ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 2745/23
ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΙΤΣΙΛΛΙΔΗΣ
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου, 2025
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δ. Παυλίδης
Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Αδαμίδης
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει στην παρούσα τέσσερις συνολικά κατηγορίες ως έχει τροποποιηθεί το κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα, αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες:
- Κλεπταποδοχή, κατά παράβαση του άρθρου 306, 29, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 1).
- Κλοπή, κατά παράβαση του άρθρου 255, 29, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 2).
- Πλαστογραφία, κατά παράβαση του άρθρου 33, 29, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 3).
- Εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση του άρθρου 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 4).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 1, ο Κατηγορούμενος «κατά ή περί τις 08.02.1995 αποδέχθηκε και κατακράτησε περιουσία της οποίας ιδιοκτήτης ήταν ο Παραπονούμενος, ενώ γνώριζε ότι αυτή αποκτήθηκε κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα. Ειδικότερα, αποδέχθηκε και κατακράτησε περιουσία που αποσπάστηκε με δόλιο τρόπο και συγκεκριμένα, αναφέροντας στον Παραπονούμενο να υπογράψει για ένα χωράφι «χωρίς αξία», γιατί πρόκειται για διευθέτηση κάποιων μεριδίων, μη γνωρίζοντας ο Παραπονούμενος ότι πρόκειται για το συγκεκριμένο ακίνητο, αφού δεν διάβασε όταν υπέγραψε την σχετική φόρμα για το Κτηματολόγιο και ο κτηματολογικός υπάλληλος δεν του διευκρίνισε για πιο κτήμα επρόκειτο ακριβώς και ο Παραπονούμενος δεν κατάλαβε αφού δεν διάβασε τους διακριτικούς αριθμούς του κτήματος, ούτε την έκταση και συγκεκριμένα το ακίνητο με αρ. εγγραφής Ν.[ ], Τμήμα Ν (13), Φ./Σχ.: 30/36 Ε Ι Τεμάχιο [ ], έκταση 8.222 τετραγωνικά μέτρα, χωράφι στην περιοχή Κεφαλιές, στο Τσέρι, ιδιοκτησίας του Παραπονούμενου. Τέλος, μέχρι σήμερα ουδέποτε το επέστρεψε στον πραγματικό του ιδιοκτήτη και τα πιο πάνω διαπιστώθηκαν από τον Παραπονούμενο κατά τον επαναπατρισμό του στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά/ή περί το έτος 2022».
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 2, ο Κατηγορούμενος «κατά ή περί τις 08.02.1995 απέσπασε με δόλιο τρόπο και/ή επινόηση και συγκεκριμένα αναφέροντας στον Παραπονούμενο, να υπογράψει για ένα χωράφι «χωρίς αξία» γιατί πρόκειται για διευθέτηση κάποιων μεριδίων, μη γνωρίζοντας ο Παραπονούμενος ότι πρόκειται για το συγκεκριμένο ακίνητο, αφού δεν διάβασε όταν υπέγραψε την σχετική φόρμα για το Κτηματολόγιο και ο κτηματολογικός υπάλληλος δεν του διευκρίνισε για πιο κτήμα επρόκειτο ακριβώς και ο Παραπονούμενος δεν κατάλαβε αφού δεν διάβασε τους διακριτικούς αριθμούς του κτήματος, ούτε την έκταση και συγκεκριμένα το ακίνητο με αρ. εγγραφής Ν.[ ], Τμήμα Ν (13), Φ./Σχ.: 30/36 Ε Ι Τεμάχιο [ ], έκταση 8.222 τετραγωνικά μέτρα, χωράφι στην περιοχή Κεφαλιές, στο Τσέρι, ιδιοκτησίας του Παραπονούμενου. Τέλος, μέχρι σήμερα ουδέποτε το επέστρεψε στον πραγματικό του ιδιοκτήτη και τα πιο πάνω διαπιστώθηκαν από τον Παραπονούμενο κατά τον επαναπατρισμό του στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά/ή περί το έτος 2022».
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 2 και 3, ο Κατηγορούμενος «κατά ή περί τις 08.02.1995 απέσπασε με δόλιο τρόπο και/ή επινόηση και συγκεκριμένα αναφέροντας στον Παραπονούμενο, να υπογράψει για ένα χωράφι «χωρίς αξία» γιατί πρόκειται για διευθέτηση κάποιων μεριδίων, μην γνωρίζοντας ο Παραπονούμενος ότι πρόκειται για το συγκεκριμένο ακίνητο, αφού δεν διάβασε όταν υπέγραψε την σχετική φόρμα για το Κτηματολόγιο και ο κτηματολογικός υπάλληλος δεν του διευκρίνισε για πιο κτήμα επρόκειτο ακριβώς και ο Παραπονούμενος δεν κατάλαβε αφού δεν διάβασε τους διακριτικούς αριθμούς του κτήματος, ούτε την έκταση και συγκεκριμένα το ακίνητο με αρ. εγγραφής Ν.[ ], Τμήμα Ν (13), Φ./Σχ.: 30/36 Ε Ι Τεμάχιο [ ], έκταση 8.222 τετραγωνικά μέτρα, χωράφι στην περιοχή Κεφαλιές, στο Τσέρι, ιδιοκτησίας του Παραπονούμενου. Τέλος, μέχρι σήμερα ουδέποτε το επέστρεψε στον πραγματικό του ιδιοκτήτη και τα πιο πάνω διαπιστώθηκαν από τον Παραπονούμενο κατά τον επαναπατρισμό του στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά/ή περί το έτος 2022».
Σύμφωνα δε, με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 4, ο Κατηγορούμενος «κατά ή περί τις 08.02.1995 παριστάνοντας ψευδώς στον Παραπονούμενο ότι θα υπογράψει για ένα χωράφι «χωρίς αξία» γιατί πρόκειται για διευθέτηση κάποιων μεριδίων, μη γνωρίζοντας ο Παραπονούμενος ότι πρόκειται για το συγκεκριμένο ακίνητο, αφού δεν διάβασε όταν υπέγραψε την σχετική φόρμα για το Κτηματολόγιο και ο κτηματολογικός υπάλληλος δεν του διευκρίνισε για πιο κτήμα επρόκειτο ακριβώς και ο Παραπονούμενος δεν κατάλαβε αφού δεν διάβασε τους διακριτικούς αριθμούς του κτήματος, ούτε την έκταση και συγκεκριμένα το ακίνητο με αρ. εγγραφής Ν.[ ], Τμήμα Ν (13), Φ./Σχ.: 30/36 Ε Ι Τεμάχιο [ ], έκταση 8.222 τετραγωνικά μέτρα, χωράφι στην περιοχή Κεφαλιές, στο Τσέρι, ιδιοκτησίας του Παραπονούμενου. Είχε δε, ο Κατηγορούμενος σκοπό καταδολίευσης του Παραπονούμενου, αφού απόκτησε βάσει των ανωτέρω ψευδώς παραστάσεων το ακίνητο ιδιοκτησία του Παραπονούμενου και μέχρι σήμερα, ουδέποτε το επέστρεψε στον πραγματικό του ιδιοκτήτη, τον Παραπονούμενο. Τα πιο πάνω διαπιστώθηκαν από τον Παραπονούμενο κατά τον επαναπατρισμό του στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά/ή περί το έτος 2022».
Προς απόδειξη της υπόθεσης της, η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Α.Π.Π. (στο εξής «ο Παραπονούμενος») και τον Σ.Κ. (Μ.Κ.2).
Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, υπεβλήθη εισήγηση από πλευράς του Κατηγορουμένου πως δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του σύμφωνα με το Άρθρο 74(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 καθότι κανένα συστατικό στοιχείο, κανενός εκ των αδικημάτων υφίσταται, ως επίσης και ένεκα του ότι η μαρτυρία που έχει προσφερθεί είναι τόσο αντινομική και στερείται πειστικότητας που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει καταδίκη, με βάση αυτήν. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου του Παραπονουμένου, ο οποίος ανέφερε πως και τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων πληρούνται, αλλά και η μαρτυρία είναι τέτοιας ποιότητας, που να δικαιολογείται η κλήση του Κατηγορουμένου σε απολογία.
Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω σε αδρές γραμμές, την ουσία του περιεχομένου της μαρτυρίας που προσφέρθηκε, έχοντας αδιάλειπτα κατά νου, το στάδιο που βρίσκεται η διαδικασία και το σκοπό για τον οποίο γίνεται ο οποιοσδήποτε σχολιασμός.
Ο Παραπονούμενος, ο οποίος είναι σήμερα 85 ετών, κατέθεσε για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του, γραπτή δήλωση, με βάση την οποία αναφέρει ουσιαστικά πως ο Κατηγορούμενος, είναι γιος του αδελφού του και του απέσπασε στις 08.02.1995, με δόλιο τρόπο το επίδικο ακίνητο, επειδή τον έπεισε να υπογράψει μεταβίβαση του, στο όνομα του τελευταίου, μιας και ήταν ως του το παρέστηκε «άγονο και χωρίς αξία». Στο Κτηματολόγιο που είχαν πάει για σκοπούς μεταβίβασης, του διαβάστηκαν τα στοιχεία του ακινήτου αλλά δεν γνώριζε πως ήταν το καλύτερο ακίνητο που είχε στην Κύπρο γιατί ποτέ του δεν είχε τίτλο ιδιοκτησίας και δεν ήξερε ούτε τους αριθμούς του, ούτε την έκταση του και λόγω της αγάπης που έτρεφε προς τον Κατηγορούμενο και της εμπιστοσύνης που του είχε, δεν κατάλαβε ότι επρόκειτο περί απάτης. Μέχρι σήμερα, όχι μόνο δεν του το επέστρεψε αλλά και με διάφορους τρόπους, τόσο ο ίδιος ο Κατηγορούμενος όσο και η μητέρα του αλλά και η σύζυγος του τελευταίου, τον παραπλανούσαν και τον παρακαλούσαν να τους το πουλήσει. Είχε δε τηλεφωνήσει στον Κατηγορούμενο και τον ρώτησε γιατί είναι ο ιδιοκτήτης του εν λόγω τεμαχίου και αυτός του είπε ότι το αγόρασε στην τιμή των €250.000. Τα πιο πάνω, τα διαπίστωσε το 2022 όταν ο γιος του αδελφού του τον ρώτησε γιατί πώλησε στον Κατηγορούμενο το επίδικο ακίνητο, οπότε ανέθεσε σε κάποιον Μ.Π. την διεξαγωγή έρευνας στο Κτηματολόγιο. Τίτλο ιδιοκτησίας δεν είχε ποτέ προηγουμένως γιατί διαχειριστής της περιουσίας του πατέρα του (από τον οποίο κληρονόμησε το ακίνητο) ήταν ο πατέρας του Κατηγορούμενου και αδελφός του ιδίου.
Ο Κατηγορούμενος του είχε ζητήσει να μεταβεί στο κτηματολόγιο για να του μεταβιβάσει ένα ακίνητο το οποίο ήταν ασήμαντης αξίας, άγονο και χωρίς να αντιληφθεί ο ίδιος ότι επρόκειτο για το συγκεκριμένο ακίνητο, παρότι του διαβάστηκαν τα στοιχεία του, υπέγραψε, αφού του είχε πει ο Κατηγορούμενος πως ήταν ένα κτήμα με μηδενική αξία και υποβαθμισμένο, αποσπώντας του με αυτόν τον δόλιο τρόπο την υπογραφή του. Το κατάλαβε ότι μεταβιβάστηκε το ακίνητο στο όνομα του Κατηγορούμενου γιατί όταν του ζητούσε τίτλο ιδιοκτησίας, δεν του τον έδειχνε. Άργησε να καταλάβει ότι ήταν θύμα απάτης γιατί για χρόνια, τόσο η μητέρα του Κατηγορούμενου όσο και ο ίδιος τον παρακαλούσαν να τους το πουλήσει και άρχισε να υποψιάζεται την απάτη όταν ο Κατηγορούμενος είπε στον γιο του αδελφού του, ότι το αγόρασε.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, ανέφερε μεταξύ άλλων πως το επίδικο ακίνητο το μεταβίβασε δια δωρεάς και όχι πώλησης, αφού ήταν με την εντύπωση πως δεν είχε αξία και περί το 2018, η εκτιμημένη αξία του όλου ακινήτου ήταν περί τις €673.000, οπότε είπε στον Κατηγορούμενο να του το πουλήσει .
Κατά την αντεξέταση του, ανέφερε μεταξύ άλλων, πως πέραν του επίδικου ακινήτου, από τον πατέρα του είχε κληρονομήσει άλλο ένα ακίνητο και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν κάτοχος του επίδικου και του άλλου ακινήτου. Αργότερα, απέκτησε και άλλη περιουσία την οποία αγόρασε. Δεν θυμόταν πότε ακριβώς του ζήτησε ο Κατηγορούμενος να αγοράσει το επίδικο ακίνητο, θυμόταν πάντως πως όταν έγινε αυτό, ο τελευταίος ήταν με την σύζυγο του. Για τον ίδιο λόγο, του τηλεφωνούσε και η μητέρα του Κατηγορουμένου. Στο Κτηματολόγιο, του διαβάστηκαν τα στοιχεία του επίδικου ακινήτου προτού υπογράψει την μεταβίβαση αλλά δεν ήξερε ότι ήταν το συγκεκριμένο. Στο επίδικο ακίνητο, ήταν συνιδιοκτήτης με τα άλλα δύο αδέλφια του και κατείχαν από 1/3 μερίδιο και είναι το δικό του μερίδιο που μεταβίβασε. Η μητέρα του Κατηγορούμενου τον παρακάλεσε περί το 2005-2006 να πωλήσει στον Κατηγορούμενο το επίδικο ακίνητο και το 2020 ο ίδιος πρότεινε στον τελευταίο να του το πουλήσει στην τιμή της εκτιμημένης αξίας που «έβγαλε» το 2018 από τον δορυφόρο, αλλά όταν του είπε την τιμή, έφυγε. Δεν γνωρίζει περί το 1995 ποια ήταν η εκτιμημένη αξία του ακινήτου και εάν αυτή ήταν 10.000Λ.Κ.
Ο Μ.Κ.2, είναι δεύτερος εξάδελφος του Παραπονούμενου και του πατέρα του Κατηγορουμένου. Γνωρίζει το επίδικο ακίνητο διότι όλα τα κτήματα που συνορεύουν με αυτό ανήκουν στην ευρύτερη οικογένεια τους, συγκεκριμένα στον παππού του που ήταν αδελφός του παππού του Παραπονούμενου. Τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου δεν τον είδε ποτέ. Κατέθεσε ωστόσο ως τεκμήρια 1 και 2, τον παλιό και νέο τίτλο του επίδικου ακινήτου καθώς και αντίγραφο πιστοποιητικού έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας του Παραπονούμενου, ως τεκμήριο 3 και εξήγησε ποιοι φαίνονται ιδιοκτήτες και ποιες κατά καιρούς μεταβιβάσεις είχαν γίνει. Σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, ανέφερε ό,τι και ο Παραπονούμενος, επισημαίνοντας στην κυρίως εξέταση του ότι, όσα ανέφερε, προέρχονται από την προσωπική του γνώση, στις «εμπειρίες», έγγραφα και έρευνα που έκανε και δεν προέρχονται από τον Παραπονούμενο. Το επίδικο ακίνητο, έχει σήμερα πολύ μεγάλη αξία, περί τις €700.000 και μπορεί να οικοπεδοποιηθεί ανά πάσα στιγμή και να διαχωριστεί σε 9-10 οικόπεδα.
Κατά την αντεξέταση του, ανέφερε πως τον Κατηγορούμενο, παρότι έχουν συγγένεια δεν τον γνωρίζει και επέλεξε να μην τον γνωρίζει για να είναι «δίκαιος», ως προς τα γεγονότα της παρούσας. Τον Παραπονούμενο, παρότι είναι συγγενείς, τον γνώρισε περί το έτος 2022-2023, με πρωτοβουλία του ίδιου του Παραπονούμενου, όταν τον επισκέφθηκε. Περαιτέρω, αποδέχθηκε πως σε ό,τι αφορά τα γεγονότα της παρούσας, η γνώση του προέρχεται και από τα όσα του είπε ο Παραπονούμενος αλλά και με βάση τα όσα ο ίδιος διαπίστωσε, από έρευνα που έκανε.
Προχωρώ συνεπώς με βάση τα πιο πάνω, στην ουσία του κατά πόσο, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σε σχέση με τον Κατηγορούμενο.
Οι παράμετροι, οι οποίες καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας (1981) 2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448) ως προς τον καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Το ζήτημα εξετάστηκε επίσης στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133 στην οποία διατυπώθηκαν τα ακόλουθα:
«Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos (1985) 1 C.L.R. 250.»
Το (νυν) Εφετείο, στην πολύ πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Fassan Farhat, Ποιν. Έφεση 107/2025, ημερομηνίας 15.10.2025 υιοθετώντας το πιο πάνω απόσπασμα της απόφασης Χριστοδούλου (ανωτέρω) ανέφερε τα ακόλουθα:
«To Δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας AZINAS AND ANOTHER v. POLICE (1981) 2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν,
(α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και
(β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου.
Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου. Στην υπόθεση AZINA (ανωτέρω), το Δικαστήριο επεσήμανε ότι η προγενέστερη κυπριακή απόφαση REX v. MUSTAFA KARA MEHMED 16 C.L.R. 46 συσχετίζεται με την ερμηνεία και εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων που ίσχυαν κατά το χρόνο της έκδοσης της, δηλαδή, των Άρθρων 143 και 144 της Περί των Κυπριακών Δικαστηρίων Διαταγής του 1927, η οποία δέσμευε το πρωτόδικο Δικαστήριο να εξετάσει, μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορίας, κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ήταν επαρκής για να υποστηρίξει την καταδίκη. Οι διατάξεις του Άρθρου 74(1)(β) του Κεφ. 155 εναρμονίζονται, όπως επεξηγείται, με τα αγγλικά θέσμια στον προσδιορισμό εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και για τον λόγο αυτό, τόσο η Πρακτική του 1962, όσο και η σχετική αγγλική νομολογία (Βλέπε μεταξύ άλλων: (α) WISEMAN & ANOTHER v. BOMEMAN & OTHERS [1967] 3 All E.R.1045, (b) COZENS v. BRUTUS [1972] 2 All E.R.1, (c) ELLIS v. JONES [1973] 2 All E.R.893, (d) R. v. GALBRAITH [1981] 2 All E.R. 1061, (e) R. v. BARKER (NOTE [1975] 65 Cr.App.R. 287) οριοθετούν το πλαίσιο διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.
Στην υπόθεση ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Κ.Α. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2000) 2 Α.Α.Δ. 191, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τη νομολογία για τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας προς διαπίστωση ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ως ακολούθως:
«Η νομολογία όμως είναι σαφέστατη επί του προκειμένου. (Ίδε: Practice Note [1962] 1 All E.R. 448, R. v. Galbraith [1981] 73 Cr. App. R. 124, Azinas v. Police (1981) 2 C.L.R. 9, Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133). Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί.»
Προχωρώ με γνώμονα τα πιο πάνω, να εξετάσω κατά πόσο από την προσκομισθείσα μαρτυρία, αποκαλύπτεται η ύπαρξη των συστατικών στοιχείων που συνθέτουν τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει.
Σε σχέση με την κατηγορία 1, η οποία αφορά το αδίκημα της κλεπταποδοχής, το άρθρο 306 του Ποινικού Κώδικα, επί του οποίου εδράζεται η κατηγορία, αναφέρει τα εξής:
«Όποιος αποδέχεται ή κατακρατεί περιουσία, που γνωρίζει ότι αυτή εκλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου βαθμού (κακουργήματος ή πλημμελήματος) και υπόκειται
(α) στην περίπτωση κακουργήματος, σε φυλάκιση πέντε χρόνων
(β) στην περίπτωση πλημμελήματος, σε φυλάκιση δύο χρόνων.»
Για να την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, απαιτείται η σωρευτική απόδειξη:
(α) της αποδοχής ή κατακράτησης περιουσίας
(β) η οποία να κλάπηκε ή να αποκτήθηκε υπό περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα και
(γ) ο Κατηγορούμενος να γνώριζε την ύπαρξη του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή κλάπηκε ή αποκτήθηκε υπό περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα.
Σε σχέση με την κατηγορία 2, η οποία αφορά το αδίκημα της κλοπής, το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, επί του οποίου εδράζεται η κατηγορία, αναφέρει τα εξής:
«(1) Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό:
Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2) (α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή-
(i) με τέχνασμα
(ii) με εκφοβισμό
(iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο
(iv) με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα
(β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς.
(γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3) Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο.»
Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής, θα πρέπει να αποδειχθεί:
(α) η απόκτηση κατοχής ή η αποκόμιση ή η ιδιοποίηση πράγματος
(β) το οποίο ανήκει σε άλλο πρόσωπο και
(γ) μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής,
(δ) χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη του
(ε) να μην αφορά αξίωση δικαιώματος με καλή τη πίστη
(στ) η ύπαρξη πρόθεσης μόνιμης αποστέρησης του πράγματος αυτού από τον ιδιοκτήτη,
Σε σχέση με το αδίκημα της πλαστογραφίας, σημειώνω πως το άρθρο 333 επί του οποίου εδράζεται η κατηγορία 3, καθορίζει τους τρόπους με τους οποίους δύναται να καταρτιστεί ένα πλαστό έγγραφο και οι διατάξεις του δεν δημιουργούν ποινικό αδίκημα. Ο δε ορισμός του αδικήματος περιέχεται στο άρθρο 331 και συνίσταται στον καταρτισμό πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης και καθίσταται ως αδίκημα, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 335 του Ποινικού Κώδικα. Σε κάθε περίπτωση και για σκοπούς πληρότητας, αναφέρω πως με βάση το άρθρο 333:
«Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος-
(α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα
(β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου
(γ) κατά τη σύνταξη του εγγράφου, εισάγει κάτι σε αυτό χωρίς εξουσία το οποίο, αν εισαγόταν κατόπιν εξουσίας θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου
(δ) υπογράφει έγγραφο-
(i) με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι
(ii) με το όνομα φανταστικού προσώπου που προβάλλεται ότι υπάρχει, ανεξάρτητα αν το φανταστικό πρόσωπο προβάλλεται ή όχι, ότι έχει το ίδιο όνομα με εκείνο που υπογράφει ή
(iii) με όνομα παριστάμενου ότι ανήκει σε πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που υπογράφει και που σκοπεύεται να θεωρηθεί ότι είναι το όνομα του εν λόγω προσώπου
(iv) με το όνομα προσώπου, πλαστοπροσωπουμένου από εκείνο που υπογράφει το έγγραφο, νοουμένου ότι οι συνέπειες του εγγράφου εξαρτώνται από την ταύτιση εκείνου του προσώπου που υπογράφει το έγγραφο με το πρόσωπο το οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι είναι.»
Με βάση τις διατάξεις του άρθρου 331, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 333 προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της πλαστογραφίας απαιτείται η απόδειξη του καταρτισμού πλαστού εγγράφου, με ένα από τους πιο πάνω τρόπους και η πρόθεση καταδολίευσης.
Όσον αφορά την ερμηνεία του όρου «πρόθεση καταδολίευσης» που είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της πλαστογραφίας, παραπέμπω στην Χριστόδουλος Τσιέλεπος v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 457), επίσης, όπου έγινε αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση και συμπληρώνοντας το πιο πάνω απόσπασμα αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα:
«Υπογραμμίστηκε δε ότι ο στόχος των πλαστογράφων είναι γενικά να ωφελήσουν τον εαυτό τους· η βλάβη στα θύματα είναι δευτερεύουσας σημασίας. Ο κύριος στόχος των πλαστογράφων που έχουν την απαιτούμενη εγκληματική πρόθεση είναι (όπως το αντιλαμβανόμαστε) να αλλοιώσουν μια εικόνα πραγμάτων προς όφελος τους. Αν, σαν αποτέλεσμα αυτής της εξαπατήσεως, ένα άλλο πρόσωπο οδηγείται στο να ενεργήσει σε βλάβη του, όπως τούτο έχει καθορισθεί προηγουμένως, τότε διαπράττεται το έγκλημα της πλαστογραφίας.»
Τέλος, σε σχέση με το αδίκημα της κατηγορίας 4, που αφορά την εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις σημειώνω πως με βάση το άρθρο 297, ψευδής παράσταση συνίσταται σε:
«οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή».
Με βάση δε, το άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα:
«(1) Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.»
Προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 298 πιο πάνω, πως προκειμένου να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, θα πρέπει να αποδειχθεί:
(α) απόκτηση από τον ιδιοκτήτη του οποιουδήποτε πράγματος που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
(β) ο αδικοπραγών να αποκτήσει κατοχή, με την επίκληση ή χρήση ψευδών παραστάσεων και με πρόθεση καταδολίευσης του ιδιοκτήτη
(γ) είτε ο αδικοπραγών, με την επίκληση ή χρήση ψευδών παραστάσεων και με πρόθεση καταδολίευσης να υποκινήσει τον ιδιοκτήτη του πράγματος να το παραδώσει σε άλλο πρόσωπο.
Είναι προφανές από την όψη και μόνο της μαρτυρίας, πως ο Παραπονούμενος, προσάπτει όλες τις παραπάνω κατηγορίες στον Κατηγορούμενο, επικαλούμενος ότι, ξεγελάστηκε από τον τελευταίο, καθότι με δόλιο τρόπο και παριστάνοντας του ψευδώς, ότι το ακίνητο ήταν «άγονο» και χωρίς αξία, τον έπεισε και προχώρησε στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Αυτό άλλωστε είναι που αναφέρεται και στις λεπτομέρειες, όλων ανεξαιρέτως των κατηγοριών. Είναι η θέση, με λίγα λόγια του Παραπονούμενου, ότι ο Κατηγορούμενος, το 1995 που έγινε η μεταβίβαση, γνώριζε ότι το επίδικο ακίνητο είχε αξία, η οποία θα αυξανόταν κατά πολύ, 20 περίπου χρόνια αργότερα και του το απέκρυψε με δόλια πρόθεση και με σκοπό να επιτύχει, όπως και πέτυχε, την εξασφάλιση της συναίνεσης του Παραπονούμενου, ώστε ο τελευταίος να του μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο.
Καταρχάς, θα πρέπει να αναφερθεί πως καμμιά μαρτυρία έχει προσκομιστεί, ως προς την αξία του επίδικου ακινήτου, κατά τον χρόνο που αυτή μεταβιβάστηκε. Ό,τι προκύπτει από τα αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας που κατατέθηκαν (τεκμήρια 1 και 2), είναι ότι η αξία του επίδικου ακινήτου, καθορίστηκε κάποτε, με αναφερόμενη ημερομηνία στο τεκμήριο 1, την 07.09.1993, σε 3,71Λ.Κ. και το 2008 με βάση το τεκμήριο 2, στις €8.543,01. Επίσης, είναι προφανές πως ο Παραπονούμενος, είναι το πρόσωπο που υπέγραψε την φόρμα μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου στο κτηματολόγιο και ότι του διαβάστηκαν τα στοιχεία του ακινήτου που μεταβίβασε, πριν ακόμη, ολοκληρωθεί η διαδικασία μεταβίβασης.
Είναι πραγματικά άξιο απορίας, το πώς θα μπορούσε καταρχάς και σε κάθε περίπτωση ο Κατηγορούμενος να γνωρίζει πως πολλά χρόνια αργότερα της μεταβίβασης, το επίδικο ακίνητο, θα αποκτούσε αξία τέτοια, που εάν ο Παραπονούμενος την γνώριζε 20 χρόνια προηγουμένως, πιθανόν ή και με βεβαιότητα, να μην συναινούσε στο να μεταβιβάσει την περιουσία του, στον Κατηγορούμενο. Ακόμη και εάν θεωρείτο δεδομένο πως ο Κατηγορούμενος, είχε πράγματι αναφέρει στον Παραπονούμενο τότε, πως το επίδικο ακίνητο ήταν «χωρίς αξία», δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση, καμμιά κατηγορία να επιτύχει καθότι, εν πρώτοις, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι τέτοια παράσταση γεγονότος ήταν ψευδής ή δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, έτσι που να μπορεί να στοιχειοθετηθεί το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παραστάσεως που απαιτείται απαραιτήτως να αποδειχθεί, σε σχέση με την κατηγορία 4. Ούτε και θα μπορούσε συνακόλουθα να στοιχειοθετηθεί, για τους ίδιους λόγους το συστατικό στοιχείο της γνώσης ότι η περιουσία που αποδέχθηκε ο Κατηγορούμενος από τον Παραπονούμενο, αποκτάται συνεπεία διάπραξης οποιουδήποτε αδικήματος, σε ό,τι αφορά το αδίκημα της κατηγορίας 1.
Σε ό,τι δε, αφορά την κατηγορία 2, που αφορά το αδίκημα της κλοπής, το γεγονός ότι η περιουσία που απέκτησε ο Κατηγορούμενος, (δια της μεταβιβάσεως του επίδικου ακινήτου), ήταν αποτέλεσμα της πλήρους συναίνεσης του Παραπονούμενου, καθιστά την κατηγορία υποκείμενη σε απόρριψη, από μόνο αυτό τον λόγο. Πέραν ωστόσο τούτου, οφείλω να σημειώσω για σκοπούς πληρότητας πως η έκθεση της κατηγορίας, είναι ελαττωματική, αφού περιλαμβάνει στην βάση του μόνο το άρθρο 255, που αφορά τον ορισμό του τι συνιστά «κλοπή» και όχι το άρθρο 262, από το οποίο προκύπτει το αδίκημα, όπως και η προβλεπόμενη, σε περίπτωση διάπραξης του, ποινή.
Τέλος, σε ό,τι αφορά την κατηγορία 3, παρατηρώ εν πρώτοις πως απουσιάζει και από αυτήν, η νομική βάση της κατηγορίας, αφού ως είναι διατυπωμένη, περιλαμβάνει μόνο το άρθρο 333, το οποίο προνοεί ή και διασαφηνίζει τους τρόπους με τους οποίους δύναται να καταρτιστεί ένα πλαστό έγγραφο. Πέραν τούτου ωστόσο, είναι εμφανές, πως οι λεπτομέρειες της κατηγορίας 3, κανένα ποινικό αδίκημα αποκαλύπτουν και δη το αδίκημα της πλαστογραφίας. Ούτε και τέτοια μαρτυρία εξάλλου προσάχθηκε.
Αποτελεί συναφώς κρίση μου, πως καμμιά εκ των κατηγοριών που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, στοιχειοθετείται και ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και να απαλλαγεί από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
Με δεδομένο συνεπώς το ότι ως λέχθηκε στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδης (1993) 2 Α.Α.Δ. 82 «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας.», καταλήγω ότι, η μαρτυρία που προσκομίστηκε από μέρους της κατηγορούσας αρχής, είναι σε τέτοιο βαθμό αδύναμη, που σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος δεν δώσει οποιαδήποτε εξήγηση, κανένα δικαστήριο δεν θα μπορούσε λογικά, να καταλήξει σε ευρήματα ενοχής.
Καταλήγω συνεπώς, πως δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, ο οποίος αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει για τους λόγους που πιο πάνω εξηγούνται.
Επιδικάζονται έξοδα εναντίον του Παραπονούμενου και προς όφελος του Κατηγορουμένου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Υπ...................................................
Ε. Κ. Μιντή Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο