ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΟΥΡΟΣ ν. ΠΕΤΡΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ κ.α., Υπόθεση Αρ.: 3226 / 2021, 3/10/2025
print
Τίτλος:
ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΟΥΡΟΣ ν. ΠΕΤΡΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ κ.α., Υπόθεση Αρ.: 3226 / 2021, 3/10/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά, Ε.Δ.

Υπόθεση Αρ.: 3226 / 2021

Μεταξύ:

ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΟΥΡΟΣ

Παραπονούμενος

εναντίον

 

1. ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ

2. ΠΕΤΡΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ

3. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ

4. ΜΑΡΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ

Κατηγορούμενοι

 

 

Ημερομηνία: 03 Οκτωβρίου, 2025

 

Για τους Παραπονούμενο:                  κος Χ.Μ. Τριανταφυλλίδης με κα Ι. Καντωνίδου

Για τους Κατηγορούμενους 2 και 3:    κος Γ. Χριστοφίδης με κα Τ. Χριστοφίδη και κο Ν. Ξάνθου

 

Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.         Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 επί του κατηγορητηρίου αντιμετωπίζουν μια κατηγορία για καταρτισμό πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333, 334, 335, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

 

2.         Το κατηγορητήριο έτυχε τροποποίησης την 01.03.2023 κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας την οποία αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι:

 

«Οι Κατηγορούμενοι 1,2 και 3 μεταξύ της 21/06/2019 και 9/10/2019 στη Λευκωσία με πρόθεση καταδολίευσης, κατασκεύασαν έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθότι, το παρουσίαζαν ωσάν να απεικόνιζε το τι έλαβε χώρα την 21/6/2019 κατά την συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας Zeme Eco Fuels & Alloys Ltd, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια δεδομένου ότι, δεν ήταν το περιεχόμενο του τι συζητήθηκε και τι συμφωνήθηκε την 21/6/2019, ήτοι καταρτίστηκε έγγραφο στην συνεδρία 9/10/2019 το οποίο έφερε την ημερομηνία της συνεδρίασης της 21/6/2019, παρουσίαζε τον Παραπονούμενο συνεχώς παρόντα και παρουσίαζε τον Παραπονούμενο να έχει συμφωνήσει στο τι το έγγραφο κατέγραφε αναφορικά με τα δικαιώματα του.»

 

3.         Κατ’ ουσίαν αυτό το οποίο θα πρέπει να αποφασίσει το Δικαστήριο εν προκειμένω, είναι το ποιο είναι το ορθό ή αληθινό πρακτικό της συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου (εφεξής «ΔΣ») της Zeme Eco Fuels & Alloys Ltd (εφεξής «ΖΕΜΕ» ή «Εταιρεία»). Κατά τον Παραπονούμενο, το αληθινό πρακτικό το οποίο αντικατοπτρίζει το τι είχε πραγματικά συζητηθεί και αποφασιστεί κατά τη συνεδρία της 21.06.2019, είναι το έγγραφο (χωρίς υπογραφές) το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4, ενώ το Τεκμήριο 3, κατά τη θέση του, είναι πλαστό. Κατά την θέση των Κατηγορούμενων, το Τεκμήριο 3 είναι το μοναδικό πρακτικό της συνεδρίας του ΔΣ της ΖΕΜΕ  ημερομηνίας 21.06.2019 και το περιεχόμενο του αντικατοπτρίζει το τι πραγματικά είχε διαμειφθεί κατά την εν λόγω συνεδρία.

 

4.         Σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι η υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 4 αποσύρθηκε πριν αυτός απαντήσει στο κατηγορητήριο. Σε σχέση δε με τον Κατηγορούμενο 1, η υπόθεση απορρίφθηκε λόγω μη επίδοσης. Επομένως, οι Κατηγορούμενοι 1 και 4 απαλλάχθηκαν από την κατηγορία την οποία αντιμετώπιζαν. Η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση σε σχέση με τους εναπομείναντες Κατηγορούμενους 2 και 3.

 

Β. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΑΧΘΗΚΕ

 

5.         Προς απόδειξη της υπόθεσης του Παραπονούμενου κατέθεσαν τέσσερεις μάρτυρες, ήτοι οι κ.κ. Α. Βούρος (Παραπονούμενος - ΜΚ1), Μ. Ορφανίδης (ΜΚ2), Π. Αρτεμίου (ΜΚ3) και Μ. Μιχαηλίδης (ΜΚ4). Αφού το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 14.05.2025 έκρινε ότι αποδείχθηκε επαρκώς εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων, τους κάλεσε σε απολογία. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 κατέθεσαν ενόρκως (ΜΥ1 και ΜΥ2).

 

6.         Σημειώνω σε αυτό το στάδιο ότι το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας, έχει τύχει προσεκτικής μελέτης και το έχω λάβει υπόψιν μου. Δεδομένου ότι οι αρχές οι οποίες διέπουν την αιτιολόγηση δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλουν την επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας ή την αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή αυτής, θα προσπαθήσω να περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα.

 

7.         Το δε περιεχόμενο των  εμπεριστατωμένων και επιμελών αγορεύσεων των συνηγόρων των μερών έχει ληφθεί υπόψη και ειδική αναφορά σε επιχειρήματα που προβάλλονται γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση την οποία μπορεί να έχει στη θεώρηση των επίδικων θεμάτων.[1]

 

i.              ΜΚ1 Παραπονούμενος

 

8.         Ο Παραπονούμενος ετοίμασε και ανέγνωσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α) στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως διετέλεσε εκ των διευθυντών και αντιπρόεδρος του ΔΣ της εταιρείας ΖΕΜΕ. Περαιτέρω, ο Παραπονούμενος ήταν ένας εκ των πιστωτών της ΖΕΜΕ και κατέθεσε το Τεκμήριο 1 για να δείξει πως ήταν «Loan Note-Holder» της Εταιρείας για το ποσό των €1.550.000.

 

9.         Το ΔΣ της ΖΕΜΕ κατά την περίοδο 17.05.2019 μέχρι 09.10.2019 απαρτιζόταν από τους Αντώνη Αντωνιάδη (Κατηγορούμενο 1), Πέτρο Οικονομίδη (Κατηγορούμενο 2), Κωνσταντίνο Νεοφύτου (Κατηγορούμενο 3), Μάριο Μιχαηλίδη (Κατηγορούμενο 4), Robert Prigmore και Steve Whitehouse.

 

10.      Στις 17.05.2019 και 21.06.2019 πραγματοποιήθηκαν συνεδρίες του ΔΣ της ΖΕΜΕ. Σύμφωνα με τον Παραπονούμενο, κατά τις συνεδρίες αυτές το ΔΣ αποφάσισε ομόφωνα όπως μόλις η Εταιρεία εισπράξει χρήματα μέσω νέων επενδύσεων αποπληρώσει τους πιστωτές της, περιλαμβανομένου και του ιδίου.

 

11.      Ως Τεκμήριο 2 κατέθεσε τα πρακτικά της συνεδρίας του ΔΣ της Εταιρείας στις 17.05.2019. Στο Τεκμήριο 2 στα στοιχεία 6 και 7 κάτω από τον τίτλο «Α. ITEMS OF THE AGENDADECISIONS» καταγράφονται τα ακόλουθα:

 

«6.     The Board authorised Mr. Antonis Antoniadis and Mr. Marios Michaelides to continue negotiations with REPLEVIN LTD for a 3.000.000 Euro investment in the Company, at the value of 1.00 Euro per share.

7.    The Board will continue the effort to reach individual agreements with remaining bond/note holders in order to repay them as soon as the cash flow of the company allows it

 

12.      Τα πρακτικά της συνεδρίας του ΔΣ το οποίο έλαβε χώρα την 21.06.2019 τα παρουσίασε προς υπογραφή και επικύρωση ο γραμματέας της Εταιρείας κ. Μ. Ορφανίδης την 09.10.2019.  Προς μεγάλη του έκπληξη τα μέλη του ΔΣ, ο Κατηγορούμενος 2 τον οποίο υποστήριζαν οι Κατηγορούμενοι 3 και 1 αρνήθηκαν να τα υπογράψουν και επέμεναν να διαφοροποιηθεί το τι είχε συμφωνηθεί και αποφασιστεί την 21.06.2019 (δηλαδή να επιστραφούν στον Παραπονούμενο τα χρήματα του τα οποία είχε δανείσει στην Εταιρεία μόλις υπάρξουν νέες επενδύσεις).

 

13.      Ο ίδιος διαφώνησε μαζί τους και τους επεξήγησε ότι δεν μπορούν να αλλάξουν την απόφαση η οποία ήδη είχε ληφθεί σε προηγούμενη συνεδρία και ότι τα πρακτικά αποτελούν έγγραφο το οποίο πρέπει να αντικατοπτρίζει το τι πραγματικά έγινε και να παρουσιάζει την αλήθεια. Είναι, κατά τον Παραπονούμενο, ανεπίτρεπτο να «κατασκευάζεις πρακτικά συνεδρίας και να αλλάζεις το τι συζητήθηκε και αποφασίστηκε». Προσθέτει ότι την επόμενη συνεδρία όφειλαν να επιβεβαιώσουν και να επικυρώσουν τα όσα πραγματικά συζητήθηκαν και αποφασίστηκαν, ενώ οι Κατηγορούμενοι επέμεναν να διαφοροποιήσουν το λεκτικό και να καταρτιστεί νέο πρακτικό.

 

14.      Ενόψει των ανωτέρω, υπέβαλε την παραίτηση του από μέλος του ΔΣ, απαίτησε τα χρήματα ως πιστωτής της Εταιρείας και αποχώρησε από τη συνεδρία στις 09.10.2019. Την επόμενη μέρα δηλαδή στις 10.10.2019 συναντήθηκε με το δικηγόρο του και του εξήγησε τι έλαβε χώρα. Ο δικηγόρος του ζήτησε τα πρακτικά της 21.06.2019 από τον γραμματέα του ΔΣ. Όταν έλαβε τα πρακτικά της 21.06.2019 διαπίστωσε ότι φαινόταν σαν να είχε θέσει την υπογραφή του σε αυτό, πράγμα αδύνατο καθότι είχε αποχωρίσει από τη συνεδρία πριν την υπογραφή των πρακτικών.  Κάτω από το όνομα του υπήρχε μια υπογραφή η οποία ωστόσο δεν ήταν δική του.

 

15.      Επίσης πρόσεξε ότι η σχετική παράγραφος που σχετιζόταν με τα δικαιώματα του, δηλαδή ότι θα επέστρεφαν τα χρήματα του, είχε αφαιρεθεί και αντικαταστάθηκε από μια άλλη άσχετη παράγραφο που δεν ανταποκρινόταν στο περιεχόμενο του τι είχε πραγματικά αποφασιστεί στις 21.06.2019: «Ενώ στις 09.10.2019 το Διοικητικό Συμβούλιο πήρε νέα διαφορετική απόφαση από αυτή που είχε πραγματικά συζητηθεί και συμφωνηθεί στις 21/6/2019, οι Κατηγορούμενοι την παρουσίασαν ωσάν να απεικόνιζε το τι έλαβε χώρα στη συνεδρία της 21/6/2019.»  Στην ουσία κατάρτισαν νέα πρακτικά την 09.10.2019 τα οποία παρουσίασαν σαν να ήταν τα πρακτικά της 21.06.2019.

 

16.      Επίσης, ενώ στις 09.10.2019 είχε αποχωρήσει από τη συνεδρία κατόπιν διαφωνίας με τους υπόλοιπους διευθυντές, το Τεκμήριο 3  που παρουσιάστηκε ως το πρακτικό τον παρουσίαζε ότι ήταν συνεχώς παρών στη συνεδρία και ότι είχε συμφωνήσει με αυτό.

 

17.      Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι στο σημείο 3 της ατζέντας της συνεδρίας 21.06.2019 αναφερόταν πως θα συζητείτο το ζήτημα «money refund to creditors» ενώ στα κατασκευασμένα πρακτικά δεν γίνεται καμία αναφορά σε αυτό το ζήτημα. Το ότι οι αποφάσεις δεν συνάδουν με την ατζέντα κατά τον Παραπονούμενο είναι ένδειξη της πλαστογραφίας.

 

18.      Ως Τεκμήριο 4 κατέθεσε αντίγραφο του εγγράφου το οποίο είχε αρχικά ετοιμαστεί και τους παρουσιάστηκε ως το πρακτικό της συνεδρίας 21.06.2019. Το Τεκμήριο 4 ανταποκρινόταν στα πραγματικά γεγονότα δηλαδή στο τι συζητήθηκε και αποφασίστηκε εκείνη την ημερομηνία. Στα κατασκευασμένα πρακτικά (Τεκμήριο 3) οι αποφάσεις δεν συνάδουν με την ημερήσια διάταξη - agenda. Πρόσθεσε ότι το Τεκμήριο 4 το παρουσίασε ο κ. Μάριος Ορφανίδης ο οποίος ήταν γραμματέας της Εταιρείας.  

 

19.      Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 η έκθεση του γραφολόγου κ. Ανδρέα Παναγιώτου η οποία αναφέρει πως η υπογραφή κάτω από το όνομα του δεν ήταν δική του.

 

20.      Δηλαδή, προσθέτει ο Παραπονούμενος, όχι μόνο το παρουσιάζουν ότι ήταν παρών καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας αλλά παρουσιάζουν επίσης ότι συμφώνησε με τα όσα είχαν λεχθεί. Η Αστυνομία τον πληροφόρησε πως ο Κατηγορούμενος 3 ανέφερε πως έθεσε την υπογραφή του στη θέση του Παραπονούμενου κατά λάθος, ωστόσο ο Παραπονούμενος δεν συμφωνεί καθότι ήταν αναμενόμενο κατά την θέση του είτε να μουτζουρώσει το σημείο που ξεκίνησε να υπογράφει ή το διαγράφει και σημειώνει ότι τοποθετήθηκε εκ λάθους.

 

21.      Επιπρόσθετα, ο Παραπονούμενος κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 έκθεση των Georgiou & Makrides Management Services Ltd στην οποία περιλαμβάνεται κατάσταση με τις παραχωρήσεις μετοχών της ΖΕΜΕ από τον Ιούνιο του 2019 μέχρι και την 17.04.2024 και στην οποία αναφέρεται ότι οι μέτοχοι κατέβαλαν το ποσό των €2.061.215,24. 

 

22.      Ο Παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι με αυτόν τον τρόπο οι Κατηγορούμενοι του στέρησαν το δικαίωμα του που απέρρεε από απόφαση του ΔΣ της Εταιρείας κατά την συνεδρία η οποία έλαβε χώρα στην 21.06.2019 να επιστραφεί σε αυτόν το ποσό των €1.550.000 πλέον τόκους που δάνεισε στην Εταιρεία.

 

23.      Κατά την αντεξέταση του αρχικά ερωτήθηκε πως λειτουργούσε το ΔΣ της Εταιρείας και ανέφερε πως οι αποφάσεις λαμβάνονταν με πλειοψηφία. Συμφωνεί ότι δεν υπέγραψε ο ίδιος το Τεκμήριο 3. Επιβεβαίωσε ότι είχε αποχωρήσει από τη συνεδρία του ΔΣ ημερ. 09.10.2019 επειδή τα πρακτικά της συνεδρίας 21.06.2019 που του δόθηκαν δεν ήταν σωστά (σελ. 6, πρακτικά 17.01.2025). Επεξήγησε γιατί το πρακτικό που τέθηκε δεν ήταν σωστό και γιατί θεωρεί πως ήταν παραποιημένο (σελ. 8, πρακτικά 17.01.2025).

 

24.      Υποβλήθηκε περαιτέρω πως δεδομένου του ότι η ΖΕΜΕ χρειαζόταν χρήματα για να τελειώσει το εργοστάσιο της και να λειτουργήσει, το τρίτο σημείο της ημερήσιας διάταξης κατέστη άνευ αντικειμένου (obsolete). Ο Παραπονούμενος αρνήθηκε τη θέση απαντώντας ότι θα έπαιρνε τα χρήματα του αν ερχόταν νέος επενδυτής. Παρέπεμψε επί τούτου στο Τεκμήριο 2 (πρακτικά συνεδρίας 17.05.2019), δεύτερη σελίδα,  στοιχείο 7 (ανωτέρω).

 

25.      Στην υποβολή ότι το Τεκμήριο 4 δεν αποτελεί πρακτικό ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι το είχε ετοιμάσει ο γραμματέας και όταν το παρουσίασε, ο Κατηγορούμενος 2 είχε ένσταση και με αυτόν συμφώνησαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 και για αυτόν τον λόγο ο Παραπονούμενος αποχώρησε. Και τότε έγινε η αλλαγή του Τεκμηρίου 4 και καταρτίστηκε το Τεκμήριο 3 στο οποίο πλαστογράφησαν την υπογραφή του. Κατά τον Παραπονούμενο, το Τεκμήριο 4  είναι το πραγματικό πρακτικό.

26.      Αναγνώρισε το Τεκμήριο 7 το οποίο αποτελεί επιστολή από τον Παραπονούμενο προς την Εταιρεία δια του διευθυντή του γραμματέα αυτής ημερομηνίας 24.06.2019. Με την επιστολή αυτή που παραδόθηκε τρεις μέρες μετά την 21.06.2019 όταν έλαβε χώρα συνεδρία του ΔΣ, ο Παραπονούμενος διεκδικεί τα χρήματα τα οποία επένδυσε και αναμένει ότι θα εξοφληθεί το ποσό μόλις εισρεύσουν επενδύσεις παραπέμποντας σε απόφαση του ΔΣ ημερ. 21.06.2019. Κατά τα άλλα ζητεί να τεθεί το Τεκμήριο 7 στο επόμενο ΔΣ της Εταιρείας προς έγκριση. Περαιτέρω, σε σχετική ερώτηση συμφώνησε πως αναφέρεται σε μελλοντικό χρόνο και τα χρήματα αυτά δεν θα μπορούσαν να δοθούν όταν έγραψε την επιστολή Τεκμήριο 7.

 

27.      Περαιτέρω, αναγνώρισε το Τεκμήριο 8 που αποτελεί τη συμφωνία που υπέγραψε για να επενδύσει χρήματα στην ΖΕΜΕ (Investment Agreement) και το πρακτικό ημερομηνίας 09.10.2019 της συνεδρίας του ΔΣ από την οποία είχε αποχωρήσει (Τεκμήριο 9).

 

28.      Επίσης υποβλήθηκε πως ο Κατηγορούμενος 3 μουτζούρωσε την υπογραφή που είναι πάνω από το όνομα του Παραπονούμενο στο Τεκμήριο 3, υποβολή με την οποία ο Παραπονούμενος διαφώνησε. Σε υποβολή ότι την παρούσα διαδικασία την προωθεί καταχρηστικά, ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι προωθεί τη διαδικασία αυτή για να πληρωθεί.

 

29.      Τέλος υποβλήθηκε πως δεν υπήρξε καμία αλλοίωση κανενός εγγράφου και πως πρόκειται περί μιας απόφασης του ΔΣ κατά πλειοψηφία την οποία προσυπογράφουν όλα τα μέλη του ΔΣ εκτός από τον ίδιο και ότι το Τεκμήριο 4 το κατασκεύασε ο ίδιος για να συνάδει με το περιεχόμενο της επιστολής του ημερομηνίας 24.06.2019.

 

ii.            MK2 – Μάριος Ορφανίδης

 

30.      Ο ΜΚ2 είναι διευθυντής και γραμματέας της εταιρείας OCPD Services Ltd (εφεξής «OCPD») η οποία παρείχε υπηρεσίες γραμματέα στην ΖΕΜΕ. Ο ΜΚ2 παρίστατο στις συνεδρίες του ΔΣ της Εταιρείας, λάμβανε σημειώσεις και συνέτασσε τα πρακτικά.  Συμμετείχε επίσης και υπέγραφε τα πρακτικά και ως εναλλακτικός διευθυντής για τον R.P..

 

31.      Κατά την κυρίως εξέταση του, σε σχέση με το Τεκμήριο 1, ο ΜΚ2 διερωτήθηκε υπό ποια ιδιότητα ο ΜΚ3 απέστειλε αυτό το μήνυμα εκ μέρους της ΖΕΜΕ χωρίς να περάσει από το ΔΣ. Δεν αποσύρθηκε το Τεκμήριο 1 διότι ουδέποτε τέθηκε ενώπιον του ΔΣ.

 

32.      Εξήγησε ότι ο Κατηγορούμενος 1, επειδή η ΖΕΜΕ βρισκόταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση, κατά καιρούς δήλωνε πως βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με επενδυτές από διάφορες χώρες και ειδικά από το Λίβανο. Ωστόσο, καμία επένδυση δεν έγινε.

 

 

33.      Συμφώνησε ότι το θέμα 3 (money refund to the creditors) στην ημερήσια διάταξη της συνεδρίας 21.06.2019 σχετίζεται με την απόφαση  υπό το στοιχείο 7 στο Τεκμήριο 2. Πρόσθεσε ότι εκείνη την περίοδο υπήρχε μια έντονη απαίτηση από κάποιον Λιβανέζο επενδυτή ο οποίος είχε επενδύσει  γύρω στις €600.000 - €700.000  και αυτό το οποίο λέχθηκε στο ΔΣ ήταν ότι θα έπρεπε να δουν τι χρήματα θα έμπαιναν στην Εταιρεία και πως μπορούν να λύσουν το θέμα.

 

34.      Ανέφερε ότι σε σχέση με το θέμα 3 (money refund to the creditors) στην ημερήσια διάταξη της συνεδρίας 21.06.2019 δεν είχε ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση. Ο λόγος είναι επειδή ενώ ο Κατηγορούμενος 1 έταζε λαγούς και πετραχήλια και επενδυτές, εν τέλει δεν εισέρευσαν χρήματα στην Εταιρεία μέσω επενδύσεων για να επιστραφούν ποσά στους πιστωτές της.

 

35.      Τα πρακτικά των συνεδριών του ΔΣ τα ετοίμαζαν στο γραφείο της OCPD με βάση τις σημειώσεις του η οποίες λαμβάνονταν κατά τις συνεδρίες. Ακολούθως τα διένειμαν στα μέλη του ΔΣ και πριν την επόμενη συνεδρία του ΔΣ παρουσιάζονταν, διαβάζονταν, αν υπήρχε κάποιο λάθος γινόταν η διόρθωση και προχωρούσαν με την υπογραφή τους.

 

36.      Το Τεκμήριο 4  είναι ανυπόγραφο και δεν αποτελεί πρακτικό της Εταιρείας. Ένα είναι το πρακτικό της Εταιρείας για τη συνεδρία του ΔΣ της 21.06.2019 και αυτό είναι το Τεκμήριο 3. Την υπογραφή του Παραπονούμενου την είδε πολλές φορές και μπορεί να την αναγνωρίσει. Στο Τεκμήριο 3 κάτω από το όνομα του Παραπονούμενου είχε ξεκινήσει να υπογράφει ο Κατηγορούμενος 3 και όταν το διαπίστωσε σταμάτησε και υπόγραψε κάτω από το δικό του όνομα.

 

37.      Αυτό προκύπτει και από το ότι στην πρώτη σελίδα μόνο 6 μονογραφές υπάρχουν. Κατά τον ΜΚ2 ήταν ξεκάθαρο ότι επρόκειτο περί λάθους και ότι ήταν προφανές πως δεν υπέγραψε ο Παραπονούμενος και επομένως νομίζει ότι δεν χρειάστηκε να γίνει διορθώση πάνω στο πρακτικό. Ο Παραπονούμενος δεν υπέγραψε τα πρακτικά διότι είχε αποχωρήσει από τη συνεδρία.

 

38.      Ο Παραπονούμενος προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία για αυτό το θέμα για κατ’ ισχυρισμόν πλαστογραφία, η Αστυνομία το διερεύνησε, δόθηκε η εξήγηση και επομένως δεν στοιχειοθετήθηκε υπόθεση πλαστογραφίας. Ο ΜΚ2 έκανε και σχετικό πρακτικό και το καταχώρησε στο φάκελο της Εταιρείας σε σχέση με αυτό το θέμα.

 

39.      Ο ΜΚ2 υπέγραψε τα Τεκμήριο 2 και 3 και ως εναλλακτικός διευθυντής για τον Robert Prigmore. Υπέγραψε επίσης και την παραλαβή του Τεκμηρίου 7 ως διευθυντής της OCPD. Το Τεκμήριο 7 το παρέδωσε ο Παραπονούμενος προσωπικά στον ίδιο για να λάβει γνώση η Εταιρεία ότι υπάρχει ένα ποσό της τάξεως του €1.550.000 το οποίο είναι οφειλόμενο, απαιτητό και αναμένει όπως εξοφληθεί ότι εισρεύσουν στην Εταιρεία οι επενδύσεις. 

iii.           ΜΚ3 – Παντελής Αρτεμίου

 

40.      Ο ΜΚ3 εργαζόταν στην ΖΕΜΕ από το 2018 μέχρι 30.06.2019 ως υπεύθυνος λογιστηρίου.  Αναγνώρισε το Τεκμήριο 1 και ανέφερε ότι απέστειλε ο ίδιος το ηλεκτρονικό μήνυμα στον Παραπονούμενο όταν εργαζόταν στην ΖΕΜΕ στις 19.06.2019. Το περιεχόμενο του μηνύματος  ήταν σωστό με βάση τα έγγραφα που είχαν δοθεί σε αυτόν από τον Κατηγορούμενο 1.  Δεν είχε οποιαδήποτε ενημέρωση σε σχέση με το περιεχόμενο του μηνύματος είτε πριν να φύγει από την Εταιρεία είτε μετά.

 

41.      Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν είναι εγκεκριμένος λογιστής ή ελεγκτής. Υποβλήθηκε ότι είχε προηγηθεί άλλο μήνυμα προς τον Παραπονούμενο λίγα λεπτά προηγουμένως και ο μάρτυρας συμφώνησε, ωστόσο δεν θυμόταν τι αφορούσε.

 

42.      Σε σχέση με το ποσό των €1.550.000 που αναφέρεται στο Τεκμήριο 1, ο ΜΚ3 ανέφερε πως το ποσό με βάση τα στοιχεία που του είχαν δοθεί ήταν το ποσό που κατέθεσε ο Παραπονούμενος. Σε υποβολή ότι δεν είχε καταθέσει ολόκληρο το ποσό ο Παραπονούμενος αλλά τα μέλη της οικογένειας του ο ΜΚ3 απάντησε ότι δεν θυμάται.

 

43.      Περαιτέρω, ο ΜΚ3 διευκρίνισε ότι ήταν ο Παραπονούμενος που ζήτησε να του στείλει το Τεκμήριο 1 – μία κατάσταση με το ποσό που του όφειλε η Εταιρεία.

 

44.      Σε ερώτηση γιατί δεν κοινοποιήθηκε το μήνυμα στα υπόλοιπα μέλη του ΔΣ ο ΜΚ3 ανέφερε ότι από τη στιγμή που του ζήτησε ο αντιπρόεδρος να του δώσει μια κατάσταση με το ποσό που είχε δανείσει στην Εταιρεία αυτός ανταποκρίθηκε.  Ο ίδιος δεν έθεσε το μήνυμα στο ΔΣ και ούτε κλήθηκε από το ΔΣ σε σχέση με το μήνυμα.  

 

iv.           ΜΚ4 – Μάριος Μιχαηλίδης

 

45.      Ο ΜΚ4 ήταν ένας εκ των συμβούλων της Εταιρείας το 2019 περιλαμβανομένης και της 21.06.2019. Ήταν και αυτός ένας εκ των Κατηγορούμενων (4) μέχρι την 24.11.2021 αλλά η υπόθεση εναντίον του αποσύρθηκε πριν να απαντήσει στο κατηγορητήριο.

 

46.      Όταν υποδείχθηκε σε αυτόν κατά την κυρίως εξέταση του το Τεκμήριο 4 δεν το αναγνώρισε διότι είναι ανυπόγραφο, ως ανέφερε. Το Τεκμήριο 3 το αναγνώρισε και ανέφερε ότι το είχε υπογράψει. Είδε αρκετές φορές την υπογραφή του Παραπονούμενου αλλά δεν την θυμάται και δεν μπορούσε να  αναγνωρίσει την υπογραφή κάτω από το όνομα του στο Τεκμήριο 3.

 

47.      Θυμάται ότι έλαβαν χώρα διάφορες συζητήσεις σε σχέση με οφειλή της ΖΕΜΕ προς τον Παραπονούμενο. Ανέφερε επίσης ότι όταν αναφέρθηκε πως υπήρχε η πιθανότητα να έρθει επένδυση στην Εταιρεία, ο Παραπονούμενος ήθελε να είναι ο πρώτος που θα έπαιρνε τα χρήματα του και δεν δεχόταν να πάρει μετοχές της Εταιρείας αλλά ήθελε να είναι πιστωτής της. Θυμάται ότι υπήρχαν ενστάσεις ωστόσο νομίζει πως είχε σημειωθεί στα πρακτικά Δεν θυμάται να λήφθηκε τέτοια απόφαση για επιστροφή των χρημάτων του Παραπονούμενου.

 

48.      Αυτό που θυμάται ήταν ότι σε μια από αυτές τις συνεδρίες στις οποίες συζητείτο το θέμα των χρημάτων του Παραπονούμενου είχε δημιουργηθεί κάποια ένταση και μετά ο Παραπονούμενος αποχώρησε. Αποχώρησε διότι υπήρχε άρνηση από κάποια μέλη του ΔΣ να πάρει πρώτος τα χρήματα του.

 

49.      Δεν θυμάται να λέχθηκε οτιδήποτε σε σχέση με το κατά πόσο το Τεκμήριο 3 είχε κάποιο λάθος σε σχέση με υπογραφές.

 

50.      Κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως το Τεκμήριο 3 είναι το πρακτικό του ΔΣ της Εταιρείας. Σε σχέση με το κατά πόσο συμφωνεί με το περιεχόμενο του πρακτικού, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι τα υπέγραφαν στα γρήγορα στο γραφείο του ΜΚ2. Όταν έβλεπε τους άλλους να υπογράφουν υπέγραφε και ο ίδιος. Ο ίδιος είχε υπό την ευθύνη του τις επενδύσεις. Ωστόσο, ήξερε ένα περίπου τι υπέγραφε.

 

51.      Από το Τεκμήριο 3  απουσιάζει η μονογραφή του Παραπονούμενου καθότι είχε αποχωρήσει από τη συνεδρία στην οποία είχε υπογραφεί το πρακτικό.

 

52.      Η επένδυση που αναμενόταν, ύψους €4.000.000 δεν ήρθε ποτέ. Ο Παραπονούμενος είχε αποδεχθεί  αυτή την θέση αφού εκείνη τη στιγμή δεν είχε μέσα τόσα χρήματα  ο λογαριασμός της Εταιρείας. Θα γινόταν η επιστροφή από μελλοντικές επενδύσεις.

 

53.      Δεν θυμάται ποια μέλη του ΔΣ είχαν συμφωνήσει με τη θέση του Παραπονούμενου. Θυμάται μόνο ότι ο ίδιος και ο Κατηγορούμενος 2 είχαν διαφωνήσει.  Ο λόγος για τον οποίο διαφώνησε είναι επειδή ο Λιβανέζος φίλος του που είχε επενδύσει πρώτος στην Εταιρεία, θα ήταν άδικο να αναλάβει 100% το ρίσκο. Κατά τον ΜΚ4 θα ήταν πιο σωστό να πάρει  τα χρήματα τα οποία είχε επενδύσει πρώτος ο Λιβανέζος και γι’ αυτό διαφώνησε και όχι επειδή δεν ήθελε να επιστραφούν πίσω τα χρήματα στον Παραπονούμενο.

 

54.      Θυμάται ότι είχε δώσει κατάθεση στην Αστυνομία σε σχέση με ισχυρισμό για πλαστογραφία. Δεν γνωρίζει αν είχε καταχωριστεί υπόθεση στο Δικαστήριο ωστόσο υπολογίζει πως δεν έχει καταχωριστεί καθότι δεν τον κάλεσαν να δώσει μαρτυρία.

 

 

 

v.            ΜΥ1 – Κατηγορούμενος 3 

 

55.      Ο ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέταση του ανέγνωσε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Β. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι  ήταν μέλος του ΔΣ της ΖΕΜΕ. Η ΖΕΜΕ είχε τακτικές συνεδρίες. Η πρακτική η οποία εφαρμοζόταν ήταν κατά την εκάστοτε συνεδρία του ΔΣ να υπογράφονται πρώτα τα πρακτικά της προηγούμενης συνεδρίας. Τα πρακτικά των συνεδριών δεν συντάσσονταν από μέλη του ΔΣ αλλά από τον ΜΚ2 ο οποίος ήταν Διευθυντής και Γραμματέας της OCPD.

 

56.      Κατά τη συνεδρίαση της 21.06.2019 ο Παραπονούμενος απαίτησε όπως εκδοθεί απόφαση του ΔΣ για να λάβει κατά προτεραιότητα τα χρήματα του από την Εταιρεία με την εισροή κεφαλαίου ύψους €4.000.000 από Λιβανέζους επενδυτές με τους οποίους ο Κατηγορούμενος 1 υποσχόταν ότι επρόκειτο να συμφωνήσουν.

 

57.      Όλα τα μέλη του ΔΣ διαφώνησαν με την απαίτηση του Παραπονούμενου και εξέφρασαν την άποψη ότι δεν ήταν της παρούσης και θα έπρεπε να περιμένουν πρώτα να έρθουν τα χρήματα και θα αποφάσισαν ακολούθως. Αναφέρει ο ΜΥ1 ότι εάν συμφωνούσαν με την έκδοση τέτοιας απόφασης του ΔΣ, δηλαδή να λάβει πρώτα ο Παραπονούμενος τα χρήματα του, θα ήταν εκτεθειμένοι σε παρανομία έναντι των υπόλοιπων μετόχων.

 

58.      Ο Παραπονούμενος την 21.06.2019 ζήτησε όπως συμπεριληφθεί στα πρακτικά της συνεδρίας παράγραφος η οποία να αναφέρει πως αποφασίστηκε ότι ο ίδιος θα αποζημιωνόταν πρώτος κατά προτεραιότητα για την επένδυση του όταν θα εισέρρεαν κεφάλαια €4.000.000 από νέους επενδυτές και ακολούθως θα αποχωρούσε από την Εταιρεία.

 

59.      Τρεις μέρες μετά την πιο πάνω συνεδρία, ήτοι στις 24.06.2019, ο Παραπονούμενος επισκέφθηκε τον ΜΚ2 και του παρέδωσε το Τεκμήριο 7 δια χειρός.

 

60.      Κατά τη συνεδρία του ΔΣ της ΖΕΜΕ στις 09.10.2019 όταν ο ΜΚ2 τους παρουσίασε το πρακτικό της προηγούμενης συνεδρίας (21.06.2019) το οποίο ετοίμασε, αυτοί τα μελέτησαν και αποφάσισαν ότι αυτά ήταν τα πρακτικά της εν λόγω συνεδρίασης.  Ο Παραπονούμενος επέμενε και απαίτησε να προστεθεί στα πρακτικά ως απόφαση παράγραφος με την οποία θα είχε δικαίωμα να λάβει κατά προτεραιότητα τα χρήματα ως και ήταν η απαίτηση του κατά την προηγούμενη συνεδρία.

 

61.      Ανέφεραν στον Παραπονούμενο ότι αυτό το θέμα δεν είναι της παρούσης. Ο Παραπονούμενος «χολωμένος» από τη στάση του ΔΣ υπέβαλε την παραίτηση του προφορικά και αποχώρησε από τη συνεδρίαση. Μετά την αποχώρηση του όλα τα μέλη του ΔΣ ενέκριναν και υπέγραψαν τα πρακτικά ημερομηνίας 21.06.2019 (Τεκμήριο 3). Το Τεκμήριο 3 απεικονίζει τις πραγματικές συζητήσεις που έλαβαν χώρα και είναι η μοναδική απόφαση του ΔΣ ημερ. 21.06.2019.

62.      Ο Κατηγορούμενος συνέταξε το Τεκμήριο 4 χωρίς να πάρει την έγκριση κανενός και χωρίς να εξασφαλίσει τη συναίνεση των μελών του ΔΣ της ΖΕΜΕ. Το Τεκμήριο 4 δεν απεικονίζει αυτά που συζητήθηκαν κατά την συνεδρία του ΔΣ 21.06.2019. Το Τεκμήριο 4 δεν είχε παρουσιαστεί σε συνεδρία του ΔΣ και για πρώτη φορά το είδε στο Δικαστήριο κατά τη δίκη.

 

63.      Το Τεκμήριο 3 φέρει έξι μονογραφές στην πρώτη σελίδα και έξι υπογραφές όλων των υπόλοιπων μελών του ΔΣ πλην του Παραπονούμενου. Πάνω από το όνομα του Παραπονούμενου υπάρχει μια «στίξη» που ο Παραπονούμενος παρερμήνευσε ως υπογραφή. Ο Παραπονούμενος θεωρεί πως τέθηκε για να παραπλανήσει τον αναγνώστη του Τεκμηρίου 3 ότι συναίνεσε στην απόφαση του ΔΣ.

 

64.      Ο ΜΥ1 αναφέρει ότι εκείνο το σημείο φέρει «ιχνογράφηση» στη θέση της υπογραφής εκ λάθους. Το τι πραγματικά έλαβε χώρα είναι ότι ξεκίνησε να υπογράφει τα πρακτικά στο σημείο πάνω από το όνομα του Παραπονούμενου και μόλις αντιλήφθηκε το λάθος του σταμάτησε και υπέγραψε στη θέση πάνω από το δικό του όνομα.

 

65.      Κλήθηκε από την Αστυνομία και έδωσε κατάθεση. Η Αστυνομία εξέτασε την υπόθεση και αποφάσισε να την αρχειοθετήσει. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 επιστολή από την Αστυνομία στην οποία αναφέρεται ότι σχηματίστηκε ποινικός φάκελος ο οποίος αρχειοθετήθηκε μετά από οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας. Εξ όσων γνωρίζει η υπόθεση δεν έχει προωθηθεί από πλευράς Αστυνομίας και δεν έχει καταχωριστεί οποιαδήποτε ποινική δίωξη.

 

66.      Κατά την αντεξέταση του, υποβλήθηκε ότι η παράγραφος 16 της γραπτής του δήλωσης δεν συνάδει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 και στην πραγματικότητα η Αστυνομία είχε αποφασίσει να προχωρήσει, θέση με την οποία διαφώνησε ο ΜΥ1 αναφέροντας ότι γνωρίζει πως η υπόθεση αρχειοθετήθηκε. Δεν μπορεί να γνωρίζει τις εσωτερικές διαδικασίες της Αστυνομίας.

 

67.      Το Τεκμήριο 3 υπογράφηκε μετά που έφυγε ο κύριος Βούρος ωστόσο δεν θυμάται αν ήταν στην αρχή της συνεδρίας. Σίγουρα υπογράφηκαν πριν τη λήξη της συνεδρίας της 09.10.2019 αλλά δεν είναι βέβαιος αν υπογράφηκαν αμέσως μετά από την αποχώρηση του Παραπονούμενου ή σε μεταγενέστερο στάδιο αφού συζητήθηκαν κάποια θέματα τα οποία προέκυψαν λόγω της αποχώρησης του Παραπονούμενου. Επομένως, δεν είναι βέβαιος αν εφαρμόστηκε η συνήθης πρακτική υπογραφής των πρακτικών της προηγούμενης συνεδρίας προτού προχωρήσουν με τα υπόλοιπα θέματα.

 

68.      Ως προς το γιατί άφησε την «στίξη» σε εκείνο το σημείο αφού κατάλαβε ότι έκανε λάθος ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν θώρησε πως ήταν κάτι και δεν ξέρει γιατί.  Δεν ξέρει αν τον παρακολουθούσαν οι άλλοι εκείνη την ώρα «αλλά να ξαναπώ το τι υπάρχει εκεί, είναι μία τζίζα.[2] Είναι μία στίξη. Μία ιχνογράφηση που δεν σημαίνει κάτι, δηλαδή δεν έχει κάτι το οποίο... τζιαι κανένας εκ του αποτελέσματος, αυτό που είπατε ότι δεν το διόρθωσε, ούτε ο γραμματέας, ούτε εγώ, θεωρώ ότι όλοι είπαμε ότι δεν πειράζει.» Δεν το έκανε μυστικά και κανένας δεν του είπε οτιδήποτε. Η πρώτη φορά που αντιλήφθηκε ότι υπήρχε εκεί η «στίξη»  ήταν μετά που τον ενημέρωσαν από την Αστυνομία.

 

69.      Υποβλήθηκε από τον κύριο Τριανταφυλλίδη ότι στις 09.10.2019 ενέκριναν το λανθασμένο πρακτικό ως να είναι σωστό και ως να είχε υπογραφεί από τον Παραπονούμενο. Ο ΜΥ1 διαφώνησε αναφέροντας ότι εγκρίθηκαν τα πρακτικά όπως ήταν κατατεθειμένα χωρίς την υπογραφή του Παραπονούμενου εφόσον η στίξη ή τζίζα δεν ήταν η υπογραφή του Παεαπονούμενου.

 

70.      Υποβλήθηκε περαιτέρω ότι εκείνη η στίξη δεν μπήκε κατά λάθος αλλά είχαν πρόθεση να φαίνεται πως είχε υπογράψει ο Παραπονούμενος επειδή την 21.06.2019 συζητήθηκε ένα θέμα που ενδιέφερε άμεσα τον Παραπονούμενο. Ο ΜΥ1 διαφώνησε.

 

71.      Όταν ερωτήθηκε σε σχέση με το Τεκμήριο 7 ανέφερε πως είναι η απαίτηση  / δήλωση του Παραπονούμενου και δεν έχει σχέση με το τι διαμείφθηκε την 21.06.2019. Επέμεινε ότι είναι το Τεκμήριο 3  το οποίο δείχνει τι είχε αποφασιστεί εκείνη την ημέρα.

 

72.      Υποβλήθηκε ότι ήταν το Τεκμήριο 4 που παρουσιάστηκε στις 09.10.2019 για επικύρωση. Ο ΜΥ1 διαφώνησε. Σε σχέση με τη μη αντιστοιχία του θέματος 3 της ατζέντας με την τρίτη απόφαση στο Τεκμήριο 3 ανέφερε ότι μπορεί ένα θέμα να μην συζητηθεί. Δεν χρειάζεται να υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ της ατζέντας και των αποφάσεων.

 

73.      Τέλος υποβλήθηκε ότι το ΔΣ πλαστογράφησε το πρακτικό της 21.06.2019 με τη διαγραφή της σχετικής παραγράφου που ήταν στο Τεκμήριο 4 και μάλιστα είναι και σε αντίθεση με το περιεχόμενο της επιστολής Τεκμήριο 7. Ο ΜΥ1 απέρριψε και αυτήν την υποβολή.  

 

vi.           ΜΥ2 – Κατηγορούμενος 2

 

74.      Κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Β. Το περιεχόμενο της είναι πανομοιότυπο με αυτό της γραπτής δήλωσης του ΜΥ1 και θεωρώ ότι θα ήταν αχρείαστο να το επαναλάβω.

 

75.      Κατά την αντεξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι, στις 09.10.2019 μετά την αποχώρηση του Παραπονούμενου ανέλαβε ο ίδιος ως πρόεδρος του ΔΣ. Είδε τον Κατηγορούμενο 3 την ώρα που υπέγραφε, ωστόσο δεν μπορούσε να δει που υπέγραφε ακριβώς. Κάποια στιγμή άκουσε τον Κατηγορούμενο 3 να αναφέρει χαρακτηριστικά «ου έκαμα λάθος!» και συνέχισε να υπογράφει εκεί που έπρεπε να υπογράψει.  

 

76.      Κανείς δεν του είπε να το σβήσει διότι δεν ήταν μια «τελειωμένη υπογραφή» αλλά μια «τζίζα» και δεν κανείς δεν το θεώρησε αναγκαίο να την διαγράψει. Επομένως τα πρακτικά επικυρώθηκαν με την «τζίζα».

 

77.      Ως προς το Τεκμήριο 7 ο ΜΥ2 ανέφερε ότι είχε αναφερθεί στη συνεδρία της 09.10.2019 ότι στάλθηκε η εν λόγω επιστολή. Η εν λόγω επιστολή παρέμεινε αναπάντητη.

 

78.      Επανέλαβε ότι το Τεκμήριο 4 δεν είναι πρακτικό του ΔΣ. Διαφώνησε με την υποβολή ότι το Τεκμήριο 3 είναι μια πλαστογραφημένη απόφαση του ΔΣ ημερομηνίας 21.06.2019.  Δέχθηκε ότι ήταν εν γνώσει του που ο Κατηγορούμενος 3 έβαλε μια τζίζα στη θέση της υπογραφής του Παραπονούμενου και το Τεκμήριο 3 επικυρώθηκε ως το πρακτικό της Εταιρείας.

 

 

Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

 

79.      Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Είχα την ευκαιρία να ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιόν μου και να παρακολουθήσω τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο.

 

80.      Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας.[3] Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.

 

81.      Παρότι ο σταθερός λόγος και η ήρεμη συμπεριφορά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους.[4] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία.[5]

82.      Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Επιπρόσθετα, οι θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

83.      Έχει νομολογηθεί ότι για να καταστραφεί η αξιοπιστία ενός μάρτυρα οι αντιφάσεις πρέπει να είναι ουσιαστικές. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες μπορεί να θεωρηθεί ότι ενισχύουν την φιλαλήθεια ενός μάρτυρα καθότι δείχνουν πως δεν υπάρχει προσχειδιασμός στην εκδοχή του. [6] Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές από αφ’ εαυτού δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί.[7]

 

84.      Έχω κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[8]

 

85.      Επιπρόσθετα, όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε.[9]

 

86.      Παράλειψη Αντεξέτασης: Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση.[10]

 

87.      Παραπέμπω επίσης στην απόφαση του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Νικολαΐδη στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου (1999) 1 ΑΑΔ 785 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την παράλειψη αντεξέτασης και την παράλειψη της μίας πλευράς να θέσει γεγονότα στους μάρτυρες της άλλης πλευράς:

 

«Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης, το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπ' όψιν ισχυρισμούς επί γεγονότων που δεν τέθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς, λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς.  Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράστασης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μία πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεσή της επί του σημείου.»

 

88.      Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό.[11]

 

89.      Ωστόσο, ο κανόνας ότι η παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας να θεωρήσει ότι η αντίδικη πλευρά έχει σιωπηρώς αποδεχθεί την εκδοχή του μάρτυρα δεν είναι ούτε άκαμπτος ούτε απόλυτος. Εν πρώτοις, θα πρέπει να υπάρχει παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρα ή παράλειψη τα να τεθεί στο μάρτυρα μια ουσιώδης θέση της άλλης πλευράς. Κατά δεύτερον, με βάση την προπαρατεθείσα νομολογία καθίσταται ξεκάθαρο ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει θέση η οποία δεν τέθηκε ή να αποδεχθεί θέση επί της οποίας μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Παρατίθενται σχετικά παραδείγματα στο σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης (δεύτερη έκδοση, σελ. 721).[12]

 

90.      Όπως αναφέρεται στο εν λόγω σύγγραμμα διαδραματίζει ρόλο και η απουσία σαφούς εξήγησης για την παράλειψη αντεξέτασης και πιο σημαντικά η παράλειψη δεν εξυπακούει άνευ ετέρου αποδοχή της μαρτυρίας δίχως αξιολόγηση. Η μη αντεξέταση, δεν θα εξισωθεί με αποδοχή, όταν δοθούν επαρκείς εξηγήσεις για την παράλειψη, όταν έχει υποβληθεί στο μάρτυρα προηγουμένως η θέση της άλλης πλευράς, όταν η αμφισβήτηση του κρίσιμου σημείου μπορεί να συναχθεί από τη γενικότερη κατεύθυνση της αντεξέτασης του μάρτυρας σε παρεμφερείς πτυχές ή όταν η εκδοχή που παρουσιάζεται είναι απίστευτη ή απομακρυσμένη.

 

i.          Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ1 - Παραπονούμενου

 

91.      Παρά το ότι ο Παραπονούμενος προκάλεσε στο Δικαστήριο θετική γενικά εντύπωση, προσεκτική μελέτη της μαρτυρίας του και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία φανερώνει ορισμένες σημαντικές αντιφάσεις.

 

92.      Κατά την μαρτυρία του θεωρώ ότι υπέπεσε σε αντιφάσεις επί ουσιωδών ζητημάτων και παρέμειναν ορισμένα κενά τα οποία επηρεάζουν το κατά πόσο η εκδοχή του μπορεί να θεωρηθεί πιστευτή ή όχι. Η μαρτυρία του επίσης σε ορισμένα σημεία χαρακτηρίζεται από γενικότητα και ασάφεια, εικασίες και έλλειψη τεκμηρίωσης ισχυρισμών του οι οποίοι παρατέθηκαν στη γραπτή του δήλωση. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά, διαπιστώνω ότι υπέπεσε σε αντιφάσεις τις οποίες επισημαίνω ακολούθως. Ως γενικό σχόλιο αναφέρω ότι η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων θεμάτων δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή.

 

93.      Η πιο σημαντική αντίφαση στη μαρτυρία του ήταν ότι αφενός στη γραπτή του δήλωση, στην παράγραφο 6, αναφέρει ότι τα πρακτικά της συνεδρίας 21.06.2019 παρουσιάστηκαν κατά τη συνεδρία της 09.10.2019 από τον ΜΚ2 και ήταν ορθά, εννοώντας ότι είχε παρουσιαστεί το Τεκμήριο 4. Αφετέρου δε, κατά την αντεξέταση του μετέβαλε τη θέση του παρουσιάζοντας δύο διαφορετικές εκδοχές οι οποίες είναι αντίθετες.

 

94.      Αρχίζοντας από τη σελίδα 6 των πρακτικών ημερομηνίας 17.01.2025 της αντεξέτασης του ΜΚ1, σε υποβολή από το συνήγορο της Υπεράσπισης (αφού του είχε υποδειχθεί το Τεκμήριο 3, σελ. 5, γραμμές 20 – 30), ότι δεν είναι από την συνεδρία της 21.06.2019 που αποχώρησε, ο Παραπονούμενος ανέφερε τα ακόλουθα:

 

«Α. Με συγχωρείται θυμήθηκα, μάλιστα ήμουν παρών. Αυτά όμως τα πρακτικά, μου είχαν δοθεί στις 9/10/19. Και είναι στις 9/10/19 που αποχώρησα διότι αυτά τα πρακτικά, δεν ήταν σωστά.»

 

95.      Με τη χρήση της λέξης «αυτά» αφού του είχε υποδειχθεί και συζητείτο το Τεκμήριο 3 και επειδή είναι τα μοναδικά πρακτικά τα οποία ο Παραπονούμενος θεωρεί ότι δεν είναι σωστά, είναι προφανές ότι αναφερόταν στο Τεκμήριο 3. Η θέση του αυτή είναι εντελώς αντίθετη με το ότι πρώτα παρουσιάστηκε το Τεκμήριο 4. Στην ουσία ανέφερε πως παρουσιάστηκε το πρακτικό της συνεδρίας 21.06.2019 στις 09.10.2019, διαφώνησε με το περιεχόμενο του (ήταν ο μόνος διευθυντής που διαφώνησε) και ενόψει τούτου αποχώρησε από τη συνεδρία.

 

96.      Η θέση αυτή καταρρίπτει την όλη εκδοχή του Παραπονούμενου περί πλαστογραφίας καθότι δείχνει πως στην ουσία δεν υπήρξε κανένας καταρτισμός νέου πλαστού εγγράφου αλλά πρόκειται περί μίας διαφωνίας ως προς το τι είχε λεχθεί κατά τη συνεδρία της 21.06.2019. Το πραγματικό πρακτικό είναι στην ουσία το Τεκμήριο 3 και όχι το Τεκμήριο 4

 

97.      Όταν ο συνήγορος των Κατηγορούμενων του ανέφερε πως τα πρακτικά είναι μόνο κατά την γνώμη του που δεν είναι σωστά απάντησε ως εξής:

 

«Α. Καθόλου κατά τη γνώμη μου θα σας τα εξηγήσω.

Ε. Ποιου τη γνώμη;

Α. Των πρακτικών.

Ε. Το πρακτικό φέρει τις υπογραφές όλων των μελών.

Α. Όχι τη δική μου.

 

Κος Ηροδότου: Με την άδεια σας να αφήνεται να ολοκληρώσει ο μάρτυρας.

 

Δικαστήριο: Κύριε Βούρο, θέλετε να προσθέσετε κάτι;

 

Μάρτυρας: Θέλω να πω ότι ναι μεν ήμουν παρών στις 21/6, αλλά αυτά τα πρακτικά, δεν  δόθηκαν στις 21.06 δόθησαν στις 9.10.2019

 

98.      Δηλαδή, και πάλι αναφέρεται ξεκάθαρα στο Τεκμήριο 3 και αναφέρει ότι ήταν αυτό που δόθηκε στις 09.10.2019 και όχι το Τεκμήριο 4.

 

99.      Ακολούθως επαναλαμβάνει το ότι το Τεκμήριο 3 είναι εσφαλμένο και το αποκαλεί «τελείως παραποιημένο» (σελ. 8, πρακτικά 17.01.2025).

 

«A.    Το πρακτικό τέθηκε στις 9/10 από τον secretary προς εμάς, τα μέλη. Εκεί, ενώ στην προηγούμενη συνεδρίαση και στην προ προηγούμενη και αναφέρομαι στις 17/5/19, Τεκμήριο 2, είχαμε συμφωνήσει οι πιστωτές να πάρουν τα χρήματα τους, εκ των οποίων ένας είμαι εγώ. Το πρακτικό που μας δόθηκε, το πρακτικό ημερομηνίας 21/6 που μας δόθηκε στις 9/10, είναι τελείως παραποιημένο και να μου επιτρέψετε να το εξηγήσω;

E.       Όχι περιμένετε και θα επανέλθουμε.

 

κος Ηροδότου: Κύριε Πρόεδρε δικαιούται να απαντήσει.

 

κος Χριστοφίδης: Μάλιστα να το εξηγήσει.

 

Μάρτυρας: Να δώσω ένα παράδειγμα.

 

Δικαστήριο: Όχι μη δώσετε παράδειγμα να αναφέρετε γιατί θεωρείτε ότι είναι παραποιημένο. 

Μάρτυρας: Στο πρακτικό 21/6 εκεί που λέει "items of the agenda", το σημείο 3 λέει: « money refund to the Creditors ». Δηλαδή τα λεφτά των πιστωτών να επιστραφούν. (Ο μάρτυρας αναφέρεται στο Τεκμήριο 3, υπό το στοιχείο Α αρ. 3). Εάν πάμε εκεί που δικαιολογείται η ατζέντα και πάμε στο σημείο 3, που έπρεπε κανονικά να επεξηγεί τα χρήματα που θα επιστρέφονταν στους πιστωτές, γράφει άλλα των άλλων, δηλαδή «the Board unanimously...(διαβάζει από τη 2η σελίδα του Τεκμηρίου 3, υποπαράγραφο B, σημείο 3 )...for the factory ». Που αυτό το definition, αυτός ο ορισμός δεν αντιπροσωπεύει καθόλου από την ατζέντα που λέει money refund to the Creditors, άλλα λέει η ατζέντα, άλλα γράφει το κείμενο.

 

κος Χριστοφίδης: Τελειώσατε κύριε Βούρο;

Μάρτυρας: Και βεβαίως σ' αυτό το πρακτικό κύριε Πρόεδρε παρουσιάζεται και η πλαστογραφημένη υπογραφή μου.

 

100.    Αναμφίβολά, ο Παραπονούμενος αναφέρεται στο Τεκμήριο 3. Στην ουσία αντικρούει τα όσα ο ίδιος αναφέρει κατά την κυρίως εξέταση του στη γραπτή του δήλωση (παράγραφος 14, μεταξύ άλλων) περί καταρτισμού νέου παραποιημένου / «κατασκευασμένου» / «δήθεν» πρακτικού. Μεταβάλλει πλήρως τη θέση του με την αναφορά ότι ήταν το Τεκμήριο 3 το οποίο παρουσιάστηκε την 09.10.2019. Επομένως, στην ουσία παραδέχεται πως το Τεκμήριο 3 δεν είναι νέο έγγραφο όπως ισχυρίζεται ο Παραπονούμενος στην παράγραφο 14 του Εγγράφου Α, αλλά είναι το πρακτικό το οποίο είχε παρουσιαστεί και απλώς ο Παραπονούμενος διαφώνησε με το περιεχόμενο του καθότι δεν περιλάμβανε απόφαση για επιστροφή των χρημάτων του ιδίου ως θα ήθελε.

 

101.    Ακολούθως στη σελίδα 13 των πρακτικών φαίνεται να μεταβάλλει ξανά τη θέση του επιστρέφοντας στην αρχική του την θέση (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Μάρτυρας: Αυτό το Τεκμήριο κύριε Πρόεδρε, αυτό το πρακτικό, το Τεκμήριο 4, το ετοίμασε ο Γραμματέας της εταιρείας, για τη συνεδρίαση της 21/6 και μας το παρουσίασε, στην επόμενη συνεδρία, δηλαδή στις 9/10/19, όπως είπε ο κύριος Συνήγορος, το σύστημα ήταν της προηγούμενης συνεδρίασης τα πρακτικά να παρουσιάζονται στην επόμενη συνεδρία και εκεί που ο secretary ήταν έτοιμος να μας το δώσει, για να το επικυρώσουμε και να το υπογράψουμε, ο κύριος Πέτρος Οικονομίδης τον σταμάτησε διαμαρτυρόμενος και λέγοντας ότι διαφωνώ, ο κύριος Βούρος να πάρει τα λεφτά του. Διότι άκουσον άκουσον, είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Απάντησα εγώ και είπα, μα έχει παρθεί απόφαση προηγουμένως, για να πάρω τα λεφτά μου και εννοούσα τη συνεδρίαση 17/5 που έγραφε ότι θα τα πάρω, όταν υπάρχουν επενδύσεις και δεν μπορούμε τώρα να αλλάξουμε την απόφαση. Στο μεταξύ τον υποστήριξε τον Πέτρο Οικονομίδη και ο Κωνσταντίνος Νεοφύτου και ο Αντώνης Αντωνιάδης. Οπότε εκεί υπήρχε majority και απάντησα εγώ και είπα κύριοι, αφού έτσι θέλετε και λέτε ότι επειδή είμαι μέλος και δεν δικαιούμαι τα λεφτά μου, αυτήν τη στιγμή φεύγω από το Διοικητικό Συμβούλιο και απαιτώ τα λεφτά, μόλις τα έχετε και σηκώστηκα και έφυγα. Σ' αυτό το πρακτικό, δεν υπόγραψαν οι κύριοι, εκείνοι που έμειναν εκεί, δεν το υπόγραψαν και αντιθέτως το άλλαξαν και είναι εκεί που έβαλαν την πλαστογραφημένη υπογραφή μου και είναι εκεί που άλλαξαν τα πρακτικά και είναι εκεί που έκαναν όλες τις διαφορές. Γι΄αυτό δεν υπάρχει υπογραφή εδώ. Δεν δέχτηκαν να υπογράψουν.»

 

102.    Στη δε σελίδα 27 του πρακτικού φαίνεται να προβάλλει μια άλλη εντελώς διαφορετική εκδοχή δηλαδή ότι δεν είχε δει κανένα πρακτικό και αποχώρησε πριν να δει το πρακτικό επειδή διαφώνησαν τα υπόλοιπα μέλη του ΔΣ για το κατά πόσον θα επιστρεφόταν η επένδυση του:

 

A.    Δεν με ενοχλεί, αλλά είναι λανθασμένο μήνυμα, δεν περίμενα να τελειώσει, αποχώρησα από τα πρώτα 10 λεπτά.

E.    Και φαντάζομαι γι' αυτόν τον λόγο, δεν υπογράψατε και το πρακτικό.

A.    Δεν μου είχε δοθεί το πρακτικό. Όταν είπε ο κύριος Οικονομίδης ότι δεν θέλει να πάρω τα λεφτά μου, γιατί είμαι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, εγώ αποχώρησα, διότι το πρακτικό, ο Μάριος ήταν έτοιμος να το δώσει. Πριν το δώσει όμως, εγώ όταν δεν το είχα πάρει, είπε ο κύριος Πέτρος Οικονομίδης ότι δεν θέλει να πάρω τα λεφτά μου.

 

103.    Η πιο πάνω απάντηση δεν συνάδει ούτε με το ότι παρουσιάστηκε πρώτα το Τεκμήριο 4 και μετά αλλοιώθηκε και μετατράπηκε στο Τεκμήριο 3, ούτε και με το ότι παρουσιάστηκε το Τεκμήριο 3 και διαφώνησε με το περιεχόμενο του. Με βάση την πιο πάνω εκδοχή (δηλαδή την τρίτη εκδοχή) δεν παρουσιάστηκε κανένα πρακτικό αλλά είχαν διαφωνήσει τα μέλη του ΔΣ πριν να παρουσιαστεί το πρακτικό. Οι απαντήσεις του Παραπονούμενου σε σχέση με αυτό το θέμα το οποίο είναι εξαιρετικά σημαντικό για την υπόθεση είναι ασαφείς, αντιφατικές και δημιουργούν σύγχυση.

104.    Περαιτέρω, η απάντηση του ότι δεν του είχε δοθεί το πρακτικό έρχεται σε ευθεία αντίφαση με το περιεχόμενο της παραγράφου 7 της γραπτής του δήλωσης στην οποία αναφέρει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή ότι παρουσιάστηκε το πρακτικό από τον γραμματέα της Εταιρείας. 

 

105.    Τίθεται επίσης και το εύλογο ερώτημα: αφού δεν είδε το πρακτικό της συνεδρίας του ΔΣ ημερ. 21.06.2019 στις 09.10.2019 πως μπορεί να γνωρίζει ποιο είναι το κατασκευασμένο; Πως μπορεί να δηλώνει με βεβαιότητα ότι οι Κατηγορούμενοι κατασκεύασαν το Τεκμήριο 3 και πως μπορεί να γνωρίζει ότι το Τεκμήριο 4 είναι το αρχικό – πραγματικό πρακτικό;

 

106.    Η αντίφαση αυτή καθώς και το ότι μετέβαλε τη θέση του και στην ουσία παρουσίασε τρεις διαφορετικές εκδοχές σε σχέση με την πιο σημαντική πτυχή της υπόθεσης, αναμφίβολα πλήττει την αξιοπιστία του ως προς τα επίδικα ζητήματα.

 

107.    Μια άλλη αντίφαση, τώρα μεταξύ της δήλωσης του και της γραπτής μαρτυρίας την οποία ο ίδιος κατέθεσε είναι η εξής: Τόσο κατά την κυρίως εξέταση του στη δήλωση του όσο και κατά την αντεξέταση του, ο Παραπονούμενος παρέπεμψε στο στοιχείο 7 στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 2 παρουσιάζοντας το ως ομόφωνη απόφαση για την επιστροφή των χρημάτων του. Παρά ταύτα, το στοιχείο 7 του Τεκμηρίου 2 αναφέρει απλώς “The Board will continue the effort to reach individual agreements with remaining bond/note holders in order to repay them as soon as the cash flow of the company allows it.”

 

108.    Εν ολίγοις, το Τεκμήριο 2 δεν αναφέρει τίποτε συγκεκριμένο για τον Παραπονούμενο, ούτε ανταποκρίνεται στην βεβαιότητα με την οποία ο Παραπονούμενος αναφέρει ότι το ΔΣ της Εταιρείας είχε αποφασίσει να του επιστραφούν τα χρήματα τα οποία επένδυσε καθότι υπάρχει η προϋπόθεση να το επιτρέπει το cashflow της Εταιρείας. Η δε υποχρέωση του ΔΣ με βάση την εν λόγω απόφαση ήταν να καταβληθούν προσπάθειες για την επίτευξη συμφωνιών με τους πιστωτές για την αποπληρωμή τους όταν θα το επιτρέπει η ρευστότητα της Εταιρείας.

 

109.    Τόσο στο Τεκμήριο 3 όσο και στο Τεκμήριο 4 αναφέρεται ότι εκείνη την περίοδο η Εταιρεία χρειαζόταν €1.500.000 για να ολοκληρώσει το εργοστάσιο της και για κεφάλαιο κίνησης (working capital).

 

110.    Επομένως, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 το οποίο επικαλείται ο Παραπονούμενος δεν συνάδει με τις παραγράφους 3 και 4 της γραπτής του δήλωσης. Δεν υπάρχει τέτοια απόφαση της Εταιρείας για την άμεση αποπληρωμή του μόλις η Εταιρεία εισπράξει χρήματα από επενδύσεις. Η θέση του αυτή δεν συνάδει ούτε με τη μαρτυρία του ΜΚ2 ο οποίος ανέφερε στην ουσία ότι το θέμα για επιστροφή χρημάτων σε επενδυτές είχε τεθεί κατόπιν έντονης απαίτησης κάποιου Λιβανέζου επενδυτή και ότι ήταν λόγω της απαίτησης αυτής που τέθηκε το θέμα.

 

111.    Όσον αφορά στο Τεκμήριο 7, ο Παραπονούμενος παρέλειψε να το παρουσιάσει κατά την κυρίως εξέταση του.  Το αναγνώρισε και κατατέθηκε κατά την αντεξέταση του. Το Τεκμήριο 7 έχει ημερομηνία 24.06.2019. Η συνεδρία του ΔΣ στην οποία κατά τον ισχυρισμό του Παραπονούμενου είχε αποφασιστεί να του επιστρέψουν τα χρήματα του έλαβε χώρα τρεις ημέρες πριν από τις 24.06.2019 ήτοι την 21.06.2019. Στο Τεκμήριο 7 αναφέρεται ότι στο ΔΣ λέχθηκε ότι θα εισπραχθούν χρήματα από επενδύσεις. Ακολούθως υποβάλλει την απαίτηση του για εξόφληση του ποσού των €1.550.000 ευθύς ως συμβούν τα ανωτέρω (δηλαδή την εισροή χρημάτων από επενδύσεις) και στην τελευταία παράγραφο ζητά τα ακόλουθα: «Παρακαλώ όπως τεθεί η παρούσα επιστολή μου στο επόμενο Διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας προς έγκριση

 

112.    Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 όταν συγκριθεί με τη γραπτή δήλωση του Παραπονούμενου θεωρώ ότι  προκύπτει μια αντίφαση η οποία πλήττει την αξιοπιστία του Παραπονούμενου σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα διότι αυτό το οποίο ενδεχομένως να προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 είναι ότι ο Παραπονούμενος απαίτησε επιστροφή των χρημάτων του μετά την συνεδρία του ΔΣ την 21.06.2019. Επομένως, δεν μπορεί να ισχύει αυτό το οποίο αναφέρει στις παραγράφους 3 και 4 του Εγγράφου Α, δηλαδή ότι το ΔΣ αποφάσισε να του επιστρέψει το ποσό των €1.550.000 όταν θα εισρεύσουν χρήματα από επενδύσεις την 21.06.2019 ή/και την 17.05.2019. Αυτό επειδή ζητά στο τέλος της επιστολής να τεθεί προς έγκριση στην επόμενη συνεδρία του ΔΣ.

 

113.    Η πρόταση «ακολουθώντας τις σχετικές αποφάσεις» του ΔΣ της Εταιρείας στο Τεκμήριο 7 αναφέρεται στην απόφαση να δοθούν μετοχές στην REPLEVIN και/ή Abd El Monam και/ή στους Λιβανέζους επενδυτές και όχι σε απόφαση του ΔΣ να επιστραφούν τα χρήματα του Παραπονούμενου.

 

114.    Αυτό θεωρώ είναι ξεκάθαρο καθότι στην ίδια πρόταση αναφέρει 
«αναμένω εξόφληση του ανωτέρω οφειλόμενου υπόλοιπου ευθύς ως συμβούν
τα ανωτέρω ακολουθώντας και τις σχετικές αποφάσεις…». Το Τεκμήριο 7 δεν αναφέρεται σε απόφαση του ΔΣ να επιστραφούν τα χρήματα του Παραπονούμενου μόλις εισρεύσουν χρήματα από επενδύσεις αλλά σε απόφαση να δεχθεί η Εταιρεία επενδύσεις. Η τελευταία παράγραφος του Τεκμηρίου 7, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, επίσης δείχνει ότι δεν είχε ληφθεί τέτοια απόφαση στη συνεδρία 21.06.2019 και επομένως καθίσταται σαφές ότι ο Παραπονούμενος με  το «ανωτέρω» εννοεί την απόφαση του ΔΣ να δεχθεί επενδύσεις. Εάν υπήρχε ήδη απόφαση του ΔΣ επί τούτου γιατί να τεθεί ενώπιον του ΔΣ η επιστολή για έγκριση ως ζητείται στην επιστολή Τεκμήριο 7; Εάν υπήρχε απόφαση κάτι τέτοιο θα ήταν αχρείαστο. Εν ολίγοις εάν υπήρχε ήδη απόφαση για επιστροφή χρημάτων δεν θα είναι αναγκαίο να σταλθεί επιστολή απαίτησης, το Τεκμήριο 7.

 

115.    Κατά συνέπεια, αυτό το οποίο επίσης προκύπτει ήταν ότι δεν ήταν όσο απλά τα πράγματα όπως τα παρουσιάζει ο Παραπονούμενος στη δήλωση του, όπου προσπαθεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι υπήρχε ξεκάθαρη απόφαση του ΔΣ να επιστραφούν τα χρήματα του και τα υπόλοιπα μέλη, περιλαμβανομένων των Κατηγορούμενων, άλλαξαν γνώμη. Σημειώνω επίσης ότι η εκδοχή αυτή ότι άλλαξαν γνώμη οι Κατηγορούμενοι και αποφάσισαν να αφαιρέσουν από το πρακτικό την απόφαση να επιστραφούν τα χρήματα του Παραπονούμενου είναι αντίθετη με την εκδοχή όλων των υπόλοιπων μαρτύρων, περιλαμβανομένων και των μαρτύρων κατηγορίας (ΜΚ2 και ΜΚ3).

 

116.    Επιπρόσθετα, σημειώνεται ότι στη γραπτή δήλωση του Παραπονούμενου αναφέρει πως απαίτησε τα χρήματα του στις 09.10.2019 όταν είχε αποχωρήσει από τη συνεδρία λόγω της διαφωνίας των υπόλοιπων μελών με το να επιστραφούν τα χρήματα του. Στην ουσία υπάρχουν τρεις διαφορετικές εκδοχές για το πότε απαίτησε τα χρήματα του.

 

117.    Σημειώνεται ακόμα ότι το Τεκμήριο 1 που παρουσίασε ο Παραπονούμενος δεν συνάδει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 καθότι στο Τεκμήριο 7 επεξηγεί πως δεν είχε δανείσει ο ίδιος ολόκληρο το ποσό αλλά τα μέλη της οικογένειας του, ενώ στο Τεκμήριο 1 φαίνεται πως είναι αυτός που δάνεισε ολόκληρο το ποσό.

 

118.    Άξιο αναφοράς σε αυτό το σημείο είναι και το ότι ο Παραπονούμενος συνομολόγησε με την Εταιρεία ένα Investment Agreement ημερομηνίας 28.08.2017. Η συμφωνία αυτή αναγνωρίστηκε από τον Παραπονούμενο κατά την αντεξέταση του όταν αυτή είχε υποδειχθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Κατηγορούμενων και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8. Πρόκειται περί  συμφωνίας για εξασφαλισμένα μετατρέψιμα ομόλογα (secured convertible loan notes) ύψους €1.000.000 από τα οποία ο Παραπονούμενος με βάση το  Παράρτημα 1 (Schedule 1) της συμφωνίας κατέχει τις €200.000. Με βάση το Schedule 2 το redemption date των ομολόγων (notes) είναι η 01.09.2022. Η πληρωμή επομένως προς τον δανειστή - Παραπονούμενο θα έπρεπε με βάση το Τεκμήριο 8 να γίνει τρία χρόνια μετά από τότε που ο Παραπονούμενος απαίτησε τα χρήματα του. Το γεγονός ότι δεν είχε αποκαλυφθεί κατά την κυρίως εξέταση του δίδει την εντύπωση ότι ο Παραπονούμενος δεν παρείχε μια πλήρη εικόνα των γεγονότων στο Δικαστήριο. Το ότι με βάση τη συμφωνία που υπέγραψε ενδεχομένως να μην δικαιούτο στην επιστροφή των χρημάτων του την περίοδο που τα απαίτησε έρχεται σε αντίφαση με τη θέση του ότι του αποστέρησαν την επιστροφή των χρημάτων του. Σημειώνεται ότι δεν αποφαίνομαι σε σχέση με το πότε δικαιούτο σε επιστροφή των χρημάτων του με βάση την εν λόγω σύμβαση, αλλά προβαίνω σε αυτή την διαπίστωση αποκλειστικά στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Παραπονούμενου για να καταδειχθεί η αντίφαση μεταξύ της θέσης του και του περιεχομένου του Τεκμηρίου 8.

 

119.    Ως προς τη θέση του στην παρ. 24 της δήλωσης του, ότι δηλαδή του αποστέρησαν την επιστροφή των χρημάτων του γενικότερα, δεν συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Εκτός από το Τεκμήριο 8 και τις πρόνοιες του, αυτό το οποίο τέθηκε στο Τεκμήριο 2 ήταν ότι θα καταβληθούν προσπάθειες από την Εταιρεία για να γίνουν συμφωνίες με τους δανειστές της. Καμία απόφαση δεν υπήρχε που να εγγυάται την επιστροφή των χρημάτων του. Τουναντίον, αυτό το οποίο προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας είναι ότι ουδέποτε λήφθηκε τέτοια απόφαση. Η θέση αυτή του Παραπονούμενου είναι αντίθετη και με την μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας δύο εκ των οποίων ήταν παρόντες στις συνεδρίες.

 

120.    Μια άλλη αντίφαση μεταξύ της θέσης του ως τέθηκε κατά την κυρίως εξέταση του και κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του, είναι το ότι κανονικά οι αποφάσεις του ΔΣ στο πρακτικό πρέπει να συνάδουν με το κάθε επιμέρους θέμα στην ημερήσια διάταξη της συνεδρίας. Σε κανένα πρακτικό από αυτά που παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν ως τεκμήρια το θέμα και η απόφαση δεν έχουν τον ίδιο αριθμό, ούτε στο Τεκμήριο 2, αλλά ούτε και στο Τεκμήριο 4 συνάδουν πλήρως. Αυτή η αντίφαση μου δίδει την εντύπωση ότι ο Παραπονούμενος προέβαλε ισχυρισμούς οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα για να πείσει για τη θέση του ότι το Τεκμήριο 3 είναι κατασκευασμένο και πλαστό. Η αντίφαση του αυτή πλήττει την αξιοπιστία του σε σχέση με τα επίδικα θέματα.

 

121.    Οι δύο εκ των τεσσάρων μαρτύρων κατηγορίας ήταν παρόντες. Ο κ. Ορφανίδης ανέφερε ότι ουδέποτε λήφθηκε τέτοια απόφαση για επιστροφή χρημάτων στους επενδυτές περιλαμβανομένου και του Παραπονούμενου (πρακτικά 28.03.2025, σελ. 7, γραμμές 15-20):

 

E. Το θέμα 3 σχετίζεται με οποιανδήποτε απόφαση που λήφθηκε, σε αυτή τη συνεδρία; Το θέμα 3;

A. Δεν κατάλαβα.

E. Το θέμα Α.3 σχετίζεται με οποιανδήποτε απόφαση που λήφθηκε σε αυτή τη συνεδρία;

A. Όχι, νομίζω δεν λήφθηκε έτσι απόφαση. Όχι, δεν λήφθηκε όχι.

E. Σωστό, έχετε δίκαιο. Λοιπόν και συμφωνείτε‑‑

A. Και ο λόγος που δεν λήφθηκε είναι ότι λεφτά δεν έφερε ο κύριος Αντωνιάδης στην εταιρεία.  Οπότε τι να τους δώσεις.

 

122.    Η απάντηση αυτή του ΜΚ2 στην ουσία εκθεμελιώνει το όλο αφήγημα του Παραπονούμενου ότι κατά την συνεδρία του ΔΣ της Εταιρείας λήφθηκε απόφαση για επιστροφή των χρημάτων του και ακολούθως η απόφαση αυτή αφαιρέθηκε ή ότι εν πάση περιπτώσει το Τεκμήριο 3 – το πρακτικό – δεν ανταποκρίνεται σε αυτά τα οποία συμφωνήθηκαν.

 

123.    Οι αδυναμίες στη μαρτυρία του όσον αφορά ουσιώδεις πτυχές της εκδοχής του δεν μπορούν να αγνοηθούν. Κατ᾽ ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν δεν μπορώ με ασφάλεια να βασιστώ στη μαρτυρία του Παραπονούμενου για την εξαγωγή συμπερασμάτων όσον αφορά τα αμφισβητούμενα  γεγονότα και επίδικα ζητήματα στην παρούσα υπόθεση.  Η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων θεμάτων δεν ήταν αξιόπιστη και επομένως δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

 

ii.        Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ2

 

124.    Ο ΜΚ2 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο κατά την μαρτυρία του. Απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις οι οποίες τέθηκαν κατά τρόπο αυθόρμητο, χωρίς ενδοιασμούς με ειλικρίνεια και ευθύτητα. Έδιδε σαφείς και κατατοπιστικές απαντήσεις σε σχέση με τα ζητήματα τα οποία γνώριζε.

 

125.    Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, σαφήνεια και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Επίσης, συνάδει πλήρως με τα τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν.

 

126.    Η εκδοχή του ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του.  Αντιθέτως, η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Επιπρόσθετα, δεν διέκρινα οποιαδήποτε εγγενή θέματα αξιοπιστίας.

 

127.    Στην ουσία ο ΜΚ2 επιβεβαίωσε τα όσα ήδη αναφέρονται στα κατατεθειμένα τεκμήρια. Εξήγησε ότι το ΔΣ της Εταιρείας την 21.06.2019 δεν έλαβε απόφαση για επιστροφή χρημάτων στον Παραπονούμενο μόλις εισρεύσουν επενδύσεις καθώς και το ότι η απαίτηση εκείνη την περίοδο είχε υποβληθεί από κάποιον Λιβανέζο επενδυτή. Στην ουσία επιβεβαίωσε ότι τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 3 είναι η αλήθεια και αντικατοπτρίζουν αυτό που πραγματικά είχε λάβει χώρα. Σε σχέση με το Τεκμήριο 4 ανέφερε ότι δεν αποτελεί πρακτικό της Εταιρείας.

 

128.    Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία του ΜΚ2 και την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως πλήρως αξιόπιστη.

 

iii.        Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ3

 

129.    Από τη μαρτυρία του ΜΚ3 αποδέχομαι ότι απέστειλε το Τεκμήριο 1 στον Παραπονούμενο ο οποίος του το είχε ζητήσει προηγουμένως. Σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα ζητήματα ο ΜΚ3 δεν ήταν σε θέση είτε να δώσει απαντήσεις είτε να δώσει σαφείς απαντήσεις. Σε σχέση με το πως προέκυψε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, οι απαντήσεις του ήταν ασαφείς, πολύ γενικές και χωρίς την απαραίτητη λεπτομέρεια, σαφήνεια και τεκμηρίωση για να μπορέσει να γίνει αποδεκτό το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου.

 

130.    Σημειώνω επίσης ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 δεν συνάδει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 το οποίο ακολούθησε. Είναι στο Τεκμήριο 7  που επεξηγεί ο Παραπονούμενος πως τα μέλη της οικογένειας του είχαν εκχωρήσει στον ίδιο τα δικά τους τα δάνεια loannotes για να τα διεκδικήσει. Επομένως, στις 19.06.2019 όταν στάλθηκε το Τεκμήριο 1 δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ότι ο Παραπονούμενος είχε καταθέσει αυτό το ποσό.

 

iv.        Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ4

 

131.    Ο ΜΚ4 κατά την μαρτυρία του απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς ενδοιασμούς τις ερωτήσεις οι οποίες είχαν τεθεί. Μου έδωσε την εικόνα ενός ειλικρινούς μάρτυρα ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει με ειλικρίνεια τα όσα γνωρίζει και θυμάται. Σε σχέση με ζητήματα τα οποία δεν γνώριζε ή δεν θυμόταν λόγω της παρέλευσης μακρού χρόνου από το συμβάν, ήταν αρκετά προσεκτικός και δεν δίστασε να απαντήσει ότι δεν θυμάται πράγμα το οποίο κατά την άποψη μου ενισχύει την αξιοπιστία του λόγω του ότι δείχνει έλλειψη προσχεδιασμού.  

 

132.    Στην ουσία επιβεβαίωσε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 και το ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 (που ο Παραπονούμενος παρουσίασε ως το πραγματικό πρακτικό) δεν ανταποκρίνεται στα όσα είχαν συμφωνηθεί κατά τη διάρκεια της συνεδρίας του ΔΣ την 21.06.2019. Ανέφερε ότι δεν θυμάται να λήφθηκε απόφαση για επιστροφή χρημάτων του Παραπονούμενου την 21.06.2019. Ανέφερε ότι διαφώνησε με το να λάβει ο Παραπονούμενος πρώτος τα χρήματα του σε περίπτωση που θα υπήρχαν επενδυτές και να εισέρρεαν χρήματα στην Εταιρεία και μάλιστα ότι ο ίδιος το θεωρούσε άδικο.

 

133.    Σημειώνεται ότι η μαρτυρία του,  όπως και αυτή του ΜΚ2 στο τέλος προκαλεί ζημιά στην εκδοχή του Παραπονούμενου, καθότι ξεκαθάρισε ότι ουδέποτε υπήρχε συμφωνία στο ΔΣ ο Παραπονούμενος να λάβει τα χρήματα τα οποία δάνεισε στην Εταιρεία όταν θα κατατίθεντο χρήματα από επενδύσεις.

 

134.    Συμφώνησε με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3,  έστω και με λίγη καθυστέρηση κάτι το οποίο είναι κατανοητό δεδομένου του ότι αφορά γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα το 2019.

 

135.    Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, και δεδομένου ότι δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας στην εκδοχή του ούτε και ούτε υπέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις, αποδέχομαι τη μαρτυρία του.

 

v.         Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ1  - Κατηγορούμενου 3

 

136.    Η εντύπωση την οποία το Δικαστήριο αποκόμισε από τον Κατηγορούμενο 3 ήταν θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων γεγονότων συνολικά, διαπιστώνω ότι χαρακτηρίζεται από την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, σαφήνεια και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεχτή.

 

137.    Απαντούσε αυθόρμητα στις ερωτήσεις οι οποίες τίθεντο χωρίς υπεκφυγές ή ενδοιασμούς. Οι απαντήσεις του ήταν σαφείς και κατανοητές και έδιδε την εντύπωση ότι δεν είχε κάτι να κρύψει. Κατά την αντεξέταση του παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία επί των ουσιωδών ζητημάτων της υπόθεσης.

 

138.    Η εκδοχή του ως προς το τι ακριβώς διαμείφθηκε την 09.10.2019 ήταν πειστική, αληθοφανής και ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Έπεισε η αναφορά του ότι δεν είχε πρόθεση να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε και ότι επρόκειτο περί λάθους. Η εκδοχή του συνάδει με την κοινή λογική. Απόλυτα λογική είναι η θέση του ότι δεν έκρινε σκόπιμο να προβεί σε διόρθωση καθότι δεν υπήρχε περίπτωση να παραπλανηθεί ο οποιοσδήποτε. Εάν ο σκοπός ήταν η  παραπλάνηση αυτού που διαβάζει το έγγραφο ως προς το κατά πόσον υπέγραψε ο Παραπονούμενος γιατί να θέσει απλώς μια μουτζούρα στη θέση της υπογραφής του Παραπονούμενου; Ούτε και μονογραφή του Παραπονούμενου υπήρχε στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 3.

 

139.    Ήταν επίσης πειστικός και δεν κλονίστηκε η θέση του ως προς το ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε στο ΔΣ της Εταιρείας να επιστραφούν τα χρήματα του Παραπονούμενου.

 

140.    Μια αντίφαση η οποία θεωρώ πως προέκυψε κατά την αντεξέταση του είναι ότι ενώ στη γραπτή του δήλωση αναφέρει στην παράγραφο 13 ότι το Τεκμήριο 4 το συνέταξε ο Παραπονούμενος, στην αντεξέταση του ανέφερε ότι το παρουσίασε ο Παραπονούμενος και δεν το συνέταξε ο ΜΚ2 (γραμματέας) κατά τρόπο που διαφάνηκε ότι δεν γνώριζε το κατά πόσον το συνέταξε ο Παραπονούμενος. Στην ουσία, υπολογίζει ότι πρέπει να το συνέταξε ο Παραπονούμενος. Προβαίνει δηλαδή σε εικασία. Εν πάση περιπτώσει, δεν θεωρώ ότι η αντίφαση αυτή είναι ουσιώδης ή ικανή να πλήξει την αξιοπιστία του.

 

141.    Θεωρώ ότι ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής και αυθόρμητος. Ένδειξη της φιλαλήθειας είναι και το ότι απάντησε και κατά τρόπο που μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζει δυσμενώς τη θέση του όταν ανέφερε πως δεν είναι βέβαιος αν το Τεκμήριο 3 υπογράφηκε στην αρχή της συνεδρίας ημερ. 09.10.2019 ή λίγο αργότερα αφού συζητήθηκαν κάποια ζητήματα που προέκυψαν από την αποχώρηση του Παραπονούμενου. Σημειώνω ότι έχουν περάσει και σχεδόν 6 χρόνια από τότε και είναι λογικό ορισμένες λεπτομέρειες ο μάρτυρας να μην τις θυμάται.

 

142.    Έχοντας κατά νου τα όσα έχουν προαναφερθεί, καταλήγω ότι η μαρτυρία του Κατηγορούμενου 3 επί των αμφισβητούμενων θεμάτων ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και την αποδέχομαι στην ολότητα της εκτός από το ότι ήταν ο Παραπονούμενος που ετοίμασε το Τεκμήριο 4 για τους λόγους που επεξήγησα προηγουμένως.

 

 

 

vi.        Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ2 – Κατηγορούμενου 2

 

143.    Η εντύπωση την οποία το Δικαστήριο αποκόμισε από τον Κατηγορούμενο 2 επίσης ήταν θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων γεγονότων συνολικά, διαπιστώνω ότι χαρακτηρίζεται από την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, σαφήνεια και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή.

 

144.    Απαντούσε αυθόρμητα και ευθέως στις ερωτήσεις οι οποίες τίθεντο χωρίς να υπεκφεύγει. Κατά την αντεξέταση του παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία επί των ουσιωδών ζητημάτων της υπόθεσης. Δεν θεωρώ ότι υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση κατά την αντεξέταση του.

 

145.    Η μαρτυρία του συνάδει τόσο με τη μαρτυρία του ΜΥ1 αλλά και με αυτήν των ΜΚ2 και ΜΚ3.

 

146.    Επομένως δέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της εκτός από το ότι ήταν ο Παραπονούμενος ο οποίος συνέταξε το Τεκμήριο 4. Αυτό διότι δεν αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του. Δέχομαι όμως τη θέση του ότι το Τεκμήριο 4  δεν απεικονίζει αυτά που συζητήθηκαν κατά τη συνεδρία της 21.06.2019.

 

vii.          ΕΥΡΗΜΑΤΑ

 

147.    Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:

 

147.1       Ο Παραπονούμενος και οι Κατηγορούμενοι κατά την περίοδο 17.05.2019 και 09.10.2019 ήταν διευθυντές – μέλη του ΔΣ της ΖΕΜΕ. Το ΔΣ της ΖΕΜΕ απαρτιζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο από τους, Παραπονούμενο, Αντώνη Αντωνιάδη (Κατηγορούμενο 1), Πέτρο Οικονομίδη (Κατηγορούμενο 2), Κωνσταντίνο Νεοφύτου (Κατηγορούμενο 3), Μάριο Μιχαηλίδη (Κατηγορούμενο 4), Robert Prigmore και Steve Whitehouse.

147.2       Ο Παραπονούμενος ήταν πιστωτής της ΖΕΜΕ δυνάμει του Τεκμηρίου 8. Στην ΖΕΜΕ είχαν επενδύσει επίσης και μέλη της οικογένειας του Παραπονούμενου καθώς φιλικά του πρόσωπα. Τα ποσά τα οποία είχαν επενδυθεί από τους προαναφερόμενους ανέρχονται σε €1.550.000. Στις 17.05.2019 και 21.06.2019 πραγματοποιήθηκαν συνεδρίες του ΔΣ της ΖΕΜΕ.

147.3       Εκείνη την περίοδο υπήρχαν απαιτήσεις από πιστωτές / επενδυτές της ΖΕΜΕ για επιστροφή των χρημάτων τους. Υπήρχαν διαβεβαιώσεις από τον Κατηγορούμενο 1 ότι θα εισρεύσουν χρήματα στην Εταιρεία από επενδύσεις. Παράλληλα, η Εταιρεία χρειαζόταν περί το €1.500.000 για την αγορά εξοπλισμού ώστε να ολοκληρώσει το εργοστάσιο της στη Λεμεσό και ως ρευστότητα κίνησης. Η επένδυση ύψους €4.000.000 η οποία αναμενόταν, εν τέλει δεν τελεσφόρησε.

147.4       Κατά τη συνεδρίαση της 21.06.2019 ο Παραπονούμενος απαίτησε όπως εκδοθεί απόφαση του ΔΣ για να λάβει κατά προτεραιότητα τα οποία επένδυσε στην Εταιρεία με την εισροή κεφαλαίου ύψους €4.000.000 από Λιβανέζους επενδυτές με τους οποίους ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι επρόκειτο να συναφθεί συμφωνία. Όλα τα μέλη του ΔΣ διαφώνησαν με την απαίτηση του Παραπονούμενου.

147.5       Στη συνεδρία του ΔΣ ημερομηνίας 21.06.2019 δεν λήφθηκε οποιαδήποτε απόφαση για επιστροφή χρημάτων σε επενδυτές περιλαμβανομένου και του Παραπονούμενου.

147.6       Στις 24.06.2019 ο Παραπονούμενος παρέδωσε επιστολή (Τεκμήριο 7) στον ΜΚ2 με την οποία ζητούσε την επιστροφή των χρημάτων τα οποία επενδύθηκαν από αυτόν και την οικογένεια του και ζήτησε όπως τεθεί στο επόμενο ΔΣ της ΖΕΜΕ προς έγκριση.

147.7       Τα πρακτικά της συνεδρίας του ΔΣ το οποίο έλαβε χώρα την 21.06.2019 τα παρουσίασε προς υπογραφή και επικύρωση ο γραμματέας της Εταιρείας ΜΚ2 την 09.10.2019 κατά την επόμενη συνεδρία του ΔΣ της Εταιρείας.

147.8       Όταν ο ΜΚ2 παρουσίασε στο ΔΣ το πρακτικό της προηγούμενης συνεδρίας (21.06.2019) το οποίο ετοίμασε, τα μέλη το μελέτησαν και αποφάσισαν ότι αυτά ήταν τα πρακτικά της εν λόγω συνεδρίασης. Ο Παραπονούμενος διαφώνησε και απαίτησε όπως προστεθεί στα πρακτικά ως απόφαση παράγραφος με την οποία θα είχε δικαίωμα να λάβει κατά προτεραιότητα τα χρήματα τα οποία επένδυσε ως και ήταν η απαίτηση του κατά την προηγούμενη συνεδρία. Τα υπόλοιπα μέλη του ΔΣ διαφώνησαν με τον Παραπονούμενο. Ο Παραπονούμενος λόγω της διαφωνίας υπέβαλε την παραίτηση του προφορικά και αποχώρησε από τη συνεδρίαση.

147.9       Μετά την αποχώρηση του όλα τα μέλη του ΔΣ ενέκριναν και υπέγραψαν τα πρακτικά ημερομηνίας 21.06.2019 (Τεκμήριο 3). Το Τεκμήριο 3 αντικατοπτρίζει τις πραγματικές συζητήσεις που έλαβαν χώρα και είναι η μοναδική απόφαση του ΔΣ ημερ. 21.06.2019.

147.10    Το Τεκμήριο 3 φέρει έξι μονογραφές στην πρώτη σελίδα και έξι υπογραφές όλων των υπόλοιπων μελών του ΔΣ πλην του Παραπονούμενου. Πάνω από το όνομα του Παραπονούμενου υπάρχει μια μουτζούρα, στην ουσία μια κάθετη γραμμή, μια διαγώνια γραμμή από το μέσο της δεξιάς πλευράς της κάθετης γραμμής με κατεύθυνση προς τα πάνω δεξιά καθώς και ένα σύμβολο που προσομοιάζει με το γράμμα «c» κολλημένο στην κάθετη και την διαγώνια γραμμή. Προσομοιάζει περισσότερο με μονογραφή. Την μουτζούρα αυτή την έθεσε ο Κατηγορούμενος 3 όταν κατά λάθος ξεκίνησε να υπογράφει στη θέση της υπογραφής του Παραπονούμενου.

147.11    Όταν ο Κατηγορούμενος 3 το αντιλήφθηκε αναφώνησε «ου έκαμα λάθος», σταμάτησε να υπογράφει σε εκείνη τη θέση και υπέγραψε στη θέση πάνω από το δικό του όνομα. Κανένας από τα υπόλοιπα μέλη του ΔΣ δεν του είπε να τη διαγράψει ή να την σβήσει.

147.12    Την επόμενη μέρα δηλαδή στις 10.10.2019 ο Παραπονούμενος συναντήθηκε με το δικηγόρο του και του εξήγησε τι έλαβε χώρα. Ο δικηγόρος του ζήτησε τα πρακτικά της 21.06.2019 από τον γραμματέα του ΔΣ. Όταν έλαβε τα πρακτικά της 21.06.2019 διαπίστωσε ότι υπήρχε αυτή η μουτζούρα στη θέση της υπογραφής του. Προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία, η οποία διερεύνησε την υπόθεση. Εν τέλει η υπόθεση αρχειοθετήθηκε από την Αστυνομία κατόπιν οδηγιών της Νομικής Υπηρεσίας. Η Αστυνομία δεν άσκησε ποινική δίωξη εναντίον του Κατηγορούμενου 3.

 

 

Γ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Πλαστογραφία

 

148.    Σύμφωνα με το άρθρο 331 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 331, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:

 

(α)     καταρτισμός πλαστού εγγράφου,

(β)     με σκοπό την καταδολίευση.

 

149.    Το άρθρο 333 του Κεφ. 154 με πλαγιότιτλο «καταρτισμός πλαστού εγγράφου» προνοεί τα ακόλουθα και στην ουσία καθορίζει τους τρόπους με τους οποίους δύναται να καταρτιστεί ένα πλαστό έγγραφο:

 

«333. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος-

 

(α)   καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα (makes a document purporting to be what in fact it is not)

(β)   αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου

(γ)   κατά τη σύνταξη του εγγράφου, εισάγει κάτι σε αυτό χωρίς εξουσία το οποίο, αν εισαγόταν κατόπιν εξουσίας θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου

(δ)  υπογράφει έγγραφο-

(i)      με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι

(ii)      με το όνομα φανταστικού προσώπου που προβάλλεται ότι υπάρχει, ανεξάρτητα αν το φανταστικό πρόσωπο προβάλλεται ή όχι, ότι έχει το ίδιο όνομα με εκείνο που υπογράφει ή

(iii)     με όνομα παριστάμενου ότι ανήκει σε πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που υπογράφει και που σκοπεύεται να θεωρηθεί ότι είναι το όνομα του εν λόγω προσώπου

(iv)    με το όνομα προσώπου, πλαστοπροσωπουμένου από εκείνο που υπογράφει το έγγραφο, νοουμένου ότι οι συνέπειες του εγγράφου εξαρτώνται από την ταύτιση εκείνου του προσώπου που υπογράφει το έγγραφο με το πρόσωπο το οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι είναι.»

150.    Σε σχέση με το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, το άρθρο 339 του Κεφ. 154 προνοεί ότι «όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος».

 

151.    Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει ότι:

 

(i) το έγγραφο είναι πλαστό,

(ii) ο κατηγορούμενος γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό,

(iii) ο κατηγορούμενος θέτει το έγγραφο σε κυκλοφορία, και

(iv) ο κατηγορούμενος ενεργεί δολίως.

 

152.    Ο όρος  «θέτει εις κυκλοφορία»  δεν ερμηνεύεται στο Νόμο αλλά μπορεί να λεχθεί ότι περιλαμβάνει τη χρήση, προσφορά, δημοσίευση όπως επίσης και παράδοση του εγγράφου.[13] Ο κατηγορούμενος πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό και να υπάρχει η πρόθεση καταδολίευσης. Η γνώση και ο δόλος δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθούν με άμεση μαρτυρία, αλλά μπορεί να συμπεραίνεται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης.[14]

 

153.    Περαιτέρω, στην Rocky Safiullah v. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 472, αποφασίστηκε ότι ακόμα και η εθελοτυφλία ενός κατηγορούμενου είναι ποινικά κολάσιμη και μπορεί να αποδώσει γνώση. Το εφετείο στην υπόθεση εκείνη παρέπεμψε στο ακόλουθο απόσπασμα από το Criminal Law Review (1989), σελ. 212:

 

«Commentary. A requirement of knowledge is sometimes held to be satisfied by proof of "willful blindness" as where "the defendant had deliberately shut his eyes to the obvious or refrained from inquiry because he suspected the truth but did not want to have his suspicion confirmed:" Westminister City Council v. Croyalgrange [1986] 2 ALL E.R. 353 at p. 359 (HL).»

 

154.    Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, 2024, παρ. Β.6.2, (Ηλεκτρονική Έκδοση), αναφέρονται τα εξής σε σχέση με τα κριτήρια για να θεωρηθεί ένα έγγραφο πλαστό:

 

«Falsification, False Statements and False Instruments

B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments.

As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original).»

 

155.    Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι βασικά κριτήρια για να χαρακτηριστεί ένα έγγραφο πλαστό για τους σκοπούς του αδικήματος της πλαστογραφίας δυνάμει του άρθρου 331 του Κεφ. 154, είναι να εμφανίζεται ως κάτι που δεν είναι στην πραγματικότητα ή να λέει ψέματα σε σχέση με το πρόσωπο που το κατήρτισε, την προέλευση ή την ιστορία του και να είναι δυνατόν να εξαπατηθεί οποιοδήποτε πρόσωπο έλθει σε επαφή μαζί του.

 

156.    Υπό αυτή την έννοια δεν είναι αρκετή για απόδειξη του αδικήματος της πλαστογραφίας η συμπερίληψη σε ένα έγγραφο κάποιων ψευδών ή ανακριβών λεπτομερειών. Στην Re Windsor (1865) 10 Cox 118, 123, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing».

 

157.    Στο σύγγραμμα Smith, Hogan and Ormerods Criminal Law, 15th edn, σε σχέση με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

“The governing notion is that the document must not only tell a lie, it must also tell a lie about itself. Telling a lie does not become a forgery simply because the lie is in writing. For there to be a forgery, the ‘document’ must be false; it is not enough that the information in it is false. In its ordinary application the distinction is easy enough to grasp, as demonstrated by the previous example of a job application. If D falsely states his qualifications in his job application, that is not a forgery; but if he writes a reference which purports to come from his employer, the reference is a forgery. The reference is false within s 9(1)(a) because it purports to have been made in the form in which it is made by a person (the employer) who did not make it in that form. A cheque is similarly false if D signs it in the name of V.

[…]

A document is accordingly not forged merely because it contains false information and has been prepared by D to perpetrate a fraud. If D, with a view to defrauding V, persuades E to execute documents which are to be used to convince V that D is wealthy or of good character, the documents, so long as they purport to be executed by E, are not forged even though the transactions or facts to which they purport to relate are a complete sham.”

 

158.    Η ερμηνεία της πλαστογραφίας / πλαστότητας των αγγλικών Δικαστηρίων υιοθετήθηκε και στην Κυπριακή νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou vThe Republic (1984) 2 CLR 65, σελ. 91:

 

«No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200 defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not».

 

159.    Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε και στη υπόθεση Τσιέλεπος  v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 457. Σημειώνω επίσης πως στην Τσιέλεπος είχε εγερθεί ζήτημα πλαστογραφίας του βιβλίου παρουσιών το οποίο διατηρείτο στην ΕΠΑ. Η πρωτόδικη απόφαση ανατράπηκε καθότι κρίθηκε πως το περιεχόμενο του βιβλίου παρουσιών δεν ήταν ικανό να ανατρέψει το επίσημο πρακτικό και επομένως ελλείπει εξ αντικειμένου η πρόθεση καταδολίευσης. Στην απόφαση πλειοψηφίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου τέθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την φύση των πρακτικών:

 

«Η ΕΠΑ είναι διοικητικό όργανο, η οποία λειτουργεί όπως κάθε επιτροπή δημοσίου οργάνου, βάσει του Νόμου ο οποίος τη συνέστησε. Είναι πάγια, και καθιερωμένη η διαδικασία που ακολουθείται στις συνεδριάσεις των θεσμοθετημένων οργάνων. Σε κάθε συνεδρίαση καταγράφονται τα  ονόματα των μελών που είναι παρόντα και αυτών που είναι απόντα, καθώς  και ο λόγος της απουσίας τους, αν δόθηκε. Ακολουθεί βεβαίως η καταγραφή στο πρακτικό των διαμειφθέντων κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Το πρακτικό αυτό κυκλοφορεί μεταξύ των μελών της επιτροπής, για να εγκριθεί σε επόμενη συνεδρίαση το περιεχόμενο του και για να υπογραφεί από τον Πρόεδρο με ειδική αναφορά πως τα πρακτικά εγκρίθηκαν από τα μέλη της Επιτροπής. Αυτό είναι το επίσημο πρακτικό, και μόνο από αυτό αντλεί ο οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος την επίσημη πληροφόρηση ως προς το πότε έγινε μια συνεδρίαση, ποία μέλη ήσαν παρόντα ή απόντα, ώστε να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία για οτιδήποτε δυνατό να αφορά σε υπόθεση που ενδιαφέρεται. Το συγκεκριμένο βιβλίο παρουσιών με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί προς επιβεβαίωση ή διάψευση του επίσημου πρακτικού της συνεδρίασης. Θα ήταν δυνατό π.χ. σ' αυτό το βιβλίο να καταχωρούνταν οι καφέδες και τα αναψυκτικά που σε συγκεκριμένη ημέρα παρήγγειλαν τα μέλη της ΕΠΑ στην καντίνα. Και αυτή η καταχώρηση με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να διαψευσθεί ή βεβαιωθεί το επίσημο πρακτικό των συνεδριάσεων, το οποίο κρατείται όπως εξηγήσαμε πιο πάνω. Ελλείπει επομένως, και εξ αντικειμένου, η πρόθεση καταδολίευσης, απαραίτητο συστατικό στοιχείο της κατηγορίας της πλαστογραφίας εγγράφου, κατά παράβαση των Άρθρων 331, 333(β), 335 και 29 του Ποινικού Κώδικα.»

 

160.    Πρόκειται περί αδικήματος πρόθεσης. Το ουσιώδες χαρακτηριστικό του νοητικού στοιχείου στην πλαστογραφία είναι η πρόθεση να παρακινηθεί άλλος να αποδεχθεί το πλαστό έγγραφο ως γνήσιο και, ως εκ τούτου, να προβεί σε μια πράξη ή να απέχει από κάποια πράξη (βλ. Law Commission, 'Criminal Law Report on Forgery and Counterfeit Currency' (Law Com No 55, 1973), [32] σελ. 16 - The essential feature of the mental element in forgery is an intention to induce another to accept the forged instrument as genuine and, by reason of that, to do or refrain from doing some act).

 

161.    Το άρθρο 334 καθορίζει πότε τεκμαίρεται η «πρόθεση καταδολίευσης», η οποία αποτελεί με βάση το άρθρο 331, συστατικό στοιχείο για το αδίκημα της πλαστογραφίας. Παρά ταύτα, η διατύπωση του άρθρου 334 του Κεφ. 154 δεν ερμηνεύει την έννοια του όρου «πρόθεση καταδολίευσης» αλλά παρέχει μόνο κάποιες ενδείξεις ως προς την ερμηνεία του σε σχέση με το αδίκημα της πλαστογραφίας.

 

162.    Η κορυφαία Αγγλική απόφαση με βάση το Forgery Act 1913 ήταν η Welham vD.P.P. [1960] 1 All E.R. 805 (HL). Η εν λόγω απόφαση υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην Petri vThe Police (1968) 2 CLR 40 και ακολούθως στη Georghiou vRepublic (1984) 2 CLR 65.

 

163.    Στη Georghiou, ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέλυσε εκτενώς την Αγγλική νομολογία επί του θέματος. Η Georghiou, υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου.[15]

 

164.    Στη Welham, ο Λόρδος Denning υιοθετεί την άποψη ότι η «πρόθεση καταδολίευσης» δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οποιαδήποτε άλλη βλάβη, έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης:

 

«Put shortly "with intent to defraud" means "with intent to practice a fraud" on someone or other. It need not be anyone in particular. Someone in general will suffice.  If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough.»

 

165.    Το αδίκημα της πλαστογραφίας μπορεί να αποδειχθεί και σε περιπτώσεις όπου η πρόθεση καταδολίευσης απευθύνεται σε πρόσωπα που κατέχουν δημόσιες θέσεις και τα οποία λόγω της φύσης της θέσης τους δεν μπορούν να υποστούν προσωπικά καμιά οικονομική ζημιά ή άλλου είδους βλάβη.

 

166.    Όπως έχει θέσει το θέμα ο Λόρδος Radcliffe στην Welham, στην σελ. 808:

 

«Of course, as I have said, in ninety-nine cases out of a hundred the intent to deceive one person to his prejudice merely connotes the deceiver’s intention of obtaining an advantage for himself by inflicting a corresponding loss on the person deceived. In all such cases the economic explanation is sufficient. But in that special line of cases where the person deceived is a public authority or a person holding a public office deceit may secure an advantage for the deceiver without causing anything that can be fairly be called either a pecuniary or an economic injury to a person deceived. If there could be no intent to defraud in the eyes of the law without an intent to inflict a pecuniary or economic injury, such cases aw these could have been punished as forgeries at common law, in which an intent to defraud is an essential element of the offence, yet I am satisfied that they were regularly so treated.»

 

167.    Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση δεν υπάρχει θέμα διαχωρισμού μεταξύ οικονομικής και άλλης ζημιάς και ο Νόμος εξακολουθεί να είναι ότι η πλαστογραφία στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται ότι η πρόθεση του κατηγορουμένου ήταν να εξαπατήσει με τρόπο που ήταν δυνατό να επιφέρει οικονομική ζημιά ή άλλου είδους βλάβη, όχι απαραίτητα οικονομική.

 

168.    Σύμφωνα, επομένως, με την αγγλική νομολογία τεκμαίρεται πρόθεση καταδολίευσης συγκεκριμένου προσώπου, παρόλο που η αρχική πρόθεση του κατηγορουμένου ήταν να καταδολιευθεί οποιοδήποτε πρόσωπο θα λάμβανε γνώση του πλαστογραφημένου εγγράφου.[16]

 

169.    Στην υπόθεση Petri, ανωτέρω, η οποία, όπως αναφέρθηκε, επίσης υιοθέτησε την υπόθεση Welham, η έννοια του όρου «δόλος» αναλύθηκε διεξοδικά, στο πλαίσιο των προνοιών του άρθρου 113 του Κεφ. 154, αναφορικά με τα αδικήματα του δόλου και της κατάχρησης εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι δεν χρειάζεται η απόδειξη ένοχης σκέψης (mens rea) για να αποδειχθεί δόλος, επειδή το αναμενόμενο επίπεδο συμπεριφοράς εκ μέρους δημόσιου λειτουργού, είναι υψηλότερο από αυτό που αναμένεται από τον συνηθισμένο άνθρωπο. Εξηγήθηκε δε ότι, παραπέμποντας σε αγγλικές αποφάσεις, ότι το «intent to defraud» (πρόθεση καταδολίευσης) και «intent to deceive», δεν είναι το ίδιο και ότι ο πρώτος όρος εμπεριέχει κάτι βαρύτερο από τον δεύτερο όρο, (βλ. Georghiou και Ioannou, ανωτέρωστις οποίες ερμηνεύεται ο όρος «πρόθεση καταδολίευσης» (intend to defraud)). Στην Georghiou μάλιστα, εξηγείται ότι με βάση την απόφαση Welham δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη πρόθεσης για πρόκληση βλάβης σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Επίσης, αναφέρθηκε ότι ουδέποτε, ούτε στο Κοινοδίκαιο αλλά ούτε και κάτω από τον Αγγλικό Forgery Act 1913, η έννοια της «πρόθεσης καταδολίευσης» ήταν συνδεδεμένη μόνο με την πρόκληση οικονομικής ζημιάς.

 

170.    Αντίθετα, η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί, ενώ η ζημιά που επιφέρεται δεν είναι κατ' ανάγκη οικονομικής φύσεως, με αποτέλεσμα ακόμη και η πιθανότητα να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντός του να είναι αρκετή. Στην υπόθεση Georghiou, ανωτέρω, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

“The object of forgerers is, generally, it was observed, to benefit themselves; injury to their victims is of secondary importance. To our mind the principal object of forgerers possessed of the requisite criminal intent, is to alter a picture of things to their advantage. If, by virtue of this deception, another person is induced to act to his detriment, as earlier defined, then the crime of forgery is committed.”

 

171.    Το πιο πάνω απόσπασμα μεταφράστηκε στην Ελληνική από τον κύριο Λουκή Γ. Λουκαίδη και δημοσιεύτηκε στη μελέτη «Η πρόθεση καταδολιεύσεως (intent to defraud)» στο σύγγραμμα με τίτλο «Θέματα Κυπριακού Δικαίου» (Λευκωσίας 1988, Τόμος ΙΙ), σελ. 111:

 

«Υπογραμμίστηκε δε ότι ο στόχος των πλαστογράφων είναι γενικά να ωφελήσουν τον εαυτό τους· η βλάβη στα θύματα είναι δευτερεύουσας σημασίας. Ο κύριος στόχος των πλαστογράφων που έχουν την απαιτούμενη εγκληματική πρόθεση είναι (όπως το αντιλαμβανόμαστε) να αλλοιώσουν μια εικόνα πραγμάτων προς όφελος τους. Αν, σαν αποτέλεσμα αυτής της εξαπατήσεως, ένα άλλο πρόσωπο οδηγείται στο να ενεργήσει σε βλάβη του, όπως τούτο έχει καθορισθεί προηγουμένως, τότε διαπράττεται το έγκλημα της πλαστογραφίας.»

 

172.    Ότι αυτό είναι το νόημα της «πρόθεσης καταδολίευσης», πιστοποιείται και από τις πρόνοιες του προαναφερθέντος άρθρου 334 του Κεφ. 154, το οποίο προβλέπει ότι η πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται ότι υφίσταται, οποτεδήποτε υπάρχει «συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο».

 

173.    Όσον αφορά την έννοια της λέξης «έγγραφο», αυτή δεν ερμηνεύεται ούτε ορίζεται ρητά στο Κεφ. 154. Όμως για την πλαστογραφία το άρθρο 332, εξαιρεί από την έννοια του εγγράφου τα εμπορικά σήματα ή οποιοδήποτε άλλο σήμερα που χρησιμοποιείται σε συνάφεια με εμπορικά είδη. Στην υπόθεση Χατζηλούκα ν Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 294, κρίθηκε ότι αποδείξεις πληρωμής και παραλαβής χρημάτων δεν εμπίπτουν στην έννοια του εγγράφου του άρθρου 336.

 

174.    Στην υπόθεση Georghiou, εξηγήθηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα:

 

«The present rule evolved under the Forgery Act does not postulate an apparent legal effect as a prerequisite to the commission of the crime. As the trial Court correctly noted, citing from Russel on Crime, 11th ed., p. 1421, if the similarities between the false document and what it purports to represent are such as to be capable of deceiving persons of ordinary observation, the crime of forgery is committed (see, also, Halsbury's Laws of England, 4th ed., Vol. 2, para. 1324 et seq.)»

 

 

175.    Περιστατική μαρτυρία: Σε σχέση με τον καταρτισμό πλαστού εγγράφου η υπόθεση του Παραπονούμενου κατ’ ουσίαν στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία. Η περιστατική μαρτυρία δεν είναι υποδεέστερη μορφή μαρτυρίας και μπορεί υπό συγκεκριμένες περιπτώσεις να οδηγήσει σε καταδίκη. Στην πρόσφατη απόφαση στην Πατσαλίδης ν Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 76/2022, 19/01/2023, ECLI:CY:AD:2023:B13, ECLI:CY:AD:2023:B13, αναφέρθηκαν  τα εξής σε σχέση με την περιστατική μαρτυρία:

 

«[Αποτελεί] πάγια νομολογία ότι όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη εναντίον της [περιστατικής μαρτυρίας], αλλά τουναντίον μπορεί να οδηγήσει από μόνη της σε καταδίκη, νοουμένου βέβαια ότι όπου η καταδίκη στηρίζεται καθ'  ολοκληρίαν ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία το δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει όχι μόνο κατά πόσο τα αποδειχθέντα γεγονότα συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά εάν το καταδικαστικό συμπέρασμα τότε μόνο είναι επιτρεπτό εάν βρίσκεται σε σχέση άμεσης συνάφειας με τα στοιχεία που συνθέτουν την περιστατική μαρτυρία και εάν είναι το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει από τέτοια μαρτυρία (Fournides v. Republic (1986) 2 CLR 73, Παφίτης ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 444, Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 693, Μαμαλικόπουλος ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 25/14, 20.9.2018, ECLI:CY:AD:2018:D411, ECLI:CY:AD:2018:D411, ECLI:CY:AD:2018:D411). Τα γεγονότα δεν αρκεί να συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά δεν θα πρέπει να συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από εκείνο ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα (Αθηνής ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Παφίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 102). Διαφορετικά καταλείπεται εύλογη αμφιβολία.».

 

176.    Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Παφίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 2 ΑΑΔ 102, 119-120 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα:

 

 «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνον δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. (Βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic (1986) 2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 172).

 

Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.»

 

 

Δ. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

 

177.    Προχωρώ τώρα με την  εξέταση του κατά πόσον στοιχειοθετήθηκε στο απαιτούμενο επίπεδο η κατηγορία την οποία αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, έχοντας κατά νου τη νομική πτυχή ως παρατίθεται στην προηγούμενη ενότητα, το βάρος απόδειξης, τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και οδήγησε στην εξαγωγή των σχετικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, κατόπιν αξιολόγησης της.

 

178.    Κατ’ αρχάς αναφέρεται ότι η απόρριψη της μαρτυρίας του Παραπονούμενου, ως έχει προαναφερθεί στη σχετική ενότητα της απόφασης,  κρίνει και την έκβαση της υπόθεσης, αφού είναι δεδομένη η αρχή ότι το Δικαστήριο, μετά την απόρριψη της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής, δεν μπορεί μέσα από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του.[17]

 

179.    Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά κι αν η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου μπορεί να εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι αυτές, δεν επιτρέπονται.[18]

 

180.    Εν προκειμένω, η θέση του Παραπονούμενου ήταν ότι το Τεκμήριο 3 είναι πλαστό υπό την έννοια ότι εμφανίζεται ως το πραγματικό / αληθινό πρακτικό της συνεδρίας του ΔΣ της Εταιρείας ημερ. 21.06.2019 ενώ δεν είναι στην πραγματικότητα. Δηλαδή εμφανίζεται ως κάτι που δεν είναι στην πραγματικότητα. Η εκδοχή του ήταν ότι το «πραγματικό πρακτικό» είναι το Τεκμήριο 4. Το δε Τεκμήριο 3 κατά τον ισχυρισμό του κατασκευάστηκε στις 09.10.2019 αφού ο ίδιος αποχώρησε από τη συνεδρία του ΔΣ. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 κατά τον Παραπονούμενο συμμετείχαν στη συνεδρία στην οποία καταρτίστηκε το Τεκμήριο 3. Ο Κατηγορούμενος 2 σύμφωνα με τον Παραπονούμενο ήταν το πρόσωπο το οποίο διαφώνησε με την απόφαση στην προηγούμενη συνεδρία του ΔΣ, ενώ ο Κατηγορούμενος 3 μάλιστα υπέγραψε στο όνομα του Παραπονούμενου. Με τον καταρτισμό του Τεκμήριου 3 μετά την αποχώρηση του Παραπονούμενου, κατά τον Παραπονούμενο καταρτίστηκε ένα πλαστό έγγραφο το οποίο εμφανίζεται ως κάτι που δεν είναι στην πραγματικότητα.

 

181.    Παρά ταύτα, κατά την αντεξέταση του αφενός ανέφερε ότι παρουσιάστηκε το Τεκμήριο 3 ως το πρακτικό της συνεδρίας του ΔΣ ημερομηνίας 21.06.2019, διαφώνησε με το περιεχόμενο του και αποχώρησε από τη συνεδρία, αφετέρου επέμενε στην αρχική του θέση. Μια τρίτη εκδοχή ήταν ότι δεν παρουσιάστηκε καθόλου το πρακτικό αλλά υπήρξε διαφωνία και συνεπώς αποχώρησε από τη συνεδρία του ΔΣ στις 09.10.2019 και παραιτήθηκε από μέλος του ΔΣ.

 

182.    Κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας, η εκδοχή αυτή δεν έγινε δεκτή και απορρίφθηκε. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου το Τεκμήριο 3 ήταν το πρακτικό της συνεδρίας της 21.06.2019 και αντικατοπτρίζει τα όσα συζητήθηκαν και αποφασίστηκαν κατά την εν λόγω συνεδρία του ΔΣ της Εταιρείας. Το εύρημα του Δικαστηρίου ήταν ότι ο Παραπονούμενος ήταν παρών κατά την συνεδρία της 09.10.2019 και κατά το στάδιο της έγκρισης των πρακτικών της συνεδρίας του ΔΣ ημερ. 21.06.2019, αυτός διαφώνησε με το περιεχόμενο του πρακτικού και αποχώρησε. Για τους λόγους που επεξηγούνται στην ενότητα στην οποία λαμβάνει χώρα η αξιολόγηση της μαρτυρίας, το Δικαστήριο εξήγαγε το εύρημα ότι δεν λήφθηκε οποιαδήποτε απόφαση για επιστροφή χρημάτων σε επενδυτές περιλαμβανομένου και του Παραπονούμενου την 21.06.2019.

183.    Κατά συνέπεια, δεν στοιχειοθετήθηκε ότι το Τεκμήριο 3 ήταν πλαστό ή κατασκευασμένο ή μια παραποιημένη εκδοχή του Τεκμηρίου 4. Εν ολίγοις, δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι Κατηγορούμενοι κατάρτισαν έγγραφο το οποίο να εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα (makes a document purporting to be what in fact it is not).

 

184.    Δεν αποδείχθηκε ότι το Τεκμήριο 3 κατασκευάστηκε μετά την αποχώρηση του Παραπονούμενου από τη συνεδρία και ότι εμφανίστηκε ως κάτι το οποίο δεν είναι στην πραγματικότητα, ή ότι λέει ψέματα σε σχέση με το πρόσωπο που το κατήρτισε, την προέλευση ή την ιστορία του και να είναι δυνατόν να εξαπατηθεί οποιοδήποτε πρόσωπο έλθει σε επαφή μαζί του. Το πρόσωπο το οποίο συνέταξε το εν λόγω πρακτικό (ο ΜΚ2 ως γραμματέας) ανέφερε ότι αυτό ήταν το μοναδικό πρακτικό της συνεδρίας του ΔΣ 21.06.2019 και στην ουσία επιβεβαίωσε το περιεχόμενο του. Το ίδιο και ο ΜΚ3 καθώς και οι Κατηγορούμενοι. Ο ΜΚ2 πρόσθεσε ότι δεν υπήρχε απόφαση του ΔΣ κατά την 21.06.2019 για την επιστροφή χρημάτων σε επενδυτές περιλαμβανομένου και του Παραπονούμενου και ο ίδιος θεωρούσε πως όταν θα εισέρρεαν χρήματα από επενδύσεις (κάτι το οποίο δεν έγινε) κανονικά θα έπρεπε να επιστραφούν τα χρήματα του Λιβανέζου επενδυτή ο οποίος προηγείτο.

 

185.    Δεδομένου του ότι κρίθηκε πως το Τεκμήριο 3  δεν είναι πλαστό δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ούτε η πλαστογραφία αλλά ούτε και η κυκλοφορία πλαστού εγγράφου.

 

186.    Σε σχέση με τη μουτζούρα στην θέση της υπογραφής του Παραπονούμενου, δεν μπορεί να εξισωθεί και από κανέναν δεν εκλήφθηκε ως υπογραφή, μεταξύ άλλων, επειδή δεν υπήρχε ούτε μονογραφή στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 3. Από τη στιγμή κατά την οποία το μόνο το οποίο τέθηκε στη θέση της υπογραφής του Παραπονούμενου ήταν μια μουτζούρα ή «τζίζα» χωρίς μονογραφή στην πρώτη σελίδα του εγγράφου, θεωρώ ότι το έγγραφο δεν είναι ικανό να θεωρηθεί ότι φέρει την υπογραφή του Παραπονούμενου από οποιονδήποτε έρχεται σε επαφή με το εν λόγω έγγραφο.

 

187.    «Ελλείπει επομένως, και εξ αντικειμένου, η πρόθεση καταδολίευσης, απαραίτητο συστατικό στοιχείο της κατηγορίας της πλαστογραφίας εγγράφου» όπως αναφέρθηκε στην Τσιέλεπος, ανωτέρω και θεωρώ ισχύει κατ’ αναλογία εν προκειμένω. Στην ουσία, επειδή είναι προφανές πως δεν επιχειρήθηκε να τεθεί υπογραφή πάνω από το όνομα του Παραπονούμενου σε συνδυασμό με την αποδοχή της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 3 ότι επρόκειτο περί απροσεξίας δεν μπορεί να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η πρόθεση καταδολίευσης.

 

188.    Σημειώνω ότι ακόμα και αν υπήρχε υπογραφή θεωρώ ότι δεν θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου με οποιοδήποτε τρόπο καθότι έχει εξαχθεί εύρημα πως οι αποφάσεις του ΔΣ κατά την εν λόγω συνεδρία ήταν εκείνες που αναγράφονται στο πρακτικό. Το ότι ο Παραπονούμενος διαφωνεί με την απόφαση δεν μπορεί να εξισωθεί με πλαστογραφία ούτε και η διαφωνία του μεταβάλλει το τι είχε πραγματικά συμφωνηθεί και αποφασιστεί και τι δεν είχε αποφασιστεί. Δεν αναφέρεται στο Τεκμήριο 3 ότι οποιεσδήποτε αποφάσεις λήφθηκαν ομόφωνα ενώ προσκομίστηκε μαρτυρία ότι οι αποφάσεις λαμβάνονταν με πλειοψηφία.

 

189.    Η υπογραφή του πρακτικού κατά την άποψη μου δεν εξυπονοεί κατ’ ανάγκη ότι το πρόσωπο που υπογράφει συμφωνεί με την απόφαση. Η υπογραφή υποδηλώνει έγκριση των πρακτικών, ήτοι το πρόσωπο ήταν παρών όταν συζητήθηκαν τα θέματα της ημερήσιας διατάξεις και λήφθηκαν δημοκρατικά ορισμένες αποφάσεις, τίποτε περισσότερο. Ο Παραπονούμενος ήταν παρών καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεδρίας του ΔΣ ημερ. 21.06.2019. Η αποχώρηση και παραίτηση του σημειώθηκε στο πρακτικό της επόμενης συνεδρίας του ΔΣ από την οποία και αποχώρησε. Η δε επιστροφή χρημάτων σε επενδυτές δεν ήταν βέβαιη αλλά ήταν υπό την αίρεση της εισροής χρημάτων από άλλους επενδυτές.

 

190.    Περαιτέρω, η μουτζούρα στη θέση της υπογραφής του Παραπονούμενου δεν καθιστά το πρακτικό πλαστό υπό την έννοια ότι δεν το κάνει να λέει ψέματα σε σχέση με τον εαυτό του. Ελλείπει και η μαρτυρία ότι θα μπορούσε να εξαπατηθεί οποιοδήποτε πρόσωπο ερχόταν σε επαφή με το Τεκμήριο 3. Αντιθέτως υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία πως κανένα πρόσωπο δεν εξαπατήθηκε.

 

191.    Σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης καταδολίευσης, κανονικά το θέμα εξαντλείται με την κρίση ότι το Τεκμήριο 3 δεν ήταν πλαστό. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα τέτοια πρόθεση να παρακινηθεί άλλος να αποδεχθεί το κατ’ ισχυρισμόν πλαστό έγγραφο ως γνήσιο και, ως εκ τούτου, να προβεί σε μια πράξη ή να απέχει από κάποια πράξη. Δεν στοιχειοθετήθηκε ότι οι Κατηγορούμενοι επιχείρησαν να αλλοιώσουν μια εικόνα πραγμάτων προς όφελος τους. Η μουτζούρα του Κατηγορούμενου 3 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αλλοιώνει την εικόνα του τι συμφωνήθηκε κατά την συνεδρία της 21.06.2019 και καταγράφηκε προς όφελος των Κατηγορούμενων.

 

192.    Εν ολίγοις, είτε υπέγραφε ο Παραπονούμενος είτε όχι δεν θα άλλαζε το γεγονός ότι δεν λήφθηκε τέτοια απόφαση από το ΔΣ της Εταιρείας για επιστροφή χρημάτων στον Παραπονούμενο με την εισροή χρημάτων από επενδύσεις. Επίσης, είτε υπέγραφε ο Παραπονούμενος είτε όχι δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι είχαν ληφθεί οι αποφάσεις οι οποίες καταγράφονται στο πρακτικό.

 

193.    Αυτό το οποίο διαφάνηκε είναι ότι υπήρξε μια διαφωνία σε σχέση με τη σειρά με την οποία θα εξοφλούνταν οι πιστωτές της Εταιρείας, σε περίπτωση όμως κατά την οποία εισέρρεαν χρήματα από επενδύσεις. Ωστόσο, κρίθηκε ότι ουδέποτε λήφθηκε απόφαση του ΔΣ για την επιστροφή των χρημάτων του Παραπονούμενου. Δεδομένου του ότι δεν υπήρξε τέτοια απόφαση δεν μπορεί να υπάρξει πλαστογραφία αλλά ούτε και πρόθεση καταδολίευσης.

 

194.    Κατά συνέπεια, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται από την κατηγορία την οποία αντιμετωπίζουν.

Κατάχρηση διαδικασίας

 

195.    Η υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι η παρούσα δίωξη είναι καταχρηστική καθότι ο Παραπονούμενος ανέφερε πως το κίνητρο του για την προώθηση της είναι να εισπράξει τα χρήματα του. Παρότι δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης μου η ενασχόληση με αυτό το ζήτημα είναι αχρείαστη, για σκοπούς πληρότητας αναφέρεται πως το ότι ο Παραπονούμενος απαιτεί τα χρήματα του δεν θεωρώ ότι καθιστά την υπόθεση καταχρηστική.

 

196.    Εν πρώτοις το παρόν Δικαστήριο δεν έχει την δικαιοδοσία να επιστρέψει τα χρήματα του Παραπονούμενου αλλά ούτε και η απαίτηση ή η θέση του Παραπονούμενου ως προς τον λόγο άσκησης της δίωξης μπορεί να μεταβάλει τον σκοπό της παρούσας ποινικής διαδικασίας. Αυτό ακριβώς τέθηκε στην Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου (2002) 2 Α.Α.Δ. 522 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι τα ελατήρια του παραπονούμενου δεν μπορούν να έχουν αποφασιστική σημασία. Η οποιαδήποτε δήλωση του Παραπονούμενου δεν αλλοιώνει το σκοπό της διαδικασίας η οποία δεν είναι άλλη από την τιμωρία αυτών οι οποίοι διέπραξαν ποινικά αδικήματα.

 

197.    Μια υπόθεση δεν μπορεί να θεωρείται καταχρηστική ανάλογα με το πως απαντά στην ερώτηση «τι επιθυμείτε να κερδίσετε από αυτή την διαδικασία». Εάν το κίνητρο του παραπονούμενου έπαιζε καθοριστικό ρόλο τότε θα καθιερωνόταν ένα πλασματικό κριτήριο που οδηγεί και σε παράλογα αποτελέσματα διότι ακριβώς το τι θέλει ο παραπονούμενος να κερδίσει από τη διαδικασία δεν μεταβάλλει με οποιονδήποτε τρόπο το σκοπό αυτής.

 

198.    Επομένως, θα απέρριπτα την εισήγηση περί κατάχρησης πάνω σε αυτή τη βάση.

 

 

Ε. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 

199.    Συμπερασματικά, κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι Κατηγορούμενοι με πρόθεση καταδολίευσης κατασκεύασαν το Τεκμήριο 3 το περιεχόμενο του οποίου δεν ανταποκρίνεται στο τι πραγματικά διαμείφθηκε κατά τη συνεδρία του ΔΣ της Εταιρείας την 21.06.2019.

 

200.    Κατ’ ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται από την κατηγορία την οποία αντιμετωπίζουν.

 

201.    Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, σημειώνεται ότι σε ποινικές υποθέσεις η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την παροχή εξόδων δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα.[19] Εν προκειμένω, ωστόσο, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην επιδικαστούν έξοδα υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου. Επιδικάζονται έξοδα ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ των Κατηγορούμενων και εναντίον του Παραπονούμενου.

 

 

 

Υπ. ________________

Χ. Σατσιάς, Ε.Δ.

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολ. Εφ. 117/2018, 16.03.2022, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490

[2] «Τζίζα» σύμφωνα με το ετυμολογικό λεξικό της ομιλούμενης Κυπριακής διαλέκτου του Κ. Χατζηιωάννου, εκδόσεις Επιφανείου, 2010, σημαίνει «γραμμή» και προέρχεται από την Τουρκική λέξη «?izi»

[3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273

[4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάννου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797

[5] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506

[6] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 320

[7] Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640

[8] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45

[9] Αθανασίου v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614

[10] ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720, Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527

[11] Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited (1987) 1 Α.Α.Δ. 383

[12] Σιακαλλής ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 146, R v Bircham (1972) Crim LR 430

[13]    R. v. Gambling (1974) 2 All E.R. 479

[14] Ιακώβου v. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 211Ιωάννου v. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 301 και Φανιέρος v. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 104

[15] μεταξύ άλλων Ioannou vPolice (1985) 2 CLR 14, Τσιέλεπος v Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 457, και πιο πρόσφατα στην Λεωνίδου v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 85/2020, 28.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:B284

[16] βλWelham, ανωτέρω, σελ. 815, per Lord Denning

[17]  Γ.Ε. ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246, 250

[18] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363

[19] Μενελάου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 232 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2) (2000) 2 Α.Α.Δ. 603


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο