ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά, Προσ. Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 958 / 2020
ΚΟΝΤΟΒΕΡΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
ΚΑΤΕΨΥΓΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΝΩΠΩΝ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ Α.Α.
Παραπονούμενοι
και
1. ICELINE (CYRPUS) LTD
2. ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 02.05.2025
Εμφανίσεις:
Για τους Παραπονούμενους: κος Σ. Παπαθεοδώρου
Για τους Κατηγορούμενους 1: κα Ι. Ορφανίδου
Για τον Κατηγορούμενο 2 (παρών): κος Ι. Ροκόπος
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Οι Κατηγορούμενοι με βάση το κατηγορητήριο αντιμετωπίζουν τρεις κατηγορίες έκαστος οι οποίες αφορούν πρόκληση μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση των άρθρων 305Α (2), (3), (4) και 20 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154. Ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 ότι παρείχε βοήθεια σε αυτήν ή την παρακίνησε/ συμβούλευσε / προήγαγε για τη διάπραξη του προαναφερόμενου αδικήματος.
2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών οι οποίες προσάπτονται στους Κατηγορούμενους, αυτοί χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσαν την μη εξόφληση των ακόλουθων επιταγών:
i. Στις 24.09.2020 της επιταγής με αρ. [ ] της Ελληνικής Τράπεζας πληρωτέα την 20.09.2020 για το ποσόν των €6.000 (κατηγορίες 1 και 2),
ii. Πριν ή κατά την 21.05.2020 της επιταγής με αρ. [ ] της Ελληνικής Τράπεζας για το ποσόν των €6.000 (κατηγορίες 3 και 4),
iii. Πριν ή κατά την 02.07.2020 την επιταγή με αρ. [ ] της Ελληνικής Τράπεζας για το ποσόν των €6.000 (κατηγορίες 5 και 6).
3. Σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι η Κατηγορούμενη 1 (εφεξής «Κατηγορούμενη» ή «Εταιρεία»), η οποία είναι υπό διαχείριση, παραδέχθηκε τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει (ήτοι τις κατηγορίες 1, 3 και 5) στις 24.03.2025 όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για τελικές αγορεύσεις. Επομένως, το Δικαστήριο εν προκειμένω καλείται να αποφασίσει μόνο σε σχέση με την ενδεχόμενη ποινική ευθύνη του Κατηγορούμενου 2 στις κατηγορίες τις οποίες αυτός αντιμετωπίζει.
4. Οι Παραπονούμενοι προς απόδειξη της υπόθεσης τους κάλεσαν τρεις μάρτυρες, τους κυρίους Νίκολα Νικολάου (εφεξής «ΜΚ1»), Νικόλαο Καλαματιανό (ΜΚ2) και Χριστόφορο Ρούσο (ΜΚ3). Δεδομένου του ότι Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι αποδείχθηκε επαρκώς εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με τους Κατηγορούμενους αυτοί κλήθηκαν σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος 2 επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και να καλέσει άλλους δύο μάρτυρες. Για την υπεράσπιση κατέθεσαν ο Κατηγορούμενος 2 (ΜΥ1), ο κύριος Χαράλαμπος Τσέλιγκας (ΜΥ2) και ο κύριος Γιώργος Συλλούρης (ΜΥ3).
5. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας, έχει τύχει προσεκτικής μελέτης και το έχω λάβει υπόψιν μου. Θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα. Σημειώνεται ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υπέβαλαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις στις οποίες αναπτύσσεται η επιχειρηματολογία τους και γίνεται παραπομπή σε σχετικές νομικές αυθεντίες. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων έχει ληφθεί υπόψη και ειδική αναφορά σε επιχειρήματα που προβάλλονται γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.
Β. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΑΧΘΗΚΕ
Ι. ΜΚ1 – Νικόλας Νικολάου
6. Ο ΜΚ1 εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα (εφεξής «Ελληνική») στο τμήμα Credit Management Team. Αναγνώρισε τις τρεις επιταγές οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1,2 και 3. Στην κάθε επιταγή επισυνάπτεται χρεωστική σημείωση της Τράπεζας Κύπρου (εφεξής «ΤΚ»), ήτοι της τράπεζας στην οποία παρουσιάστηκαν οι επιταγές.
7. Ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι η επιταγή με αρ. [ ] κατατέθηκε στην ΤΚ στις 23.09.2020 και φέρει δύο σφραγίδες. Η μια σφραγίδα αναφέρει πως η επιταγή έχει ανακληθεί από τον εκδότη και η άλλη αναφέρει πως υπάρχουν οδηγίες να μην πληρωθεί όχι από τον εκδότη. Η επιταγή παρουσιάστηκε και στην Ελληνική με βάση το Τεκμήριο 4 το οποίο αποτελεί εκτύπωση από το τραπεζικό σύστημα της εν λόγω τράπεζας. Κατά τον ΜΚ1 ο λόγος μη πληρωμής της είναι η ανάκληση από τον εκδότη.
8. Όλες οι επιταγές παρουσιάστηκαν στην ΤΚ και ακολούθως παρουσιάστηκαν στην Ελληνική με ηλεκτρονικά μέσα. Οι επιταγές φέρουν σφραγίδες για το λόγο μη πληρωμής τους. Δεν πληρώθηκαν λόγω του ότι δόθηκε εντολή μη εξόφλησης από την Κατηγορούμενη.
9. Η εντολή ανάκλησης των επιταγών ημερ. 17.03.2020, εκτυπωμένη σε επιστολόχαρτο της Κατηγορούμενης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5. Ο ΜΚ1 ανέφερε πως αυτή υπογράφεται από τον Κατηγορούμενο 2. Η επιστολή ανάκλησης και η υπογραφή σε αυτήν ελέγχθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό του λογαριασμού. Η Ελληνική διατηρεί σύστημα υπογραφών. Οι επιταγές και οι οδηγίες ανάκλησης και οι υπογραφές επί αυτών ελέγχονται ότι ταιριάζουν, γίνεται δηλαδή μια διαδικασία ταυτοποίησης με το δείγμα υπογραφής που διατηρεί η Ελληνική στο αρχείο της.
10. Στις 17.03.2020 το υπόλοιπο λογαριασμού της Κατηγορούμενης ήταν μείον €3.833,02 με βάση κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 6) πράγμα φυσιολογικό καθότι ήταν λογαριασμός παρατραβήγματος. Περαιτέρω εξήγησε ότι δόθηκαν πληροφορίες στην ΤΚ από το τμήμα στο οποίο εργάζεται για τους λόγους της μη πληρωμής και σφραγίστηκαν οι επιταγές από την ΤΚ με βάση τη δική τους εισήγηση. Η όλη διαδικασία έγινε ηλεκτρονικά.
11. Κατά την αντεξέταση του από την συνήγορο της Κατηγορούμενης ο ΜΚ1 ανέφερε πως οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες. Γνωρίζει ότι η Εταιρεία τέθηκε υπό καθεστώς διαχείρισης από την 23.07.2020. Απάντησε ότι δεν γνωρίζει αν εκδόθηκαν πριν να τεθεί υπό διαχείριση η Εταιρεία.
12. Κατά την αντεξέταση του από το συνήγορο του Κατηγορούμενου 2, ο ΜΚ1 ανέφερε πως και οι τρεις επιταγές υπογράφηκαν από τις κυρίες Ακριβή Κουκογιάννη και Δέσποινα Φερεκύδου. Ο επίδικος λογαριασμός ήταν λογαριασμός παρατραβήγματος όμως δεν γνώριζε ποιο είναι το όριο. Υποβλήθηκε πως το όριο ήτο €150.000.
13. Υποβλήθηκε επίσης πως η επιστολή ανάκλησης δεν απευθυνόταν προς την Ελληνική. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι φέρει σφραγίδα της Ελληνικής, οι επιταγές είναι της εν λόγω τράπεζας και επομένως μόνο προς την Ελληνική μπορούσε να σταλθεί – μόνο εκεί μπορούσε να αποταθεί η Κατηγορούμενη για να ανακαλέσει τις επιταγές. Στη σφραγίδα λήψης από την Ελληνική υπάρχει σχετική υπογραφή. Περαιτέρω στο Τεκμήριο 5 υπάρχει η σχετική σφραγίδα ότι εκτελέστηκε η εντολή.
14. Ο κος Ροκόπος περαιτέρω υπέβαλε ότι η Ελληνική είχε ενεργήσει λανθασμένα και όφειλε να είχε αγνοήσει την επιστολή, υποβολή με την οποία διαφώνησε ο ΜΚ1 λέγοντας ότι αφ’ ης στιγμής οι επιταγές αφορούν την Ελληνική δεν θα μπορούσε να είχε αποταθεί κάπου αλλού για την ανάκληση τους.
15. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 επιστολή ημερ. 23.07.2020 από τον διαχειριστή της Κατηγορούμενης προς την τράπεζα στην οποία αναφέρεται πως η τράπεζα δεν πρέπει να εκτελεί εντολές πληρωμής από πρόσωπα άλλα εκτός το διαχειριστή ή τους αντιπροσώπους του. Υποβλήθηκε, ενόψει τούτου ότι η τράπεζα λανθασμένα «έχει βάλει τη δεύτερη σήμανση ότι η πληρωμή έχει δήθεν ανακληθεί από τον εκδότη». Ο ΜΚ1 επέμεινε ότι η Ελληνική στις 17.03.2020, πριν να παρουσιαστούν οι επιταγές, προέβη στην ανάκληση των μετά από εντολή του πελάτη τους. Στην κατάσταση λογαριασμού υπάρχει και η σχετική χρέωση των €10 για την ανάκληση. Ο λόγος της ανάκλησης των επίδικων επιταγών είναι η επιστολή ανάκλησης από τον εκδότη ημερ. 17.03.2020. Οι επίδικες επιταγές δεν πληρώθηκαν διότι υπήρχε ειδοποίηση στο σύστημα της Ελληνικής ότι δεν θα πληρωθούν λόγω ανάκλησης από τον πελάτη και όχι για άλλο λόγο.
ΙΙ. ΜΚ2 – Νικόλαος Καλαματιανός
16. Ο ΜΚ2 ο οποίος είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των Παραπονούμενων ανέγνωσε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α). Οι Παραπονούμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολούνταν με την εξαγωγή ψαριών στην Κύπρο. Από την 02.10.2024 η Παραπονούμενη εταιρεία είναι υπό πτώχευση μετά από απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έχει οριστεί σύνδικος.
17. Η Κατηγορούμενη από το 2013 μέχρι και το 2019 ήταν πελάτης των Παραπονούμενων και αγόραζε από αυτούς ψάρια. Παρουσιάστηκε σχετική καρτέλα πελάτη (κατάσταση λογαριασμού) ως Τεκμήριο 9. Τον Απρίλιο του 2019 η Κατηγορούμενη εξέδωσε επτά μεταχρονολογημένες επιταγές για αποπληρωμή του υπολοίπου τους. Οι τρεις επίδικες επιταγές αποτελούν τις τρεις από τις επτά προαναφερόμενες επιταγές.
18. Οι επίδικες επιταγές καθώς και οι άλλες τέσσερεις επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω ανάκλησης τους από την Κατηγορούμενη. Η ανάκληση έγινε χωρίς εύλογη αιτία και χωρίς καμία προειδοποίηση.
19. Κατά τον ΜΚ2 η Κατηγορούμενη παρουσίαζε προβλήματα ρευστότητας και για αυτό το λόγο ανακάλεσε τις επιταγές. Κατέθεσε σε σχέση με αυτό το ζήτημα ηλ. αλληλογραφία μεταξύ του Κατηγορούμενου 2 και της Παραπονούμενης ημερ. 24-25.08.2018 (Τεκμήριο 10) στην οποία γίνεται αναφορά από τον Κατηγορούμενο 2 σε προβλήματα ρευστότητας της Κατηγορούμενης.
20. Κατέθεσε επίσης τρία ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία ανταλλάγησαν μεταξύ της 27.03.2019 και της 04.04.2019, μεταξύ του Κατηγορούμενου 2 και του Ξάνθη Λέκκα, υπαλλήλου των Παραπονούμενων (Τεκμήριο 11). Στο μήνυμα ημερ. 04.04.2019 ο Κατηγορούμενος 2 αναφέρει στον κο. Λέκκα ότι:
20.1 μελέτησε τις δυνατότητες της Κατηγορούμενης για αποπληρωμή του ποσού,
20.2 η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει σοβαρότατο πρόβλημα ρευστότητας
20.3 εισηγείται την αποστολή στους Παραπονούμενους μεταχρονολογημένων επιταγών ύψους €6.000 η κάθε μία ούτως ώστε να πληρώνεται η οφειλή με ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Η πρώτη θα είναι πληρωτέα την 20.01.2020,
20.4 αντιλαμβάνεται πως δεν είναι ιδανική λύση αλλά δεν έχει άλλη επιλογή.
21. Προτού να εκδοθούν οι επιταγές η Κατηγορούμενη μέσω της υπεύθυνης λογιστηρίου της ζήτησε μια πίστωση/αφαίρεση του ποσού των €3.776 από το υπόλοιπο λόγω του ότι είχαν πωληθεί κάποια προϊόντα τα οποία δεν ανταποκρίνονταν στην κατά τ’ άλλα ψηλή ποιότητα των προϊόντων των Παραπονούμενων (Τεκμήριο 12). Το ποσό αυτό αφαιρέθηκε και εκδόθηκε πιστωτικό τιμολόγιο (credit note) ημερ. 15.05.2019 το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13. Η καταχώριση φαίνεται και στο Τεκμήριο 9.
22. Ακολούθως, εκδόθηκαν οι επτά επιταγές, τρεις εκ των οποίων είναι οι επίδικες. Οι τρεις επίδικες επιταγές ανακλήθηκαν και κανένα ποσό δεν πληρώθηκε έναντι του ποσού αυτών. Από τις επτά επιταγές πληρώθηκαν μόνο οι δύο αδιαμαρτύρητα.
23. Κατά την αντεξέταση του από τη συνήγορο της Κατηγορούμενης 1, ο ΜΚ2 επανέλαβε ότι οι επιταγές είχαν δοθεί πριν τον διορισμό του διαχειριστή και επομένως δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη. Επίσης ανέφερε ότι εκ μέρους της Κατηγορούμενης έδιδε οδηγίες ο Κατηγορούμενος 2 και μιλούσε με τον Ξάνθη Λέκκα ο οποίος ήταν υπεύθυνος πωλήσεων των Παραπονούμενων.
24. Κατά την αντεξέταση του από το συνήγορο του Κατηγορούμενου 2, αμφισβητήθηκε η εξουσιοδότηση του να δώσει μαρτυρία λόγω του διορισμού συνδίκου κατόπιν τη πτώχευσης των Παραπονούμενων. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι επικοινώνησε με τη σύνδικο και είχε οδηγίες να δώσει μαρτυρία. Το ίδιο και ο δικηγόρος των Παραπονούμενων. Κατά τ’ άλλα παραμένει μέλος του Δ.Σ. των Παραπονούμενων.
25. Η συνεργασία των Παραπονούμενων με την Κατηγορούμενη ήταν γενικώς πολύ καλή εκτός κάποιες καθυστερήσεις στις πληρωμές. Τα προβλήματα τα οποία ανέκυπταν επιλύονταν όπως έγινε και με την πιστωτική σημείωση που προανέφερε. Όποτε είχαν παράπονο οι Κατηγορούμενοι σε σχέση με ποιότητα αμέσως ικανοποιούνταν τα αιτήματα τους.
26. Επέμεινε ότι οι επιταγές ανακλήθηκαν λόγω έλλειψης ρευστότητας και παρέπεμψε στα μηνύματα στα οποία ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 επικαλείτο έλλειψη ρευστότητας. Δεν έχει γνώση για οποιαδήποτε ειδοποίηση πριν από την ανάκληση των επιταγών.
27. Υποβλήθηκε η θέση του Κατηγορούμενου 2 ότι οι επιταγές ανακλήθηκαν λόγω ληγμένων / ελαττωματικών προϊόντων. Ο μάρτυρας αρνήθηκε πως ήταν αυτός ο λόγος και επανέλαβε ότι υπήρξε συμφωνία και αφαιρέθηκε το ποσό των €3.776 από το υπόλοιπο λόγω προϊόντων δεύτερης ποιότητας. Σίγουρα δεν ήταν ληγμένα. Παρέπεμψε στο Τεκμήριο 9 για να δείξει πως οι Παραπονούμενοι ικανοποιούσαν τα αιτήματα των Κατηγορούμενων. Πρόσθεσε ότι οι Παραπονούμενοι σε θέματα ποιότητας ήταν κάθετοι και ικανοποιούσαν τα αιτήματα των πελατών τους εις βάρος των οικονομικών των Παραπονούμενων.
28. Υποβλήθηκε επίσης ότι είχαν πληρωθεί και δύο επιταγές από τους διαχειριστές της Κατηγορούμενης εκτός από τις δύο που ανέφερε ο μάρτυρας ότι πληρώθηκαν.
ΙΙΙ. ΜΚ3 – Χριστόφορος Ρούσος
29. Ο κός Ρούσος παρουσίασε και κατέθεσε ως Τεκμήρια 14 – 17 ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία ανταλλάγησαν μεταξύ της συνδίκου των Παραπονούμενων κα Σοφία Αραβοπούλου και του συνηγόρου των Παραπονούμενων.
30. Ανέφερε ότι από το περιεχόμενο των ηλεκτρονικών μηνυμάτων προκύπτει ότι οι Παραπονούμενοι κηρύχθηκαν σε πτώχευση, διορίστηκε σύνδικος (Σοφία Αραβοπούλου) και η σύνδικος έδωσε οδηγίες στον κύριο Παπαθεοδώρου να συνεχίσει να εκπροσωπεί τους Παραπονούμενους στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης (Τεκμήριο 14). Η απόφαση κήρυξης των Παραπονούμενων σε κατάσταση πτώχευσης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με άρ. 301/2024, ημερομηνίας 11.10.2024 και δια της οποίας διορίζεται ως σύνδικος πτώχευσης η δικηγόρος Σοφία Αραβοπούλου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 15.
31. Στο Τεκμήριο 17 υπάρχει ηλεκτρονικό μήνυμα της συνδίκου της πτώχευσης στην οποία επιβεβαιώνει πως:
31.1 οι Παραπονούμενοι ως εταιρία ασφαλώς υφίστανται απλώς βρίσκονται στα πλαίσια πτωχευτικής διαδικασίας και εκπροσωπούνται από την σύνδικο,
31.2 δίδονται οδηγίες στον κύριο Παπαθεοδώρου να συνεχίσει να εκπροσωπεί τη πτωχή εταιρεία – ήτοι τους Παραπονούμενους.
32. Κατά την αντεξέταση του από το συνήγορο του Κατηγορούμενου 2 ερωτήθηκε σε σχέση με το περιεχόμενο των μηνυμάτων. Ο ΜΚ3 απάντησε πως πρόκειται για τη νομική εκτίμηση του κύριου Παπαθεοδώρου, τη νομική του άποψη για τις πιθανότητες επιτυχίας της υπόθεσης. Ο ίδιος απλώς παρουσίασε την αλληλογραφία μεταξύ του συνηγόρου των Παραπονούμενων και της συνδίκου.
ΙV. ΜΥ1 – Κατηγορούμενος 2
33. Ο Κατηγορούμενος 2 ετοίμασε γραπτή δήλωση για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του την οποία ανέγνωσε στο Δικαστήριο (Έγγραφο Β). Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι Διευθυντής και ο κύριος μέτοχος της Κατηγορούμενης η οποία από τις 23.07.2020 βρίσκεται υπό καθεστώς διαχείρισης.
34. Σημειώνει ότι ο διαχειριστής της Κατηγορούμενης και οι συνεργάτες του στην απουσία του άλλαξαν τις κλειδαριές του γραφείου του και κατακρατούν μέχρι και σήμερα τον προσωπικό του υπολογιστή, το αρχείο του και προσωπικά του αντικείμενα. Συνεπώς, διάφορα αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν την υπόθεση και θα μπορούσαν να ήταν ενισχυτικά της δήλωσης του και ίσως καταλυτικά για την τύχη της υπόθεσης δεν έχει τη δυνατότητα να τα παρουσιάσει.
35. Η Κατηγορούμενη συνεργαζόταν με τους Παραπονούμενους για έξι χρόνια και ουδέποτε υπήρξε πρόβλημα με τις πληρωμές ή άλλο παράπονο. Επικοινωνούσαν με τον κο Ξάνθη Λέκκα από τους Παραπονούμενους.
36. Στο πλαίσιο μιας από τις τελευταίες παραγγελίες που υπέβαλε η Κατηγορούμενη είχαν σταλθεί από τους Παραπονούμενους φαγκριά και καβούρια τα οποία ήταν χαλασμένα και ληγμένα. Μάλιστα σε σχέση με τα καβούρια η ημερομηνία λήξης είχε παραποιηθεί ενώ τα φαγκριά είχαν ασπρίσει. Η Κατηγορούμενη εντόπισε το πρόβλημα αφού έλαβε παράπονα από πελάτες της. Ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίζεται πως ενημέρωσε εγκαίρως τον κο Ξάνθη Λέκκα και οι Παραπονούμενοι παραδέχθηκαν το γεγονός. Κατατέθηκε προς τούτο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 24.04.2019 από τον κο Λέκκα προς την Κατηγορούμενη στο οποίο αναφέρεται πως όντως υπήρξε κάποιο πρόβλημα ωστόσο, ήταν μικρής έκτασης και προτείνει την αφαίρεση του ποσού ύψους €1582 ως έκπτωση από το υπόλοιπο (Τεκμήριο 20).
37. Λόγω των όσων προαναφέρθηκαν, ο Κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι τερμάτισε τη συνεργασία με τους Παραπονούμενους. Είχε μείνει απλήρωτο ένα τιμολόγιο μέχρι τη διευθέτηση της οικονομικής διαφοράς που είχε προκύψει. Η Κατηγορούμενη συνέχισε τις δραστηριότητες της εισάγοντας προϊόντα μέσω άλλης εταιρείας.
38. Τον Απρίλιο του 2019 η υπεύθυνη λογιστηρίου της Κατηγορούμενης (κα Κουκουγιάννη) επικοινώνησε με τους Παραπονούμενους για διευθέτηση της εκκρεμότητας (Τεκμήριο 21). Με βάση οδηγίες συμφώνησε με τους Παραπονούμενους όπως αφαιρεθεί το κόστος των προϊόντων που ήταν ληγμένα και χαλασμένα από το υπόλοιπο «και με την συνολική ζημιά που είχε υποστεί η Εταιρεία» (τονίζεται αυτή η φράση στο κείμενο) λόγω της κατάστασης αυτής. Επίσης, της ζητήθηκε να ζητήσει από τους Παραπονούμενους να αποδεχθούν μεταχρονολογημένες επιταγές για εξόφληση του χρέους και να ενημερώνουν την Κατηγορούμενη πριν από την κατάθεση των επιταγών. Κατέθεσε ένα μήνυμα από την υπεύθυνη λογιστηρίου προς τους Παραπονούμενους στο οποίο παρατίθενται οι εννέα επιταγές που θα εκδίδοντο για την εξόφληση του υπολοίπου της Κατηγορούμενης, ημερ. 06.05.2019 (Τεκμήριο 22).
39. Οι Παραπονούμενοι εξέδωσαν πιστωτικό σημείωμα μόνο σε σχέση με την αξία των χαλασμένων προϊόντων στην τιμή αγοράς αυτών. Στο εν λόγω πιστωτικό σημείωμα σκόπιμα ή αμελώς δεν περιλήφθηκε το κόστος της ζημιάς που είχε υποστεί η Κατηγορούμενη λόγω των ληγμένων και χαλασμένων προϊόντων. Αυτό το εντόπισε μετά την έκδοση των επιταγών ο Κατηγορούμενος 2.
40. Οι επιταγές είχαν εκδοθεί από την υπεύθυνη λογιστηρίου και υπογράφθηκαν από την ίδια και την κυρία Δέσπω Φερεκύδου, υπεύθυνη αγορών.
41. Ο Κατηγορούμενος 2 περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι ενημέρωσε τον κύριο Λέκκα για την παράλειψη τους να αφαιρέσουν από το υπόλοιπο ολόκληρο το ύψος της ζημιάς που υπέστησαν οι Κατηγορούμενοι από τα ληγμένα προϊόντα και του υποσχέθηκε πως θα το διευθετούσε πριν την εξαργύρωση των επιταγών.
42. Στην παράγραφο 16 του Εγγράφου Β παραθέτει κατάλογο με τα έξοδα και ζημιά την οποία υπέστη η Κατηγορούμενη λόγω των κατ’ ισχυρισμό ληγμένων και χαλασμένων προϊόντων που τους είχαν προμηθεύσει οι Παραπονούμενοι Το συνολικό ποσό ανέχεται στα €13.300. Ακολούθως αναφέρει πως την 31.01.2020 η υπεύθυνη λογιστηρίου «ενημέρωσε και τους Παραπονούμενους για το πρόβλημα» και τους ζήτησε να μην κατατίθενται οι επιταγές (Τεκμήριο 23).
43. Λόγω της κατάστασης η Κατηγορούμενη αποφάσισε να στείλει επιστολή στους Παραπονούμενους ζητώντας ανάκληση των πληρωμών «δηλαδή να μην προωθήσουν προς πληρωμή τις επιταγές (stop payment) λόγω της ζημιάς που είχε η Εταιρεία από την καταστροφή των προϊόντων». Η επιστολή που είναι το Τεκμήριο 5 στάλθηκε κατά λάθος στην Ελληνική αντί να σταλθεί στους Παραπονούμενους από την κυρία Κουκουγιάννη μαζί με άλλα έγγραφα. Σημειώνει ότι η απόφαση της Κατηγορούμενης να καλέσει τους Παραπονούμενους να τερματίσουν την πληρωμή των επιταγή ήταν, κατά τη θέση του, εύλογη, ορθή και αναγκαία.
44. Στις 23.07.2020 η Κατηγορούμενη τέθηκε υπό διαχείριση. Ο διαχειριστής πληροφορήθηκε για την υπόθεση. Τον Νοέμβριο του 2020 οι Παραπονούμενοι δια μέσου του συνηγόρου τους προχώρησαν σε συμφωνία με τον διαχειριστή για την αποπληρωμή του χρέους με μηνιαίες δόσεις ύψους €3500 (Τεκμήριο 27). Ο Κατηγορούμενος εισηγείται πως ενόψει τούτου είχε μεταφερθεί η ευθύνη για πληρωμή του χρέους της Εταιρείας στο διαχειριστή ο οποίος δεν τήρησε την υπόσχεση του και ακολούθως προβαίνει σε μια νομική ανάλυση γιατί η όλη συμπεριφορά του διαχειριστή είναι καταχρηστική.
45. Αναφέρθηκε σε διαβεβαιώσεις που έγιναν πως δεν θα προχωρούσε η υπόθεση και νιώθει πως εξαπατήθηκε από τους δικηγόρους της Κατηγορούμενης καθώς και από τον δικηγόρο των Παραπονούμενων και ως αποτέλεσμα έχασε χρόνο που θα χρησιμοποιούσε προς της συγκέντρωση στοιχείων για την υπεράσπιση του.
46. Ακολούθως στη δήλωση του (σελ. 5 μέχρι 8) ο Κατηγορούμενος 2 σχολιάζει τις καταθέσεις του ΜΚ1 και του ΜΚ2. Σχετικά με την επιστολή Τεκμήριο 5 αναφέρει ότι δεν απευθύνεται προς την Ελληνική, δεν έστειλε ο ίδιος την επιστολή η οποία ίσως να στάλθηκε εκ παραδρομής. Προβάλλει τη θέση ότι δεν έπρεπε η Ελληνική να σταματήσει τις επιταγές.
47. Αναφέρει επίσης ότι δεν είχε εμπλακεί στην έκδοση των επιταγών και στα ηλεκτρονικά μηνύματα στα οποία αναφέρεται σε μεταχρονολογημένες επιταγές δεν αναφέρεται στις επίδικες αλλά γενικά σε μέθοδο εξόφλησης. Περαιτέρω, αναφέρει πως δεν υπάρχει καμία οφειλή της Κατηγορούμενης προς τους Παραπονούμενους.
48. Κατά την αντεξέταση του, υποβλήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν ισχύει πως τερματίστηκε η συνεργασία τους για αυτά τα υποτιθέμενα ληγμένα προϊόντα και στην πραγματικότητα η συνεργασία τους σταμάτησε διότι δεν πλήρωνε τις οφειλές της η Κατηγορούμενη. Επίσης υποβλήθηκε πως δεν υπάρχει καμία εύλογη αιτία για την ανάκληση των επιταγών και η όλη του εκδοχή του αποτελεί σκέψεις εκ των υστέρων.
V. MY2 – Χαράλαμπος Τσέλιγκας
49. Ο κύριος Τσέλιγκας είναι δικηγόρος και ήταν ο νομικός σύμβουλος της Κατηγορούμενης από το 2012 μέχρι το 2022. Κατέθεσε γραπτή δήλωση ως την κυρίως εξέταση του η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Γ. Σημειώνω ότι ο ΜΥ2 δεν αντεξετάστηκε από το συνήγορο των Παραπονούμενων, ούτε από τη συνήγορο της Κατηγορούμενης.
50. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι τον Οκτώβριο του 2020 με οδηγίες του διαχειριστή συζήτησε με τον συνήγορο των Παραπονούμενων και κατέληξαν σε συμφωνία με σκοπό την αποπληρωμή του χρέους της Κατηγορούμενης προς τους Παραπονούμενους. Η απαίτηση της Κατηγορούμενης για ζημιές λόγω των ληγμένων προϊόντων δεν τέθηκε στην εν λόγω συμφωνία καθότι δεν είχε τέτοιες οδηγίες από το διαχειριστή.
51. Συμφωνήθηκε όπως το χρέος της Κατηγορούμενης πληρώνεται με μηνιαίες δόσεις. Καταβλήθηκαν κάποια ποσά από το διαχειριστή προς τους Παραπονούμενους, ωστόσο, δεν γνωρίζει το ακριβές ποσό. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 32 αντίγραφο μιας επιταγής προς τους συνηγόρους των Παραπονουμένων.
52. Από το 2020 μέχρι το 2022 εμφανιζόταν στο Δικαστήριο και πάντοτε ζητείτο χρόνος για να εκπληρωθεί η συμφωνία διευθέτησης. Το 2022 έμαθε προς μεγάλη του έκπληξη πως ο διαχειριστής σταμάτησε να καταβάλλει ποσά για την εξόφληση των επιταγών και των εξόδων. Μίλησε αμέσως με τον διαχειριστή ο οποίος προέβαλε διάφορους λόγους για το ότι σταμάτησε να καταβάλλει μηνιαίες δόσεις. Ο ΜΥ2 θεώρησε ανεπίτρεπτη τη στάση του διαχειριστή και ζήτησε επομένως άδεια να αποσυρθεί από την εκπροσώπηση της Κατηγορούμενης. Έμαθε ότι ο διαχειριστής δεν τήρησε πλήρως τη συμφωνία διευθέτησης.
VI. ΜΥ3 – Γεώργιος Συλλούρης
53. Ο ΜΥ3 ασκεί δικηγορία στην Αθήνα από το 1988. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέγνωσε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Δ και αντεξέταστηκε από τον συνήγορο των Παραπονούμενων. Έδωσε μαρτυρία σε σχέση με τη πτωχευτική διαδικασία η οποία ισχύει στην Ελλάδα.
54. Εξήγησε παραπέμποντας στο σχετικό νόμο, μεταξύ άλλων, το ποιος μπορεί να υποβάλει αίτηση για πτώχευση, πότε κηρύσσεται πρόσωπο σε πτώχευση, τη διαδικασία μετά την κήρυξη προσώπου σε πτώχευση, ποιος διορίζεται σύνδικος, τις αρμοδιότητες του συνδίκου και ποια είναι τα όργανα της πτώχευσης.
55. Ακολούθως ανέφερε πως ο ΜΚ2 δεν νομιμοποιείτο να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυριζόμενος ότι εκπροσωπεί τους μηνυτές και ως εκ τούτου η κατάθεση του δεν έχει καμία νομική ισχύ επειδή το Δ.Σ. των Παραπονούμενων έπαυσε να έχει εξουσία. Περαιτέρω, εξήγησε την άποψη του γιατί δεν υπάρχει νόμιμη εξουσιοδότηση προς τον δικηγόρο των Παραπονούμενων.
56. Κατά την αντεξέταση του υποβλήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι θέση του είναι αβάσιμη, ότι παρέλειψε να αναφερθεί στις πιο πρόσφατες τροποποιήσεις του νόμου, ότι δεν ισχύει πως πρέπει να ληφθεί άδεια από εισηγητή για συνέχιση της διαδικασίας και ότι στην ουσία η μαρτυρία του αποσκοπεί στο να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο.
Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ
57. Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Είχα την ευκαιρία να ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιόν μου και να παρακολουθήσω τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273).
58. Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητα τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν. Παρότι ο σταθερός λόγος και η ήρεμη συμπεριφορά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.)
59. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Επιπρόσθετα, οι θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
60. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45). Έχει περαιτέρω νομολογηθεί πως για να καταστραφεί η αξιοπιστία ενός μάρτυρα οι αντιφάσεις στη μαρτυρία του θα πρέπει να είναι ουσιαστικές. Οι δε αντιφάσεις σε λεπτομέρειες ενδεχόμενα να ενισχύουν την φιλαλήθεια του μάρτυρα διότι αυτό δείχνει την έλλειψη προσχεδιασμού στην εκδοχή του (Κουδουνάρης ν Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ 320).
61. Επιπρόσθετα, όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε (Αθανασίου v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614).
62. Στην περίπτωση κατά την οποία ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, αυτό γενικώς θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που προβάλλει ένας μάρτυρας (Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527). Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση (ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720). Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό (Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited (1987) 1 Α.Α.Δ. 383).
63. Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές από αφ’ εαυτού δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).
I. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ1
64. Ο ΜΚ1 προκάλεσε στο Δικαστήριο θετική εντύπωση και έδωσε την εικόνα ενός αξιόπιστου μάρτυρα. Πρόκειται για ένα ανεξάρτητο μάρτυρα, ο οποίος ήταν κατατοπιστικός στις απαντήσεις του τις οποίες υποστήριζε με αναφορά στα σχετικά έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν. Απαντούσε αυθόρμητα και έδιδε σαφείς απαντήσεις. Επεξήγησε με σαφήνεια και θετικότητα το ποιος προέβη στην ανάκληση της επιταγής, το ότι ο λογαριασμός της Κατηγορούμενης παρουσίαζε εικόνα υπέρβασης ορίου, ωστόσο ξεκαθάρισε πως δεν ήταν αυτός ο λόγος της ανάκλησης.
65. Δεν δίστασε να απαντήσει ότι δεν γνώριζε σε σχέση με ορισμένες ερωτήσεις, γεγονός που δείχνει ότι ήταν προσεκτικός και περιορίστηκε στο απαντήσει για τα ζητήματα τα οποία γνώριζε. Περαιτέρω, φάνηκε ότι ήταν αντικειμενικός όταν ερωτήθηκε ποιο ήταν το υπόλοιπο του λογαριασμού και παρά το ότι ήταν χρεωστικό επεξήγησε ότι πρόκειται για λογαριασμό παρατραβήγματος και επομένως ήταν απόλυτα φυσιολογικό.
66. Κατά την αντεξέταση του δεν κλονίστηκε η εκδοχή του. Οι απαντήσεις του στην υποβολή ότι ήταν κατά λάθος που στάλθηκε το Τεκμήριο 5 στην τράπεζα ήταν σαφείς, κατατοπιστικές και πειστικές. Επεξήγησε γιατί δεν μπορεί να ήταν λάθος με αναφορά στο περιεχόμενο της επιστολής ανάκλησης.
67. Σημειώνω πως ουδόλως αμφισβητήθηκε από τους Κατηγορούμενους πως ήταν ο Κατηγορούμενος 2 που υπέγραψε το Τεκμήριο 5 ήτοι την επιστολή ανάκλησης των επιταγών. Η θέση του μάρτυρα επί τούτου παρέμεινε αναντίλεκτη.
68. Ως προς το ότι η επιταγή αρ. 99751440 που ήταν πληρωτέα στις 20.09.2020 έφερε δύο σφραγίδες οι απαντήσεις του επίσης ήταν πειστικές και ήταν ξεκάθαρος ότι η τράπεζα ενήργησε με βάση την ανάκληση από τον εκδότη και εκτέλεσε την οδηγία ως φαίνεται στο Τεκμήριο 5 και ότι ο λόγος μη πληρωμής ήταν η ανάκληση από τον εκδότη καθότι προηγήθηκε της επιστολής του διαχειριστή. Ο μάρτυρας έδωσε μια απόλυτα λογική απάντηση στην υποβολή ότι ήταν κατά λάθος που στάλθηκε η επιστολή ανάκλησης στην Ελληνική, ήτοι αν ήταν κατά λάθος γιατί δεν τους ενημέρωσαν για να ακυρώσουν την ανάκληση;
69. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι οι επιταγές παρουσιάστηκαν στην Ελληνική με ηλεκτρονικά μέσα και παρείχε πληροφόρηση στην Τράπεζα Κύπρου για το λόγο μη πληρωμής με ηλεκτρονικά μέσα (σελ. 8 και 9 πρακτικά ημερ. 31.10.2024).
70. Κατά συνέπεια, έχοντας κατά νου τη μαρτυρία του ΜΚ1 και την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της.
II. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ2
71. Ο ΜΚ2 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις οι οποίες τέθηκαν και χωρίς υπεκφυγές. Η μαρτυρία του ήταν άμεση, συνεκτική και σταθερή.
72. Οι θέσεις του υποστηρίζονται από το περιεχόμενο των τεκμηρίων και γενικώς η εκδοχή του συνάδει με το περιεχόμενο των τεκμηρίων τα οποία έχουν κατατεθεί. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση και δεν υπέπεσε σε σημαντικές αντιφάσεις. Παρέμεινε σταθερός, απαντούσε χωρίς ενδοιασμούς και έδιδε την εικόνα ενός ειλικρινούς μάρτυρα
73. Δεν δίστασε να απαντήσει ότι δεν γνωρίζει σε σχέση με ερωτήσεις για ζητήματα για τα οποία δεν είχε γνώση (π.χ. σελ 20 πρακτικών 20.11.2024), γεγονός το οποίο δείχνει την ειλικρίνεια του και την έλλειψη προσχεδιασμού στην εκδοχή του. Περαιτέρω, δεν δίστασε να απαντήσει και με τρόπο ο οποίος θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν ευνοεί την υπόθεση των Παραπονούμενων, δηλαδή ότι η συνεργασία τους για επτά περίπου χρόνια ήταν πολύ καλή και εκτός από μερικές καθυστερήσεις στις πληρωμές δεν υπήρχαν προβλήματα.
74. Μόνο σε σχέση με ένα εκ των ισχυρισμών του διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις, ήτοι σε σχέση με το ότι η Κατηγορούμενη ανακάλεσε τις επιταγές λόγω έλλειψης ρευστότητας. Ο ΜΚ2 βάσισε τη θέση του αυτή στο περιεχόμενο τω Τεκμηρίων 10 και 11 στα οποία ο Κατηγορούμενος 2 αναφέρει επανειλημμένα ότι η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει πρόβλημα ρευστότητας. Παρά ταύτα τα εν λόγω τεκμήρια περιλαμβάνουν μηνύματα τα οποία στάλθηκαν το 2018 και τους πρώτους μήνες του έτους 2019 ενώ οι επιταγές ανακλήθηκαν στις 17.03.2020. Επομένως, η απόλυτη θέση του ΜΚ2 περιλαμβάνει ένα στοιχείο εικασίας, ωστόσο με δεδομένο ότι εν τέλει η Κατηγορούμενη τέθηκε υπό διαχείριση δεν είναι παράλογη.
75. Δέχομαι όμως τη θέση του ΜΚ2 ότι είχε αφαιρεθεί το ποσόν των €3.776 καθότι παρουσιάστηκε το σχετικό credit note και η καρτέλα πελάτη στην οποία υπήρχε η σχετική καταχώριση. Επομένως, δέχομαι το ότι η Κατηγορούμενη δεν μπορούσε να έχει οποιαδήποτε περαιτέρω απαίτηση για ληγμένα / δεύτερης τάξεως προϊόντα.
76. Δεν μπορώ επίσης να δεχθώ τη θέση ότι ο Κατηγορούμενος υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Η θέση του είναι αντίθετη με την μαρτυρία του ΜΚ1. Επίσης, δεν δέχομαι πως ήταν 7 οι επιταγές που είχαν εκδοθεί. Διαφάνηκε σε μεταγενέστερο στάδιο πως ήταν 9 επιταγές για το συνολικό ποσό των €50.859,75 ποσό που συνάδει με το υπόλοιπο στο Τεκμήριο 9. Βεβαίως, τα ζητήματα αυτά δεν είναι ουσιαστικής σημασίας και ούτε είναι ικανά να καταστρέψουν την αξιοπιστία ενός κατά τ᾽ άλλα αξιόπιστου μάρτυρα.
77. Γενικότερα, πρέπει να αναφερθεί ότι τα περισσότερα σημεία της μαρτυρίας του δεν είχαν αμφισβητηθεί. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9 δεν έτυχε αμφισβήτησης. Κατά συνέπεια, έχοντας κατά νου τη μαρτυρία του ΜΚ1 και την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της εκτός από την άποψη του ως προς το λόγο για τον οποίο ανακάλεσε τις επιταγές η Κατηγορούμενη και το ότι ήταν εννέα οι επιταγές που είχαν εκδοθεί για εξόφληση του χρέους.
III. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ3
78. Η μαρτυρία του ΜΚ3 περιορίστηκε στην κατάθεση των Τεκμηρίων 14 – 17. Δεν αμφισβητήθηκε ότι ανταλλάγησαν τα μηνύματα μεταξύ της συνδίκου και του κύριου Παπαθεοδώρου. Επομένως, αποδέχομαι τα όσα ανέφερε ο ΜΚ3.
IV. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ1 - Κατηγορούμενου 2
79. Για τους λόγους τους οποίους θα επεξηγήσω δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων / συμπερασμάτων σε σχέση με τα αμφισβητούμενα θέματα. Η μαρτυρία του ήταν γεμάτη με αντιφάσεις, ασάφειες σε ορισμένα σημαντικά σημεία και σε σχέση με την επιστολή ανάκλησης Τεκμήριο 5 είναι εξωπραγματική, παράλογη και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
80. Όταν η μαρτυρία του συγκρίθηκε με την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία ακούστηκε και την έγγραφη μαρτυρία η οποία κατατέθηκε το Δικαστήριο αντιλήφθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν ήταν πλήρως ειλικρινής και ότι η εκδοχή του σε κάποια ουσιώδη, σε σχέση με την υπόθεση, σημεία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
81. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά, διαπιστώνω ότι περιέπεσε σε αντιφάσεις τις οποίες επισημαίνω πιο κάτω, ότι η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ασάφεια, αοριστία, αντιφατικότητα και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή σε σχέση με τα αμφισβητούμενα θέματα.
82. Από την ίδια του τη δήλωση Έγγραφο Α προκύπτουν αντιφάσεις όταν το περιεχόμενο της συγκριθεί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων τα οποία κατατέθηκαν.
82.1 Στην παρ. 9 της δήλωσης του αναφέρει πως οι Παραπονούμενοι παραδέχθηκαν όλα όσα αναφέρει στην παράγραφο 8 και σε κατοπινό στάδιο στη δήλωση του αναφέρει ότι ο Ξάνθης Λέκκας ανέλαβε να επιλύσει το πρόβλημα και τον διαβεβαίωσε πως στην ουσία θα αφαιρείτο η ζημιά που υποτίθεται υπέστη η Κατηγορούμενη ύψους €13.300. Οι θέσεις αυτές δεν συνάδουν με το Τεκμήριο 20 το οποίο κατέθεσε ο Κατηγορούμενος για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του. Στο Τεκμήριο 20, αντιθέτως ο κος Λέκκας φαίνεται να αναφέρει ότι «το πρόβλημα ήταν μικρής έκτασης και δεν αφορούσε όλη την ποσότητα ... Η απαίτηση σας για αποζημίωση για όλη την ποσότητα είναι εσφαλμένη... το σύνολο της έκπτωσης είναι €1582. Παρακαλώ για την αποδοχή για να προχωρήσουμε στην αφαίρεση των €1582 από το υπόλοιπο σας, και στη συνέχεια στην έκδοση επιταγών από εσάς».
82.2 Το περιεχόμενο του μηνύματος που κατέθεσε για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του είναι διαμετρικά αντίθετο με τα όσα ισχυρίζεται ο Κατηγορούμενος. Περαιτέρω, ο κος Λέκκας αναφέρει πως η έκπτωση που θα πρέπει να εφαρμοστεί για τα ελαττωματικά προϊόντα είναι ύψους €1582.
82.3 Στην ουσία το Τεκμήριο 20 εμπεριέχει δήλωση του κύριου Λέκκα και κατατέθηκε ως εξ ακοής μαρτυρία, ήτοι ως δήλωση παραδοχής ότι τα προϊόντα με τα οποία τους προμήθευσαν ήταν ελαττωματικά. Όντως υπάρχει παραδοχή αλλά όχι για το ότι ήταν ληγμένα, αλλοιωμένα, και ότι παραποιήθηκαν οι ημερομηνίες λήξης. Στο μήνυμα όμως τίθεται και η θέση του κύριου Λέκκα ότι μόνο €1.582 έκπτωση πρέπει να γίνει κάτι το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τη θέση του Κατηγορούμενου ότι ο κος Λέκκας συμφώνησε πως θα τους αποζημιώσουν για τη ζημιά τους με έκπτωση €13.300. Σημειώνω πως οι €10.000 αντιπροσωπεύουν ζημιά στην φήμη της Κατηγορούμενης. Η δήλωση αυτή έρχεται σε αντίθεση με την επίσης εξ ακοής δήλωση πως ο κύριος Λέκκας του ανέφερε πως θα διευθετούσε το θέμα.
82.4 Από τα Τεκμήρια 20, 21, 22 και 23 που κατέθεσε ο Κατηγορούμενος προκύπτει ότι το οποιοδήποτε πρόβλημα με ελαττωματικά προϊόντα αντιμετωπίστηκε και επιλύθηκε πριν την έκδοση των επιταγών που είχε λάβει χώρα τον Μάιο του 2019, έγινε έκπτωση για τα ληγμένα ή δεύτερης ποιότητας προϊόντα, εκδόθηκαν οι επιταγές και το θέμα έκλεισε εκεί. Το περιεχόμενο των τεκμηρίων είναι αντίθετο με την θέση του Κατηγορούμενου στη δήλωση του ότι δεν είχαν επιλυθεί τα ζητήματα που ανέκυψαν και όταν εκδόθηκαν οι επιταγές η Κατηγορούμενη διατηρούσε απαίτηση για ζημιά από ληγμένα προϊόντα.
82.5 Το περιεχόμενο της παραγράφου 19 της δήλωσης ότι τερματίστηκε η συνεργασία με τους Παραπονούμενους λόγω των ληγμένων προϊόντων και παρέμεινε ένα τιμολόγιο απλήρωτο μέχρι να διευθετηθεί η οικονομική διαφορά είναι αντίθετο με το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη διαδικασία. Καταρχάς, σημειώνεται πως η τελευταία παραγγελία που υποβλήθηκε και εκτελέστηκε ήταν τον Νοέμβριο του 2018. Η συζήτηση έλαβε χώρα το 2019 και την ίδια στιγμή ο Κατηγορούμενος σε ηλ. μηνύματα του προς τους Παραπονούμενους (Τεκμήρια 10 και 11) παραδέχεται ότι έχει πρόβλημα ρευστότητας η Κατηγορούμενη και ζητά πίστωση χρόνου για να διευθετήσει και το χρέος της Κατηγορούμενης. Αυτό που προκύπτει είναι ότι δεν ήταν λόγω της κακής ποιότητας ορισμένων προϊόντων που δεν πλήρωσε το τιμολόγιο αλλά λόγω έλλειψης ρευστότητας της Κατηγορούμενης. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχεται στην παρ. 11 της δήλωσης του ότι περίμενε να τους χορηγήσουν ρευστότητα οι τράπεζες για να εκδοθούν οι επιταγές. Από το Τεκμήριο 10 ημερομηνίας 04.04.2019 προκύπτει ότι η κατηγορούμενη αντιμετώπιζε προβλήματα ρευστότητας και προτείνει ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 να πληρωθεί το χρέος με μεταχρονολογημένες επιταγές ύψους €6.000 (ιδίου ύψους με τις επίδικες). Φαίνεται επίσης ότι πιεζόταν από τους Παραπονούμενους να εξοφλήσει τα οφειλόμενα σε αυτούς. Πουθενά δεν αναφέρει ότι έχει απαίτηση η Εταιρεία του για αποζημίωση ή ότι πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό της απαίτησης – ζημιάς τους από το υπόλοιπο. Επίσης πουθενά δεν αναφέρεται ότι τερματίζεται η συνεργασία λόγω των ληγμένων προϊόντων.
82.6 Επομένως, ο Κατηγορούμενος παρουσιάζει μια διαστρεβλωμένη εικόνα των γεγονότων που δεν συνάδει με το περιεχόμενο των τεκμηρίων τα οποία κατατέθηκαν.
82.7 Η παράγραφος 17 επίσης στην οποία αναφέρει ότι η κυρία Κουκουγιάννη ενημέρωσε τους Παραπονούμενους για το «πρόβλημα» (ήτοι τη μη αφαίρεση της ζημιάς που υπέστη η Κατηγορούμενη από το οφειλόμενο ποσό) και για το ότι δεν πρέπει να καταθέσουν τις επιταγές είναι αντίθετη με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 23 που κατέθεσε ο Κατηγορούμενος για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του αυτό. Στο Τεκμήριο 23 το μόνο που αναφέρεται είναι μία παράκληση να συνεννοούνται οι Παραπονούμενοι μαζί τους πριν να καταθέτουν τις επιταγές. Δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά σε πρόβλημα ή σε απαίτηση των Παραπονούμενων. Και σε αυτό το σημείο η μαρτυρία του Κατηγορούμενου παρουσιάζει μια παραποιημένη εικόνα των γεγονότων που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και είναι αντίθετη με την έγγραφη μαρτυρία που ο ίδιος παρουσίασε.
82.8 Το περιεχόμενο της παραγράφου 13(a) δεν συνάδει με το Τεκμήριο 20 καθότι σε αυτό η αξία των προϊόντων φαίνεται να είναι €1582 ενώ το πιστωτικό σημείωμα ήταν για €3.776.
83. Η εκδοχή του Παραπονούμενου κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Σε πολλές περιπτώσεις, σημειώνω, ότι δεν απαντούσε ευθέως και υπέκφευγε, π.χ. σελ. 5, 6 πρακτικών ημερ. 27.01.2025.
84. Παραδέχθηκε ότι η αξία των ληγμένων προϊόντων ήταν €1.500 περίπου ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 20 το οποίο ο ίδιος παρουσίασε ενώ η έκπτωση που έγινε ανέρχετο σε €3.776.
85. Δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ότι δήθεν τερμάτισε τη συνεργασία η Κατηγορούμενη με τους Παραπονούμενους λόγω των ληγμένων προϊόντων ως ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 2. Πουθενά στην αλληλογραφία μεταξύ τους δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε για τερματισμό της συνεργασίας. Επίσης, δεν αναφέρθηκε πουθενά ότι δημιουργήθηκε μείζον θέμα αλλά παρουσίασε αλληλογραφία η οποία μιλά κάποιο πρόβλημα περιορισμένης έκτασης σε προϊόντα αξίας €1.582 (Τεκμήριο 20) και για «δεύτερης ποιότητας προϊόντα» και δεύτερης ποιότητας καβούρια τα οποία στάλθηκαν ληγμένα, ως αναφέρει η υπεύθυνη λογιστηρίου της Κατηγορούμενης στο Τεκμήριο 12.
86. Επίσης και παλαιότερα είχαν γίνει εκπτώσεις και αυτό φαίνεται στο Τεκμήριο 9, για παράδειγμα, υπάρχουν καταχωρίσεις για πιστωτικά τιμολόγια πώλησης (credit notes) μεταξύ άλλων στις 22.02.2017, στις 28.03.2017, στις 15.09.2017 και στις 7.11.2017. Ο Κατηγορούμενος στα Τεκμήρια 10 και 11 δεν αναφέρει τίποτε για τερματισμό της συμφωνίας αλλά αναφέρεται σε προβλήματα ρευστότητας της Κατηγορούμενης και στην ουσία ζητά χρόνο για να αποπληρώσει η Κατηγορούμενη το χρέος της. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεχτή η θέση του Κατηγορούμενου 2 ότι τερμάτισε δήθεν τη συνεργασία λόγω ληγμένων προϊόντων. Η θέση αυτή αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη για να δικαιολογήσει την ανάκληση των επιταγών.
87. Επιπρόσθετα, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα το ότι ο Ξάνθης Λέκκας του ανέφερε πως θα διευθετήσει το ζήτημα ήτοι θα αφαιρεθεί το ποσό των €13.300 από το υπόλοιπο. Η θέση αυτή έρχεται σε αντίθεση με το Τεκμήριο 20 που ο ίδιος παρουσίασε στο οποίο ο κος Λέκκας αναφέρει ότι είναι λανθασμένο να υπάρχει απαίτηση για το σύνολο των προϊόντων και ότι η αξία των ελαττωματικών προϊόντων είναι ύψους €1.582. Επίσης, δεν τέθηκε η θέση αυτή στον ΜΚ2 για να την σχολιάσει. Εάν ετίθετο η θέση αυτή στην αντεξέταση του ΜΚ2 ενδεχομένως να μιλούσε με τον κύριο Λέκκα ή να καλείτο να δώσει μαρτυρία για να καταρρίψει τον ισχυρισμό αυτό. Επομένως, κανονικά ο ισχυρισμός αυτός δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ πως δεν είναι αληθής η θέση ότι υπήρχε απαίτηση για το ποσό των €13.300 καθότι πρώτη φορά αναφέρθηκε στην ακρόαση όταν έδιδε μαρτυρία ο Κατηγορούμενος 2. Αν υπήρχε ειλικρινής απαίτηση, εύλογα αναμενόταν ο Κατηγορούμενος να απαντήσει στο Τεκμήριο 20 ότι έχουν υποστεί ζημιά δεκαπλάσια από το ποσό το οποίο προτείνει ο κύριος Λέκκας να εφαρμοστεί ως έκπτωση για τα ελαττωματικά προϊόντα.
88. Στο δε Τεκμήριο 22 ο Κατηγορούμενος ο οποίος σήμερα ισχυρίζεται πως είχε υποστεί τεράστια ζημιά και μάλιστα τερμάτισε τη συνεργασία λόγω αυτού του συμβάντος το μόνο που αναφέρει είναι ότι «υπάρχει μια διαφορά στα ποσά. Το έχω κοινοποιήσει στο λογιστήριο μας κα Ακριβή...». Δεν θα αναφερόταν για μια διαφορά στα ποσά αν είχε ειλικρινή απαίτηση για αποζημίωση. Κατά συνέπεια, θεωρώ πως οι θέσεις του αυτές δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αποτελούν μεθύστερες σκέψεις που αποσκοπούν στο να δικαιολογήσουν την ανάκληση των επιταγών. Δεν θα ασχοληθώ με την βαρύτητα που μπορώ να αποδώσω στην εξ ακοής δήλωση του κύριου Λέκκα που προσήγαγε ο Κατηγορούμενος ότι θα διευθετήσει το θέμα, καθότι θεωρώ πως δεν ευσταθεί πως έλαβε χώρα τέτοια δήλωση για τους λόγους που επεξήγησα.
89. Ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από την έκδοση των επιταγών. Η θέση αυτή δεν μπορεί να ισχύει καθότι ο ίδιος ανέφερε επανειλημμένα ότι έδωσε οδηγίες στην Ακριβή Κουκουγιάννη, την υπεύθυνη λογιστηρίου, να ζητήσει να γίνει έκπτωση το ποσό της ζημιάς της Κατηγορούμενης. Η κυρία Κουκουγιάννη φαίνεται στο Τεκμήριο 12 στις 22.04.2019 και 23.04.2019 να αναφέρεται σε μια διαφορά ύψους €3.776 που ήταν το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η πιστωτική σημείωση Τεκμήριο 13. Η κυρία Κουκουγιάννη δεν αναφέρει τίποτε για €13.300 που υποτίθεται της έδωσε οδηγίες ο Κατηγορούμενος να διεκδικήσει.
90. Στο Τεκμήριο 21 ο Κατηγορούμενος 2 φαίνεται να αναφέρει σε μήνυμα του ημερ 22.04.2019 ότι υπάρχει «μια διαφορά στα ποσά» και την έχει κοινοποιήσει στο λογιστήριο τους. Την ίδια ημέρα (μισή ώρα αργότερα) η κυρία Κουκουγιάννη φαίνεται στο Τεκμήριο 12 να ζητά έκπτωση ύψους €3.776. Δεν μπορεί να αποτελεί σύμπτωση αυτό. Προκύπτει συνεπώς ότι δεν είπε την αλήθεια ότι έδωσε οδηγίες να διεκδικηθεί έκπτωση ύψους €13.300. Ούτε και μπορώ να δεχθώ πως δεν είχε σχέση με την έκδοση των επιταγών αν και δεδομένου του ότι η παρούσα υπόθεση αφορά ανάκληση, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Σημειώνω ότι και στο Τεκμήριο 11 (ημέρ. 04.04.2019) ο Κατηγορούμενος ζητά χρόνο για να αποπληρώσει το χρέος και η λύση που προτείνει είναι η έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών ίδιου ύψους με τις επίδικες με την πρώτη πληρωμή να γίνεται στις 20.01.2020 που είναι ακριβώς αυτό που έγινε. Επομένως, η μέθοδος εξόφλησης φαίνεται ότι είχε αποφασιστεί από τον Κατηγορούμενο.
91. Το ότι στάλθηκε κατά λάθος στην Ελληνική το Τεκμήριο 5 επίσης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αυτή η εκδοχή πρώτη φορά προβάλλεται στην ακρόαση. Δεν συνάδει με τα κατατεθειμένα ως τεκμήρια έγγραφα. Εκτός των προαναφερόμενων είναι και παράλογη σε σημείο που καθίσταται εξωπραγματική και απίστευτη.
92. Ο τρόπος με τον οποίο συντάχθηκε η επιστολή και το περιεχόμενο της αποκλείει την πιθανότητα ο παραλήπτης να μην ήταν η Ελληνική. Σίγουρα δεν μπορούσε να ήταν οι Παραπονούμενοι ως ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 2. Στην επιστολή αναφέρονται τα ακόλουθα:
«17/3/2020
Αξιότιμοι κύριοι,
Θα ήθελα να σας παρακαλέσω όπως σταματήσετε την πληρωμή (stop payment) των πιο κάτω επιταγών:
- Επιταγή με αριθμό [...] ύψους 6000 ευρώ
- [.... συνολικά 7 επιταγές].
Ο λόγος της ανάκλησης είναι η κακή ποιότητα προϊόντων και η καταστροφή τους.
Ευχαριστώ,
[Υπογραφή – Σφραγίδα της Κατηγορούμενης]
Γιώργος Αριστείδου
Γενικός Διευθυντής
ICELINE CYPRUS LTD»
93. Αν όντως ο παραλήπτης ήταν οι Παραπονούμενοι θα ήταν λογικό και θα αναμενόταν να επεξηγήσει τους λόγους για τους οποίους επιθυμούσε την ανάκληση και να αναφερθεί στο ότι δεν αφαιρέθηκε το ποσό των €13.300 που ήταν η ζημιά της Εταιρείας από το χρέος της. Θα έπρεπε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους προηγουμένως η υπεύθυνη λογιστηρίου της Κατηγορούμενης κατόπιν δικών του οδηγιών διεκδίκησε μόνο €3.776 ως έκπτωση από το χρέος. Αντιθέτως, προβάλλει την κακή ποιότητα προϊόντων και την καταστροφή τους που δεν είναι αυτός ο λόγος που επικαλείται σήμερα στη ακροαματική διαδικασία και στη δήλωση του.
94. Επίσης, η επιστολή σε επιστολόχαρτο της Εταιρείας δεν συνάδει με τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούσαν με τους Παραπονούμενους που ήταν μέσω email. Επιπρόσθετα, εάν όντως η επιστολή προορίζετο για τους Παραπονούμενους, η παράλειψη τους να απαντήσουν θα αναμενόταν να τον κάνει να διερωτηθεί για το λόγο και ενδεχομένως να στείλει κάποια υπενθύμιση.
95. Εύλογα διερωτάται κάποιος: Αν είχε όντως σταλθεί κατά λάθος στην Ελληνική η επιστολή ανάκλησης γιατί δεν διόρθωσε το λάθος ο Κατηγορούμενος; Γιατί δεν ανέφερε προηγουμένως ότι επρόκειτο περί λάθους και ότι επιθυμεί να συζητήσει για την εξεύρεση τρόπου διευθέτησης της υπόθεσης; Προκύπτει ξεκάθαρα ότι η θέση πως δεν προορίζετο στην Ελληνική το Τεκμήριο 5 αποτελεί σκέψεις εκ των υστέρων και προσπάθεια παραποίησης και διαστρέβλωσης των πραγματικών γεγονότων.
96. Στην αντεξέταση του ανέφερε πως η πρόθεση του ήταν να στείλει μια επιστολή στους Παραπονούμενους για να να «βρω διευθέτηση για το θέμα των πληρωμών» (σελ. 8, πρακτικά 27.01.2025). Αυτό δεν συνάδει και δεν ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο της επιστολής που μιλά για stop payment των επιταγών δηλαδή αποτελεί χωρίς αμφιβολία οδηγία για ανάκληση επιταγών.
97. Συνεπώς, η θέση του Κατηγορούμενου ότι ήταν κατά λάθος που ανακλήθηκαν οι επιταγές δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα και απορρίπτεται.
98. Η αιτία της ανάκλησης όπως προωθήθηκε κατά την ακρόαση ήταν ότι οι Κατηγορούμενοι ανακάλεσαν τις επιταγές μέχρι να ξεκαθαρίσει το θέμα με την απαίτηση – αποζημίωση της Κατηγορούμενης. Πάνω στο Τεκμήριο 5 δίδεται άλλος λόγος ήτοι η κακή ποιότητα προϊόντων και η καταστροφή τους. Επίσης, αυτό το οποίο προκύπτει από το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν είναι ότι αφαιρέθηκε το κόστος ελαττωματικών προϊόντων καθώς και ένα επιπλέον ποσό και στάλθηκε σχετική πιστωτική σημείωση. Επομένως, τίποτε από όσα αναφέρει ο Κατηγορούμενος σε σχέση με αυτό το ζήτημα δεν μπορεί να ευσταθεί. Η θέση του ότι υπήρχε εύλογη αιτία για την ανάκληση δεν ευσταθεί και τα όσα αναφέρει πως δήθεν δεν είχε υπολογιστεί η ζημιά των Κατηγορούμενων λόγω των ελαττωματικών προϊόντων είναι μεθύστερες σκέψεις.
99. Δεν αποδέχομαι τη θέση του ότι οι επιταγές έχουν εξοφληθεί και δεν οφείλεται τίποτε στους Παραπονούμενους. Εξάλλου ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 αναίρεσε αυτή του την θέση αφού σε σχετική ερώτηση απάντησε εν τέλει ότι δεν γνωρίζει (σελ. 16, πρακτικά ημερ.27.01.2025). Η θέση του αυτή διαφάνηκε κατά την αντεξέταση του ότι βασίζεται σε εικασίες οι οποίες δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία.
100. Γενικώς, η εκδοχή του Κατηγορούμενου παρουσιάζει εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Επιχείρησε να παρουσιάσει μια εκδοχή η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αγνοώντας το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν. Επιχείρησε να δικαιολογήσει την ανάκληση των επιταγών προωθώντας τη θέση πως υπήρχε εύλογη αιτία και ταυτοχρόνως αναφερόταν στο ότι δήθεν ήταν κατά λάθος που έγινε η ανάκληση. Οι δύο θέσεις είναι αμοιβαία αποκλειόμενες πράγμα που καθιστά την εκδοχή του παράλογη και αναξιόπιστη.
101. Δέχομαι ότι είχαν εκδοθεί 9 επιταγές για το συνολικό ποσό των €50.879,75 και όχι 7 καθότι η θέση του συνάδει με το Τεκμήριο 22 και το συνολικό ποσό επιβεβαιώνεται από την καρτέλα πελάτη Τεκμήριο 9.
102. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε, καταλήγω ότι η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων ζητημάτων δεν ήταν ειλικρινής και την απορρίπτω στο σύνολο της εκτός από τα σημεία τα οποία δεν είχαν αμφισβητηθεί.
V. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ2
103. Ο ΜΥ 2 δεν αντεξετάσθηκε και επομένως αποδέχομαι τα όσα ανέφερε στη δήλωση καθότι δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Σημειώνω, ωστόσο, ότι η μαρτυρία του δεν πρόσθεσε σε οτιδήποτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα.
VI. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ3
104. Ο ΜΥ3 έδωσε μαρτυρία ως δικηγόρος με πείρα 40 ετών σε σχέση με το Ελληνικό Πτωχευτικό Δίκαιο. Τα προσόντα του δεν αμφισβητήθηκαν από τους συνηγόρους των Παραπονούμενων. Έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (Evangelou v. Ambizas (1982) 1 C.L.R. 41) αποτελεί κατάληξή του Δικαστηρίου ότι o εν λόγω μάρτυρας, με βάση την επαγγελματική του πείρα αλλά και τις σπουδές του είναι εμπειρογνώμονας, και συνεπώς, κατ΄ εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του (Νικολάου ν. Σταύρου (1992) 1 Α.Α.Δ. 746).
105. Η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών που αξιολογούνται οι υπόλοιποι μάρτυρες (Καουρής v Δημητρίου κ.α (2008) 1 Α.Α.Δ. 967). Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι οι εμπειρογνώμονες εφοδιάζουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, τα οποία θα επιτρέψουν σε αυτό να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων του ώστε αυτό να είναι σε θέση να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία.
106. Ο ΜΥ3 επεξήγησε με σαφήνεια τη πτωχευτική διαδικασία στην Ελλάδα ήτοι το πως κηρύσσεται η πτώχευση, πότε ο οφειλέτης κηρύσσεται σε πτώχευση, τις επιπτώσεις της κήρυξης σε πτώχευση, τι είναι ο σύνδικος και ποιος μπορεί να διοριστεί, τις εξουσίες του συνδίκου και ακολούθως προχώρησε με την υπαγωγή των διατάξεων που παρέθεσε στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, δίδοντας στην ουσία τη γνώμη του ως προς το κατά πόσον υπάρχει ορθή εξουσιοδότηση στον συνήγορο των Παραπονούμενων να τους εκπροσωπεί.
107. Δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση ότι ο κ. Καλαματιανός, ΜΚ2 δεν νομιμοποιείτο να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να δώσει μαρτυρία. Ο λόγος είναι διότι ο ΜΚ2 δεν παρουσιάστηκε υπό την ιδιότητα του ως μέλος του Δ.Σ. της εταιρείας αλλά παρουσιάστηκε ως πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τα γεγονότα και επομένως ενδέχεται να δώσει ουσιώδη μαρτυρία για την κατηγορία (ίδετε αρ. 50 του Κεφ. 155) και το οποίο ήταν μέλος του Δ.Σ.
108. Η δε θέση ότι «η κατάθεση του δεν μπορεί να έχει καμία νομική ισχύ» επειδή δεν αποτελεί «όργανο της πτώχευσης» εν τη εννοία του αρ. 52 του Ν. 3588/2007 με όλο το σεβασμό δεν με βρίσκει σύμφωνο. Δεν έχει καμία σχέση το ότι το Δ.Σ. πλέον δεν έχει εξουσίες με το ότι μέλος του Δ.Σ. έδωσε μαρτυρία. Πουθενά δεν αναφέρθηκε ότι μαρτυρία μπορούν να δώσουν μόνο τα «όργανα της πτώχευσης» για να τεθεί θέμα ακυρότητας της μαρτυρίας του. Επίσης, το κατά πόσον η μαρτυρία του μπορεί να ληφθεί ή όχι υπόψιν είναι ζήτημα Κυπριακού Δικαίου και αξιολόγησης της μαρτυρίας και όχι Ελληνικού Πτωχευτικού Δικαίου.
109. Ως προς την παράγραφο 20 της δήλωσης του και την θέση του ότι ο τίτλος της υπόθεσης έπρεπε να τροποποιηθεί, θεωρώ, με όλο το σεβασμό, ότι δεν είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στην πραγματογνωμοσύνη του μάρτυρα το κατά πόσον έπρεπε να τροποποιηθεί ο τίτλος της υπόθεσης. Αποτελεί δικονομικό το ζήτημα, καθορίζεται με βάση την Κυπριακή Ποινική Δικονομία και δεν έχει οποιαδήποτε σημασία στην ουσία της υπόθεσης.
110. Ως προς το «κενό» στην πληρεξουσιότητα του συνηγόρου των Παραπονούμενων ανέφερε ο ΜΚ3 σε ερώτηση του Δικαστηρίου ότι μπορεί να δοθεί και αναδρομικά.
111. Το πιο σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του ήταν η θέση του ότι δεν δόθηκε σωστά η εξουσιοδότηση στον κύριο Παπαθεοδώρου από τη σύνδικο καθότι χρειαζόταν η έγκριση του Δικαστηρίου – εισηγητή. Δεν μπορώ να δεχθώ την άποψη του ΜΥ3.
112. Εν πρώτοις, δεν ανέφερε ότι η σύνδικος δεν δικαιούται να προωθεί τη διαδικασία ή να συνεχίζει τη διαδικασία. Αντιθέτως, ανέφερε ότι η σύνδικος δικαιούται να διεξάγει δίκες στις οποίες έχει δικαίωμα και ο οφειλέτης να παρεμβαίνει (παρ. 10 της δήλωσης του). Το τελικό του συμπέρασμα στην ουσία έρχεται σε αντίφαση με το περιεχόμενο της παραγράφου 10 του Εγγράφου Δ.
113. Με βάση το άρθρο 93 του Ν. 4738/2020 που ο ΜΚ3 παρέλειψε να παραθέσει στο Έγγραφο Δ, αλλά παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι αυτή είναι η ισχύουσα διάταξη, την διοίκηση της περιουσίας την ασκεί μόνος ο σύνδικος και με βάση το εδάφιο 3 του αρ. 93 συνάγεται ότι ο σύνδικος διεξάγει τις δίκες χωρίς αναφορά σε εισηγητή.
114. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από το άρθρο 93 του οποίου κείμενο του κατατέθηκε ως Τεκμήριο 33:
«Άρθρο 93 - Πτωχευτική απαλλοτρίωση
1. Από την κήρυξη της πτώχευσης επέρχεται πτωχευτική απαλλοτρίωση, ήτοι ο οφειλέτης στερείται αυτοδικαίως της διοίκησης (διαχείρισης και διάθεσης) της περιουσίας του, την οποία ασκεί μόνος ο σύνδικος. Μετά την κήρυξη της πτώχευσης, πράξεις διαχείρισης ή διάθεσης στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου, είναι ανενεργείς και απαγορεύεται να καταχωρηθούν σε δημόσια βιβλία οποιασδήποτε φύσεως, χωρίς τη γραπτή έγκριση του συνδίκου. Η πτώχευση θεωρείται ότι έχει κηρυχθεί από την έναρξη της ημέρας κατά την οποία δημοσιοποιείται η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση στο ακροατήριο.
… 3. Ο οφειλέτης δεν νομιμοποιείται μετά την κήρυξη της πτώχευσης σε δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία. Μόνο σε περίπτωση κατεπείγοντος και αδράνειας του συνδίκου νομιμοποιείται, κατ` εξαίρεση, στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της πτωχευτικής περιουσίας. Σε κάθε περίπτωση, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει προσθέτως στις δίκες που διεξάγει ο σύνδικος.»
115. Επομένως, δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του ΜΚ3. Η θέση του βασίστηκε στο άρθρο 75 του Ν. 3588/2007 το οποίο μιλά για περιπτώσεις που για την προώθηση των εργασιών της πτώχευσης απαιτούνται ειδικές γνώσεις τεχνικής, οικονομικής, λογιστικής ή άλλης φύσεως τις οποίες δεν διαθέτει ο ίδιος. Δεν έχει πειστεί το Δικαστήριο ότι εν προκειμένω τυγχάνει εφαρμογής το εν λόγω άρθρο.
116. Για τους λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω δεν δέχομαι την γνώμη του ΜΚ3 και θεωρώ ότι η σύνδικος έχει εξουσιοδότήσει τον συνήγορο των Παραπονούμενων να συνεχίσει τη διαδικασία.
117. Παρενθετικά αναφέρω σε αυτό το σημείο ότι ακόμη και να μην ακολουθείτο σωστά η διαδικασία στην Ελλάδα αυτό δεν θεωρώ ότι είναι κάτι το οποίο επηρεάζει την παρούσα υπόθεση. Οι Παραπονούμενοι, εν πρώτοις εξακολουθούν να υφίστανται και εξακολουθούν να έχουν έννομο συμφέρον στην προώθηση της υπόθεσης / τα δικαιώματα τους επηρεάστηκαν άμεσα, η σύνδικος έχει εξουσιοδοτήσει τον συνήγορο τους να εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου και σε κάθε περίπτωση με βάση την ισχύουσα διαδικασία ο Παραπονούμενος δεν υποχρεούται να καταχωρίσει εξουσιοδότηση σε αντίθεση με οργανισμό ο οποίος είναι Κατηγορούμενος που θα πρέπει να καταχωρίσει «έγγραφη απάντηση» με βάση το άρθρο 72 του Κεφ. 155.
VII. Ευρήματα
118. Επί τη βάσει των όσων αναφέρθηκαν στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία προσάχθηκε καθώς, έχοντας υπόψη μου και τα γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα γεγονότων τα οποία περιβάλλουν την εν προκειμένω υπόθεση:
118.1 Οι Παραπονούμενοι είναι Ελληνική εταιρεία η οποία ασχολείτο, μεταξύ άλλων, με την εξαγωγή ψαριών στην Κύπρο. Από την 02.10.2024 η Παραπονούμενη εταιρεία κηρύχθηκε σε πτώχευση μετά από απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με άρ. 301/2024, ημερομηνίας 11.10.202 και έχει οριστεί σύνδικος πτώχευσης.
118.2 Οι Παραπονούμενοι ως εταιρεία εξακολουθούν να υφίστανται. Η σύνδικος συμφωνεί με τη συνέχιση της διαδικασίας και έχει εξουσιοδοτήσει τον συνήγορο των Παραπονούμενων να συνεχίζει να τους εκπροσωπεί.
118.3 Η Κατηγορούμενη από το 2013 μέχρι και το 2019 ήταν πελάτης των Παραπονούμενων και αγόραζε από αυτούς ψάρια.
118.4 Η Κατηγορούμενη είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Από τις 23.07.2020 βρίσκεται υπό διαχείριση. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι ο κύριος μέτοχος της Κατηγορούμενης και ο Διευθυντής της.
118.5 Πριν την έκδοση των επιταγών ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε στον Ξάνθη Λέκκα υπάλληλο των Παραπονούμενων ότι η Κατηγορούμενη αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας και εισηγήθηκε την αποστολή στους Παραπονούμενους μεταχρονολογημένων επιταγών αξίας €6.000 η κάθε μία ώστε να πληρωθεί η οφειλή της Κατηγορούμενους προς αυτούς με ισόποσες μηνιαίες δόσεις.
118.6 Στις 22.04.2019, προτού να εκδοθούν οι επιταγές η Κατηγορούμενη μέσω της υπεύθυνης λογιστηρίου της (η οποία ενεργούσε κατόπιν οδηγιών του Κατηγορούμενου 2) ζήτησε μια πίστωση/αφαίρεση του ποσού των €3.776 από το υπόλοιπο λόγω του ότι είχαν πωληθεί κάποια προϊόντα τα οποία ήταν ελαττωματικά ή ληγμένα ή δεύτερης ποιότητας. Το ποσό αυτό αφαιρέθηκε και εκδόθηκε πιστωτικό τιμολόγιο (credit note) ημερ. 15.05.2019 (Τεκμήριο 13 και Τεκμήριο 9).
118.7 Περί τον Μάιο του 2019 η Κατηγορούμενη εξέδωσε εννέα μεταχρονολογημένες επιταγές για αποπληρωμή του υπολοίπου τους μεταξύ των οποίων και τις τρεις επίδικες επιταγές ως ακολούθως:
i. επιταγή με αρ. 99751440 της Ελληνικής Τράπεζας πληρωτέα την 20.09.2020 για το ποσόν των €6.000 (κατηγορίες 1 και 2),
ii. επιταγή με αρ. 99751438 της Ελληνικής Τράπεζας για το ποσό των €6.000 πληρωτέα την 20.06.2020 (κατηγορίες 3 και 4),
iii. επιταγή με αρ. 99751437 της Ελληνικής Τράπεζας για το ποσό των €6.000 πληρωτέα την 20.05.2020 (κατηγορίες 5 και 6).
118.8 Οι επιταγές ανακλήθηκαν με εντολή ανάκλησης ημερ. 17.03.2020, εκτυπωμένη σε επιστολόχαρτο της Κατηγορούμενης (Τεκμήριο 5) η οποία υπογράφεται από τον Κατηγορούμενο 2.
118.9 Οι Κατηγορούμενοι δεν έδωσαν προειδοποίηση στους Παραπονούμενους πριν από την ανάκληση των επιταγών.
118.10 Όλες οι επιταγές παρουσιάστηκαν στην ΤΚ και ακολούθως παρουσιάστηκαν στην Ελληνική με ηλεκτρονικά μέσα. Οι επιταγές φέρουν σφραγίδες για το λόγο μη πληρωμής τους οι οποίες τέθηκαν από τη ΤΚ κατόπιν ενημέρωσης της από την Ελληνική με ηλεκτρονικά μέσα.
118.11 Οι Επιταγές δεν πληρώθηκαν λόγω του ότι δόθηκε εντολή μη εξόφλησης από την Κατηγορούμενη στις 17.03.2020 και είχε εκτελεστεί η οδηγία από την Ελληνική.
118.12 Η επιταγή με αρ. 99751440 κατατέθηκε στην ΤΚ στις 23.09.2020 και φέρει δύο σφραγίδες. Η μια σφραγίδα αναφέρει πως η επιταγή έχει ανακληθεί από τον εκδότη και η άλλη αναφέρει πως υπάρχουν οδηγίες να μην πληρωθεί όχι από τον εκδότη. Ο λόγος μη πληρωμής της είναι η ανάκληση από τον εκδότη της.
118.13 Οι επιταγές με αρ. 99751438 και 99751437 κατατέθηκαν στις 02.07.2020 και 20.05.2020, αντίστοιχα κα επί αυτών τέθηκε σφραγίδα ότι η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη τους.
118.14 Περί τον Οκτώβριο του 2020, με οδηγίες του διαχειριστή της Κατηγορούμενης, ο ΜΥ2 με τον συνήγορο των Παραπονούμενων και κατέληξαν σε συμφωνία με σκοπό την αποπληρωμή του χρέους της Κατηγορούμενης προς τους Παραπονούμενους. Δεν τέθηκε ζήτημα απαίτησης της Κατηγορούμενης για ζημιές λόγω των ληγμένων προϊόντων. Καταβλήθηκε ένα ποσό από τον διαχειριστή προς τους Παραπονούμενους ωστόσο σε μεταγενέστερο στάδιο, είναι άγνωστη η ακριβής ημερομηνία, ο διαχειριστής σταμάτησε να καταβάλλει ποσά για εξόφληση των επιταγών. Η συμφωνία διευθέτησης δεν τηρήθηκε.
Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
119. Το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κατηγορίας η οποία προσάπτεται στους Κατηγορούμενους πίπτει επί των ώμων της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Έχει νομολογηθεί ότι δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363) και πως εάν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή των κατηγορουμένων, τότε αυτοί θα πρέπει να απαλλαχθούν από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν (Αnastassiades v. Republic (1977) 2 C.L.R. 97, Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 195).
120. Το άρθρο 305 Α(2) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα:
«(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές:
121. Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α(2) του Κεφ. 154 χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου και επιβεβαιώνονται από τη σχετική νομολογία (μεταξύ άλλων TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποιν. Εφ. 96/2014, 15.04.2016):
(α) Η έκδοση επιταγής.
(β) Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα.
122. Η ύπαρξη ή μη διαθέσιμων κεφαλαίων για κάλυψη εκδοθεισόμενης επιταγής ουδεμία σημασία έχει κάτω από το Άρθρο 305Α(2) διότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιουργούνται με βάση το άρθρο αυτό είναι η έκδοση της επιταγής και η πρόκληση μη εξόφλησης πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα (Ttozios, ανωτέρω).
123. Εφόσον τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία αποδειχθούν ή γίνουν παραδεκτά γεγονότα που αποδεικνύουν αυτά, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου (εκδότη) να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε για εύλογη αιτία.
124. Σε ποινικές υποθέσεις όταν το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της Υπεράσπισης για την απόδειξη οποιουδήποτε ισχυρισμού / υπεράσπισης / γεγονότος, το επίπεδο στο οποίο θα πρέπει να πράξει αυτό είναι το ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Παρατίθεται σε σχέση με αυτό το ζήτημα σχετικό απόσπασμα από το Blackstone’s Criminal Practice 2024, F. 3.53:
“In the exceptional cases in which the legal burden of proving an issue is borne by the defence, it is discharged by proof on a balance of probabilities.
[…]
The classic definition of proof on a 'balance of probabilities' is that of Denning J in Miller v Minister of Pensions [1947] 2 All ER 372, at p. 374: 'If the evidence is such that the tribunal can say: “We think it more probable than not”, the burden is discharged, but, if the probabilities are equal, it is not.”
125. Εν σχέσει με το άρθρο 305 Α(2) του Κεφ. 154, η μετάθεση του αποδεικτικού βάρους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων στον κατηγορούμενο, αφορά μόνο την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας (Νικολέττης ν. Μήλου, Ποιν. Εφ. 26/2024 & 27/2024, 03.07.2020, Ttozios, ανωτέρω, Γλυκύς ν. Λαρτίδη, Ποιν. Έφ. 85/19, ημερ. 30.6.2021).
126. Όπως υποδείχθηκε στην N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου (2001) 2 Α.Α.Δ. 763, η οποία υιοθετήθηκε στην μεταγενέστερη Nikiforos Technologies Ltd ν. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποιν. Εφεση 18/2012 ημ. 16/4/2014, η έννοια της «εύλογης αιτίας» συνδέεται με εκείνη της καλής πίστης (bona fide), συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινά (honestly).
127. Συνεπώς, οι Κατηγορούμενοι θα πρέπει δείξουν ότι οι ίδιοι ειλικρινά πίστευαν ότι είχαν το δικαίωμα να ανακαλέσουν την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι, επιπρόσθετα, αυτή τους η πεποίθηση ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει (αντικειμενικό κριτήριο). Όπως με ενάργεια υποδεικνύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στις πιο πάνω υποθέσεις, η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου (εκδότη) καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου (2) και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διαταράσσουν την προσφερόμενη υπεράσπιση.
128. Επίσης, σύμφωνα με την Nikiforos Technologies Ltd (ανωτέρω), εύλογη αιτία αποτελεί η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση της επιταγής και τα οποία παρατίθενται, γραπτώς, στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή.
129. Σύμφωνα δε με την Χατζηαργυρού ν. Pamporides LLC, Ποιν. Έφεση 300/2018 ημ. 17/04/2019, ο εκδότης της επιταγής δεν μπορεί να επικαλείται την υπεράσπιση της επιφύλαξης της εύλογης αιτίας σύμφωνα με το άρθρο 305 Α (2) του Κεφ. 154, προβάλλοντας λόγο διαφορετικό από εκείνο τον οποίο δήλωσε στην Τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της πληρωμής της επιταγής. Η αιτία αυτή θα πρέπει να είναι άμεσα και αποκλειστικά συναρτώμενη με τον δηλωθέντα προς την Τράπεζα λόγο ανάκλησης.
130. Όπως συγκεκριμένα αναφέρθηκε στην TTOZIOS MANAGEMENT LTD (ανωτέρω):
«Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου (2) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου (2011) 2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής».
131. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα προϋποθέτει, βεβαίως, την ύπαρξη έγκυρης και κανονικής επιταγής ως αυτή ορίζεται στο άρθρο 4 του Κεφ.154, και, με δεδομένο ότι μία επιταγή θεωρείται συναλλαγματική, το ζήτημα αυτό διέπεται από τις ίδιες διατάξεις που εφαρμόζονται για συναλλαγματικές, εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Νόμο. Εκ των προϋποθέσεων, λοιπόν, που επηρεάζουν την εγκυρότητα μίας επιταγής είναι η υπογραφή της από τον εκδότη - εντολέα της χωρίς η υπόσταση της να επηρεάζεται επειδή συμπληρώθηκε ως προς τα υπόλοιπα αναγκαία στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της, με την προϋπόθεση ότι η συμπλήρωση γίνεται με την εντολή ή συγκατάθεση του εκδότη της ή από τον κάτοχο αυτής για αξία.
Ποινική ευθύνη διευθυντή εταιρείας
132. Ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 δηλαδή συνεργός της στη διάπραξη του αδικήματος της πρόκλησης μη εξόφλησης της επιταγής. Tο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι εκείνος ο οποίος παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη αδικήματος από άλλον ή παρακινεί αυτόν κατά την διάπραξη ποινικού αδικήματος ή εκείνος που προάγει άλλον για διάπραξη αδικήματος θεωρείται ότι συμμετείχε στην διάπραξη και θεωρείται ένοχος και δύναται να διωχθεί ως αυτουργός.
133. Όπως και σε άλλα αδικήματα, έτσι και στην παρούσα περίπτωση, ένοχος δύναται να κριθεί και ο συμμέτοχος ή συνεργός στη διάπραξή του, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Βεβαίως, στις περιπτώσεις όπου ο αυτουργός ενός αδικήματος είναι κάποιο νομικό πρόσωπο, η ιδιότητα του διευθυντή ή άλλου αξιωματούχου του δεν δύναται από μόνη της να στοιχειοθετήσει την καταδίκη βάσει του εν λόγω άρθρου. Απαιτείται μαρτυρία για τη συγκεκριμένη δράση η οποία συνιστά συμμετοχή του φυσικού προσώπου στη διάπραξη του αδικήματος (Ευριβιάδης ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 600, Παντελή ν. Κωνσταντίνου (2001) 2 Α.Α.Δ. 708).
134. Ένα από τα είδη συμμετοχής ή συνέργειας, ως καθορίζονται στο άρ. 20, του Κεφ. 154, είναι η παροχή συνδρομής (βοήθειας) σε άλλον ή η παρακίνηση άλλου να διαπράξει αδίκημα («aiding and abetting»). Η συγκεκριμένη συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη, ήτοι η δράση η οποία συνιστά τη συμμετοχή αυτή, είναι δυνατόν να αφορά είτε την προετοιμασία είτε οποιοδήποτε στάδιο της διάπραξης του αδικήματος.
135. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Ashworth's Principles of Criminal Law, 2022, 10η έκδοση, σελ. 478:
«Αbetting involves some encouragement of the principal to commit the offence and this usually accompanies, or is implicit in, an act of aiding. Aid may be given by supplying an instrument to the principal, keeping a look‑out, doing preparatory acts, and many other forms of assistance given before or at the time of the offence».
136. Καθίσταται λοιπόν αντιληπτό ότι η συνέργεια, συνδρομή ή βοήθεια δυνατόν να μην αφορά απλά μια μεμονωμένη στιγμιαία πράξη. Υπό τις κατάλληλες περιστάσεις γεγονότων και υποκειμενικής υπόστασης, είναι ενδεχόμενο να αποτελείται από σειρά ενεργειών ή από συνολική συμπεριφορά. Στην απόφαση στην υπόθεση Vrontis Builders Ltd κ.α. ν. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ (2016) 2 Α.Α.Δ. 518 η πλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ανέφερε τα ακόλουθα:
«Η συνέργεια κατά το Άρθρο 20 του Κεφ. 154, δεν είναι στατική. Καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής. (Πουτζιουρής κ.α v. Δημοκρατίας (1990), 2 Α.Α.Δ. 309, σελ. 346 κ.ε). Το Άρθρο 305Α ποινικοποιεί, σύμφωνα με τον πλαγιότιτλο, την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα. Κατά τη νομολογία, (Militos Trading Ltd ν. Μαλέκκου (2012) 2 Α.Α.Δ. 609 και Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd (2003) 2 Α.Α.Δ. 261), η συνέργεια συντελείται κατά το χρόνο έκδοσης και υπογραφής της επιταγής. Η συνέργεια δεν είναι όμως στιγμιαία. Συνεχίζει καθ' όλη τη διάρκεια της διενέργειας της αξιόποινης πράξης. Η έκδοση επιταγής από την εταιρεία ως νομικό πρόσωπο καθιστά βέβαια υπεύθυνη την ίδια την εταιρεία ως την εκδότρια της επιταγής, αλλά ο διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας που υπογράφει την επιταγή δύναται να είναι ποινικά υπεύθυνος ως συνεργός νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεση του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος».
137. Όσον αφορά το mens rea του συνεργού (secondary party) είναι σχετικά τα όσα αναφέρονται στις σελίδες 179 – 190 του Smith & Hogan, Criminal Law, 11th edn. Υπό μορφή περίληψης αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 179:
“(1) the secondary party must intend to assist or encourage the principal’s act, or in the case of procuring, to bring the offence about;
(2) the secondary party must have knowledge as to the facts forming the essential elements of the principal’s offence, (including any facts as to which the principal bears strict liability). This includes an awareness that the principal will act with mens rea”.
138. Άντλησα επίσης καθοδήγηση από το σύγγραμμα Blackstone’s Criminal Practice 2015, παρ. Α4.5 και Α4.6. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι το mens rea στις περιπτώσεις ενός συνεργού (accessory) είναι «στενότερο» από αυτό του αυτουργού (principal) καθότι χρειάζεται πρόθεση ή γνώση παρά αμέλεια ή απερισκεψία.
139. Εν πρώτοις, λοιπόν, αυτό το οποίο εξετάζεται, είναι το κατά πόσον εντοπίζεται συγκεκριμένη συμπεριφορά ή δράση, η οποία να συνιστά τη συμμετοχή κάποιου στο αδίκημα άλλου προσώπου. Αυτή η δράση, αν εντοπιστεί, αποτελεί την αντικειμενική υπόσταση της συμμετοχής ή συνέργειας (actus reus).
140. Η διάπραξη της πράξης ή η παράλειψη, ωστόσο, δεν είναι αφ’ εαυτής αρκετή για απόδειξη του αδικήματος επί τη βάσει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, δεδομένου ότι ακόμα και στις περιπτώσεις αδικημάτων αυστηρής ευθύνης (strict liability), απαιτείται όσον αφορά το συνεργό να υφίσταται η αναγκαία γνώση ή πρόθεση, δηλαδή η υποκειμενική υπόσταση ή άλλως, η ένοχη διάνοια (mens rea). Εν ολίγοις, εάν κατά τη στιγμή της διενέργειας κάποιας πράξης (ή παράλειψης) δεν συνυπάρχει και το απαραίτητο για το συγκεκριμένο αδίκημα νοητικό στοιχείο, τότε δεν προκύπτει ποινική ευθύνη.
141. Όπως περαιτέρω εξηγείται στο σύγγραμμα Archbold 2015, §17‑113 «… [i]n general the mental element of a crime must exist at the time of the physical act .». Έπεται πως η ένοχη διάνοια θα πρέπει να υφίσταται κατά τη στιγμή της συγκεκριμένης ενέργειας η οποία συνιστά τη συνέργεια. Στην υπόθεση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd (2003) 2 Α.Α.Δ. 261, η οποία αφορούσε σε αδίκημα της συνέργειας σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατά παράβαση του εδαφίου (γ) του άρθρου 20 του ΠΚ αναφέρθηκαν τα εξής:
«Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 παρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού.
Ο Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455 στη σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute that offence") Ο Devlin J. Στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων» («. aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances")».
142. Ως προς την προαναφερθείσα γνώση ή πρόθεση, είναι καλώς θεμελιωμένο ότι σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία για την απόδειξή τους. Κατά κανόνα τα στοιχεία αυτά αποδεικνύονται εμμέσως, με περιστατική μαρτυρία (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 75) ή όπως αλλιώς έχει τεθεί, κατά κανόνα αυτά αναδύονται ως εξυπακουόμενα στοιχεία μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα, τα οποία αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου και περαιτέρω εννοείται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του (Στυλιανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 646).
Ε. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
143. Αφού παρατέθηκε και αναλύθηκε στην προηγούμενη ενότητα η νομική πτυχή της υπόθεσης επανέρχομαι τώρα στα γεγονότα της εν προκειμένω υπόθεσης έχοντας κατά νου τα ευρήματα του Δικαστηρίου και το νομικό πλαίσιο το οποίο διέπει τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι.
144. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1. Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΚ1 υπογράφηκαν από δύο πρόσωπα στην υπηρεσία της Κατηγορούμενης 1 τα οποία ήτο εξουσιοδοτημένα να υπογράφουν. Οι επιταγές εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 για εξόφληση του υπολοίπου της προς τους Παραπονούμενους αφού συμφωνήθηκε το ποσό. Ήταν με απόφαση και οδηγίες του Κατηγορούμενου 2 που εκδόθηκαν οι εννέα επιταγές οι οποίες περιλαμβάνουν και τις τρεις επίδικες.
145. Αμφισβητήθηκε το ότι η επιστολή ανάκλησης Τεκμήριο 5 στάλθηκε προς την Ελληνική. Ο Κατηγορούμενος 2 προέβαλε τη θέση ότι ήταν κατά λάθος που στάλθηκε στην Ελληνική και ότι προοριζόταν για τους Παραπονούμενους. Η θέση αυτή απορρίφθηκε ως παράλογη για τους λόγους οι οποίοι τίθενται στην ενότητα στην οποία έλαβε χώρα η αξιολόγηση της μαρτυρίας. Εάν όντως ήταν εκ παραδρομής η αποστολή της στην Ελληνική αναμενόταν να ληφθούν μέτρα για τη διόρθωση του λάθους ή να δοθεί έστω μια εξήγηση στους Παραπονούμενους κάτι το οποίο δεν έγινε. Αντιθέτως η εκδοχή αυτή παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην ακρόαση. Η υπεράσπιση του Κατηγορούμενου 2 ήταν αφενός ότι εκ παραδρομής δόθηκε οδηγία ανάκλησης, αφετέρου δε ότι υπήρχε εύλογη αιτία για την ανάκληση κατά τρόπο που η μία υπερασπιστική γραμμή εξουδετερώνει την άλλη.
146. Επομένως, οι τρεις επίδικες Επιταγές ανακλήθηκαν από τον εκδότη τους, την Κατηγορούμενη 1 πριν από την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες, ήτοι στις 17.03.2020. Η επιστολή ανάκλησης (Τεκμήριο 5) υπογράφεται από τον Κατηγορούμενο 2 σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΚ1.
147. Οι επιταγές δεν είχαν τιμηθεί όταν παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστησαν πληρωτέες. Το ότι η επιταγή με αρ. 99751440 (κατηγορίες 1 και 2) φέρει και σφραγίδα ότι έχουν δοθεί επίσης οδηγίες να μην πληρωθεί όχι από τον εκδότη της δεν επηρεάζει το ότι οι επιταγή είχε προηγουμένως ανακληθεί από τον εκδότη της. Επί τούτου το Δικαστήριο δέχθηκε τη μαρτυρία του ΜΚ1 για τους λόγους οι οποίοι επεξηγήθηκαν προηγουμένως, δηλαδή ότι δεν έπαιξε ρόλο η μεταγενέστερη οδηγία του διαχειριστή της Κατηγορούμενη 1 εφόσον η εντολή ανάκλησης εκτελέστηκε με βάση τη σφραγίδα «εκτελέστηκε» επί του Τεκμηρίου 5.
148. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου αποδείχτηκε η έκδοση και πρόκληση μη εξόφλησης των τριών επίδικων επιταγών από τους Κατηγορούμενους. Το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας μετατίθεται στους ώμους των Κατηγορούμενων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Ttozios Management Ltd κ.α. ν. Κυριάκου (2016) 2 A.A.Δ. 277, Ευθυμίου ν. Mavanel Ltd, Ποιν. Εφ. 230/17, ημερ. 8.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:B284, ECLI:CY:AD:2019:B284, Νίκος Γλυκής ν. Λαρτίδη, Ποιν. Εφ. 86/19, ημερ. 30.6.2021).
149. Κατά συνέπεια, είναι η κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α (2) Κεφ. 154 έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, μεταθέτοντας έτσι επί των ώμων των Κατηγορουμένων το βάρος να αποδείξουν, στον απαιτούμενο βαθμό, την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών.
150. Το ζήτημα αυτό, όπως προαναφέρθηκε, συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο που παρατέθηκε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκαν οι επιταγές, κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της πληρωμής τους, που, εν προκειμένω, είναι «η κακή ποιότητα των προϊόντων και η καταστροφή τους» με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5.
151. Εν προκειμένω, ο Κατηγορούμενος 2 στην ακρόαση προέβαλε διαφορετικό λόγο από εκείνον τον οποίο ανέφερε στο Τεκμήριο 5 και κατά συνέπεια δεν μπορεί να πετύχει η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Στην ακρόαση, κατά την μαρτυρία του, ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε πως ανακάλεσε τις επιταγές επειδή δεν αφαιρέθηκε το ποσό της ζημιάς την οποία κατ’ ισχυρισμό υπέστη η Κατηγορούμενη 1 λόγω της προμήθειας της από τους Παραπονούμενους με ληγμένα και ελαττωματικά προϊόντα, από το υπόλοιπο το οποίο όφειλε η Κατηγορούμενη 1 στους Παραπονούμενους.
152. Σίγουρα είναι πολύ διαφορετικό να ανακληθεί μια επιταγή που εκδόθηκε για την αγορά προϊόντων τα οποία διαφάνηκε πως είναι ελαττωματικά αφού παραλήφθηκαν από τον αντισυμβαλλόμενο από την ανάκληση επειδή εκ παραδρομής δεν υπολογίστηκε και δεν αφαιρέθηκε από το συνολικό χρέος το σύνολο της ισχυριζόμενης ζημιάς την οποία για πρώτη φορά απαιτεί ο Κατηγορούμενος 2 στην ακρόαση. Σημειώνω πως πριν να εκδοθούν οι επιταγές από την Κατηγορούμενη υπήρξε συμφωνία μεταξύ των μερών για το ποσό που θα αφαιρείτο και συνεπώς αφαιρέθηκε το ποσό των €3.776 από το οφειλόμενο ποσό και εκδόθηκε σχετική πιστωτική σημείωση. Η υπεύθυνη λογιστηρίου που ενεργούσε κατόπιν οδηγιών του Κατηγορούμενου 2 αποδέχθηκε το ποσό αυτό και προχώρησε με την έκδοση των επιταγών.
153. Για να πετύχαινε η υπεράσπιση που προβλήθηκε θα έπρεπε να αναφερθεί στην τράπεζα κατά την ανάκληση πως υπήρχε υπόσχεση / συμφωνία / διαβεβαίωση ότι θα αφαιρείτο το απαιτούμενο ποσό από το υπόλοιπο - το οφειλόμενο προς τους Παραπονούμενους ποσό λόγω της κακής ποιότητας προϊόντων και απαίτησης για αποζημίωση ύψους €13.300.
154. Επομένως, η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας δεν έχει περιθώρια επιτυχίας. Παρά ταύτα, θα προχωρήσω για σκοπούς πληρότητας με τη ανάλυση του κατά πόσον ο λόγος ο οποίος προωθήθηκε αποτελεί εύλογη αιτία.
155. Θεωρώ ότι οι Κατηγορούμενοι δεν απέσεισαν το βάρος στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι υπήρχε εύλογη αιτία ανάκλησης της πληρωμής των επιταγών, κατά τρόπο ώστε να απαλλάσσονται από την ποινική ευθύνη την οποία το άρθρο 305 Α (2) εναποθέτει.
156. Οι Κατηγορούμενοι ανακάλεσαν τις επιταγές χωρίς καμία προειδοποίηση. Η υποτιθέμενη απαίτηση τους για €13.300 ουδέποτε υποβλήθηκε στους Παραπονούμενους, ουδέποτε ενημερώθηκαν οι Παραπονούμενοι περί αυτής και είναι προσχηματική - αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη για να δικαιολογήσει την χωρίς εύλογη αιτία ανάκληση. Επομένως, δεν θεωρώ ότι είχαν ειλικρινή απαίτηση οι Κατηγορούμενοι.
157. Περαιτέρω, το ότι ανακλήθηκαν επιταγές ύψους €42.000 επειδή υπήρχε απαίτηση για €13.300 ενώ είχαν ήδη «αποζημιωθεί» οι Κατηγορούμενοι με την αφαίρεση του ποσού των €3.776 ποσό το οποίο οι ίδιοι πρότειναν, δείχνει την κακοπιστία των Κατηγορούμενων.
158. Στο Τεκμήριο 21 ο Κατηγορούμενος 2 σε ηλ. μήνυμα με θέμα «ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ *iceline*» αναφέρει προς την κυρία Σιδέρη, Credit Control Manager των Παραπονούμενων στις 22.04.2019, ώρα 4:33 μ.μ. ότι «υπάρχει μια διαφορά στα ποσά. Το έχω κοινοποίηση στο λογιστήριο μας κα Ακριβή και θα επικοινωνήσει σήμερα μαζί σας για να συμφωνηθεί το ποσό έτσι ώστε να προχωρήσουμε σε πληρωμή. Ευχαριστώ.».
159. Η κυρία Σιδέρη απαντά στον Κατηγορούμενο 2 ότι μπορούν να τους στείλουν «καρτέλα» για να το ελέγξουν. Ακριβώς 30 λεπτά μετά από το μήνυμα του Κατηγορούμενου 2, η Ακριβή Κουκουγιάννη αποστέλλει μήνυμα προς την κυρία Σιδέρη, σε αλυσίδα αλληλογραφίας με το ίδιο ακριβώς θέμα στο οποίο αναφέρει τα ακόλουθα:
«Σε απάντηση του ηλεκτρονικού σας μηνύματος σας ενημερώνω ότι υπάρχει μια διαφορά συνολικού ύψους 3776 ευρώ .... Με βάση τα πιο πάνω παρακαλώ όπως προχωρήσετε στις απαραίτητες εγγραφές ώστε να συμφωνηθεί το δικό σας υπόλοιπο με το δικό μας και τελικά να προχωρήσουμε στην έκδοση των επιταγών».
160. Από την πιο πάνω ανταλλαγή μηνυμάτων προκύπτει ότι οι Κατηγορούμενοι δεν είχαν απαίτηση για €13.300 αλλά για €3.776 που ήταν το ποσό που αποκόπηκε και εν τέλει προχώρησαν οι Κατηγορούμενοι με την έκδοση των επίδικών επιταγών. Όπως δηλαδή ακριβώς ο Κατηγορούμενος 2 είχε αναφέρει στους Παραπονούμενους σε προηγούμενο ηλεκτρονικό μήνυμα ότι θα έπραττε. Η απαίτηση ύψους €13.300 είναι πρόσχημα, ένα κατασκεύασμα, για να δικαιολογήσει την ανάκληση που όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η Κατηγορούμενη ζήτησε και έλαβε έκπτωση €3.776, ήταν ικανοποιημένη με το ποσό που αποκόπηκε και εξέδωσε τις επιταγές.
161. Σημειώνω ότι ακόμα και να υπήρχε ειλικρινής απαίτηση για €13.300 δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η ανάκληση επιταγών ύψους €42.000, ήτοι για το τριπλάσιο ποσό. Η έλλειψη αναλογικότητας υπό αυτή την έννοια θεωρώ ότι παραπέμπει σε κακοπιστία.
162. Κατά συνέπεια, δεν αποδείχθηκε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι οι Κατηγορούμενοι ειλικρινά πίστευαν ότι είχαν το δικαίωμα κατά το χρόνο της ανάκλησης να ανακαλέσουν την πληρωμή των επιταγών (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι αυτή τους η πεποίθηση ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη.
163. Περαιτέρω, αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος 2 προέβη στην ανάκληση και ότι είχε γνώση όλων των γεγονότων καθώς και πρόθεση ανάκλησης των επιταγών. Η υπογραφή της πράξης ανάκλησης από τον Κατηγορούμενο 2 η οποία στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε, αποτελεί το actus reus της συνέργειας. Η υπογραφή της επιστολής / οδηγίας ανάκλησης που απευθύνεται προς την Ελληνική και η αποστολή της στην Ελληνική επιφέρει το φυσιολογικό αποτέλεσμα της ανάκλησης των επιταγών. Επομένως, συνάγεται και η πρόθεση για ανάκληση των επιταγών. Ο Κατηγορούμενος 2, περαιτέρω, είχε πλήρη γνώση των γεγονότων και αυτό αναδύεται από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν (Τεκμήρια 11,12,21, μεταξύ άλλων). Επομένως, ο Κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2, 4 και 6.
164. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας επειδή ο διαχειριστής της Κατηγορούμενης 1 προέβη σε συμφωνία με τους Παραπονούμενους για την εξόφληση των επιταγών, η οποία ωστόσο δεν εφαρμόστηκε, θεωρώ ότι δεν ευσταθεί. Δεν αποδείχθηκε εξόφληση των επιταγών από τους Κατηγορούμενους, ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε διαβεβαίωση πως η δίωξη θα αποσυρθεί επειδή έχουν εξοφληθεί οι επιταγές. Ο ΜΥ2 ανέφερε ευθαρσώς ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι της συμφωνίας. Επομένως, δεν θεωρώ ότι τέθηκε ζήτημα κατάχρησης διαδικασίας. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν απέδειξε στο βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων πως υπάρχει κατάχρηση και η εισήγηση περί κατάχρησης απορρίπτεται. Η οποιαδήποτε διαφωνία του Κατηγορούμενου 2 με τον διαχειριστή της Κατηγορούμενης 1 δεν επηρεάζει την ποινική του ευθύνη ως ισχυρίστηκε.
165. Ως προς το ότι ο συνήγορος των Παραπονούμενων ανέφερε στην σύνδικο την εκτίμηση του για την επιτυχία της δίωξης και την πιθανότητα ανάκτησης των εξόδων, δεν μπορεί να θεωρηθεί κατάχρηση της διαδικασίας. Ακόμη και αν διαφανεί πως η εκτίμηση του δεν ήταν σωστή δεν παύει να είναι η νομική του εκτίμηση. Δεν μπορώ να αντιληφθώ το πως μπορεί να θεωρηθεί κατάχρηση της διαδικασίας επειδή ο συνήγορος των Παραπονούμενων ανέφερε με βεβαιότητα στη σύνδικο ότι η δίωξη θα πετύχει. Ούτε και επεξηγήθηκε στην αγόρευση του Κατηγορούμενου 2 γιατί αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας.
166. Οι ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου 2 ότι έχασε πολύτιμο χρόνο ετοιμασίας της υπεράσπισης του και ότι επειδή είχε εκδιωχθεί από το γραφείο του στην Κατηγορούμενη 1 από το διαχειριστή δεν είχε πρόσβαση σε στοιχεία τα οποία ενδεχομένως να υποστήριζαν την υπεράσπιση του, επίσης δεν μπορούν να ευσταθούν. Τέθηκαν κατά τρόπο γενικό και αόριστο. Δεν αναφέρθηκε ποια στοιχεία είναι αυτά που ενδεχομένως να υποβοηθούσαν την υπεράσπιση του και στα οποία δεν έχει πρόσβαση. Ούτε και αναφέρθηκε πως ζητήθηκαν ορισμένα στοιχεία ή η πρόσβαση σε αυτά από το διαχειριστή και αυτός αρνήθηκε. Επομένως, ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου 2 περί δυσμενούς επηρεασμού της υπεράσπισης του για τους προαναφερόμενους λόγους είναι ανυπόστατος.
167. Ο ισχυρισμός στη γραπτή αγόρευση του Κατηγορούμενου 2 ότι δόθηκε γραπτή δήλωση του ΜΚ2 με διαφορετικό περιεχόμενο σε αυτούς δεν ευσταθεί. Ο ΜΚ2 κατά την κυρίως εξέταση του διευκρίνισε ότι πλέον οι Παραπονούμενοι δεν διεξάγουν εργασίες επειδή τέθηκαν υπό εκκαθάριση. Ζήτησε όπως του επιτραπεί να διαγράψει τη φράση «και εξακολουθεί να ασχολείται» από την πρώτη παράγραφο της δήλωσης του. Δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο, διέγραψε τη φράση και μονόγραψε στο σημείο της διαγραφής – δείτε σελ. 7 πρακτικών ημερ. 20.11.2024. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός ότι είχε δοθεί γραπτή δήλωση με διαφορετικό περιεχόμενο είναι αβάσιμος και ανυπόστατος.
ΣΤ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
168. Σύμφωνα με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α (2) του Κεφ. 154. Συνεπώς, το βάρος μετατέθηκε στους ώμους του Κατηγορούμενου να καταδείξει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε εύλογη αιτία ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών, βάσει του λόγου ο οποίος δηλώθηκε γραπτώς κατά το χρόνο ανάκλησης στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτές εκδόθηκαν.
169. Με υπόβαθρο την επί του προκειμένου αξιόπιστη μαρτυρία των Παραπονούμενων σε συνδυασμό με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου και με δεδομένο ότι, εν πάση περιπτώσει, ουδεμία αξιόπιστη μαρτυρία παρουσιάστηκε σε σχέση με την ύπαρξη εύλογης αιτίας στην ανάκληση των επίδικων επιταγών, αφού η επί του προκειμένου μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη, κρίνω ότι η ενέργεια του Κατηγορούμενου 2 και της Κατηγορούμενης 1 να προκαλέσει την μη εξόφληση των επίδικων επιταγών δεν ήταν ειλικρινής ούτε υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Συναφώς, καταλήγω ότι ο Κατηγορούμενος 2 απέτυχε να αποδείξει την ύπαρξη «εύλογης αιτίας» για την πρόκληση της μη πληρωμής των επιταγών και, έτσι, αυτός κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2, 4 και 6 τις οποίες αντιμετωπίζει.
170. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Παραπονούμενων και εναντίον του Κατηγορούμενου 2 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από από Δικαστήριο.
Υπ. ________________
Χ. Σατσιάς, Προσ. Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο