ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 2584/22
Μεταξύ:
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ
εναντίον
1. 7 MONKEYS LTD
2. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 16.12.2025
Εμφανίσεις:
Για Παραπονούμενο: κ Γ. Προδρόμου
Για Κατηγορούμενους: κ Α. Γιαλελής
ΑΠΟΦΑΣΗ
Στην παρούσα υπόθεση, οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες οι οποίες σχετίζονται με το αδίκημα της μη πληρωμής μισθού σε μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, κατά παράβαση του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 και 2012.
Ειδικότερα, αυτό που καταλογίζεται στους Κατηγορούμενους είναι ότι η Κατηγορούμενη 1, περί το τέλος Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και Νοεμβρίου του 2021 δεν κατέβαλε στον εργοδοτούμενο της Μ.Γ., μέρος του μισθού του, ύψους €800, €650 και €450 (αντιστοίχως προς τους μήνες), ως όφειλε να το πράξει (κατηγορίες 1, 3 και 5) και ο Κατηγορούμενος 2, υπό την ιδιότητα του διευθυντή της Κατηγορούμενης 1, παρακίνησε την τελευταία[1], ώστε να μην καταβάλει τους παραπάνω μισθούς, στον εργοδοτούμενο της Μ.Γ. (κατηγορίες 2, 4 και 6).
Προς υποστήριξη των κατηγοριών, κατέθεσαν τρεις μάρτυρες, η Α.Σ., επιθεωρήτρια εργασιακών σχέσεων (Μ.Κ.1), ο Παραπονούμενος-Μ.Γ. (Μ.Κ.2) και η Α.Κ. (Μ.Κ.3), επιθεωρήτρια κατά τον επίδικο χρόνο στην Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Μετά την κλήση των Κατηγορουμένων σε απολογία, από πλευράς των τελευταίων δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ο Κατηγορούμενος 2, επέλεξε να προβεί σε ανωμοτί δήλωση, κείμενο της οποίας προσκόμισε στο Δικαστήριο (τεκμήριο Α). Στα πλαίσια δε, της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν 5 συνολικά, τεκμήρια, ενώ δηλώθηκαν (και εγκρίθηκαν ως τέτοια) παραδεκτά γεγονότα, τα οποία συνίστανται στο ότι, η Κατηγορούμενη 1 είναι δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και ότι ο Κατηγορούμενος 2, ήταν κατά τον επίδικο χρόνο διευθυντής της Κατηγορούμενης 1.
Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα, αποτελούν εκ των προτέρων και ευρήματα του Δικαστηρίου.
Η αμφισβήτηση της υπόστασης των επίδικων κατηγοριών, από πλευράς υπεράσπισης έγκειται στο ότι, μεταξύ του Παραπονούμενου και της Κατηγορούμενης 1 ουδέποτε υπήρχε σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου και σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 ότι ακόμη και εάν ήθελε γίνει αποδεκτό ότι ο Μ.Κ.2 ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης 1, ότι δεν έχει αποδειχθεί, στον βαθμό που απαιτείται, ότι ο Κατηγορούμενος παρακίνησε την πρώτη και επομένως συνήργησε μαζί της, ώστε ο Μ.Κ.2 να μην λάβει τους μισθούς που ισχυρίζεται ότι έπρεπε να λάβει.
Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος υποστηρίζει ότι, με γνώμονα το ότι, η υπηρεσία Κοινωνικών ασφαλίσεων θεώρησε τον Μ.Κ.2 (όπως και άλλα πρόσωπα) ως μισθωτό της Κατηγορούμενης 1, κατά τον ουσιώδη χρόνο και επέβαλε στην Κατηγορούμενη 1 πρόστιμο, για αδήλωτη εργασία, τότε με γνώμονα το τεκμήριο της νομιμότητας που περικλείει την εν λόγω απόφαση, δεν μπορεί να ισχύει οτιδήποτε άλλο από το ότι εν πρώτοις ο Μ.Κ.2 ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης 1 και κατά δεύτερο, ότι του οφείλονται οι μισθοί που πραγματεύονται οι επίδικες κατηγορίες, αφού το βάρος απόδειξης καταβολής τους, βρίσκεται στους ώμους της υπεράσπισης, η οποία δεν το έχει αποσείσει. Σε σχέση δε με τον Κατηγορούμενο 2 και με παραπομπή στην μαρτυρία του Μ.Κ.2, υποστηρίζεται ότι, εφόσον ήταν το πρόσωπο που είχε επαφή με τον τελευταίο και το πρόσωπο που παρέλαβε εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 την απόφαση της υπηρεσία κοινωνικών ασφαλίσεων, τότε τεκμαίρεται ότι ήταν και το πρόσωπο που παρακίνησε την πρώτη, να μην προχωρήσει σε πληρωμή των επίδικων δεδουλευμένων.
Παραθέτω σύνοψη της μαρτυρίας που προσφέρθηκε, έτσι ώστε να υπάρχει σκιαγράφηση της, η οποία καθιστά ευκολότερη την κατανόηση των όσων ακολουθούν στην αξιολόγηση.
Η Μ.Κ.1, κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α), στην οποία αναφέρεται, πέραν από τη θέση και τον τομέα που εργάζεται, ότι στις 2.12.2021, ο Μ.Κ.2, προσήλθε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων και υπέβαλε καταγγελία εναντίον των Κατηγορουμένων, ισχυριζόμενος ότι υπάρχει άρνηση από μέρους τους, να του καταβάλουν τα δεδουλευμένα του για την περίοδο 01.09.21-30.11.2021 (τεκμήριο 1). Η ίδια επικοινώνησε στις 21.12.21 με τον διευθυντή της Κατηγορούμενης 1, ενημερώνοντας τον για τα πιο πάνω και η θέση του ήταν ότι ο Μ.Κ.2, ουδέποτε υπήρξε υπάλληλος της πρώτης, πλην όμως ήταν συνεργάτης. Ακολούθησε η ενημέρωση του Μ.Κ.2 για τα πιο πάνω και του ζητήθηκαν αποδεικτικά εισφορών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (τεκμήριο 2), τα οποία προσκόμισε στις 17.03.2022. Κατόπιν τούτου, επικοινώνησε εκ νέου με τον εργοδότη, ο οποίος την παρέπεμψε στον δικηγόρο του και σε επικοινωνία που είχε με τον εν λόγω δικηγόρο, της επαναλήφθηκε από τον τελευταίο πως δεν υπήρξε ποτέ, σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου μεταξύ της Κατηγορούμενης 1 και του Μ.Κ.2. Ακολούθησε νέα επικοινωνία με τον δικηγόρο στις 13.07.22 για να υπάρξει συμμόρφωση και ζητήθηκε χρόνος από τον τελευταίο, για να επανέλθει με πρόταση διακανονισμού, πρόταση την οποία δεν υπέβαλε ποτέ και έτσι στις 12.08.2022, η ίδια προχώρησε στην παρούσα ποινική δίωξη. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, ανέφερε πως για να καταλήξει στα ποσά που αναφέρονται στις επίδικες κατηγορίες βασίστηκε στα λεγόμενα του Μ.Κ.2, με βάση τα οποία, θα έπρεπε να λαμβάνει ημερησίως €50 και τα συσχέτισε με τις ημέρες που ο τελευταίος ανέφερε ότι εργάστηκε, με βάση μια πρόχειρη χειρόγραφη κατάσταση που της προσκόμισε (τεκμήριο 3).
Αντεξετάστηκε ως προς το πότε της προσκομίστηκε το τεκμήριο 3, εάν για την προώθηση της παρούσας βασίστηκε στο τεκμήριο 2 και γιατί ενώ το τελευταίο, παρουσιάζει εισφορές προς όφελος του Μ.Κ.2 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2021, η παρούσα περιλαμβάνει και οφειλόμενο (κατ΄ ισχυρισμό) μισθό και για τον Νοέμβριο του 2021. Αντεξετάστηκε επίσης, ως προς το κατά πόσο της λέχθηκε από πλευράς του Μ.Κ.2, ότι η συνεργασία του με την Κατηγορούμενη 1 ξεκίνησε επειδή ενδιαφερόταν να αγοράσει μετοχές και εάν τούτο της φάνηκε παράξενο, εφόσον ο Μ.Κ.2 απαιτούσε μισθούς μετέπειτα. Επίσης αντεξετάστηκε σε σχέση με το κατά πόσο ζητήθηκε από τους Κατηγορούμενους οποιοδήποτε έγγραφο σε σχέση με την θέση τους ότι δεν επρόκειτο περί εργοδοτούμενο της Κατηγορούμενης 1, τί καθήκοντα ανέφερε ο Μ.Κ.2 ότι εκτελούσε και εάν της ίδιας της φάνηκε παράξενο το ότι ανέφερε ο τελευταίος, πολλαπλές θέσεις στην επιχείρηση της Κατηγορούμενης 1. Ερωτήθηκε επιπρόσθετα, εάν η ίδια ζήτησε από τον Μ.Κ.2 να της προσκομίσει τις αποδείξεις πληρωμών που ισχυρίζετο ότι είχε από την Κατηγορούμενη 1 και οι οποίες αφορούσαν προηγούμενες πληρωμές του μισθού του και εάν όχι γιατί δεν το έπραξε. Της υπεβλήθη η θέση πως δεν διερεύνησε ορθά το παράπονο που υπέβαλε ο Μ.Κ.2 και τούτο διότι πίστεψε όσα της είπε ο τελευταίος, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε έρευνα για το αληθές των ισχυρισμών του.
Ο Μ.Κ.2, Παραπονούμενος στην παρούσα, κατά την κυρίως εξέταση του, ανέφερε πως τον Κατηγορούμενο 2, τον γνώρισε μέσω κοινών γνωστών τους στα μέσα του 2021, στο μπαράκι «7 monkeys», στο οποίο ο ίδιος ήταν διευθυντής, μαζί με τον Κατηγορούμενο 2 και ακόμη ένα πρόσωπο, όπως διευθυντές ήταν και στην «εταιρεία». Είχε ξεκινήσει την συνεργασία του μαζί του, όταν πήγε στο μαγαζί με την προϋπόθεση εάν θεωρήσει ότι όλα πήγαιναν καλά, να γίνει συνέταιρος οπότε και ξεκίνησε να εργάζεται και να πληρώνεται, έχοντας πολλά καθήκοντα, «σχεδόν τα πάντα». Την συμφωνία να εργάζεται, την έκανε και με τους δύο διευθυντές, αλλά κυρίως με τον Κατηγορούμενο 2 και δεν είχε σταθερές ώρες εργασίας και ημέρες, οπότε εργαζόταν αναλόγως, ωστόσο δεν θυμόταν να πει μέσο όρο, πόσες ώρες και ημέρες εργαζόταν κάθε μήνα. Στην αρχή πληρωνόταν με τον μήνα και αργότερα όταν είδαν ότι είχε θέματα το μαγαζί, είπαν να πληρώνεται «κάποιο ποσό». Δεν ήταν σίγουρος εάν αρχικά είπαν «€70, €80 ή €60» επειδή πέρασαν πολλά χρόνια από τότε αλλά η τελευταία συμφωνία που είχε κάνει προφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, ήταν για €50 το βράδυ. Νομίζει πως η συνεργασία τους έληξε τον Νοέμβριο του 2021 και υπέβαλε παράπονο για τα απλήρωτα δεδουλευμένα του γιατί ήταν αρκετές νύχτες στο μαγαζί χωρίς να πληρωθεί.
Αναγνώρισε το τεκμήριο 3, ως τις σημειώσεις που έδωσε στην Μ.Κ.1, τις οποίες συνέταξε ο ίδιος και στις οποίες κατέγραφε ποιες και πόσες νύχτες και για ποια περίοδο είχε εργαστεί. Ανέφερε σε σχέση με το τεκμήριο 3 πως όπου υπήρχαν διαγραμμένα σημεία, εξυπακούεται ότι τα είχε πληρωθεί. Αναφέρθηκε επιπλέον σε έρευνα που διεξήγαγε η υπηρεσία κοινωνικών ασφαλίσεων στο μαγαζί, τον Οκτώβριο του 2021 κατά την οποίο έμαθε πως δεν ήταν καν δηλωμένος στις υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Στις αρχές, επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο 2 μέσω μηνυμάτων και του ζήτησε τα δεδουλευμένα του, ωστόσο αυτός αρνήθηκε και μετέπειτα επικοινώνησε και με τον συνέταιρο του Κατηγορούμενου 2, ο οποίος του είπε πως θα επικοινωνήσουν πίσω μαζί του, πράγμα που δεν έπραξαν, εξ ου και προχώρησε στην καταγγελία. Σε σχέση με την θέση των Κατηγορουμένων ότι ήταν συνεργάτης και όχι εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης 1, ανέφερε ότι δεν ήταν συνέταιρος και πως αυτό δεν έχει λογική διότι εάν ήταν, θα λάμβανε και ανάλογο μισθό.
Αντεξετάστηκε και του ζητήθηκε να αναφέρει ακριβώς, τι ήταν αυτό που αρχικά είχε συμφωνήσει με τους δύο διευθυντές της Κατηγορούμενης 1 και πώς ακριβώς θα επένδυε στην επιχείρηση. Προς τούτο, του υποδείχθηκε προσχέδιο συμφωνίας, για το οποίο ερωτήθηκε εάν το έχει ξαναδεί και εάν ο ίδιος, είχε διαπραγματευτεί το περιεχόμενο του (τεκμήριο 4). Του υπεβλήθη επί τούτου η θέση, πως καταρχάς όσο καιρό παρέμεινε στο μπαράκι ήταν για να αποφασίσει εάν ο ίδιος θα επένδυε τελικά ή όχι, κάτι που αποφάσισε να μην πράξει και επειδή τα όσα είχαν αρχικά συμφωνηθεί δυνάμει του τεκμηρίου 4, δεν τελεσφόρησαν, αποφάσισε εκδικητικά και με απώτερο σκοπό να τιμωρήσει τον Κατηγορούμενο 2, να υποβάλει ψευδώς καταγγελία ότι δήθεν του οφείλονταν δεδουλευμένα. Ερωτήθηκε επίσης, για ποιο λόγο, δεν προσκόμισε στην Μ.Κ.1 τις αποδείξεις πληρωμών που ισχυρίζεται ότι είχε και αφορούσαν μισθούς που του καταβλήθηκαν, πότε προσκόμισε στην Μ.Κ.1 το τεκμήριο 3 και πότε ξεκίνησε να προβαίνει στις καταγραφές που περιέχονται σε αυτό, για ποιο λόγο σημείωνε και τις ημέρες που κατά τον ίδιο τις είχε πληρωθεί.
Η Μ.Κ.3, αναφέρθηκε στην κυρίως εξέταση της σε επιθεώρηση που διεξήχθη στις 29.10.21, από την υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων, στο μπαράκι που λειτουργούσε η Κατηγορούμενη 1, διευκρινίζονταν πως η ίδια μετέβη στον χώρο ενόσω διεξαγόταν η επιθεώρηση και όχι από την αρχή της. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία, εντοπίστηκαν 5 άτομα στον χώρο να εργάζονται σύμφωνα με τον επιθεωρητή που διεξήγαγε την επιθεώρηση, εκ των οποίων τα 4 ήταν αδήλωτα στις κοινωνικές ασφαλίσεις, μεταξύ αυτών και ο Μ.Κ2. Ανέφερε πως λήφθηκε συνέντευξη από τα πιο πάνω 4 άτομα, οι απαντήσεις των οποίων καταγράφηκαν σε έντυπα και σε σχέση με τον Μ.Κ.2, ανέφερε πως η θέση του ιδίου, σύμφωνα με τα οσα διατυπώνονται στο έντυπο της συνέντευξης που του λήφθηκε (τεκμήριο 5, συνημμένο Β(3)) ήταν ότι ξεκίνησε να εργάζεται τον Ιούνιο του 2021 ως «manager», δήλωσε ως εργοδότη του τον Κατηγορούμενο 2 τον οποίο κατονόμασε ως ιδιοκτήτη και σε σχέση με τις ημέρες, ώρες και μισθό που λάμβανε, η θέση του ήταν ότι εργαζόταν 4 ημέρες την εβδομάδα, 7 ώρες ημερησίως, έχοντας 2 με 3 ημέρες ξεκούρασης και ο μισθός του κυμαίνετο σε €600-€800, τα οποία λάμβανε άλλοτε σε μετρητά και άλλοτε μέσω τραπεζικού εμβάσματος, ως επίσης ότι δεν του δόθηκε γραπτή ενημέρωση από τον εργοδότη του. Επιπλέον η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι, πριν από την αποχώρηση τους, εξέδωσαν έγγραφο διαπίστωσης παράβασης αδήλωτης εργασίας (τεκμήριο 5, συνημμένο Γ(1)) την οποία παρέλαβε και υπέγραψε ο Κατηγορούμενος 2 και με την οποία διδόταν χρονικό περιθώριο 5 ημερών για προσκόμιση στοιχείων ως προς το κατά πόσο ήταν ορθή η διαπίστωση ή όχι. Η εν λόγω προθεσμία παρήλθε και το διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε δυνάμει αυτής (βλ. τεκμήριο 5, συνημμένο Ε(2)), παραλήφθηκε στις 03.02.2022 και δεν έχει εξοφληθεί, όπως ούτε και ασκήθηκε ιεραρχική ή άλλως πως προσφυγή, σε σχέση με την νομιμότητα του.
Σε σχέση με τα έντυπα συνέντευξης των προσώπων που εντοπίστηκαν κατά την Μ.Κ.3 να εργάζονται στο μπαράκι στις 29.10.21, η τελευταία αποδέχθηκε ότι είναι ανυπόγραφα εκ μέρους τους εξηγώντας ότι ο λόγος έγκειται στο γεγονός ότι την συγκεκριμένη περίοδο επικρατούσε «πανδημία» και οι οδηγίες που είχαν από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας, ήταν να επιδιώκεται όσο λιγότερη επαφή, ήταν δυνατό, ενόψει του ότι ίσχυαν μέτρα κατά της πανδημίας.
Αντεξετάστηκε, ως προς το ποιος συμπλήρωσε τα έντυπα συνεντεύξεων, για ποιο λόγο απουσιάζει η θέση του εργοδότη σε σχέση με τα όσα δηλώνονται και εάν η ίδια γνωρίζει επικοινώνησε οποιοσδήποτε από πλευράς των τελευταίων, με τις υπηρεσίες κοινωνικών ασφαλίσεων και κατά πόσο, την δεδομένη περίοδο, απαγορευόταν η επί τόπου επίσκεψη στα γραφεία τους, λόγω της πανδημίας του κορονοϊού. Επί τούτου, υπεβλήθη στην Μ.Κ.3 η θέση ότι η μόνη επιλογή που δόθηκε, από πλευράς κοινωνικών ασφαλίσεων στην εργοδοτική πλευρά, ήταν η συμπλήρωση εντύπου τερματισμού της απασχόλησης των προσώπων που θεωρήθηκαν εργοδοτούμενοι, όταν προέβαλαν τη θέση πως δεν υφίσταται σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου σε σχέση με όλα τα πρόσωπα. Επίσης, αντεξετάστηκε ως προς το πώς η υπηρεσία κοινωνικών ασφαλίσεων κατέληξε ότι ο μισθός που θα έπρεπε να λαμβάνει ο Μ.Κ.2 ήταν στα €1.104 με δεδομένο το ότι ο ίδιος δήλωσε μισθό, ύψους €600-€800 στη συνέντευξη του. Της υπεβλήθη ότι η συνέντευξη που λήφθηκε από τον Μ.Κ.2, δεν έχει κανένα νόημα, καθότι τα όσα ανέφερε σε σχέση με το πόσα χρήματα υποτίθεται λάμβανε μηνιαίως, διαφέρουν από τα όσα δήλωσε στο παράπονο που στην συνέχεια υπέβαλε (τεκμήριο 1), επειδή ακριβώς ουδέποτε εργαζόταν στην Κατηγορούμενη 1 και πως τούτο φαίνεται, εάν συγκριθεί η δική του συνέντευξη, με την συνέντευξη άλλου προσώπου που πράγματι δούλευε εκεί, κατά την οποία είχε αναφέρει με συγκεκριμένο τρόπο, πόσα χρήματα πληρωνόταν ημερησίως.
O Kατηγορούμενος 2, προέβη σε ανωμοτί δήλωση (Τεκμήριο Α), στην οποία αναφέρει τα εξής.
«Κατά ή περί τα τέλη Μαΐου και αρχές Ιουνίου του 2021, ο κ. Μάριος Γεωργίου, ο οποίος είναι παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση, με προσέγγισε σε σχέση με το lounge bar που διατηρούσα και μου εξέφρασε την επιθυμία να γίνει συνεταίρος, δηλαδή να αγοράσει μερίδιο μετοχών στο lounge bar το οποίο λειτουργούσαμε όπως αυτό φαίνεται στην συμφωνία την οποία συνάψαμε ημερ. 09/06/2021 και ειδικότερα ως αυτά φαίνονται στην σελ. 4 του εν λόγω τεκμηρίου 4 στο Δικαστήριο.
Όπως φαίνεται επί του τεκμηρίου 4 στο Δικαστήριο αυτοί ήταν οι όροι οι οποίοι συμφωνήσαμε μαζί με τον παραπονούμενο, όπως ακριβώς έχουν αποτυπωθεί επί του εν λόγω τεκμηρίου. Αυτό το συμβόλαιο σίγουρα δεν ετοιμάστηκε από εμάς, μόνο εάν δεν υπήρχε η σύμφωνη γνώμη και διάθεση του παραπονούμενου να αγοράσει μετοχές στην εταιρεία μας. Ας μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος παρόλο που δίστασε αναγνώρισε το τεκμήριο 4 επί του Δικαστηρίου.
Όπως είναι ευδιάκριτο η εν λόγω συμφωνία δεν είχε υπογραφτεί επειδή ο παραπονούμενος επιθυμούσε να επιθεωρήσει τον χώρο και την δουλειά για να κάνει τους δικούς του υπολογισμούς, εκτός των βιβλίων της εταιρείας των οποίων εξέτασε ως η παράγραφος 7 του τεκμηρίου 4.
Ο πιο πάνω λόγος ήταν και το γιατί κάποιες φορές ερχόταν στην δουλειά και παρακολουθούσε πολλές φορές παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως manager αφού σύμφωνα και με την συμφωνία, μόλις θα πλήρωνε τα ποσά που φαίνονται επί του τεκμηρίου 4, θα λάμβανε συγκεκριμένες μετοχές επί της εταιρείας μας και θα ήταν όντως πραγματικός manager στο lounge bar μας, όπως ήταν και η μεταξύ μας συμφωνία.
Μετά από διάστημα 2-3 μηνών όπως μας ανέφερε ότι δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει τα χρήματα για να συμμετέχει στην εταιρεία μας, αποφάσισε ότι θα έπρεπε να πληρωθεί για τις οποιεσδήποτε ώρες «σπατάλησε» ως ο ίδιος μας είπε μέσα στο μαγαζί μας. Αυτό σίγουρα δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό από εμάς αφού σε καμιά περίπτωση δεν έχει δουλέψει στο μαγαζί εκτός από του να επιθεωρεί.
Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αναφέρω πως η οποιαδήποτε αμέλεια της εταιρείας να προβεί σε οποιεσδήποτε περαιτέρω αμφισβητήσεις στις υπηρεσίες κοινωνικών ασφαλίσεων δεν θα πρέπει να δίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα και αμφισβήτηση στα πραγματικά γεγονότα όπως αυτά έχουν ακουστεί στο Δικαστήριο. Θα πρέπει επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψιν του το γεγονός ότι ο παραπονούμενος δεν έχει υποδείξει και τεκμηριώσει οτιδήποτε που να δείχνει ότι η εταιρεία τον έχει πληρώσει έστω και μια φορά. Επίσης, δεν έχει τεκμηριώσει οποιαδήποτε συμφωνία πληρωμής της εταιρείας μας του συγκεκριμένου μισθού.
Ο ίδιος ο παραπονούμενος έχει φέρει στο Δικαστήριο το τεκμήριο 3 το οποίο ο ίδιος έχει συντάξει και το οποίο είχε στείλει στην επιθεωρήτρια εργασιακών σχέσεων η οποία έχει καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου σας 2 μόλις βδομάδες πριν την εμφάνιση της στο Δικαστήριο και 3 χρόνια ακριβώς μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης.
Θα πρέπει να ξεκαθαρίσω εκτός τον πιο πάνω των όσων αναφέρω ότι εγώ προσωπικά ουδέποτε δεν έχω συμφωνήσει με τον παραπονούμενο να εργαστεί στην εταιρεία μας και ουδέποτε συμφώνησε οποιοδήποτε ποσό ανταμοιβής του εκτός των όσων αναφέρονται στο τεκμήριο 4 όπου αποτυπώνεται η πραγματική συμφωνία και πρόθεση των δύο μερών.»
Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και εξέτασα όπως επιβάλλεται τη μαρτυρία τους, καθώς και κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί υπό μορφή δηλώσεων ή εγγράφων εν τη εννοία του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ως άνω μαρτυρία, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των πραγματικών γεγονότων.
Υπενθυμίζεται εδώ, ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια ν' αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και ν' απορρίπτει το υπόλοιπο μέρος αυτής ως αναξιόπιστο, ενεργώντας αναλόγως. Για μερική αποδοχή μαρτυρίας, χρειάζεται βεβαίως ικανή αιτιολόγηση από το Δικαστήριο[2].
Σημειώνω πως σε σχέση με την Μ.Κ.3, η μαρτυρία της, δεν έχει επί της ουσίας της αμφισβητηθεί. Ούτε άλλωστε υπάρχει εισήγηση από πλευράς υπεράσπισης για μη αποδοχή της μαρτυρίας της. Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι κατά την 29.10.2021, η υπηρεσία κοινωνικών ασφαλίσεων διεξήγαγε έρευνα στο μαγαζί που λειτουργεί η Κατηγορούμενη 1 κατά την διάρκεια της οποίας εντοπίστηκαν 5 άτομα, 4 εκ των οποίων, μεταξύ αυτών και ο Παραπονούμενος, θεωρήθηκε ότι εργάζονταν και όπως διαπιστώθηκε δεν ήταν δηλωμένοι ως εργαζόμενοι στις κοινωνικές ασφαλίσεις. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε το ότι την έρευνα διεξήγαγε ο επιθεωρητής Μ.Τ. και ότι η Μ.Κ.3 έφτασε λίγο μετά στον χώρο και ενόσω διεξαγόταν η έρευνα. Επίσης, ότι πριν αποχωρήσουν, ο επιθεωρητής Μ.Τ. εξέδωσε ειδοποίηση διαπίστωσης παράβασης (συνημμένο Γ(2) του Τεκμηρίου 5), το οποίο παραλήφθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 και το οποίο έδιδε το δικαίωμα στην Κατηγορούμενη 1 να προσκομίσει έγγραφα που να αποδείκνυαν ότι δεν υφίστατο η παράβαση της αδήλωτης εργασίας καθώς και ότι ο εν λόγω χρόνος παρήλθε, χωρίς να προσκομιστεί οποιοδήποτε έγγραφο με αποτέλεσμα να επιβληθεί στην Κατηγορούμενη 1 διοικητικό πρόστιμο, το οποίο παραμένει απλήρωτο και δεν έχει αμφισβητηθεί. Επίσης, δεν αμφισβητήθηκε ότι, κατά την διάρκεια της έρευνας, ο Μ.Τ. έλαβε συνεντεύξεις από τα πρόσωπα που εντοπίστηκαν να εργάζονται και δήλωσαν ό,τι περιέχεται στα έντυπα που αφορούν τον κάθε ένα (τεκμήριο 5, συνημμένα Β1-Β5), συμπεριλαμβανομένου του Παραπονούμενου, ο οποίος δήλωσε ως εργοδότη του τον Κατηγορούμενο 2, ότι εργαζόταν στο υποστατικό από τον Ιούνιο του 2021, 7 ώρες την ημέρα, 4 ημέρες την εβδομάδα, λάμβανε €600-€800 περίπου και ο εργοδότης του δεν του κατέβαλε κοινωνικές ασφαλίσεις.
Σημειώνω πως εν πάση περιπτώσει, η εντύπωση που προκάλεσε στο Δικαστήριο η Μ.Κ.3, ήταν καθόλα θετική αφού απαντούσε με σαφήνεια σε σχέση με τα όσα κατέθετε και όπου δεν γνώριζε ή δεν ήταν βέβαιη για το τι ερωτάτο, δεν δίσταζε να το αναφέρει. Ενδεικτικό στοιχείο της ειλικρίνειας της εν λόγω μάρτυρος είναι και το ότι όταν της υπεβλήθη από τον συνήγορο των Κατηγορουμένων πως όταν η Κατηγορούμενη 1, μετά που της επιδόθηκε το διοικητικό πρόστιμο, αποτάθηκε στις κοινωνικές ασφαλίσεις για να αναφέρει πως δεν συμφωνούσε ότι υπήρχε σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου μεταξύ της ίδιας και του Μ.Κ.2, της λέχθηκε από πως ό,τι μπορούσε να πράξει ήταν να προχωρήσει σε υποβολή εντύπου τερματισμού της απασχόλησης, η Μ.Κ.3 ανέφερε χαρακτηριστικά «Δεν μπορώ να δώσω κάποια απάντηση, γιατί ζητήθηκε από τον εργοδότη να παρουσιαστεί στην Λεωφόρο Καλλιπόλεως, αναγράφεται στο έντυπο που έχουμε δώσει και δεν παρουσιάστηκε. Και σύμφωνα με την έκθεση του συναδέλφου, ούτε κάποια επικοινωνία είχε γίνει…» Το ίδιο μοτίβο απαντήσεων ακολούθησε και όταν της υπεβλήθη πως ο Κατηγορούμενος 2 ήταν αυτός που επικοινώνησε. Τις πιο πάνω απαντήσεις τις έδωσε με γνώμονα το ότι, κατά τον δεδομένο χρόνο, την υπόθεση χειριζόταν συνάδελφος της, ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία και η ίδια δεν είχε προσωπική γνώση για αυτά που ερωτάτο. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τις υποβολές που της τέθηκαν, ότι δηλαδή ο Μ.Κ.2, είχε αναφέρει στον Μ.Τ. ότι βρισκόταν στον χώρο, επειδή ήθελε να γίνει συνέταιρος και όχι γιατί εργαζόταν. Επί τούτου, η Μ.Κ.3 διευκρίνισε πως εν πρώτοις, δεν φαίνεται μέσα από το τεκμήριο 5 (στο μέρος που αφορά τον Μ.Κ.2) να είχε δηλώσει κάτι τέτοιο, χωρίς ωστόσο να το αποκλείει, μιας και η ίδια δεν ήταν παρούσα κατά την λήψη του ερωτηματολογίου. Το γεγονός βέβαια ότι η Μ.Κ.3 δεν επιβεβαίωσε ή διέψευσε τις υποβολές που της τέθηκαν από την υπεράσπιση (ως ανωτέρω) δεν μπορεί να οδηγήσει άνευ ετέρου και στην αποδοχή των εν λόγω θέσεων, οι οποίες παρέμειναν μετέωρες και δεν φαίνεται να υποστηρίζονται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Είναι εξάλλου καλώς νομολογημένο πως οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (βλ. Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640), όπως δηλαδή και εν προκειμένω.
Εκείνο το σημείο της μαρτυρίας της Μ.Κ.3 που παρέμεινε αδιευκρίνιστο, είναι οι περιστάσεις και συνθήκες υπό τις οποίες εντοπίστηκαν τα πρόσωπα που αναφέρονται στο τεκμήριο 5, μεταξύ αυτών και ο Μ.Κ.2 και θεωρήθηκε ότι εργάζονταν. Επί τούτου, δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε, αφού η Μ.Κ.3, περιορίστηκε στο να αναφερθεί πως τα εν λόγω πρόσωπα θεωρήθηκε από τον Μ.Τ. ότι εργάζονταν, χωρίς ωστόσο να δώσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Τούτο θεωρώ, δεν είναι ασύνδετο με το ότι η ίδια, μετέβη στον χώρο ως ανέφερε, 15 λεπτά περίπου αργότερα και όταν ήδη εν πάση περιπτώσει, η έρευνα βρισκόταν σε εξέλιξη. Με δεδομένο συνεπώς το ότι, η πιο πάνω αναφορά της Μ.Κ.3, (ότι δηλαδή τα πρόσωπα αυτά εντοπίστηκαν να εργάζονται) αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, αφού προκύπτει από τα όσα ο Μ.Τ. της ανέφερε και τα όσα το ίδιο πρόσωπο κατέγραψε ακολούθως στα έντυπα συνεντεύξεων, χωρίς η ίδια να έχει πρωτογενή γνώση, ακόμη και για τα όσα τα πρόσωπα ερωτήθηκαν από τον Μ.Τ. και με δεδομένο το ότι ο τελευταίος ουδέποτε κλήθηκε στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση από μέρους της κατηγορούσας αρχής, το Δικαστήριο δεν δύναται να αποδεχθεί την πιο πάνω θέση, πλην των σημείων εκείνων της μαρτυρίας της, που αφορά στις ενέργειες στις οποίες προέβη ο Μ.Τ., αφού τούτες επιβεβαιώνονται, από το σύνολο του περιεχομένου του τεκμηρίου 5.
Επίσης αδιευκρίνιστο, παρέμεινε και το πώς από πλευράς κοινωνικών ασφαλίσεων, υπήρχε κατάληξη πως ο μηνιαίος μισθός του Μ.Κ.2 (όπως και των υπολοίπων), ήταν €1.104. Επί τούτου η Μ.Κ.3 ανέφερε πως κατέληξαν στο παραπάνω ποσό, με βάση τα όσα αναφέρθηκαν κατά την συνέντευξη. Σε σχέση με τον Παραπονούμενο, το πιο πάνω ποσό καθορίστηκε ενόψει του ότι είχε δηλώσει πως λάμβανε €600-€800 για 7 ημέρες εργασίας και με δεδομένο το ότι η εργοδοτική πλευρά δεν παρουσιάστηκε για να προσκομίσει άλλα στοιχεία και με δεδομένο το ότι δεν υπήρχε σύμβαση εργοδότησης. Σε αυτό το σημείο ωστόσο, η μαρτυρία της παρουσιάζει κενά όπως για παράδειγμα εάν το ποσό των €1.104, αφορά ακαθάριστο ή καθαρό μηνιαίο μισθό, εάν λήφθηκε υπόψη η αναφορά του Μ.Κ.2 στο ελάχιστο, δηλαδή τα €600 ή στο μέγιστο των €800 και ποιο ήταν το καθαρό εισόδημα που θα έπρεπε να καταβάλλετο στον Μ.Κ.2, εάν το ποσό των €1.104 αφορά ακαθάριστο μισθό. Αναφέρθηκε επίσης σε καθορισμό του εν λόγω ποσού με βάση τον κατώτατο μισθό που ίσχυε τον δεδομένο χρόνο, χωρίς ωστόσο να αναφέρει ποιος ήταν αυτός και πως με βάση τα δεδομένα αυτού, κατέληξαν στο ποσό των €1.104. Ούτε αυτό το μέρος συνεπώς της μαρτυρίας της, μπορώ να το αποδεχτώ, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω.
Επιπρόσθετα παρατηρώ επίσης πως ως φαίνεται στο τεκμήριο 5, στην Κατηγορούμενη 1, επιβλήθηκε πρόστιμο, στην βάση του ότι θεωρήθηκε, πως παρέλειψε να δηλώσει τα πρόσωπα που εντοπίστηκαν να εργάζονται για περίοδο 6 μηνών (βλ. συνημμένο Γ(2)). Παρόλα αυτά, ως φαίνεται από το τεκμήριο 5, ο Κ.Κ. (βλ. συνημμένο Β(1), δήλωσε ως ημερομηνία πρόσληψης την 20.10.2021, η Χ.Χ. την 21.10.2021 (βλ. συνημμένο Β(2)), ο Μ.Κ.2 τον Ιούνιο του 2021 (βλ. συνημμένο Β(3)), ο Ε.Κ. «3-4 μήνες» (βλ. συνημμένο Β(4), και η Μ.Α. την 19.10.21 (βλ. συνημμένο Β(5)). Τούτο προκύπτει εξάλλου από τον πίνακα που συνοδεύει την ειδοποίηση παράβασης, όπου αναφέρεται για όλους τους πιο πάνω, πλην της Μ.Α., η περίοδος των 6 μηνών, ως «περίοδος παράληψης» δήλωσης εργοδότησης, διαπίστωση η οποία προκαλεί εκ πρώτης όψεως αμφιβολίες στο Δικαστήριο, ως προς την ορθότητα της πιο πάνω πράξης, με δεδομένο το ότι το εν λόγω διοικητικό πρόστιμο επιβλήθηκε στην βάση του άρθρου 85Α(1) του Ν.59(Ι)/2010, το περιεχόμενο του οποίου αποτελεί δικαστική γνώση. Ο λόγος που προβαίνω στον παραπάνω σχολιασμό, δεν είναι διότι το διοικητικό πρόστιμο σχετίζεται με τα εδώ, επίδικα ζητήματα, αλλά για να καταδειχθεί κατά πόσο, η έρευνα που έγινε, η οποία τρόπον τινά, αποτέλεσε αφορμή και για την παρούσα, (αφού σύμφωνα με την Μ.Κ.1, η ίδια στηρίχθηκε και σε αυτήν), έγινε με τον ενδεδειγμένο τρόπο και οι διαπιστώσεις της, αποτελούν στέρεα βάση για εξαγωγή συμπερασμάτων και σε σχέση με τα ζητήματα τα οποία πραγματεύεται η παρούσα. Κατά την κρίση μου και με δεδομένο το ότι ο Μ.Τ., ουδέποτε κλήθηκε να δώσει μαρτυρία επί των πιο πάνω, κανένα ασφαλές, επί της ουσίας της υπόθεσης, εύρημα μπορεί να εξαχθεί, από την έρευνα που διενεργήθηκε από την υπηρεσία κοινωνικών ασφαλίσεων.
Ό,τι μπορεί με ασφάλεια να εξαχθεί ως εύρημα, είναι η ίδια η θέση της Μ.Κ.1, ότι ουσιαστικά, τα πρόσωπα που εντοπίστηκαν στον χώρο, μεταξύ αυτών και ο Μ.Κ.2, θεωρήθηκαν από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ως μισθωτοί της Κατηγορούμενης 1, αφού η πλευρά της Κατηγορούμενης 1, όταν κλήθηκε να προσκομίσει στοιχεία που να καταδείκνυαν το αντίθετο, δεν το έπραξε εντός της προθεσμίας που της τέθηκε.
Με βάση συνεπώς τα πιο πάνω, και πλην των σημείων που ρητά αναφέρω πως δεν είναι αποδεκτά, το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της Μ.Κ.3, είναι αποδεκτό στην ολότητα του και τα όσα ανέφερε, σε σχέση με τις ενέργειες της ίδιας ή του επιθεωρητή Μ.Τ., αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου.
Κρίνω σκόπιμο, προτού αξιολογήσω την μαρτυρία της Μ.Κ.1, να προχωρήσω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.2, αφού η μαρτυρία της πρώτης, είναι με γνώμονα τα όσα ο τελευταίος της έχει αναφέρει και τί η ίδια διαπίστωσε μέσω των ενεργειών της.
Σημειώνω προτού αναφέρω οτιδήποτε άλλο πως από την μαρτυρία του Μ.Κ.2, δεν αμφισβητήθηκε ότι η συνεργασία του με τους Κατηγορουμένους ξεκίνησε με προοπτική ο Μ.Κ.2 να επενδύσει στην επιχείρηση. Ούτε και αμφισβητήθηκε ότι στις 29.10.21 που οι υπηρεσίες κοινωνικών ασφαλίσεων διεξήγαγαν έρευνα στο υποστατικό, ο τελευταίος εντοπίστηκε στον χώρο. Εκείνο που αμφισβητείται, είναι το κατά πόσο, συμφωνήθηκε μεταξύ του Μ.Κ.2 και των Κατηγορουμένων, ο πρώτος να εργάζεται επ’ αμοιβή στην επιχείρηση αφού θέση των τελευταίων είναι ότι, η παρουσία του Μ.Κ.2 στην επιχείρηση, έγκειτο στο ότι κατ’ επιθυμία του ιδίου, ήθελε να δει πως «θα πήγαιναν τα πράγματα» για να αποφασίσει εάν εν τέλει θα επένδυε ή όχι.
Αμφισβητήθηκε επίσης το κατά πόσο έλαβε σε οποιοδήποτε χρόνο χρήματα ως μισθό, από την Κατηγορούμενη 1. Με γνώμονα συνεπώς τα πιο πάνω αμφισβητούμενα γεγονότα, προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.2.
Επί τούτου, σημειώνω καταρχάς, πως ο Μ.Κ.2 δεν άφησε καθόλου θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η όλη στάση του ενόσω κατέθετε, ο δισταγμός που διακατείχε τον λόγο του, όχι μόνο στην αντεξέταση αλλά ακόμη και στην κυρίως εξέταση του, σε συνδυασμό με τις αντιφάσεις που έχω εντοπίσει στην μαρτυρία του, προκαλούν αμφιβολία στο Δικαστήριο, ως προς το κατά πόσο επρόκειτο για μάρτυρα αλήθειας ή τουλάχιστον μάρτυρα, που ανάφερε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Σε όλες τις απαντήσεις του, απαντούσε με δισταγμό ή απέφευγε επιμελώς να απαντήσει το ζητούμενο του ερωτήματος, υπεκφεύγοντας ή επικαλούμενος απώλεια της μνήμης του, λόγω του χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει. Είναι χαρακτηριστικό το ότι, των απαντήσεων του προηγούνταν μεγάλα διαστήματα παύσεων και σκέψης, αφού σχεδόν σε καμμιά ερώτηση, δεν απάντησε αυθόρμητα και χωρίς να υπεκφεύγει. Πέραν τούτου, ως θα διαφανεί πιο κάτω, ακόμη και κατά τον χρόνο που υπέβαλε το παράπονο του στην Μ.Κ.1, δεν ανέφερε όλη την αλήθεια σε σχέση με τις περιστάσεις υπό τις οποίες ξεκίνησε η συνεργασία του με τους Κατηγορούμενους, ενώ ως έχει διαφανεί, υπερέβαλε ακόμη και σε σχέση με αυτά που ανέφερε.
Καταρχάς, κατά την κυρίως εξέταση κατέστησε σαφές πως η συνεργασία του με τους Κατηγορούμενους ξεκίνησε, με πρόθεση να επενδύσει στο υποστατικό («[…]πήγα τζιαμέ με την προϋπόθεση, εάν θεωρήσω τζιαι όλα παν καλά, να γίνω συνέταιρος στο μαχαζι.»), γεγονός το οποίο αναφέρει μεν, στο παράπονο που υπέβαλε (τεκμήριο 1) πλην όμως με κάπως διαφοροποιημένο τρόπο επισημαίνοντας ότι εργαζόταν παράλληλα ως υπεύθυνος της επιχείρησης με καθήκοντα «stock control/taking, scheduling, staff training, floor manager, Hosting/Bartending/service etc». Επισημαίνει δε ουσιαστικά, μέσα από το περιεχόμενο του παραπόνου του, πως το ενδεχόμενο να αγόραζε μετοχές κάποια στιγμή, ήταν ανεξάρτητο με το ότι εργοδοτείτο στην επιχείρηση, ασκώντας τα πιο πάνω καθήκοντα. Παρόλα αυτά, ως έχει διαφανεί μέσα από την αντεξέταση του, το ενδεχόμενο να αγόραζε μετοχές, ήταν κάτι που συζητείτο τον δεδομένο χρόνο, σε βαθμό μάλιστα που τα μέρη, είχαν καταλήξει σε προσχέδιο συμφωνίας, την 09.06.21, την πρώτη δηλαδή εβδομάδα της ισχυριζόμενης εργοδότησης του. Επίσης, αποδέχθηκε ότι η όλη ή η όποια συνεργασία του με τον Κατηγορούμενο 2 ξεκίνησε επειδή ακριβώς ο σκοπός ήταν η επιθυμία του να επενδύσει και όχι γιατί προσέγγισε τον Κατηγορούμενο 2 ή προσεγγίστηκε από αυτόν, προκειμένου να εργοδοτηθεί στην Κατηγορούμενη 1. Οι παραπάνω λεπτομέρειες, ουδέποτε γνωστοποιήθηκαν στην Μ.Κ.1, σύμφωνα με την μαρτυρία της ιδίας η οποία αρκέστηκε να αναφέρει πως της είχε λεχθεί από τον Μ.Κ.2 πως κάποια στιγμή συζητείτο το ενδεχόμενο να επενδύσει στην επιχείρηση.
Επισημαίνω επίσης, πως όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του, τί ήταν ακριβώς που συμφώνησε (σε σχέση με την ισχυριζόμενη εργοδότηση του) με τον Κατηγορούμενο 2 και τον άλλο διευθυντή της Κατηγορούμενης 1, ήταν εμφανές πως απέφευγε να απαντήσει με τρόπο συγκεκριμένο, παραπέμποντας στα όσα είχε πει «στην κατάθεση» του, επικαλούμενος ότι έχουν παρέλθει 4 χρόνια και δεν μπορούσε να θυμηθεί, την συνομιλία που είχαν ακριβώς. Ό,τι θυμόταν πάντως είναι ότι ανεξαρτήτως του εάν θα επένδυε ή όχι, θα εργαζόταν και θα λάμβανε μισθό. Όταν δε ρωτήθηκε πώς είναι δυνατόν να του είχαν ανατεθεί τόσα πολλά και διαφορετικά καθήκοντα, με τον μισθό που ανέφερε και πώς ήταν πρακτικά δυνατό να διεκπεραίωνε ως η θέση του τόσες πολλές και διαφορετικής φύσεως εργασίες στην επιχείρηση και πάλι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει, επαναλαμβάνοντας την φράση «τα έκανα βασικά όλα».
Οφείλω να σημειώσω πως προκαλεί πραγματικά εντύπωση το γεγονός ότι ένα πρόσωπο που του είχαν ανατεθεί τόσες πολλές και τόσο μεγάλες ευθύνες σε μια επιχείρηση, δεν θυμόταν να αναφέρει τίποτε, σε σχέση με τους όρους, τρόπο, διάρκεια εργοδότησης του, πλην του ότι θα εργαζόταν και θα αμειβόταν. Συναφώς με τα πιο πάνω, εντύπωση προκαλεί και το γεγονός ότι, όταν κλήθηκε κατά την κυρίως εξέταση του να αναφέρει με πόσα χρήματα (και πώς) αμειβόταν για όλα τα παραπάνω καθήκοντα που ανέφερε ότι εκτελούσε, επίσης δεν μπορούσε να απαντήσει με συγκεκριμένο τρόπο. Σε σχέση με το ποσό που συμφωνήθηκε να λαμβάνει, ήταν χαρακτηριστική η απάντηση που έδωσε λέγοντας «Για το πρώτο ποσό, θα σας γελάσω, για την πρώτη συμφωνία θα σας γελάσω, δεν θυμούμαι ακριβώς 70, 80, 60; Έχει πολλά χρόνια τέλος πάντων, η τελευταία συμφωνία που είχαμε με τον Παντελή ήταν για 50 για κάθε βράδυ. Αλλά στην αρχή ήταν με μισθό τον κάθε μήνα, μετά υποχωρήσαμε για το καλό του μαγαζιού..[..]».
Καθίσταται σαφές, από το ίδιο το περιεχόμενο της πιο πάνω απάντησης του Μ.Κ.2, πως ο ίδιος καταρχάς προβάλλει εκδοχές που η μία αντιμάχεται την άλλη. Ενώ δηλαδή από την μια ανέφερε πως αρχικά, πληρωνόταν με καθορισμένο μηνιαίο μισθό, (το ύψος του οποίου ουδέποτε ανέφερε), από την άλλη έλεγε πως δεν θυμόταν ακριβώς να αναφέρει, πόσα χρήματα είχαν συμφωνήσει να λαμβάνει ανά βράδυ εργασίας. Σημειώνω (καθότι έχει τη δική του σημασία) πως η όλη συνεργασία του Παραπονούμενου με τους Κατηγορούμενους, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου, ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2021 και ολοκληρώθηκε τέλη τον Νοέμβριο του 2021. Ως ανέφερε δε περαιτέρω, κρατούσε σημειώσεις για τους τρείς μήνες (και πλέον) εξ αυτών, (τεκμήριο 3) για να καταγράφει τις ημέρες που εργαζόταν και εάν πληρώθηκε ή όχι. Το ίδιο ωστόσο το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3, αντιμάχεται την παραπάνω θέση του, (ως προς το ότι λάμβανε αρχικά μισθό τον κάθε μήνα) υπό την εξής έννοια. Στο τεκμήριο 3, οι καταγραφές ξεκινούν από την περίοδο 19/7-25/7 και σε κανένα σημείο δεν φαίνεται, μηνιαία πληρωμή. Αντιθέτως, για κάθε εβδομάδα καταγράφεται το ανάλογο ποσό, το οποίο είναι ή όχι σβησμένο, αναλόγως του τι ο ίδιος θεωρεί ότι πληρώθηκε και τι όχι. Η αναφορά του επομένως εν πρώτοις, ότι στην αρχή ήταν με μισθό κάθε μήνα, δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από τις ίδιες τις σημειώσεις του, αφού για καμιά περίοδο, δεν καταγράφει μηνιαία πληρωμή. Δεν διέλαθε την προσοχή μου το ότι η θέση του ήταν ότι ξεκίνησε να εργάζεται τον Ιούνιο του 2021 και ο μήνας αυτός δεν περιλαμβάνεται στο τεκμήριο 3. Η θέση του ωστόσο ουδέποτε ήταν ότι για τον μήνα Ιούνιο 2021 και μόνο, πληρώθηκε στο τέλος, (μηνιαίως δηλαδή), αλλά ότι στις αρχές πληρωνόταν κάθε μήνα, πλην όμως δεν θυμόταν ποιος ήταν ο μηνιαίος μισθός του.
Περιπλέον, εντύπωση προκαλεί και το γεγονός ότι, ενώ ο ίδιος ετοίμασε με τόση επιμέλεια το τεκμήριο 3, καταγράφοντας εβδομάδα ανά εβδομάδα, ποιες και πόσες ημέρες εργάστηκε, καθώς και το ποσό που του αναλογούσε να πληρωθεί, εντούτοις δεν μπορούσε να απαντήσει το απλούστατο ερώτημα που του τέθηκε στην κυρίως εξέταση του, ως προς το ύψους του μισθού του, μιλώντας για άλλη συμφωνία στην αρχή και άλλη μετέπειτα. Ενώ δηλαδή, με βάση το τεκμήριο 3 προκύπτει να λάμβανε κατά τις 19.07.2021 (ένα και λίγο περισσότερο μήνα δηλαδή, από όταν ξεκίνησε κατά τον ισχυρισμό του να εργάζεται), €50 ημερησίως, με βάση τα όσα ανέφερε, θα έπρεπε να προηγηθούν μήνες κατά τους οποίους πληρώθηκε μηνιαίως, περίοδοι κατά τις οποίες πληρώθηκε με €60, €70 ή €80 το βράδυ (αφού δεν ήταν βέβαιος πόσα είχαν συμφωνήσει) και ακολούθως, να φτάσουμε στις 19.07.2021, περίοδο κατά την οποία έγινε δεύτερη συμφωνία με τον Κατηγορούμενο 2 για να λαμβάνει €50 το βράδυ. Και όλα αυτά, σε λιγότερο από δύο μήνες από την έναρξη της εργοδότησης του. Σε αυτά προσθέτω και το ότι, στον επιθεωρητή Μ.Τ., του τμήματος Κοινωνικών ασφαλίσεων φαίνεται να ανέφερε, πως ο μισθός του κατά τις 29.10.2021, ήταν μηνιαίως (και όχι εβδομαδιαίως) και κυμαίνετο στα €600-€800.
Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου το γεγονός πως κατά την αντεξέταση του και όταν του υπεβλήθη ότι ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε χρήματα από την εταιρεία, θέλησε να υποδείξει (και υπέδειξε) στο Δικαστήριο, κάποια στιγμιότυπα οθόνης που έδειχναν πληρωμή προς όφελος του, στις 06.09.21 του ποσού των €250, πλην όμως σημειώνω πως ως όλα τα μέρη έχουμε διαπιστώσει και καταγράφονται στα πρακτικά, σε κανένα σημείο από αυτά που υπέδειξε, διαφαινόταν η προέλευση ή ο αποστολέας των εν λόγω χρημάτων. Ούτε και διαλανθάνει την προσοχή μου το γεγονός ότι ανέφερε λίγο μετέπειτα πως είχε στην κατοχή του και πληρωμές άλλες, στις οποίες διαφαινόταν ότι η προέλευση ήταν η Κατηγορούμενη 1, ωστόσο σημειώνω πως τέτοια στοιχεία, ουδέποτε εν τέλει κατατέθηκαν, είτε επειδή ο ίδιος δεν ενέμεινε στην κατάθεση τους, είτε επειδή ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, δεν ζήτησε να κατατεθούν στο στάδιο που δικαιούτο να επανεξετάσει επί τούτου τον Μ.Κ.2.
Προβληματική, είναι και η άλλη θέση του Μ.Κ.2 ότι ξεκίνησε να συντάσσει το τεκμήριο 3 στις 19.07.21, όταν ξεκίνησε να μην πληρώνετε, με δεδομένη την ίδια του την θέση ότι, για την περίοδο 19.07.21-05.09.21 (για όσες ημέρες εντός της εν λόγω περιόδου είχε εργαστεί), είχε πληρωθεί. Παρομοίως, προβληματισμό προκαλεί και το ότι, ενώ η θέση του ήταν ότι από τις 06.09.21 μέχρι και τις 21.11.21 εργαζόταν, χωρίς να αμείβεται, εντούτοις ουδέποτε φαίνεται να ζήτησε να λάβει τα χρήματα που θεωρούσε ότι του αναλογούσαν ή να απευθύνθηκε είτε στον Κατηγορούμενο 2, είτε στον έτερο διευθυντή της Κατηγορούμενης 1, παρά μόνο όταν πλέον έφυγε από την επιχείρηση, «στις αρχές» ως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ίδιος. Αυτό δηλαδή που με απλά λόγια επιδιώκει ο Μ.Κ.2 να γίνει πιστευτό, είναι ότι για περισσότερο από δύο μήνες, μετέβαινε κανονικά και αδιαμαρτύρητα στην εργασία του, από την οποία δεν αμειβόταν για τις ημέρες που εργαζόταν, όταν ο ίδιος θέλοντας να καταρρίψει την θέση της υπεράσπισης ότι η παρουσία του στον χώρο, έγκειτο σε επιθυμία του ιδίου, μέχρι να αποφασίσει εάν θα επένδυε ή όχι, απάντησε πως αυτό θα ήταν παράλογο καθότι πώς θα ζούσε ο ίδιος χωρίς μισθό. Και όλα αυτά, ενόσω διαπραγματεύετο, με την παρουσία μάλιστα του δικηγόρου του (ως αποδέχθηκε), τους όρους της συμφωνίας αγοράς μετοχών (τεκμήριο 4).
Σημειώνω επίσης ότι, ενώ στην κυρίως εξέταση του, όταν κλήθηκε από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής να σχολιάσει την θέση της υπεράσπισης ότι η παρουσία του στον χώρο έγκειτο στην επιθυμία του να καταστεί συνέταιρος, ο Μ.Κ.2 απάντησε τα εξής, γελώντας:
«Καταρχήν δεν ήμουν συναίτερος, ούτε υπάρχει κάπου συμφωνία ότι ήμουν συναίτερος. Επίσης, αν ήμουν συνέταιρος, θα ήμουν active partner και θα είχα μισθό. Θα ήταν πολλά ξεκάθαρο από την αρχή. Δεν νομίζω να πάει κάποιος σε κάποιο χώρο να βάλει λεφτά και να μην πληρώνεται, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος».
Λίγα λεπτά αργότερα, κατά την αντεξέταση του, ανέφερε τα ακόλουθα:
«Τζιαι καθώς εξετάζαμε τα δεδομένα τούτα, η συμφωνία ήταν να δουλεύω και να παίρνω μισθό και είτε επένδυα είτε όχι πάλι θα ήμουν active partner και θα έπαιρνα μισθό. Αλλιώς πώς θα μπορούσα να ζήσω».
Πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω ακατανόητων θέσεων του Μ.Κ.2, σημειώνω επίσης πως ήταν εμφανής η ταραχή του, όταν ο συνήγορος υπεράσπισης των Κατηγορουμένων, του υπέδειξε το τεκμήριο 4 που αφορά προσχέδιο συμφωνίας, ρωτώντας τον εάν το έχει ξαναδεί. Πέραν από το ότι για αρκετή ώρα, επιθεωρούσε ξανά και ξανά, με αμήχανο τρόπο τις σελίδες του εν λόγω εγγράφου, αναφέροντας κατόπιν πολλής σκέψης (και αρχικά) πως δεν θυμόταν εάν το είχε ξαναδεί, όταν πιέστηκε από την άλλη πλευρά να αναφέρει εάν όντως είναι κάτι που δεν έχει ξαναδεί ποτέ προηγουμένως, άλλαξε στάση αναφέροντας πως «Δεν λέω ότι δεν το ξαναείδα, λέω ότι δεν θυμούμαι πως και τι», θέση εκ διαμέτρου αντίθετη με το ότι δεν θυμόταν να έχει ξαναδεί το εν λόγω έγγραφο. Μόλις λίγες δε ερωτήσεις αργότερα, συμφώνησε πως όχι μόνο ξαναείδε το εν λόγω έγγραφο αλλά και πως αυτό, υπήρξε αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ του Κατηγορούμενου 2, του άλλου προσώπου που καταγράφεται, του ίδιου του Μ.Κ.2 και του δικηγόρου του στις 09.06.2021 και πως με βάση εκείνο το έγγραφο, θα έπρεπε να καταβάλει για σκοπούς υλοποίησης της συμφωνίας (εάν κατέληγαν σε υπογραφές), το ποσό των €8.000, πλην όμως αποφάσισε να μην προχωρήσει στην υλοποίηση της υπογραφής της συμφωνίας και λίγο αργότερα αποχώρησε.
Ακόμη δε και για τον λόγο που αποχώρησε από την επιχείρηση, η μαρτυρία του παρουσιάζει αντιφάσεις. Όταν του υπεβλήθη πως ο λόγος που αποχώρησε ήταν η ματαίωση της συμφωνίας επειδή ο ίδιος δεν κατάφερε να εξασφαλίσει τα χρήματα που είχε συμφωνηθεί να επένδυε, διαφώνησε μεν για τα πιο πάνω, δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε γνωστοποίησε στον Κατηγορούμενο 2 και το τρίτο πρόσωπο που αποτελούσε μέρος της συμφωνίας, ότι δεν επιθυμούσε να προχωρήσουν, πλην όμως ήταν βέβαιος ότι εξακολούθησε μετέπειτα να μεταβαίνει στην επιχείρηση και να εργάζεται, πλην όμως ήταν η θέση του πως αποφάσισε εν τέλει να αποχωρήσει όταν πλέον ξεκίνησε να μην αμείβεται. Σημειωτέον δε ότι, κατά τη θέση του ιδίου, σταμάτησε να λαμβάνει την αμοιβή του από τα τέλη Αυγούστου-αρχές του Σεπτέμβρη του 2021, ενώ από την επιχείρηση και με βάση τα όσα ο ίδιος κατέγραψε στο τεκμήριο 3, εργάστηκε μέχρι και τα τέλη Νοεμβρίου του 2021.
Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι ακόμη και σε σχέση με το πότε παρέδωσε το τεκμήριο 3 στην Μ.Κ.1, προκύπτει ότι δεν ανέφερε την αλήθεια. Η θέση του κατά την κυρίως εξέταση του, ήταν ότι το είχε δώσει στην τελευταία, όταν υπέβαλε το παράπονο του και της το ξαναέστειλε 2 εβδομάδες περίπου πριν την μαρτυρία της ιδίας στο Δικαστήριο επειδή δεν το εντόπιζε. Σύμφωνα ωστόσο με την μαρτυρία της Μ.Κ.1, το εν λόγω τεκμήριο δεν της προσκομίστηκε ευθύς αμέσως όταν υπεβλήθη το παράπονο του Μ.Κ.2 αλλά της το απέστειλε ο ίδιος μετέπειτα, χωρίς να θυμάται πάντως, πότε ακριβώς. Επί τούτου οφείλω ωστόσο να σημειώσω, πως δεν μπορώ, παρά την πιο πάνω αντίφαση του Μ.Κ.2 ως προς το πότε αρχικά, έστειλε το τεκμήριο 3 στην Μ.Κ.1 παράλληλα να αποδεχθώ τη θέση της υπεράσπισης ότι το τεκμήριο 3 στάλθηκε για πρώτη φορά, 2 εβδομάδες πριν από την μαρτυρία της Μ.Κ.1 στο Δικαστήριο και τούτο διότι με βάση την μαρτυρία της τελευταίας, το κατηγορητήριο συντάχθηκε με βάση το περιεχόμενο του τεκμήριου 3 το οποίο καταχωρήθηκε στις 15.09.22 ενώ η μαρτυρία της δόθηκε στις 21.10.2025. Δεν παύει ωστόσο να παραμένει το γεγονός ότι αυτό, σίγουρα δεν προσκομίστηκε με την υποβολή του παραπόνου ως ήταν η θέση του Μ.Κ.2.
Ούτε όμως ακόμη και για το ζήτημα του κατά πόσο ήταν δηλωμένος ή όχι στις κοινωνικές ασφαλίσεις, είπε την αλήθεια αφού ήταν η θέση του κατά την κυρίως εξέταση του πως κατόπιν που διεξήχθη ο έλεγχος στο υποστατικό την 29.10.2021, έμαθε πως δεν του καταβάλλονταν κοινωνικές ασφαλίσεις. Παρόλα αυτά, φαίνεται πως κατά την πιο πάνω ημερομηνία, φαίνεται να είχε δηλώσει στον Μ.Τ. πως ο εργοδότης του, εννοώντας τον Κατηγορούμενο 2 που κατονόμασε ως τέτοιο, δεν του έβαζε κοινωνικές ασφαλίσεις.
Με γνώμονα συνεπώς τα πιο πάνω αλλά και την γενικότερη ασάφεια που χαρακτηρίζει την μαρτυρία του Μ.Κ.2 σε όλες της τις εκφάνσεις, τις αντιφάσεις στα ίδια τα λεγόμενα του αλλά και την μη συνοχή της μαρτυρίας του, κρίνω πως αυτή, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, πλην εκείνων των σημείων της που δεν αμφισβητούνται, τα οποία και καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. To λοιπό μέρος της μαρτυρίας του, κρίνεται αναξιόπιστο και συνεπώς απορρίπτεται.
Στρεφόμενη στην Μ.Κ.1, σημειώνω πως πρόκειται για επιθεωρήτρια του Γραφείου Εργασίας με καθήκοντα την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας. Η εικόνα που αποκόμισα από την ίδια, ήταν θετική. Μετέφερε με αντικειμενικότητα και ειλικρίνεια όλα τα γεγονότα που περιήλθαν στη γνώση της ως εκ της ιδιότητας της και κατά την αντεξέταση της δεν προκλήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία της, ούτε όμως διέκρινα οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα. Εξάλλου, τέτοια θέση ουδέποτε της υπεβλήθη. Δεν θα άντεχε εξάλλου την βάσανο της λογικής, μια επιθεωρήτρια να αναφέρει ψέματα, όταν μάλιστα δεν είχε κανένα όφελος ή συμφέρον, να προωθήσει τις θέσεις του Μ.Κ.2. Ως αναφέρω και πιο πάνω, η Μ.Κ.1 κατέθεσε με ειλικρίνεια, σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την εξέταση του παραπόνου του Μ.Κ.2 και κατά συνέπεια η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη, πλην των σημείων που πιο κάτω αναφέρονται.
Εξάλλου, από την μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε ότι στις 2.12.2021, ο Μ.Κ.2, υπέβαλε καταγγελία εναντίον των Κατηγορουμένων. Ήταν βέβαια επί τούτου η θέση της Μ.Κ.1 ότι ο Μ.Κ.2 «προσήλθε» στο γραφείο εργασιακών σχέσεων για να υποβάλει την εν λόγω καταγγελία, αναφορά η οποία καταρρίπτεται (και επομένως δεν δύναται να γίνει αποδεκτή) από το ίδιο το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1 που κατέθεσε, αφού ως εμφαίνετε, ο Μ.Κ.2 ουδέποτε μετέβη (τουλάχιστον αρχικά) στο γραφείο εργασίας και το παράπονο του το απέστειλε με ηλεκτρονικό μήνυμα. Τούτη της ωστόσο την αναφορά, δεν την εκλαμβάνω ως αντίφαση, ούτε και θεωρώ πως η Μ.Κ.1 είπε ψέματα, αφού ουσιαστικά πρόκειται για ανακρίβεια και όχι για ψέμα. Η ουσία είναι ότι ο Μ.Κ.2, πράγματι υπέβαλε καταγγελία στις 02.12.2021, γεγονός που εξάλλου δεν αμφισβητείται. Επίσης, δεν αμφισβητήθηκε το ότι η ίδια επικοινώνησε στις 21.12.21 με τον διευθυντή της Κατηγορούμενης 1, ενημερώνοντας τον για τα πιο πάνω και η θέση του ήταν ότι ο Μ.Κ.2, ήταν συνεργάτης και όχι εργοδοτούμενος της πρώτης, ότι ακολούθησε η ενημέρωση του Μ.Κ.2 για τα πιο πάνω και ότι του ζητήθηκαν αποδεικτικά εισφορών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (τεκμήριο 2), τα οποία προσκόμισε στις 17.03.2022, ως επίσης ότι επικοινώνησε εκ νέου με την πλευρά των Κατηγορουμένων και παραπέμφθηκε στον δικηγόρο τους με τον οποίο επικοινώνησε και ο οποίος της επανέλαβε την θέση ότι μεταξύ του Μ.Κ.2 και των Κατηγορουμένων δεν υπήρξε ποτέ, σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου. Επίσης, δεν αμφισβητήθηκε ότι στις 13.07.22 επικοινώνησε ξανά με τον εν λόγω δικηγόρο, ο οποίος ζήτησε χρόνο για να επανέλθει με πρόταση διακανονισμού και ότι έπειτα τούτου καμμιά άλλη επικοινωνία μεταξύ των μερών υπήρξε. Τα πιο πάνω, καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου.
Στρεφόμενη στο λοιπό μέρος της μαρτυρίας της, σημειώνω πως αποτέλεσε θέση της Μ.Κ.1 πως η ίδια κατέληξε πως ο Μ.Κ.2 ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης 1 και λάμβανε μισθό ύψους €50 ημερησίως, με βάση το τεκμήριο 3 που της προσκομίστηκε από τον Μ.Κ.2, λίγο μετά που υπέβαλε την καταγγελία. Με δεδομένη ωστόσο την απόρριψη της μαρτυρίας του ίδιου του Μ.Κ.2 για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω και με δεδομένο το ότι τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.1 σε σχέση με τα συμπεράσματα της, εξήχθησαν από το τί ο Μ.Κ.2 της ανέφερε, εξυπακούεται πως δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Και τούτο για τον απλούστατο λόγο ότι αυτά αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία, το υπόβαθρο της οποίας έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο.
Ό,τι εξάγεται ως εύρημα επ’ αυτών, είναι ότι το τεκμήριο 3 της είχε σταλεί κάποιες ημέρες μετά που ο Μ.Κ.2 υπέβαλε το παράπονο του, ότι η ίδια δεν ζήτησε από τον τελευταίο να της προσκομίσει αποδείξεις πληρωμών από την Κατηγορούμενη 1, ως ήταν ο ισχυρισμός του καθώς και ότι ο λόγος που δεν του ζητήθηκαν είναι γιατί η Μ.Κ.1 θεώρησε πως την υποχρέωση αυτή την είχαν οι Κατηγορούμενοι. Επ’ αυτού του σημείου, της υπεβλήθη από την υπεράσπιση πως διερεύνησε πλημμελώς την υπόθεση και πίστεψε τον Μ.Κ.2 επειδή οι Κατηγορούμενοι δεν προσκόμισαν οποιοδήποτε στοιχείο. Σημειώνω σε σχέση με την θέση αυτή, πως ναι μεν, προκύπτει να υπάρχει κάποιου είδους παρεξήγηση, από μέρους της Μ.Κ.1 ως προς το ότι οι Κατηγορούμενοι είχαν υποχρέωση να αποδείξουν ότι δεν ήταν ο Μ.Κ.2 εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης 1, καθότι τη θέση της αυτή βάσισε στις πρόνοιες του άρθρου 12(3) του Νόμου, το οποίο αναφέρει πως το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης. Οι πιο πάνω πρόνοιες, αφορούν και εφαρμόζονται στην περίπτωση όπου, αποτελεί θέση του εργοδότη, πως κανένας μισθός οφείλεται και όχι οποτεδήποτε ο εργοδότης αρνείται ότι πρόσωπο που καταγγέλλει ότι δεν έλαβε τους μισθούς του, ήταν εργοδοτούμενος του. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το βάρος απόδειξης της σχέσης εργοδότησης, το έχει το πρόσωπο που προβάλλει τον εν λόγω ισχυρισμό και από μέρους του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, θα αναμένετο ότι θα προέβαιναν, σε κάποιου είδους διερεύνηση του εν λόγω ισχυρισμού.
Στην προκειμένη, η Μ.Κ.1 με δεδομένο το ότι ο Μ.Κ.2 προσκόμισε αποδεικτικά εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων, γνωρίζοντας ωστόσο πώς οι εν λόγω εισφορές επιβλήθηκαν κατόπιν ελέγχου που διενήργησε το τμήμα Κοινωνικών ασφαλίσεων και κατόπιν που η εργοδοτική πλευρά δεν προσκόμισε αποδείξεις που να καταδείκνυαν το αντίθετο και με βάση τα όσα ο Μ.Κ.2 κατέγραψε στο τεκμήριο 3, κατέληξε άνευ ετέρου πως επρόκειτο για εργοδοτούμενο της Κατηγορούμενης 1, γνωρίζοντας ταυτόχρονα πως υπάρχει εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη από πλευράς της Κατηγορούμενης 1. Το συμπέρασμα της, ναι μεν κρίνεται σε κάθε περίπτωση ακροσφαλές και εν πάση περιπτώσει μη αποδεκτό, πλην όμως δεν θεωρώ πως η Μ.Κ.1 είχε οποιοδήποτε σκοπό ή πρόθεση, να μην διερευνήσει ορθά την υπόθεση. Εξάλλου ήταν θέση και της ίδιας πως «δεν είναι ότι» θεωρεί πως ο Μ.Κ.2 είπε την αλήθεια αλλά με δεδομένη την άρνηση της εργοδοτικής πλευράς να προσκομίσει στοιχεία, ήταν υποχρεωμένη να προχωρήσει στην καταχώρηση της παρούσας.
Σε σχέση με την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου 2, σημειώνω πως σύμφωνα με την νομολογία, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία και το Δικαστήριο την εξετάζει και αξιολογεί, για να καταλήξει ως προς τη βαρύτητα ή αξία που μπορεί να της δοθεί υπό τις περιστάσεις, μέσα στο σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας και των γεγονότων ενώπιον του. (βλ. Αλεξάνδρου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 152/2017, ημερ. 20/06/2022, ECLI:CY:AD:2022:D246, Εφραιμίδου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/2013, ημερ. 02/05/2014, Α. Δ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22/06/2016 και Κοφτερος ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 187/2010, ημερ. 20/02/2012). Σχετικά με τον τρόπο προσέγγισης της ανωμοτί δήλωσης, είναι όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Αλεξάνδρου (ανωτέρω), απόσπασμα της οποίας παραθέτω αυτούσιο: «. [Η] ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία, ., και ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδειχθεί οποιοδήποτε γεγονός αφού η αξία της είναι μάλλον πειστική. . [Δ]εν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίζει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου. Τα Δικαστήρια εξετάζοντας τη βαρύτητα που θα δώσουν σε μια ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να θέσουν ενώπιον τους το σύνολο της μαρτυρίας και των γεγονότων. Αν κρίνουν ότι η δήλωση είναι πειστική, τότε μπορούν να προσεγγίσουν τη μαρτυρία και τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον τους με διαφορετικό τρόπο. Εάν όμως κρίνουν ότι η ανώμοτη δήλωση δεν έχει πειστική αξία τότε το θέμα τελειώνει εκεί.».
Στην προκείμενη περίπτωση, έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωση του Κατηγορούμενου 2 και έχοντας υπόψη και το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί, κρίνω ότι το περιεχόμενο της ενέχει πειστικότητα και συνάδει και υποστηρίζεται από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία. Ειδικότερα, η θέση του ότι η συνεργασία του με τον Μ.Κ.2 ξεκίνησε επειδή ο τελευταίος είχε πρόθεση να επενδύσει στην επιχείρηση της Κατηγορούμενης 1, ότι συντάχθηκε προσχέδιο συμφωνίας για τούτο και ότι ο Μ.Κ.2 επιθυμούσε πρώτα να επιθεωρήσει «τον χώρο και την δουλειά», προτού υπογράψει την συμφωνία, είναι όσα εξήχθησαν από το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 που έγινε αποδεκτό.
Προκύπτει επίσης ως συνάδων το γεγονός ότι η αντίληψη ήταν να καταστεί ο Μ.Κ.2 «manager» της επιχείρησης και ότι «σπατάλησε χρόνο», επιθεωρώντας και πηγαίνοντας στον χώρο. Ό,τι δεν συνάδει ωστόσο με την αποδεκτή μαρτυρία, είναι η παράγραφος 7 της δήλωσης του, στην οποία αναφέρει πως ο Μ.Κ.2, είχε αποστείλει στην Μ.Κ.1 το τεκμήριο 3, 2 εβδομάδες πριν την μαρτυρία της και τούτο διότι, έχει ήδη γίνει αποδεκτό, πως το τεκμήριο 3 είχε δοθεί στην Μ.Κ.1 κάποιες ημέρες μετά που ο Μ.Κ.2 υπέβαλε το παράπονο του και της απεστάλη ξανά, όντως κάποιες ημέρες πριν από την μαρτυρία της καθότι δεν το εντόπιζε.
Στρέφομαι με δεδομένα υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ως αναδείχθηκαν πιο πάνω, στην νομική πτυχή των επίδικων κατηγοριών.
Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι εδράζονται στον Νόμο του Περί Προστασίας των Μισθών του 2007 (35(1)/2007) ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«9. -(1) Η συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία.»
«17.-(1) Κάθε εργοδότης ή αντιπρόσωπός του και κάθε εργοδοτούμενος στον εργοδότη αυτό πρέπει, όταν το απαιτεί ο Επιθεωρητής, να δίνει σ' αυτόν κάθε πληροφορία, βιβλίο, αρχείο, πιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο έχει στην κατοχή του σχετικά με τα ρυθμιζόμενα στον παρόντα Νόμο θέματα.
(2) Ο εργοδότης, οι αντιπρόσωποί του ή οι εργοδοτούμενοι σ' αυτόν πρέπει γενικά να παρέχουν τα μέσα που απαιτούνται από τον Επιθεωρητή, τα οποία είναι απαραίτητα για την είσοδο, επιθεώρηση, εξέταση, έρευνα, ή άλλη άσκηση εξουσίας δυνάμει του παρόντος Νόμου σχετικά με την επιχείρηση του εργοδότη αυτού.»
Περαιτέρω, στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, οι έννοιες «εργοδοτούμενος» και «μισθός» ορίζονται ως εξής:
«"εργοδοτούμενος" σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται για άλλο πρόσωπο, είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και ο όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύεται ανάλογα και θα περιλαμβάνει την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας·
«μισθός» σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές·»
Σύμφωνα επομένως με τα πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου, στα πλαίσια της οποίας ο παραπονούμενος δικαιούτο να λάβει μισθό. Όσον αφορά το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού σύμφωνα με το άρθρο 12(3) του Νόμου, αυτό το φέρει ο εργοδότης στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συγκεκριμένα το πιο πάνω αναφερόμενο άρθρο έχει ως ακολούθως:
«(3) Το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης.»
Όπως έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, το υπό κρίση αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθού, είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης, αφού το στοιχείο της ένοχης διάνοιας ή εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής μισθών (MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoιν. ΄Εφ. αρ. 198/15, ημερ. 02.12.2016). Οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στην παράλειψη αυτή είναι αδιάφοροι (βλ. Οικονομίδης ν. Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων (1989) 2 Α.Α.Δ. 235. Η διάπραξη του αδικήματος συναρτάται με την ίδια την παράλειψη ή την αμέλεια και όχι τους λόγους για την παράλειψη ή την αμέλεια.
Σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 2, σημειώνω για σκοπούς πληρότητας, πως ενόψει του ότι κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, έπεται ότι εν πρώτοις, θα πρέπει να αποδειχθεί η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος, και ακολούθως να εξεταστεί κατά πόσο, η μαρτυρία είναι τέτοια που να μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του ως συνεργού ή εν προκειμένω, ότι παρακίνησε την Κατηγορούμενη 1, να μην πληρώσει στον Μ.Κ.2 τους μισθούς που ισχυρίστηκε ότι δεν έχει λάβει.
Σημειώνω, πως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, σε επίπεδο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας (1971) 2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις.
Αποτελεί θεμελιακή αρχή του ποινικού δικαίου πως το βάρος απόδειξης της ενοχής του Κατηγορούμενου, βαραίνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και η αυστηρότητα με την οποία εφαρμόζεται η αρχή του αποδεικτικού βάρους, επισημαίνεται στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363:
«Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη».[3]
Αναφέροντας όλα τα πιο πάνω και εφαρμόζοντας τα στα δεδομένα της παρούσας απόφασης έχοντας πάντα υπόψη μου την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, τα παραδεκτά γεγονότα, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει καταρχάς, το βασικότερο συστατικό στοιχείο των αδικημάτων, ήτοι ότι ο Μ.Κ.2 ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης 1. Και τούτο διότι εν πρώτοις, η μαρτυρία του Μ.Κ.2 επί των πιο πάνω, έχει απορριφθεί.
Κατά δεύτερο, ναι μεν έχει καταστεί ως εύρημα του Δικαστηρίου πως το τμήμα κοινωνικών ασφαλίσεων, προχώρησε σε δήλωση του Μ.Κ.2 (μεταξύ άλλων) ως μισθωτού της Κατηγορούμενης 1, συνεπεία του ελέγχου που διεξήγαγε όμως τούτο δεν είναι ικανό να με οδηγήσει και στο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας συμπέρασμα, ότι έτσι είχαν τα πράγματα. Και αυτό, διότι δεν υπάρχει μαρτυρία, ως προς τις συνθήκες κάτω υπό τις οποίες ο Μ.Κ.2 εντοπίστηκε στο υποστατικό στις 29.10.2021.
Με δεδομένα συνεπώς τα πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή κρίνω ότι δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που της αναλογεί και οι κατηγορίες είναι έκθετες σε απόρριψη. Συνακόλουθα, οι Κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν.
(Υπ.) ..........................
Ε.Κ. Μιντή Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[2] Βλ. το σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελ. 141-143 και τις αποφάσεις, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Σάββα ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 39, Σάββα v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Νικολαίδης v. Αστυνομία (2003) 2 Α.Α.Δ. 271 και Π.Ε. 89/12 Αγαθοκλέους v. Αστυνομίας, ημερ.24.7.2013.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο