που μπορεί να ρίξει φως στο ζήτημα του δυσμενούς επηρεασμού, (βλ. CPS vF [2011] EWCA Crim 1844).  

166.5    Η καθυστέρηση δεν επαρκεί από μόνη της για να οδηγήσει σε διακοπή της δικαστικής διαδικασίας.  Είναι δε σχετική με το ερώτημα κατά πόσο είναι δίκαιο να δικαστεί ο κατηγορούμενος μετά την παρέλευση αρκετού χρόνου από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων.

166.6    Το ερώτημα κατά πόσο ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει δίκαιης δίκης, μετά την απώλεια ή καταστροφή σχετικού μαρτυρικού υλικού, λόγω του διαρρεύσαντα χρόνου, όπως και στην περίπτωση της μη δυνατότητας κλήσης μαρτύρων, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και επικεντρώνεται στη φύση και την έκταση του δυσμενούς επηρεασμού που προκαλείται σε αυτόν.

166.7    Εν προκειμένω, το βάρος, ήταν στους ώμους του εφεσείοντα να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι λόγω της απουσίας του συγκεκριμένου μαρτυρικού υλικού και μη δυνατότητας κλήσης συγκεκριμένων μαρτύρων, υπέστη δυσμενή επηρεασμό σε βαθμό που η δίκη δεν ήταν δίκαιη. 

iv.        Δίκη εντός εύλογου χρόνου

 

167.    Αναμφίβολα, η διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου, αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30(2) του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αλλά και κεφαλαιώδη υποχρέωση της πολιτείας.[29]

 

168.    Τα ζητήματα της κατάχρησης διαδικασίας λόγω καθυστέρησης στην έγερση της διαδικασίας και το ζήτημα της δίκαιης δίκης εντός ευλόγου χρόνου, καίτοι αλληλένδετα και συνυφασμένα σε κάποιες περιπτώσεις, διακρίνονται.[30]

 

169.    Η διασφάλιση του εύλογου χρόνου διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου, αρχίζει από την ημερομηνία διατύπωσης της κατηγορίας, μέχρι την τελική εκδίκασή της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας έφεσης. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μηνά ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 228/18, ημερ. 16.3.2020, ECLI:CY:AD:2020:B102, ECLI:CY:AD:2020:B102 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

« Το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος επί του οποίου ο εφεσείων βασίζει το παράπονο του ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκης, δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση.  Παραπέμπουμε συναφώς στη Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 330, όπου τονίστηκε ότι στις ποινικές  υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου αρχίζει από την ημερομηνία διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την τελική εκδίκασή της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας έφεσης.  Στην παρούσα περίπτωση ναι μεν τα αδικήματα που καταλογίστηκαν στον εφεσείοντα διαπράχθηκαν με ορίζοντα το 2000,  αλλά οι εναντίον του κατηγορίες διατυπώθηκαν το 2016 και η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στις 18.4.2018, δηλαδή μέσα σε δύο περίπου χρόνια.  Κατά συνέπεια δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του εφεσείοντα για δίκαιη δίκη εφόσον η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μέσα σε εύλογο χρόνο εν τη εννοία του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος.»

 

170.    Στην υπόθεση  Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου (2009) 2 Α.Α.Δ. 376, τονίστηκε ότι η αργοπορία στην εκδίκαση, από μόνη της δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή ενός κατηγορουμένου. Η διαπίστωση της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου δεν εξετάζεται αόριστα ή αφηρημένα (in abstracto),  αλλά συγκεκριμένα συνυπολογίζονται όλες οι σχετικές παράμετροι που τείνουν να οδηγήσουν σε αναζήτηση του ενδεδειγμένου συμπεράσματος αν η δίκη ήταν μη δίκαιη, μεταξύ των οποίων είναι και το κατά πόσο τεκμηριώθηκε από τον κατηγορούμενο ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς ως απόρροια της παρατηρηθείσας καθυστέρησης.

171.    Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης αναφέρει ότι επηρεάζονται δυσμενώς τα Συνταγματικά και Ανθρώπινα Δικαιώματα της Κατηγορούμενης λόγω της καθυστέρησης στην καταχώριση της δίωξης. Λόγω της καθυστέρησης δεν μπορεί να καλέσει ουσιώδη μάρτυρα. Επομένως, η εισήγηση του κυρίως βασίζεται στην κατάχρηση διαδικασίας λόγω της καθυστέρησης στην έγερση της ποινικής δίωξης και όχι στη δίκη εντός εύλογου χρόνου.

 

172.    Κατ’ ουσίαν δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα της Κατηγορούμενης σε δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρόνου. Στην Bell v. DPP of Jamaica [1985] AC 937 το Privy Council έθεσε τις κατευθυντήριες γραμμές για τη διακρίβωση του κατά πόσον η καθυστέρηση θα αποστερήσει από τον Κατηγορούμενο τη δίκαιη δίκη. Οι παράγοντες περιλαμβάνουν τους λόγους για την καθυστέρηση και το δυσμενή επηρεασμό του κατηγορούμενου. Εν προκειμένω, δεν προβλήθηκε ότι υπάρχει δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων υπεράσπισης του Κατηγορούμενου.

 

Ε. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

 

173.    Προχωρώ τώρα με την  εξέταση του κατά πόσον στοιχειοθετήθηκαν στο απαιτούμενο επίπεδο οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη έχοντας κατά νου τη νομική πτυχή ως παρατίθεται στην προηγούμενη ενότητα, το βάρος απόδειξης, τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και οδήγησε στην εξαγωγή των σχετικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε.

 

174.    Εν πρώτοις, αναφέρεται ότι  δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο Παραπονούμενος ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης. Ούτε και το ότι ελάμβανε 13ο μισθό, δηλαδή μισθό κατά την έννοια του άρθρου 2 του Νόμου και ότι είχε υποστεί μείωση / αποκοπή στο μισθό του έχει τύχει αμφισβήτησης. Επιπρόσθετα, ούτε και το ύψος του 13ου μισθού έχει αμφισβητηθεί. Αυτό το οποίο αμφισβητήθηκε είναι το κατά πόσον η αποκοπή του 13ου μισθού του Παραπονούμενου έγινε με τη συγκατάθεση του ή χωρίς αυτήν.

 

175.    Το κλειδί της υπόθεσης βρίσκεται στο ποιος έχει το βάρος απόδειξης να αποδείξει ότι ο Παραπονούμενος συγκατατέθηκε ή δεν συγκατατέθηκε στην αποκοπή. Η μαρτυρία η οποία δόθηκε από τους μάρτυρες της Υπεράσπισης δεν ήταν συγκεκριμένη αλλά γενική και αόριστη. Η θέση τους, στην ουσία, ήταν ότι επειδή το ΔΣ του ομίλου δεν ενημερώθηκαν για παράπονα σημαίνει δεν υπήρχαν και επειδή δεν υπήρχαν σημαίνει πως ο Παραπονούμενος συγκατατέθηκε.

 

176.    Η δε μαρτυρία του ΜΥ1 ότι μετέβη στα υποστατικά της Κατηγορούμενης και ενημέρωσε τους υπάλληλους ένα ένα και έλαβε τη συγκατάθεση τους κρίθηκε αναξιόπιστη, μεταξύ άλλων επειδή συγκρούεται και με την εκδοχή του ΜΥ2 που ανέφερε πως δεν ζητήθηκε η συγκατάθεση του κάθε εργοδοτούμενου ξεχωριστά.

177.    Έχοντας κατά νου ότι το βάρος απόδειξης το φέρει ο εργοδότης για το ότι ο Παραπονούμενος συγκατατέθηκε στην αποκοπή του 13ου του  του μισθού του, δεδομένου του ότι το Δικαστήριο έχει αποδεχθεί την εκδοχή του Παραπονούμενου, για τους λόγους οι οποίοι επεξηγούνται σε προηγούμενη ενότητα της απόφασης και έχει απορρίψει την εκδοχή των ΜΥ1 και ΜΥ2 και με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι ο Παραπονούμενος συμφώνησε ότι δηλαδή παρείχε τη ρητή του συγκατάθεση στην τροποποίηση των όρων εργασίας του και στη μεταβολή του μισθού του δια της αποκοπής του 13ου του μισθού.

 

178.    Περαιτέρω, δεδομένου του ότι το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι ο Παραπονούμενος διαμαρτυρήθηκε προφορικά για τη μείωση του μισθού του, τόσο το 2013 καθώς επίσης και κάθε χρόνο την περίοδο κατά την οποία ανέμενε ότι θα ελάμβανε 13ο μισθό ως επίσης και σε άλλες περιπτώσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συγκατατέθηκε σιωπηρά ή ότι συμφώνησε δια της συμπεριφοράς του στη μείωση του μισθού του. Δεν απεμπόλησε το δικαίωμα του σε 13ο μισθό ως είχε συμφωνηθεί με τον εργοδότη του κατά την σύναψη της σύμβασης εργοδότησης του.

 

179.    Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου, το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου, Θεωρία και Πράξη, στη σελίδα 258 και θεωρώ ότι τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, το ζήτημα της επιβεβαίωσης (affirmation) είναι ξεχωριστό και διακρίνεται από το ζήτημα της απεμπόλησης (waiver) του δικαιώματος για αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης και της εξυπακουόμενης συγκατάθεσης στη μονομερή τροποποίηση της σύμβασης. Το γεγονός ότι το αθώο συμβαλλόμενο μέρος έχει αποφασίσει να μην αποκηρύξει τη σύμβαση, παρά την παράβαση της από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι το αθώο μέρος παραιτήθηκε από το δικαίωμα να ζητήσει αποζημιώσεις ούτε ότι το αθώο μέρος παραιτήθηκε από το δικαίωμα να ζητήσει αποζημιώσεις ούτε ότι το αθώο μέρος αποδέχτηκε σιωπηρώς ή με τη συμπεριφορά του την παράβαση της σύμβασης ώστε να εξυπακούεται ότι η τροποποίηση της σύμβασης εργασίας έγινε αποδεχτή.  

 

180.    Η έκφραση διαφωνίας από μέρους του υπαλλήλου με την μονομερή τροποποίηση των όρων εργασίας του αναιρεί την πιθανότητα να θεωρηθεί ότι υπήρξε σιωπηρή αποδοχή / συγκατάθεση στην μονομερή τροποποίηση των όρων εργασίας.[31]

 

181.    Εν πάση περιπτώσει, ο Παραπονούμενος εξήγησε γιατί δεν είχε παραιτηθεί το 2013 και ο λόγος τον οποίο έθεσε, δηλαδή ότι εν μέσω οικονομικής κρίσης και σε μια περίοδο που δεν υπήρχαν θέσεις εργασίας  δεν μπορούσε να χάσει τη δουλειά του δεν είχε αμφισβητηθεί. Θεωρώ ότι θα ήταν ιδιαίτερα σκληρό να απαιτείται από τον εργοδοτούμενο να αποκηρύσσει τη σύμβαση εργασίας του για να μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν αποδέχθηκε την μονομερή τροποποίηση αυτής.  Εξήγησε επίσης, και το Δικαστήριο το αποδέχθηκε, ότι θεωρούσε πως εάν προέβαινε σε καταγγελία τότε ο εργοδότης του θα τον απέλυε.

 

182.    Δεν μπορεί επίσης να αγνοηθεί η ίδια η θέση των μαρτύρων υπεράσπισης πως η εναλλακτική επιλογή ήταν η απόλυση εργοδοτούμενων και ότι η αποκοπή 13ου μισθού είχε ανακοινωθεί στους εργοδοτούμενους χωρίς να ερωτηθούν για τις θέσεις τους. Η θέση αυτή δημιουργεί ερωτηματικά ως προς το  κατά πόσον η οποιαδήποτε «συγκατάθεση» από μέρους των εργοδοτουμένων οι οποίοι βρέθηκαν σε μια εξαιρετικά δύσκολη θέση (εάν όντως λαμβανόταν) θα ήταν ελεύθερη.

 

183.    Ως εκ τούτου, ακόμα και στην περίπτωση που ο όρος συγκατάθεση τύχει ερμηνείας κατά τρόπο που να περιλαμβάνει και τη σιωπηρή συγκατάθεση, θεωρώ πως επειδή ο Παραπονούμενος διαμαρτυρήθηκε για τη μείωση του μισθού του δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συγκατατέθηκε είτε το 2013 είτε σε μεταγενέστερο στάδιο. Το γεγονός ότι παρέμεινε στην εργασία του μέχρι και το 2021 όταν του απέκοψαν τον μισθό του και αποχώρησε, από μόνο του δεν αποδεικνύει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι ο Παραπονούμενος είχε συγκατατεθεί στην αποκοπή του 13ου του μισθού ή ότι είχε καθ’ οιονδήποτε χρόνο συμφωνήσει στην αποκοπή.

 

184.    Το ότι το 2021 όταν υποβλήθηκαν παράπονα στο ΤΕΣ δεν συμπεριλήφθηκε και αξίωση για 13ο μισθό, άνευ εταίρου, δεν μπορεί να ικανοποιήσει το βάρος απόδειξης το οποίο φέρει ο εργοδότης για να αποδείξει τη συγκατάθεση στην αποκοπή. Ο Παραπονούμενος εξήγησε ότι είχε αναφέρει στο ΤΕΣ πως είχε αποκοπεί και ο 13ος του μισθός και έπεισε το Δικαστήριο ως προς την εκδοχή του.

 

185.    Το ότι το ΤΕΣ αποφάσισε να μην ασχοληθεί ή να προωθήσει και αυτήν την αξίωση δεν μπορεί να εξισωθεί με το ότι είχε συγκατατεθεί ο Παραπονούμενος στην αποκοπή του 13ου μισθού του. Το γιατί δεν προώθησε αυτή την αξίωση το ΤΕΣ είναι άγνωστο και η θέση ότι δεν την προώθησε επειδή δεν είχε παράπονο ο Παραπονούμενος, ως εισηγείται η Υπεράσπιση,  με όλο το σεβασμό, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εικασία.  Ο Παραπονούμενος, ο οποίος δεν είναι δικηγόρος, είχε συμβουλευθεί δικηγόρο το 2020 – 2021 όταν είχε αποκοπεί μέρος του μισθού του. Δεδομένου του ότι το ΤΕΣ δεν είχε προωθήσει παράπονο για 13ο μισθό, άσκησε την παρούσα δίωξη δείχνοντας ότι ακόμα διατηρούσε παράπονο για την αποκοπή του 13ου του μισθού.

 

186.    Σημειώνω, περαιτέρω, ότι η Κατηγορούμενη δεν τήρησε αρχείο για τις αποκοπές 13ου μισθού, ούτε και σημείωσε το λόγο για την αποκοπή, ως όφειλε με βάση το άρθρο 12 του Νόμου, πράγμα το οποίο ενδεχομένως να την βοηθούσε στο να αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι υπήρχε συγκατάθεση.

 

187.    Κατά συνέπεια, η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Η Κατηγορούμενη απέτυχε να αποδείξει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η αποκοπή του 13ου μισθού του Παραπονούμενου έλαβε χώρα με τη συγκατάθεση του. Επομένως, η Κατηγορούμενη διέπραξε το αδίκημα του άρθρου 20 του Νόμου επειδή παραβίασε το άρθρο 10 αυτού.

 

Επί της θέσης ότι η δίωξη πρέπει να τερματιστεί ως καταχρηστική

 

 Σε σχέση με τη θέση ότι η παρούσα δίωξη είναι καταχρηστική λόγω καθυστέρησης στην έγερση της δίωξης, πρέπει να αναφερθεί ότι η δίωξη ασκήθηκε περίπου 7 μήνες μετά τον τερματισμό της εργοδότησης του Παραπονούμενου. Το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι διαμαρτύρονταν κάθε χρόνο για τη μη καταβολή του 13ου μισθού του. Έχει επίσης τεθεί και κάποια αιτιολογία για την καθυστέρηση η οποία αναφέρθηκε προηγουμένως. Μεταξύ άλλων, ο Παραπονούμενος αναφέρθηκε στο φόβο του ότι θα έχανε την δουλειά του εν μέσω οικονομικής κρίσης.

 

188.    Πρέπει να υπομνησθεί ότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορά την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, όπως οι πλείστες αυθεντίες επί του ζητήματος της κατάχρησης, αλλά αφορά τη μη καταβολή μέρους του μισθού χωρίς τη συγκατάθεση του εργοδοτούμενου και το ζήτημα της κατάχρησης θα πρέπει να τύχει ανάλυσης σε αυτό το πλαίσιο. Θεωρώ πως εν προκειμένω δεν μπορεί να αγνοηθεί η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου η οποία είναι διαφορετικής φύσης σε σύγκριση με μια εμπορική σχέση στην οποία τα μέρη εν πολλοίς είναι ισοδύναμα.

 

189.    Μάλιστα, η νομολογία επί του θέματος επιβάλλει να λαμβάνεται υπόψη η φύση των αδικημάτων. Στην παρούσα περίπτωση η έγερση ποινικής υπόθεσης εναντίον του εργοδότη λογικά θα επιφέρει τον τερματισμό της σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου. Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι ήταν βέβαιο πως αν προέβαινε σε καταγγελία θα τερματιζόταν η απασχόληση του. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι έχει δικαιολογηθεί η καθυστέρηση από μέρους του Παραπονούμενου στην άσκηση της παρούσας δίωξης.

 

190.    Εν πάση περιπτώσει, εν προκειμένω, δεν αποδείχθηκε ότι υπάρχει δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων υπεράσπισης του Κατηγορούμενου. Ως έχει νομολογηθεί ενόσω υπάρχει πιθανότητα για δίκαιη δίκη, είναι προς το δημόσιο συμφέρον να διεξαχθεί η δίκη.

 

191.    Δεν μπορεί η Υπεράσπιση να επικαλείται την δική της επιλογή να μην καλέσει τον Θ. Ευσταθίου ως μάρτυρα για να καταδείξει ότι επηρεάστηκε δυσμενώς από την καθυστέρηση. Δεν επεξηγήθηκε γιατί η ύπαρξη αντιδικίας αυτομάτως σημαίνει ότι δεν μπορεί να κληθεί ως μάρτυρας στην παρούσα διαδικασία σε σχέση με ένα διαφορετικό θέμα. Δεν δόθηκαν λεπτομέρειες σε σχέση με πιθανό κίνητρο του Δ. Ευσταθίου να μην αναφέρει την αλήθεια στο Δικαστήριο.  Η δε παραδοχή του ΜΥ2 σε σχέση με το ότι ούτε καν προσπάθησε να μιλήσει με τον Θ. Ευσταθίου επιβεβαιώνει ότι η θέση αυτή δεν ευσταθεί. Επιπρόσθετα, ουδόλως επεξηγήθηκε γιατί υπάρχει αντιδικία μεταξύ του Ευσταθίου και της Εταιρείας. Η άνευ εταίρου πεποίθηση της Υπεράσπισης, χωρίς να στηρίζεται σε γεγονότα, ότι ο Ευσταθίου είναι εχθρικός μάρτυρας δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για εύρημα κατάχρησης της διαδικασίας.

 

192.    Επιπρόσθετα, η θέση περί δυσμενούς επηρεασμού της Υπεράσπισης δεν ευσταθεί δεδομένου του ότι η Υπεράσπιση παρουσίασε τον ΜΥ1 ο οποίος ανέφερε πως ο ίδιος μετέβη στα υποστατικά της Κατηγορούμενης και ζήτησε και έλαβε τη συγκατάθεση από τον κάθε ένα από τους εργοδοτούμενους της Κατηγορούμενης. Η θέση της Υπεράσπισης ότι μόνο ο Θ. Ευσταθίου μπορούσε να δώσει μαρτυρία σε σχέση με την ύπαρξη συγκατάθεσης είναι συνεπώς αντιφατική. Δεν μπορεί αφενός να προωθείται ο ΜΥ1 ως βασικός μάρτυρας ο οποίος γνώριζε τα γεγονότα και μπορεί να δώσει μαρτυρία για να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη συναίνεσης και αφετέρου να προωθείται η θέση ότι λόγω της καθυστέρησης παραβιάστηκε το δικαίωμα άμυνας της Υπεράσπισης επειδή μόνο ο Θ. Ευσταθίου θα μπορούσε να δώσει μαρτυρία επί τούτου.

 

193.    Επομένως, η εισήγηση της Υπεράσπισης ότι η δίωξη πρέπει να τερματιστεί ως καταχρηστική απορρίπτεται.

 

Επί της θέσης ότι επειδή ο Παραπονούμενος έχει ως «μοναδικό» κίνητρο την έκδοση διατάγματος καταβολής μισθών η δίωξη είναι καταχρηστική

 

194.    Η εισήγηση στην αγόρευση του συνηγόρου της Κατηγορούμενης σε σχέση με το ότι το κίνητρο του Παραπονούμενου είναι η είσπραξη χρημάτων και επομένως υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας απορρίπτεται.

 

195.    Κατ’ αρχάς ο σκοπός της ποινικής δίωξης δεν εξαρτάται ούτε και μεταβάλλεται με βάση το κίνητρο του Παραπονούμενου. Ο σκοπός της ποινικής δίωξης είναι η τιμωρία ασχέτως των κινήτρων του Παραπονούμενου. Επίσης, δεν τέθηκε ευθέως αυτό το ζήτημα στον Παραπονούμενο για να τοποθετηθεί και να έχει το Δικαστήριο τη θέση του Παραπονούμενου ως προς το κίνητρο του και επομένως η εισήγηση αυτή βασίζεται σε εικασίες.  

 

196.    Επιπρόσθετα, το διάταγμα για καταβολή των οφειλόμενων μισθών προβλέπεται στο Νόμο. Δεν μπορεί να «τιμωρείται» ο Παραπονούμενος επειδή ενδεχομένως (δεν έχει υποβληθεί τέτοιο αίτημα μέχρι σήμερα) να ζητήσει μια θεραπεία που προβλέπεται στο Νόμο.

 

Επί των όσων αναφέρονται στην αγόρευση της Υπεράσπισης σε σχέση με τις εξουσίες του Ποινικού Δικαστηρίου

 

197.    Ο κ. Μαυρομάτης εισηγείται ότι ο νόμος προστατεύει τον μισθό και όχι τον εργοδοτούμενο. Η εισήγηση αυτή είναι αντίθετη με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και δεν μπορεί να ευσταθεί καθότι ο μισθός είναι δικαίωμα του εργοδοτούμενου που πηγάζει από τη σύμβαση εργοδότησης. Ο εργοδοτούμενος είναι ο φορέας του δικαιώματος που επηρεάζεται άμεσα από την μη καταβολή του μισθού του και επομένως έχει το δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης. 

 

198.    Εισηγείται επίσης ότι το ποινικό δικαστήριο δεν υποκαθιστά το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Η θέση του είναι βεβαίως σωστή. Αυτό το οποίο εξετάζει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσον διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα. Η αποκοπή μισθού χωρίς συγκατάθεση αποτελεί παραβίαση του άρθρου 10 του Νόμου και αποτελεί ποινικό αδίκημα με βάση το άρθρο 20 του Νόμου και επομένως δεν μπορεί λυσιτελώς να υποστηριχθεί ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση.

 

199.    Το ζήτημα του κατά πόσον το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία θεωρώ ότι, εκ πρώτης όψεως, είναι απλό επειδή ο Νόμος, το άρθρο 20 αυτού, προνοεί ότι η παράβαση των διατάξεων του Νόμου αποτελεί ποινικό αδίκημα.

 

200.    Το ζητούμενο είναι το κατά πόσον η πράξη ή η παράλειψη του εργοδότη συνιστά ποινικό αδίκημα. Αν διαπιστωθεί μια παράβαση των διατάξεων του Νόμου σημαίνει πως υπάρχει ποινικό αδίκημα. Εάν όχι, η παράλειψη η άλλη συμπεριφορά του εργοδότη είναι αστικής φύσεως και αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.[32]

 

201.    Εν προκειμένω, το Δικαστήριο δεν έπρεπε να αποφασίσει το κατά πόσον ο Παραπονούμενος είχε δικαίωμα σε 13ο  μισθό. Αν ήταν επίδικο το κατά πόσον δικαιούτο σε 13ο μισθό ενδεχομένως να υπήρχε κάποια βάση για την θέση του κύριου Μαυρομάτη ότι το ποινικό δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει μισθοδοτικής φύσεως ζητήματα. Παρά ταύτα, στην παρούσα περίπτωση υπήρχε αποκρυσταλλωμένο δικαίωμα σε 13ο μισθό. Το Δικαστήριο εξέτασε το κατά πόσον η Κατηγορούμενη διέπραξε ποινικό αδίκημα επειδή η αποκοπή έγινε χωρίς συγκατάθεση.

 

ΣΤ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 

202.    Κατ’ ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν, η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει.

 

203.    Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, σημειώνεται ότι σε ποινικές υποθέσεις η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας για την παροχή εξόδων δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα.[33] Εν προκειμένω, ωστόσο, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην επιδικαστούν έξοδα υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου. Επιδικάζονται έξοδα ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ του Παραπονούμενου και εναντίον της Κατηγορούμενης.

 

 

 

Υπ. ________________

           Χ. Σατσιάς, Ε.Δ.

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 



[1]    BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολ. Εφ. 117/2018, 16.03.2022, ECLI:CY:AD:2022:A113, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490

[2] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273

[3] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάννου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797

[4] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506

[5] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 320

[6] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45

[7] Αθανασίου v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614

[8] ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720, 721, Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527

[9] Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited (1987) 1 Α.Α.Δ. 383

[10] Σιακαλλής ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 146, R v Bircham (1972) Crim LR 430

[11] ίδετε μεταξύ άλλων: Π.Γ. Πολυβίου, το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου, Θεωρία και Πράξη, σελ. 9 και 22, Deakin & Morris, Labour Law, 5th edn, σελ.110 - 111.

[12] Ροδοσθένους ν. AQUA MASTERS PLC, Ποινική Εφεση Αρ. 138/2017, ECLI:CY:AD:2018:B268, 4/6/2018, Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων v. Σταύρου κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 264/2018 και 265/2018, 3/7/2020, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Στυλιανίδης v. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, Ποινική Εφεση Αρ. 200/2019, ECLI:CY:AD:2021:B136, 12/4/2021, ΑQUA MASTERS PLC ν. ΡΟΔΟΣΘΕΝΟΥΣ, Ποιν. Εφ. 233/2019, 14.07.2022, ECLI:CY:AD:2022:D314.

[13] ίδετε Αδελφοί Λιοτατή Λτδ ν. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών ΣχέσεωνΠοινική ΄Εφεση Αρ. 151/2016, ημερ. 1.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:B457, ECLI:CY:AD:2019:B457

[14] MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoιν. ΄Εφ. αρ. 198/15, ημερ. 02.12.2016

[15] Οικονομίδης ν. Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων (1989) 2 Α.Α.Δ. 235: η διάπραξη του αδικήματος συναρτάται με την ίδια την παράλειψη ή την αμέλεια και όχι τους λόγους για την παράλειψη ή την αμέλεια.

[16] Μεταξύ άλλων Σκουφίδη και Ροδοσθένους, ανωτέρω

[17] [1862] EWHC CP J35 Court of Common Pleas

[18] βλ. Δήμος Γαλατάκης Λτδ ν. Δημοκρατίας (2008) 3 ΑΑΔ 78, 80 - 81

[19] ίδετε Πολυβίου, ανωτέρω, σελ. 257

[20] Μ&Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ ν. Αθανασίου, Ποιν. Εφ. Αρ. 104/2019, 03.07.2020, ECLI:CY:AD:2020:B216 

[21] Ευάγγελος Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ.3), (2009) 1 Α.Α.Δ. 529 και Σπύρος Σπύρου ν. Βαρβάρας Ξενή, Ποιν. Έφ. 223/2014 ημερ. 11/11/2015).

[22] Μ&Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας, ανωτέρω

[23] Βrentford Justices, ex parte Wong [1981] QB 445

[24] ίδετε Blackstone's Criminal Practice 2015D3.76, σελ. 1326, Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B. 78)

[25] βλ. Attorney Generals Reference (No. 2 of 2001) [2004] 2 A.C. 72 HL

[26] R. ν. Maxwell [2011] Cr Αpp R 31

[27] Κ&Μ (Transport) Fuel Tankers Ltd κ.α. ν. Έφορος Φορολογίας, Ποινική Έφεση Αρ. 109 / 2021, 06.03.2023

[29] ίδετε Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 100, Πουμπουρής ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 1

[30] ίδετε Γ.Π.Β. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5/2020, 30.07.2021

[31] Rigby v. Ferodo Ltd,  ανωτέρω

[32] ΑΧΙΟΜ CONSULTING LTD v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποιν. Εφ. 37/22, 08.05.2023

[33] Μενελάου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 232 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2) (2000) 2 Α.Α.Δ. 603


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο