ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά, Ε. Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 2730 / 2023
ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΝΤΑΛΙΩΤΗΣ
Παραπονούμενους
και
ΜΑΡΙΟΣ ΜΕΝΕΛΑΟΥ
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 09 Δεκεμβρίου, 2025
Για τον Παραπονούμενο: κος Π. Μιχαήλ με κο Φ. Χριστοδούλου
Για τον Κατηγορούμενο: κος Η. Στεφάνου και κα Φ. Μαλά
Κατηγορούμενος: παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά σε κοινή επίθεση κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και η δεύτερη κατηγορία αφορά σε απειλή κατά παράβαση των άρθρων 4, 29 και 91Α του Κεφ. 154.
2. Με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών τις οποίες αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, στις 06.09.2022, στο χώρο εργασίας των διαδίκων στη Λευκωσία και ενώ ο Κατηγορούμενος ήταν προϊστάμενος του Παραπονούμενου, παράνομα επιτέθηκε εναντίον του δηλαδή τον γρονθοκόπησε με τα δύο του χέρια στο στήθος και τον έσπρωξε στον τοίχο. Κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο χώρο, προκάλεσε στον Παραπονούμενο τρόμο και ανησυχία απειλώντας τον με παράνομη πράξη δια της έκφρασης «Εσύ και εσύ είσαστε τελειωμένοι».
3. Ο Κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζε και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής προσέφεραν μαρτυρία οι κύριοι Ανδρέας Πενταλιώτης (ΜΚ1 – Παραπονούμενος), Αντρέας Παπέττας (ΜΚ2) και Κωνσταντίνος Αρέστη (ΜΚ3). Αφού το Δικαστήριο έκρινε πως αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος κατέθεσε από το εδώλιο του μάρτυρα (ΜΥ1) και αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Παραπονούμενου. Περαιτέρω, για την Υπεράσπιση πρόσφεραν μαρτυρία οι κυρίες Αστυφύλακας 561 Αναστασία Διοικητή (ΜΥ2) και Γιώτα Γεωργίου (ΜΥ3).
4. Σημειώνω σε αυτό το στάδιο ότι το σύνολο της μαρτυρίας το οποίο προσκομίστηκε βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας, έχει τύχει προσεκτικής μελέτης και το έχω λάβει υπόψιν μου. Δεδομένου του ότι οι αρχές οι οποίες διέπουν την αιτιολόγηση δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλουν την επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας ή την αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή αυτής, θα προσπαθήσω να περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα.
5. Το δε περιεχόμενο των εμπεριστατωμένων και επιμελών αγορεύσεων των συνηγόρων των μερών έχει ληφθεί υπόψη και ειδική αναφορά σε επιχειρήματα τα οποία προβάλλονται σε αυτές γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση την οποία μπορεί να έχει στη θεώρηση των επίδικων θεμάτων.[1]
Β. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΑΧΘΗΚΕ
i. ΜΚ1 – Παραπονούμενος
6. Ο Παραπονούμενος στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του την οποία ως ανέφερε συνέταξε την ημέρα κατά την οποία έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν (Έγγραφο Α). Κατατέθηκαν δύο φωτογραφίες του γραφείου του Παραπονούμενου στις οποίες φαίνεται ο χώρος όπου έλαβαν χώρα τα επίδικα συμβάντα (Τεκμήρια 1 και 2).
7. Στο Έγγραφο Α αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
7.1 Εργαζόταν ως Προϊστάμενος Λειτουργίας και Διαχείρισης Έργων στη Δημόσια Επιχείρηση Φυσικού Αερίου (εφεξής «ΔΕΦΑ»). Ο Κατηγορούμενος ήταν ο Γενικός Διευθυντής της ΔΕΦΑ.
7.2 Στις 06.09.2022, γύρω στις 08:00 π.μ. κάλεσε τους συνεργάτες του ΜΚ2 και ΜΚ3 για να εργαστούν και αυτοί προσήλθαν στο γραφείο του και κάθισαν στο τραπέζι συνεδριάσεων. Τα παράθυρα και η πόρτα του γραφείου ήταν κλειστά.
7.3 Λίγη ώρα μετά δέχθηκε τηλεφώνημα από τον Κατηγορούμενο ο οποίος του ζήτησε να συναντηθούν με εξωτερικό σύμβουλο για να συζητήσουν ένα θέμα από το οποίο μετά από προσωπική εισήγηση του Κατηγορούμενου προς το ΔΣ της ΔΕΦΑ, το ΔΣ αποφάσισε τον αποκλεισμό του. Ο Παραπονούμενος εκδήλωσε την προθυμία του να συμμετάσχει στη συνάντηση ωστόσο ζήτησε να διεξαχθεί η συνάντηση την επόμενη μέρα. Κατά τη συζήτηση ο Παραπονούμενος επανέλαβε ότι θα πρέπει να πληροφορηθεί το ΔΣ καθότι θα συμμετείχε σε συνάντηση σε σχέση με θέμα για το οποίο το ΔΣ αποφάσισε τον αποκλεισμό του.
7.4 Ο Κατηγορούμενος αντέδρασε έντονα και αμφισβήτησε την εργασία του και την απόδοση του. Ο Παραπονούμενος απέρριψε τις αναφορές του Κατηγορούμενου και τον κάλεσε να τις τεκμηριώσει και να σταματήσει. Τότε ο Κατηγορούμενος επίσης αντέδρασε και τον ρώτησε εάν ήταν μόνος του στο γραφείο του. Του απάντησε ότι βρισκόταν εκεί με τους ΜΚ2 και ΜΚ3 και τότε ο Κατηγορούμενος του έκανε προσωπική επίθεση διότι το θεώρησε λανθασμένο να συζητά ο Παραπονούμενος μπροστά τους. Ο Παραπονούμενος του ανέφερε πως ο ίδιος τον είχε καλέσει και ότι σε κάθε περίπτωση οι φωνές του και η όλη συμπεριφορά του ακούγονταν επειδή είχε ανοιχτή την πόρτα του γραφείου του.
7.5 Κατά τον Παραπονούμενο, ήταν εις γνώση του Κατηγορούμενου ότι οι ΜΚ2 και ΜΚ3 βρίσκονταν στο γραφείο του καθότι είχαν περάσει μπροστά από το γραφείο του και η πόρτα του ήταν ανοιχτή.
7.6 Ο Παραπονούμενος τον παρακάλεσε όπως του συμπεριφέρεται σωστά και να τον σέβεται ασχέτως του ποιοι είναι μπροστά και τότε ο Κατηγορούμενος του έκλεισε το τηλέφωνο.
7.7 Ακολούθως, ο Παραπονούμενος στάθηκε στο σημείο της πόρτας του γραφείου του Κατηγορούμενου η οποία ήταν ανοιχτή και του ανέφερε πως η συμπεριφορά του «με τις φωνασκίες, προσβολές και κλείσιμο του τηλεφώνου είναι προσβλητική και δεν θεωρ[εί] ότι είναι σωστή» και επέστρεψε στο γραφείο του για να συνεχίσει την εργασία του.
7.8 Αμέσως μετά ο Κατηγορούμενος εισήλθε «μαινόμενος στο γραφείο [του] κλείνοντας με χτύπημα την πόρτα και κατευθείαν πείραξε τις ρυθμίσεις του κλιματισμού…». Ο Παραπονούμενος αναφέρει πως του ζήτησε να μην πειράζει τον κλιματισμό του γραφείου του και ο Κατηγορούμενος του απάντησε ότι είναι Γενικός Διευθυντής («ΓΔ») και ότι θέλει κάνει.
7.9 Ακολούθως, χτύπησε το χέρι του με δύναμη πάνω στο τραπέζι συνεδριάσεων μπροστά από τους ΜΚ2 και ΜΚ3 εκφοβίζοντας τους και επανέλαβε «ότι θέλω κάμνω». Καθώς περπατούσε προς το σημείο ελέγχου του κλιματισμού (βρίσκεται στον τοίχο κοντά στην πόρτα), ο Κατηγορούμενος πρόσβαλε τον ίδιο καθώς και τους ΜΚ2 και ΜΚ3 χρησιμοποιώντας μειωτικούς χαρακτηρισμούς όπως ότι είναι προσκολλημένοι πάνω του, παρασύρονται και επηρεάζονται από αυτόν. Ακολούθως, απευθύνθηκε στον ΜΚ2 και τον πρόσβαλε αναφέροντας ότι δεν έχει κρίση. Ο ΜΚ2 αντέδρασε λέγοντας του ότι δεν είναι η πρώτη φορά που δέχεται τέτοια επίθεση και δεν είναι αποδεκτή τέτοια συμπεριφορά.
7.10 Ο Παραπονούμενος επίσης ανέφερε ότι η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου δεν είναι αποδεκτή και δεν μπορεί να επαναλαμβάνεται και τότε ο Κατηγορούμενος κτύπησε ξανά το χέρι του στο τραπέζι με σκοπό να τους εκφοβίσει, ενώ ήταν όρθιος και κουνούσε το δάκτυλο.
7.11 Ο Κατηγορούμενος φεύγοντας, απευθυνόμενος προς τους Παραπονούμενο και τον ΜΚ2 τους απείλησε. Φωνάζοντας και δείχνοντας τους με το δάκτυλο του τους ανέφερε «εσύ και εσύ είσαστε τελειωμένοι!». Ενώ ο Κατηγορούμενος φώναζε, ο Παραπονούμενος κινήθηκε προς την πόρτα και την έκλεισε για να μην ακούγονται φωνές στους υπόλοιπους στο γραφείο αφού ο Κατηγορούμενος την είχε ανοίξει.
7.12 Ακολούθως, χωρίς καμία πρόκληση, ο Κατηγορούμενος τον κτύπησε βίαια με τα δύο του χέρια σε σχήμα γροθιάς στο στήθος, σπρώχνοντας τον προς τον τοίχο. Ο Παραπονούμενος του ανέφερε ότι όλα αυτά δεν μπορούν να γίνουν ανεκτά και ότι προτίθετο να λάβει μέτρα και να μιλήσει άμεσα με το δικηγόρο του. Ο Κατηγορούμενος φώναζε προκλητικά «ότι θέλετε κάμετε! Όπου θέλετε πηγαίνετε». Ο Παραπονούμενος του ανέφερε ότι ο εργασιακός εκφοβισμός δεν είναι αποδεκτός πόσω δε μάλλον η σωματική βία.
7.13 Αναχώρησε τρομαγμένος και σοβαρά επηρεασμένος από τα περιστατικά για άμεση συνάντηση με τον τότε δικηγόρο του ο οποίος τον συμβούλευσε να προβεί σε καταγγελία/
7.14 Ο Κατηγορούμενος πολύ σύντομα μετά την πρόσληψη του είχε κακή συμπεριφορά τόσο έναντι του όσο και σε σχέση με άλλους συνάδελφους η οποία περιλάμβανε προσβολές, χαρακτηρισμούς, φωνές και εκφοβισμό. Οι ενέργειες του ήταν «μακροχρόνια κλιμακούμενες» με αποτέλεσμα την απειλή και επίθεση που δέχθηκε.
8. Κατά την κυρίως εξέταση του επιχειρήθηκε η κατάθεση ενός παραρτήματος στην κατάθεση του Παραπονούμενου το οποίο αποτελείται από πέντε σελίδες και περιλαμβάνει δεκατρία διαφορετικά περιστατικά τα οποία κατά τον Παραπονούμενο δείχνουν «τον κλιμακούμενο εκφοβισμό, παρενόχληση και κακή συμπεριφορά» του Κατηγορούμενου έναντι του και τα οποία οδήγησαν στο συμβάν της 06.09.2022. Κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, επιτράπηκε μόνο η κατάθεση των σημείων 10 – 13 στα οποία γίνεται αναφορά στον διαγωνισμό αγοράς συμβουλευτικών υπηρεσιών της Διεύθυνσης Υποδομών τον οποίο συντόνιζε ο Παραπονούμενος και τον συνεπακόλουθο αποκλεισμό του Παραπονούμενου καθώς και των ΜΚ2 και ΜΚ3 από τη διαδικασία ετοιμασίας εγγράφων του διαγωνισμού στις 26.07.2022. Ο Παραπονούμενος θεωρεί πως ο αποκλεισμός τους έγινε για να μην υπάρχει εσωτερική αντιπολίτευση εννοώντας ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήθελε να εκφράζονται θέσεις και εισηγήσεις.
9. Γίνεται επίσης αναφορά σε δύο περιστατικά κατά τα οποία ο Κατηγορούμενος μιλούσε στον Παραπονούμενο με υποτιμητικό τρόπο αφού τον αποκαλούσε «γιέ μου» και «μάνα μου», παρά τη διαμαρτυρία του τελευταίου.
10. Περιέγραψε το χώρο του γραφείου όπου έλαβε χώρα το συμβάν. Ακολούθως, περιέγραψε ξανά το πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα. Καθόταν στο γραφείο του και μιλούσε στο τηλέφωνο με τον Κατηγορούμενο μέχρι τη στιγμή που ο τελευταίος του το έκλεισε. Σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα του γραφείου του και στάθηκε έξω από το γραφείο του Κατηγορούμενου στο σημείο που ήταν η ανοιχτή πόρτα. Του ανέφερε ότι η συμπεριφορά του ήταν απαράδεκτη. Ακολούθως πήγε πίσω στο γραφείο του, έκλεισε την πόρτα και έκατσε μπροστά από το τραπέζι του γραφείου του. Στο τραπέζι συνεδριάσεων κάθονταν οι ΜΚ2 και ΜΚ3. Ο ΜΚ3 καθόταν κοντά στην πόρτα και ο ΜΚ2 καθόταν δίπλα του πιο κοντά στο γραφείο του Παραπονούμενου.
11. Με το που ξεκίνησαν να εργάζονται εισήλθε στο γραφείο του ο Κατηγορούμενος «με μένος, ξεκάθαρη επιθετικότητα, έκλεισε τον κλιματισμό, πείραζε τις ρυθμίσεις του, του ζήτησα να σταματήσει, κτύπησε την πόρτα πίσω του, πάρα πολύ δυνατά.» Αφού τον ρώτησε γιατί πειράζει τον κλιματισμό ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως κάνει ότι θέλει επειδή είναι ΓΔ. Στάθηκε μπροστά από το τραπέζι συνεδριάσεων με τους ΜΚ2 και ΜΚ3 στα αριστερά του και κτύπησε το χέρι του φωνάζοντας ξανά ότι είναι ΓΔ και κάνει ότι θέλει. Ταυτόχρονα κουνούσε το δείχτη του δεξιού του χεριού πάνω κάτω. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος κινήθηκε στο σημείο απέναντι από τους ΜΚ2 και ΜΚ3. Ο Παραπονούμενος ήταν καθοδόν προς την πόρτα για να ρυθμίσει τον κλιματισμό. Ο Κατηγορούμενος προέβη σε φραστική επίθεση προς τους ΜΚ2 και ΜΚ3 αποκαλώντας τους προσκολλημένους και ότι παρασύρονται και ειδικά στον ΜΚ2 ανέφερε πως δεν έχει κρίση. Ο ΜΚ2 διαμαρτυρήθηκε πως δεν είναι σωστή η συμπεριφορά του. Διαμαρτυρήθηκε και ο Παραπονούμενος και τότε ο Κατηγορούμενος κτύπησε ξανά το χέρι του στο τραπέζι και φώναξε ότι είναι ΓΔ και ότι θέλει κάμνει.
12. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος σηκώθηκε και προχώρησε προς την έξοδο μπροστά από το τραπέζι συνεδριάσεων και ανέφερε στους ΜΚ2 και Παραπονούμενο ότι είναι τελειωμένοι ενώ ήταν σε κίνηση. Ο Κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα και ο Παραπονούμενος ξεκίνησε να περπατά προς την πόρτα για να την κλείσει να μην ακούγονται οι φωνές και η αναστάτωση έξω. Ο Παραπονούμενος έσπρωξε την πόρτα για να κλείσει. Ο Κατηγορούμενος συνέχισε την απειλή του, κάνοντας την πιο συγκεκριμένη, δηλαδή πρώτα έδειξε τον ΜΚ2 και μετά τον Παραπονούμενο αναφέροντας «Εσύ και εσύ, είστε τελειωμένοι» και μετά άνοιξε την πόρτα.
13. Με το που έκλεισε την πόρτα ο Παραπονούμενος, απρόκλητα δέχθηκε επίθεση από τον Κατηγορούμενο ο οποίος «με δύο χέρια σε σχήμα μπουνιάς» τον κτύπησε στο στήθος σπρώχνοντας τον προς τον τοίχο. Ο Κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Ο Παραπονούμενος ήταν σε κατάσταση σοκ. Οι ΜΚ2 και ΜΚ3 μάζεψαν τα πράγματα τους και έφυγαν. Ο Παραπονούμενος στάθηκε στην πόρτα του γραφείου του Κατηγορούμενου και του ανέφερε πως τέτοια συμπεριφορά δεν είναι αποδεκτή και ότι θα πάει να τον καταγγείλει. Ακολούθως, κατευθύνθηκε προς το δικό του γραφείο ενώ ο Κατηγορούμενος φώναζε επιδεικτικά να πάνε όπου θέλουν και να κάνουν ότι θέλουν.
14. Περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο του μιλούσε κατά τη διάρκεια της τηλεφωνικής τους επικοινωνίας ως μειωτικό και επιθετικό. Τον κατηγόρησε ότι δεν είναι αρκετά αφοσιωμένος και αποδοτικός και ότι καθυστερεί τις διαδικασίες. Ο Παραπονούμενος διαμαρτυρήθηκε και τότε ο Κατηγορούμενος τον ρώτησε αν έχει άλλους μπροστά του. Τότε ο Παραπονούμενος του ανέφερε πως η πόρτα του γραφείου του είναι ανοιχτή και οι ΜΚ2 και ΜΚ3 τον άκουγαν σε κάθε περίπτωση επειδή φώναζε. Κατευθείαν έκλεισε το τηλέφωνο και ακολούθησε το επίδικο συμβάν.
15. Το ύφος του όταν κτυπούσε τα χέρια του ήταν απειλητικό και ήταν μια καθαρή προσπάθεια εκφοβισμού. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι τους δημιούργησε τρόμο και αγωνία. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε πως το «είστε τελειωμένοι» το είπε στην αρχή, επέστρεψε πίσω και το έκανε πιο συγκεκριμένο.
16. Ερωτήθηκε και απάντησε αναφορικά με τη σχέση του με τον Κατηγορούμενο από την αρχή της συνεργασίας τους. Θεωρεί ότι ο Κατηγορούμενος έδειξε τις προθέσεις του από την αρχή, ήταν επιθετικός, τον μείωνε, τον εκφόβιζε γι’ αυτό και ο Παραπονούμενος κρατούσε ημερολόγιο με τα συμβάντα παρενόχλησης του Κατηγορούμενου έναντι του, το οποίο επιχειρήθηκε να κατατεθεί ως παράρτημα στο Έγγραφο Α.
17. Η αντεξέταση του Παραπονούμενου ήταν μακρά. Υπήρχε προϊστορία μεταξύ των μερών και το επίδικο περιστατικό είχε πάρει διαστάσεις. Σε ορισμένα σημεία ήταν δύσκολο να περιοριστεί η μαρτυρία στα γεγονότα της 06.09.2022 δεδομένου του ότι οι διάδικοι απέδιδαν ο ένας στον άλλο διαφορετικά ελατήρια και αιτίες για τη συμπεριφορά εκάστου.
18. Αντεξεταζόμενος, ο Παραπονούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι η δήλωση του, Έγγραφο Α, είναι σχεδόν ταυτόσημη με αυτήν που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 19). Η κατάθεση του ετοιμάστηκε από τον ίδιο και την είδε ο δικηγόρος του πριν υποβληθεί στην Αστυνομία. Γνωρίζει τις θέσεις και απόψεις των ΜΚ2 και ΜΚ3 καθότι ως θύματα που ήταν συζήτησαν εκτεταμένα τα περιστατικά στο πλαίσιο μιας προσπάθειας αλληλοβοήθειας. Ο κύριος Στεφάνου υπέβαλε ότι ο τρόπος, η σειρά και η περιγραφή των γεγονότων είναι πανομοιότυπα και υπέβαλε τη θέση ότι το ίδιο πρόσωπο ετοίμασε και τις τρεις καταθέσεις, ισχυρισμό τον οποίο απέρριψε ο Παραπονούμενος.
19. Αντεξετάστηκε σε σχέση με την κατά τον ισχυρισμό του διευθέτηση συνάντησης με εξωτερικούς συμβούλους για το θέμα της προσφοράς από την οποία είχε προηγουμένως αποκλειστεί. Ο Παραπονούμενος επίσης συμφώνησε ότι οι σχέσεις του με τον Κατηγορούμενο δεν ήταν οι καλύτερες. Το δε ύψος του είναι 187 – 188 ενώ το βάρος του ήταν μεταξύ 105 και 110 κιλά.
20. Ερωτήθηκε για μια καταγγελία που υπέβαλε ο Κατηγορούμενος εναντίον του στο ΔΣ και στο πλαίσιο της οποίας το ΔΣ έκρινε ότι θα έπρεπε να διερευνηθούν οι ισχυρισμοί που προβάλλονταν και στην ουσία είχε ξεκινήσει πειθαρχική διαδικασία εναντίον του. Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι επίσημα δεν ξεκίνησε καμία έρευνα αν και έχει υπόψιν του κάποιες «ψιθυρολογίες».
21. Υποβλήθηκε επίσης πως ο λόγος αποκλεισμού των ΜΚ1 – ΜΚ3 από τη διαδικασία ήταν επειδή παρέλειπαν να συμμορφωθούν με χρονοδιαγράμματα. Ο Παραπονούμενος αναφέρθηκε στο χρονοδιάγραμμα που τέθηκε και ανέφερε πως δεν ήταν ρεαλιστικός στόχος το 2023.
22. Ερωτήθηκε για ένα κείμενο 205 σελίδων το οποίο κατατέθηκε στην Επιτροπή Εργασίας της Βουλής σε σχέση με πειθαρχικές διαδικασίες εναντίον του στη ΔΕΦΑ. Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει το περιεχόμενο του αν και έχει ενημερωθεί για το γεγονός αυτό από άτομα παρόντα στη Βουλή και γι’ αυτό το λόγο εντάσσει το όλο ζήτημα ως «ψιθυρολογία».
23. Ερωτήθηκε επίσης σε σχέση με το ότι συγκεκριμένος βουλευτής ενέγραψε ζήτημα στην Βουλή για εργασιακό εκφοβισμό εντός της ΔΕΦΑ τέσσερεις φορές. Δέχθηκε ότι και ο ίδιος έδωσε πληροφορίες στον εν λόγω βουλευτή αν και το γεγονός είχε λάβει δημοσιότητα.
24. Ανέφερε επίσης ότι πάντα ήταν κλειστά τα παράθυρα και η πόρτα του γραφείου του και ότι είναι πιθανό να είδε τους ΜΚ2 και ΜΚ3 ο Κατηγορούμενος όταν έμπαιναν στο γραφείο του και δεν μπορεί να είναι βέβαιος επί τούτου.
25. Επέμεινε ότι θα έπρεπε να δοθούν ξεκάθαρες οδηγίες του ΔΣ για να μπορεί να συμμετέχει στη συνάντηση στην οποία του ζητήθηκε να συμμετάσχει από τον Κατηγορούμενο. Επέμεινε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος του φώναζε και οι φωνές του ακούγονταν μέσα στο γραφείο του από έξω. Αφού του έκλεισε το τηλέφωνο πήγε στην πόρτα του γραφείου του Κατηγορούμενου και του ανέφερε ότι δεν είναι αποδεκτή η συμπεριφορά αυτή. Σε σχετική ερώτηση απάντησε πως μιλούσε με ένταση για να καταλάβει ο Κατηγορούμενος ότι δεν ήταν ανεκτή η συμπεριφορά του, αλλά χωρίς να φωνάζει.
26. Αρνήθηκε ότι ανέφερε στον Κατηγορούμενο πως τον είχε σε ανοιχτή ακρόαση. Του ανέφερε ότι επειδή φώναζε και η πόρτα του γραφείου του ήταν ανοιχτή τον άκουγαν οι ΜΚ2 και ΜΚ3 που ήταν στο γραφείο του.
27. Υποβλήθηκε ότι ο λόγος του τηλεφωνήματος του Κατηγορούμενου προς τον Παραπονούμενο ήταν για να ενημερωθεί σε σχέση με την εξέλιξη ορισμένων εργασιών (τέσσερεις σε αριθμό) οι οποίες είχαν ανατεθεί στον Παραπονούμενο και εκκρεμούσαν. Υποβλήθηκε πως ήταν ο Παραπονούμενος ο οποίος επανάφερε το ζήτημα του διαγωνισμού από τον οποίο είχε αποκλειστεί. Ο Παραπονούμενος απέρριψε αυτές τις θέσεις.
28. Περαιτέρω, υποβλήθηκε ότι ενώ μιλούσαν είχε τον Κατηγορούμενο σε ανοιχτή ακρόαση και συμπεριφερόταν κατά τρόπο προσβλητικό και απαξιωτικό προς τον Κατηγορούμενο ως επίδειξη στους ΜΚ2 και ΜΚ3. Ο λόγος ήταν επειδή ήταν ο ίδιος προϊστάμενος μέχρι που διορίστηκε ΓΔ στον οργανισμό και ήθελε να δείξει ότι δεν τον ενδιέφερε η ύπαρξη του ΓΔ. Στο τέλος ο Κατηγορούμενος αναγκάστηκε να κλείσει το τηλέφωνο αφού του ανέφερε πως τον έχει σε ανοιχτή ακρόαση και επειδή ήταν ιδιαίτερα εριστικός και επιθετικός έναντι του. Ο Παραπονούμενος απέρριψε όλους αυτούς τους ισχυρισμούς.
29. Ακόμα, απέρριψε την υποβολή ότι ο λόγος για τον οποίο πήγε στο γραφείο του Κατηγορούμενου ήταν για να τον απειλήσει, συγκεκριμένα ότι του είπε με χαμηλόφωνη φωνή πως δεν ξέρει με ποιον έμπλεξε, μια απειλή την οποία είχε επαναλάβει στο παρελθόν.
30. Αντεξετάστηκε σε έκταση σε σχέση με το πόσες φορές ο Κατηγορούμενος κτύπησε το χέρι του πάνω στο τραπέζι, για το κατά πόσο καθόταν ο Κατηγορούμενος, ή αν ήταν όρθιος, σε σχέση με το πόσες φορές διατυπώθηκε η απειλή, για τον ισχυρισμό του Παραπονούμενου ότι ορισμένα γεγονότα εκτυλίσσονταν παράλληλα ή ταυτόχρονα και όχι κατά τρόπο διαδοχικό εν είδει δράσης αντίδρασης. Επίσης, ήταν έντονη η αντεξέταση σε σχέση με το σημείο που ο Παραπονούμενος έκλεισε την πόρτα αφού ο Κατηγορούμενος εκστόμισε την απειλή ότι είναι τελειωμένοι.
31. Ο Παραπονούμενος μετέφερε στο Δικαστήριο με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο την κατά τον ίδιο συμπεριφορά του Κατηγορούμενου και την επιθετικότητα του. Τον παρουσίασε ως να ήταν εκτός ελέγχου, να χτυπά τα χέρια του στο τραπέζι και να φωνάζει «είμαι Γενικός Διευθυντής και ότι θέλω κάμνω». Επρόκειτο, ανέφερε, περί μιας προσπάθειας επιβολής, εκφοβισμού, τρομοκρατίας στο πλαίσιο της οποίας ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να βάλει τους παρευρισκόμενους στη θέση τους. Οι ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3 αντέδρασαν στη συμπεριφορά και τις προσβολές του, ενίοτε ήταν έντονοι προσπαθώντας να δείξουν στον Κατηγορούμενο τη δυσαρέσκεια τους, ωστόσο δεν φώναζαν.
32. Υποβλήθηκε ακόμα ότι προηγουμένως ανέφερε πως ακόμα και με κλειστή πόρτα ακούγονταν οι φωνές και ότι το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού απουσίαζε άρα δεν υπήρχε λόγος να κλείσει την πόρτα. Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι υπήρχαν άτομα που εργάζονταν και σίγουρα η πόρτα όταν είναι κλειστή κάνει διαφορά.
33. Ανέφερε πως όταν τον κτύπησε ο Κατηγορούμενος με δύο γροθιές στο στήθος ίσως να παραπάτησε λίγο. Συμφώνησε ότι πριν τον κτυπήσει ο Κατηγορούμενος κινήθηκε προς το μέρος του. Αρνήθηκε ότι παρεμπόδισε την έξοδο του Κατηγορούμενου και ότι κρατούσε με το πόδι του την πόρτα.
34. Δεν εξετάστηκε από ιατρό μετά το περιστατικό. Ανέφερε πως δεν έλεγξε αν είχε κάποιο σημάδι πάνω του από το χτύπημα, αλλά θεώρησε πως δεν είχε.
35. Υποβλήθηκε ότι:
35.1 Εκείνο το πρωί ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε το γραφείο του Παραπονούμενου μετά από το τηλεφώνημα τους για να εξομαλύνει την κατάσταση.
35.2 Ο Κατηγορούμενος εισήλθε στο γραφείο του για να αποκαταστήσει το καλό κλίμα και δεν ήταν θυμωμένος. Γι’ αυτό πήγε στο σημείο του κλιματιστικού και χαριτολογώντας ανέφερε ότι ήταν ζέστη στο γραφείο και διερωτήθηκε εάν ζεσταίνονταν και τότε ο Παραπονούμενος του ανέφερε να μην αγγίζει πράγματα στο γραφείο του.
35.3 Δεν χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι ούτε και ανέφερε ότι ήταν ΓΔ και κάνει ότι θέλει.
35.4 Όταν ήταν στο γραφείο του, ο Παραπονούμενος του μιλούσε με τρόπο επιθετικό φωνάζοντας και εκστομίζοντας προσβολές προς τον ίδιο και τις ικανότητες του ως ΓΔ χωρίς να τον αφήνει να μιλήσει.
35.5 Ήταν οι ΜΚ1 – 3 οι οποίοι φώναζαν και έτσι αναγκάστηκε να υψώσει τον τόνο της φωνής του.
35.6 Ο Κατηγορούμενος χτύπησε μόνο μια φορά το χέρι του στο τραπέζι τι στιγμή που φώναζαν όλοι για να σταματήσουν και ήταν σε εκείνη τη στιγμή που ανέφερε «τελικά ποιος είναι ο Γενικός Διευθυντής; »
35.7 Ο Παραπονούμενος και ο ΜΚ2 φώναζαν και ανέφεραν ότι έχουν πολιτικές πλάτες εν είδει απειλής. Γι’ αυτό, ο Κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα για να φύγει και τότε ο Παραπονούμενος την έκλεισε και έβαλε το πόδι του στο κάτω μέρος της για να τον εμποδίσει. Επίσης, ο Παραπονούμενος έβαλε το κεφάλι του προκλητικά στο πρόσωπο του Κατηγορούμενου σε μικρή απόσταση και του ανέφερε με απειλητικό ύφος «ποιος είσαι να χτυπάς τα χέρια σου στο γραφείο μου»
35.8 Λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος ένιωσε απειλή, για την κατάσταση που διαμορφώθηκε, απώθησε τον Κατηγορούμενο με ανοιχτές τις παλάμες και όχι με τα χέρια σε σχήμα γροθιάς για να μπορεί να βγει εκτός του χώρου.
35.9 Λόγω της προκλητικής συμπεριφοράς του Παραπονούμενου και της κίνησης που έκανε ο Κατηγορούμενος για να τον απωθήσει, αυτός βρήκε την ευκαιρία την οποία γύρευε για να τον καταγγείλει, πράγμα που έκανε άμεσα.
35.10 Ουδέποτε τους είπε ότι είναι τελειωμένοι.
35.11 Είναι φανερό ότι δεν προκλήθηκε τρόμος στον ίδιο και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα.
35.12 Η καταγγελία και όλα αυτά που ανέφερε έχουν αλλότριο κίνητρο και είναι μία εσκεμμένη προσπάθεια να πλήξει επαγγελματικά και προσωπικά τον Κατηγορούμενο, στη βάση ανυπόστατων ισχυρισμών.
36. Ο Παραπονούμενος απέρριψε όλες τις πιο πάνω υποβολές. Περαιτέρω, αρνήθηκε ότι είχε διαρρεύσει στον τύπο πληροφορίες - την δική του εκδοχή.
37. Δέχθηκε ότι τον Ιανουάριο του 2023 πριν να φύγει από τη ΔΕΦΑ αποστάλθηκε ανώνυμη επιστολή στο ΔΣ με αναφορές που αφορούσαν τον Κατηγορούμενο και είχαν ως πηγή καταχωρήσεις στα δεδομένα της Αστυνομίας. Ο Παραπονούμενος είχε κληθεί για να δώσει ανακριτική κατάθεση. Άκουσε ότι η Νομική Υπηρεσία αποφάσισε τη δίωξη δύο προσώπων ήτοι της αδελφής του πρώην δικηγόρου του και της ξαδέλφης του, ωστόσο επέμενε ότι δεν είχε καμία σχέση με το περιστατικό αυτό.
ii. ΜΚ2 – Αντρέας Παπέττας
38. Ο ΜΚ2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ανέγνωσε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β) στο οποίο αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι:
38.1 Ήταν Μηχανικός Έργων στην ΔΕΦΑ όπου ξεκίνησε να εργάζεται από τα τέλη του 2021. Ο προϊστάμενος του ήταν ο Παραπονούμενος.
38.2 Την 06.09.2022 μεταξύ 08:00 και 09:00 π.μ., ο Παραπονούμενος κάλεσε τον ίδιο και τον ΜΚ3 στο γραφείο του για σκοπούς συντονισμού των εργασιών τους. Η συνάντηση διεξαγόταν «εντός κλειστού γραφείου». Σε κάποια στιγμή, ο Παραπονούμενος δέχθηκε τηλεφώνημα και σε κάποια φάση ο συνομιλητής του έγινε ιδιαίτερα έντονος. Κατάλαβε ότι ήταν ο Κατηγορούμενος καθότι μπορούσε να ακούσει τη φωνή του από την ανοιχτή του πόρτα στο απέναντι γραφείο μέσα στο «κλειστό γραφείο» του Παραπονούμενου.
38.3 Ο Παραπονούμενος «ήρεμα, με παραινέσεις προσπάθησε να καταδείξει τη σωστή συμπεριφορά». Ακολούθως, ο Παραπονούμενος πήγε έξω από το γραφείο του Κατηγορούμενου και στάθηκε στην «ανοιχτή πόρτα» και του ανέφερε πως δεν είναι σωστό το κλείσιμο του τηλεφώνου.
38.4 Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος εισήλθε στο γραφείο του Παραπονούμενου εμφανώς θυμωμένος και νευριασμένος, κλείνοντας την πόρτα με ήχο πίσω του και άρχισε να αλλάζει τις ρυθμίσεις του κλιματιστικού. Ο Παραπονούμενος τον παρακάλεσε να μην αλλάζει τις ρυθμίσεις και τότε ο Κατηγορούμενος είπε «είμαι ΓΔ, ό,τι θέλω κάμνω», φράση την οποία επανέλαβε πολλές φορές στη συνέχεια.
38.5 Ακολούθως, κάθισε στο γραφείο συνεδριάσεων και χτύπησε με δύναμη το χέρι του στο γραφείο επαναλαμβάνοντας, απευθυνόμενος σε εκείνους «ό,τι θέλω κάμνω» εκφοβιστικά.
38.6 Στη συνέχεια απευθύνθηκε στους ΜΚ1 – ΜΚ3 με τρόπο που ο ΜΚ3 θεωρεί ανάρμοστο, μειωτικό και προσβλητικό. Τους είπε ότι είναι προσκολλημένοι στον Παραπονούμενο, ότι τους παρασύρει και ειδικά ο ΜΚ2 ότι δεν έχει κρίση, ενώ ταυτόχρονα τον έδειχνε με το δάκτυλο του. Αναφέρει ο ΜΚ2 ότι δεν γνωρίζει την αιτία της λεκτικής επίθεσης.
38.7 Ο ΜΚ2 καθήμενος απάντησε και εξέφρασε το παράπονο του λέγοντας ότι τα όσα αναφέρει ο Κατηγορούμενος είναι προσβλητικά και δεν είναι αποδεκτή τέτοια συμπεριφορά.
38.8 Ακολούθησαν έντονες φωνές από πλευράς του Κατηγορούμενου και σε κάποια φάση δείχνοντας με το δάκτυλο του τον ίδιο και τον Παραπονούμενο τους ανέφερε «είσαστε τελειωμένοι», φράση που επανέλαβε. Ο τρόπος του και ο τόνος του ήταν απειλητικός. Δεν γνωρίζει αν η απειλή αφορά την επαγγελματική του ή τη φυσική του ακεραιότητα ή και τα δύο.
38.9 Καθώς ο Κατηγορούμενος φώναζε, άνοιξε την πόρτα και ο Παραπονούμενος διαμαρτυρόμενος ότι δεν είναι σωστή η συμπεριφορά του, κινήθηκε από το γραφείο του προς την πόρτα και την έκλεισε «χωρίς να φράζει την πρόσβαση σε αυτή». Η μόνη λογική εξήγηση κατά τον ΜΚ2 είναι ότι ο Παραπονούμενος έκλεισε την πόρτα για να μην ακούγονται οι φωνές του Κατηγορούμενου σε όλο τον όροφο και να προκληθεί περαιτέρω αναστάτωση.
38.10 Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος «απρόκλητα με χτύπημα, χειροδίκησε/ έσπρωξε στο στήθος» τον Παραπονούμενο με τα χέρια του σε σχήμα γροθιάς.
38.11 Ο ίδιος με τον ΜΚ3 έφυγαν από γραφείο του Παραπονούμενου και ο Κατηγορούμενος ακούστηκε να λέει «ό,τι θέλετε κάμετε / να πάτε όπου θέλετε».
38.12 Συνέχισε να εργάζεται εκείνη τη μέρα. Όταν σχόλασε και ανέτρεξε στα όσα συνέβησαν αποφάσισε να υποβάλει καταγγελία. Την ίδια μέρα μετέβη στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό γύρω στις 18:30 και προέβη σε προφορική αναφορά των γεγονότων. Την επόμενη μέρα μετέβη κανονικά στην εργασία του αλλά επειδή ένιωθε να απειλείται επέλεξε να εργάζεται από το εργοτάξιο της ΔΕΦΑ στο Βασιλικό.
38.13 Τέλος, καταγγέλλει τον Κατηγορούμενο για προσβλητική, εκφοβιστική και μειωτική συμπεριφορά προς τον ίδιο, την απειλή του και παρακαλεί τις αρμόδιες αρχές να διασφαλίσουν την ασφάλεια του και την φυσική και επαγγελματική προστασία του.
39. Το Έγγραφο Β είναι η κατάθεση του την οποία ετοίμασε στις 10-11.09.2022 και την παρέδωσε στην Αστυνομία. Αντίγραφο της κατάθεσης του παρέδωσε και στο δικηγόρο του Παραπονούμενου.
40. Του ζητήθηκε από τον κύριο Μιχαήλ να περιγράψει ξανά τα όσα είχαν διαμειφθεί με αναφορά στα Τεκμήρια 1 και 2 κάτι το οποίο έπραξε ο ΜΚ2 προσθέτοντας ορισμένες λεπτομέρειες και γεγονότα στην εκδοχή του. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος μπήκε μέσα στο γραφείο «φουρκαστός» και «ήταν νευριασμένος». Ακολούθησε ένα «υστερικό παραλήρημα» και ο Κατηγορούμενος ήταν εκτός ελέγχου. Το ύφος του ήταν «σκληρό, άτεγκτο και αμείλικτο» πράγμα που του έδωσε την εντύπωση ότι θα προκαλούσε βλάβη.
41. Οι σχέσεις μεταξύ του Κατηγορούμενου και του Παραπονούμενου δεν ήταν καλές παρότι ο Παραπονούμενος πάντοτε αναφερόταν με σεβασμό προς τον Κατηγορούμενο, ενώ ο τελευταίος πάντα ήταν αυταρχικός, επιθετικός, υπέσκαπτε τον Παραπονούμενο και προέβαλλε ότι είναι ΓΔ ακόμα και σε ζητήματα τεχνικής φύσης και προσπαθούσε να επιβάλει τις ατεκμηρίωτες απόψεις του στο επιστημονικό προσωπικό.
42. Πέντε μέρες μετά το επίδικο συμβάν αποφάσισε να εργάζεται από το εργοτάξιο της ΔΕΦΑ στο Βασιλικό. Κατέθεσε το Τεκμήριο 4 που αποτελεί ανταλλαγή αλληλογραφίας με τον Πρόεδρο του ΔΣ της ΔΕΦΑ στην οποία διαμαρτύρεται για το ότι το ΔΣ αποφάσισε να μην τους επιτρέψει (ΜΚ2 και ΜΚ3) να εργάζονται από το Βασιλικό. Επικαλέστηκε αντίκτυπο στην υγεία του και επισύναψε ιατρική βεβαίωση. Το αίτημα του εν τέλει έγινε δεκτό από τον Πρόεδρο του ΔΣ.
43. Αντεξετάστηκε σε σχέση με την απόφαση του να εργαστεί στο Βασιλικό, σε σχέση με τη χρήση του γραφείου του Παραπονούμενου από τον ίδιο μέχρι που του ζητήθηκε από το ΔΣ να το παραδώσει και αποστάλθηκε προειδοποιητική επιστολή από τον Κατηγορούμενο. Αναγνώρισε το μήνυμα του ημερ.08.09.2022 (Τεκμήριο 8) και υποβλήθηκε από τον κ. Στεφάνου ότι δεν ισχύουν οι λόγοι τους οποίους προέβαλε αλλά το ότι ήθελε να συμπαρασταθεί σε συνάδελφο του.
44. Συμφώνησε ότι μετά από τη απόφαση του ΔΣ της ΔΕΦΑ για τον αποκλεισμό του από την ετοιμασία εγγράφων του διαγωνισμού για το διορισμό συμβούλου στις 26.07.2022 υπέβαλε παράπονο στο γραφείο της Επιτρόπου Διοικήσεως. Δέχθηκε επίσης ότι είχε τον ίδιο δικηγόρο με τον Παραπονούμενο σε σχέση με το «πακέτο των 205 σελίδων» το οποίο κατατέθηκε από τη ΔΕΦΑ στην Βουλή.
45. Υποβλήθηκε ότι από το γεγονός ότι μετέβη στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό για να προβεί σε καταγγελία προκύπτει προσυνεννόηση με τον Παραπονούμενο δεδομένου ότι και αυτός σε εκείνον τον Σταθμό υπέβαλε την καταγγελία του, υποβολή την οποία αρνήθηκε ο μάρτυρας. Ανέφερε ότι πριν να συντάξει την κατάθεση του είχε λάβει την επιστολή του δικηγόρου του Παραπονούμενου (Τεκμήριο 10) στην οποία περιγράφεται το περιστατικό από τον Παραπονούμενο.
46. Περιέγραψε τον Κατηγορούμενο όταν εισήλθε στο γραφείο του Παραπονούμενου ως «φουρκαστό» και «αφορμολοημένο[2] του καφκά». Και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πατά κουμπιά στο ρυθμιστή του κλιματιστικού. Όταν ο κ. Στεφάνου υπέβαλε εμμέσως πλην σαφώς ότι είναι παράλογη αυτή η θέση, ο ΜΚ2 ανέφερε πως το έκανε για να δημιουργήσει καβγά.
47. Αντεξετάστηκε σε σχέση με το πόσες φορές κτύπησε ο Κατηγορούμενος το χέρι του στο τραπέζι και υποβλήθηκε πως υπάρχει προηγούμενη αντιφατική δήλωση καθότι στο Έγγραφο Β αναφέρεται μόνο σε ένα περιστατικό κτυπήματος χεριού στο τραπέζι. Υποβλήθηκε επίσης πως ο λόγος για αυτήν την αντίφαση είναι επειδή γνώριζε πως ο Παραπονούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέρθηκε σε δύο κτυπήματα και ήρθε στο Δικαστήριο για να ενισχύσει τη μαρτυρία του.
48. Ανέφερε ότι δεν προηγήθηκε οτιδήποτε πριν από τη λεκτική επίθεση του Κατηγορούμενο προς τον ίδιο και θεωρεί πως ο Κατηγορούμενος τον πρόσβαλε χωρίς λόγο. Υποβλήθηκε πως ο ΜΚ2 ανέφερε στον Κατηγορούμενο ότι δεν ξέρει με ποιον έπλεξε διότι έχει πλάτες και εννοούσε τον Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου. Ο ΜΚ2 αρνήθηκε ότι ανέφερε τέτοιο πράγμα και πρόσθεσε ότι το εν λόγω πρόσωπο ποτέ δεν «έβαλε πλάτες». Ανέφερε επίσης ότι με το εν λόγω πρόσωπο κατάγονται από το ίδιο χωριό και είναι μακρινοί συγγενείς.
49. Αντεξετάστηκε επίσης σε σχέση με το χρονικό σημείο στο οποίο έλαβε χώρα η δεύτερη απειλή. Επίσης, υποβλήθηκε πως ο μοναδικός λόγος για τον οποίο ανέφερε πως ο Παραπονούμενος έκλεισε την πόρτα «χωρίς να φράζει την πρόσβαση σε αυτή» είναι επειδή γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα και δεν είναι έτσι όπως τα αναφέρει. Εν ολίγοις, γνώριζε πως ο Παραπονούμενος απέτρεψε τον Κατηγορούμενο από του να εξέλθει του γραφείου του και η φράση αυτή αποσκοπεί στο να καλύψει τον Παραπονούμενο και να κάνει τον Κατηγορούμενο να φαίνεται ως το πρόσωπο το οποίο επιτίθεται.
50. Υποβλήθηκε ότι είναι συνεννοημένοι με τον Παραπονούμενο και λειτουργούν ως ομάδα και πριν να έρθει στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία μίλησε με τον Παραπονούμενο. Ο ΜΚ2 αντέδρασε και κατέθεσε εκτύπωση από τον υπολογιστή του στον οποίο φαίνεται πότε είχε υποβληθεί σε επεξεργασία η ηλεκτρονική μορφή του Εγγράφου Β, ήτοι πότε δημιουργήθηκε και πότε τροποποιήθηκε τελευταία φορά (Τεκμήριο 12).
iii. MK3 – Κωνσταντίνος Αρέστη
51. Ο ΜΚ3 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ανέγνωσε το περιεχόμενο της κατάθεσης του η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Γ. Ανέφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
51.1 Δούλευαν με κλειστά παράθυρα και κλειστή την πόρτα του γραφείου. Ο Παραπονούμενος δέχθηκε τηλεφώνημα από τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος φώναζε. Ακουγόταν από το απέναντι γραφείο καθώς η πόρτα ήταν ανοιχτή.
51.2 Ο Κατηγορούμενος αμφισβητούσε «τις ώρες εργασίας και την αφοσίωση» του Παραπονούμενου. Ο Παραπονούμενος απέρριψε αρκετές φορές τις κατηγορίες εναντίον του και κάλεσε τον Κατηγορούμενο να στοιχειοθετήσει τις αναφορές του. Κατόπιν παρακλήσεων του Παραπονούμενο για σεβασμό και σωστή συμπεριφορά, ο Κατηγορούμενος έκλεισε το τηλέφωνο στον Παραπονούμενο. Ο Παραπονούμενος πήγε έξω από το γραφείο του Κατηγορούμενου και του ανέφερε πως η συμπεριφορά του είναι προσβλητική.
51.3 Ο Κατηγορούμενος εισήλθε νευριασμένος και εκτός εαυτού στο γραφείο του Παραπονούμενου, κτυπώντας την πόρτα πίσω του και ξεκίνησε να αλλάζει τις ρυθμίσεις του κλιματιστικού. Ο Παραπονούμενος του ζήτησε να μην πειράζει και αυτός του απάντησε «είμαι ΓΔ και ότι θέλω κάμνω».
51.4 Ακολούθως, ακόμα πιο θυμωμένος, ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να χτυπά το χέρι του με βία στο τραπέζι συνεδριάσεων για να τους εκφοβίσει και μετά από παρακλήσεις να σταματήσει συνέχισε να φωνάζει ξανά «είμαι ΓΔ και ότι θέλω κάμνω».
51.5 Ακολούθως κατηγόρησε τον ΜΚ2 και τον ίδιο ότι είναι προσκολλημένοι στον Παραπονούμενο και ότι δεν έχουν κρίση, ειδικά ο ΜΚ2 και τους έδειχνε με το δάκτυλο του. Τον παρακάλεσαν να σταματήσει ενώ αυτός συνέχισε να χτυπά το χέρι του μπροστά τους για εκφοβισμό. Ο ΜΚ2 ανέφερε πως δεν είναι η πρώτη φορά που τον μειώνει και ότι θα προβεί σε παράπονο ενώ ο ίδιος παρέμεινε σιωπηλός.
51.6 Ο Κατηγορούμενος καθώς έφευγε, δείχνοντας με το δάκτυλο του τους Παραπονούμενο και τον ΜΚ2 τους φώναξε έντονα «Είσαστε τελειωμένοι, εσύ και εσύ είσαστε τελειωμένοι» και άνοιξε την πόρτα να φύγει συνεχίζοντας τις φωνές.
51.7 Ο Παραπονούμενος έκλεισε την πόρτα του γραφείου για να μην ακούγονται οι φωνές του Κατηγορούμενου σε όλο τον όροφο.
51.8 Χωρίς να απειληθεί, ο Κατηγορούμενος κτύπησε τον Παραπονούμενο με τα δύο χέρια σε σχήμα γροθιάς στο στήθος σπρώχνοντας τον προς τα πίσω. Μετά άνοιξε την πόρτα και έφυγε.
51.9 Ο ΜΚ3 αποχώρησε από την εργασία του κατά τις 11:00 καθότι ένιωθε αδιαθεσία και δυσφορία.
51.10 Την επόμενη μέρα ο Κατηγορούμενος τον κάλεσε στο γραφείο του όπου απολογήθηκε πολλές φορές.
52. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε επίσης ότι την κατάθεση του τη συνέταξε περί τα τέλη Φεβρουαρίου έως αρχές Μαρτίου του 2023 όταν του ζητήθηκε από τον Παραπονούμενο να το πράξει καθότι θα προέβαινε σε ιδιωτική ποινική δίωξη. Διευκρίνισε ότι η κατάθεση του βρίσκεται στον υπολογιστή του και προθυμοποιήθηκε να τον ανοίξει για να δείξει πότε είχε δημιουργηθεί το αρχείο. Η Αστυνομία τον είχε καλέσει να δώσει κατάθεση στις 10.09.2022 οπότε κατέθεσε αλλά δεν κράτησε αντίγραφο.
53. Αναγνώρισε τον χώρο που απεικονίζεται στα Τεκμήρια 1 και 2 και περίγραψε το περιστατικό με αναφορά στα φωτογραφίες. Περίγραψε τον Κατηγορούμενο να μπαίνει «φουρκαστός» στο γραφείο με ένα ύφος θολωμένο και εκτός εαυτού και να πειράζει τις ρυθμίσεις του κλιματιστικού. Κατάλαβε από εκείνη την στιγμή ότι κάτι πήγαινε στραβά. Έκατσε μερικά δευτερόλεπτα ξανασηκώθηκε και ξεκίνησε να τους προσβάλλει ότι είναι προσκολλημένοι στον Παραπονούμενο και ότι δεν έχουν κρίση. Έγιναν παραινέσεις να σταματήσει αλλά ξαναχτύπησε το χέρι του πάνω στο τραπέζι και ανέφερε «είμαι γενικός διευθυντής και κάμνω ότι θέλω». Ο ΜΚ2 διαμαρτυρήθηκε αναφέροντας ότι θα προβεί σε παράπονο. Καθ’ όλη τη διάρκεια του επεισοδίου αυτού ο Κατηγορούμενος «δεν έστηνε» και «δεν έλεγχε τις κινήσεις του». Ακολούθως, ανέφερε ο ΜΚ3, απείλησε ότι είναι τελειωμένοι, άνοιξε την πόρτα, επέστρεψε πίσω και το έκανε πιο συγκεκριμένο δείχνοντας τον ΜΚ2 και τον Παραπονούμενο ο οποίος στο ενδιάμεσο του παραληρήματος έκλεισε την πόρτα. Εικάζει ότι έκλεισε την πόρτα για να «μην ακούγονται τα ρεζιλίκια μας» σε όλο τον όροφο. Ο Κατηγορούμενος χωρίς να απειληθεί τον κτύπησε με τα δύο χέρια σε σχήμα γροθιάς με αρκετή δύναμη. Ακούστηκε το κτύπημα.
54. Όσον αφορά τη σχέση του με τον Κατηγορούμενο, απάντησε πως ήταν μέτρια προς κακή και εξήγησε το λόγο. Την ημέρα του περιστατικού αναχώρησε νωρίς, δούλεψε ακόμα μια μέρα στα κεντρικά γραφεία στη ΔΕΦΑ όμως την μεθεπόμενη μέρα αποφάσισε πως θα εργάζεται στο Βασιλικό για λόγους υγείας και προστασίας της σωματικής του ακεραιότητας. Ενημέρωσε γραπτώς τον Πρόεδρο του ΔΣ. Δεν μπορούσε να εργάζεται στον ίδιο χώρο με τον Κατηγορούμενο καθότι τον θεωρούσε επικίνδυνο. Με τον Παραπονούμενο είχε πολύ καλή σχέση, ήταν προϊστάμενος του, περνούσαν πολλές ώρες μαζί και ένιωθε άνετα να του μιλήσει και πιο φιλικά. Υπήρχε, συμπλήρωσε, μια σχέση κατανόησης και εμπιστοσύνης μεταξύ τους.
55. Σε σχέση με την απολογία του Κατηγορούμενου ανέφερε πως ήταν χαμηλό το βλέμμα του, μόλις που ακουγόταν η φωνή του και φαινόταν μετανιωμένος.
56. Κατά την αντεξέταση του, μεταξύ άλλων, επέμεινε ότι δεν γνωρίζει την εκδοχή του Κατηγορούμενου. Πριν να δώσει ο ίδιος κατάθεση στην Αστυνομία είχε κοινοποιηθεί σε αυτόν το Τεκμήριο 10 αλλά επέμεινε ότι δεν επηρεάστηκε η δική του κατάθεση καθότι είχε στείλει ήδη μήνυμα προς το ΔΣ στις 08.09.2022 με τη δική του θέση όταν ζήτησε άδεια να εργάζεται από το Βασιλικό.
57. Δέχθηκε ότι ο Παραπονούμενος ήταν παρών στο bachelor party του στην Αθήνα ωστόσο το απέδωσε σε τυχαίο γεγονός.
58. Υποβλήθηκε ότι τα όσα ανέφεραν οι τρεις μάρτυρες κατηγορίας ήταν αποτέλεσμα προσχεδιασμού, θέση την οποία απέρριψε ο ΜΚ3. Απάντησε θετικά σε σχέση με το ότι τα γεγονότα ως τίθενται στο Έγγραφο Γ ακολουθούν μια χρονολογική σειρά με τη διευκρίνιση ότι αυτό ισχύει για ένα πολύ μεγάλο ποσοστό υπό την έννοια ότι κάποια πράγματα μπορεί να έγιναν παράλληλα.
59. Αντεξετάστηκε σε σχέση με το κατά πόσον ο Παραπονούμενος είχε τον Κατηγορούμενο σε ανοιχτή ακρόαση κατά την συνομιλία τους, τα κτυπήματα στο τραπέζι, το που στεκόταν, πότε κάθισε. Ο ΜΚ3 διευκρίνισε ότι ο Κατηγορούμενος δεν κτυπούσε το χέρι του στο τραπέζι επαναλαμβανόμενα αλλά αν δεν κάνει λάθος το χτύπησε 2 – 3 φορές καθ’ όλη τη διάρκεια του περιστατικού.
60. Υποβλήθηκε ότι μετέβαλε την εκδοχή του σε σχέση με την απειλή για να συνάδει με την εκδοχή των δύο προηγούμενων μαρτύρων, υποβολή την οποία απέρριψε ο ΜΚ3. Ανέφερε ότι για να μπορέσει να χτυπήσει τον Παραπονούμενο, ο Κατηγορούμενος έκανε μια κίνηση προς τα εμπρός, ένα ή μισό βήμα. Θεώρησε σκόπιμο να συμπεριλάβει στη δήλωση του τη διευκρίνιση ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε απειληθεί για να περιγράψει καλύτερα τον καβγά και να αποδώσει κατ’ αυτό τον τρόπο ευθύνη στον Κατηγορούμενο.
61. Σε σχέση με το περιστατικό στο γραφείο του Κατηγορούμενου την επόμενη ημέρα υποβλήθηκε ότι κλήθηκε για εργασιακούς λόγους, εισήγηση την οποία απέρριψε ο ΜΚ3. Επανέλαβε ότι δεν θυμάται τον Κατηγορούμενο να λέει συγνώμη αλλά ο τρόπος του ήταν απολογητικός.
iv. Μαρτυρία Κατηγορούμενου
62. Ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Δ).
63. Ανέφερε μεταξύ άλλων ότι:
63.1 Η όλη διαδικασία στηρίζεται σε αλλότρια κίνητρα τα οποία έχουν ως μοναδικό σκοπό να τον πλήξουν επαγγελματικά και προσωπικά.
63.2 Κατά την τηλεφωνική του επικοινωνία με τον Παραπονούμενο του ζήτησε στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του και σε συνέχεια προηγούμενων οδηγιών του να τον πληροφορήσει σε σχέση με την εξέλιξη ορισμένων εργασιών οι οποίες εκκρεμούσαν και ήταν καθυστερημένες από πλευράς του.
63.4 Καθ’ όλη τη διάρκεια της συνομιλίας τους, ο Παραπονούμενος απευθυνόταν σε αυτόν με απρεπή και ανάρμοστο τρόπο παρότι ο Κατηγορούμενος ήταν προϊστάμενος του και ουδέποτε του έδωσε τέτοιο δικαίωμα με τη συμπεριφορά του. Γι’ αυτό τον λόγο επισήμανε πως η συμπεριφορά του Παραπονούμενου δεν ήταν αποδεκτή.
63.5 Ο Παραπονούμενος έδειχνε έντονη ενόχληση αλλά ο Κατηγορούμενος συνέχισε να συζητά μαζί του και τον ρώτησε με ποιες εργασίες ασχολείτο και ποιες ήταν οι προτεραιότητες του. Ο Παραπονούμενος αναφέρθηκε σε προγραμματισμένες συναντήσεις. Ο Κατηγορούμενος τον ρώτησε αν μπορούσε ένα ζήτημα να το χειριστεί η Ε.Τ. καθότι ήταν εκείνη το αρμόδιο πρόσωπο. Ο Παραπονούμενος του απάντησε πως θα την ενημέρωνε ο ίδιος καθότι γνώριζε τι έπρεπε να κάνει καλύτερα από τον Κατηγορούμενο.
63.6 Η απρεπής συμπεριφορά, ο τρόπος και το ύφος που μιλούσε ο Παραπονούμενος ήταν το έναυσμα για να τον ρωτήσει εάν ήταν μόνος του στο γραφείο. Τότε του απάντησε ότι όχι μόνο δεν ήταν μόνος του στο γραφείο του αλλά τον είχε και σε ανοιχτή ακρόαση και τους άκουγαν οι κ.κ. ΜΚ2 και ΜΚ3. Αυτό έγινε εν αγνοία του και χωρίς την έγκριση του. Τότε ο Κατηγορούμενος του απάντησε πως προφανώς αρέσκεται να δείχνει ότι είναι σε συνεχή αντιπαράθεση με τον ΓΔ. Δεδομένου του έντονου ύφους του και της συμπεριφοράς του Παραπονούμενου, ο Κατηγορούμενος αποφάσισε να τερματίσει τη συνομιλία τους.
63.7 Αμέσως μετά τον τερματισμό της κλήσης, ο Παραπονούμενος πήγε στο γραφείο του και τον απείλησε. Του ανέφερε ότι δεν γνωρίζει με ποιον έμπλεξε όπως έκανε και άλλες φορές προηγουμένως και αποχώρησε χωρίς ο Κατηγορούμενος να προλάβει να του απαντήσει.
63.8 Στο πλαίσιο της προσπάθειας του Κατηγορούμενου να εξομαλύνει την κατάσταση αποφάσισε να πάει στο γραφείο του για να συζητήσει μαζί του. Όταν μπήκε στο γραφείο του ένιωσε ότι είχε πολλή ζέστη και γι’ αυτό κατευθύνθηκε στο σημείο ελέγχου του κλιματιστικού. Ανέφερε χαριτολογώντας «ρε παιδιά μα εν πολλή ζέστη δαμέσα, εν ζεσταίνεστε;» Ο Παραπονούμενος του ανέφερε «μέσα στο γραφείο μου να μεν τζίζεις». Τότε κάθισε στο τραπέζι συσκέψεων απέναντι από τους ΜΚ2 και ΜΚ3. Ο Παραπονούμενος καθόταν στο γραφείο του.
63.9 Ακολούθως, ο Παραπονούμενος ξεκίνησε να μονολογεί με έντονο και επιθετικό τρόπο για τα ίδια θέματα για τα οποία μίλησαν στο τηλέφωνο προσβάλλοντας τον. Δεν του έδωσε την ευχέρεια να απαντήσει.
63.10 Σε κάποια φάση κατάφερε να ρωτήσει εάν με την συμπεριφορά του ήταν η πρόθεση του να παρακινεί τους ΜΚ2 και ΜΚ3 εναντίον του ΓΔ και ειδικότερα τον ΜΚ2 με τον οποίο υπήρχε και προηγούμενο.
63.11 Τότε ο ΜΚ2 διαμαρτυρήθηκε λέγοντας του ότι τον προσβάλλει. Ξεκίνησε και ο ΜΚ2 να προσβάλλει και να απειλεί αναφέροντας χαρακτηριστικά «δεν ξέρεις ποιον έχω πίσω μου» εννοώντας, εξ όσων αντιλήφθηκε ο Κατηγορούμενος, τον Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου.
63.12 Καθήμενος κτύπησε το χέρι του στο τραπέζι συνεδριάσεων προσπαθώντας να υπερκαλύψει τις φωνές τους λέγοντας «πρέπει να καταλάβετε ότι εγώ είμαι ο Γενικός Διευθυντής στην Υπηρεσία» με σκοπό να τους υπενθυμίσει την ιεραρχία και να επισημάνει ότι οι αντιδράσεις τους σε οδηγίες και συστάσεις του ΓΔ ήταν αντίθετες με τον πειθαρχικό κώδικα. Ο Παραπονούμενος συνέχισε να μιλά δυνατά και προσβλητικά αμφισβητώντας τον ως ΓΔ.
63.13 Αφού συνειδητοποίησε πως δεν είχαν καμία πρόθεση αν τον ακούσουν σηκώθηκε από τη θέση του για να αποχωρήσει από το γραφείο του Παραπονούμενου. Ενόσω βρισκόταν στο σημείο της πόρτας την οποία είχε μόλις ανοίξει για να φύγει και ενόσω συνεχίζονταν οι φωνές τους, τους ανέφερε γυρίζοντας προς το μέρος τους «ενηξέρετε τι σας γίνεται».
63.14 Ο Παραπονούμενος διέσχισε απόσταση τριών μέτρων από το γραφείο του, του έκλεισε την πόρτα, τοποθετώντας το πόδι του στο κάτω μέρος της κατά τρόπο με τον οποίο τον εμπόδιζε να την ανοίξει ξανά. Έβαλε την ίδια στιγμή προκλητικά και επιθετικά το κεφάλι του κοντά στο πρόσωπο του σε απόσταση αναπνοής για να προκαλέσει επεισόδιο και του ανέφερε «ποιος είσαι εσύ που χτυπάς το χέρι σου πάνω στο γραφείο μου;».
63.15 Κατά την διάρκεια του επεισοδίου, ο Κατηγορούμενος προσπαθούσε ανεπιτυχώς να ανοίξει την πόρτα κάνοντας κίνηση με το δεξί του χέρι για να τον απομακρύνει.
63.16 Ο Παραπονούμενος είχε το πόδι του στην πόρτα. Λόγω, επίσης, του σωματότυπου του, η προσπάθεια του δεν απέδωσε καρπούς.
63.17 Αφού οι πιο πάνω προσπάθειες του απέτυχαν και φοβούμενος ως προς το τι μπορούσε να επακολουθήσει, τον έσπρωξε / απώθησε όσο χρειαζόταν για να απομακρυνθεί από την πόρτα. Μόνο τότε κατάφερε να φύγει από το γραφείο.
63.18 Αμέσως άκουσε τον Παραπονούμενο να του φωνάζει ότι θα πάει στο δικηγόρο του και ότι θα προχωρήσει με καταγγελία και του απάντησε «γιατί έκλεισες την πόρτα; Όπου θέλεις πήγαινε».
64. Σημειώνει επίσης ότι ο Παραπονούμενος απέστειλε ιατρικό πιστοποιητικό την επόμενη μέρα για άδεια ασθενείας λόγω υπερκόπωσης. Μετά τις 8.09.2022 οι ΜΚ2 και ΜΚ3 με δική τους πρωτοβουλία δεν πήγαιναν στα γραφεία της ΔΕΦΑ αλλά εργάζονταν από το Βασιλικό λόγω ισχυριζόμενου φόβου απέναντι του. Προσθέτει ότι την επόμενη μέρα από το συμβάν προσήλθαν στην εργασία τους κανονικά χωρίς να εκφράσουν παράπονο για οποιοδήποτε περιστατικό.
65. Αναφέρει επίσης πως οι όποιες ενέργειες του έγιναν στο πλαίσιο της προσπάθειας του να αποχωρήσει από το γραφείο στο οποίο του είχε απαγορευθεί η ελεύθερη έξοδος και προκειμένου να μην κλιμακωθεί άλλο η κατάσταση. Η σωματική ακεραιότητα των ΜΚ ουδέποτε απειλήθηκε από τον ίδιο. Αντιθέτως, ο ίδιος ένιωσε απειλή διότι τον απέτρεψε ο Παραπονούμενος από του να αποχωρήσει από ένα γραφείο στο οποίο οι παρευρισκόμενοι φώναζαν.
66. Αρνήθηκε ότι κτύπησε το χέρι του στο τραπέζι πέραν της μίας φοράς για τους λόγους που επεξήγησε. Ουδέποτε προσπάθησε να εκφοβίσει τους παρευρισκόμενους και ουδέποτε τους απείλησε.
67. Διευκρίνισε ότι όταν προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα και δεν μπορούσε έσπρωξε το πόδι του Παραπονούμενου για να φύγει αλλά δεν κατέστη κατορθωτό να τον μετακινήσει. Επομένως, τον έσπρωξε με το δύο του χέρια όσο χρειαζόταν για να μπορέσει να ανοίξει η πόρτα. Τα κατάφερε εφόσον ο Παραπονούμενος έκανε ένα βήμα προς τα πίσω, το αποκαλούμενο από τους ΜΚ ως το «στραβοπάτημα» και έφυγε από το χώρο.
68. Μετέβηκε στις 9.9.2022 στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό. Είχε ετοιμάσει γραπτή δήλωση και προέβη και ο ίδιος σε καταγγελία για επιθετική και απειλητική συμπεριφορά από τον Παραπονούμενο. Είχε γίνει διερεύνηση του περιστατικού από την Αστυνομία. Εν τέλει τους κάλεσε ο Διευθυντής του Σταθμού και τους ανακοίνωσε ότι για λόγους δημοσίου συμφέροντος οι οποίοι έχουν να κάνουν με το κύρος της ΔΕΦΑ δεν θα προχωρούσε η ποινική δίωξη εναντίον κανενός.
69. Επέμενε και ο ίδιος να καταχωρίσει ιδιωτική ποινική δίωξη, ωστόσο κατόπιν συμβουλής από τους δικηγόρους του αποτάθηκε στον Γενικό Εισαγγελέα για αναστολή της παρούσας. Είχε καθυστερήσει η απάντηση του Γενικού Εισαγγελέα και αφού απέρριψε το αίτημα για αναστολή και καταχώρισε την ιδιωτική ποινική δίωξη εναντίον του Παραπονούμενου το αδίκημα είχε παραγραφεί.
70. Με τον ΜΚ3 είχαν συνάντηση την επόμενη ημέρα του συμβάντος για υπηρεσιακούς σκοπούς. Του ανέφερε ότι λυπόταν για τα όσα έλαβαν χώρα την προηγούμενη ημέρα και δεν θέλει σε καμία στιγμή να το συζητήσει. Του ανέφερε ότι ο λόγος της συνάντησης τους ήταν να τον ενημερώσει για τις εκκρεμότητες του τμήματος του. Ο Παραπονούμενος απουσίαζε με αναρρωτική άδεια και δεν ήξερε για πόσο χρόνο θα ήταν εκτός. Τον ενημέρωσε επίσης ότι είναι στη διάθεση του για οτιδήποτε χρειαστεί και του ζήτησε να αναλάβει περισσότερες πρωτοβουλίες όσο θα απουσίαζε ο Παραπονούμενος. Του προκάλεσε απορία το γεγονός ότι καθότι έδειξε συνεργάσιμος επέδειξε διάθεση να συνεργαστεί την ίδια ημέρα το απόγευμα έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στο ΔΣ της ΔΕΦΑ με κοινοποίηση στον Υπουργό Ενέργειας με ένα δριμύ κατηγορώ εναντίον του σε σχέση το περιστατικό. Προέβαλε τη θέση ότι ο Παραπονούμενος ήταν ο ενορχηστρωτής της όλης διαδικασίας.
71. Σε καμία στιγμή δεν απολογήθηκε. Του ανέφερε ότι λυπάται για την κατάσταση ως είχε εξελιχθεί την προηγούμενη ημέρα, για το ότι χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι, για το ότι αναγκάστηκε να υψώσει τον τόνο της φωνής του και για το ότι έπρεπε να σπρώξει τον Παραπονούμενο για να αποχωρήσει από το χώρο. Δεν επιθυμούσε να επιρρίψει ευθύνες αλλά στόχος του ήταν ο ΜΚ3 να παραμείνει συγκεντρωμένος για να διεκπεραιωθούν οι εκκρεμότητες του οργανισμού.
72. Ερωτήθηκε επίσης σε σχέση με άλλες διαδικασίες και καταγγελίες εκατέρωθεν και ανέφερε ότι περί τον Δεκέμβριο του 2022 – Ιανουάριο 2023 υπέπεσε στην αντίληψη του μια ανώνυμη επιστολή με δυσφημιστικό περιεχόμενο για τον ίδιο που στάλθηκε στα ΔΣ της ΔΕΦΑ και ΕΤΥΦΑ στον Γενικό Ελεγκτή καθώς και σε δεκάδες άλλους αξιωματούχους. Προέβη σε καταγγελία στον εσωτερικό έλεγχο της Αστυνομίας καθότι περιείχε προσωπικά δεδομένα τα οποία δόθηκαν στην Αστυνομία. Η διερεύνηση διήρκησε πέραν τον έξι μηνών και η σύσταση της Αστυνομίας ήταν όπως διωχθούν ποινικά πολίτες και αστυνομικοί μέλη της δύναμης. Στάλθηκε η εισήγηση στην νομική υπηρεσία. Ο Γενικός Εισαγγελέας διέταξε όπως διωχθούν πειθαρχικά δύο αστυνομικοί, η ξαδέλφη του Παραπονούμενου και η αδελφή του πρώην δικηγόρου του Παραπονούμενου. Ο δε ανακριτής του ανέφερε πως η εισήγηση του ήταν να διωχθούν ποινικά ο Παραπονούμενος και ο πρώην δικηγόρος του.
73. Η αντεξέταση του Κατηγορούμενου ήταν μακρά (διήρκησε περίπου 10 ώρες) και εξαντλητική. Ερωτήθηκε για τα ακαδημαϊκά του προσόντα και υποβλήθηκε ότι ο Παραπονούμενος ήταν πιο προσοντούχος από τον ίδιο και γι’ αυτό ο Κατηγορούμενος ένιωθε complex κατωτερότητας έναντι του Παραπονούμενου. Ο Κατηγορούμενος αναγνώρισε πως ο Παραπονούμενος είχε έντεκα χρόνια προϋπηρεσίας στον οργανισμό, είχε τριβή με το ΔΣ, επόπτευε τους πιο πολλούς διαγωνισμούς σε σχέση με τον οργανισμό και αποδέχθηκε τα προσόντα του. Πρόσθεσε, ωστόσο ότι δεν αποδέχτηκε την ύπαρξη ενός Γενικού Διευθυντή, να πρέπει να δίδει αποτελέσματα, και να τηρεί χρονοδιαγράμματα. Θεωρούσε ότι αυτός ήταν ο λόγος τριβής τους και ο λόγος για τον οποίο ο Παραπονούμενος δεν αποδέχθηκε ποτέ την παρουσία του στην υπηρεσία.
74. Η αντεξέταση επεκτάθηκε πέραν του επίδικου περιστατικού και στη γενικότερη σχέση μεταξύ των μερών τόσο πριν όσο και μετά το επίδικο συμβάν.
75. Υποβλήθηκε, μεταξύ άλλων ότι:
75.1 Ήταν ανεπαρκής για τη θέση και γι’ αυτό τερματίστηκε η σύμβαση του.
75.2 Δεν ισχύουν τα όσα ανέφερε σε σχέση με το ότι ο Παραπονούμενος ήταν συγκρουσιακός και ότι είχε μεταφέρει λανθασμένες πληροφορίες στο ΔΣ της ΔΕΦΑ καθότι δεν απέστειλε οποιαδήποτε επιστολή επί τούτου.
75.3 Ότι έγινε ΓΔ της ΔΕΦΑ μετά από παρέμβαση πολιτικού προσώπου ενώ ήταν έκδηλα ανεπαρκής για να αναλάβει αυτή τη θέση.
75.4 Ο λόγος για την καθυστέρηση στην δική του καταγγελία είναι επειδή δεν είχε δεχθεί ούτε επίθεση ούτε και απειλή από τον Παραπονούμενο
75.5 Δεν υπήρχε κανένας λόγος να καλέσει τον ΜΚ3 στο γραφείο του εκτός από του να του απολογηθεί.
75.6 Ότι δεν λέει την αλήθεια ως προς το ότι δεν γνώριζε πότε θα επέστρεφε ο Παραπονούμενος καθότι είχε στείλει ιατρικό πιστοποιητικό.
75.7 Δεν λέει την αλήθεια ως προς το ότι ο Παραπονούμενος του ανέφερε πως ήταν σε ανοιχτή ακρόαση.
75.8 Ψεύδεται σε σχέση με το ότι ο Παραπονούμενος τον απείλησε με το να του αναφέρει ότι δεν ξέρει με ποιον τα βάζει.
75.9 Εισήλθε στο γραφείο του Παραπονούμενου «φουρκαστός» και «μαινόμενος» όχι για να εξομαλύνει την κατάσταση αλλά για να καβγαδίσει.
75.10 «Σερβίρει» στο Δικαστήριο ένα καλοστημένο σενάριο το οποίο δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα.
76. Ο Κατηγορούμενος απέρριψε τις πιο πάνω υποβολές εξηγώντας τους λόγους για την διαφωνία του.
77. Αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε γιατί δεν προέβη άμεσα σε καταγγελία. Ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι σε έναν σοβαρό οργανισμό, ο Παραπονούμενος ήταν ένα πρόσωπο που είχε πολλές και σημαντικές ευθύνες και δεν ήθελε να μπει σε τέτοιες διαδικασίες από τη στιγμή που ο στόχος του ιδίου και του ΔΣ ήταν να βλέπουν μπροστά για να ολοκληρωθεί το έργο το οποίο ανέλαβαν. Ο στόχος του ήταν να τον συνετίσει και να εργαστούν σαν ομάδα και όχι να έρχεται σε αντιπαράθεση με αυτόν. Επομένως, ήθελε να χειριστεί το θέμα εσωτερικά διότι οποιαδήποτε άλλη διαδικασία θα είχε αρνητικό αντίχτυπο στον οργανισμό. Ο Παραπονούμενος αποφάσισε να ακολουθήσει αυτή τη διαδικασία και τρία ΔΣ ασχολούνταν με αυτήν την υπόθεση φέρνοντας τον οργανισμό σε αδιέξοδα σε σχέση με τη στάση που ακολούθησε. Την επόμενη μέρα του περιστατικού ενημέρωσε την επιτροπή προσωπικού του ΔΣ για ανάρμοστη συμπεριφορά του Παραπονούμενου και ότι θα ακολουθούσε λεπτομερής περιγραφή πράγμα που έπραξε στις 14.09.2022.
78. Επισημάνθηκαν από τον κύριο Μιχαήλ ορισμένες αναφορές στο Έγγραφο Δ οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στην επιστολή στην οποία απέστειλε στον Γενικό Εισαγγελέα όταν αιτήθηκε αναστολής της παρούσας δίωξης για να καταδειχθεί ότι τις παρουσίασε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέταση του, ότι δηλαδή οι θέσεις του είναι κατασκευασμένες. Ο Κατηγορούμενος απέρριψε αυτές τις αναφορές και εξήγησε γιατί δεν περιλήφθηκαν ορισμένα σημεία σε εκείνη την επιστολή.
79. Αμφισβητήθηκε το ότι ο Παραπονούμενος ενεργούσε με προσβλητικό και έντονο τρόπο επειδή δεν υπάρχει επίσημη καταγγελία. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ενημέρωσε και γραπτώς και ήταν και καταγεγραμμένο στα πρακτικά του ΔΣ για τον τρόπο συμπεριφοράς του Παραπονούμενου. Υπάρχουν επίσης επιστολές από συντεχνίες, υπάρχουν καταγγελίες από άλλους συνάδελφους και το ΔΣ ήταν ενήμερο. Σε μεταγενέστερο στάδιο κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 16 τρεις επιστολές από τη ΣΕΚ σε σχέση με τη συμπεριφορά του Παραπονούμενου έναντι άλλων συναδέλφων του. Το ότι προέβη σε αναφορές στο ΔΣ για τη συμπεριφορά του Παραπονούμενου και ότι η ΣΕΚ απέστειλε επιστολές εν τέλει δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Παραπονούμενου.
80. Ανέφερε ότι η πειθαρχική λειτουργία του Παραπονούμενου στον οργανισμό είχε συζητηθεί επανειλημμένα. Είχαν καταβληθεί προσπάθειες και ο σκοπός τους με το ΔΣ ήταν να εξαντλήσουν κάθε προσπάθεια να συνεργαστούν με τον Παραπονούμενο. Παραδέχθηκε ότι δέχθηκε τεράστια κριτική από πολύ κόσμο για το γεγονός ότι δεν είχε εξασκήσει πειθαρχικό έλεγχο πολύ νωρίτερα εναντίον του Παραπονούμενου. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε επανειλημμένα ότι δεν ήθελε να συγκρουστεί με τον Παραπονούμενο και στόχος του ήταν η υλοποίηση των στόχων του οργανισμού.
81. Εξήγησε ότι ο ΓΔ είναι το ανώτατο εκτελεστικό όργανο του οργανισμού και ο νόμος της ΔΕΦΑ και το εγχειρίδιο του προσωπικού του παρείχαν τα εργαλεία να ασκήσει πειθαρχικό έλεγχο και επομένως δεν υπήρχε η ανάγκη να καβγαδίζει. Ο σκοπός του όταν επισκέφθηκε το γραφείο του Παραπονούμενου μετά από τη συνομιλία τους ήταν να δείξει ανωτερότητα και να εξομαλύνει την κατάσταση με γνώμονα την εξυπηρέτηση των σκοπών του οργανισμού.
82. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε και σε προηγούμενο περιστατικό ανάρμοστης συμπεριφοράς από τον ΜΚ2 η οποία είχε καταγγελθεί και βρίσκεται σε εκκρεμότητα πειθαρχική διαδικασία. Ο Κατηγορούμενος εξήγησε πως κατά την άποψη του αυτός είναι ο λόγος που ο ΜΚ2 επιθυμεί τον εξοστρακισμό του και γι’ αυτό είναι παρών σε όλες τις ακροάσεις στο Δικαστήριο.
83. Ερωτήθηκε ποια είναι τα αλλότρια κίνητρα τα οποία καταλογίζει στους ΜΚ. Σε σχέση με τον Παραπονούμενο ανέφερε πως ουδέποτε αναγνώρισε το πρόσωπο και τον θεσμό του ΓΔ καθότι ήταν από τα πρώτα πρόσωπα που εργοδοτήθηκαν στη ΔΕΦΑ, είχε τριβή με το ΔΣ, διαχειριζόταν μόνος του διαγωνισμούς και δεν επιθυμούσε να δίνει εξηγήσεις ή να συμμορφώνεται με προθεσμίες και αυτό φάνηκε από τη γενική συμπεριφορά του στον οργανισμό. Αναφέρθηκε επίσης στην αίτηση του Παραπονούμενου στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών για εξαναγκασμό σε παραίτηση στην οποία κάνει αναφορά και την συνδέει με την παρούσα υπόθεση. Αναφέρθηκε επίσης σε σχέση εξάρτησης του Παραπονούμενου με πολιτικά πρόσωπα και (ανεξάρτητους) συμβούλους. Πρόσθεσε ότι ο ίδιος προσπάθησε να κρατήσει μακριά τον οργανισμό από πολιτικές παρεμβάσεις και καταστάσεις του διαίρει και βασίλευε που εξυπηρετούν γενικότερα αλλότρια κίνητρα.
84. Αναφέρθηκε και στον ΜΚ2 και σε μια επιστολή την οποία απέστειλε ημερ. 16.02.2024 προς το νέο ΔΣ της ΔΕΦΑ με κοινοποίηση μεταξύ άλλων και στον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας στην οποία γίνεται αναφορά σε γρονθοκόπημα και ότι ο Γ.Ε. όφειλε να ασκήσει ποινική δίωξη χρησιμοποιεί την παρούσα υπόθεση ως επιχείρημα, ζητά απόσυρση της προειδοποιητικής επιστολής που του απέστειλε ο Κατηγορούμενος, επαναφέρει το θέμα του αποκλεισμού του από τον διαγωνισμό με απόφαση του ΔΣ 25.07.2022 δύο χρόνια μετά. Κάνει αναφορά σε αξιολόγηση του από τον Παραπονούμενο, στο ότι ο Παραπονούμενος την άφησε σε κλειστό φάκελο όταν παραιτήθηκε μέσα στα γραφεία στο Βασιλικό. Αξιολογούσε τους ΜΚ2 και ΜΚ3 ως άριστους ενώ τα άλλα δυο μέλη της ομάδας ως ανεπαρκείς.
85. Με τον ΜΚ3 δεν είχε απευθείας επαφή μαζί του διότι ακολουθούσε τις διαδικασίες και ήθελε να δείξει στήριξη και το σεβασμό του προς τους προϊστάμενους στον οργανισμό. Ο ΜΚ3 αντέδρασε με τον τρόπο διοίκησης του επειδή τους απέρριψε ταξίδια στο εξωτερικό. Ήθελαν σε ένα χρόνο να κάνουν 76 - 78 ταξίδια στο εξωτερικό κόστους μισού εκατομμυρίου χωρίς να υπάρχει εγκεκριμένο κονδύλι στον προϋπολογισμό. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως ήθελε να τερματίσει τα κακώς έχοντα του παρελθόντος και ως αποτέλεσμα αντιμετώπισε αντίδραση.
86. Τα προαναφερόμενα δεν αμφισβητήθηκαν ευθέως από τον συνήγορο του Παραπονούμενου. Υποβλήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος τσακώθηκε με όλους μέσα στον οργανισμό και γι’ αυτό τον απέλυσαν, ισχυρισμό τον οποίο απέρριψε. Αντιθέτως, αναφέρθηκε σε επιστολές από τη ΣΕΚ στις οποίες καταγγέλλεται η συμπεριφορά του Παραπονούμενου. Υπάρχει ισχυρισμός για εργασιακό εκφοβισμό από τον Παραπονούμενο σε άλλους συναδέλφους του, ισχυρισμός ότι κατακρίνει συναδέλφους του οι οποίοι δεν είναι στο τμήμα του και δεν μπορεί να γνωρίζει την εργασία τους και εν γένει ότι η συμπεριφορά του δυσχεραίνει την εύρυθμη λειτουργία του οργανισμού.
87. Επεξήγησε γιατί ακριβώς ετοιμάστηκε το «πακέτο των 205 σελίδων» και διευκρίνισε ότι ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του τέως Προέδρου του ΔΣ της ΔΕΦΑ. Αφορούσε τους Παραπονούμενο, ΜΚ2 και ΜΚ3 και έγινε αφού ο κ. Μουσιούττας ο οποίος είναι συγγενής με τον Παραπονούμενο ενέγραψε 3 – 4 φορές θέμα στη Βουλή και ζήτησε από τον Πρόεδρο του ΔΣ να παρευρεθεί. Την τελευταία φορά ασκήθηκε τεράστια πίεση στον Πρόεδρο και επομένως έδωσε οδηγίες να ετοιμαστεί το «πακέτο» το οποίο στην ουσία αφορά την συμπεριφορά του Παραπονούμενου στον οργανισμό. Ο σκοπός ήταν να δοθεί η πλήρης εικόνα στη Βουλή αφού ο κ. Μουσιούττας έθετε συνέχεια το ζήτημα και ασκούσε πίεση στον Πρόεδρο του ΔΣ.
88. Ερωτήθηκε σε σχέση με τις εργασίες που κατά τον Κατηγορούμενο είχε καθυστερήσει ο Παραπονούμενος να παραδώσει. Ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε στις τέσσερεις εργασίες/παραδοτέα που καθυστερούσαν, οι οποίες σημειώνω αφορούσαν σημαντικά ζητήματα με χορηγίες τις οποίες έλαβε η Κυπριακή Δημοκρατία και συμφωνίες σύνδεσης με ηλεκτροπαραγωγής τις οποίες είχε απορρίψει η ΡΑΕΚ.
89. Ακολούθως, αντεξετάστηκε σε σχέση με το επίδικο συμβάν. Μεταξύ άλλων υποβλήθηκε ότι ουδέποτε απειλήθηκε και δεν τον εμπόδισε κανένας να βγει έξω από το γραφείο. Υποβλήθηκε ότι η εκδοχή του ως προς το που στάθηκε ο Παραπονούμενος δεν έχει έρεισμα στη λογική καθότι δεν μπορούσε σε εκείνο το σημείο να κρατήσει την πόρτα κλειστή. Ο Κατηγορούμενος απέρριψε τις υποβολές και εξήγησε πως ο Παραπονούμενος έβαλε το πόδι του στο μέσο της πόρτας.
90. Απέρριψε τον ισχυρισμό ότι ήθελε να προκαλέσει επεισόδιο και εξήγησε πως δεν είχε κανένα λόγο να το πράξει τούτο.
v. ΜΥ2 Αστυφύλακας 561 - Αναστασία Διοικητή
91. H MY2 κατά τον ουσιώδη σε σχέση με την παρούσα υπόθεση χρόνο υπηρετούσε στον Κεντρικό Αστ. Σταθμό Λευκωσίας. Υπηρετεί στις τάξεις της Αστυνομίας από το 2017 ενώ είναι και εγγεγραμμένη δικηγόρος. Ήταν η ανακρίτρια της υπόθεσης.
92. Διευκρίνισε ότι ζητήθηκε από την Υπεράσπιση η πρόσβαση στο φάκελο τον οποίο διατηρεί η Αστυνομία σε σχέση με το περιστατικό και η ίδια το αρνήθηκε. Προσκόμισε το φάκελο με αριθμό Minor 286/2022 και παράγραφο ημερολογίου 142/9/22 ο οποίος αφορά περιστατικό το οποίο συνέβηκε στις 06.09.2022 και αφορούσε τους μάρτυρες κατηγορίας και τον Κατηγορούμενο. Στις 06.09.2022 το πρωί αμέσως μετά το επίδικο συμβάν, ο Παραπονούμενος επισκέφθηκε τον Κεντρικό Αστ. Σταθμό Λευκωσίας συνοδευόμενος από το δικηγόρο του κ. Κοκκινόφτα και ανέφερε ότι την ίδια μέρα η ώρα 9:00 π.μ. δέχθηκε επίθεση στο χώρο εργασίας του στη ΔΕΦΑ. Έγιναν διευθετήσεις να ετοιμάσει κατάθεση και να την παραδώσει σε κατοπινό στάδιο στο Σταθμό.
93. Σε ερώτηση εάν δόθηκαν οποιεσδήποτε οδηγίες ως προς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να συντάξει την κατάθεση του, δηλαδή αν θα είναι εκτενής ή συνοπτική, η ΜΥ2 απάντησε ότι στην κατάθεση του ο Παραπονούμενος μπορεί να αναφέρει τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα αντιλήφθηκε. Συνήθως προτρέπουν τους Παραπονούμενους να επικεντρωθούν στο περιστατικό. Σε σχέση με το περιστατικό μπορούν να πουν ότι θέλουν. Μπορούν να αναφέρουν και τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στο περιστατικό αλλά σε σχέση με το περιστατικό επανέλαβε ότι μπορούν να πουν ότι θέλουν.
94. Ο ΜΚ2 έδωσε την κατάθεση του στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοφάγου. Πήγε στον Κεντρικό Αστ. Σταθμό ωστόσο διευθετήθηκε όπως ετοιμάσει την κατάθεση του και να την παραδώσει στον Αστ. Σταθμό Ξυλοφάγου. Φαίνεται ότι ήρθε στο Λυκαβηττό να μην του λήφθηκε κατάθεση και όταν μίλησαν διευθετήθηκε και έδωσε κατάθεση στον Αστ. Σταθμό Ξυλοφάγου στις 11.09.2022. Οι οδηγίες ως προς το ότι μπορεί να αναφέρει ότι επιθυμεί σε σχέση με το περιστατικό ισχύουν και σε σχέση με τον ΜΚ2.
95. Με τον ΜΚ3 επικοινώνησε η ίδια μαζί του και του έλαβε κατάθεση στις 10.09.2022 μεταξύ των ωρών 14:00 – 15:00 στον Κεντρικό Αστ. Σταθμό.
96. Όσον αφορά τον Παραπονούμενο ανέφερε ότι του έδωσε ιατρικό έντυπο για να εξεταστεί από ιατρό ωστόσο ο ίδιος ανέφερε ότι δεν επιθυμεί να εξεταστεί από κυβερνητικό ιατρό και ότι δεν έφερε εμφανή σημάδια ή τραύματα. Διαπίστωσε και η ίδια ότι ο Παραπονούμενος δεν έφερε εμφανή τραύματα δεδομένου αυτό είναι ένα ζήτημα το οποίο εμπίπτει στα καθήκοντα της.
97. Μετά από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, κλήθηκε ο Κατηγορούμενος για ανακριτική κατάθεση. Κατά την διάρκεια της ανακριτικής του κατάθεσης υπέβαλε ο ίδιος το παράπονό του και προέβαλε τους δικούς του ισχυρισμούς οι οποίοι εν συνεχεία διερευνήθηκαν από την Αστυνομία. Ανέφερε επίσης ότι λήφθηκαν καταθέσεις από εργαζόμενους στην ΔΕΦΑ είτε ήταν παρόντες όταν έλαβε χώρα το περιστατικό είτε όχι.
98. Με την ολοκλήρωση της λήψης των καταθέσεων και αφού εξετάστηκαν ερευνήθηκαν τα παράπονα ισχυρισμοί των δύο πλευρών υπήρχαν έντονοι προβληματισμοί. Επομένως, η υπόθεση διαβιβάστηκε για οδηγίες στη Νομική Υπηρεσία. Η Νομική Υπηρεσία έδωσε οδηγίες όπως γίνουν αυστηρές παρατηρήσεις στα μέρη από το ΔΣ της ΔΕΦΑ καθώς επίσης και από αξιωματικό της Αστυνομίας δεδομένου του ότι η ποινική δίωξη των εμπλεκομένων μερών υπό τις περιστάσεις δεν θα εξυπηρετούσε το δημόσιο συμφέρον. Παρατηρήσεις έγιναν προς τον Παραπονούμενο και τον Κατηγορούμενο.
99. Από τις καταθέσεις οι οποίες λήφθηκαν, η μάρτυρας ανέφερε ότι προκύπτει πως η σχέση μεταξύ του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου χαρακτηρίζεται από εντάσεις. Η μάρτυρας ανέγνωσε αποσπάσματα από διάφορες καταθέσεις οι οποίες εν τέλει δεν κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Αναφερόταν σε αυτές τις καταθέσεις ότι ο Παραπονούμενος δεν μιλούσε κατά τρόπο που να αρμόζει σε σχέση προϊστάμενου με γενικό διευθυντή στον Κατηγορούμενο. Επίσης αναφερόταν ότι ο Παραπονούμενος έχει προβλήματα συμπεριφοράς με φωνασκίες εκδικητικές συμπεριφορές κατά συναδέλφων, ότι δεν μπορεί να αποδεχτεί το γεγονός ότι είναι υφιστάμενος κάποιου, δεν δέχεται τις αποφάσεις του γενικού διευθυντή και ενώ γνώριζε τις αποφάσεις του ΔΣ έπειθε συναδέλφους να δρουν με τρόπο που να αμφισβητούνται οι εν λόγω αποφάσεις. Σε σχέση με αυτό είχε μάλιστα τεθεί ζήτημα ενώπιον του ΔΣ αναφορικά με την εν λόγω συμπεριφορά η οποία χαρακτηρίζεται ως προβληματική. Σε μεταγενέστερο στάδιο αναφορικά με το σημείο αυτό αναγνώρισε το πρόσωπο το οποίο έδωσε την κατάθεση με αυτές τις αναφορές ως τον Γ.Π. που ασκούσε και καθήκοντα πρακτικογράφου στο Δ.Σ..
100. Όσον αφορά των Κατηγορούμενο η μάρτυρας ανέφερε ότι το σύνολο της μαρτυρίας τον περιγράφει εργατικό, πρόθυμο να βοηθήσει και πρόσωπο ήπιων τόνων. Η μάρτυρας σημείωσε ότι και για τον Παραπονούμενο υπήρχαν αναφορές ότι είναι τίμιος και εργατικός. Πρόσθεσε επίσης ότι υπάρχουν και αναφορές κάποιων προσώπων ότι δεν συμφωνούν με τον τρόπο με τον οποίο ο Κατηγορούμενος ασκεί τα καθήκοντά του.
101. Ακολούθως η μάρτυρας ερωτήθηκε αν υπάρχουν καταθέσεις από πρόσωπα τα οποία βρίσκονταν στον χώρο όταν έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό. Αναφέρθηκε σε τρεις καταθέσεις οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 17, 18 και 22 καθώς επίσης και στο ότι η γενικότερη εικόνα την οποία αποκόμισε είναι ότι και τα τέσσερα πρόσωπα τα οποία βρίσκονταν στο γραφείο του Παραπονούμενου φώναζαν.
102. Κατά την αντεξέταση της απαντώντας σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι είχε κριθεί σκόπιμο όπως οι καταθέσεις ληφθούν από τα γραφεία της ΔΕΦΑ για σκοπούς ταχύτερης και πιο αποτελεσματικής διερεύνησης. Ανέφερε επίσης ότι το περιεχόμενο μίας εκ των καταθέσεων είχε διαρρεύσει στον τύπο.
103. Ξεκαθάρισε ότι λήφθηκαν καταθέσεις από όλα τα πρόσωπα τα οποία εργάζονταν στη ΔΕΦΑ.
vi. ΜΥ3 – Γιώτα Γεωργίου
104. H MY4 εργάζεται στη ΔΕΦΑ από τον Απρίλη του 2021 στο Οικονομικό Τμήμα. Κατά την κυρίως εξέταση της αναγνώρισε και ανέγνωσε την κατάθεση την οποία έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 1) στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι:
104.1 Γύρω στις 8:30 το πρωί της 06.09.2022 άκουσε φωνές στο διάδρομο και αναγνώρισε τη φωνή του Παραπονούμενου. Ακολούθως, άλλαξε η ένταση και αντιλήφθηκε ότι μπήκε σε κάποιο γραφείο.
104.2 Συνέχισε να ακούει φωνές ωστόσο χωρίς να καταλαβαίνει ποιοι φώναζαν. Μετά από λίγα λεπτά όταν έπρεπε να βγει από το γραφείο της και να περάσει από το γραφείο του Παραπονούμενου είδε μέσα από το γυαλί του εν λόγω γραφείου τον ΜΚ2 τον ΜΚ3 και τον Κατηγορούμενο να βρίσκονται στο γραφείο του Παραπονούμενου και να φωνάζουν όλοι μαζί ταυτόχρονα χωρίς όμως να μπορεί να καταλάβει τι έλεγαν.
104.3 Τη στιγμή που περνούσε είδε τον ΜΚ2 να μιλά στον κατηγορούμενο και να βρίσκεται σε ένταση.
104.4 Αναφέρει επίσης που καθόντουσαν τα πρόσωπα που βρίσκονταν στο γραφείο του Παραπονούμενου. Αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος καθόταν απέναντι από τους ΜΚ2 και ΜΚ3.
104.5 Ανέφερε επίσης ότι η συνεργασία της με τον κατηγορούμενο ήταν άψογη ενώ με τον Παραπονούμενο δεν είχε συνεργαστεί στο παρελθόν. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν είναι συγκρουσιακός τύπος.
105. Αντιλήφθηκε ότι ΜΚ2 ήταν σε ένταση από τον τρόπο με τον οποίο κινείτο και την συμπεριφορά του. Η αντίληψη της ήταν ότι ο ΜΚ2 ήταν έντονος.
106. Κατά τη αντεξέταση της διευκρίνισε ότι την κατάθεση της την έδωσε στη ΔΕΦΑ στο γραφείο του Προέδρου του ΔΣ όπου υπάρχει τραπέζι συνεδριάσεων. Δεν είχε οπτική επαφή με το γραφείο του Κατηγορούμενου και σε κάθε περίπτωση η Αστυνομικός η οποία πήρε την κατάθεση της είπε να βλέπει τον τοίχο.
Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ
107. Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Είχα την ευκαιρία να ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιόν μου και να παρακολουθήσω τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο.
108. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας.[3] Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.
109. Παρότι ο σταθερός λόγος και η ήρεμη συμπεριφορά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους.[4] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία.[5]
110. Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Επιπρόσθετα, οι θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
111. Έχει νομολογηθεί ότι για να καταστραφεί η αξιοπιστία ενός μάρτυρα οι αντιφάσεις πρέπει να είναι ουσιαστικές. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες μπορεί να θεωρηθεί ότι ενισχύουν την φιλαλήθεια ενός μάρτυρα καθότι δείχνουν πως δεν υπάρχει προσχεδιασμός στην εκδοχή του.[6] Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές αφ’ εαυτού δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί.[7]
112. Έχω κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[8]
113. Επιπρόσθετα, όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε.[9]
114. Παράλειψη Αντεξέτασης: Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση.[10]
115. Παραπέμπω επίσης στην απόφαση του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Νικολαΐδη στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου (1999) 1 ΑΑΔ 785 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την παράλειψη αντεξέτασης και την παράλειψη της μίας πλευράς να θέσει γεγονότα στους μάρτυρες της άλλης πλευράς:
«Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης, το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπ' όψιν ισχυρισμούς επί γεγονότων που δεν τέθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς, λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράστασης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μία πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεσή της επί του σημείου.»
116. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό.[11]
117. Ωστόσο, ο κανόνας ότι η παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας να θεωρήσει ότι η αντίδικη πλευρά έχει σιωπηρώς αποδεχθεί την εκδοχή του μάρτυρα δεν είναι ούτε άκαμπτος ούτε απόλυτος. Εν πρώτοις, θα πρέπει να υπάρχει παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρα ή παράλειψη τα να τεθεί στο μάρτυρα μια ουσιώδης θέση της άλλης πλευράς. Κατά δεύτερον, με βάση την προπαρατεθείσα νομολογία καθίσταται ξεκάθαρο ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει θέση η οποία δεν τέθηκε ή να αποδεχθεί θέση επί της οποίας μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Παρατίθενται σχετικά παραδείγματα στο σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης (δεύτερη έκδοση, σελ. 721).[12]
118. Όπως αναφέρεται στο εν λόγω σύγγραμμα διαδραματίζει ρόλο και η απουσία σαφούς εξήγησης για την παράλειψη αντεξέτασης και πιο σημαντικά η παράλειψη δεν εξυπακούει άνευ ετέρου αποδοχή της μαρτυρίας δίχως αξιολόγηση. Η μη αντεξέταση, δεν θα εξισωθεί με αποδοχή, όταν δοθούν επαρκείς εξηγήσεις για την παράλειψη, όταν έχει υποβληθεί στο μάρτυρα προηγουμένως η θέση της άλλης πλευράς, όταν η αμφισβήτηση του κρίσιμου σημείου μπορεί να συναχθεί από τη γενικότερη κατεύθυνση της αντεξέτασης του μάρτυρας σε παρεμφερείς πτυχές ή όταν η εκδοχή που παρουσιάζεται είναι απίστευτη ή απομακρυσμένη.
i. Οι σχέσεις μεταξύ του Κατηγορούμενου και των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3 και των ΜΚ μεταξύ τους και η «αυτοπροειδοποίηση» του Δικαστηρίου
119. Ο Παραπονούμενος ξεκαθάρισε πως η σχέση του με τον Κατηγορούμενο δεν ήταν καλή. Μάλιστα διατηρούσε ημερολόγιο με περιστατικά με τον Κατηγορούμενο καθότι θεωρούσε πως ήταν θύμα παρενόχλησης. Στη σελ. 20 πρακτικών ημερομηνίας 24.03.2025 αναφέρει:
«Από την αρχή της συνεργασίας κύριε Πρόεδρε, που συνέπιπτε με την έναρξη της εργασίας του κατηγορούμενου στη ΔΕΦΑ, ο κύριος Μενέλαου έδειξε τις προθέσεις του ότι ήταν πολύ επιθετικός εναντίον μου, με μία προσπάθεια απομείωσης καθηκόντων, επιθετικότητας και εκφοβισμού και είναι γι΄αυτό που κατά την άποψη μου αποτελεί αλυσίδα, μία μεγάλη αλυσίδα συμβάντων που κατέληξε στην επίθεση, γι΄αυτό υπήρχε και το παράρτημα, το οποίο ετοιμάστηκε για να σας ενημερώσω ότι δεν ξεκίνησα και έγραφα κάτι κατόπιν εορτής, το εγχειρίδιο προσωπικού για εμάς αποτελεί μέρος της σύμβασης εργασίας μας, υποδεικνύει σχετικά ότι σε περίπτωση που υπάρχει παρενόχληση, θα πρέπει εκείνο το άτομα που νιώθει ότι το περνά να διατηρεί ημερολόγιο για τα συμβάντα που γίνονται.»
120. Ο Κατηγορούμενος επιβεβαίωσε το ότι οι σχέσεις τους δεν ήταν καλές. Αυτό το οποίο προέκυψε ήταν ότι έγιναν εκατέρωθεν καταγγελίες και το θέμα έφτασε ακόμα και στην Βουλή των Αντιπροσώπων κατόπιν εγγραφής του (σε τρεις ή τέσσερεις περιπτώσεις) από Βουλευτή ο οποίος έχει σχέσεις με τον Παραπονούμενο. Στη Βουλή κλήθηκε και ο Πρόεδρος του ΔΣ της ΔΕΦΑ για να δώσει εξηγήσεις και κατέληξε να προωθήσει το «πακέτο 205 σελίδων» σε σχέση με αυτό το ζήτημα.
121. Οι δε τρεις μάρτυρες κατηγορίας περιλαμβανομένου του Παραπονούμενου ήταν στην ίδια ομάδα, εργαζόντουσαν μαζί, διατηρούσαν και φιλικές σχέσεις εκτός εργασίας και δρούσαν ως ομάδα σε ορισμένες περιπτώσεις.
122. Η Υπεράσπιση στην αγόρευση της χαρακτήρισε τους ΜΚ ως μάρτυρες που εξυπηρετούσαν το δικό τους συμφέρον και κάλεσε το Δικαστήριο να αναζητήσει ανεξάρτητη μαρτυρία πριν να καταλήξει σε συμπεράσματα. Η Υπεράσπιση επίσης προώθησε τη θέση ότι ο Παραπονούμενος επιδίωκε να βρει ευκαιρία για να πλήξει τον Κατηγορούμενο και το συμβάν αυτό ήταν στην ουσία η ευκαιρία του.
123. Στο σύγγραμμα Blackstone’s Criminal Practice στο σημείο F5.5 αναφέρεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι ένορκοι θα πρέπει να προειδοποιούνται πριν να βασιστούν σε συγκεκριμένη μαρτυρία χωρίς ενίσχυση:
« In appropriate circumstances the jury should be warned to exercise caution before acting on the evidence of certain types of witness, if unsupported. Whether a warning is given is a matter of judicial discretion dependent on the particular circumstances of the case, and failure to give a warning therefore will not necessarily furnish grounds for a successful appeal, even if all members of the appellate court would have given a warning (see, e.g., BJ [2020] NICA 5). Equally, if a warning is given, the strength of warning and the extent to which the judge should elaborate upon it, also turn on the particular circumstances of the case. The categories of witness that fall to be considered, for the purposes of considering whether to give a care warning, are:
(a) accomplices giving evidence for the prosecution and complainants in sexual cases (which fall to be considered together);
(b) other witnesses whose evidence may be unreliable;
(c) witnesses whose evidence may be tainted by an improper motive;
(d) children; and
(e) patients at a secure hospital.»
124. Καίτοι δεν θεωρώ τους ΜΚ ως ύποπτους (suspect witnesses) per se δεδομένου του ότι δεν εμπίπτουν σε μία εκ των κατηγοριών υπόπτων μαρτύρων (δεν είναι ιδιοτελείς καθότι δεν βρίσκονται στο μεταίχμιο του να θεωρηθούν συνεργοί, ούτε θεωρώ πως είναι μάρτυρες με αλλότρια κίνητρα),[13] το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας έπρεπε να ήταν ιδιαίτερα προσεκτικό καθότι υπήρχε το ιστορικό το οποίο προαναφέρθηκε μεταξύ των δύο διάδικων και η σχέση μεταξύ των τριών μαρτύρων κατηγορίας.
125. Σημειώνω ότι δεν αποφαίνομαι επί οποιωνδήποτε άλλων περιστατικών εκτός από το επίδικο αλλά το ότι η σχέση μεταξύ των δύο δεν ήταν καθόλου καλή και υπήρχε συναδελφική και φιλική σχέση μεταξύ των τριών ΜΚ συνεκτιμήθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και το επίδικο συμβάν προσεγγίστηκε κάτω από αυτό το πρίσμα.
126. Προχωρώ τώρα στην αξιολόγηση μαρτυρίας των έξι μαρτύρων οι οποίοι παρείχαν μαρτυρία στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης.
ii. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Παραπονούμενου ΜΚ1
127. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία του Παραπονούμενου για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων επί των αμφισβητούμενων ζητημάτων.
128. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από υπερβολή και διέκρινα επίσης μια τάση διαστρέβλωσης ορισμένων γεγονότων για να εξυπηρετήσει τη δική του θέση και εκδοχή.
129. Παρέμειναν επίσης ορισμένα σημαντικά κενά στην εξέλιξη των γεγονότων στην εκδοχή του τα οποία θεωρώ ότι επηρεάζουν την αξιοπιστία αυτής επειδή αφορούν τα δευτερόλεπτα πριν από το επίδικο συμβάν της επίθεσης. Ως γενικό σχόλιο αναφέρω ότι η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων θεμάτων δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή.
130. Κατά την μαρτυρία του θεωρώ ότι υπέπεσε σε αντιφάσεις επί ουσιωδών ζητημάτων και παρέμειναν ορισμένα κενά π.χ. σε σχέση με το ότι ο Κατηγορούμενος φώναζε και αναγκάστηκε να κλείσει την πορτα, τα οποία επηρεάζουν το κατά πόσο η εκδοχή του μπορεί να θεωρηθεί πιστευτή ή όχι. Κατά την αντεξέταση του παρατήρησα ότι μετέβαλλε τη θέση του αναλόγως της ερώτησης.
131. Αντιλαμβάνομαι αφενός ότι ο Παραπονούμενος θα παρουσιάσει στο Δικαστήριο τη δική του εκδοχή ωστόσο η εκδοχή του είναι τόσο μονόπλευρη και παρουσιάζει επιλεκτικά τα γεγονότα σε σημείο που το Δικαστήριο νιώθει πως θα ήταν ακροσφαλές να βασιστεί σε αυτήν, π.χ. ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε στο γραφείο του με μένος και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πειράξει τις ρυθμίσεις του κλιματιστικού φωνάζοντας ότι είναι Γενικός Διευθυντής και κάνει ότι θέλει. Δημιουργείται η εντύπωση πως ο Παραπονούμενος σκόπιμα παρέλειψε να δώσει μια πλήρη εικόνα των γεγονότων αφήνοντας έξω ορισμένα κομμάτια της συνολικής εικόνας. Η επιλεκτική παρουσίαση γεγονότων ή μερών των γεγονότων τα οποία συνάδουν με την εκδοχή του προκύπτει, μεταξύ άλλων ενδείξεων, όταν η μαρτυρία του συγκριθεί με το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας.
132. Αναπόφευκτα η επιλεκτική παρουσίαση γεγονότων επηρεάζει την αξιοπιστία του. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω αυτά τα κενά ακολούθως.
133. Οφείλω να αναφέρω ότι κατά την κυρίως εξέταση του φαινόταν ετοιμόλογος και άμεσος στις απαντήσεις του. Ωστόσο, προσεκτική μελέτη της μαρτυρίας του φανερώνει διάφορες αντιφάσεις και ενίοτε ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες επηρεάζουν την αξιοπιστία της εκδοχής του.
Αντιφάσεις μεταξύ Εγγράφου Α και προφορικής μαρτυρίας
134. Καταρχάς εντόπισα αντιφάσεις μεταξύ της γραπτής του δήλωσης (Εγγράφου Α) η οποία είναι πανομοιότυπη με την κατάθεση την οποία έδωσε την ημέρα του περιστατικού στην Αστυνομία και της κυρίως εξέτασης του.
135. Παραθέτω ενδεικτικά ορισμένα παραδείγματα:
135.1 Στην σελ. 14 πρακτικών αναφέρει ότι εισήλθε στο γραφείο του ο Κατηγορούμενος με μένος και ξεκάθαρη επιθετικότητα και πείραξε τις ρυθμίσεις του κλιματισμού, ο Παραπονούμενος του ζήτησε να σταματήσει και τότε έκλεισε πάρα πολύ δυνατά την πόρτα. Στο Έγγραφο Α αναφέρει ότι μπήκε στο γραφείο του «έκλεισε με χτύπημα την πόρτα και κατευθείαν πείραξε τις ρυθμίσεις του κλιματιστικού» δηλαδή έκλεισε την πόρτα πριν να πειράξει τις ρυθμίσεις. Στην κυρίως εξέταση του ο Παραπονούμενος πρόσθεσε ότι έκλεισε την πόρτα πάρα πολύ δυνατά σε αντίθεση με το Έγγραφο Α που αναφέρει απλώς ότι έκλεισε την πόρτα «με χτύπημα».
135.2 Στη σελ. 16 πρακτικών ( 24.03.2025, κυρίως εξέταση ΜΚ1) αναφέρει ότι αφού διαμαρτυρήθηκαν ο ίδιος και ο ΜΚ2 για τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, ο Κατηγορούμενος κτύπησε ξανά ακόμα πιο έντονα το χέρι του στο τραπέζι και φώναξε «Είμαι Γενικός Διευθυντής και ό,τι θέλω κάμνω» ενώ στη γραπτή του δήλωση δεν αναφέρει πως εκστόμισε τέτοια πρόταση (σελ. 2, τρίτη παράγραφος). Αναφέρει μόνο ότι χτύπησε το χέρι του για να εκφοβίσει.
135.3 Γενικά δημιουργήθηκε η εντύπωση κατά την προφορική μαρτυρία του Παραπονούμενου πως πρόσθετε ορισμένα σημεία και αναφορές για να κάνει τον Κατηγορούμενο να φαίνεται πιο επιθετικός και εκτός ελέγχου. Θεωρώ ότι εάν όντως έτσι είχαν τα γεγονότα αυτές οι λεπτομέρειες θα αναφέρονταν στην κατάθεση του που συνέταξε την ημέρα του συμβάντος.
135.4 Σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμόν απειλή, ο Παραπονούμενος αφενός αναφέρει ότι την εκστόμισε ο Κατηγορούμενος εν κινήσει προς την πόρτα, μετά άνοιξε την πόρτα και ο Παραπονούμενος την έκλεισε, αφετέρου, αμέσως μετά, αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος τους απείλησε, έκλεισε την πόρτα ο Παραπονούμενος, ο Κατηγορούμενος τους απείλησε ξανά και άνοιξε την πόρτα (σελ. 16 και 17, πρακτικών, 24.03.205). Στο δε Έγγραφο Α, σελ.2 αναφέρεται σε ένα περιστατικό απειλής (παρ. 4), άνοιγμα της πόρτας, κλείσιμο της πόρτας και επίθεση.
135.5 Στη γραπτή του δήλωση αναφέρει πως μια φορά δέχθηκε την απειλή ότι είναι τελειωμένοι, ενώ κατά την κυρίως εξέταση όταν ερωτήθηκε από τον κύριο Μιχαήλ (σελ. 20 πρακτικών, 24.03.2025) ανέφερε: «Είπε στην αρχή κύριε Πρόεδρε "είστε τελειωμένοι", άνοιξε την πόρτα και επέστρεψε πίσω και το έκανε πιο συγκεκριμένο, ενώ εγώ κατευθυνόμουν να κλείσω την πόρτα και είπε "εσύ και εσύ" 2η φορά δηλαδή, "είστε τελειωμένοι" δείχνοντας τον κύριο Παπέττα και εμένα.»
135.6 Σημειώνω ότι ο τρόπος που περιγράφει το περιστατικό της απειλής στις σελ. 16 – 17 των πρακτικών 24.03.2025 και μετά στην σελ. 20 είναι διαφορετικός.
135.7 Δηλαδή υπάρχει διάσταση σε σχέση με το πόσες φορές ο Κατηγορούμενος προέβη σε απειλή εναντίον των ΜΚ1 και ΜΚ2. Θεωρώ ότι πρόκειται περί σημαντικής αντίφασης. Εάν ίσχυε ότι προέβη δύο φορές σε απειλή, ήτοι «είσαστε τελειωμένοι» και μετά «εσύ και εσύ είστε τελειωμένοι», δηλαδή συγκεκριμενοποιώντας την απειλή, θα το ανέφερε ο Παραπονούμενος στο Έγγραφο Α και στο Τεκμήριο 19 ήτοι τις καταθέσεις του που συνέταξε την ημέρα του συμβάντος όταν τα γεγονότα ήταν πιο φρέσκα στο μυαλό του.
Κενό στην εκδοχή του Παραπονούμενου
136. Όπως προανέφερα, υπάρχει κάποιο κενό στην ροή των γεγονότων στην εκδοχή του Παραπονούμενου. Στο Έγγραφο Α, παρ. 5 αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος έφευγε και είπε το «εσύ και εσύ είστε τελειωμένοι». Ενώ «φώναζε» άνοιξε και την πόρτα και ο Παραπονούμενος την έκλεισε για να μην ακούγονται φωνές. Κανένας από τους τρεις μάρτυρες κατηγορίας δεν ανέφερε τι ακριβώς έλεγε όταν φώναζε. Επίσης, το ότι φώναζε δεν συνάδει με το ότι εκείνη την ώρα έφευγε από το γραφείο. Και οι τρεις μάρτυρες κατηγορίας αναφέρουν ότι φώναζε σε σημείο που ο Παραπονούμενος «αναγκάστηκε» να κλείσει την πόρτα. Παρά το γεγονός ότι ο Παραπονούμενος αναφέρει λεπτομέρειες τις οποίες ένα πρόσωπο δεν είναι λογικό να θυμάται, δεν αναφέρει τίποτε απολύτως για το τι ακριβώς έλεγε ο Παραπονούμενος όταν φώναζε κατά την έξοδο του από το γραφείο του μερικά δευτερόλεπτα πριν από την κατ’ ισχυρισμόν επίθεση.
137. Στη δε σελίδα 16 των πρακτικών 24.03.2025 κατά την προφορική του μαρτυρία αναφέρει πως ο Κατηγορούμενος ήταν σε κίνηση, τους ανέφερε ότι είναι τελειωμένοι και άνοιξε την πόρτα. Ο Παραπονούμενος ξεκίνησε να περπατά προς την πόρτα για να την κλείσει ώστε «να μην ακούγονται οι φωνασκίες και η αναστάτωση σε άλλους χώρους εντός του γραφείου». Ούτε στην κυρίως εξέταση του δεν εξηγεί ποιος φώναζε, τι φώναζε και γιατί ήταν ανάγκη να κλείσει η πόρτα αφού ο Παραπονούμενος περπατούσε προς την πόρτα για να φύγει και την άνοιξε.
138. Το κενό αυτό προκαλεί εντύπωση διότι ο Παραπονούμενος εξηγούσε τα πάντα με ιδιαίτερη λεπτομέρεια ενώ σε αυτό το σημείο αναδύεται μια γενικότητα και αοριστία η οποία δημιουργεί ερωτηματικά. Υπό άλλες περιστάσεις ενδεχομένως να μην ήταν ουσιώδες το κενό αυτό. Ωστόσο, εν προκειμένω, φαίνεται πως κάτι έγινε σε εκείνο το χρονικό σημείο σε σχέση με το οποίο αφήνεται ένα κενό στην εκδοχή του Παραπονούμενου.
Η θέση ότι μπήκε μαινόμενος και πείραζε ρυθμίσεις κλιματιστικού
139. Η εκδοχή του Παραπονούμενου παρουσιάζει αντιφάσεις και σε ορισμένα σημεία δεν συνάδει με τη λογική αλλά ούτε και με την εικόνα και την εντύπωση την οποία ο Κατηγορούμενος δημιούργησε στο Δικαστήριο. Για παράδειγμα παρουσιάζει τον Κατηγορούμενο ως ένα πρόσωπο το οποίο στην ουσία εισήλθε «μαινόμενος» στο γραφείο του μετά από λογομαχία κατά την διάρκεια της οποίας φωνασκούσε και ήταν έντονος και το πρώτο πράγμα το οποίο έκανε όταν μπήκε ήταν να «πειράξει τις ρυθμίσεις του κλιματισμού».
140. Θεωρώ ότι η εκδοχή των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής διαστρεβλώνει ορισμένα γεγονότα με σκοπό να δώσει την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένα πρόσωπο ασταθές με αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά. Η συμπεριφορά αυτή που αποδίδουν στον Κατηγορούμενο δεν συνάδει με τα υπόλοιπα γεγονότα. Όταν ο ισχυρισμός αυτός όλων των ΜΚ συγκριθεί μαζί με την θέση του Κατηγορούμενου ως προς το συμβάν φαντάζει απίθανος, ενώ η θέση του Κατηγορούμενου περισσότερο πιθανή. Ο ισχυρισμός αυτός των ΜΚ χαρακτηρίζεται και από αντιφάσεις καθότι κάποιοι αναφέρουν ότι μπήκε μετά από λίγα λεπτά αφού ο Παραπονούμενος έκανε παρατήρηση στον Κατηγορούμενο, άλλοι αναφέρουν ότι μπήκε αμέσως αλλά αφού πέρασε αρκετός χρόνος για να καθίσει ο Παραπονούμενος στο γραφείο του.
Η εκδοχή του Παραπονούμενου συγκρούεται με ανεξάρτητη μαρτυρία της ΜΥ3
141. Σημειώνω ότι η μόνη ανεξάρτητη μάρτυρας η οποία βρισκόταν στο διπλανό γραφείο και άκουσε μέρος του συμβάντος και επίσης πέρασε από το γραφείο του Παραπονούμενου και για μερικά δευτερόλεπτα είδε τι ελάμβανε χώρα ήταν η ΜΥ3 αντικρούει διάφορα σημεία στη μαρτυρία του Παραπονούμενου.
142. Καταρχάς, στην κατάθεση της αναφέρει ότι αναγνώρισε τη φωνή του Παραπονούμενου όταν φώναζε από το διάδρομο. Ακολούθως, συνέχισε να ακούει φωνές και είδε τόσο τους ΜΚ2 όσο και τον ΜΚ3 να φωνάζουν. Ο Κατηγορούμενος καθόταν όταν τους είδε και ο ΜΚ2 μιλούσε με ένταση στον Κατηγορούμενο. Η ΜΥ3 ήταν ανεξάρτητη μάρτυρας υπό την έννοια ότι δεν έλαβε μέρος στο συμβάν και δεν καταδείχθηκε οποιοσδήποτε λόγος ή κίνητρο για να μην αναφέρει την αλήθεια. Αυτό που προκύπτει από τη μαρτυρία της όταν συγκριθεί με την μαρτυρία του Παραπονούμενου είναι ότι ο τελευταίος δεν ήταν το ήρεμο αυτό πρόσωπο που παρουσίαζε ο ίδιος και οι υπόλοιπο ΜΚ, το θύμα της κατάστασης που δέχθηκε την απρόκλητη επίθεση από τον Κατηγορούμενο.
143. Η ΜΥ3 ανέφερε πως άκουσε φωνές από το διάδρομο και η φωνή ήταν του Παραπονούμενου. Ο Παραπονούμενος επέμεινε ότι έκανε παρατήρηση στον Κατηγορούμενο χωρίς να φωνάζει (σελ. 17, πρακτικά 02.04.2025):
E. Και αυτό αντιλαμβάνομαι το είπες με ήρεμο τρόπο στον κύριο Μενέλαου.
A. Το είπα με ένταση, όσο χρειαζόταν, χωρίς να φωνάζω, για να μπορέσουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν μπορεί να είναι ανεκτικό πλέον αυτό το στυλ συμπεριφοράς και αντιμετώπισης.
144. Ακολούθως επανέλαβε αρκετές φορές ότι δεν φώναζε κάτι το οποίο είναι αντίθετο με την εκδοχή της ΜΥ3 η οποία ήταν μέσα στο γραφείο της και άκουσε την φωνή του Παραπονούμενου. Σημειώνω ότι και η Μ.Θ. στην κατάθεση της Τεκμήριο 22 ανέφερε ότι άκουσε ενόσω ήταν στο γραφείο της φωνές και τον Παραπονούμενο να λέει «Δεν κλείνουμε το τηλέφωνο όταν έχουμε διαφωνία». Κατά συνέπεια, η εκδοχή του Παραπονούμενου ότι αυτός ουδέποτε φώναξε δεν συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία.
145. Προσθέτω ότι και η ΜP στην κατάθεση της στην οποία αναφέρει πως είδε μέρος του συμβάντος και δη εκείνο το σημείο που ο Παραπονούμενος και ο Κατηγορούμενος στέκονταν στην πόρτα του γραφείου του πρώτου δεν αναφέρει τίποτε για επίθεση και απειλές. Ούτε αναφέρει οτιδήποτε για φωνές του Κατηγορούμενου που ανάγκασαν τον Παραπονούμενο να κλείσει την πόρτα.
Αντιφάσεις μεταξύ μαρτυρίας Παραπονούμενου και γραπτής μαρτυρίας
146. Σημειώνω επίσης ότι η μαρτυρία του Παραπονούμενου σε ορισμένα σημεία είναι αντίθετη με τη γραπτή μαρτυρία και τη μαρτυρία του ΜΚ3 επίσης. Ειδικά ως προς τον λόγο της συζήτησης στο τηλέφωνο μεταξύ των δύο, αφενός ο Παραπονούμενος αναφέρει πως ήταν για το σκοπό διευθέτησης συνάντησης με εξωτερικούς συμβούλους. Κατά την αντεξέταση του επί αυτού του σημείου ο Παραπονούμενος απέφευγε να απαντήσει εάν όντως είχε διευθετηθεί συνάντηση μεταβάλλοντας τη θέση του στη γραπτή του δήλωση όπου ανέφερε πως είχε προγραμματιστεί η συνάντηση (σελ. 26 - 28 πρακτικών 24.03.2025).
147. Ο ΜΚ3 κατά η μαρτυρία του ανέφερε πως αντιλήφθηκε πως ο Κατηγορούμενος κατά την τηλεφωνική του επικοινωνία με τον Παραπονούμενο, αμφισβητούσε την εργατικότητα του και την ικανότητα του πράγμα σαφώς διαφορετικό από το ότι του ζητήθηκε να συμμετέχει σε συνεδρία.
148. Εν πάση περιπτώσει, η θέση του Παραπονούμενου ότι εάν συμμετείχε σε συνάντηση σχετικά με την ετοιμασία εγγράφων του διαγωνισμού θα παραβίαζε την απόφαση του ΔΣ δεν μπορεί να ευσταθεί και έρχεται σε ευθεία αντίφαση με το Τεκμήριο 11 στο οποίο περιλαμβάνεται η σχετική απόφαση του ΔΣ. Το ΔΣ αποφάσισε μεν τον αποκλεισμό των ΜΚ1 – ΜΚ3 από τη διαδικασία αλλά έθεσε εξαίρεση ότι σε περίπτωση κατά την οποία ζητείτο η συνδρομή τους θα έπρεπε να δοθεί.
149. Στο Τεκμήριο 11 υπάρχει και ηλ. μήνυμα του Παραπονούμενου το οποίο προτρέπει τον ΜΚ2 να «παράσχει βοήθεια όπου ζητηθεί». Πως γίνεται από τη μία να συμβουλεύει τον ΜΚ2 να παράσχει βοήθεια σε σχέση με αυτό το θέμα και από την άλλη να ισχυρίζεται ότι δεν του επιτρεπόταν να παράσχει βοήθεια;
150. Ο Παραπονούμενος επέμεινε ως προς το ότι θα έπρεπε να ενοχληθεί ολόκληρο το ΔΣ της ΔΕΦΑ για να μπορεί να συμμετέχει σε μια συνάντηση που του ζητήθηκε από τον Γενικό Διευθυντή (σελ. 14, 02.04.2025, Αντεξέταση ΜΚ1) πράγμα το οποίο εκτός από το ότι δεν συνάδει με την κοινή λογική, δεν φαίνεται να συνάδει ούτε με την ίδια την απόφαση του ΔΣ ως καταγράφεται στο Τεκμήριο 11.
151. Αυτό το οποίο προκύπτει είναι ότι ενδεχομένως να μην ήταν αυτό το θέμα συζήτησης στο τηλέφωνο ως αποτέλεσμα της οποίας ο Κατηγορούμενος κατ’ ισχυρισμό εξαγριώθηκε. Η εκδοχή του Κατηγορούμενου επί αυτού του σημείου που αναφέρει ότι στην ουσία του ζήτησε ενημέρωση για τέσσερα ζητήματα που εκκρεμούσαν επειδή υπήρχαν προθεσμίες συνάδει με το Τεκμήριο 11 καθώς και με τα όσα ο ΜΚ3 ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της συζήτησης αμφισβητείτο η αποδοτικότητα στην εργασία του Παραπονούμενου.
152. Κατά συνέπεια δεν δέχομαι τη μαρτυρία του Παραπονούμενου ως προς το περιεχόμενο της συζήτησης μεταξύ των δύο στο τηλέφωνο. Θεωρώ ότι ο Παραπονούμενος επιχείρησε να διαστρεβλώσει τα γεγονότα για να συνάδουν με την δική του εκδοχή και αφήγημα.
Αντίφαση σε σχέση με την γνώση του Παραπονούμενου ως προς τη διερεύνηση πειθαρχικών αδικημάτων εναντίον του
153. Σε σχέση με τη διερεύνηση πειθαρχικών παραπτωμάτων εναντίον του Παραπονούμενου, αυτός αρχικά ανέφερε ότι υπάρχει κάποια «ψιθυρολογία» και τίποτε περισσότερο (σελ. 3 πρακτικά 02.04.2025). Ανέφερε ότι υπήρχαν ορισμένα δημοσιεύματα που αναφέρονταν σε διαδικασίες και είχε καταλάβει πως αφορούσαν τον ίδιο και τα απέδωσε στην μανία καταδίωξης του Κατηγορούμενου εναντίον του.
154. Στην πορεία της αντεξέτασης του διαφάνηκε ότι όχι μόνο είχε γνώση διαδικασιών εναντίον του αλλά γνώριζε και τι διαμείφθηκε στην Επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων όταν συζητήθηκε το θέμα και γνώριζε για το κείμενο έκτασης 205 σελίδων σε σχέση με το θέμα το οποίο περιέγραψε ως «ένα κατηγορώ εναντίον μας, με διάφορες αιτήσεις από ότι αντιλαμβάνομαι που σχετίζονται με τούτα που αναφέρει ο κύριος Στεφάνου…».
155. Από την αντεξέταση του σε σχέση με αυτό το ζήτημα δόθηκε η εντύπωση στο Δικαστήριο ότι ο Παραπονούμενος ήθελε να αποφύγει τη συζήτηση αυτού του θέματος ενδεχομένως επειδή δεν συνάδει με το όλο αφήγημα του που παρουσιάζει τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που επιτίθεται με εκδικητική μανία εναντίον του.
156. Ενώ αρχικά ανέφερε ότι έχει υπόψιν του ορισμένους ψίθυρους στην πορεία αναγκάστηκε να απαντήσει και να δείξει ότι έχει γνώση αν και στην πορεία προσπάθησε ξανά να διαστρεβλώσει τα γεγονότα για να συνάδουν με την θεώρηση του ότι πρόκειται περί ψιθυρολογίας (σελ. 5 - 6 πρακτικά 02.04.2025). Στη συνέχεια, στην ουσία παραδέχθηκε ότι συγκεκριμένος βουλευτής με τον οποίο έχει σχέση ενέγραψε σε αριθμό περιπτώσεων ζήτημα στη Βουλή για εργασιακό εκφοβισμό εντός της ΔΕΦΑ από τον Κατηγορούμενο. Δεν αρνήθηκε ότι το ζήτημα ενεγράφη τέσσερεις φορές και ακολούθως παραδέχθηκε πως ο βουλευτής έλαβε πληροφόρηση και από τον ίδιο για να εγγράψει το θέμα.
Αντιφάσεις κατά την αντεξέταση του
157. Ο Παραπονούμενος υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις κατά την αντεξέταση του μεταβάλλοντας τις θέσεις του ως είχαν προβληθεί κατά την κυρίως εξέταση του. Παραθέτω ενδεικτικά ορισμένα παραδείγματα αυτών των αντιφάσεων:
157.1 Ως γενικό σχόλιο αναφέρω ότι κατά την αντεξέταση του ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι κάποια πράγματα γίνονταν παράλληλα σε αντίθεση με προηγούμενη απάντηση του ότι στην κατάθεση του τα γεγονότα τίθενται σε χρονολογική σειρά. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει ποια πράγματα έγιναν παράλληλα δεν μπορούσε να δώσει σαφείς απαντήσεις.
157.2 Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει συγκεκριμένα πόσες φορές χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι ανέφερε 2-3 φορές. Όταν ερωτήθηκε για την κατάθεση του ότι αναφέρει 2 φορές ο ΜΚ1 στην ουσία απέφυγε να απαντήσει και κατέφυγε σε υπερβολές μιλώντας για μια συνεχή προσπάθεια τρομοκρατίας κτυπημάτων και επιβολής (σελ. 31, πρακτικά 02.04.2025, Α/Ε ΜΚ1).
157.3 Στην αντεξέταση του όταν ερωτήθηκε αν ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε ένα μονόλογο χωρίς να του πουν οτιδήποτε οι υπόλοιποι, ο Παραπονούμενος απέφυγε να απαντήσει και επανέλαβε τα όσα ανέφερε στη δήλωση του (σελ.28, γραμμές 19 – 27, πρακτικά 02.04.2025, Α/Ε ΜΚ1). Η θέση του αυτή δεν συνάδει ούτε με την μαρτυρία της ΜΥ3 η οποία ανέφερε στην ουσία ότι όλοι φώναζαν, ούτε και με το Τεκμήριο 22 – κατάθεση της Μ.Θ. Αυτό συνέβη αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, δηλαδή να παρουσιάζει τον Κατηγορούμενο να συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα χωρίς λόγο και χωρίς να εξηγεί τι είχε προηγηθεί.
157.4 Δεν μπορεί να ισχύει ότι ο Παραπονούμενος και οι ΜΚ2 και ΜΚ3 δεν φώναζαν. Η μαρτυρία αυτή είναι αντίθετη με τη θέση της ΜΥ3. Περαιτέρω, δεν συνάδει ούτε με την κοινή λογική και γενικότερα με την εικόνα που έδωσε ο Κατηγορούμενος το ότι στην ουσία έκανε μονόλογο, κουνούσε χέρια, χτυπούσε τα χέρια στο τραπέζι και φώναζε «είμαι ΓΔ και ότι θέλω κάνω».
157.5 Στο Έγγραφο Α δεν αναφέρει πως όταν χτύπησε δεύτερη φορά το χέρι πάνω στο τραπέζι ανέφερε το «είμαι ΓΔ και ότι θέλω κάνω» σε αντίθεση με την αντεξέταση του (σελ. 29, γραμμές 23 – 25).
157.6 Το κατά πόσον στεκόταν ή καθόταν ο Κατηγορούμενος: Άλλη αντίφαση στην οποία υπέπεσε ήταν όταν ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος στεκόταν και αν έκατσε ήταν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, «πεπερασμένα» και αμέσως μετά στάθηκε για να επιβληθεί (σελ. 31) σε αντίθεση με την ΜΥ3 που τον είδε να κάθεται και σε αντίφαση με τη κυρίως εξέταση του σελ. 16 γραμμές 4 – 19 (24.03.2025) στην οποία ανέφερε δις ότι ο Κατηγορούμενος «σηκώστηκε». Εάν σηκώθηκε το μόνο που μπορεί να σημαίνει είναι ότι προηγουμένως καθόταν:
«Μάρτυρας: Όταν του είπαμε τόσο οι λειτουργοί που αντέδρασαν και ο κύριος Παπέττας του είπε ότι δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται, είχα και εγώ αναφέρει ότι δεν πρέπει να υπάρχει τέτοια συμπεριφορά απέναντι στους λειτουργούς, τότε ο κύριος Μενέλαου ακόμα πιο έντονα, χτύπησε ξανά το χέρι του πάνω στο τραπέζι. Ξαναγύρισε σε εμάς τζιαι φώναξε ότι: « είμαι Γενικός Διευθυντής και ό,τι θέλω θα κάμνω ». Κουνώντας τα χέρια και το δάκτυλο του πάλι επιδεικτικά με τον δείκτη προς εμάς, είχε σηκωστεί και προχώρησε μπροστά από το τραπέζι των συνεδριάσεων, προς την πόρτα αναφέροντας το « είστε τελειωμένοι ». Τα λέω σύντομα και αργά κύριε Πρόεδρε.
Δικαστήριο: Δηλαδή σας το είπε όταν ήταν περίπου στη μέση της φωτογραφίας; Εκεί που ενώνονται τα δύο γυαλιά;
Μάρτυρας: Κάπου εκεί ναι. Ήταν σε κίνηση. Σηκώστηκε, ήταν σε κίνηση και γύρισε και αποκρίθηκε "είστε τελειωμένοι", ανοίγει την πόρτα, εγώ αφού ευρισκόμουν όρθιος εδώ (ο μάρτυρας δείχνει τη δεξιά πλευρά της φωτογραφίας κάτω). Όχι στον τοίχο, πιο κοντά στο τραπέζι.»
157.7 Επομένως, ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε πως το δεύτερο χτύπημα χεριού του Κατηγορούμενου στο τραπέζι το έκανε καθήμενος, κατά την αντεξέταση ανέφερε πως στεκόταν και χτύπησε το χέρι του (σελ. 31, πρ. 02.04.2025). Αν έκατσε ήταν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Το ότι ο Κατηγορούμενος στεκόταν συνάδει με τη θέση του Παραπονούμενου ότι καθόλη τη διάρκεια του συμβάντος είχε σκοπό να τους εκφοβίσει και να επιβληθεί ως επίσης και με τη θέση ότι ο Κατηγορούμενος ήταν εκτός ελέγχου. Παρά ταύτα, ο Παραπονούμενος υπέπεσε σε αντίφαση όταν ανέφερε δύο φορές πως ο Κατηγορούμενος σηκώθηκε καθώς και από την μαρτυρία της ΜΥ3 που τοποθέτησε τον Κατηγορούμενο να κάθεται.
157.8 Η δε θέση ότι στεκόταν ή αν έκατσε ήταν για μικρό χρονικό διάστημα έρχεται σε αντίφαση με τη γραπτή δήλωση του ΜΚ2 (Έγγραφο Β) όπου στην πρώτη σελίδα, πέμπτη παράγραφο αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος «κάθισε στο γραφείο συνεδριάσεως». Επομένως, η θέση αυτή του Παραπονούμενου δεν συνάδει με την μαρτυρία άλλων μαρτύρων κατηγορίας σε σχέση με ένα ζήτημα που ο ίδιος ο Παραπονούμενος το θεωρεί σημαντικό καθότι το χρησιμοποιεί για να δείξει την απειλητική διάθεση του Κατηγορούμενου.
157.9 Μια σημαντική αντίφαση στη μαρτυρία του είναι η ακόλουθη: Στη δήλωση του Έγγραφο Α αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος φώναζε και άνοιξε την πόρτα (5η παρ., 2ης σελίδας) και ο Παραπονούμενος την έκλεισε. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι πήγε προς την πόρτα, τους είπε είναι τελειωμένοι, άνοιξε την πόρτα και ο Παραπονούμενος την έσπρωξε για να κλείσει χωρίς να γίνεται αναφορά σε φωνές (σελ. 32, πρακτικά 02.04.2025). Ο Παραπονούμενος προέβαλε τη δικαιολογία ότι όλα γίνονταν παράλληλα αλλά αυτό δεν εξηγεί ότι στην προφορική μαρτυρία του αναφέρθηκε σε δύο περιστατικά απειλών ενώ στο Έγγραφο Α μόνο σε ένα. Μάλιστα κατά την μαρτυρία του τόνισε ότι αρχικά τους είπε ότι είναι τελειωμένοι και μετά επέστρεψε για κάνει πιο συγκεκριμένη την απειλή και ότι «ήταν συγκεκριμένη βολή» (σελ. 17, πρακτικά 24.03.2025) παρομοιάζοντας την απειλή με βολή όπλου.
157.10 Σε κατοπινό στάδιο (σελ. 33, πρ. 02.04.2025) προσπαθώντας να εξηγήσει τη διάσταση μεταξύ του Εγγράφου Α και των όσων ανέφερε κατά τη δίκη ισχυρίστηκε πως η Αστυνομία του είπε να περιγράψει τα γεγονότα κατά τρόπο συνοπτικό κάτι το οποίο διέψευσε στην ουσία η ΜΥ1. Σε κάθε περίπτωση την κατάθεση του ως ανέφερε ο ίδιος την ετοίμασε μόνος του και την υπέβαλε στην Αστυνομία μαζί με το δικηγόρο του. Επομένως, δεν μπορεί να ευσταθεί η δικαιολογία αυτή.
157.11 Στην ουσία ο Παραπονούμενος στην δια ζώσης μαρτυρία του παρουσίασε μια διαστρεβλωμένη και υπερβολική εικόνα των γεγονότων προσπαθώντας να πείσει για τις θέσεις του.
157.12 Όταν του υποδείχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου αυτή η αντίφαση (σελ. 24, γραμμές 1 – 17, πρακτικά 02.04.2025) ο Παραπονούμενος στην ουσία ανέφερε πως η όλη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ήταν απειλητική και προέβαλε ότι η ουσία είναι το κατά πόσο υπήρχε απειλή χωρίς να έχει σημασία ακριβώς τι λέχθηκε ή εάν λέχθηκε δύο φορές το είστε τελειωμένοι. Εν ολίγοις, όταν ο Παραπονούμενος αντιλήφθηκε αυτήν την αντίφαση στην εκδοχή του ανέφερε ότι κατά τον ίδιο δεν έχει σημασία αποφεύγοντας να πάρει θέση ως προς το ποια είναι η αληθινή εκδοχή – τι ακριβώς έλαβε χώρα. Η συμπεριφορά του Παραπονούμενου στο εδώλιο και η μεταβολή της θέσης του αναλόγως της ερώτησης που υποβαλλόταν, έδωσε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι ο Παραπονούμενος δεν ήταν πλήρως ειλικρινής.
157.13 Αντίφαση σε σχέση με φωνές του Κατηγορούμενου στην πόρτα και ως προς το λόγο για τον οποίο ο Παραπονούμενος έκλεισε την πόρτα: Το ζήτημα των φωνών του Κατηγορούμενου στην πόρτα του γραφείου του Παραπονούμενου το επανέφερε ο Παραπονούμενος στην σελ. 45 των πρακτικών 02.04.2025, γραμμές 25 - 29). Ο δε τρόπος που εξιστορεί τα γεγονότα κατά τον ίδιο δημιουργεί απορία καθότι με τον τρόπο που τα αναφέρει δεν αφήνει χρόνο για φωνές του Κατηγορούμενου που να δικαιολογούν το κλείσιμο της πόρτας από τον Παραπονούμενο. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά:
«A. Η αντίληψη μου κύριε Πρόεδρε ήταν όπως την περιέγραψα και θα επαναλάβω. Είχε ξεκινήσει να κινείται προς την πόρτα, είπε το είστε τελειωμένοι, απείλησε σε πρώτο χρόνο, άνοιξε την πόρτα και κινούμουν εγώ, γιατί ήμουν όρθιος, μιλούμε για 2, 3 βήματα απόσταση να την σπρώξω να κλείσει, γιατί δεν ήθελα να συνεχίσουν να ακούγονται οι φωνές και όντως γύρισε και συνέχισε, έκανε συγκεκριμένη την απειλή. Σε εκείνο το σημείο έγινε συγκεκριμένη απειλή, εσύ και εσύ είστε τελειωμένοι και η πόρτα είχε ήδη κλείσει. Είχα ήδη πάει και έκλεισε. Είχα ήδη πάει και έκλεισα την πόρτα. Ήταν παράλληλη εκτέλεση, ήταν αυτό που σας είπα την πρώτη φορά, με ρωτήσατε τι εννοείς με την παράλληλη εκτέλεση, ξεκίνησε να απειλεί είστε τελειωμένοι και κινούμουν παράλληλα να κλείσω την πόρτα, στο κλείσιμο της πόρτας έγινε και συγκεκριμένη απειλή, μετά το κτύπημα και μετά η αποχώρηση του κύριου Μενέλαου.»
157.14 Οι ισχυρισμοί του Παραπονούμενου αλλά και των μαρτύρων κατηγορίας εν γένει ως προς το ότι ο Κατηγορούμενος φώναζε όταν ήταν δίπλα από την πόρτα είναι αόριστοι και ασαφείς. Τι έλεγε ο Κατηγορούμενος; Αφού καθοδόν προς την πόρτα τους είπε πως είναι τελειωμένοι, τι άλλο φώναζε; Μεταξύ της απόστασης που διάνυσε ο Κατηγορούμενος και του χρόνου που χρειαζόταν για κατευθυνθεί προς την πόρτα και να την ανοίξει δεν υπάρχει χρόνος για να φωνάζει.
157.15 Αυτό το οποίο προκύπτει κατά την άποψη μου είναι ότι ο Παραπονούμενος έπρεπε να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο έκλεισε την πόρτα ενώ ο Κατηγορούμενος ήταν καθοδόν προς τα έξω. Γι’ αυτόν τον λόγο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο Κατηγορούμενος φώναζε. Σημειώνω ότι δεν αναφέρει ότι φώναξε την απειλή, αλλά ότι ακούγονταν φωνές για να εξηγήσει τη δική του συμπεριφορά ότι έκλεισε την πόρτα. Ταυτόχρονα προέβαλε τον ισχυρισμό ότι κανένας δεν φώναζε εκτός από τον Κατηγορούμενο. Ο τρόπος όμως που θέτει τα γεγονότα δημιουργεί κάποιο κενό ή κάποια απορία και γενικότερα δεν μπορεί να έγιναν και τα δύο ταυτόχρονα. Αυτό σημαίνει ότι είτε φώναζαν οι ΜΚ2 ή/και ΜΚ3 είτε φώναζε ο Παραπονούμενος. Αν δεν φώναζαν αυτοί (που αρνήθηκαν ότι φώναξαν σε οποιαδήποτε φάση του συμβάντος) σημαίνει ότι δεν φώναζε κανένας, αλλά ο Παραπονούμενος έκλεισε την πόρτα για κάποιο άλλο λόγο.
157.16 Αντίφαση ως προς το κλείσιμο της πόρτας από τον Παραπονούμενο πριν από την κατ’ ισχυρισμό επίθεση: Η εκδοχή του είναι επίσης αντιφατική και παράλογη διότι αφενός αναφέρει πως η όλη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου προκάλεσε στους παρευρισκόμενους τρόμο, φόβο, αγωνία, είχε απειλητική και εξοντωτική διάθεση και ήδη τους είχε απειλήσει, ήταν έτοιμος να βγει έξω από το γραφείο του αλλά ο Παραπονούμενος έκλεισε την πόρτα.
157.17 Η ανθρώπινη και λογική αντίδραση ήταν να αφήσει ο Παραπονούμενος τον επιθετικό, «εκτός ελέγχου» Κατηγορούμενο να βγει έξω από το γραφείο του και όχι να τον κρατήσει μέσα με κλειστή την πόρτα. Εάν όντως φοβόταν ο Παραπονούμενος, η πράξη του Κατηγορούμενου να εξέλθει του γραφείου του θα αντιμετωπιζόταν ως μια θετική εξέλιξη. Η ανθρώπινη εμπειρία δείχνει ότι όταν ένα επικίνδυνο πρόσωπο για τους άλλους που είναι παρόντες θέλει να φύγει, τον αφήνεις να φύγει. Δεν τον κρατάς μέσα στο δωμάτιο.
157.18 Το μόνο πιθανό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι ο Παραπονούμενος δεν είπε την αλήθεια ως προς το γιατί έκλεισε την πόρτα και ως προς το ότι ένιωσε φόβο, αγωνία και τρομοκρατήθηκε από τις απειλές του Κατηγορούμενου.
157.19 Πότε ακριβώς έγινε η απειλή; Υπάρχει και αντίφαση μεταξύ της κυρίως του δήλωσης και της αντεξέτασης του σε σχέση με το πότε ακριβώς απείλησε ο Κατηγορούμενος. Στην αντεξέταση του αρχικά ανέφερε πως ξεκίνησε να κατευθύνεται προς την πόρτα ανέφερε «είστε τελειωμένοι» άνοιξε την πόρτα, την έκλεισε ο Παραπονούμενος και μόλις την έκλεισε είπε «εσύ και εσύ είστε τελειωμένοι». Στην κυρίως εξέταση του αναφέρει μόνο ένα περιστατικό απειλής όταν κατευθυνόταν προς την πόρτα. Στη σελ. 38 της αντεξέτασης του (πρακτικά ημερ. 02.04.2025) προβάλλει μια τρίτη εκδοχή, κάπως διαφορετική:
Μάρτυρας: Ξεκίνησε από το σημείο εδώ που δείχνω, άνοιξε την πόρτα, γύρισε πίσω, είστε τελειωμένοι εσύ και εσύ τελειωμένοι, η πόρτα είχε κλείσει και μετά ξεκίνησε από το σημείο που στεκόταν εδώ και ήρθε, για να με χτυπήσει. Το έχω σημειώσει με κόκκινο. Η φάση όταν με χτύπησε, ήταν προς το μέρος μου…
157.20 Δηλαδή και οι δύο απειλές έλαβαν χώρα αφού άνοιξε την πόρτα και αφού την έκλεισε ο Κατηγορούμενος προχώρησε με την επίθεση. Αυτό είναι διαφορετικό από το ότι είπε το είστε τελειωμένοι ότι κατευθυνόταν προς την πόρτα.
157.21 Ο ΜΚ2 σε αντίθεση με τα όσα αναφέρει ο ΜΚ1 στη δήλωση του τοποθετεί την απειλή πριν να κατευθυνθεί προς την πόρτα ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ3 παρουσιάζει τον Κατηγορούμενο να κατευθύνεται προς την πόρτα και να απειλεί. Και ο ΜΚ3 αναφέρεται σε ένα περιστατικό απειλής «είσαστε τελειωμένοι, εσύ και εσύ είσαστε τελειωμένοι». Εν ολίγοις, παρουσιάστηκαν διαφορετικές εκδοχές που δεν συνάδουν η μία με την άλλη.
157.22 Στην σελ. 40 κατά την αντεξέταση του (πρακτικά 02.04.2025) ο Παραπονούμενος αφενός συμφωνεί ότι ο Κατηγορούμενος κατευθύνθηκε προς το μέρος του και τον κτύπησε. Παρά ταύτα, στο Έγγραφο Α πουθενά δεν αναφέρεται σε κίνηση του Κατηγορούμενου προς το μέρος του.
158. Οι αδυναμίες στη μαρτυρία του Παραπονούμενου όσον αφορά ουσιώδεις πτυχές της εκδοχής του δεν μπορούν να αγνοηθούν. Κατ᾽ ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν δεν μπορώ με ασφάλεια να βασιστώ στη μαρτυρία του Παραπονούμενου για την εξαγωγή συμπερασμάτων όσον αφορά τα αμφισβητούμενα γεγονότα και επίδικα ζητήματα στην παρούσα υπόθεση. Η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων θεμάτων δεν ήταν αξιόπιστη και επομένως δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
iii. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ2
159. Για τους λόγους τους οποίους θα προσπαθήσω να εξηγήσω ακολούθως θεωρώ ότι θα ήταν ακροσφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΚ2 για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων και ευρημάτων επί αμφισβητούμενων γεγονότων.
160. Καταρχάς, ο ΜΚ2 δεν έκρυψε την αντιπάθεια του προς τον Κατηγορούμενο αλλά ούτε και τη συμπάθεια του προς τον Παραπονούμενο ο οποίος ήταν και ο προϊστάμενος του. Ήταν ιδιαίτερα υπερβολικός και έντονος στις τοποθετήσεις του και δεν έχανε ευκαιρία να επαναλαμβάνει ότι θεωρεί και τον εαυτό του ως θύμα του Κατηγορούμενου. Μάλιστα, ξεκαθάρισε ότι θεωρεί εαυτόν ως οιονεί παραπονούμενο, Από τη μαρτυρία του αναδύθηκε πολύ έντονα η προσπάθεια του να βοηθήσει τον Παραπονούμενο και να πλήξει τον Κατηγορούμενο τον οποίο θεωρούσε ως πρόσωπο αυταρχικό αλλά και μη ικανό που προσπαθούσε να επιβάλει τις ατεκμηρίωτες του θέσεις στο επιστημονικό προσωπικό. Την ίδια στιγμή από τη μαρτυρία του είναι προφανής η προσπάθεια του να παρουσιάσει τον Παραπονούμενο ως ήρεμο, συγκρατημένο, ευγενικό, να ενισχύσει και να καλύψει τα διάφορα κενά στην μαρτυρία του Παραπονούμενου καθώς και να προκαταβάλει την πιθανή υπεράσπιση του Κατηγορούμενου.
161. Χρησιμοποιούσε λέξεις και φράσεις τόσο έντονες που στην ουσία παρουσίαζε τον Κατηγορούμενο ως μια καρικατούρα ή ως ένα κινούμενο σχέδιο που ήταν εκτός ελέγχου, συνεχώς φώναζε, κουνούσε τα χέρια του και το δείκτη του δεξιού του χεριού και φώναζε πως είναι ΓΔ και μπορεί να κάνει ότι θέλει προσπαθώντας να επιβάλει την εξουσία του.
162. Κατά την διάρκεια της κυρίως εξέτασης του διαφάνηκε ότι μετέβαλε την εκδοχή του στην κατάθεση του (Έγγραφο Β) για να ευθυγραμμιστεί με αυτήν του Παραπονούμενου. Στο πλαίσιο της προσπάθειας του αυτής μετέβαλε τις θέσεις του υποπίπτοντας σε αντιφάσεις. Θα παραθέσω κάποιες αντιφάσεις του σε αυτό το στάδιο της μαρτυρίας του σε κατοπινό στάδιο.
163. Η εκδοχή του κλονίστηκε ακόμη περισσότερο κατά την αντεξέταση του αφού υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες επηρεάζουν δυσμενώς την αξιοπιστία της εκδοχής του. Θα αναφερθώ σε μεταγενέστερο στάδιο σε αυτή την ενότητα στις, κατά την άποψη μου σημαντικότερες αντιφάσεις ως αναδύθηκαν κατά την αντεξέταση του.
164. Χρησιμοποιούσε έντονη γλώσσα, πολλά επίθετα και υπερβολές χωρίς όμως να μπορεί να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του. Από την πρώτη κιόλας στιγμή ανέφερε ότι ήταν αποδέκτης «ταπεινωτικής μεταχείρισης, ωμών απειλών με σκοπό την εξόντωση [τ]ου, καθώς και μάρτυρας χρήσης βίας…». Δεν στοιχειοθέτησε τις αναφορές του. Ενώ ανέφερε ότι ήταν θύμα ταπεινωτικής μεταχείρισης αναφέρθηκε στο ότι ο Κατηγορούμενος κατ’ ισχυρισμό του ανέφερε πως είναι προσκολλημένος στον Παραπονούμενο και ότι δεν έχει κρίση. Χωρίς να θέλω με οποιοδήποτε τρόπο να αμφισβητήσω το πως ένιωθε ο ΜΚ2 η αναφορά ότι δεν έχει κρίση, είναι μεν προσβλητική αλλά δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αναχθεί σε ταπεινωτική μεταχείριση. Περαιτέρω, αναφέρθηκε σε απειλή για την εξόντωση του ωστόσο μετέβαλε την θέση του όταν ανέφερε πως έχει αμφιβολίες για το τι ακριβώς εννοούσε ο Κατηγορούμενος όταν τους απείλησε.
165. Ήταν ξεκάθαρη η πρόθεση του να προκαταβάλει την εκδοχή της υπεράσπισης και να καλύψει τον Παραπονούμενο με χρήση φράσεων και λέξεων για να περιγράψει τον Παραπονούμενο ως ήρεμο, λογικό, συγκρατημένο και ότι έκλεισε μεν την πόρτα αλλά χωρίς να φράξει την πρόσβαση στον Κατηγορούμενο. Διαφάνηκε ότι ήταν μια ξεκάθαρη προσπάθεια να αντικρούσει προκαταβολικά την πιθανή υπεράσπιση του Κατηγορούμενου και από την όλη συμπεριφορά του ΜΚ2 και την εντύπωση που έδωσε, δεν είναι τυχαία. Δεν αναμένει το Δικαστήριο από το μάρτυρα να είναι αντικειμενικός ωστόσο ήταν πολύ έντονη η προσπάθεια του να πλήξει τον Κατηγορούμενο και να βοηθήσει τον Παραπονούμενο.
166. Σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι η μαρτυρία του ως προς τι έκανε ο ίδιος αντικρούεται από την μαρτυρία της ΜΥ3 η οποία περνούσε έξω από το γραφείο την ώρα του συμβάντος. Για παράδειγμα, ο ίδιος λέγει ότι ήταν καθήμενος όταν εξέφρασε το παράπονο του και ο Κατηγορούμενος του φώναζε. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν φώναζε ούτε ο ίδιος ούτε και ο Παραπονούμενος. Η ΜΥ3 αναφέρει ότι ήταν ο ΜΚ2 ο οποίος ήταν σε ένταση και μιλούσε στον Κατηγορούμενο με ένταση ενώ προηγουμένως τους είδε να φωνάζουν όλοι μαζί. Επομένως, το όλο αφήγημα του ότι ο Κατηγορούμενος ήταν εκτός εαυτού ενώ οι υπόλοιποι ήταν ήρεμοι, συγκρατημένοι και φοβισμένοι από τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου δεν ευσταθεί,.
167. Η δε εκδοχή του ΜΚ2 ότι ο Κατηγορούμενος κάθισε στο τραπέζι συνεδριάσεων (στην πρώτη σελίδα, πέμπτη παράγραφο του Εγγράφου Β) είναι αντίθετη με την θέση του Παραπονούμενου ότι ο Κατηγορούμενος στεκόταν, ή αν έκατσε ήταν για μικρό χρονικό διάστημα. Επομένως, η θέση αυτή του ΜΚ2 δεν συνάδει με τη θέση του Παραπονούμενου. Σημειώνω ότι ο ΜΚ2 επιχείρησε να ανασκευάσει την αρχική του θέση σε μεταγενέστερο στάδιο μεταβάλλοντας την εκδοχή του.
168. Επίσης, το ότι έκατσε ο Κατηγορούμενος και χτύπησε το χέρι του σημαίνει ότι δεν ήταν στο σημείο που τον τοποθετεί ο Παραπονούμενος δηλαδή ότι στεκόταν μπροστά από το γυαλί απέναντι από το γραφείο του. Αυτό, ο ΜΚ2 το επαναλαμβάνει και κατά την αντεξέταση του (σελ. 15, 13.06.2025) δημιουργώντας ρήγματα στην εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής.
169. Επιπρόσθετα, και ο ΜΚ2 αφήνει ένα κενό στην εκδοχή του – στον τρόπο με τον οποίο εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα. Στο Έγγραφο Β αναφέρει στην έκτη παράγραφο της πρώτης σελίδας ότι ο Κατηγορούμενος μετά από την διαμαρτυρία του, φώναζε κατά τρόπο γενικό και αόριστο. Δεν αναφέρει τίποτε περισσότερο παρά το γεγονός ότι στη δήλωση του αναφέρει λεπτομέρειες όπως το κλειστό γραφείο του Παραπονούμενου, την ανοιχτή πόρτα του Κατηγορούμενου, τις ακριβείς λέξεις που χρησιμοποίησε ο Κατηγορούμενος όταν τους πρόσβαλε. Μάλιστα αναφέρει ότι ο Παραπονούμενος έκλεισε την πόρτα χωρίς να φράζει την πρόσβαση σε αυτήν, άλλη μια λεπτομέρεια που εάν αντιπαραβληθεί με την ασάφεια και γενικότητα του ισχυρισμού ότι ο Κατηγορούμενος πριν να τον απειλήσει «φώναζε» προκαλεί εντύπωση και εγείρει αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία της εκδοχής του Παραπονούμενου και του ΜΚ2. Στην ουσία εγείρονται έντονες υποψίες για επιλεκτική παρουσίαση γεγονότων κατά τρόπο αποσπασματικό και μονόπλευρο.
Αντιφάσεις μεταξύ κατάθεσης (Έγγραφο Β) και περιγραφής των γεγονότων κατά την κυρίως εξέταση:
170. Για παράδειγμα, στη σελ. 8 γραμμή 18, πρακτικά 21.05.2025 αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος σηκώθηκε. Παραλείπει αυτή τη λεπτομέρεια στη δήλωση του. Τον παρουσιάζει να κάθεται στη δήλωση του χωρίς να αναφέρει ότι σηκώθηκε σε εκείνη τη φάση.
171. Στη σελ. 8 γραμμές 28 – 29 αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος κτύπησε το χέρι του στην έδρα αφού διαμαρτυρήθηκε ο ΜΚ2 για τις προσβολές εναντίον του και ανέφερε «είμαι ΓΔ ότι θέλω κάμνω». Στη δήλωση του σε εκείνο το σημείο αναφέρει απλώς ότι φώναζε έντονα χωρίς να αναφέρει τι ακριβώς έλεγε μέχρι και την εκτόξευση της απειλής. Υπάρχει αντίφαση δηλαδή στην προφορική του μαρτυρία σε σχέση με τη δήλωση του που ο ίδιος ανέφερε ότι συνέταξε λίγες μέρες μετά το συμβάν. Στην ουσία προστέθηκε ένα κτύπημα χεριού στο τραπέζι και άλλο ένα «είμαι ΓΔ ότι θέλω κάμνω». Αυτή τη φορά όμως είναι μετά από τη διαμαρτυρία του ΜΚ2 προς τον Κατηγορούμενο και υπό αυτή την έννοια αφορά περισσότερο τον ΜΚ2. Αναμενόταν ότι θα συμπεριλάμβανε αυτή την αναφορά στην κατάθεση του.
172. Το ότι ήταν όρθιος ο Κατηγορούμενος είναι ευθυγραμμισμένο με την θέση του Παραπονούμενου την οποία προέβαλε όχι στην δήλωση του αλλά κατά την προφορική του μαρτυρία. Σε αυτό το σημείο εγείρονται υποψίες για προσχεδιασμό και προσυνεννόηση των μαρτύρων κατηγορίας. Και το ότι μετά από τις διαμαρτυρίες τους ξαναχτύπησε το χέρι του στο τραπέζι και είπε το γνωστό «είμαι ΓΔ και ότι θέλω κάμνω» το ανέφερε ο Παραπονούμενος κατά την προφορική του μαρτυρία αλλά όχι στη δήλωση του. Το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν είναι τυχαίο αλλά αυτό το φαινόμενο παρατηρήθηκε αρκετές φορές κατά τη μαρτυρία του ΜΚ2 για να αποτελεί μόνο σύμπτωση. Κατ’ ελάχιστο μπορεί να δημιουργηθεί υπόνοια για προσυνεννόηση.
173. Σημειώνω ότι η εκστόμιση του «είμαι ΓΔ και ότι θέλω κάμνω» δεν συνάδει ή δεν ταιριάζει με τα γεγονότα. Ο Κατηγορούμενος είχε ήδη προσβάλει τους παρευρισκόμενους και τους είπε ότι είναι προσκολλημένοι και ότι ο ΜΚ2 ειδικά δεν έχει κρίση. Τον παρουσιάζουν ως να χτυπά το χέρι του ξανά στο τραπέζι και να λέγει «είμαι ΓΔ και ότι θέλω κάμνω» αλλά δεν έχει καμία σχέση με το τι προηγήθηκε με βάση τα λεγόμενα των μαρτύρων κατηγορίας. Θεωρώ ότι ο ΜΚ2 προσπαθεί να παρουσιάσει τον Κατηγορούμενο ως ένα πρόσωπο ασταθή, με εμμονές που φωνάζει χωρίς λόγο ότι είναι ΓΔ και μπορεί να κάνει ότι θέλει αλλά αυτό δεν συνάδει με την εικόνα που έδειξε ο Κατηγορούμενος και ούτε με το πως άλλοι μάρτυρες ή και πρόσωπα που έδωσαν κατάθεση περιγράφουν τον Κατηγορούμενο.
174. Υπάρχει επίσης αντίφαση μεταξύ της σειράς των γεγονότων ως περιγράφονται στην δήλωση του και κατά την προφορική του μαρτυρία και σε σχέση με τη φάση που ο Κατηγορούμενος κατ’ ισχυρισμό τους είπε «είσαστε τελειωμένοι». Στο Έγγραφο Β αναφέρει ότι πρώτα απείλησε, φώναζε και μετά άνοιξε την πόρτα. Στη σελ. 9, πρακτικά 21.05.2025 αναφέρει πως το «είσαστε τελειωμένοι» το είπε μετά που άνοιξε την πόρτα και μάλιστα αναφέρει ότι επέστρεψε πίσω και στάθηκε μπροστά από το τραπέζι συνεδριάσεων. Η θέση αυτή είναι αντίθετη με τη γραπτή δήλωση του Παραπονούμενου αλλά και πάλι είναι ευθυγραμμισμένη με την εκδοχή που παρουσίασε ο Παραπονούμενος κατά την προφορική του μαρτυρία. Ακόμα και το ότι επέστρεψε πίσω και στάθηκε μπροστά από το τραπέζι το πρόσθεσε ο Παραπονούμενος κατά την προφορική του μαρτυρία και ομοίως το πρόσθεσε και ο ΜΚ2 κατά την προφορική του μαρτυρία σε διάσταση με την κατάθεση του.
175. Ο ΜΚ2 επίσης μετέβαλε τη θέση του ως προς το περιεχόμενο της απειλής ως ακριβώς είχε πράξει και ο Παραπονούμενος. Δηλαδή, ενώ στη δήλωση του Έγγραφο Β (παράγραφος 7, πρώτης σελίδας) αναφέρει πως η απειλή ήταν «είσαστε τελειωμένοι» όταν του ζητήθηκε από τον κύριο Μιχαήλ να περιγράψει τα γεγονότα κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε σε δύο περιστατικά απειλής. Τη δεύτερη φορά έκανε πιο συγκεκριμένη την απειλή και απευθυνόταν προς τον ΜΚ2. Είπε δηλαδή «εσύ και εσύ είσαστε τελειώμενοι». Όταν είπε το πρώτο εσύ έδειχνε με το δάκτυλο του τον ΜΚ2.
176. Θεωρώ πως αυτή είναι μια πολύ σημαντική αντίφαση στη μαρτυρία του ΜΚ2. Εάν είχε απειλήσει τον ΜΚ2 δείχνοντας τον με το δάκτυλο του αναμένετο να το αναφέρει στην κατάθεση του την οποία συνέταξε λίγες μέρες μετά το συμβάν και όχι να το αναφέρει στο Δικαστήριο περίπου 3 χρόνια μετά για να ευθυγραμμίσει και την εκδοχή του με την εκδοχή του Παραπονούμενου ως είχε μεταβληθεί κατά την ακρόαση. Δεν αποτελεί λεπτομέρεια η εν λόγω αναφορά για να παραλειφθεί από τη κατάθεση του ΜΚ2 ως προσπάθησε να πείσει. Μιλά για μια ευθεία απειλή προς το πρόσωπο του την οποία κανένα λογικό πρόσωπο δεν θα παρέλειπε να την συμπεριλάβει στην κατάθεση του στην Αστυνομία με την οποία μάλιστα ζητά τη δίωξη του Κατηγορούμενου.
177. Στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β) μετά την απειλή παρουσιάζει τον Κατηγορούμενο να φωνάζει και τον Παραπονούμενο να διαμαρτύρεται και να κλείνει την πόρτα. Την απειλή την τοποθετεί χρονικά σε προηγούμενο στάδιο. Στην σελ. 10 των πρακτικών φαίνεται να μεταβάλλει τη θέση του λέγοντας ότι η πόρτα έκλεισε ταυτόχρονα με την απειλή. Μάλιστα προσθέτει ότι την έσπρωξε από το σημείο που είναι ο ρυθμιστής του κλιματισμού (μια λεπτομέρεια που πρόσθεσε για να συνάδει με την εκδοχή του Παραπονούμενου). Είναι σημαντική η αντίφαση διότι χρονικά δεν μπορεί να έγιναν και τα δύο, δηλαδή ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να φωνάζει αλλά και να απειλεί με το «εσύ και εσύ είστε τελειωμένοι» και ο Παραπονούμενος να περπατά διαμαρτυρόμενος προς την πόρτα και να την κλείνει. Υποτίθεται ότι ο Παραπονούμενος διαμαρτυρόταν λόγω της απειλής.
178. Γενικά στην προσπάθεια του να ευθυγραμμίσει την εκδοχή του με αυτήν του Παραπονούμενου ο ΜΚ2 υπέπεσε σε αντιφάσεις προκαλώντας σύγχυση ως προς το τι έγινε και καθιστώντας την μαρτυρία του έκθετη σε απόρριψη.
179. Αναφέρει επίσης ότι ήταν τρομοκρατημένος μετά το συμβάν. Με τρόπο υπερβολικό περιγράφει το πως ένιωθε και αναφέρεται σε τρόμο, αναστάτωση, αγωνία, φόβο και μάλιστα αναφέρει πως είναι τυχερός που δεν κρατούσε κάτι ο Κατηγορούμενος στα χέρια του και γλίτωσε (σελ. 10 πρακτικά 21.05.2025). Παρά ταύτα αναφέρει ότι έμεινε στην εργασία του και την επόμενη μέρα μετέβη ξανά στο χώρο εργασίας του. Στο εργοτάξιο της ΔΕΦΑ πήγε να εργαστεί αφού πήγαν ο Παραπονούμενος και ο ΜΚ3. Θεωρώ ότι δεν ευσταθούν τα όσα αναφέρει ως προς το πως ένιωθε. Εάν ένιωθε τόσο τρόμο και αναστάτωση δεν θα πήγαινε και την επόμενη μέρα στην εργασία του δίπλα από το πρόσωπο το οποίο ήταν κατά τον ισχυρισμό του εκτός ελέγχου και αν κρατούσε κάτι στα χέρια του δεν θα γλίτωνε, ως ο ίδιος ανέφερε.
180. Περαιτέρω υπέπεσε σε αντίφαση όταν παραδέχθηκε πως αφού αποχώρησε από τη ΔΕΦΑ ο Παραπονούμενος, ο ΜΚ2 εργαζόταν στο γραφείο του που είναι απέναντι από το γραφείο του Κατηγορούμενου (σελ. 20 – 21, πρακτικά 21.05.2025) ο οποίος κατ’ ισχυρισμόν τον τρομοκράτησε, τον οποίο φοβόταν και του προκάλεσε προβλήματα στην υγεία του. Εάν όντως ο Κατηγορούμενος του προκαλούσε όλα αυτά τα αισθήματα φόβου και τρομοκρατίας θα ήταν λογικό να ήθελε να τον αποφύγει και όχι να επιδιώξει να εργάζεται στο γραφείο απέναντι από αυτόν.
Αντιφάσεις οι οποίες διαφάνηκαν κατά την αντεξέταση του ΜΚ2:
181. Άλλη αντίφαση στην οποία υπέπεσε, αυτή τη φορά κατά την αντεξέταση του, αφορά την απόφαση του να εργαστεί από τα γραφεία της ΔΕΦΑ στο Βασιλικό. Αφενός ανέφερε και τόνισε πως η απόφαση του λήφθηκε για να προστατέψει τον εαυτό του και την υγεία του και αφετέρου αναγνώρισε μήνυμα (Τεκμήριο 8) στο οποίο αναφέρεται πως ο λόγος για τον οποίο ήθελε να δουλέψει στα γραφεία στο Βασιλικό ήταν «για λόγους αυτονόητους, οφείλω να είμαι δίπλα στον συνάδελφο [ΜΚ3]». Επομένως υπάρχει προηγούμενη αντιφατική δήλωση του ΜΚ2 ως προς το λόγο που δούλευε στο Βασιλικό. Δεν ήταν επειδή φοβόταν ή επειδή επηρεάστηκε η υγεία του αλλά για λόγους συμπαράστασης σε άλλο μέλος της ομάδας του. Εάν ήταν για τη δική του ασφάλεια μπορούσε κάλλιστα να το αναφέρει αλλά δεν το έπραξε και αναφέρθηκε σε συμπαράσταση στο συνάδελφο του, πράγμα το οποίο μάλιστα ήταν «αυτονόητο».
182. Όταν υποδείχθηκε το μήνυμα από τον κ. Στεφάνου, ο ΜΚ2 απέφευγε να απαντήσει ευθέως (σελ. 34 – 36, πρακτικά 21.05.2025). Ανέφερε ότι οι «ευνόητοι λόγοι» είναι οι φόβοι του για τη σωματική του ακεραιότητα και κατέφυγε σε αναφορές εν είδει «υπήρχαν και μαχαίρια» στην κουζίνα και ο Κατηγορούμενος ήταν εκτός ελέγχου σε μια προσπάθεια του αν δημιουργήσει εντυπώσεις. Ουδόλως εξήγησε την αναφορά σε συμπαράσταση στον συνάδελφο του, ούτε και έγραψε για τους φόβους του.
183. Όταν κατά την αντεξετάση βρέθηκε αντιμέτωπος με ασυνεπείς δηλώσεις του επικαλέστηκε την οδηγία της Αστυνομία να παραθέσει συνοπτικά τα γεγονότα. Αφενός, αναφέρει πως ακολούθησε την οδηγία της Αστυνομίας όπως συντάξει μια σύντομη κατάθεση, αφετέρου μέσα στη σύντομη αυτή δήλωση του κάνει αναφορά σε κλειστά παράθυρα και πόρτες, και προσθέτει φράσεις π.χ. ο Παραπονούμενος δεν έφραξε την πρόσβαση στην πόρτα, δηλαδή αναφέρεται σε λεπτομέρειες. Δίδει ακόμη και την εξήγηση του ως προς το γιατί ο Παραπονούμενος έκλεισε την πόρτα όταν την έκλεισε. Η εξήγηση του ότι «έδωσε το χώρο» δεν είναι πειστική.
184. Όταν αντεξετάστηκε σε σχέση με το ότι το πρώτο πράγμα που έκανε ο Κατηγορούμενος όταν εισήλθε στο γραφείο του Παραπονούμενου ήταν να πατά κουμπάκια στο ρυθμιστή του κλιματιστικού ο ΜΚ2 αντιλήφθηκε, θεωρώ, το πόσο παράλογη είναι αυτή η θέση και ισχυρίστηκε ότι το έκανε «για να δημιουργήσει» καγβά. Η θέση του αυτή όμως δεν είναι πειστική καθότι δεν συνάδει με τα όσα κατά τον ΜΚ2 προηγήθηκαν. Αν ισχύει το ότι φώναζε δυνατά από πριν ο Κατηγορούμενος, αν έβαζε «παουρκές» και μπήκε στο γραφείο έτοιμος για καβγά (όπως επανειλημμένα ανέφερε ο ΜΚ2) σημαίνει ότι δεν θα χρειαζόταν να αλλάξει τις ρυθμίσεις του κλιματιστικού για να δημιουργήσει προϋποθέσεις για καβγά.
185. Σε σχέση με τα κτυπήματα στο τραπέζι, στο Έγγραφο Β ο ΜΚ2 αναφέρει μόνο ένα κτύπημα και αφήνει να νοηθεί ότι Κατηγορούμενος ήταν καθήμενος απέναντι τους. Στην αντεξέταση του αναφέρθηκε σε δύο περιστατικά κτυπήματος χεριού στο τραπέζι. Το πρώτο όταν κάθισε και αμέσως ξανασηκώθηκε απέναντι τους και το δεύτερο ήταν στο κέντρο του τραπεζιού (ο Παραπονούμενος είπε ότι ήταν αντίθετα που έγιναν τα κτυπήματα). Ο κύριος Στεφάνου αναδεικνύει αυτήν την αντίφαση στη σελ. 17 των πρακτικών 13.06.2025, γραμμές 19 – 22. Το δεύτερο κτύπημα υποτίθεται ήταν η αντίδραση του Κατηγορούμενου στην διαμαρτυρία του ΜΚ2. Ο ΜΚ2 ετοίμασε την κατάθεση του λίγες ώρες μετά το συμβάν και δεν αναφέρθηκε σε δεύτερο κτύπημα. Αν ίσχυε αυτό θα ανέμενε κανείς ότι θα το περιλάμβανε καθότι τον αφορούσε και προσωπικά. Η εξήγηση του ΜΚ2 ήταν ότι η Αστυνομία του είπε να είναι σύντομος. Δεν είναι πειστική η εξήγηση αυτή. Ο ΜΚ2 ετοίμασε μόνος του τη δήλωση του και την παρέδωσε σε χρόνο που ο ίδιος αποφάσισε. Όπως προαναφέρθηκε υπάρχουν και λεπτομέρειες στην κατάθεση του.
186. Εν ολίγοις υπάρχει προηγούμενη ασυνεπής δήλωση – διάσταση μεταξύ των γεγονότων ως τίθενται στην κατάθεση του και των όσων αναφέρει κατά την αντεξέταση του. Η μεταβολή στην εκδοχή του σημειώνεται είναι ευθυγραμμισμένη με τα όσα ανέφερε και ο Παραπονούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη μαρτυρία του, γεγονός το οποίο εγείρει υποψίες για συνεννόηση των δύο και προσπάθεια του ΜΚ2 να ενισχύσει τη μαρτυρία του Παραπονούμενου.
187. Στη σελίδα 23, πρακτικά 13.06.2025 περιγράφει τη φάση που κατ’ ισχυρισμό τους απείλησε ο Κατηγορούμενος με διαφορετικό τρόπο σε σύγκριση με το Έγγραφο Β. Εκτός από το ότι προσθέτει ένα κτύπημα του χεριού (σε διαφορετικό σημείο από αυτό που είπε ο Παραπονούμενος) αναφέρει ότι κινείτο προς την πόρτα όταν τους απείλησε ενώ στη δήλωση του σε εκείνο το σημείο αναφέρει ότι φώναζε πριν ανοίξει την πόρτα.
188. Ο τρόπος που περιγράφει το περιστατικό κατά την αντεξέταση του σε σχέση με την δεύτερη απειλή («εσύ τζιαι εσύ είσαστε τελειωμένοι» είναι σε εμφανή αντίφαση με τη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο Β). Στην κατάθεση του αναφέρει ότι τους απείλησε καθώς φώναζε, άνοιξε την πόρτα και ο Παραπονούμενος διαμαρτυρόμενος έκλεισε την πόρτα. Στη σελ. 25 μιλά για δεύτερο περιστατικό απειλής το οποίο μόλις έγινε έκλεισε η πόρτα, ενώ περιγράφει τον Παραπονούμενο να κινείται προς την πόρτα και όχι να διαμαρτύρεται.
189. Μια αντίφαση η οποία διαφάνηκε κατά την αντεξέταση του ήταν ότι με βάση τα δικά του λεγόμενα σε σχέση με το που στέκονταν οι Κατηγορούμενος και Παραπονούμενος (σημείωση στο Τεκμήριο 2Α ) δεν υπήρχε κανένας λόγος για να προσθέσει τη λεπτομέρεια στο Έγγραφο Β ότι ο Παραπονούμενος «έκλεισε την πόρτα χωρίς να φράζει την πρόσβαση σε αυτή». Με αυτήν την αντίφαση επιβεβαιώνεται η θέση της Υπεράσπισης ότι ο ΜΚ2 με αυτήν του την αναφορά ήθελε να προκαταβάλει την πιθανή υπεράσπιση του Κατηγορούμενου και διαφάνηκε ο προσχεδιασμός στην εκδοχή του ΜΚ2. Θεωρώ πως αυτή η αναφορά σε συνδυασμό με την αντίφαση στη σελ.29 των πρακτικών ημερ. 13.06.2025 δείχνει ότι ο ΜΚ2 την πρόσθεσε για να καλύψει τον Παραπονούμενο ή για να ενισχύσει τη θέση του ενώ δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι λεπτομέρειες αυτές στη δήλωση του δείχνουν ότι η εκδοχή του είναι κατασκευασμένη και δεν είναι ειλικρινής.
190. Το ίδιο αντιφατική ήταν και η μαρτυρία του ως προς το κατά πόσον φώναζε ο ίδιος. Αφενός παρουσιάζει τον Κατηγορούμενο ως να φωνάζει δυνατά και αναφέρει ότι ο ίδιος ανέφερε αυτά που ανέφερε σε ένταση ώστε να ακουστεί. Όταν συνειδητοποίησε ότι η αναφορά του αυτή εξυπακούει πως και ο ίδιος φώναζε δυνατά ανέφερε εν τέλει ότι «μιλούσε». Σε κάθε περίπτωση η θέση του ότι δεν φώναζε είναι αντίθετη με τη θέση της ανεξάρτητης μάρτυρα ΜΥ3.
191. Κατ᾽ ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν δεν μπορώ με ασφάλεια να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΚ2 για την εξαγωγή συμπερασμάτων όσον αφορά τα αμφισβητούμενα γεγονότα και επίδικα ζητήματα στην παρούσα υπόθεση. Η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων θεμάτων δεν ήταν αξιόπιστη και επομένως δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
iv. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ3
192. Ο ΜΚ3 σαν μάρτυρας γενικά προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Είχε σταθερό λόγο και ήρεμη συμπεριφορά και δεν ένιωσα ότι διακατείχετο από νευρικότητα και ένταση. Παρά ταύτα, η προσεκτική μελέτη της μαρτυρίας του αποκαλύπτει ορισμένες αντιφάσεις οι οποίες πλήττουν την αξιοπιστία της εκδοχής του.
193. Κατ’ αρχάς, η προσεκτική ανάγνωση της εκδοχής του και η σύγκριση της με την μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 αποκαλύπτει ότι η εκδοχή του ΜΚ3 είναι μια βελτιωμένη, ή επικαιροποιημένη εκδοχή σε σύγκριση με αυτήν των προηγούμενων δύο μαρτύρων, υπό την έννοια ότι ορισμένες αδυναμίες οι οποίες αναδύθηκαν από τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 δεν υπάρχουν στην εκδοχή του ΜΚ3.
194. Για παράδειγμα, σε σχέση με την απειλή, ο ΜΚ3 στην κυρίως εξέταση του αναφέρει πως επρόκειτο περί ενός επεισοδίου κατά την διάρκεια του οποίου εκστομίστηκε η «ολοκληρωμένη» απειλή σε αντίθεση με τις εκδοχές των ΜΚ1 και ΜΚ2 οι οποίοι, ως έχει προαναφερθεί τις μετέβαλαν στην πορεία της μαρτυρίας τους. Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 στην κατάθεση τους αναφέρθηκαν σε ένα επεισόδιο απειλής, ενώ όταν περίγραψαν ξανά τα γεγονότα αναφέρθηκαν σε δύο περιστατικά. Η αντίφαση αυτή αναδείχθηκε από τον κύριο Στεφάνου και όταν ο ΜΚ3 έδωσε μαρτυρία, κατά κάποιον τρόπο επιδιώχθηκε η διόρθωση της με το να παρουσιαστεί η απειλή ως ένα επεισόδιο. Ωστόσο, ως θα αναφερθεί και ακολούθως, ο ΜΚ3 αναίρεσε αυτήν του τη θέση ως προς το πως έλαβε χώρα η κατ’ ισχυρισμόν απειλή.
195. Το ίδιο ισχύει με τα κτυπήματα χεριού πάνω στο τραπέζι από τον Κατηγορούμενο. Η εκδοχή του ΜΚ3 ως τίθεται στο Έγγραφο Γ με την προσθήκη της λέξης «συνέχισε» να κτυπά το χέρι στο τραπέζι κατά κάποιον τρόπο προσπαθεί να δέσει την εκδοχή των προηγούμενων δύο μαρτύρων.
196. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από το ότι στην κυρίως εξέταση του, χωρίς να ερωτηθεί και να αμφισβητηθεί το πότε συνέταξε τη δήλωση του, προθυμοποιήθηκε να δείξει στον υπολογιστή του τις πληροφορίες (properties) του αρχείου για να αποδείξει πότε συντάχθηκε / τροποποιήθηκε το Έγγραφο Γ. Η αναφορά του αυτή χωρίς να ερωτηθεί εγείρει υποψίες για συνεννόηση του ΜΚ3 με τους ΜΚ1 και ΜΚ2. Ο ΜΚ2 έκανε ακριβώς το ίδιο πράγμα και κατέθεσε το Τεκμήριο 12 για να δείξει ότι δεν τροποποίησε την κατάθεση του.
197. Το ότι ενδεχομένως να είχε μιλήσει με τους άλλους μάρτυρες φαίνεται και από τις απαντήσεις του ως προς το κατά πόσον στο Έγγραφο Γ ακολουθούσε κάποια χρονολογική σειρά. Αρχικά απάντησε θετικά, ωστόσο, ακολούθως προσπάθησε να μεταβάλει τη θέση του με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που είχαν μεταβάλει τη θέση τους και οι ΜΚ1 και ΜΚ2. Η θέση του ότι επειδή του ζητήθηκε να είναι σύντομος μπορεί να παρέλειψε να διευκρινίσει κάποια σημεία που κάποια γεγονότα λαμβάνουν χώρα ταυτόχρονα ή παράλληλα δεν βρίσκει έρεισμα στη κοινή λογική. Εν πάση περιτπώσει η εξετάστρια της υπόθεσης (ΜΥ2) με τις δικές της απαντήσεις διέψευσε αυτόν τον ισχυρισμό. Το κατά πόσον κάποια πράγματα γίνονταν παράλληλα ή ταυτόχρονα, οι απαντήσεις του ΜΚ3 προσομοιάζουν με τις δικαιολογίες τις οποίες προέβαλαν οι ΜΚ1 και ΜΚ2 όταν υπέπεσαν σε αντιφάσεις, ως έχει προαναφερθεί.
198. Εκτός από τα πιο πάνω σημεία, ο ΜΚ3 υπέπεσε σε διάφορες σημαντικές αντιφάσεις. Για παράδειγμα στην κυρίως εξέταση του (σελ. 8 πρακτικά 18.06.2025) όταν του ζητήθηκε από συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής να περιγράψει ξανά τι έλαβε χώρα, η εκδοχή του διέφερε από την κατάθεση του (Έγγραφο Γ) σε σημεία τα οποία είναι ουσιώδη.
199. Ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος απείλησε, άνοιξε την πόρτα και επέστρεψε πίσω για να αναφέρει το «εσύ και εσύ είστε τελειωμένοι». Στην κατάθεση του αναφέρει πως πρώτα απείλησε με την «ολοκληρωμένη» απειλή, μετά άνοιξε την πόρτα για να φύγει συνεχίζοντας φωνές και ο Παραπονούμενος έκλεισε την πόρτα. Η αντίφαση αυτή είναι πολύ σοβαρή καθότι αφορά την ουσία της υπόθεσης. Κατά την αντεξέταση του η αντίφαση αυτή υποδείχθηκε από τον κύριο Στεφάνου (σελ. 25 πρακτικά 18.06.2025), ότι δηλαδή αναφέρθηκε σε δύο περιστατικά απειλής. Ο ΜΚ3 επικαλέστηκε το ότι κάποια πράγματα γίνονταν παράλληλα. Παρά ταύτα, η απάντηση του αυτή δεν είναι καθόλου πειστική διότι με τον τρόπο που περιγράφει τα γεγονότα δεν μπορεί να γίνονταν παράλληλα. Δεν μπορεί το ότι απείλησε, άνοιξε την πόρτα και απείλησε ξανά να συνυπάρχει ή να γίνεται παράλληλα με το απείλησε, άνοιξε την πόρτα για να φύγει, συνεχίζοντας φωνές.
200. Σε αυτό το σημείο σημειώνω ότι η μεταβολή της εκδοχής του συνάδει με την εκδοχή των άλλων δύο μαρτύρων, δηλαδή το ότι επέστρεψε ο Κατηγορούμενος. Δηλαδή ο ΜΚ3 εν τέλει ευθυγράμμισε την εκδοχή του με τους δύο προηγούμενους μάρτυρες κατηγορίας.
201. Επιπρόσθετα, ο ΜΚ3 αφήνει το ίδιο κενό ως προς το τι έλεγε ο Κατηγορούμενος όταν φώναζε και μετά άνοιξε την πόρτα για να φύγει. Προσπάθησα να εξηγήσω προηγουμένως γιατί θεωρώ πως αυτό το κενό είναι σημαντικό. Κατά την αντεξέταση του όταν ερωτήθηκε τι ακριβώς έγινε σε εκείνο το σημείο από το κύριο Στεφάνου (σελ. 27 πρακτικά 18.06.2025) ο ΜΚ3 αναφέρθηκε μόνο στο «εσύ και εσύ είστε τελειωμένοι»:
E. Να σας το ξαναπώ. Λέω το τι λέχθηκε μετά που άνοιξε την πόρτα από πλευράς του Μενελάου, το μόνο που λέχθηκε ήταν η συγκεκριμενοποίηση έτσι όπως το λες το "εσύ και εσύ" της απειλής μόνο;
A. Έτσι το θυμούμαι, ναι.
202. Εν ολίγοις ο μάρτυρας παραλείπει να αναφερθεί σε φωνές σε αντίθεση με το Έγγραφο Γ. Στο Έγγραφο Γ αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος απείλησε, άνοιξε πόρτα και συνέχισε φωνές, ώστε ο Παραπονούμενος να κλείσει την πόρτα για να μην ακούγονται οι φωνές. Αν δεν υπήρχαν φωνές δεν δικαιολογείται ο Παραπονούμενος να κλείσει την πόρτα και να κρατήσει μέσα στο γραφείο του τον «εκτός ελέγχου» Κατηγορούμενο. Θεωρώ ότι αυτό το κενό και αντίφαση στην εκδοχή όλων των μαρτύρων κατηγορίας είναι ουσιώδης και δημιουργεί ένα τεράστιο ρήγμα στην υπόθεση και ένα μεγάλο ερωτηματικό ως προς το τι έλαβε χώρα εκείνη τη στιγμή δίπλα από την πόρτα του γραφείου του Παραπονούμενου. Επιπρόσθετα, αυτό το κενό κάνει την εκδοχή του Κατηγορούμενη να φαίνεται πιο πιθανή.
203. Μια άλλη αντίφαση η οποία φάνηκε κατά την αντεξέταση του ΜΚ3 ήταν όταν ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος για να χτυπήσει τον Παραπονούμενο έκανε κίνηση προς το μέρος του, ένα βήμα, ή μισό βήμα. Δεν υπάρχει καμία αναφορά στο Έγγραφο Γ σε σχέση με αυτό, δηλαδή ότι ο Κατηγορούμενος κινήθηκε προς το μέρος του Παραπονούμενου. Θεωρώ ότι ο ΜΚ3 αναγκάστηκε να αυτοσχεδιάσει όταν συνειδητοποίησε πως με τον τρόπο που περίγραψε το περιστατικό ο Κατηγορούμενος δεν ήταν δίπλα από τον Παραπονούμενο, ή για να καλύψει το ότι ο Παραπονούμενος στάθηκε μπροστά από τον Κατηγορούμενο. Το κατά πόσον κινήθηκε ο Κατηγορούμενος προς το μέρος του Παραπονούμενου για να τον χτυπήσει δεν είναι λεπτομέρεια. Αντιθέτως είναι ένα στοιχείο το οποίο εάν ευσταθούσε θα έπρεπε να είναι μέσα στο Έγγραφο Γ.
204. Αναφέρει ο ΜΚ3 ότι ο Κατηγορούμενος μπήκε στο γραφείο «φουρκαστός» με ύφος θολωμένο και εκτός εαυτού, χτυπώντας την πόρτα πίσω του και το πρώτο πράγμα που έκανε αυτό το πρόσωπο το οποίο ήταν εκτός εαυτού ήταν να πειράξει τις ρυθμίσεις του κλιματιστικού. Μάλιστα ο ΜΚ3 αναφέρει ότι « το οποίο εντάξει, ήταν ανησυχητικό που τζιείνη τη στιγμή…». Το ότι ένας θολωμένος και φουρκαστός, Κατηγορούμενος που χτυπά με δύναμη πόρτες μπαίνει στο γραφείο και το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να παίζει με το κλιματιστικό δεν μπορεί να συνάδει με την κοινή λογική – δεν μπορεί να συνυπάρχει στην ίδια πρόταση και κάλλιστα θα μπορούσε να αποτελεί σκηνή από κωμωδία. Επομένως, το ότι αναφέρει ο ΜΚ3 πως ανησύχησε δεν συνάδει με την συμπεριφορά του Κατηγορούμενου όπως ο ίδιος το ΜΚ3 την περιγράφει.
205. Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφερθεί ότι γενικότερα, κανένας δεν εξηγεί γιατί ο Κατηγορούμενος ήταν εκτός εαυτού γιατί μπήκε στο γραφείο «φουρκαστός» και εξεμάνη. Με βάση τα λεγόμενα του ΜΚ3 ήταν ο Παραπονούμενος που είχε προσβληθεί και ήταν σε άμυνα προσπαθώντας να πείσει ότι κάνει καλά τη δουλειά του. Ο θυμός του Κατηγορούμενου παρέμεινε ανεξήγητος. Ο Κατηγορούμενος με βάση μαρτυρία συναδέλφων του ήταν ένα συνεργάσιμο πρόσωπο, ευγενικό και όχι συγκρουσιακό. Η ιδιοσυγκρασία του φάνηκε και κατά την μακρά αντεξέταση του στο πλαίσιο της οποίας δέχθηκε και προσβολές και δεν έχασε την υπομονή του σε καμία περίπτωση. Σίγουρα δεν φάνηκε να είναι ένα πρόσωπο το οποίο θυμώνει χωρίς λόγο και συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα. Αν ο Παραπονούμενος ήταν τόσο ήρεμος και λογικός γιατί ο Κατηγορούμενος να βγει εκτός εαυτού και να είναι θολωμένος;
206. Ένα άλλο σημείο το οποίο δεν βγάζει κανένα νόημα είναι το ότι ο ΜΚ3 αναφέρει πως ο Κατηγορούμενος εισήλθε στο γραφείο του Παραπονούμενου αφού ο τελευταίος πρόλαβε και έκατσε. Ο ΜΚ2 ανέφερε πως είχε περάσει περισσότερο από ένα λεπτό (σελ. 12 πρακτικά 13.06.2025). Η εύλογη απορία που δημιουργείται είναι η εξής: τι έκανε ο Κατηγορούμενος εκείνη την ώρα; και γιατί περίμενε να περάσει κάποιος χρόνος για να επιτεθεί εάν όντως ήταν τόσο θυμωμένος, νευριασμένος, θολωμένος και εκτός εαυτού;
207. Σημειώνεται ακόμα ότι και ο ΜΚ3 προσπαθεί να βοηθήσει τον Παραπονούμενο με τη μαρτυρία του. Παρότι παραδέχθηκε πως είχαν μιλήσει για το συμβάν αλλά δεν επηρεάστηκε η μαρτυρία του και παρά το ότι στην αντεξέταση του ανέφερε πως δεν έχει κάποιο συμφέρον και μόνο ζημιά κάνει στον εαυτό του που δίνει μαρτυρία, θεωρώ ότι προκύπτει από τη μαρτυρία του η ξεκάθαρη του διάθεση του να βοηθήσει τον Παραπονούμενο και να προκαλέσει ζημιά στον Κατηγορούμενο. Αναφέρει για τον Παραπονούμενο ότι ήταν ήρεμος καθ’ όλη τη διάρκεια του περιστατικού πράγμα που δεν συνάδει με τα όσα ανέφεραν ανεξάρτητοι μάρτυρες που άκουσαν τις φωνές του. Ούτε και ο ΜΚ3 έκρυψε την αντιπάθεια του προς τον Κατηγορούμενο και τη συμπάθεια του προς τον Παραπονούμενο για τον οποίο ανέφερε πως ήταν ο πρώτος υπάλληλος της ΔΕΦΑ και έπρεπε να τυγχάνει του σεβασμού του ΓΔ.
208. Μια άλλη σημαντική αντίφαση στη μαρτυρία του ΜΚ3 είναι ότι στη δήλωση του (Έγγραφο Γ – τέταρτη παράγραφος, τέταρτη γραμμή) αναφέρει πως όταν ο Παραπονούμενος στάθηκε στην πόρτα του γραφείου του Κατηγορούμενου του είπε πως η συμπεριφορά του είναι προσβλητική και τον «προσέβαλε μπροστά σε άλλους». Πως μπορεί να τον πρόσβαλε μπροστά σε άλλους αν δεν ισχύει η θέση της Υπεράσπισης ότι ο Παραπονούμενος μιλούσε με τον Κατηγορούμενο σε ανοιχτή ακρόαση; Κανένας εκ των μαρτύρων κατηγορίας δεν ανέφερε πως μπορούσε να ακούσει καθαρά τι έλεγε ο Κατηγορούμενος ακόμα και αν φώναζε. Περαιτέρω, κανένας άλλος δεν άκουσε τον Κατηγορούμενο να φωνάζει σε εκείνη τη φάση. Η ΜΥ3 ήταν τις φωνές του Παραπονούμενου που άκουσε στο διάδρομο όχι του Κατηγορούμενου. Εν ολίγοις, για να περιλάβει αυτήν την αναφορά ο ΜΚ3 και να χρησιμοποιήσει τη φράση «μπροστά σε άλλους» σημαίνει ότι οι άλλοι ήταν μπροστά και άκουγαν τις προσβολές. Η θέση αυτή δεν συνάδει με το ότι δεν ήταν σε ανοιχτή ακρόαση αλλά συνάδει πλήρως με το ότι ήταν σε ανοιχτή ακρόαση ως η θέση του Κατηγορούμενου.
209. Κατά την κυρίως εξέταση του στο Έγγραφο Γ αναφέρει ότι όταν έγινε παραίνεση να σταματήσει να πειράζει τις ρυθμίσεις του κλιματισμού είπε πρώτα ότι είναι ΓΔ και μετά ξεκίνησε να χτυπά το χέρι του στο τραπέζι. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι πρώτα χτύπησε το χέρι στο τραπέζι αφού κατευθύνθηκε από το σημείο που ήταν ο ρυθμιστής του κλιματισμού προς το τραπέζι και μετά είπε είμαι ΓΔ και κάνω ότι θέλω. Σημειώνω ότι χρειάζονταν περίπου δύο βήματα από το ένα σημείο για να πάει μπροστά από το τραπέζι συνεδριάσεων. Αν ευσταθεί ο τρόπος που περιγράφει το σημείο αυτό ο ΜΚ3 σημαίνει ότι του έκανε παρατήρηση ο Παραπονούμενος, περπάτησε δύο βήματα για να σταθεί μπροστά από το τραπέζι χτύπησε το χέρι του και ανέφερε πως κάνει ότι θέλει επειδή είναι ΓΔ. Αυτό σημαίνει ότι η αντίδραση του θα είχε καθυστέρηση μερικών δευτερολέπτων κάτι το οποίο δεν συνάδει με την κοινή λογική. Ένα πρόσωπο το οποίο είναι εκτός ελέγχου δεν θα κάνει δύο βήματα πριν χάσει τον έλεγχο για να βρει τραπέζι να χτυπήσει το χέρι του.
210. Ως προς το πόσες φορές είπε ο Κατηγορούμενος το είμαι ΓΔ και ότι θέλω κάμνω αντεξετάστηκε στη σελ. 21 και όταν του υποδείχθηκε η αντίφαση από τον κ. Στεφάνου ο ΜΚ3 απάντησε ότι αυτό είναι από τα πράγματα που γίνονταν παράλληλα ή ταυτόχρονα και δεν είναι η ουσία πόσες φορές το είπε.
211. Επίσης, στη σελίδα 22 των πρακτικών ημερ.18.06.2025 μεταβάλλει την εκδοχή του, αναιρεί στην ουσία την θέση του στο Έγγραφο Γ, αναφέροντας ότι τελικά δεν είναι πολλές φορές που χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι ο Κατηγορούμενος αλλά 2 -3 και δεν ήταν συνεχόμενα.
212. Το ότι ήταν ήρεμοι οι ΜΚ2 και ο Παραπονούμενος δεν συνάδει με τη μαρτυρία της ΜΥ3 η οποία τους είδε όλους να φωνάζουν.
213. Κατά συνέπεια, ως προσπάθησα να εξηγήσω, δεν μπορώ να βασιστώ ούτε στη μαρτυρία του ΜΚ3 για να εξαγάγω οποιαδήποτε ευρήματα σε σχέση με τα αμφισβητούμενα θέματα της υπόθεσης. Συνεπακόλουθα, η μαρτυρία του ΜΚ3 στο μέτρο που δεν συνάδει με τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται.
v. Ομοιότητα καταθέσεων των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3 και υποψία προσχεδιασμού και προσυνεννόησης
214. Είναι γεγονός ότι και οι τρεις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας είναι γραμμένες με τον ίδιο τρόπο. Ακόμα και η γραμματοσειρά η οποία χρησιμοποιήθηκε είναι η ίδια. Οι φράσεις και λέξεις που χρησιμοποιούνται καθώς και η δομή και το στυλ με το οποίο είναι γραμμένες παρουσιάζουν ομοιότητες σε μεγάλο βαθμό - οι καταθέσεις των ΜΚ1 και ΜΚ2 σε μεγαλύτερο βαθμό.
215. Προσεκτική μελέτη της μαρτυρίας των τριών μαρτύρων κατηγορίας φανερώνει κάποιες λεπτομέρειες οι οποίες δημιουργούν την έντονη υποψία για προσχεδιασμό και προσυνεννόηση τους ως προς τη μαρτυρία τους. Αφετέρου δε, θα μπορούσε να θεωρηθεί απόλυτα λογικό αυτό το φαινόμενο καθότι ήταν και οι τρεις παρόντες κατά τη διάρκεια του συμβάντος. Όμως, οι ομοιότητες σε συνδυασμό με το πως μετέβαλαν τις θέσεις τους κατά την ακρόαση στο πλαίσιο της προσπάθειας τους να «ευθυγραμμίσουν» τις εκδοχές τους επιμαρτυρούν ότι δεν πρόκειται περί σύμπτωσης.
216. Και οι τρεις ΜΚ τονίζουν στην αρχή της δήλωσης τους ότι βρισκόντουσαν στο γραφείο του Παραπονούμενου «με κλειστά την πόρτα και τα παράθυρα» (ΜΚ1, 4η παρ. Εγγράφου Α), «στο κλειστό γραφείο του Αντρέα Πενταλιώτη» (ΜΚ2, 3η παρ. Εγγράφου Β) και «δουλεύαμε με κλειστά παράθυρα και κλειστή την πόρτα του γραφείου» (ΜΚ3, Έγγραφο Γ). Το ότι και οι τρεις θεωρούν σημαντικό και πρέπει να τονίσουν ότι τα παράθυρα και η πόρτα του γραφείου ήταν κλειστή, μαζί με άλλα κοινά στοιχεία και την γενικότερη εικόνα που έδειξαν, δημιουργεί την υποψία στο Δικαστήριο για προσυνεννόηση.
217. Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 χρησιμοποιούν τη φράση «στάθηκε στην ανοιχτή πόρτα» του γραφείου του Κατηγορούμενου και «κλείσιμο του τηλεφώνου». Χρησιμοποιούν και την λέξη «φουρκαστός» για να περιγράψουν τον Κατηγορούμενο που αν και χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη δεν είναι λέξη που ακούγεται στο Δικαστήριο από τρεις μάρτυρες, διαδοχικά.
218. Παράλληλα όλοι οι ΜΚ προέβαλαν την ίδια δικαιολογία για την παράλειψη τους να αναφέρουν κάποια γεγονότα τα οποία είναι ουσιώδη και την ίδια αιτιολογία γιατί αναφέρουν λεπτομέρειες οι οποίες για τον μέσο άνθρωπο που περιγράφει ένα τέτοιο συμβάν δεν είναι σημαντικές. Και αυτό παρά το γεγονός ότι η Αστυνομία κατ’ ισχυρισμό τους είπε να είναι σύντομοι (πράγμα που καταρρίφθηκε από τη μαρτυρία της ΜΥ2 ως θα αναφερθεί ακολούθως).
219. Η αναφορά στη γραπτή δήλωση του ΜΚ2 ότι ο Παραπονούμενος έκλεισε την πόρτα χωρίς να φράζει την πρόσβαση σε αυτήν θεωρώ δεν είναι τυχαία. Δεν μπορεί να είναι σύμπτωση. Κάποιος που θέλει να περιγράψει ότι ο Χ έκλεισε την πόρτα θα αναφέρει ότι έκλεισε την πόρτα. Η αναφορά ότι δεν έφραζε την πρόσβαση στην πόρτα είναι επί σκοπώ που έγινε. Προφανώς είχε κατά νου την υπεράσπιση του Κατηγορούμενου και προσπαθεί να προκαταβάλει αυτήν ή ήθελε να καλύψει τον Παραπονούμενο. Και ο ΜΚ3 πρόσθεσε τη φράση «χωρίς να απειληθεί».
220. Ένα άλλο φαινόμενο το οποίο χρήζει αναφοράς είναι ότι ο ΜΚ2 όταν περιέγραφε τα γεγονότα πρόσθετε στην εκδοχή του ορισμένα πράγματα που είχε προσθέσει και ο Παραπονούμενος κατά την ακρόαση. Εντοπίζονται τέσσερεις διαφορετικές περιπτώσεις προσθηκών ήτοι σε σχέση με το πότε στάθηκε ο Κατηγορούμενος, πότε εκστόμισε την απειλή, πόσες φορές και τι ήταν το περιεχόμενο της απειλής και το πρόσθετο κτύπημα χεριού στο τραπέζι. Στην ουσία ο ΜΚ2 προσάρμοσε την εκδοχή του στην εκδοχή του Παραπονούμενου ως είχε μεταβληθεί κατά την ακρόαση. Για τον ΜΚ3 εξήγησα το ότι η κατάθεση του μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπάθησε να δέσει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής και πως εν τέλει μετέβαλε την εκδοχή του για ευθυγραμμιστεί με τους ΜΚ1 και ΜΚ2.
221. Ακόμα, και οι τρεις αφήνουν το ίδιο κενό – ότι φώναζε και ο Παραπονούμενος έκλεισε την πόρτα. Οι ΜΚ2 και ΜΚ3 δίδουν την ίδια εξήγηση ως προς το γιατί ο Παραπονούμενος έκλεισε την πόρτα.
vi. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατηγορούμενου
222. Ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε μια μακρά και εξαντλητική αντεξέταση η οποία διήρκησε περί των 10 ωρών. Η γενική εντύπωση την οποία έδωσε στο Δικαστήριο είναι ότι πρόκειται περί ενός προσώπου ήρεμου, ψύχραιμου, λογικού και συνάμα αυθόρμητου, το οποίο απαντούσε κατά τρόπο πλήρη και τεκμηριωμένο στις ερωτήσεις οι οποίες τέθηκαν χωρίς υπεκφυγές και χωρίς να έχει πρόθεση να κρύψει οτιδήποτε.
223. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος προσήλθε στο Δικαστήριο για να δώσει μια ειλικρινή εικόνα των όσων είχαν διαμειφθεί.
224. Η μαρτυρία του ήταν συγκροτημένη, και χαρακτηρίζεται από πειστικότητα και λογική συνοχή. Απάντησε τεκμηριώνοντας τους ισχυρισμούς του, με την απαραίτητη λεπτομέρεια και αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα συμβάντα. Παρείχε σαφείς και κατατοπιστικές απαντήσεις, η μαρτυρία του έχει λογική συνοχή και δεν εντοπίζω οποιαδήποτε εγγενή ζητήματα αξιοπιστίας.
225. Απάντησε σε δύσκολες ερωτήσεις όπως για παράδειγμα σε σχέση με τον αμοιβαίο τερματισμό της σύμβασης του στη ΔΕΦΑ και στην υποβολή ότι κρίθηκε ανεπαρκής για τη θέση του ΓΔ κατά τρόπο ήρεμο, τεκμηριωμένο και χωρίς ενδοιασμούς.
226. Σε ορισμένα σημεία στα οποία η αντεξέταση ήταν σκληρή και το φυσιολογικό ήταν ο αντεξεταζόμενος να αντιδράσει (π.χ. σελ. 17, πρακτικά 14.07.2025 όταν υποβλήθηκε πως ο Κατηγορούμενος ήταν έκδηλα ανεπαρκής για τη θέση του ΓΔ και ότι πέτυχε την εργοδότηση του στη ΔΕΦΑ με παρέμβαση πολιτικού προσώπου), ο Κατηγορούμενος παρέμεινε ψύχραιμος και απάντησε στις ερωτήσεις με σταθερό λόγο και ήρεμη συμπεριφορά.
227. Η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου στις 10 περίπου ώρες έντονης αντεξέτασης τις οποίες υποβλήθηκε είναι εντελώς αντίθετη με το πως παρουσίασαν τον Κατηγορούμενο οι ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3. Δεν φάνηκε ότι επρόκειτο περί προσώπου που θα πήγαινε εκδικητικά στο γραφείο υφιστάμενου του να δημιουργήσει «επεισόδιο». Επομένως, δέχομαι την εκδοχή του ως προς το λόγο για τον οποίο μετέβη στο γραφείο του Παραπονούμενου. Δέχομαι και την εκδοχή του σε σχέση με τις ρυθμίσεις του κλιματιστικού. Συνάδει πλήρως με την εικόνα που έδειξε ο Κατηγορούμενος και με την εικόνα που παρουσίασε η ΜΥ3, ότι δηλαδή δεν ήταν συγκρουσιακός αλλά πρόσωπο που προσπαθούσε να συνετίσει τους ΜΚ και να συνεργαστεί μαζί τους έχοντας πλήρη συναίσθηση της αποστολής του ιδίου καθώς και του οργανισμού στον οποίο ήτο Γενικός Διευθυντής.
228. Η ψυχραιμία του εξετάστηκε και διαφάνηκε πάρα πολλές φορές κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του. Ακόμα και όταν συνειδητοποίησε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του ότι το περιεχόμενο της συστατικής του επιστολής είχε διαρρεύσει και ήταν γνωστό στον Παραπονούμενο, όπως αναφέρθηκε από τον συνήγορο του, ο Παραπονούμενος είχε ενοχληθεί (που είναι μια απόλυτα φυσιολογική αντίδραση), ωστόσο διατήρησε την ψυχραιμία του και απάντησε στις ερωτήσεις οι οποίες τέθηκαν με ειλικρίνεια, τεκμηριωμένα και με μια εμφανή πρόθεση να δώσει στο Δικαστήριο μια πλήρη και ειλικρινή εικόνα της κατάστασης.
229. Η ειλικρίνεια του φάνηκε μεταξύ άλλων όταν δεν δίστασε να αναφέρει πόσο σημαντικός ήταν ο ρόλος του Παραπονούμενου στον οργανισμό. Έπεισαν οι αναφορές του σε σχέση με τις προσπάθειες του να συνεργαστεί με τον Παραπονούμενο και να χειριστεί το όλο θέμα εσωτερικά έχοντας συναίσθηση της αποστολής του οργανισμού. Ανέφερε επανειλημμένα μετά από ερωτήσεις ότι η έγνοια του ήταν υλοποίηση των σκοπών του οργανισμού και ότι ο ίδιος έκανε τα πάντα για να αποφεύγει τις συγκρούσεις με τον Παραπονούμενο. Δεν αμφισβητήθηκε ότι το ΔΣ ήταν ενήμερο αλλά ούτε και τα παράπονα σε σχέση με τη συμπεριφορά του Παραπονούμενου. Μάλιστα δεν απέκρυψε το ότι είχε δεχθεί ο ίδιος κριτική επειδή δεν άσκησε πειθαρχικές εξουσίες εναντίον του Παραπονούμενου.
230. Παρά την μακρά αντεξέταση του δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του. Σε ένα σημείο – πότε έστειλε ο ΜΚ3 ηλ. μήνυμα προς το ΔΣ είχε αναφέρει λανθασμένα την ημερομηνία κατά μία μέρα. Όταν αντιλήφθηκε την λανθασμένη αναφορά του την διόρθωσε. Αυτό δείχνει ότι η πρόθεση του ήταν να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο και να δώσει μια ειλικρινή εικόνα και όχι να φαίνεται ο ίδιος σωστός. Η μικρή αυτή αντίφαση και ο τρόπος που το χειρίστηκε όταν αντιλήφθηκε πως δεν ήταν πλήρως σωστός δείχνει την έλλειψη προσχεδιασμού στην εκδοχή του και ενισχύει την αξιοπιστία του.
231. Ήταν απόλυτα σταθερός, απαντούσε με αναφορά στη γραπτή του δήλωση και με τρόπο που συνάδει με την αρχική του κατάθεση στην Αστυνομία για παράδειγμα σε σχέση με το κατά πόσον του ανέφερε ο Παραπονούμενος να μην αγγίζει πράγματα στο γραφείο του, τι έλεγε ο Παραπονούμενος όταν διαμαρτυρόταν, ποιο ήταν το περιεχόμενο των προσβολών προς το πρόσωπο του και του μονόλογου του Παραπονούμενου, ποιες ήταν οι εργασίες που εκκρεμούσαν (σελ. 27, πρακτικά 17.07.2025).
232. Υπήρξε μια μικρή αντίφαση στη μαρτυρία του η οποία μπορεί να εντοπιστεί στη σελίδα 56 των πρακτικών ημερομηνίας 17.07.2025 και συγκεκριμένα πρόσθεσε κατά την αντεξέταση του ότι «…στο μεταξύ αν θυμάμαι καλά, έκανα και μια κίνηση πάνω στο πόδι του… για να φύγει που την πόρτα.». Αυτό δεν αναφέρεται στη γραπτή του δήλωση ωστόσο, δεν θεωρώ ότι είναι ουσιώδης αντίφαση και το πλαίσιο στο οποίο ανέφερε για την κίνηση στο πόδι δεν θεωρώ ότι το είπε για να κρύψει κάτι ή να ενισχύει κάποια θέση του, αλλά απλώς πρόσφερε αυτή τη λεπτομέρεια την οποία θυμήθηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης.
233. Επομένως, θεωρώ ότι όχι μόνο δεν είναι ένδειξη αναξιοπιστίας αλλά είναι ένδειξη ειλικρίνειας και έλλειψης προσχεδιασμού στην εκδοχή του. Εν ολίγοις, ο Κατηγορούμενος είπε όλη την αλήθεια χωρίς να σκεφτεί ότι ενδεχόμενα να κατηγορηθεί ότι τη λεπτομέρεια αυτή δεν την ανέφερε προηγουμένως.
234. Σημειώνω ότι η εκδοχή του και τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση του συνάδουν πλήρως με την προηγούμενη του κατάθεση στην Αστυνομία (Τεκμήριο 23). Αντεξετάστηκε και σε σχέση με κατ’ ισχυρισμόν της Κατηγορούσας Αρχής αντιφάσεις μεταξύ της μαρτυρίας του και της επιστολής την οποία απέστειλε ο συνήγορος του προς τον Γενικό Εισαγγελέα στο πλαίσιο του αιτήματος για αναστολή της παρούσας δίωξης. Η εν λόγω επιστολή δεν επιτράπηκε να κατατεθεί καθότι είχε κριθεί πως δεν αποτελούσε προηγούμενη ασυνεπή δήλωση. Σε κάθε περίπτωση το ότι ορισμένα πράγματα δεν αναφέρονταν στην εν λόγω επιστολή αλλά αναφέρονταν στη γραπτή του δήλωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντίφαση δεδομένου του ότι η εν λόγω επιστολή, περιέχει μεν τις θέσεις του, αλλά δεν αποτελεί κατάθεση για να τεθεί ζήτημα ασυνέπειας μεταξύ των δηλώσεων του Κατηγορούμενου. Οι βασικές του θέσεις είχαν τεθεί στην επιστολή εξ όσων έχει αντιληφθεί το Δικαστήριο και δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι άλλος ο σκοπός της επιστολής και άλλος ο σκοπός της κατάθεσης ή της γραπτής δήλωσης. Επομένως δεν μπορώ να θεωρήσω πως η οποιαδήποτε έλλειψη στην επιστολή όσον αφορά κάποιες λεπτομέρειες μπορεί να θεωρηθεί ως αντίφαση στην εκδοχή του Κατηγορούμενου.
235. Επιπρόσθετα η εκδοχή του συνάδει σε μεγάλο βαθμό με τη μαρτυρία της ΜΥ3 καθώς και με τα όσα αναφέρει στην κατάθεση της η Μ.P. (Τεκμήριο 18). Η Μ.P. αφού βγήκε από το γραφείο του Παραπονούμενου ο Κατηγορούμενος τον άκουσε να λέει «τι έκανες με την πόρτα» που συνάδει με την εκδοχή του βάσει της οποίας είπε «Γιατί έκλεισες την πόρτα». Σημειώνω ότι οι καταθέσεις αυτές δεν ήταν στην κατοχή της Υπεράσπισης πριν να δώσει μαρτυρία η ΜΥ2 ως η ίδια εξήγησε και δεν αμφισβητήθηκε. Η Υπεράσπιση, κατά συνέπεια, πήρε ένα ρίσκο με το να καλέσει την ΜΥ2 το οποίο εν τέλει απέδωσε καθότι ενισχύθηκε η κατά τ’ άλλα αξιόπιστη μαρτυρία του Κατηγορούμενου.
236. Ο Κατηγορούμενος έπεισε το Δικαστήριο πως ο ίδιος δεν είχε κανένα λόγο να «δημιουργήσει επεισόδιο» καθότι ως εκ της θέσεως το μπορούσε να χειριστεί τα ζητήματα αυτά ως πειθαρχικά παραπτώματα. Έπεισε επίσης το Δικαστήριο ότι οι ΜΚ είχαν κίνητρο να δημιουργήσουν επεισόδιο και να προσπαθήσουν να το εκμεταλλευτούν για να απομακρύνουν τον Κατηγορούμενο.
237. Έπεισε ως προς το πως ένιωσε εκείνη την ώρα και γιατί αναγκάστηκε να σπρώξει τον Παραπονούμενο για να απεγκλωβιστεί και να ανοίξει την πόρτα αφού προηγουμένως ο Παραπονούμενος έβαλε το πόδι του στην πόρτα για να την κρατήσει κλειστή και το πρόσωπο του πολύ κοντά από το δικό του. Έπεισαν πλήρως οι αναφορές του ως προς το πως έλαβε χώρα το συμβάν δίπλα από την πόρτα. Η εκδοχή του είναι απόλυτα λογική, έχει λογική συνοχή και ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση.
238. Κατά συνέπεια, έχοντας κατά νου τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου και την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, αυτή κρίνεται ειλικρινής και αξιόπιστη και την αποδέχομαι στην ολότητα της.
vii. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ2
239. Η ΜΥ3 προκάλεσε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο κατά τη μαρτυρία της. Αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες προέβη για τη διερεύνηση της υπόθεσης και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι προέβη σε μια πλήρη διερεύνηση και ότι έλαβε καταθέσεις από όλα τα πρόσωπα τα οποία μπορούσαν να παράσχουν σχετική μαρτυρία σε σχέση με το εν λόγω περιστατικό καθώς και γενικότερα για τη σχέση μεταξύ των μερών.
240. Δεν έχω επίσης καμία αμφιβολία ότι η ΜΥ3 ήταν αντικειμενική και αμερόληπτη και τα όσα ανέφερε σε σχέση με την εντύπωση που έχει για το περιστατικό βασίζονται στο σύνολο των καταθέσεων τις οποίες έλαβε. Για παράδειγμα το ότι η εντύπωση που της δημιουργήθηκε είναι ότι όλοι φώναζαν μέσα στο γραφείο του Παραπονούμενου βασίζεται στις καταθέσεις ανεξάρτητων μαρτύρων. Ανέφερε θετικά και αρνητικά και για τα δύο μέρη και δεν αμφισβητήθηκε το ότι η εντύπωση που αποκόμισε βασίζεται στο περιεχόμενο του συνόλου των καταθέσεων.
241. Η μαρτυρία της στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε. Έγινε μόνο μια προσπάθεια κατά την αντεξέταση της αμφισβητηθεί το κατά πόσον τα πρόσωπα τα οποία έδωσαν κατάθεση στα γραφεία της ΔΕΦΑ ένιωσαν άνετα να μιλήσουν επειδή τα γραφεία είναι γυάλινα και μπορούσαν όλοι να δουν ποιος έδινε κατάθεση. Στην ουσία η προσπάθεια αυτή αποσκοπούσε στο να καταδειχθεί ότι οι κυρίες ΜΥ3 και M.P. των οποίων οι καταθέσεις περιείχαν αναφορές τις οποίες η Κατηγορούσα Αρχή θεώρησε ότι ευνοούν την υπεράσπιση, έγιναν κατόπιν κάποιας πίεσης. Η ΜΥ3 απάντησε ότι δεν θυμόταν που είχαν ακριβώς ληφθεί οι καταθέσεις αλλά επειδή τα πρόσωπα που έδωσαν καταθέσεις ανέφεραν τόσο θετικά όσο και αρνητικά δεν θεωρεί ότι ισχύει κάτι τέτοιο. Σε σχέση με την Μ.Θ. για την οποία έγινε υποβολή ότι ένιωθε άβολα να δώσει κατάθεση στο χώρο συνεδριάσεων, η ΜΥ2 ανέφερε πως ανέφερε και αρνητικά πράγματα για τον Κατηγορούμενο.
242. Ως εκ τούτου, δέχομαι την μαρτυρία της ΜΥ3 στο σύνολο της δεδομένου του ότι ως προανέφερα δεν έχει αμφισβητηθεί.
Εξ ακοής μαρτυρία ( ; )
243. Όσον αφορά τα αποσπάσματα από τις καταθέσεις που λήφθηκαν σχετικά με τη συμπεριφορά του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου τα οποία ανέγνωσε η ΜΥ2, δεν μπορώ να τους αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα. Δεν αναφέρθηκαν τα ονόματα των προσώπων τα οποία έδωσαν τις καταθέσεις οι οποίες περιλάμβαναν αυτές τις αναφορές και δεν επιδιώχθηκε η κατάθεση τους ως τεκμήρια. Η εν λόγω μαρτυρία δεν αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία καθότι για να θεωρείται εξ ακοής πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα να κλητευθεί το πρόσωπο το οποίο προέβη στην αρχική δήλωση από τον άλλο διάδικο με βάση το άρθρο 26 του Κεφ. 9.
244. Η Γιώτα Γεωργίου κλήθηκε να δώσει και έδωσε μαρτυρία (ΜΥ3) κατά τη διάρκεια της οποίας υιοθέτησε την κατάθεση της. Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εξ ακοής μαρτυρίας σε σχέση με το Τεκμήριο 17.
245. Η αναφορά ότι η προβληματική συμπεριφορά του Παραπονούμενου συζητήθηκε στο ΔΣ αποδίδεται στον ΓΠ, πρακτικογράφο του ΔΣ της ΔΕΦΑ (σελ. 17 – 18, πρακτικά 22.07.2025). Θεωρώ επομένως ότι πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία καθότι προσάχθηκε ως προς το ότι η προβληματική συμπεριφορά του Παραπονούμενου είχε συζητηθεί στο ΔΣ δηλαδή ως προς την αλήθεια των όσων αναφέρονται σε αυτή την δήλωση. Ουδόλως αμφισβητήθηκε η αναφορά αυτή. Δεν κλητεύθηκε το συγκεκριμένο πρόσωπο έστω και αν δεν κατατέθηκε η κατάθεση του ως τεκμήριο, για να αντεξεταστεί. Από τις προηγούμενες αναφορές της μάρτυρος φαίνεται ότι η δήλωση αυτή έγινε λίγες μέρες μετά το συμβάν ενώ δεν προκύπτει οποιαδήποτε προσπάθεια για παρεμπόδιση της ορθής αξιολόγησης δήλωσης αυτής. Επομένως μπορεί το Δικαστήριο να αποδώσει βαρύτητα στην εν λόγω δήλωση.
246. Όσον αφορά τη μαρτυρία της MP (Τεκμήριο 18), αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο Παραπονούμενος και ο Κατηγορούμενος φώναζαν . Άκουσε τον Κατηγορούμενο να ρωτά για «Γιατί έκλεισες την πόρτα;» ενώ και οι δύο ήταν μέσα στο γραφείο του Παραπονούμενου. Μπορούσε να τους δει και να τους ακούσει. Μιλούσαν με έντονο ύφος. Δεν ξέρει ποιος άνοιξε την πόρτα και ο Κατηγορούμενος βγήκε έξω και ρώτησε τον Παραπονούμενο «Τι έχεις με την πόρτα;» Αντιλαμβάνεται ότι ο Παραπονούμενος χειρίζεται πολύ σημαντικές εργασίες. Ο Κατηγορούμενος είναι πολύ ευγενικός και πολύ καλός. Δεν αναφέρει οτιδήποτε για χτύπημα ή απειλή ότι είναι τελειωμένοι.
247. Το περιεχόμενο της κατάθεσης αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία καθότι προσάχθηκε ως μαρτυρία για την απόδειξη των όσων αναφέρονται στη δήλωση η οποία έγινε από πρόσωπο άλλο από την ΜΥ2. Ως προς την αξιολόγηση της βαρύτητας της, θα μπορούσε να είχε κλητευθεί ως μάρτυρας η ΜP. Θα μπορούσε όμως να κλητευθεί και από την Κατηγορούσα Αρχή για σκοπούς αντεξέτασης. Η αρχική δήλωση και το γεγονός στο οποίο αναφέρεται έχουν διαφορά 12 ημέρων άρα θεωρώ πως χρονικά είναι κοντά. Πρόκειται για πρώτου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία. Δεν θεωρώ ότι υπάρχει οποιοδήποτε κίνητρο απόκρυψης ή παραποίησης γεγονότων. Η δήλωση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση μετάφρασης από τα Ρουμάνικα στα Ελληνικά προσώπου το οποίο έλεγξε την ορθότητα της μετάφρασης. Δεν τέθηκαν υπόψιν του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάχθηκε η εξ ακοής μαρτυρία οι οποίες ενδεχομένως να δείχνουν ότι παρεμποδίζεται η ορθή αξιολόγηση της. Αντιθέτως, η Υπεράσπιση εκείνη την ημέρα είδε για πρώτη φορά την κατάθεση αυτή.
248. Επομένως, αποφασίζω να αποδώσω σημαντική βαρύτητα στην κατάθεση της MP και πρέπει να σημειωθεί ότι το πιο σημαντικό είναι αυτό που δεν ανέφερε η MP ήτοι δεν είδε οποιοδήποτε περιστατικό επίθεσης ή απειλής. Υπάρχει και η αναφορά στις φωνές τόσο του Κατηγορούμενου όσο και του Παραπονούμενου. Η αναφορά αυτή είναι σημαντική καθότι δείχνει πως ο Παραπονούμενος δεν ήταν τόσο ήρεμος και ψύχραιμος όπως τον περίγραψαν οι ΜΚ.
249. Όσον αφορά την κατάθεση της ΜΘ (Τεκμήριο 22) την οποία ζήτησε η Κατηγορούσα Αρχή να καταθέσει η ΜΥ2, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι άκουσε φωνές, πολύ έντονες, χωρίς να μπορεί να ξεχωρίσει ή να καταλάβει τι έλεγαν τα «άτομα». Αναφέρει στην ουσία ότι φώναζε περισσότερο από ένα πρόσωπο και ακολούθως αναφέρει ότι ξεχώρισε τις φωνές του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου. Σημειώνω πως η ΜΘ θεωρεί πως ο Κατηγορούμενος κάνει διακρίσεις επειδή της είχε αλλάξει τα καθήκοντα της και πως από τον καιρό που είχε αναλάβει υπάρχει «εύνοια» προς συγκεκριμένα πρόσωπα. Επομένως, το ότι αναφέρει πως και ο Παραπονούμενος φώναζε, επειδή αναφέρεται από ένα πρόσωπο το οποίο φαίνεται να μην συμπαθεί τον Κατηγορούμενο για δικούς της λόγους, ενδεχομένως να έχει κάποια αυξημένη βαρύτητα. Ισχύουν τα όσα έχω αναφέρει και σε σχέση με την κατάθεση της MP. Θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει βαρύτητα στην κατάθεση της MΘ ως προς τα όσα αναφέρει σε σχέση με το περιστατικό, ήτοι πως άκουσε άτομα να φωνάζουν από το γραφείο του Παραπονούμενου και πως και τα δύο μέρη φώναζαν.
viii. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ3
250. Η ΜΥ3 προκάλεσε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο κατά την μαρτυρία της. Απαντούσε ευθέως, αυθόρμητα και χωρίς υπεκφυγές στις ερωτήσεις οι οποίες τέθηκαν και ταυτόχρονα ήταν ιδιαίτερα προσεκτική να περιοριστεί σε αυτά τα οποία γνωρίζει.
251. Δεν δίστασε να αναφέρει ότι είναι για λίγα δευτερόλεπτα που είδε τι γινόταν μέσα στο γραφείο του Παραπονύμενου. Η μαρτυρία της όμως συνάδει πλήρως με τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, π.χ. ως προς το που κάθονταν οι ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3 και τη θέση του Κατηγορούμενου.
252. Θεωρώ ότι ήταν μια ανεξάρτητη μάρτυρας και θεωρώ την μαρτυρία της πολύ σημαντική γι’ αυτόν τον λόγο. Προέκυπτε από τις απαντήσεις της ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει τα όσα είδε και άκουσε, χωρίς να προβαίνει σε εικασίες και με πλήρη ειλικρίνεια.
253. Σημειώνω ότι η μαρτυρία της συνάδει με την μαρτυρία του Κατηγορούμενου σε σχέση με το ότι ο Κατηγορούμενος καθόταν και δεν στεκόταν για να επιβληθεί, ή να κουνά το δάκτυλο του. Συνάδει επίσης με τη θέση του Κατηγορούμενου ότι όλοι φώναζαν και όχι μόνο ο ίδιος ως εισηγήθηκαν οι μάρτυρες κατηγορίας.
254. Το ότι άκουσε τη φωνή του Παραπονούμενου να φωνάζει στο διάδρομο καταρρίπτει τη θέση ότι ο Παραπονούμενος ήταν καθ’ όλη τη διάρκεια του συμβάντος ψύχραιμος. Ωστόσο, δεν συνάδει ούτε με τη θέση του Κατηγορούμενου κατά την αντεξέταση του ότι ο Παραπονούμενος στάθηκε στην πόρτα του γραφείου του και τον απείλησε με χαμηλή φωνή.
255. Κατά την αντεξέταση της από τον κύριο Μιχαήλ ήταν σταθερή και δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση. Σημειώνω ότι από τις ερωτήσεις οι οποίες υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της ΜΥ3 και οι οποίες ήταν διευκρινιστικής φύσης, προκύπτει πως δεν αμφισβητούνταν τα όσα ανέφερε στη κατάθεση της.
256. Επομένως, η μαρτυρία της ΜΥ3 κρίνεται πλήρως αξιόπιστη και την δέχομαι στην ολότητα της.
ix. Ευρήματα
257. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
257.1 Στις 06.09.2022, περί τις 08:30 το πρωί ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον Παραπονούμενο και του ζήτησε να τον πληροφορήσει σχέση με την εξέλιξη τεσσάρων εργασιών / παραδοτέων οι οποίες εκκρεμούσαν και ήταν καθυστερημένες από πλευράς του.
257.2 Ο Παραπονούμενος ανέφερε πως είχε πολλή πίεση και θα έπρεπε να δώσει προτεραιότητες. Εξέφρασε επίσης την ενόχληση του σε σχέση με την αντικατάσταση του στη διαδικασία ετοιμασίας των εγγράφων του Διαγωνισμού για τεχνικές υπηρεσίες και ανάθεση του έργου σε άλλα πρόσωπα και όχι στον ίδιο με την ομάδα του μετά από απόφαση του ΔΣ στις 25.07.2022. Ο Παραπονούμενος απευθυνόταν στον Κατηγορούμενο με απρεπή και ανάρμοστο τρόπο. Ο Κατηγορούμενος επισήμανε πως η συμπεριφορά του Παραπονούμενου δεν ήταν αποδεκτή. Η απρεπής συμπεριφορά, ο τρόπος και το ύφος με το οποίο μιλούσε ο Παραπονούμενος ήταν το έναυσμα για να τον ρωτήσει ο Κατηγορούμενος εάν ήταν μόνος του στο γραφείο. Τότε του απάντησε ότι δεν ήταν μόνος του στο γραφείο του αλλά τον είχε και σε ανοιχτή ακρόαση με τους ΜΚ2 και ΜΚ3 παρόντες.
257.3 Ο Κατηγορούμενος ενοχλημένος του απάντησε πως προφανώς αρέσκεται να δείχνει ότι είναι σε συνεχή αντιπαράθεση με τον ΓΔ. Δεδομένης της συμπεριφοράς του Παραπονούμενου ο Κατηγορούμενος αποφάσισε να τερματίσει τη συνομιλία τους.
257.4 Αμέσως μετά τον τερματισμό της κλήσης, ο Παραπονούμενος πήγε στο γραφείο του και τον απείλησε αναφέροντας του ότι δεν γνωρίζει με ποιον έμπλεξε και αποχώρησε χωρίς ο Κατηγορούμενος να προλάβει να του απαντήσει.
257.5 Ο Κατηγορούμενος για να εξομαλύνει την κατάσταση αποφάσισε να πάει στο γραφείο του για να συζητήσει μαζί του. Όταν μπήκε στο γραφείο του ένιωσε ότι είχε πολλή ζέστη και γι’ αυτό κατευθύνθηκε στο σημείο ελέγχου του κλιματιστικού. Ανέφερε χαριτολογώντας «ρε παιδιά μα εν πολλή ζέστη δαμέσα, εν ζεσταίνεστε;» Ο Παραπονούμενος του ανέφερε «μέσα στο γραφείο μου να μεν τζίζεις». Τότε κάθισε στο τραπέζι συσκέψεων απέναντι από τους ΜΚ2 και ΜΚ3. Ο Παραπονούμενος καθόταν στο γραφείο του.
257.6 Ακολούθως ο Παραπονούμενος ξεκίνησε να μιλά με έντονο τρόπο για τα ίδια θέματα για τα οποία μίλησαν στο τηλέφωνο προσβάλλοντας τον. Σε κάποια φάση ο Κατηγορούμενος κατάφερε να ρωτήσει εάν με την συμπεριφορά του ήταν η πρόθεση του να παρακινεί τους ΜΚ2 και ΜΚ3 εναντίον του ΓΔ και ειδικότερα τον ΜΚ2. Τότε ο ΜΚ2 διαμαρτυρήθηκε λέγοντας του ότι τον προσβάλλει. Ξεκίνησε και ο ΜΚ2 να προσβάλλει και να απειλεί αναφέροντας χαρακτηριστικά «δεν ξέρεις ποιον έχω πίσω μου».
257.7 Ο Κατηγορούμενος ενώ κάθονταν στο τραπέζι συνεδριάσεων κτύπησε το χέρι του στο τραπέζι επειδή οι ΜΚ2 και Παραπονούμενος φώναζαν λέγοντας «πρέπει να καταλάβετε ότι εγώ είμαι ο Γενικός Διευθυντής στην Υπηρεσία» με σκοπό να τους υπενθυμίσει ποιος είναι υπεύθυνος για να αποφασίζει. Ο Παραπονούμενος συνέχισε να μιλά δυνατά και προσβλητικά αμφισβητώντας τον Κατηγορούμενο, ο οποίος, αφού συνειδητοποίησε πως δεν είχαν καμία πρόθεση αν τον ακούσουν σηκώθηκε από τη θέση του για να αποχωρήσει από το γραφείο.
257.8 Ενόσω βρισκόταν στο σημείο της πόρτας την οποία είχε μόλις ανοίξει για να φύγει και ενόσω συνεχίζονταν οι φωνές τους, τους ανέφερε γυρίζοντας προς το μέρος τους «ενηξέρετε τι σας γίνεται». Εκείνη την ώρα ο Παραπονούμενος διέσχισε απόσταση τριών μέτρων από το γραφείο του, του έκλεισε την πόρτα, τοποθετώντας το πόδι του στο κάτω μέρος της κατά τρόπο που εμπόδιζε τον Κατηγορούμενο να την ανοίξει ξανά.
257.9 Την ίδια στιγμή ο Παραπονούμενος έβαλε το κεφάλι του πολύ κοντά στο πρόσωπο και ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι είχε απειλητική και επιθετική διάθεση και του ανέφερε με τρόπο προκλητικό «ποιος είσαι εσύ που χτυπάς το χέρι σου πάνω στο γραφείο μου;». Ο Κατηγορούμενος προσπαθούσε ανεπιτυχώς να ανοίξει την πόρτα κάνοντας κίνηση με το δεξί του χέρι για να τον απομακρύνει. Προσπάθησε να μετακινήσει το πόδι του από την πόρτα. Οι προσπάθειες του δεν απέδωσαν καρπούς. Ο Παραπονούμενος είναι πιο ψηλός, πιο σωματώδης και πιο βαρύς από τον Κατηγορούμενο.
257.10 Αφού οι πιο πάνω προσπάθειες του απέτυχαν και φοβούμενος ως προς το τι μπορούσε να επακολουθήσει, ο Κατηγορούμενος τον έσπρωξε με τις παλάμες του ανοιχτές για να απομακρυνθεί από την πόρτα και τότε κατάφερε να φύγει από το γραφείο.
257.11 Ο Παραπονούμενος του φώναξε ότι θα πάει αμέσως στο δικηγόρο του και ότι θα προχωρήσει με καταγγελία και τότε ο Κατηγορούμενος του απάντησε «γιατί έκλεισες την πόρτα; Όπου θέλεις πήγαινε».
257.12 Ο Παραπονούμενος, έφυγε από την εργασία του και μετέβη αμέσως στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό για να προβεί σε καταγγελία. Την επόμενη μέρα απέστειλε ιατρικό πιστοποιητικό στο οποίο αναφερόταν ότι έχει υπερκόπωση και δόθηκε αναρρωτική άδεια μέχρι τις 09.09.2022.
257.13 Στις 07.09.2022 οι ΜΚ2 και ΜΚ3 εργάστηκαν κανονικά στα γραφεία της ΔΕΦΑ.
257.14 Ο Κατηγορούμενος στις 07.09.2022 συναντήθηκε με τον ΜΚ3 για υπηρεσιακούς σκοπούς. Εκτός από τα υπηρεσιακά ζητήματα τα οποία συζήτησαν ο Κατηγορούμενους του ανέφερε πως λυπάται για το συμβάν της 06.09.2022.
Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
i. Επίθεση
258. Επίθεση διαπράττεται, όταν ένα πρόσωπο, παράνομα (unlawfully), προκαλεί σε άλλο πρόσωπο φόβο άσκησης άμεσης βίας (assault), ή όπου ασκεί παράνομα βία σε άλλο πρόσωπο (battery).[14]
259. Το αδίκημα διαπράττεται είτε με πρόθεση (intentionally) ή απερίσκεπτα (recklessly).[15] Στην προκειμένη περίπτωση ο ισχυρισμός της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε και κτύπησε τον Παραπονούμενο, πρόκειται δηλαδή περί βιαιοπραγίας (battery).
260. Το άρθρο 17 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 καθιστά, συγχωρητέα τη χρήση βίας προς αποτροπή μεγαλύτερου και ανεπανόρθωτου κακού σε άλλο πρόσωπο, το οποίο ο ασκών τη βία έχει υποχρέωση να προστατεύσει, νοουμένου ότι η βία, η οποία ασκείται, είναι εύλογη, υπό τις συνθήκες, και όχι δυσανάλογη προς το κακό το οποίο αποτρέπεται.
261. Όπως αναφέρθηκε από τον τότε Πρόεδρο του Α.Δ., έντιμο κ. Πική στην Πετρόπουλος, σελ. 579:
«Δε θα επεκταθούμε σε εξαντλητική ερμηνεία των προνοιών του Άρθρου 17 του Νόμου, αναφορικά με την κατηγορία προσώπων, που ο άνθρωπος έχει υποχρέωση να υπερασπίζεται έναντι επιβουλής κατά του ατόμου τους. Στον προσδιορισμό των ατόμων αυτών υπεισέρχεται και το ανθρώπινο δικαίωμα του καθενός για τη διασφάλιση της σωματικής του ακεραιότητας, που κατοχυρώνει το Άρθρο 7(1) του Συντάγματος. Η αποτροπή χρήσης βίας σε βάρος του πλησίον αποτελεί εκδήλωση προστασίας του θεμελιώδους δικαιώματος της σωματικής ακεραιότητας και πράξη κοινού ανθρωπισμού. Πέραν τούτου, η αλλοδαπή οικιακή βοηθός, όντας στην υπηρεσία του εφεσείοντος και της παραπονούμενης, τελούσε σε κατάσταση εξάρτησης από αυτούς, οπόταν η αποτροπή άσκησης βίας εις βάρος της από τον εργοδότη της προσλάμβανε νομικό έρεισμα και από αυτή τη σχέση.»
262. Η χρήση βίας για σκοπούς αυτοάμυνας αναγνωρίζεται ως υπεράσπιση στο Κυπριακό Δίκαιο η οποία εμπίπτει στον όρο κατάστασης ανάγκης (necessity) του άρθρου 17 του ΠΚ, έστω και αν δεν αναφέρεται ρητά.[16]
263. Όπου εγείρεται η υπεράσπιση της αυτοάμυνας, το βάρος είναι στην Κατηγορούσα Αρχή να την αποκλείσει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. [17] Η υπεράσπιση της αυτοάμυνας έχει δύο σκέλη (Blackstone’s Criminal Practice 2015, A3.58):
(α) Πεποίθηση από πλευράς Κατηγορουμένου ότι δέχεται ή ότι θα δεχθεί επίθεση· και
(β) της άσκησης, υπό τις περιστάσεις, εύλογης και όχι δυσανάλογης προς αυτής της οποίας αποτρέπεται, βίας.
264. Το σκέλος (1) εξετάζεται υποκειμενικά, το σκέλος (2) αντικειμενικά αν και υπάρχει νομολογία που αναγνωρίζει ότι το test δεν είναι πλήρως και ανεπιφύλακτα αντικειμενικό, όπως για παράδειγμα η απόφαση του Lord Morris of Borth-y-Gest στην Palmer v. The Queen [1971] AC 814: “it will be recognized that a person defending himself cannot weigh to a nicety the exact measure of his necessary defensive action.” Προσθέτει ότι η υπεράσπιση της αυτοάμυνας θα αποτύχει εάν η κατηγορούσα αρχή αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η πράξη του κατηγορούμενου δεν ήταν για σκοπούς αυτοάμυνας.
265. Παρά το γεγονός ότι δεν αναμένεται κάποιος να περιμένει μέχρι να κτυπηθεί για να αντιδράσει, [18] η δυνατότητα να υποχωρήσει ή να αποφύγει τη χρήση βίας αποτελεί παράμετρο εξέτασης του εύλογου της ασκηθείσας βίας.[19]
266. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο με βάση την αποδεχθείσα μαρτυρία, είναι βέβαιο ότι ο κατηγορούμενος είναι ο επιτιθέμενος και όχι αυτός που απειλήθηκε με επίθεση, τότε με την απόδειξη των υπολοίπων συστατικών του αδικήματος, δύναται να τον καταδικάσει.
267. Εάν όμως, δεχθεί ότι ο κατηγορούμενος δεχόταν (ή ότι ενδεχομένως δεχόταν) επίθεση ή ότι πίστευε ότι θα δεχθεί επίθεση, τότε πρέπει να εξετάσει εάν η αντίδραση του ήταν, υπό τις περιστάσεις, εύλογη. Αντίδραση η οποία κρίνεται εύλογη οδηγεί σε αθώωση του. Αντίδραση η οποία δεν κρίνεται εύλογη υπό τις περιστάσεις ανατρέπει την υπεράσπιση της αυτοάμυνας, και στην απουσία άλλης αμφιβολίας, οδηγεί σε συμπέρασμα ενοχής του.
ii. Απειλή
268. Σύμφωνα με το άρθρο 91Α του Κεφ. 154, απειλή (2η κατηγορία) διαπράττεται όταν «πρόσωπο ... προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη».
269. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(α) η απειλή για άσκηση βίας ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, και
(β) η πρόκληση στο θύμα τρόμου και ανησυχίας,
(η) η πρόθεση εκφοβισμού του θύματος.
270. Το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.[20] Στη Νετζιήπ ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 1, όπου εξετάστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Τα αποφασισθέντα σ΄ εκείνη την υπόθεση εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και στην παρούσα.
271. Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Στην DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το αρ. 4 του Public Order Act 1986 σχέση με το αδίκημα «fear or provocation of violence», τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο.
272. Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος (Blackstone’s Criminal Practice 2015, B11.153: “it has to be shown that the accused had the intention to cause that person to believe that immediate unlawful violence would be used against him”).
273. Το Δικαστήριο, για να καταλήξει σε συμπέρασμα ύπαρξης πρόθεσης εκφοβισμού από τον κατηγορούμενο, πρέπει να εξετάσει όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν το συμβάν. Οι περιστάσεις των εμπλεκομένων και η συμπεριφορά τους, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και η φύση της απειλής, πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο, προτού καταλήξει στα συμπεράσματά του.
iii. Βάρος και επίπεδο απόδειξης
274. Η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που επιτέθηκε (1η κατηγορία) και απείλησε τον παραπονούμενο (2η κατηγορία) συμφώνως των λεπτομερειών που καταγράφονται στις κατηγορίες, ήτοι ότι του επιτέθηκε και τον έσπρωξε και ότι τον απείλησε χρησιμοποιώντας την φράση «[ε]σύ και εσύ είσαστε τελειωμένοι».
275. Σε κάθε ποινική υπόθεση το βάρος απόδειξης είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, ούτε ότι είναι αθώος.[21] Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία η αθώωση είναι αναπόφευκτη.[22]
Δ. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
276. Προχωρώ τώρα με την εξέταση του κατά πόσον στοιχειοθετήθηκαν στο απαιτούμενο επίπεδο οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, έχοντας κατά νου τη νομική πτυχή ως παρατίθεται στην προηγούμενη ενότητα, το βάρος απόδειξης, τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και οδήγησε στην εξαγωγή των σχετικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, κατόπιν αξιολόγησης της.
277. Κατ’ αρχάς, αναφέρεται ότι η απόρριψη της μαρτυρίας του Παραπονούμενου και των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας, ως έχει προαναφερθεί στη σχετική ενότητα της απόφασης, κρίνει και την έκβαση της υπόθεσης, αφού είναι δεδομένη η αρχή ότι το Δικαστήριο, μετά την απόρριψη της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής, δεν μπορεί μέσα από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του.[23]
278. Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά κι αν η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου μπορεί να εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι αυτές, δεν επιτρέπονται.[24]
279. Η παρούσα υπόθεση ενόψει της φύσης της κρίθηκε επί τη βάσει της αξιολόγησης της μαρτυρίας και δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά.
280. Όσον αφορά την πρώτη κατηγορία αποδείχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος αμυνόταν και δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από την Κατηγορούσα Αρχή ότι η πράξη του Κατηγορούμενου υπερέβη το υπό τις περιστάσεις μέτρο του εύλογου, δηλαδή ότι δεν ήταν για σκοπούς αυτοάμυνας. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Παραπονούμενος τον εμπόδισε από του να εξέλθει του γραφείου του και έβαλε το πρόσωπο του σε απόσταση αναπνοής από το πρόσωπο του Κατηγορούμενου με απειλητική διάθεση κάτι το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως επίθεση. Υπό το φως των προαναφερόμενων, η βία την οποία άσκησε ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις. Προσπάθησε να τον μετακινήσει ωστόσο δεν κατέστη εφικτό και επομένως τον έσπρωξε για να μπορέσει να ανοίξει ξανά την πόρτα και να βγει από το γραφείο του.
281. Κατά συνέπεια, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την πρώτη κατηγορία.
282. Σε σχέση με την απειλή αναφέρω ότι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας δεν έλαβε χώρα καμία απειλή εναντίον του Παραπονούμενου.
283. Παρότι είναι εκ του περισσού αναφέρω ότι και οι ίδιοι οι μάρτυρες κατηγορίας ανέφεραν ότι δεν εξέλαβαν το «είστε τελειωμένοι» ως απειλή για άσκηση βίας, ή εν πάση περιπτώσει είχαν αμφιβολία επί τούτου. Επίσης, ο Παραπονούμενος αμέσως μετά την υποτιθέμενη απειλή μετέβη στο γραφείο του Κατηγορούμενου για να του αναφέρει ότι θα τον καταγγείλει προβαίνοντας και σε υποδείξεις σε σχέση με τη συμπεριφορά του. Επομένως, ακόμα και να δεχόμουν ότι ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον Παραπονούμενο ότι είναι τελειωμένος, η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου δεν δείχνει τρόμο και ανησυχία.
284. Κατά συνέπεια, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την δεύτερη κατηγορία.
285. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, σημειώνεται ότι σε ποινικές υποθέσεις η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την παροχή εξόδων δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα.[25] Εν προκειμένω, ωστόσο, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην επιδικαστούν έξοδα υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου και υπό τις περιστάσεις είναι εύλογο και δίκαιο όπως επιδικαστούν έξοδα υπέρ του Κατηγορούμενου.
286. Επιδικάζονται έξοδα ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ του Κατηγορούμενου και εναντίον του Παραπονούμενου.
Υπ. ________________
Χ. Σατσιάς, Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολ. Εφ. 117/2018, 16.03.2022, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490
2 Σύμφωνα με το Λεξικό Κυπριακής Διαλέκτου την ιστοσελίδα “polignosi” σημαίνει «1. Αρνητικά προδιαθετειμένος, 2. Αυτός που αναζητά αφορμή».
[3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273
[4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάννου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797
[6] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 320
[7] Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640
[8] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45
[10] ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720, Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527
[11] Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited (1987) 1 Α.Α.Δ. 383
[13] Τ. Ηλιάδης & Ν.Γ. Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 1η έκδοση, σελ. 544 – 550
[14] Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 574, 579
[15] ίδετε μεταξύ άλλων: R v. Venna [1976] QB 421, R. v. Ireland, R v. Burstow [1998] AC 147 H.L.
[16] Miliotis v. The Police (1971) 2 CLR 292, 296, 297, Maifoshis v. Police (1978) 2 CLR 9, 11
[18] R. v. Deana, 2 Cr. App. R. 75, R. v. Beckford [1988] AC 130
[19] R v. Bird (1985) 81 Cr. App. R. 110, [1985] EWCA Crim 2, R v. Ray [2017] EWCA Crim 1391 §138
[20] Κούσουλος ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 119/2021, 20.01.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13
[21] Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563
[22] Munteanu v. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 459
[23] Γ.Ε. ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246, 250
[25] Μενελάου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 232 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2) (2000) 2 Α.Α.Δ. 603
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο