Νίκος Παπανεοκλέους ν. Λουκάς Πιερή, Αρ. Υπόθεσης: 3459/21, 20/11/2025
print
Τίτλος:
Νίκος Παπανεοκλέους ν. Λουκάς Πιερή, Αρ. Υπόθεσης: 3459/21, 20/11/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 3459/21

 

Νίκος Παπανεοκλέους

ν.

 

Λουκάς Πιερή

Κατηγορούμενου

Ημερομηνία: 20 Νοεμβρίου 2025

 

Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ:

Για τον Παραπονούμενο: κ. Δ. Παυλίδης

Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Αλεξίου

Κατηγορούμενος παρών

Π Ο Ι Ν Η

(Αυθημερόν)

 

Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της απάτης, κατά παράβαση του άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1) και της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του άρθρου 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 3).  

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως αναφέρθηκε από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, είναι ως εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Σύμφωνα λοιπόν με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1 και 3, ο Κατηγορούμενος την 27.08.2021 με δόλιο τέχνασμα και σκοπό εξαπάτησης του Παραπονούμενου, εισέπραξε από αυτόν το ποσό των €3.000. Συγκεκριμένα παρουσίασε ψευδώς προς τον τελευταίο την υπόσχεση, πως εάν κατέβαλλε το εν λόγω ποσό (το οποίο κατέβαλε), θα του έφερνε και/ή θα του παρέδιδε αυτοκίνητο συνολικής αξίας €5.000. Ο Παραπονούμενος  παρέδωσε στον Κατηγορούμενο το ποσό των €3.000, πλην όμως ο τελευταίος αφού έλαβε τα χρήματα, εξαφανίστηκε, χωρίς να παραδώσει κανένα αυτοκίνητο στον Παραπονούμενο.

 

Ως αναφέρθηκε περαιτέρω, από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και ο Κατηγορούμενος κατέβαλε μέχρι σήμερα προς τους Παραπονούμενους, το ποσό των €1795 ενώ αποδέχθηκε παράλληλα, να επωμιστεί και τα έξοδα της παρούσας τα οποία συμφωνήθηκαν στο ποσό των €2.000.

 

Ο συνήγορος υπεράσπισης του, κατά την αγόρευση προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου, αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του και σε ό,τι αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του, υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας, που είχε ετοιμαστεί σε προηγούμενο στάδιο. Επιπλέον τούτων, προσκόμισε στο Δικαστήριο δέσμη εγγράφων, η οποία αφορά, διάταγμα διατροφής που εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου, αναφέροντας πως ο τελευταίος, καταβάλλει μηνιαία διατροφή στο ανήλικο παιδί του, ύψους €200, αντίγραφο επιστολής της Δημόσιας Υπηρεσίας για να καταδείξει πως ο Κατηγορούμενος αφυπηρέτησε πρόωρα από τον τομέα που υπηρετούσε στο Δημόσιο, για λόγους υγείας, καθώς και αντίγραφο  ιατρικής βεβαίωσης, σε σχέση με τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Επιπρόσθετα, εξέφρασε την απολογία του Κατηγορούμενου και επικαλέστηκε την παραδοχή του ως δεικνύουσα την μεταμέλεια του, αναφέροντας ότι ο Κατηγορούμενος, είναι πρόθυμος να αποδεχθεί διάταγμα αποζημίωσης προς όφελος του Παραπονουμένου, τόσο για το εναπομείναν ποσό της οφειλής, όσο και για τα δικηγορικά του έξοδα, τα οποία συμφωνήθηκαν στις €2.000, το οποίο ωστόσο ζήτησε από το Δικαστήριο, όπως διατάξει να καταβληθεί δια μηνιαίων δόσεων ύψους €100.

 

Σε σχέση με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, σημειώνω πως το άρθρο 300 και το άρθρο 298 (αντιστοίχως προς τις κατηγορίες 1 και 3), προβλέπουν ποινή φυλάκισης, σε περίπτωση καταδίκης, μέχρι και 5 έτη. 

 

Η σοβαρότητα αμφοτέρων των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος εμφαίνεται κατ’ αρχάς από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Ως έχει αναφερθεί στην Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 129, η ταξινόμηση της εγκληματικής συμπεριφοράς για σκοπούς τιμωρίας αποτελεί ευθύνη του νομοθέτη και ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται από αυτόν σε κάθε έγκλημα, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προνοείται (από το οποίο ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής[1]), συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του εκάστοτε εγκλήματος τον οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του στην επιμέτρηση της ποινής αλλά και να συνεκτιμήσει μαζί με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της.

 

Η σοβαρότητα των συγκεκριμένων, υπό κρίση αδικημάτων προκύπτει και από την ίδια τη φύση τους. Ως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 286, η οποία μνημονεύθηκε και πιο πρόσφατα στην Στεφάνου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 18/20, ημερ. 1.7.21, ECLI:CY:AD:2021:B295:

 

«Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός  χαρακτήρας της ποινής.»

 

Επιπρόσθετα η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών εμφαίνεται και από την ανησυχητική συχνότητα με την οποία δυστυχώς τέτοιας φύσεως αδικήματα διαπράττονται, γεγονός το οποίο αναγνωρίζεται ξεκάθαρα από το Ανώτατο Δικαστήριο αλλά και για το οποίο το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τον αριθμό υποθέσεων που άγονται ενώπιον του. Είναι αξιοσημείωτο το πόσο εύκολα πλέον και χωρίς οποιεσδήποτε αναστολές, επιτήδειοι εξαπατούν με ιδιαίτερη ευκολία  αθώους και ανυποψίαστους συμπολίτες μας, οι οποίοι πολλές φορές μπορεί να συγκέντρωσαν με πολλή κόπο τα όσα χρήματα τους αποσπάστηκαν προκειμένου  να τα διαθέσουν για συγκεκριμένο σκοπό και τα οποία βλέπουν να εξανεμίζονται χωρίς προοπτική επανάκτησης τους στις πλείστες των περιπτώσεων. Η έξαρση λοιπόν που παρατηρείται στη διάπραξη των όλων των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος επιβάλλει την αντιμετώπιση τους με την επιβολή αυστηρών ποινών με σκοπό την αποτροπή ως και η νομολογία υποδεικνύει (βλ. και Στεφάνου (ανωτέρω)).

 

Στην πρόσφατη υπόθεση Μιχάλης Φιλίππου ν. Αντώνη Βαγιανού Ποιν. Έφεση 243/2022, ημερ. 29.10.2021, το (νυν) Εφετείο, ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση δια της οποίας διατάχθηκε η αναστολή της ποινής φυλάκισης 9 μηνών που επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο, στην κατηγορία της εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, συνολικού ύψους €185.000 και διέταξε την άμεση εκτέλεση της, παρότι παρήλθαν 13 έτη από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, αφού δεν διαπίστωσε μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του εφεσιβλήτου, ούτε και προέκυπτε να υπήρχε τέτοια, από τα όσα εκτέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου. Επρόκειτο για λευκού ποινικού μητρώου, συνταξιούχο, ο οποίος ωστόσο κανένα ποσό κατέβαλε προς τον Παραπονούμενο.

 

Στην Ανδρέα Απέργη ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 64/2023, ημερ. 22.06.2023, το Ανώτατο Δικαστήριο, απέρριψε την έφεση που άσκησε ο εφεσείοντας, ο οποίος παραπονείτο πως κακώς δεν αναστάλθηκε η ποινή φυλάκισης 4 μηνών που του είχε επιβληθεί πρωτοδίκως, στο αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, συνολικού ύψους €2.000 και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, σε ό,τι αφορούσε την διαταγή για άμεση εκτέλεσης της πιο πάνω ποινής. Επρόκειτο για αστυνομικό, ο οποίος απέσπασε από δύο πολίτες το συνολικό ποσό των €2.000 παριστάνωντας τους ψευδώς πως θα τους εξασφάλιζε συγκεκριμένο αυτοκίνητο από δημοπρασία της Αστυνομίας. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού, παραδέχθηκε δε τις κατηγορίες και αποζημίωσε πλήρως τους Παραπονούμενους, 4 χρόνια μετά. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, λήφθηκε υπόψη η ύπαρξη επιβαρυντικών παραγόντων και δη το ότι ο Εφεσείων εκμεταλλεύτηκε τη θέση του ως αστυνομικός, παράμετρος που είχε αποφασιστική σημασία στην επιτυχία του παράνομου του σκοπού, αφού είναι την αστυνομική του ιδιότητα που χρησιμοποίησε ο Εφεσείων για να καταστεί πειστικός και να αποσπάσει τα δύο ποσά και ενήργησε με προσχεδιασμό σε δύο διαφορετικές μάλιστα περιπτώσεις. 

 

Στην Φίλιππος Τάσου Δρουσιώτη ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 505 επικυρώθηκαν οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που είχαν επιβληθεί στον εφεσείων, με μέγιστη αυτή των δύο ετών στην κατηγορία της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, συνολικού ποσού ύψους €23.000, υπό περιστάσεις όπου ο εφεσείοντας, είχε κριθεί ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, ήταν πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου και πατέρας ενός ανήλικου (μεταξύ άλλων) παιδιού και δεν αποζημίωσε καθόλου, τον Παραπονούμενο από τον οποίο απέσπασε τα χρήματα.

  

Περαιτέρω, στην Καλαθά v. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 658, για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, συγκεκριμένα ποσού 8.000 Λ.Κ., η ποινή της εννεάμηνης φυλάκισης που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα κατόπιν παραδοχής, μειώθηκε σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, αφού λήφθηκαν υπόψη 22 παρόμοια αδικήματα, δύο προηγούμενες καταδίκες και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν πατέρας 4 παιδιών ηλικίας 10-18 ετών.

 

Διευκρινίζω ότι, η αναφορά στην ως άνω νομολογία γίνεται ενδεικτικά, για να καταδειχθεί το μέτρο τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα και δεν αποτελεί σταθερό δείκτη καθορισμού της ποινής, αφού κάθε υπόθεση  είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Andrei κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. Αρ.164/2022 και 165/2022, ημερ.23.1.2023).  Εξυπηρετεί ωστόσο, ώστε να υπάρχει, όσο το δυνατό, συνεπής και ομοιόμορφη αντιμετώπιση των παραβατών που είναι μια αναγνωρισμένη επιδίωξη (Γρηγορίου ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 217, 218).

 

Στρεφόμενοι τώρα στις συνθήκες τέλεσης των υπό κρίση αδικημάτων, οι οποίες συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Μιχαηλίδης ανωτέρω), σημειώνω ότι, καμμιά ουσιαστική λεπτομέρεια έχει αναδειχθεί είτε από μέρους του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, είτε από μέρους της υπεράσπισης, πλην των όσων απαραιτήτως περιέχονται, στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, κατά τρόπο που να μην δύναται να εξεταστεί από το Δικαστήριο, το κατά πόσο υπάρχουν ή όχι επιβαρυντικοί παράγοντες. Ελλείψει οποιασδήποτε αναφοράς, το Δικαστήριο δεν μπορεί και δεν δύναται να προβεί σε οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα, από το ότι δεν υπάρχουν τέτοιοι. Ούτε και ως προς το κίνητρο του Κατηγορούμενου, έχει λεχθεί οτιδήποτε, παράγοντας ο οποίος επίσης έχει τη δική του σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής που θα επιβληθεί.

 

Πάρα τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, σε σχέση με αυτή καθ’ αυτή τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, σημειώνω πως, η αυτόδηλη σοβαρότητα τους καθώς και η επιτακτική ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους, δεν μειώνει σε καμμιά περίπτωση την υποχρέωση εξατομίκευσης της ποινής που θα επιβληθεί, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου Κατηγορούμενου, χωρίς ωστόσο η διαδικασία της εξατομίκευσης αυτή, να οδηγεί και σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου[2] ή του στοιχείου της αποτροπής τόσο για τον ίδιο τον δράστη όσο και για κάθε επίδοξο παραβάτη γενικότερα.[3] 

 

Στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής επομένως, λαμβάνω υπόψη μου και προς όφελος του Κατηγορουμένου καταρχάς, το λευκό του ποινικό μητρώο και κατά δεύτερο την παραδοχή του στο Δικαστήριο, η οποία παρότι δεν ήταν άμεση, εντούτοις επήλθε σε πολύ αρχικό στάδιο και πάντως πριν την έναρξη οποιασδήποτε ακροαματικής διαδικασίας. Επίσης λαμβάνω υπόψη και την απολογία του ως εκφράστηκε μέσω της συνηγόρου του, ως επίσης και το γεγονός ότι κατέβαλε μέχρι σήμερα σχεδόν το ήμισυ του ποσού των χρημάτων που απέσπασε, καθώς επίσης και την ετοιμότητα του να αποδεχθεί διάταγμα αποζημίωσης εναντίον του και προς όφελος των Παραπονουμένων, όχι μόνο για το εναπομείναν ποσό αλλά και για τα δικηγορικά τους έξοδα.  Τα πιο πάνω, τα αντικρύζω (και εκλαμβάνονται) ως ενδεικτικά στοιχεία έμπρακτης, μεταμέλειας του Κατηγορούμενου

 

Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου ως αναφέρονται στην Έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και συγκεκριμένα πως πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 54 ετών, του οποίου οι γονείς απεβίωσαν, όπως και η μια εκ των δύο αδελφών του, από καρκίνο. Εργαζόταν μετά την ολοκλήρωση της φοίτησης του στο Λύκειο, στην Δημόσια Υπηρεσία, πλην όμως λόγω προβλημάτων υγείας και συγκεκριμένα λόγω του ότι πάσχει από μεσογειακή αναιμία και αναπηρία στο πόδι, κρίθηκε ανίκανος για εργασία και από το 2014 και εντεύθεν, βρίσκεται στο σπίτι. Συγκεκριμένα και ως διαφαίνεται από το περιεχόμενο του τεκμήριο Α που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, ο Κατηγορούμενος αφυπηρέτησε πρόωρα από την Δημόσια Υπηρεσία, λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει και συγκεκριμένα από τις 29.10.2014. Περαιτέρω, είχε παντρευτεί το  1998 και χώρισε το 2021 και από τον γάμο του απέκτησε 3 παιδιά, το ένα εκ των οποίων είναι ανήλικο και φοιτά σε Γυμνάσιο. Λαμβάνει €1.300 μηνιαίως, σύνταξη και καταβάλλει μηνιαίως διατροφή ύψους €200 για το ανήλικο παιδί του, ενώ διατηρεί και χρέη ύψους €7.000. Τα παιδιά του διαμένουν με την μητέρα τους και ο ίδιος διατηρεί πολύ καλές σχέσεις μαζί τους. Πάσχει από μεσογειακή αναιμία για την οποία υποβάλλεται σε μεταγγίσεις αίματος εβδομαδιαίως, παρουσιάζει αναπηρία στο πόδι, ως επίσης πάσχει και από κατάθλιψη και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Στο παρελθόν, ως ανέφερε ο ίδιος, προέβη 5 φορές σε απόπειρα αυτοκτονίας.

 

Λαμβάνω υπόψιν όλα τα πιο πάνω, συμπεριλαμβανομένων των προβλημάτων υγείας του Κατηγορούμενου, ως επίσης και τις επιπτώσεις από την τυχόν επιβολή ποινή φυλάκισης στον ίδιο αλλά και στα παιδιά του και δη στην ανήλικη κόρη του, για την συντήρηση της οποίας, συνεισφέρει και ο ίδιος, αφού αποτελούν επίσης μετριαστικούς παράγοντες, σημειώνοντας όμως πως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής.

 

Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη και το γεγονός ότι καλούμε να επιβάλω ποινή στον Κατηγορούμενο, 4 έτη μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, παρόλο που ως εμφαίνεται από τον δικαστηριακό φάκελο, ο διαρρεύσαντας χρόνος από τότε μέχρι και σήμερα, δίδετο, από τον Δεκέμβριο του Κατηγορούμενος είχε δηλώσει αρχικά μη παραδοχή στα αδικήματα που αντιμετωπίζει, μέχρι και τις 14.12.2023 που παραδέχθηκε και έκτοτε, ζητούσε χρόνο, προκειμένου να συμμορφωθεί. Σημειώνω πως χρόνος ζητήθηκε ακόμη και σήμερα για τον ίδιο σκοπό, αίτημα που δεν έγινε αποδεκτό. Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω λεχθέντων, σημειώνω πως αναμφίβολα, η νομολογία αναγνωρίζει ως ελαφρυντικό παράγοντα την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος, αφού η χρονική αυτή διάσταση μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και τον αναμορφωτικό της ρόλο, ενώ οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου στο διαρρεύσαν διάστημα μπορεί να αλλάξουν ριζικά.[4]  Στην προκειμένη περίπτωση το αντικειμενικό γεγονός της παρέλευσης 4 ετών από τη διάπραξη των αδικημάτων, παρότι πιστώνεται προς όφελος του Κατηγορουμένου, εντούτοις περιορισμένη βαρύτητα έχει, αφού ό,τι προκύπτει από τα γεγονότα είναι ότι ακόμη και μετά την παρέλευση τόσο μακρού χρονικού διαστήματος, ο Κατηγορούμενος δεν αποζημίωσε πλήρως τον Παραπονούμενο, παρότι κατέβαλε σταδιακά το ποσό, που αναφέρεται σε άλλο σημείο πιο πάνω. Οι δε, προσωπικές περιστάσεις του, δεν φαίνεται να έχουν διαφοροποιηθεί και μάλιστα κατά τρόπο ιδιαίτερο στο διάστημα αυτό.     

 

Εν πάση περιπτώσει ό,τι άλλο οφείλω να σημειώσω για σκοπούς πληρότητας, είναι πως σύμφωνα με τη νομολογία, η ύπαρξη καθυστέρησης δεν είναι πάντα αρκετή για να οδηγήσει στην επιβολή μη στερητικής της ελευθερίας ποινής.  Έτσι επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης στις υποθέσεις, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ 22 (καθυστέρηση 4 ετών – η παραδοχή ήταν άμεση), Διεθνές Κέντρο Υγείας Ολιστικής Ιατρικής Βιόραμα Λτδ ν. Καρβελλά, Ποιν. Εφ. 288 και 289/19, ημερ. 12.3.19 (καθυστέρηση 7 και πλέον ετών, με ουσιαστική αλλαγή στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου), Φελλά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 8/21, ημερ. 3.6.21 (καθυστέρηση 14 ετών: το αδίκημα διαπράχθηκε το 2007, διαπιστώθηκε το 2014, η δίωξη καταχωρήθηκε το 2016 και η ποινή επιβλήθηκε το 2021), και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 85/20, ημερ. 28.6.21, ECLI:CY:AD:2021:B284 (καθυστέρηση 12 ετών με μεγάλη καθυστέρηση (4 έτη) κατά τη διερεύνηση).  Εν προκειμένω θεωρώ πως ακόμα και αν ήθελε διαφανεί πως υπήρξε κάποια καθυστέρηση που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψιν, αυτή δεν θα ήταν αρκετή για να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής.

 

Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψιν για σκοπούς μετριασμού της ποινής δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Τονίζεται δε ότι η εξατομίκευση, η οποία ως είναι καλά νομολογημένο έχει πάντα τη θέση της, ακόμα και σε σοβαρές υποθέσεις όπου απαιτούνται αποτρεπτικές ποινές, εντούτοις δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Θεμιστοκλέους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 176/28, ημερ. 11.1.19).

 

Καταλήγω συνεπώς ότι οι μόνες κατάλληλες ποινές είναι αυτές της φυλάκισης.  Κρίνω ως αρμόζουσα και επιβάλλω στον Κατηγορούμενο:

 

Στην κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης 6 μηνών.

 

Στην κατηγορία 1 δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή εφόσον τα γεγονότα της, εμπεριέχονται στην κατηγορία 3 που επιβλήθηκε ποινή.

 

Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης προς όφελος του Παραπονουμένου για το συνολικό ποσό των €3.705 το οποίο συμπεριλαμβάνει τα συμφωνηθέντα έξοδα, δυνάμει του άρθρου 24(1) του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60.

 

Ενόψει του ύψους της ποινής που έχει επιβληθεί, προχωρώ να εξετάσω, παρότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση, κατά πόσο ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις, να αναστείλω την εκτέλεση της ποινής που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο. Η βασική νομολογιακή αρχή, όπως εν τέλει έχει αποκρυσταλλωθεί στις υποθέσεις Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ.930 και Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ.449, είναι ότι στο στάδιο αυτό, επανεξετάζεται κάθε στοιχείο και κάθε παράγοντας ο οποίος δυνατόν να έχει σημασία ως προς την αναστολή. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, μπορούν ή πρέπει αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί την παροχή μιας δεύτερης ευκαιρίας (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ.22). Αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου, καθώς και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες – είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς – οι οποίοι δυνατόν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για αναστολή ή όχι της ποινής. Εν τέλει το ουσιώδες ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. 

 

Λαμβάνω υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος ως πιο πάνω έχει προδιαγραφεί καθώς και το σύνολο των περιστάσεων αλλά και των ελαφρυντικών του Κατηγορούμενου, έχοντας κατά νου και την υποχρέωση του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό να αποδώσει διπλή βαρύτητα σε όλους τους παράγοντες, με σκοπό να αποφασιστεί κατά πόσον μπορούν να επενεργήσουν ούτως ώστε να ανασταλεί η ποινή και να δοθεί στον Κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία και καταλήγω ότι στην προκειμένη περίπτωση παρά την αδιαμφισβήτητη σοβαρότητα του αδικήματος, υφίστανται τέτοιοι παράγοντες και περιστατικά που δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε σ’ αυτόν.

 

Εξηγώ.    

 

Ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί την κατηγορία και είναι πρόσωπο με λευκό ποινικό μητρώο, χωρίς να έχει ποτέ απασχολήσει τη δικαιοσύνη με παρόμοιας ή άλλης φύσης αδικήματα, στοιχεία τα οποία, σύμφωνα με νομολογία, του δίδουν  δικαίωμα να αιτηθεί όπως ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Βεβαίως αυτά από μόνα τους, δεν κρίνεται πως θα ήταν ικανά να οδηγήσουν στην αναστολή της ποινής πλην όμως αυτό το οποίο κατά την κρίση μου έχει βαρύνουσα σημασία στην προκειμένη περίπτωση, είναι πως επέδειξε τη συμπεριφορά αυτή μεμονωμένα, αποζημίωσε μερικώς τον Παραπονούμενο ενώ δήλωσε από μόνος του την πρόθεση του και χωρίς τέτοιο αίτημα να υποβληθεί από μέρους του συνηγόρου του Παραπονουμένου, να αποζημιώσει για το εναπομείναν ποσό τον τελευταίο, όχι μόνο για όσα του οφείλει αλλά και για τα έξοδα τα οποία επωμίστηκε για την προώθηση της παρούσας.  Αντιμετωπίζει δε σοβαρά προβλήματα υγείας (σωματικά και ψυχικά) και η συντήρηση του ανήλικου παιδιού του, εξαρτάται και από τον ίδιο. Υπό αυτές τις περιστάσεις επομένως, θεωρώ πως η επιβολή άμεσης φυλάκισης στο στάδιο αυτό, ενδέχεται εν γένει να έχει περισσότερο αρνητικές παρά εποικοδομητικές συνέπειες τόσο προς τον ίδιο, όσο και προς τον Παραπονούμενο όμως ο οποίος ενδέχεται, εάν διαταχθεί η άμεση φυλάκιση του Κατηγορουμένου, να μην λάβει τα χρήματα που του οφείλονται ποτέ. Από την άλλη, έχοντας συνεκτιμήσει και σταθμίσει όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι η ανασταλείσα ποινή φυλάκισης υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, θα αντικατοπτρίζει μεν την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, αλλά παράλληλα θα εξυπηρετεί και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας, σε συνδυασμό με το ότι, πέραν της επιβολής ποινής φυλακίσεως στον Κατηγορούμενο, έχει εκδοθεί και εναντίον του διάταγμα δικαστηρίου με ό,τι τούτο συνεπάγεται, σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος δεν το τηρήσει.  

 

Ως εκ τούτου, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. 

 

(Επεξηγείται στην Κατηγορούμενο η σημασία και οι συνέπειες της αναστολής της ποινής φυλάκισης καθώς και του διατάγματος αποζημίωσης που εκδόθηκε εναντίον του). 

 

Ενόψει της συναίνεσης του συνηγόρου του Παραπονουμένου όπως το διάταγμα αποζημίωσης που εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου, καταβάλλεται με μηνιαίες δόσεις, διατάζεται περαιτέρω όπως το ποσό των €3.705, καταβληθεί δια μηνιαίων δόσεων ύψους €150, από 01.12.2025, μέχρι πλήρους εξοφλήσεως και η ισχύς του εν λόγω διατάγματος να αναστέλλεται από μήνα σε μήνα, νοουμένου ότι ο Κατηγορούμενος θα καταβάλλει το πιο πάνω ποσό, κάθε 1η ημέρα έκαστου μήνα, αρχής γενομένης της 01.12.2025.

 

(Υπ.) ……..…………………………..

Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Βλ., μεταξύ άλλων, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 Α.Α.Δ. 166, Καφάρη ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 632.

[2] Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ 498, Antoniades v. Police (1986) 2 C.L.R. 21.

[3] Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224.

[4] Ως προς τη σημασία της καθυστέρησης βλ., μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, 361, Γενικός Εισαγγελέας v. Αρέστη (1996) 2 Α.Α.Δ. 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση (2000) 2 Α.Α.Δ. 252, 265, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.α. (Αρ. 2) (2001) 2 Α.Α.Δ. 617, Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 701, Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104, Αβραάμ ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 365, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σενέκκη κ.α. (2012) 2 Α.Α.Δ. 285, και ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Ανδρέου, Ποιν. Έφ. 84/15, ημερ. 3.2.16.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο