L.I.A. SOUNDTECH CA & HOME SOLUTIONS LIMITED ν. F.V. PANEL ADVERTISING LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 1203/24, 11/11/2025
print
Τίτλος:
L.I.A. SOUNDTECH CA & HOME SOLUTIONS LIMITED ν. F.V. PANEL ADVERTISING LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 1203/24, 11/11/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 1203/24

 

 

 

L.I.A. SOUNDTECH CA & HOME SOLUTIONS LIMITED

Παραπονούμενος 

 

εναντίον

 

 

F.V. PANEL ADVERTISING LIMITED

 

                                                                                                                                                                                                                           Κατηγορούμενη 

Ημερομηνία: 11.11.2025

 

Εμφανίσεις:

Για Παραπονούμενο: κα Χ. Ηλιοφώτου

Για Κατηγορούμενο: κα Κχαταπ

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

(Δοθείσα αυθημερόν)

 

Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει πέντε συνολικά κατηγορίες που όλες αφορούν το αδίκημα της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(1)(γ), του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμο (Ν.60(Ι)/2008).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1-5, η κατηγορούμενη ενώ ήταν εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτιδα χρέους δυνάμει απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αγωγή με αριθμό 903/04 και ενώ την 15.02.2022 στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής διατάχθηκε από το αναφερόμενο Δικαστήριο να καταβάλλει στον Παραπονούμενο/εκ δικαστικής απόφασης πιστωτή του, το ποσό των €75 μηνιαίως, παρέλειψε και εξακολουθεί να παραλείπει να καταβάλει το ποσό της αναφερόμενης δόσης για την περίοδο από 01.11.2023 μέχρι 01.03.2024 (για κάθε ένα μήνα, συμπεριλαμβανομένων των πιο πάνω ημερομηνιών), αντιστοίχως προς τις κατηγορίες 1-5.

 

Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, κατέθεσε ένας μάρτυρας, ο Χ.Μ. (Μ.Κ.1). Από πλευράς της Κατηγορουμένης, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία, μετά την ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου με την οποία κρίθηκε πως υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της.

 

Κατατέθηκαν επίσης από κοινού 2 τεκμήρια, το περιεχόμενο των οποίων δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός στην ολότητα του (και εγκρίθηκε ως τέτοιο). Τα έγγραφα αφορούν, δύο διατάγματα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 15.02.2022 (τεκμήριο 1) και 08.05.05 (τεκμήριο 2). Ουσιαστικά, δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, εκ του περιεχομένου των τεκμηρίων 1 και 2 ότι:

 

(α) Στις 08.05.05, εκδόθηκε απόφαση ερήμην (και) εναντίον της Κατηγορούμενης, στα πλαίσια της αγωγής 903/04 του Ε.Δ. Λευκωσίας, με βάση την οποία διατάχθηκε όπως πληρώσει στην Παραπονούμενη το ποσό των Λ.Κ.250,00 με τόκο 9% το χρόνο από 5.03.99 μέχρι εξοφλήσεως, ως επίσης και έξοδα ύψους Λ.Κ. 151,50 με τόκο 8% από 27.01.04 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Λ.Κ. 3,00 ως έξοδα επίδοσης.

 

(β) Στις 15.02.22, εκδόθηκε στην παρουσία του διευθυντή της Κατηγορούμενης και των δικηγόρων της, διάταγμα στα πλαίσια της αγωγής με 903/04, δυνάμει του οποίου η Κατηγορούμενη διατάχθηκε όπως αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της προς την Παραπονούμενη, ως επίσης και τα έξοδα δια μηνιαίων δόσεων ύψους €75, αρχής γενομένης της 01.03.22, μέχρι και τελείας εξοφλήσεως του εξ αποφάσεως χρέους, πλέον τόκους.

 

Τα πιο πάνω, αποτελούν καθότι πρόκειται για παραδεκτά γεγονότα, και ευρήματα του Δικαστηρίου.

 

Σε ό,τι αφορά την μαρτυρία που δόθηκε από τον Μ.Κ.1, αυτή συνίσταται με βάση το Έγγραφο Α που κατέθεσε (περαιτέρω των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων) πως μετά την έκδοση του διατάγματος μηναιών δόσεων (τεκμήριο 2), η Κατηγορούμενη δεν κατέβαλε τις δόσεις από 01.11.2023 μέχρι και 01.03.2024, δηλαδή δεν κατέβαλε 5 συνολικά μηνιαίες δόσεις, συνολικού ύψους €375, δόσεις τις οποίες οφείλει και αρνείται να καταβάλει ενώ έχει την δυνατότητα, με σκοπό να καταδολιεύσει τους Παραπονούμενους. Κατά την 12.03.2024 που καταχωρήθηκε η παρούσα, το υπόλοιπο του συνόλου του εξ αποφάσεως χρέους, ανήρχετο σε €1.257,63 και η Κατηγορούμενη ουδέποτε αποτάθηκε στο δικαστήριο για μείωση της δόσης ή αναστολής των δόσεων για οποιοδήποτε λόγο και εξακολουθεί να μην συμμορφώνεται με το διάταγμα ημερ.05.02.2024 με σκοπό την καταδολίευση των Παραπονουμένων. Ζητεί επιπλέον την τιμωρία της, καθώς και την έκδοση διατάγματος είσπραξης του ποσού των €375 ως χρηματικής ποινής καθώς και την καταδίκη της επί των εξόδων της παρούσας.

 

Κατά την αντεξέταση του, ανέφερε πως η Κατηγορούμενη λανθασμένα ισχυρίζεται πως εκδόθηκε από το δικηγορικό του γραφείο, απόδειξη εξόφλησης του ποσού στις 07.06.2023 και τούτο διότι, εκ παραδρομής, όταν εισπράχθηκαν οι δόσεις που αφορούσαν την περίοδο 01.03.2023-01.06.2023, λειτουργός του γραφείου του εξέδωσε απόδειξη (τεκμήριο 5.2) είσπραξης και εκ παραδρομής αντί να σβήσει το σημείο που αναγραφόταν «Προς εξόφληση» όπως θα έπρεπε, έσβησε το σημείο που αναγραφόταν «έναντι» και έκτοτε, η Κατηγορούμενη θεωρεί λανθασμένα πως δεν οφείλει κανένα περαιτέρω ποσό. Όλες τις προηγούμενες αποδείξεις είσπραξης, τις εξέδιδε ο ίδιος και το τεκμήριο 3 είναι το μοναδικό που δεν εκδόθηκε από τον ίδιο εξ ου και έγινε το παραπάνω λάθος. Επιπρόσθετα, το ότι η επιταγή που του δόθηκε αφορούσε αποκλειστικά τις μηνιαίες δόσεις 01.03.23-01.06.23 φαίνεται και από το περιεχόμενο της επιστολής που του έστειλε ο τότε δικηγόρος της Κατηγορούμενης, δυνάμει του οποίου ήταν ξεκάθαρο πως η επιταγή που εσωκλείετο στην επιστολή δεν ήταν προς οποιαδήποτε εξόφληση αλλά για τις συγκεκριμένες μηνιαίες δόσεις. Η Κατηγορούμενη είχε πληρώσει το συνολικό ποσό των €1.200 το οποίο αντιστοιχούσε στις μηνιαίες δόσεις για την περίοδο 01.03.2022-01.06.2023. Υπεβλήθη στον Μ.Κ.1 η θέση, πως τα παραπάνω αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του ιδίου και πως γι’ αυτό τον λόγο, δεν κλήθηκε στην διαδικασία το πρόσωπο που εξέδωσε την εν λόγω επιταγή, για να δώσει μαρτυρία.

 

Περαιτέρω, του υπεβλήθη πως το ότι το χρέος εξοφλήθηκε με την έκδοση της εν λόγω απόδειξης είσπραξης, τεκμαίρεται από το γεγονός πως η εν λόγω απόδειξη εκδόθηκε μετά που ο (τότε) δικηγόρος της Κατηγορούμενης, απέστειλε στον ίδιο επιστολή (τεκμήριο 3.7) στην οποία του ανέφερε πως σε περίπτωση που δεν αποστελλόταν στον ίδιο κατάσταση λογαριασμού, θα θεωρείτο πως το ποσό εξοφλήθηκε. Επίσης, του υπεβλήθη η θέση πως ουδέποτε ανέφερε στον τότε δικηγόρο της Κατηγορούμενης ότι εκ λάθους εκδόθηκε, με τον τρόπο που εκδόθηκε το τεκμήριο 5.2 και πως ουδέποτε μετέπειτα της έκδοσης του, όχλησε είτε τον εν λόγω δικηγόρο, είτε την Κατηγορούμενη. Αντεξετάστηκε επίσης για να του υποβληθεί η θέση πως εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό, καθότι το εξ αποφάσεως χρέος της Κατηγορούμενης αποπληρώθηκε με την καταβολή του ποσού των €1.200  που είχε καταβληθεί μέχρι και την 01.06.2023 καθότι, με βάση την ημερομηνία που εκδόθηκε η απόφαση στην αγωγή 903/04, ο τόκος που θα μπορούσε να προστεθεί στο εξ αποφάσεως χρέος, δεν μπορούσε να υπερέβαινε το ύψος του αρχικώς οφειλομένου ποσού της απόφασης, αφού κάτι τέτοιο απαγορευόταν από τον Περί Τόκου Νόμο, ως ίσχυε τότε και η κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 4) που ετοίμασε το δικηγορικό γραφείο του και απέστειλε στον δικηγόρο Δ., είναι λανθασμένη .

 

Εχω λάβει υπόψη μου κάθε τι που λέχθηκε από τις δύο πλευρές κατά το στάδιο των αγορεύσεων τους, πλην όμως δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω εκτός όπου και εάν χρειάζεται. Προχωρώ συνεπώς, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσφέρθηκε, έχοντας κατά νου, τις αρχές που διέπουν την διεργασία αυτή. Όπως έχει υποδειχθεί στην Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία.

 

Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τον μοναδικό μάρτυρα που κατέθεσε με ιδιαίτερη προσοχή και δη τις αντιδράσεις του, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσε, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσε, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. C & A Pelecanos Associates Ltd vΑνδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273). 

 

Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797).  Σημειώνω επίσης πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (βλ. Kadis v. Nicolao(1986) 1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45) φτάνει να υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση για τους λόγους που γίνεται δεκτό ή μη αποδεκτό, το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας. Είναι πολύ σημαντικό να λεχθεί ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527). Διευκρινίζεται, επίσης, ότι οι  υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (βλ. Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).

 

Σημειώνω, πως εκ της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, δεν αμφισβητείται πως ο Μ.Κ.1 ήταν ο δικηγόρος των Παραπονουμένων στην αγωγή με αρ. 903/04 και εξουσιοδοτημένος να καταθέσει για την παρούσα, πως η Κατηγορούμενη κατέβαλε μέχρι και τις 12.03.2024, το συνολικό ποσό των €1.200 (τεκμήριο 3 και 9.1 και 9.2), ως επίσης ότι μετά την 01.06.23 δεν καταβλήθηκαν άλλα ποσά εκ μέρους της Κατηγορούμενης. Επιπλέον, ότι στις 07.06.2023 εκδόθηκε το τεκμήριο 5.2, το οποίο αφορά απόδειξη είσπραξης του ποσού των €300, το οποίο αφορούσε οφειλόμενες μηνιαίες δόσεις μέχρι και την 01.06.23 στο οποίο είναι σβησμένη η λέξη «έναντι» αντί της λέξης «Προς εξόφληση» και πως οι μηνιαίες δόσεις μέχρι και την 01.06.2023 εξοφλήθηκαν. Τα πιο πάνω επομένως, συνιστούν περαιτέρω ευρήματα του Δικαστηρίου.

 

Στρεφόμενοι στα σημεία εκείνα που αμφισβητήθηκε και δη του κατά πόσο, η Κατηγορούμενη εξακολουθεί να οφείλει οποιοδήποτε ποσό, σημειώνω, πως η μαρτυρία του Μ.Κ.1, επί τούτου δεν κατέστη δυνατό να κλονιστεί κατά την αντεξέταση. Οι αναφορές του Μ.Κ.1 σε σχέση με το υπόλοιπο που όφειλε η Κατηγορούμενη κατά την 12.03.2024, ήταν πολύ συγκεκριμένες, σε αντίθεση με τις υποβολές που του τέθηκαν, οι οποίες παρέμειναν μετέωρες. Σε κάθε δε περίπτωση, δεν έχω εντοπίσει εγγενείς αδυναμίες στα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.1 ώστε να οδηγηθώ στο συμπέρασμα πως η μαρτυρία του θα πρέπει να απορριφθεί, είτε λόγω του ότι δεν είναι πιστευτή, είτε διότι ενδεχομένως να δημιουργούσε αμφιβολίες.

 

Εξηγώ.

 

(α) Σε σχέση με το τεκμήριο 5.2, ήταν η θέση του Μ.Κ.1 πως εκ παραδρομής, η λειτουργός του γραφείου, αντί να σβήσει την λέξη «προς εξόφληση», έσβησε την λέξη «έναντι» και τούτο λόγω λάθους. Η πλευρά της υπεράσπισης, ενέμεινε στη θέση της προς τον Μ.Κ.1 πως ορθά σβήστηκε η λέξη «έναντι» αφού, το τεκμήριο 3 εκδόθηκε μετά που ο τότε δικηγόρος της Κατηγορούμενης απέστειλε 2 ξεχωριστές επιστολές στον Μ.Κ.1 ημερ. 23.05.23 (τεκμήριο 3.7) και 30.05.23 (τεκμήριο 3.8), λέγοντας του αρχικά πως η Κατηγορούμενη θεωρεί ότι εξόφλησε και μετέπειτα του ανέφερε πως σε περίπτωση που δεν του αποστέλλετο κατάσταση λογαριασμού, η Κατηγορούμενη, θα θεωρούσε πως το χρέος εξοφλήθηκε (αντιστοίχως οι ισχυρισμοί προς τα τεκμήρια 3.7 και 3.8). Με όλο το σεβασμό προς την συνήγορο υπεράσπισης, η θέση αυτή, είναι προβληματική για τους εξής λόγους. Η τελευταία επιστολή (τεκμήριο 3.8) κατά τη θέση της συνηγόρου στάλθηκε στον Μ.Κ.1 στις 30.05.2023, κατόπιν επιστολής που φαίνεται να απέστειλε ο Μ.Κ.1 προς τον εν λόγω δικηγόρο (τεκμήριο 3.6) δυνάμει της οποία ζητείτο η πληρωμή μηνιαίων δόσεων που αφορούσαν την περίοδο Μάρτιο και Απρίλιο του 2023. Αυτό που ευκόλως συνάγεται από τα τεκμήρια 3.7 και 3.8 είναι ότι αυτά εμπεριέχουν μια θέση του δικηγόρου Δ, ότι δηλαδή θα θεωρούσαν οι πελάτες του το χρέος εξοφληθέν. Σε περίπτωση που δεν τους αποστέλλετο κατάσταση λογαριασμού ως αιτούνταν και πουθενά πάντως δεν διαφαίνεται ότι η εν λόγω αναφορά είχε έρεισμα σε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των μερών. Επιπρόσθετα, ήταν σαφής ο Μ.Κ.1 πως το ζήτημα του λάθους της απόδειξης είσπραξης, το είχε θέσει στην άλλη πλευρά, η οποία ωστόσο εμμένει ότι εξόφλησε, ενώ τα δεδομένα των πληρωμών, καταδεικνύουν εντελώς το αντίθετο. Επί τούτου πειστική ήταν η απάντηση του Μ.Κ.1 στην εξής ερώτηση:

 

«E.      Η επιστολή που μόλις μας αναφέρατε είναι προγενέστερη της επιστολής που σας αναφέρω εγώ ότι σας λέει ότι θεωρούν ότι έχουν εξοφλήσει την αγωγή. Και μάλιστα στείλατε εις απάντηση εξοφλητική απόδειξη.

A.        Εμένα δεν με ενδιαφέρει τι λέει ο κύριος Δ. και οι πελάτες του. Γι΄αυτό και οι απαντήσεις μου σε όλα αυτά που λέει, είναι η καταχώρηση των υποθέσεων.  Δεν θα γράφω όλη μέρα του κύριου Δ.

E.        Εσείς ούτε μια φορά του γράψατε. 

A.        Μα δεν θέλω να του γράψω, γιατί να του γράψω.

E.        Ούτε μια φορά δεν του γράψατε να του πείτε ότι εκ λάθους εκδόθηκε η εξοφλητική απόδειξη και παρακαλώ παραμένει το σχετικό υπόλοιπο. Ουδέποτε του το είπατε και αμέσως καταχωρήσατε... μετά από λίγο καιρό καταχωρήσατε ποινικές υποθέσεις.

A.        Η απάντηση μου ήταν η καταχώρηση των ποινικών υποθέσεων, εξάλλου το συγκεκριμένο θέμα το ανάφερα προσωπικώς και στον υιό Δ. και στον κύριο Χ., τον προηγούμενο δικηγόρο.»

 

(β) Η πλευρά της υπεράσπισης, ως αναφέρω και πιο πάνω, βάσισε τη θέση της περί εξόφλησης, στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 5.2, το οποίο ετοιμάστηκε από άλλο πρόσωπο και όχι από τον Μ.Κ.1 και υπέβαλε στον Μ.Κ.1 πως το γεγονός ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν κλήθηκε να καταθέσει στην διαδικασία, καταδείχνει ότι, η θέση περί λάθους στην απόδειξη είσπραξης είναι εκ των υστέρων σκέψεις του Μ.Κ.1. Επί τούτου, σημειώνω πως παρότι πράγματι, το εν λόγω πρόσωπο δεν κλήθηκε από μέρους της κατηγορούσας αρχής να καταθέσει, εντούτοις ούτε από μέρους της υπεράσπισης ζητήθηκε η κλήτευση του προς αντεξέταση, μιας και το περιεχόμενο του τεκμηρίου 5.2 και τα όσα ο Μ.Κ.1 ανέφερε περί τούτου, αποτελούν εξ ακοής μαρτυρίας και η υπεράσπιση είχε δικαίωμα να ζητήσει την κλήτευση του εν λόγω προσώπου προς αντεξέταση[1], διάβημα το οποίο ως εμφαίνεται, ουδέποτε άσκησε. Είναι ακατανόητο επομένως πώς η υπεράσπιση διασυνδέει την μη κλήτευση του εν λόγω προσώπου με δημιουργία εκ των υστέρων σκέψεων του Μ.Κ.1 περί του θέματος,  όταν η ίδια παρέλειψε να ζητήσει την κλήτευση του εν λόγω προσώπου, ώστε να διαφανεί κατά πόσο, έχει ή όχι έρεισμα η θέση της.

 

Είναι καλώς νομολογημένο πως οι  υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (βλ. Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640). Περιπλέον, είναι προφανές, πως είναι  η πλευρά της Κατηγορουμένης που επικαλείται το περιεχόμενο του τεκμηρίου 5.2 (της εξ ακοής δηλαδή μαρτυρίας) για να βασίσει τη θέση της πως οι επίδικες μηνιαίες δόσεις έχουν εξοφληθεί και όχι η πλευρά των Παραπονουμένων, δια του Μ.Κ.1, ο οποίος με αναφορά στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 5.2, ανέφερε πως αυτό, δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα. Δεν είναι επομένως αντιληπτό, πώς η πλευρά της Κατηγορουμένης, επικαλείται από την μια την εν λόγω εξ ακοής μαρτυρία και από την άλλη, ζητεί δια μέσω της αγόρευσης της, τον αποκλεισμό της.

 

(γ) Η έτερη θέση περί εξόφλησης του όποιου οφειλόμενου ποσού προς τους Παραπονούμενους, ότι δηλαδή δεν θα μπορούσε να υπάρχει οφειλόμενο ποσό, διότι το διάταγμα (τεκμήριο 1) εκδόθηκε πριν από την ψήφιση του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου και επομένως απαγορευόταν με τον Περί Τόκου Νόμο, ο τόκος να υπερέβαινε το αρχικώς οφειλόμενο ποσό, είναι και πάλι προβληματική, επίσης, για διάφορους λόγους. Καταρχάς, ουδέποτε υπεβλήθη στον Μ.Κ.1, ποιο κατά τη θέση της υπεράσπισης θα έπρεπε να είναι το συνολικά οφειλόμενο ποσό, ώστε με αφαίρεση του ποσού που ήδη είχε καταβληθεί προς τους Παραπονούμενους, να μπορεί να προκύπτει μηδενικό ή αρνητικό αποτέλεσμα. Τουναντίον, η θέση της υπεράσπισης βασίστηκε σε γενικούς ισχυρισμούς, σε σχέση και με άλλες ποινικές υποθέσεις που εκκρεμούν εναντίον της Κατηγορούμενης (απόρροια του παρόντος επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων), σε βαθμό που είναι ακατανόητη η συλλογιστική της συνηγόρου υπεράσπισης της Κατηγορουμένης. Και τούτο, με δεδομένο το ότι  καμμιά μαρτυρία προσκομίστηκε από την πλευρά της τελευταίας ως προς τις πιο πάνω θέσεις της. Ακόμη και όταν ο Μ.Κ.1 ζήτησε κατά την αντεξέταση του από την συνήγορο υπεράσπισης να πει με βάση τους δικούς της υπολογισμούς ποιο θα έπρεπε να ήταν το ορθό υπόλοιπο, όταν του υπεβλήθη η θέση πως οι δικοί του υπολογισμοί ήταν λάθος, δεν το έπραξε και απέφυγε επιμελώς να διευκρινίσει το ζήτημα στον Μ.Κ.1, ώστε ο τελευταίος να μπορεί να θέσει τη δική του εκδοχή.

 

Η μαρτυρία επομένως του Μ.Κ.1 είναι αποδεκτή στο σύνολο της, καθότι οι εξηγήσεις που έδωσε και τα γεγονότα που ανέφερε, προκύπτουν και επιβεβαιώνονται από την υπόλοιπη μαρτυρία, οι δε απαντήσεις που έδωσε ήταν πειστικές και η αξιοπιστία των ισχυρισμών του, δεν κατέστη δυνατό να κλονιστεί κατά την αντεξέταση. Τουναντίον, οι υποβολές που του τέθηκαν, παρέμειναν ως γενικοί ισχυρισμοί χωρίς κανένα αντικειμενικό έρεισμα. Με βάση συνεπώς την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.1 προβαίνω σε περαιτέρω εύρημα πως η Κατηγορούμενη, όφειλε προς τους Παραπονούμενους κατά την 12.03.2024 που καταχωρίστηκε η παρούσα, το συνολικό ποσό των €1.257,63 και πως δεν καταβλήθηκαν από μέρους της Κατηγορουμένης, οι μηνιαίες δόσεις για την περίοδο 01.11.2023-01.03.2024, οι οποίες ανέρχονται συνολικά στα €375 για λόγους άλλους από φυσική ή αντικειμενική αδυναμία, αφού κάτι τέτοιο ουδέποτε προβλήθηκε ως θέση.

 

Περιπλέον των πιο πάνω, σημειώνω ότι η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης της Κατηγορούμενης η οποία προβλήθηκε κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ότι δηλαδή το διάταγμα μηνιαίων δόσεων ημερ. 15.02.2022, δεν έχει οποιαδήποτε ισχύ διότι η απόφαση στην αγωγή 903/04 δεν έχει ανανεωθεί, είναι με όλο το σεβασμό παντελώς εκτός του πλαισίου της δοθείσας μαρτυρίας. Κατά πρώτο, τέτοια θέση ουδέποτε υποβλήθηκε στον Μ.Κ.1 ούτως ώστε να μπορέσει να εξεταστεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και κατά δεύτερο καμμιά μαρτυρία υπάρχει επί της προβαλλόμενης θέσης από μέρους της Κατηγορουμένης. Είναι δε σαφές, πως με δεδομένο το ότι η θέση αυτή προβάλλεται μέσω της αγόρευσης της συνηγόρου, χωρίς προηγουμένως να έχει προσκομισθεί μαρτυρία ή να προκύψει από την μαρτυρία (δια της αντεξέτασης) το ζήτημα, δεν μπορεί και να ληφθεί υπόψη αφού είναι καλώς νομολογημένο πως η αγόρευση δεν αποτελεί μέσο προσαγωγής μαρτυρίας (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 223).

 

Σε σχέση δε με τα υπόλοιπα ζητήματα περί «κωλύματος» των Παραπονουμένων να ζητούν την τιμωρία της Κατηγορουμένης για τις επίδικες απλήρωτες μηνιαίες δόσεις καθότι κατά τη θέση της, ο δικηγόρος των Παραπονουμένων «αποδέχθηκε» την είσπραξη του ποσού των €300 της επιταγής που επισυνάπτετο στην επιστολή ημερ. 23.05.23, ως πλήρη εξόφληση, είναι σαφές πως η θέση αυτή, δεν έχει γίνει αποδεκτή για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1. Ό,τι αξίζει ενδεχομένως να αναφέρω επιπρόσθετα, είναι ότι οι αγγλικές υποθέσεις στις οποίες παραπέμπει η συνήγορος της Κατηγορουμένης στην γραπτή της αγόρευση, καμμιά απολύτως σχέση έχουν με την παρούσα. Αναφέρω συνοπτικά πως οι υποθέσεις αυτές, είχαν να κάνουν με αστικές αξιώσεις, οι οποίες μάλιστα είναι καθόλα άσχετες, με το τι εξετάζεται στην παρούσα.

 

Νομική Πτυχή

 

Το Άρθρο 3(1)(γ) του Περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμο του 2008, Ν. 60(Ι)/2008 (εφεξής ο Νόμος) προβλέπει τα εξής:

 

«3(1) Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους:

[…]

(γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.»

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 3(4) του ίδιου νόμου αποτελεί Υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει ότι:

 

«α) έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή

β) ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή

γ) ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν»            

 

Στην υπόθεση Νικολάου vCITI PRINCIPAL INVESTMETNS LTDΠοιν. Έφ. αρ. 160/2014, ημερομηνίας 20.12.2016, αποφασίστηκε ότι η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 3(1)(γ) (πιο πάνω) στοιχειοθετείται με την προσαγωγή μαρτυρίας ότι ο Κατηγορούμενος, α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεων οφειλέτης με πιστωτή τον παραπονούμενο, β) δεν έχει εξοφλήσει το χρέος του, γ) αποδέχθηκε να εξοφλήσει το χρέος του με μηνιαίες δόσεις και δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο (βλ. και Ντάγκλας ν. ΚυλίληΠοιν. Έφεση 76/19 ημ. 22/04/2020).

 

Στην υπόθεση Προδρόμου v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας ΛτδΠοιν. Έφ. Αρ. 25/12, ημερομηνίας 20.2.2014, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το ζητούμενο σε υποθέσεις, όπως η επίδικη, δεν είναι το συνολικό ποσό του χρέους, κατά την ημερομηνία της ακρόασης, αλλά το κατά πόσο οι επίδικες δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στις περιπτώσεις αυτές το ουσιώδες δεν είναι η διακρίβωση του χρέους, εφόσον το χρέος προκύπτει από δικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνηγορεί προς στοιχειοθέτηση της υπεράσπισης ότι η Κατηγορούμενη έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής καθότι η θέση που προώθησε περί πλήρους εξόφλησης του εκ δικαστικής απόφασης χρέους, έχει απορριφθεί.

 

Ούτε και προέβαλε οποιαδήποτε άλλη υπεράσπιση εξ αυτών που προβλέπονται στον Νόμο, αφού θέση της ήταν ότι δεν υπάρχει υπόλοιπο οφειλομένου, για το οποίο θα έπρεπε να συμμορφωθεί.  

 

Ανεξαρτήτως των υπερασπίσεων που προβλέπονται στον Νόμο, το βάρος απόδειξης των οποίων τις έχει σαφώς η πλευρά που τις επικαλείται, σημειώνω  πως αποτελεί θεμελιακή αρχή του ποινικού δικαίου πως το βάρος απόδειξης της ενοχής του Κατηγορούμενου, βαραίνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Η αυστηρότητα δε, με την οποία εφαρμόζεται η αρχή του αποδεικτικού βάρους, επισημαίνεται στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363:

 

          «Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι  αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη».[2]

  

Στη βάση της συνολικής αποδοχής της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 καθώς και των σχετικών ευρημάτων που επ' αυτών προέβηκε το Δικαστήριο, τα οποία προκύπτουν είτε από τα παραδεκτά, είτε από τα μη αμφισβητούμενα γεγονότων, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 3 (1) (γ) του Νόμου σε όλες τις κατηγορίες. Συγκεκριμένα, η κατηγορούσα αρχής, έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας πως η Κατηγορούμενη είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή τους Παραπονούμενους, ότι το χρέος δεν έχει εξοφληθεί, ότι εναντίον του εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα αποπληρωμής του εξ' αποφάσεως χρέους του με μηνιαίες δόσεις, και ότι παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις που αναφέρονται στις κατηγορίες 1-5 (συμπεριλαμβανομένων) οι οποίες αφορούν την περίοδο 01.11.2023-12.03.2024 (αμφότερων συμπεριλαμβανομένων), για λόγους άλλους από οικονομική ή φυσική αδυναμία. Συνακόλουθα, η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1-5.

 

 

                                                                                        (Υπ.)............................

                                                                                            Ε. Κ. Μιντή- Ε.Δ.

 

 



[2]  (βλ. επίσης  Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 102).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο