ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά Προσ. Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 17808 / 2020
ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ
Κατηγορούσα Αρχή
και
1. ΣΩΤΗΡΗΣ ΤΑΤΣΗΣ
2. ΣΤΕΛΛΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 06 Φεβρουαρίου 2025
Για την Κατηγορούσα Αρχή: Σ. Χριστοδούλου για Γ. Λεοντίου Δ.Ε.Π.Ε.
Για τον Κατηγορούμενο 1: Β. Ακάμας για Β.Φ. Ακάμας Δ.Ε.Π.Ε.
Για την Κατηγορούμενη 2: Α. Κωνσταντίνου για Μ. Κορέλης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.
Κατηγορούμενοι παρόντες
Π Ο Ι Ν Η
1. Οι Κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν συνολικά τέσσερεις κατηγορίες οι οποίες αφορούν τη μετατροπή εγκεκριμένης χρήσης οικοδομής άνευ αδείας της Αρμόδιας Αρχής, κατά παράβαση του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 (εφεξής «Νόμος» ή «Κεφ. 96») και τη χρήση οικοδομής της οποίας η χρήση έχει υποστεί μετατροπή χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης από την Αρμόδια Αρχή.
2. Ο Κατηγορούμενος 1 μετά από ακρόαση κρίθηκε ένοχος στην πρώτη κατηγορία ενώ αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες 2, 3 και 4. Η δε Κατηγορούμενη 2 κρίθηκε ένοχη στις κατηγορίες 2 και 3.
3. Η πρώτη κατηγορία αφορά την μετατροπή εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής, ήτοι του καταστήματος επί του Τεμαχίου 2882, Φ. Σχ. ΧΧΙ/62.Ε.2, τμήμα 10, που ευρίσκεται στην οδό Ανδρέα Αβρααμίδη («Κατάστημα»), εντός των Δημοτικών Ορίων Στροβόλου, από κατάστημα σε καφετέρια. Οι κατηγορίες 2 και 3 αφορούν το επιτρέπειν και την ανοχή της μετατροπής εγκεκριμένης χρήσης του καταστήματος χωρίς άδεια από την Αρμόδια Αρχή.
4. Τα γεγονότα εκτίθενται στην παράγραφο 121 (121.1 – 121.11) της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 11.12.2024 («Απόφαση») και δεν κρίνεται σκόπιμο να καταγραφούν στην ίδια έκταση. Για σκοπούς επιβολής ποινής παρατίθενται συνοπτικά τα ακόλουθα:
4.1 Η Κατηγορούμενη 2 είναι ιδιοκτήτρια του Καταστήματος. Σε σχέση με το ακίνητο εκδόθηκε η άδεια οικοδομής με αρ. 9467, ημερ. 19.12.2008 στην οποία περιλαμβάνεται το Κατάστημα. Η εγκεκριμένη χρήση του του Καταστήματος είναι ως κατάστημα.
4.2 Ο Κατηγορούμενος 1 ενοικίασε το Κατάστημα από την Κατηγορούμενη 2 στις 24.01.2020 με σκοπό να το μετατρέψει σε καφετέρια / σνακ μπαρ. Προέβη σε επιδιορθώσεις στο Κατάστημα, τοποθέτησε σε αυτό ξύλινο πάγκο για να τοποθετηθούν σε αυτό, μεταξύ άλλων, η μηχανή του καφέ, ταμειακή μηχανή και διάφορα εδέσματα προς πώληση. Ακολούθως τοποθέτησε τραπέζια και καρέκλες για να μπορεί να λειτουργήσει ως καφετέρια.
4.3 Ο Κατηγορούμενος 1 ενέγραψε στις 05.05.2020 την εταιρεία με το όνομα Τ-CAF? “THE ROASTERY GUY” LTD («Εταιρεία») με σκοπό να δραστηριοποιηθεί δια μέσου της Εταιρείας στο Κατάστημα το οποίο θα λειτουργούσε ως καφετέρια. Ο Κατηγορούμενος 1 είναι ο μοναδικός διευθυντής, γραμματέας, μέτοχος και υπάλληλος της Εταιρείας. Η σύμβαση ενοικίασης του Καταστήματος εκχωρήθηκε στην Εταιρεία. Ενέγραψε την Εταιρεία στο μητρώο του Φ.Π.Α. και στο μητρώο επιχειρήσεων τροφίμων.
4.4 Οι Κατηγορούμενοι (υπέγραψε η Κατηγορούμενη 2 ως ιδιοκτήτρια) υπέβαλαν αίτηση στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας σε σχέση με τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης του Καταστήματος από κατάστημα σε καφετέρια στις 12.03.2020 (με αρ. ΛΕΥ. 400/2020 και ΛΕΥ.401/2020). Η Πολεοδομία απέρριψε την αίτηση τον Αύγουστο του 2020.
4.5 Στις 17.11.2020 υποβλήθηκε άλλη αίτηση για πολεοδομική άδεια για προσθήκες, μετατροπές και μετατροπή χρήσης του Καταστήματος σε σνακ μπαρ η οποία απορρίφθηκε.
4.6 Στις 18.10.2023 υποβλήθηκαν νέες αιτήσεις στην πολεοδομία για προσθήκες/ μετατροπές και αλλαγή χρήσης του Καταστήματος σε σνακ μπαρ (Τεκμήριο 23). Ακόμη δεν λήφθηκε απάντηση σε σχέση με τις αιτήσεις αυτές. Το μόνο θέμα που εκκρεμεί είναι η εξεύρεση χώρων στάθμευσης σε απόσταση όχι μεγαλύτερη από 200μ. από την καφετέρια και κατατέθηκε σχετική αλληλογραφία μεταξύ του αρχιτέκτονα και του τμήματος πολεοδομίας (Τεκμήριο 30).
4.7 Το Κατάστημα λειτουργεί ως καφετέρια χωρίς έγκριση από την Πολεοδομία, χωρίς άδεια οικοδομής και χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης.
4.8 Η Εταιρεία κατέχει το Κατάστημα δυνάμει προφορικής εκχώρησης της ενοικίασης το οποίο λειτουργεί ως καφετέρια χωρίς την έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης και χωρίς την έγκριση της μετατροπής της εγκεκριμένης του χρήσης. Είναι άγνωστο από πότε κατέχει το Κατάστημα η Εταιρεία.
5. Δεν παρουσιάστηκαν προηγούμενες καταδίκες σε σχέση με τους Κατηγορούμενους. Σε σχέση με το κατά πόσον υπήρξε συμμόρφωση με τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, αναφέρθηκε ότι δεν έχει ακόμη εγκριθεί η μετατροπή της χρήσης του Καταστήματος σε καφετέρια. Εκκρεμεί ακόμη η τελευταία αίτηση για πολεοδομική άδεια η οποία είχε υποβληθεί στις 18.10.2023.
6. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ζητείται διάταγμα για τον τερματισμό της χρήσης της οικοδομής της οποίας η χρήση δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο στην Απόφαση του προέβη σε εύρημα ότι το Καταστήμα το κατέχει η Εταιρεία. Βασίστηκε στην απόφαση του Εφετείου στην ERMES DEPARTMENT STORES PLC κ.α. v. ΔΗΜΟΥ ΠΑΦΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.: 162/2021, 14/11/2023 στην οποία γίνεται παραπομπή στη σελίδα 43 της Απόφασης.
7. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τα όσα ανέφεραν οι Κατηγορούμενοι για σκοπούς μετριασμού της ποινής τους. Συνοπτικά, αναφέρεται ότι οι Κατηγορούμενοι κάλεσαν το Δικαστήριο να προσμετρήσει προς όφελος τους τους ακόλουθους μετριαστικούς παράγοντες:
7.1 Ο Κατηγορούμενος 1 είναι 45 ετών, κατάγεται από την Ελλάδα και τα τελευταία 20 χρόνια διαμένει στην Κύπρο. Είναι παντρεμένος και έχει δύο κόρες οι οποίες είναι φοιτήτριες στην Ελλάδα και τις οποίες στηρίζει οικονομικά μαζί με τη σύζυγο του. Είναι υπάλληλος της Εταιρείας η οποία δραστηριοποιείται στο Κατάστημα και το λειτουργεί ως καφετέρια και λαμβάνει μισθό ύψους €1000 μεικτά. Είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου και καλεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψιν τις προσπάθειες του για να εξασφαλίσει την μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης του Καταστήματος. Τέλος, απολογείται και ζητά την επιείκεια του Δικαστηρίου.
7.2 Η Κατηγορούμενη 2, ανέφερε ο κ. Κωνσταντίνου, εκφράζει τη μεταμέλεια της, αγόρασε το Κατάστημα για να το εκμεταλλευτεί εμπορικά, δεν αμφισβητεί και αντιλαμβάνεται πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχη. Είναι μητέρα ενός παιδιού μικρής ηλικίας, έχει λευκό ποινικό μητρώο και ποτέ δεν απασχόλησε τη δικαιοσύνη στο παρελθόν. Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ο χρόνος ο οποίος διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος.
7.3 Σε σχέση με το διάταγμα άρσης χρήσης του ακινήτου ο κ. Ακάμας προέβαλε δύο λόγους με βάση τους οποίους δεν μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει με την έκδοση διατάγματος. Ο πρώτος αφορά το ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν καταδικάστηκε για την χρήση του Καταστήματος χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης αλλά μόνο για την μετατροπή. Κατά δεύτερον, στήριξε την εισήγηση του στη νομολογία επί του ζητήματος δραστηριοποίησης προσώπου στο ακίνητο το οποίο δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία υπό την έννοια ότι δεν ήτο κατηγορούμενο στη διαδικασία ήτοι τις αποφάσεις Πυριλλή v. Πυριλλή (2004) 2 Α.Α.Δ. 607 και Έπαρχος Λάρνακας ν. Marinakis Developers Ltd κ.α., Ποιν. Εφ. 173/2014, 24.03.2017, ECLI:CY:AD:2017:B112. Πρόσθεσε ότι το Δικαστήριο στην Απόφαση προέβη σε ευρήματα ότι την καφετέρια τη διαχειρίζεται η Εταιρεία, ότι η ενοικίαση εκχωρήθηκε στην Εταιρεία η οποία εξασφάλισε τα αναγκαία πιστοποιητικά π.χ. για πώληση εδεσμάτων, εγγράφηκε στο ΦΠΑ και ενοικίασε χώρους στάθμευσης.
7.4 Επιπρόσθετα και επί της ουσίας, ο κ. Ακάμας ανέφερε ότι το μόνο ζήτημα το οποίο παρέμεινε να επιλυθεί για την έκδοση άδειας είναι η στάθμευση, έχει προταθεί κάποια λύση στην πολεοδομία η οποία εξετάζεται και αναμένεται πως η αίτηση θα οδηγήσει στην έκδοση άδειας. Ο Δήμος Στροβόλου ανέφερε έχει ως πολιτική ο χώρος στάυμευσης ο οποίος υποδεικνύεται από τον αιτητή για άδεια να είναι σε μέγιστη απόσταση 200μ. από το υποστατικό. Οι χώροι στάθμευσης οι οποίοι ενοικιάζονται από την Εταιρεία είναι 230 μ.
8. Ο βασικός σκοπός του Νόμου είναι η προστασία του κοινού υπό την έννοια ότι διασφαλίζεται η ασφαλής από κατασκευαστικής άποψης χρήση των οικοδομών. Η ανέγερση και μετατροπή οικοδομών χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή ελλοχεύει κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία του κοινού. Το άρθρο 20 του Νόμου, με πλαγιότιτλο «Αδικήματα και ποινές» προνοεί τα ακόλουθα:
«(1) Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο -
(α) Ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3·
(β) παραβιάζει τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 10∙
(γ) κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής πριν από την έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης από την αρμόδια αρχή, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 10∙ [...]
διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί».
9. Περαιτέρω, το εδάφιο 3 του άρθρου 20 του Κεφ. 96 προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«(3) Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που καθορίζεται από το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου καταδικάζεται πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου (1), δύναται να διατάξει-
(α) όπως η οικοδομή ή οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράχτηκε κατεδαφιστεί ή μετακινηθεί εντός τέτοιου χρόνου ως ήθελε καθοριστεί σε τέτοιο διάταγμα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ ληφθεί άδεια σε σχέση με αυτή από την αρμόδια αρχή:
Νοείται ότι η αρχή αυτή δύναται, κατά τη χορήγηση τέτοιας άδειας, να επιβάλει τέτοιους όρους ως ήθελε αυτή θεωρήσει σκόπιμο και οι διατάξεις του άρθρου 4 εφαρμόζονται σε κάθε τέτοια άδεια.
(β) σε περίπτωση οικοδομής για την οποία δε χορηγήθηκε το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10, ή όταν η συγκεκριμένη χρήση οικοδομής δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη, με βάση τη σχετική άδεια, χρήση, τον τερματισμό της χρήσης της οικοδομής αυτής μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου, αλλά δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ εξασφαλιστεί το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης ή η σχετική άδεια για τη συγκεκριμένη χρήση από την αρμόδια αρχή:
Νοείται ότι η αρμόδια αρχή, κατά την έκδοση της πιο πάνω αναφερόμενης άδειας, δύναται να επιβάλλει τους όρους που θεωρεί σκόπιμους και οι διατάξεις του άρθρου 4 εφαρμόζονται για κάθε τέτοια άδεια ή πιστοποιητικό.»
10. Δυστυχώς παρατηρείται έξαρση σε τέτοιου είδους αδικήματα, αν ληφθεί υπόψιν ο αριθμός των υποθέσεων της ίδιας φύσης οι οποίες καταχωρούνται καθημερινά στο παρόν Δικαστήριο με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας εντύπωσης πολεοδομικής και χωροταξικής αταξίας.
11. Το Δικαστήριο οφείλει να επιβάλλει ποινές οι οποίες είναι αποτρεπτικές τόσο γενικώς όσο και ειδικώς ούτως ώστε να επιτευχθεί μια αλλαγή στο νοοτροπία των πολιτών σε σχέση με την αναγκαιότητα συμμόρφωσης με τη νομοθεσία περί πολεοδομίας, οδών και οικοδομών. Το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψιν του κατά την επιμέτρηση της ποινής τη διασφάλιση της εγκυρότητας της πολεοδομικής νομοθεσίας και την αποκατάσταση της νομιμότητας (Σωφρονίου ν. Δήμου Στροβόλου (1991) 2 ΑΑΔ 369).
12. Τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι είναι χωρίς αμφιβολία σοβαρά. Η σοβαρότητα του αδικήματος αντικατοπτρίζεται στην ποινή η οποία προβλέπεται από το Νόμο. Η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος.
13. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 Α.Α.Δ. 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 Α.Α.Δ. 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 129).
14. Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Έπεται πως ένας από τους παράγοντες που θα ληφθεί υπόψη κατά την θεώρηση της επίδικης ποινής είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή. Αυτός ο παράγοντας θα συνεκτιμηθεί με τους άλλους παράγοντες που επηρεάζουν την επιμέτρηση της ποινής. Η σοβαρότητα του αδικήματος εξαρτάται και σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του (Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391).
15. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 385 αναφέρθηκε ότι «[ό]σο και αν είναι, ανάλογα με τις συνθήκες της κάθε υπόθεσης, ενδεδειγμένο να προσάπτεται ξεχωριστή κατηγορία για το καθένα από τα αδικήματα που στοιχειοθετούνται, στο τέλος, όταν αναζητείται το μέγεθος της κύρωσης που αρμόζει, σημείο αναφοράς θα πρέπει να είναι το συνολικό αποτέλεσμα της αξιόποινης συμπεριφοράς και όχι τα επί μέρους αδικήματα στα οποία αυτή η συμπεριφορά μπορεί να διασπαστεί. Όταν λοιπόν προσάπτονται περισσότερες της μιας κατηγορίας και τα γεγονότα της μιας από αυτές υπερκαλύπτουν ή ενσωματώνουν ή εμπεριέχουν τα γεγονότα των υπολοίπων, το ορθό είναι να επιβάλλεται ποινή μόνο σ' αυτή. Διαφορετικά, ουσιαστικά ο κατηγορούμενος θα τιμωρείται διπλά για τα επί μέρους αδικήματα και επομένως για την ίδια πράξη.»
16. Σε σχέση με την αρχή της συνολικότητας της ποινής στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Σάββας Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 443 αναφέρθηκε ότι επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Στην απόφαση Γ.Π.Β. ΚΥΝΗΓΙ ΚΥΝΟΛΟΓΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποιν. Εφ. 122/15, 08.05.2017, ECLI:CY:AD:2017:B163 όταν το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινή και στις δύο κατηγορίες οι οποίες ωστόσο συνιστούσαν μια ενιαία συμπεριφορά, το Ανώτατο Δικαστήριο επέμβηκε επί τη βάσει της αρχής της συνολικότητας και ακύρωσε την επιβληθείσα στην δεύτερη κατηγορία ποινή. Όταν δύο κατηγορίες συνιστούν μια ενιαία συμπεριφορά το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να επιβάλλει ποινή στη δεύτερη ή σε κάθε περίπτωση η ποινή που επιβάλλει για μια ενιαία συμπεριφορά να μην καθίσταται υπερβολική (ίδετε επίσης Κώστας Χαραλάμπους Τραλαλάς ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 323
17. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας Λεμεσού ν. Sedora Enterprises Ltd (1992) 2 Α.Α.Δ. 332, τονίστηκε ότι αποτρεπτικές ποινές μπορεί και πρέπει να επιβάλλονται για αδικήματα που δυνατό να επηρεάσουν ή αποτελούν κίνδυνο στην άνεση και την υγεία του κοινού τονίζοντας ότι τα δικαστήρια έχουν καθήκον να προσεγγίζουν τα θέματα αυτά, ανάλογα βέβαια με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, με τη δέουσα σοβαρότητα χάριν της επίτευξης των σκοπών του Νόμου.
18. Η ποινή πρέπει, μεταξύ άλλων, να εξυπηρετεί τους σκοπούς του νόμου (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λατομεία Φαρμακάς Λτδ (2004) 2 ΑΑΔ 573) και να προστατεύει αποτελεσματικά το έννομο αγαθό το οποίο ο νόμος αποσκοπεί στο να διαφυλάξει, εν προκειμένω τη διασφάλιση της εγκυρότητας της πολεοδομικής νομοθεσίας και την αποκατάσταση της νομιμότητας.
19. Παρά ταύτα, αποτελεί επίσης αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση των παραβατών και η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Ο στόχος του Δικαστηρίου σε αυτό το πλαίσιο είναι η επιβολή μιας δίκαιης ποινής η οποία να αρμόζει τόσο στο αδίκημα αλλά και στο δράστη.
20. Και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή η υποχρέωση για εξατομίκευση της, ώστε να αρμόζει και στις συνθήκες του παραβάτη, δεν ατονεί (Krekou v. Republic (1983) 2 CLR 289, Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 245). Ωστόσο, η διαδικασία εξατομίκευσης δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής (Constantinou v. Republic (1989) 2 A.A.Δ. 218).
21. Εν προκειμένω, λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι ως αναδύεται από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές οι οποίες είναι αυστηρές. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου την ανάγκη για επιβολή ποινών οι οποίες να είναι αποτρεπτικές, τόσο ειδικώς όσο και γενικώς, ως προκύπτει από την προπαρατεθείσα σχετική νομολογία ούτως ώστε να επιτυγχάνεται ο σκοπός του Νόμου. Λαμβάνω υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος ως αυτές εκτέθηκαν προηγουμένως.
22. Εν προκειμένω, λαμβάνονται υπόψη οι ακόλουθοι μετριαστικοί παράγοντες καθώς και οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των Κατηγορούμενων:
22.1 Το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορούμενων. Είναι νομολογημένο ότι ένας αδικοπραγούντας με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου και στην προκειμένη περίπτωση οι Κατηγορούμενοι απολαμβάνουν το ευεργέτημα αυτό (Γεωργίου v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, Αριστοδήμου v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση 121/2017 ημερ. 21.09.17), ECLI:CY:AD:2017:D311.
22.2 Λαμβάνονται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντες οι προσπάθειες των Κατηγορούμενων για συμμόρφωση, ήτοι η υποβολή τριών αιτήσεων για εξασφάλιση άδειας για μετατροπή εγκεκριμένης χρήσης.
22.3 Η καθυστέρηση από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και σήμερα όταν το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Με βάση την Wellfit Engineering v. Χαπίδη (2004) 2 ΑΑΔ 271 η καθυστέρηση από τη διάπραξη των αδικημάτων δικαιολογεί την επίδειξη επιείκειας από το Δικαστήριο τόσο ως προς το είδος αλλά και ως προς το ύψος της ποινής καίτοι έχει επίσης νομολογηθεί ότι η ανοχή της παρανομίας από μέρους της Κατηγορούσα Αρχής, αφενός μεν δε δίδει δικαίωμα στον παρανομούντα και αφετέρου δε, αναμένεται ότι λόγω της ανοχής και επιείκειας από μέρους της κατηγορούσας αρχής ο παραβάτης θα πρέπει να χρησιμοποιήσει το χρόνο για να άρει την παρανομία (Ηλιάδης ν Δήμου Λάρνακας (1998) 2 ΑΑΔ 275).
22.4 Εν προκειμένω, η υπόθεση καταχωρίστηκε στις 27.10.2020. Εκδικάστηκε η ενδιάμεση αίτηση για προσωρινό διάταγμα στην οποία οι Κατηγορούμενοι πέτυχαν την ακυρωση του μονομερούς προσωρινού διατάγματος. Εν τέλει οι Κατηγορούμενοι απάντησαν στο Κατηγορητήριο στις 08.10.2021. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 23.02.2022 ημέρα κατά την οποία οι Κατηγορούμενοι απουσίαζαν. Ακολούθως, ορίστηκε για ακρόαση στις 19.10.2022 (δηλ. 8 μήνες μετά), στις 25.01.2023 και στις 24.04.2023. Στις 25.01.2023 οι συνήγοροι της Κατηγορούμενης οι οποίοι μέχρι τότε εκπροσωπούσαν και τον Κατηγορούμενο 1 αποσύρθηκαν από την εκπροσώπηση του. Η ακρόαση της ξεκίνησε την 31.05.2024. Η υπόθεση ορίστηκε στις 15.06.2023 για ακρόαση και ακολούθως στις 20.10.2023 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Στις 20.10.2023 υποβλήθηκε αίτημα για τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Ορίστηκε στις 3.11.2023 για να τοποθετηθούν οι Κατηγορούμενοι, στις 13.11.2023 για να απαντήσει ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής και στις 29.11.2023 εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου επιτρέποντας μερικώς την τροποποίηση. Η υπόθεση ορίστηκε για προγραμματισμό και απάντηση στο τροποποιημένο κατηγορητήριο στις 18.12.2023. Λόγω (δικαιολογημένης) απουσίας της Κατηγορούμενης 2 η υπόθεση επαναορίστηκε για προγραμματισμό και απάντηση στις 05.02.2024. Ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε στις 05.02.2024. Υπήρξαν ορισμένα ζητήματα σε σχέση με αποκάλυψη μαρτυρικού υλικού τα οποία επιλύθηκαν στο μεσοδιάστημα. Η ακρόαση της υπόθεσης ξεκίνησε την 31.05.2024. Ολοκληρώθηκε στις 23.07.2024. Δόθηκε ένας μήνας παράταση για γραπτές αγορεύσεις. Η Απόφαση επιφυλάχθηκε στις 25.10.2024 και εκδόθηκε στις 11.12.2024.
22.5 Είναι γεγονός ότι είχαν προηγηθεί ενδιάμεσες αποφάσεις ωστόσο όπως και αν αντικρίσει κάποιος το ζήτημα, τέσσερα χρόνια για εκδίκαση ποινικής υπόθεσης είναι πολλά και θα πρέπει να υπάρξει μείωση του ύψους της ποινής λόγω της καθυστέρησης κατ’ εφαρμογή της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Krashias and others v. Cyprus (Application no. 52551 / 18, 20.06.2023). Στην Krashias αναφέρθηκε ότι “[w]hile the first-instance court stated that the delay that had occurred “[would] be taken into account”, the applicant’s sentence was not reduced on account of the length of the proceedings in an express and measurable manner”. Δηλαδή το Δικαστήριο θα πρέπει αναφέρει ρητά και κατά τρόπο μετρήσιμο πως η καθυστέρηση επενεργεί στη μείωση της ποινής. Εν προκειμένω, εάν δεν υπήρχε η καθυστέρηση το πρόστιμο το οποίο θα επιβαλλόταν στους Κατηγορούμενους θα ήταν κατά 20% μεγαλύτερο.
23. Υπό το φως των όσων προαναφέρθηκαν, με δεδομένο το καθήκον του Δικαστηρίου να σταθμίζει όλους τους σχετικούς παράγοντες, αφενός μεν τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής, αφετέρου δε, το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, κρίνω ότι η αρμόζουσα ποινή υπό τις περιστάσεις σε σχέση με τα αδικήματα τα οποία έχουν διαπραχθεί από τους Κατηγορούμενους είναι αυτή του χρηματικού προστίμου. Παρά ταύτα το πρόστιμο πρέπει να είναι τέτοιου όμως ύψους ώστε να αντανακλά επαρκώς τη σοβαρότητα των αδικημάτων για τα οποία έχουν καταδικαστεί και να μην δίδεται η εντύπωση ότι είναι πιο συμφέρουσα η παρανομία.
24. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, κρίνω ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές τις οποίες και επιβάλλω στους Κατηγορούμενους:
- Στον Κατηγορούμενο 1 στην 1η κατηγορία: χρηματική ποινή ύψους €1.000.
- Στην Κατηγορούμενη 2: χρηματική ποινή ύψους €800 στη 2η κατηγορία. Καμία ποινή στην 3η κατηγορία, λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό αποτέλεσμα της αξιόποινης συμπεριφοράς και επειδή τα γεγονότα της 3ης κατηγορίας (ανοχή) υπερκαλύπτονται από την 2η κατηγορία (ότι επέτρεψε) και επειδή οι δύο κατηγορίες, κατ’ ουσίαν συνιστούν μια ενιαία συμπεριφορά (Γ.Π.Β. ΚΥΝΗΓΙ ΚΥΝΟΛΟΓΙΑ ΛΤΔ και Βασιλείου, ανωτέρω).
25. Το πρόστιμο δύναται να καταβληθεί από τους Κατηγορούμενους με μηνιαίες δόσεις ύψους €100 από την πρώτη εργάσιμη ημέρα του Μαρτίου του 2025 με επτά μέρες χάρη μέχρι την πλήρη εξόφληση του.
Διάταγμα Τερματισμού Χρήσης
26. Προχωρώ με την εξέταση του κατά πόσον στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τερματισμού της χρήσης του Καταστήματος.
27. Στην απόφαση του στην υπόθεση Συν. Ταμ. Λεμεσού Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού (1994) 2 ΑΑΔ 145 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με τους παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο καλείται να λάβει υπόψιν προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς την κατεύθυνση της έκδοσης διατάγματος κατεδάφισης:
«Σε περιπτώσεις έκδοσης διαταγμάτων κατεδάφισης, όπου υπάρχει άδεια οικοδομής, για παράβαση των όρων της, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, το Δικαστήριο προτού εκδώσει διάταγμα κατεδάφισης πρέπει να εξετάσει κατά πόσο η παρέκκλιση από τους όρους της άδειας αφορά ασήμαντες μικροπαραβάσεις ή ουσιαστικές αποκλίσεις.» (επίσης Neratzia Hotel Apartments Ltd ν. Christoforou & Avraam(Catering Services) Ltd και Άλλων (2004) 2 ΑΑΔ 234)
28. Στην Α/φοί Λαμπριανίδη ν. Συμβ. Βελτ. Γερίου (1989) 2 Α.Α.Δ. 390, υπόθεση η οποία αφορούσε την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης παρανόμως οικοδομηθέντων υποστατικών λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Αποτελεί θεμελιώδη κανόνα του κράτους δικαίου ότι κανένας, όσο ψηλά κι αν βρίσκεται, δε μπορεί να εξουσιοδοτήσει εκτροπή από τη νομιμότητα. Πρέπει να γίνει κατανοητό, τόσο από τους εφεσείοντες όπως και από κάθε πολίτη, στον προγραμματισμό των πράξεων του ότι ο νόμος δεν είναι μόνο η υπέρτατη αρχή αλλά και η μόνη πηγή για την απόκτηση δικαιωμάτων. Η προσδοκία για την ανοχή της παρανομίας δεν αποτελεί λόγο για τη διαιώνισή της. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία έγινε εκτεταμένη αναφορά από το πρωτόδικο Δικαστήριο υποστηρίζει ότι ο πρωταρχικός παράγοντας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης είναι η διασφάλιση της εγκυρότητας της πολεοδομικής νομοθεσίας (Περί Οδών και Οικοδομών Νόμος και Κανονισμοί) και η αποκατάσταση της νομιμότητας. Η έκδοση διατάγματος για την κατεδάφιση παράνομων οικοδομών μπορεί να αποφευχθεί μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που η παρέκκλιση από τους όρους οικοδομής είναι ασήμαντη σε τέτοιο βαθμό που η κατεδάφιση του συνόλου της οικοδομής θα συνιστούσε τιμωρία δυσανάλογη προς τη βαρύτητα του πταίσματος. Όμως και στην περίπτωση που η παρέκκλιση από τους όρους είναι ασήμαντη, και το μέρος της οικοδομής το οποίο συνιστά την παρανομία διαχωρίζεται από το υπόλοιπο και σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται έκδοση διατάγματος κατεδάφισης του συγκεκριμένου μέρους που συνιστά την παράβαση. Στην προκείμενη περίπτωση οι όροι της άδειας όχι μόνο δεν τηρήθηκαν αλλά ουσιαστικά αγνοήθηκαν. Μόνο μικρό μέρος των εγκαταστάσεων κτίστηκε σύμφωνα με την άδεια οικοδομής.»
29. Στην ίδια υπόθεση υπογραμμίστηκε η θέση η οποία επαναλήφθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Σωφρονίου Λτδ ν. Δήμου Στροβόλου (1991) 2 Α.Α.Δ. 369), ότι η έκδοση διαταγής για την κατεδάφιση παράνομων υποστατικών είναι, κατά πάντα χρόνο, το αναμενόμενο και μπορεί μάλιστα να διαταχθεί η κατεδάφιση ολόκληρης της οικοδομής, εάν το παράνομο μέρος της δε διαχωρίζεται από το σύνολο.
30. Στη Σωφρονίου (ανωτέρω) αναφέρθηκε επίσης ότι «η έκδοση ή μη διατάγματος κατεδάφισης, δεν εξαρτάται από το βαθμό της προσωπικής ευθύνης του κατηγορουμένου στην παραγωγή του παράνομου αποτελέσματος. Ο νομοθέτης έχει προβλέψει τη δυνατότητα έκδοσης τέτοιου διατάγματος και στις περιπτώσεις ανοχής της χρησιμοποίησης παράνομης οικοδομής η οποία, κρίνοντας από την όμοια ποινή που προβλέπεται, δεν είναι αδίκημα υποβαθμισμένο σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο αδίκημα με βάση το νόμο. Η εφεσείουσα απέκτησε την κυριότητα και καρπούται το όφελος από τη χρησιμοποίηση της παράνομης οικοδομής. Από την άλλη, η επιβολή της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία και η αποκατάσταση της νομιμότητας δεν μπορεί να εξαρτάται από τη συνεργασία ή την καλή προαίρεση οποιουδήποτε.»
31. Περαιτέρω, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Έπαρχος Λάρνακας ν. Marinakis Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 173/2014, 24.03.2017, ECLI:CY:AD:2017:B112 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την έκδοση διαταγμάτων κατεδάφισης:
«Είναι θεμελιωμένο ότι, η έκδοση διατάγματος κατεδάφισης, παράνομα ανεγερθείσης οικοδομής, ανάγεται στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά έχοντας υπόψιν, ως πρωταρχικό παράγοντα, τη διασφάλιση της εγκυρότητας της πολεοδομικής νομοθεσίας και την αποκατάσταση της νομιμότητας (Δέστε Μάριος Ανδρέα Σωφρονίου Λτδ v. Δήμου Στροβόλου (1991) 2 Α.Α.Δ. 369). Η έκδοση διατάγματος για την κατεδάφιση παράνομων οικοδομών μπορεί να αποφευχθεί στις περιπτώσεις που η παρέκκλιση από τους όρους οικοδομής είναι ασήμαντη, σε τέτοιο βαθμό, που η κατεδάφιση του συνόλου της οικοδομής να συνιστά τιμωρία δυσανάλογη προς τη βαρύτητα του πταίσματος (Δέστε Αδελφοί Λαμπριανίδη και άλλοι v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερίου (1989) 2 Α.Α.Δ. 390). Λόγο μη έκδοσης διατάγματος κατεδάφισης συνιστά και το γεγονός ότι το διάταγμα κατεδάφισης θα επηρεάσει και δικαιώματα τρίτων, οι οποίοι δεν έχουν κατηγορηθεί και δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου στην ποινική δίωξη αναφορικά με αδικήματα που διαπράττονται δυνάμει του Κεφ. 96 (Δέστε Πυριλλή (ανωτέρω). Δυνατότητα έκδοσης διατάγματος κατεδάφισης εναντίον οποιουδήποτε παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρου 3 του Κεφ. 96, όπως ρητά προνοείται στο άρθρο 20 του ιδίου Νόμου, υπάρχει όταν ο Κατηγορούμενος συνεχίζει να έχει κατοχή της παράνομης οικοδομής (Δέστε Σταυρινίδης v. Δήμου Λεμεσού (2000) 2 Α.Α.Δ. 429).»
32. Στην απόφαση της υπόθεσης Πυριλλή v. Πυριλλή (2004) 2 Α.Α.Δ. 607, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία δεν διατάχθηκε η κατεδάφιση της οικοδομής που ήταν αντικείμενο της κατηγορίας. Στην υπόθεση εκείνη, οι παράνομες οικοδομικές εργασίες στο ακίνητο έγιναν από τον κατηγορούμενο, ως διευθυντή εταιρείας, και από την εταιρεία. Ο λόγος άρνησης έκδοσης διατάγματος κατεδάφισης ήταν ότι, η Κατηγορούσα Αρχή, προχώρησε στην ποινική δίωξη μόνο του Κατηγορούμενου, προσωπικά, χωρίς να ενώσει ως συγκατηγορούμενη και την εταιρεία για την οποία ο κατηγορούμενος ενεργούσε ως διευθυντής. Η εταιρεία ήταν συνιδιοκτήτρια του ακινήτου, στο οποίο ανεγέρθηκε η οικοδομή και, επομένως, είχε λόγο στην όλη διαδικασία, εφόσον το αποτέλεσμα της έκδοσης διατάγματος κατεδάφισης θα επηρέαζε και τα δικαιώματα της.
33. Εν προκειμένω, υπήρξε η χωρίς άδεια αλλαγή χρήσης του Ακινήτου από κατάστημα σε καφετέρια. Δεν τέθηκε ζήτημα ασφάλειας της οικοδομής ούτε και έγιναν οποιεσδήποτε προσθήκες και μετατροπές στο ακίνητο οι οποίες έχρηζαν εξασφάλισης άδειας. Πιο σημαντικά, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην Απόφαση στο Κατάστημα δραστηριοποιείται η Εταιρεία.
34. Με προβλημάτισαν τα όσα αναφέρθηκαν στην ERMES DEPARTMENT STORES PLC κ.α. v. ΔΗΜΟΥ ΠΑΦΟΥ (ανωτέρω) περιλαμβανομένου και του ότι το διάταγμα τερματισμού χρήσης δεν επιφέρει την ίδια δραστικότητα με το διάταγμα κατεδάφισης. Επίσης με προβλημάτισαν και τα όσα αναφέρθηκαν στην στην Αίτηση της εταιρείας Coco Rising M.Z. Ltd, Πολ. Αίτ. 78 / 2024 από τον έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ιωαννίδη. Παρά ταύτα, θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση διακρίνεται από τις προαναφερόμενες καθότι, μεταξύ άλλων, στην παρούσα εξάχθηκαν ευρήματα στην Απόφαση ότι είναι η Εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται και όχι ο Κατηγορούμενος 1. Ο δε Κατηγορούμενος 1 αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από την κατηγορία 4 σε σχέση με την κατοχή του Καταστήματος χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης για αυτόν ακριβώς το λόγο. Περαιτέρω, όπως θα επεξηγήσω ακολούθως είναι διαφορετικής φύσης και εμβέλειας η παράβαση. Εν προκειμένω, θεωρώ πως η έκδοση διατάγματος άρσης χρήσης του Καταστήματος ως καφετέρια, με τα δεδομένα τα οποία το Δικαστήριο έχει ενώπιον του θα καθιστούσε την ποινή υπερβολική και δυσανάλογη προς τη βαρύτητα του πταίσματος.
35. Ο Κατηγορούμενος 1 είναι υπάλληλος της Εταιρείας. Έγιναν αιτήσεις για αλλαγή της χρήσης και δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ότι το μόνο ζήτημα που παραμένει είναι ο χώρος στάθμευσης αν και δόθηκε μαρτυρία πως η Εταιρεία ενοικίασε χώρους στάθμευσης σε κοντινό χώρο από την καφετέρια.
36. Προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το Τεκμήριο 30 που κατατέθηκε κατά την ακρόαση και δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο δεν έχει εξασφαλιστεί μέχρι σήμερα άδεια είναι επειδή ο χώρος στάθμευσης τον οποίο ενοικιάζει η Εταιρεία είναι περί τα 30 μέτρα πιο μακριά από τη μέγιστη απόσταση που θέτει η πολεοδομία ήτοι των 200 μέτρων.
37. Προσκομίστηκαν δύο ενοικιαστήρια σε σχέση με τους χώρους στάθμευσης (Τεκμήριο 18 και 19). Έχει χορηγηθεί πιστοποιητικό καταλληλόλητας ηλεκτρικής εγκατάστασης (Τεκμήριο 15), πιστοποιητικό εγγραφής της Εταιρείας στο ΦΠΑ (Τεκμήριο 25) καθώς και πιστοποιητικό καταχώρισης της Εταιρείας ως επιχείρησης τροφίμων στο μητρώο του Διευθυντή Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας (Τεκμήριο 28). Δεν έγιναν οποιεσδήοπτε προσθήκες ή μετατροπές για τις οποίες να χρειάζεται άδεια αλλά τοποθετήθηκε μόνο ένας ξύλινος πάγκος πάνω στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μηχανές του καφέ, το ταμείο και εκτίθενται διάφορα εδέσματα.
38. Εν προκειμένω, επηρεάζονται δικαιώματα τρίτων, ήτοι της Εταιρείας η οποία δεν περιλήφθηκε στο κατηγορητήριο, είχε λόγο στη διαδικασία και της οποίας τα δικαιώματα επηρεάζονται από τη διαδικασία (ίδετε . Marinakis Developers Ltd και Πυριλλή, ανωτέρω). Έκδοση διατάγματος άρσης χρήσης του Καταστήματος ενδεχομένως να απολήγει σε παράβαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης.
39. Τα Δικαστήρια οφείλουν να ενεργούν σε συμφωνία με τους εν λόγω κανόνες και να παρέχουν σε κάθε επηρεαζόμενο, από την απόφαση τους πρόσωπο την δυνατότητα να ακουστεί, όταν από τη φύση της διαδικασίας αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα. Έχει νομολογηθεί ότι η λυδία λίθος της δίκαιης δίκης είναι το δικαίωμα της ακρόασης (Χριστοφίδης (Αρ.1) (1993) 1 Α.Α.Δ. 613, 617).
40. Η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε να προωθήσει την υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 1 τον οποίο θεωρούσε ως κάτοχο του Καταστήματος, ωστόσο με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κάτοχος είναι η Εταιρεία.
41. Πέραν των όσων προαναφέρθηκαν υπό τις περιστάσεις η έκδοση διατάγματος για την άρση χρήσης της οικοδομής ενδεχόμενα να αποτελεί και τιμωρία δυσανάλογη προς τη βαρύτητα του πταίσματος. Λαμβάνεται υπόψη και η παρέλευση πέντε περίπου ετών από την καταχώριση της υπόθεσης. Εν ολίγοις, ο συνδυασμός της απουσίας της Εταιρείας η οποία κατέχει το Κατάστημα από το κατηγορητήριο και από τη διαδικασία η οποία επηρεάζει τα δικαιώματα της με το γεγονός ότι η παρέκκλιση δεν είναι ουσιώδης και με το ότι ουδέποτε τέθηκε ζήτημα ασφάλειας του Καταστήματος, καθιστά την έκδοση διατάγματος τερματισμού της χρήσης δυσανάλογη προς το εν προκειμένω πταίσμα.
42. Κατά συνέπεια, υπό τις περιστάσεις, ασκώ τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της απόρριψης του αιτήματος για έκδοση διατάγματος άρσης χρήσης.
43. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας επαναλαμβάνεται το περιεχόμενο της παραγράφου 192 στη σελ. 44 της Απόφασης. Δηλαδή, αυτά επιδικάζονται επίσης υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής και εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Υπ. _________________
Χ. Σατσιάς, Προσ. Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο