ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 3328/22
AMERICAN ACADEMY ALUMNI FOUNDATION
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
1. Π.Α.Π
2. Γ.Π.
3. Χ.Π.
Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου, 2025
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Παντελή με κα Ρ. Πατσαλή
Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ Σπύρος Βασιλείου
Για τον Κατηγορούμενο 3: κα Π. Κτίστη για Α. Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε. (κ. Γιωργάτζης για ν’ ακούσει την απόφαση)
ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι Κατηγορούμενοι, αντιμετωπίζουν στην παρούσα το αδίκημα της απείθειας κατά νόμιμων διαταγών κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα, κατηγορούνται επί τω ότι:
· H Κατηγορούμενη 1 περί τις 07.02.2022 και εντεύθεν απειθεί και/ή δεν υπακούει στο διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 27.09.2013, με το οποίο απαγορευόταν η χρήση της φράσης «American Academy» ή/και «Αμερικανική Ακαδημία», όντας (sic) αντιπρόσωπος ή/και υπάλληλος ή/και αξιωματούχος ή/και γραμματέας της εταιρείας Island Education Services Ltd (κατηγορία 1)
· O Κατηγορούμενος 2 και ο Κατηγορούμενος 3 περί τις 03.02.2022 και περί τις 04.02.2022 (αντιστοίχως) και εντεύθεν απειθεί και/ή δεν υπακούει στο διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 27.09.2013, με το οποίο απαγορευόταν η χρήση της φράσης «American Academy» ή/και «Αμερικανική Ακαδημία», όντας αντιπρόσωπος ή/και υπάλληλος ή/και αξιωματούχος ή/και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Island Education Services Ltd (κατηγορίες 2 και 3 αντιστοίχως προς τους Κατηγορούμενους)
Προς απόδειξη της υπόθεσης της, η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε τρεις συνολικά μάρτυρες. Σημειώνω επίσης ότι, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν (και εγκρίθηκαν ως τέτοια), παραδεκτά γεγονότα, αναφορά στα οποία γίνεται στη συνέχεια, όπου και εάν αυτό κρίνεται σκόπιμο.
Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, υπεβλήθη εισήγηση από πλευράς όλων των Κατηγορουμένων πως δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους σύμφωνα με το Άρθρο 74(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ως εκ τούτου, ουδείς εξ αυτών θα πρέπει να κληθεί σε απολογία, τουναντίον θα πρέπει να αθωωθούν και να απαλλαγούν από αυτό το στάδιο.
Εκ μέρους των Κατηγορουμένων 1 και 2, υποστηρίχθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης του ότι:
(α) η έναρξη και προώθηση της παρούσας, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και το Δικαστήριο οφείλει να απαλλάξει τους Κατηγορούμενους από την ποινική δίωξη τους. Οι λόγοι συνίστανται στο ότι το κατηγορητήριο πάσχει από «πολλαπλότητα» σε τέτοιο βαθμό, ώστε να δικαιολογείται διακοπή της διαδικασίας καθότι στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, αποδίδεται στους Κατηγορούμενους πως διέπραξαν το αδίκημα που τους καταλογίζεται υπό διαζευκτικές ιδιότητες έτσι που να μην γνωρίζουν τί εν τέλει αντιμετωπίζουν. Επιπρόσθετα, αποτελεί μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, εκκρεμεί αίτηση παρακοής εναντίον των Κατηγορουμένων, για τις ίδιες ακριβώς πράξεις που κατηγορούνται και στην παρούσα, η παρούσα προωθείται για αλλότριους σκοπούς και ειδικότερα με απώτερο σκοπό την αλίευση μαρτυρίας εναντίον τρίτων προσώπων και υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην επίδοση του διατάγματος δυνάμει του οποίου κατηγορούνται οι Κατηγορούμενοι πως απείθησαν, χωρίς εν τω μεταξύ οι Παραπονούμενοι, να λάβουν άλλα μέτρα εναντίον τους ή και να τους οχλήσουν ουδέποτε προηγουμένως.
(β) δεν μπορεί δυνητικά να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα εναντίον των Κατηγορουμένων καθότι, οι Κατηγορούμενοι, κατηγορούνται υπό κάποια (ή κάποιες) ιδιότητες, που είχαν στην εταιρεία Island Education Services Ltd, η οποία δεν είναι Κατηγορούμενη στην παρούσα και επομένως, αφ’ ης στιγμής η εν λόγω εταιρεία, εναντίον της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, δεν κατηγορείται πως διέπραξε κάποιο αδίκημα, δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί διάπραξη αδικήματος από μέρους των Κατηγορουμένων 1 και 2. Προς επίρρωση της θέσης του αυτής ο κ. Βασιλείου, αναφέρθηκε στο ότι ούτως ή άλλως, καμμιά πράξη θα μπορούσε να γίνεται από την Island Education Services Ltd (και κατ΄ επέκταση από τους Κατηγορούμενους υπό την ιδιότητα που τους αποδίδεται) αφού η εν λόγω εταιρεία, είχε τεθεί υπό εκκαθάριση και καμμιά δραστηριότητα ασκούσε από τότε μέχρι και σήμερα. Επιπλέον, οι Κατηγορούμενοι έλαβαν γνώση για το επίδικο διάταγμα το 2022 και ποτέ πιο πριν από την ημέρα έκδοσης του και από την ημέρα που τους επιδόθηκε (ή ακόμη και προγενέστερα) προέβησαν σε ενέργεια ή παράλειψη, ώστε να μπορεί να εξεταστεί ο επιπρόσθετος παράγοντας του κατά πόσο ηθελημένα, δεν συμμορφώνονται με το διάταγμα. Τουναντίον, από την επίδοση του διατάγματος και εντεύθεν, η υφιστάμενη ιδιοκτήτρια εταιρεία του σχολείου, λειτουργεί σύννομα με βάση την μαρτυρία του Μ.Κ.3 που η ίδια η κατηγορούσα αρχή, προσέφερε στο Δικαστήριο.
(γ) η μαρτυρία η οποία προσφέρθηκε από μέρους της κατηγορούσας αρχής, είναι τέτοιας ποιότητας, που κανένα δικαστήριο, δεν θα μπορούσε να βασίσει ετυμηγορία ενοχής, σε σχέση με τους Κατηγορούμενους και τούτο γιατί το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε στην απουσία των Κατηγορουμένων, στα πλαίσια αστικής διαδικασίας και δεν οπισθογραφήθηκε. Επιπλέον, ο ίδιος ο ΜΚ1 παραδέχθηκε πως δεν προέβηκαν ποτέ σε ανανέωση της απόφασης στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα ή ακόμη και του διατάγματος ενώ παραδέχθηκε επιπλέον, πως οι διάφορες αναρτήσεις στο διαδίκτυο ή τα διάφορα «prospectus», στις οποίες προβαίνει ή τα οποία εκδίδει το σχολείο, προβάλλοντας τον εαυτό του ως «American Academy», τις διενεργεί εταιρεία και όχι οι Κατηγορούμενοι.
Οι πιο πάνω εισηγήσεις, υιοθετήθηκαν και από μέρους της συνηγόρου του Κατηγορούμενου 3, η οποία επιπροσθέτως αυτών ανέφερε πως:
(α) το εκδοθέν υπό του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, διάταγμα, απευθύνετο (μεταξύ άλλων) προς διάφορα πρόσωπα, τα οποία έχουν την ιδιότητα που αναφέρεται σε αυτό στην εταιρεία Island Education Services Ltd και ο Κατηγορούμενος 3, δεν είχε καμμιά εκ των περιλαμβανομένων (στο διάταγμα) ιδιοτήτων, κατά τον χρόνο που αυτό εκδόθηκε. Ειδικότερα, ανέφερε πως παρόλο που ο Μ.Κ.1 ανέφερε εκ μέρους των Παραπονουμένων, πως ο Κατηγορούμενος 3 ως υπάλληλος της Island Education Services Ltd, δεν υπακούει στο διάταγμα, εντούτοις με βάση την μαρτυρία του Μ.Κ.2 η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, ο Κατηγορούμενος 3 δεν είχε τέτοια ιδιότητα, κατά το χρόνο που το διάταγμα εκδόθηκε.
Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής η οποία ανέφερε ότι με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον όλων των Κατηγορουμένων και θα πρέπει να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Σε σχέση με το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας, αποτέλεσε περαιτέρω θέση της πως τα όσα η πλευρά των Κατηγορουμένων προβάλλει, ως λόγους κατάχρησης και αφορούν την εκκρεμούσα αίτηση παρακοής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, έχουν εξεταστεί σε προηγούμενο στάδιο, όταν οι Κατηγορούμενοι προτού απαντήσουν στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, ήγειραν προδικαστική ένσταση και προέβαλαν τις ίδιες θέσεις και το Δικαστήριο αποφάσισε πως για τούτο τον λόγο, καμμιά κατάχρηση υφίστατο. Σε σχέση με τις λοιπές θέσεις περί μη ανανέωσης της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής ή και του επίδικου διατάγματος ή ακόμη και του ότι αυτό δεν οπισθογραφήθηκε, ανέφερε πως καμμιά υποχρέωση ανανέωσης απόφασης υφίσταται και πως τούτο γίνεται μόνο όταν ζητούνται ή πρόκειται να ζητηθούν μέτρα εκτέλεσης και πως ούτε και αποτελεί θνησιγένεια στην διαδικασία, το γεγονός ότι το διάταγμα δεν είναι οπισθογραφημένο, καθότι κάτι τέτοιο δεν απαιτείται, όταν η κατηγορία βασίζεται στις πρόνοιες του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα.
Οι παράμετροι, οι οποίες καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας (1981) 2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448) ως προς τον καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Το ζήτημα εξετάστηκε επίσης στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133 στην οποία διατυπώθηκαν τα ακόλουθα:
«Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos (1985) 1 C.L.R. 250.»
Το (νυν) Εφετείο, στην πολύ πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Fassan Farhat, Ποιν. Έφεση 107/2025, ημερομηνίας 15.10.2025 υιοθετώντας το πιο πάνω απόσπασμα της απόφασης Χριστοδούλου (ανωτέρω) ανέφερε τα ακόλουθα:
«To Δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας AZINAS AND ANOTHER v. POLICE (1981) 2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν,
(α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και
(β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου.
Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου. Στην υπόθεση AZINA (ανωτέρω), το Δικαστήριο επεσήμανε ότι η προγενέστερη κυπριακή απόφαση REX v. MUSTAFA KARA MEHMED 16 C.L.R. 46 συσχετίζεται με την ερμηνεία και εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων που ίσχυαν κατά το χρόνο της έκδοσης της, δηλαδή, των Άρθρων 143 και 144 της Περί των Κυπριακών Δικαστηρίων Διαταγής του 1927, η οποία δέσμευε το πρωτόδικο Δικαστήριο να εξετάσει, μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορίας, κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ήταν επαρκής για να υποστηρίξει την καταδίκη. Οι διατάξεις του Άρθρου 74(1)(β) του Κεφ. 155 εναρμονίζονται, όπως επεξηγείται, με τα αγγλικά θέσμια στον προσδιορισμό εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και για τον λόγο αυτό, τόσο η Πρακτική του 1962, όσο και η σχετική αγγλική νομολογία (Βλέπε μεταξύ άλλων: (α) WISEMAN & ANOTHER v. BOMEMAN & OTHERS [1967] 3 All E.R.1045, (b) COZENS v. BRUTUS [1972] 2 All E.R.1, (c) ELLIS v. JONES [1973] 2 All E.R.893, (d) R. v. GALBRAITH [1981] 2 All E.R. 1061, (e) R. v. BARKER (NOTE [1975] 65 Cr.App.R. 287) οριοθετούν το πλαίσιο διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.
Στην υπόθεση ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Κ.Α. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2000) 2 Α.Α.Δ. 191, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τη νομολογία για τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας προς διαπίστωση ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ως ακολούθως:
«Η νομολογία όμως είναι σαφέστατη επί του προκειμένου. (Ίδε: Practice Note [1962] 1 All E.R. 448, R. v. Galbraith [1981] 73 Cr. App. R. 124, Azinas v. Police (1981) 2 C.L.R. 9, Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133). Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί.»
Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω σε αδρές γραμμές, την ουσία του περιεχομένου της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας. Περαιτέρω αναφορά στο περιεχόμενο της, γίνεται πιο κάτω και εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο έχοντας αδιάλειπτα κατά νου, το στάδιο που βρίσκεται η διαδικασία και το σκοπό για τον οποίο γίνεται ο οποιοσδήποτε σχολιασμός.
Ο Μ.Κ.1, είναι ο εκτελεστικός διευθυντής της Παραπονούμενης και κατ’ επέκταση του ιδιωτικού σχολείου «Αμερικανική Ακαδημία Λάρνακας» και βρίσκεται στην υπηρεσία των Παραπονουμένων από το 2018. Από τον φάκελο που διατηρείται στο πιο πάνω σχολείο και αφορά την παρούσα υπόθεση, διαφάνηκε πως η Παραπονούμενη, είχε ιδρύσει περί το έτος 1987, δύο ιδιωτικά σχολεία, το «American Academy» και το «American Academy Junior School Limassol» τα οποία στην συνέχεια πώλησε στην εταιρεία Island Education Services Ltd, υπό τον όρο ότι η ονομασία τους, επιτρέπετο να χρησιμοποιείται για 7 έτη.
Ο όρος αυτός δεν τηρήθηκε από μέρους της εν λόγω εταιρείας, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί εναντίον της και εναντίον της εταιρείας «ιδιωτικό Σχολείο Αμερικανικής Ακαδημίας Πάφου Λτδ» (που χρησιμοποιούσαν τις πιο πάνω φράσεις ως μέρος των σχολείων τους σε Λεμεσό και Πάφο), η αστική αγωγή 5259/2005 η οποία απέληξε σε έκδοση απόφασης (τεκμήριο 1) υπέρ των Παραπονουμένων. Εκδόθηκε μεταξύ άλλων τελικό διάταγμα (τεκμήριο 2), το οποίο κατέστη τελεσίδικο διότι δεν εφεσιβλήθηκε, με το οποίο απαγορεύετο στις πιο πάνω εταιρείες και/ή τους αξιωματούχους, υπηρέτες, υπαλλήλους, αντιπροσώπους, εντολείς, διαχειριστές, εκκαθαριστές και παραλήπτες τους, να χρησιμοποιούν τη φράση «American Academy» και/ή «Αμερικανική Ακαδημία» ως μέρος επωνυμίας, ονομασίας, εμπορικού σήματος, λογότυπου, ιστοσελίδας, για σκοπούς διαφήμισης και για οποιονδήποτε άλλο σκοπό. Το εν λόγω διάταγμα επιδόθηκε στους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3 στις 07.02.2022, 03.02.2022 και 04.02.2022 αντίστοιχα.
Το σχολείο το οποίο δημιουργήθηκε και λειτουργεί μέχρι σήμερα, είναι το American Academy Limassol, στο οποίο οι Κατηγορούμενοι έχουν ενεργό ρόλο και οι οποίοι ενώ έχουν εις γνώση τους το διάταγμα, παραβαίνουν το περιεχόμενο του αφού μεταξύ άλλων, στην ιστοσελίδα του σχολείου την οποία εκτύπωσε στις 29.11.2022 (τεκμήριο 3) φαίνεται η προώθηση του σχολείου ως AMERICAN ACADEMY SCHOOL. Στο Υπουργείο Παιδείας, ως προκύπτει από τη λίστα ιδιωτικών σχολείων του εν λόγω υπουργείου ημερ. 01.09.2014 (τεκμήριο 4), το σχολείο ήταν εγγεγραμμένο ως The American Academy Limassol, ενώ μετά την επίδοση του διατάγματος, μετονομάστηκε σε American Private School (τεκμήριο 5).
Η Κατηγορούμενη 1, είναι αξιωματούχος της Island Education Services Ltd (τεκμήριο 6) και υπάλληλος στο σχολείο, το οποίο δραστηριοποιείται μέσω της εταιρείας American Academy (Limassol) Private School Ltd, HE 408642 και είναι επίσης αξιωματούχος/γραμματέας της εταιρείας Ιδιωτικό Σχολείο Αμερικανικής Ακαδημίας Λεμεσού (Αγγλική Σχολή) Λιμιτεδ, ΗΕ 284933 (τεκμήριο 7).
Ο Κατηγορούμενος 2 ήταν αξιωματούχος της Island Education Services Ltd μέχρι και το 2010 και διατηρεί μετοχές σε αυτήν. Πέραν τούτου εργαζόταν και εργάζεται ως διευθύνων σύμβουλος στο σχολείο, ως διαφαίνεται από αρθρογραφία του στο διαδύκτιο περί το έτος 2015 (τεκμήριο 8). Περαιτέρω, διευθύνει το σχολείο και είναι υπάλληλος αυτού και γνώριζε τόσο για την αγωγή όσο και την απόφαση που εκδόθηκε αφού κατέθεσε και ως μάρτυρας υπεράσπισης για τις εναγόμενες, δηλώνοντας ότι είχε θέση διευθύνοντα συμβούλου. Επίσης, είναι αξιωματούχος της εταιρείας Ιδιωτικό Σχολείο Αμερικανικής Ακαδημίας Λεμεσού (Αγγλική Σχολή) Λιμιτεδ, ΗΕ 284933, η οποία δραστηριοποιείται στο ελληνικό τμήμα, του ίδιου σχολείου.
Ο Κατηγορούμενος 3, ήταν υπάλληλος της εταιρείας Island Education Services Ltd και τώρα υπάλληλος της εταιρείας Ιδιωτικό Σχολείο Αμερικανικής Ακαδημίας Λεμεσού (Αγγλική Σχολή) Λιμιτεδ, ΗΕ 284933 ενώ στην American Academy (Limassol) Private School Ltd, HE 408642 κατέχει θέση διευθυντή, βοηθού γραμματέα και μετόχου (τεκμήριο 9). Στο σχολείο φαίνεται να είναι ένας εκ των διευθυντών.
Επομένως, οι Κατηγορούμενοι 1-3 δραστηριοποιούνται στο σχολείο και ως αντιπρόσωποι της Island Education Services Ltd, παραβαίνουν ηθελημένα το διάταγμα, εφόσον δεν είχαν ποτέ πρόθεση να συμμορφωθούν αφού εντέχνως αποφεύγουν της ευθύνης τους, εις βάρος των Παραπονουμένων και παρουσιάζονται ως American Academy Private School και American Academy, σε ιστοσελίδες στο διαδίκτυο (τεκμήρια 10 και 11).
Ο Μ.Κ.2, λειτουργός των υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφα του μητρώου εργοδότησης των Κατηγορουμένων 1-3 (τεκμήρια 21-23), τα οποία είναι καταχωρημένα στο μητρώο της υπηρεσίας Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ο εν λόγω μάρτυρας, δεν αντεξετάστηκε.
Ο Μ.Κ.3, λειτουργός στον τομέα ιδιωτικής εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας και Αθλητισμού, κατέθεσε σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του νυν (ως ανέφερε) ιδιωτικού σχολείου American Private School, αρχική ιδιοκτήτρια του οποίου ήταν η Island Educational Services Ltd. Εξήγησε πως και από ποιους διοικείτο το εν λόγω σχολείο την περίοδο 2011 μέχρι και σήμερα και ποιοι κατά καιρούς εμφανίζονταν ως μέλη του διοικητικού του συμβουλίου. Ανέφερε ειδικότερα πως το 2011 η πιο πάνω εταιρεία, αιτήθηκε όπως την διαχείριση του σχολείου την είχε η εταιρεία American Academy Limassol (Αγγλική σχολή) Ltd, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από το Υπουργείο Παιδείας, ενόψει του ότι υπήρχε διένεξη με την ονομασία του. Το 2021 ενημερώθηκε το εν λόγω Υπουργείο από τον δικηγόρο του σχολείου πως ενεγράφη νέα εταιρεία, η American Private School (Limassol) Ltd, η οποία θα διαχειρίζεται το σχολείο και η επωνυμία του σχολείου θα ήταν ομώνυμη, με ιδιοκτήτη τον Chris Alex Partzilis, αίτημα που έγινε δεκτό εφόσον δεν προέκυπτε οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με την επωνυμία. Το 2023 ζητήθηκε εκ νέου η διαχείριση του σχολείου να γίνεται από την ίδια εταιρεία, η οποία θα αποτελεί θυγατρική εταιρεία της American Private Schools Ltd, αίτημα το οποίο έγινε επίσης δεκτό. Κατέθεσε ως τεκμήρια, επιστολή που λήφθηκε στο εν λόγω Υπουργείο το 2008 και αναφέρει τον τότε ιδιοκτήτη του σχολείου (τεκμήριο 24), έγγραφο που απεστάλη από το σχολείο και φαινόταν ο τότε ιδιοκτήτης (τεκμήριο 25), έγγραφο με τα στοιχεία του εν λόγω σχολείου για την ιδιοκτήτρια εταιρεία και το διοικητικό της συμβούλιο για τα έτη 2011-2021 (τεκμήριο 26), έγγραφο που απέστειλε ο δικηγόρος του σχολείου σε σχέση με την νέα επωνυμία (τεκμήριο 27), έγγραφο που δείχνει τα καταχωρημένα στοιχεία του σχολείου (τεκμήριο 28) και επιστολή από δικηγόρο ημερ. 4.05.2023, εκ μέρους της εταιρείας American Private School (Limassol) Ltd, με την οποία ενημερώνετο το Υπουργείο πως την διαχείριση του σχολείου θα την ασκεί η τελευταία (τεκμήριο 29). Τέλος, σε ερώτηση ως προς το ποια φυσικά πρόσωπα φαίνεται να είναι οι τελικοί δικαιούχοι του σχολείου, ανάφερε τον Γ.Π. και τον Κ.Π. με τους οποίους συνομιλεί και συνεργάζεται το Υπουργείο κατά τη διάρκεια των χρόνων.
Κατά την αντεξέταση του, ανέφερε πως η εταιρεία Island Educational Services Ltd δεν λειτουργεί κανένα σχολείο και συμφώνησε πως η απάντηση που δόθηκε από το Υπουργείο Παιδείας, κατόπιν της λήψης της επιστολής του δικηγόρου της εταιρείας American Private Schools (Limassol) Ltd, ήταν θετική ως προς το κατά πόσο η θυγατρική της πιο πάνω εταιρείας, εταιρεία American Private Schools Ltd θα μπορούσε να λειτουργεί το σχολείο.
Προχωρώ με δεδομένα τα πιο πάνω, στην εξέταση των εισηγήσεων των συνηγόρων των Κατηγορουμένων.
Κατάχρηση της διαδικασίας:
Προχωρώ στην εξέταση της εισήγησης περί κατάχρησης της διαδικασίας, προτού εξετάσω κατά πόσο επί της ουσίας, αποκαλύπτεται ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων, μιας και τυχόν διαπίστωση της, επιφέρει δίχως άλλο, τερματισμό και διακοπή της διαδικασίας. Εν σχέσει με αυτήν, προωθήθηκαν τρεις (ουσιαστικά) λόγοι, που κατά την άποψη των συνηγόρων υπεράσπισης, αποκαλύπτουν κατάχρηση της διαδικασίας, ως εξής.
(α) «Πολλαπλότητα» του Κατηγορητηρίου:
H εισήγηση των συνηγόρων των Κατηγορουμένων, περί ύπαρξης πολλαπλότητας επί του κατηγορητηρίου, περιστρέφεται γύρω από το ότι, οι Κατηγορούμενοι, δεν γνωρίζουν με τον τρόπο που είναι διατυπωμένες οι λεπτομέρειες των κατηγοριών που τους αφορούν, υπό ποια από τις διάφορες (διαζευκτικές) ιδιότητες που τους αποδίδονται, κατηγορούνται. Είναι καλώς εμπεδωμένο πως μια κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα όταν περιλαμβάνει καταρχάς, πέραν του ενός αδικήματος. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading & Evidence and Practice 39th edition p. 26.: «The indictment must not be double. This is to say no one count of the indictment should charge the defendant with having commited two more offences». Τα ίδια, καταγράφονται και στο σύγγραμμα των κ.κ. Λοίζου και Πική Criminal Procedure in Cyprus στη σελίδα 48 όπου αναφέρεται:"The separation of offences into separate counts is important, as a count cannot charge more than one offence. Failure to observe this provision may render the charge bad for duplicity ...".
Ο κανόνας αυτός είναι αυστηρός, προκειμένου να διασφαλιστούν τα συνταγματικά δικαιώματα του Κατηγορούμενου ότι γνωρίζει επακριβώς τι θα αντιμετωπίσει στην δίκη και να αποφύγει στο μέλλον διπλή τιμωρία για το ίδιο αδίκημα (βλ. Σ.Π. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 207/2013 ημερ. 25.06.2014 και Ακκελίδου ν Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 249). Ό,τι εξετάζει το Δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί εάν υφίσταται πολλαπλότητα, είναι το λεκτικό του κατηγορητηρίου, και όχι την μαρτυρία. Προκειμένου δε να έχει οποιαδήποτε επίπτωση στην υπόθεση, η πολλαπλότητα στην κατηγορία, θα πρέπει ο Κατηγορούμενος να έχει παραπλανηθεί ουσιωδώς στην έγερση της υπεράσπισής του (βλ. Ανδρονίκου ν Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 486). Κριτήριο για την διαπίστωση πολλαπλότητας είναι αν παρατίθενται ισχυρισμοί, οι οποίοι να συνιστούν πέραν του ενός αδικήματος (βλ. Πετεινού ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 84/2016, ημερ. 3/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:B147 και Παναγιωτης Λιγγης κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιας, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 48/2011 κ.α.). Στην προκειμένη αυτό που ουσιαστικά προωθείται από μέρους των συνηγόρων των Κατηγορουμένων, είναι ότι το κατηγορητήριο είναι ασαφές, παρότι από μέρους τους χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς προώθησης της θέσης του, η φράση «πολλαπλότητα» η οποία παραπέμπει σε κατηγορία ή λεπτομέρειες κατηγορίας, η οποία αποκαλύπτει πέραν του ενός αδικήματος. Εν πάση περιπτώσει, εξετάζω την εισήγηση υπό το φως του πλαισίου που τέθηκε από μέρους των συνηγόρων των Κατηγορουμένων.
Το ζήτημα του τρόπου, αλλά κυρίως του χρόνου έγερσης του συγκεκριμένου ζητήματος έχει διευκρινιστεί (και) στην απόφαση Δημητρίου ν. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, Ποιν. Έφεση 89/2016, ημερ. 16.3.2020, ECLI:CY:AD:2020:B103, όπου επαναδιατυπώθηκε η αρχή της Σ.Π. ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) ότι δηλαδή: «ένσταση πολλαπλότητας ή ασάφειας μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο […], παρόλο ότι ως ζήτημα ορθής πρακτικής η ένσταση για πολλαπλότητα ή ασάφεια του κατηγορητηρίου πρέπει «να εγείρεται το συντομότερο δυνατό ακόμη και προδικαστικά της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης».
Στην προκειμένη περίπτωση, η ένσταση περί πολλαπλότητας ηγέρθηκε για πρώτη φορά, μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και αφότου, ο βασικότερος μάρτυρας κατηγορίας (Μ.Κ.1) αντεξετάστηκε. Ουδέποτε προηγουμένως ηγέρθηκε ζήτημα είτε πολλαπλότητας, είτε ασάφειας του κατηγορητηρίου ως διαφαίνεται από το ιστορικό της υπόθεσης, παρά την περί του αντιθέτου άποψη του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Κατηγορούμενων 1 και 2. Εν πάση ωστόσο περιπτώσει, το γεγονός αυτό, μπορεί ναι μεν να μην καθιστά μοιραίο το αποτέλεσμα της εισήγησης, πλην όμως έχει τη δική του σημασία για τους λόγους που πιο κάτω εξηγώ.
Είναι γεγονός πως στις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών 1-3, οι Κατηγορούμενοι φέρονται να διέπραξαν το αδίκημα της απείθειας, υπό την ιδιότητα τους, η μεν Κατηγορούμενη 1 ούσα αντιπρόσωπος ή/και υπάλληλος ή/και αξιωματούχος ή/και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Island Education Services Ltd και οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 όντες «αντιπρόσωπος ή/και υπάλληλος ή/και αξιωματούχος ή/και γραμματέας της εταιρείας Island Education Services Ltd». Προκύπτει αβίαστα, από τις παραπάνω λεπτομέρειες πως το αδίκημα που τους αποδίδεται είναι ένα και μοναδικό και διεπράχθη- ως ο ισχυρισμός των Παραπονουμένων- υπό μια ή περισσότερες εκ των ιδιοτήτων που τους προσδίδεται ότι είχαν, στην εταιρεία Island Education Services Ltd.
Σημειώνω πως σε κανένα στάδιο της διαδικασίας, δεν ζητήθηκαν από μέρους των συνηγόρων, οποιεσδήποτε λεπτομέρειες προτού αντεξετάσουν τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, ώστε να είναι σε θέση να πράξουν τούτο. Τουναντίον, ειδικότερα ο ΜΚ1 αντεξετάστηκε επί συγκεκριμένων αναφορών του, οι οποίες αφορούσαν τις ιδιότητες που είχε έκαστος εκ των Κατηγορουμένων, τόσο στην εταιρεία Island Education Services Ltd όσο και στις λοιπές εταιρείες στις οποίες αναφέρθηκε, ερωτώμενος μάλιστα πότε έκαστος Κατηγορούμενος απέκτησε την ιδιότητα που του αποδόθηκε και εάν στην συνέχεια την απώλεσε. Καθίσταται επομένως σαφές πως από μέρους των Κατηγορουμένων, ήταν πλήρως κατανοητό τι και γιατί τους αποδίδετο, χωρίς -επαναλαμβάνω- να διαμαρτυρηθούν, οποτεδήποτε προηγουμένως. Ως λέχθηκε και στην Δημητρίου (ανωτέρω): «Το ερώτημα επομένως που θα έπρεπε να είχε θέσει (το Πρωτόδικο Δικαστήριο[1]) ήταν κατά πόσο το λεκτικό των επίδικων κατηγοριών παραβίαζε ή όχι το (κατ΄ ελάχιστον όρο) δικαίωμα του εφεσείοντα «να πληροφορηθεί εις καταληπτήν υπ΄ αυτού γλώσσαν αμέσως και λεπτομερώς την φύσιν και τους λόγους της εις αυτόν αποδιδομένης κατηγορίας» (Άρθρο 12.5(α) του Συντάγματος)»
Εξετάζοντας επομένως το λεκτικό κάθε κατηγορίας που έκαστος Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και με γνώμονα τις παραπάνω διαπιστώσεις μου, έχοντας και πάντα κατά νου, το περιεχόμενο της μαρτυρίας που προσφέρθηκε, δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε πολλαπλότητα ή ασάφεια στο κατηγορητήριο.
Εκείνο που παρατηρώ, παρότι δεν υπάρχει σχετική εισήγηση, είναι ότι στην νομική βάση των υπό κρίση κατηγοριών, περιλαμβάνονται άρθρα άσχετα με το αδίκημα της απείθειας κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ωστόσο το ζήτημα αυτό, δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω στο παρόν στάδιο μιας και δεν αποτελεί αντικείμενο των αιτημάτων, οποιασδήποτε πλευράς, ούτε και φαίνεται να επηρεάζουν την υπεράσπιση των Κατηγορουμένων.
(β) Παράλληλη προώθηση αίτησης παρακοής, σε αγωγή, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα εναντίον των ίδιων Κατηγορουμένων, για τις ίδιες πράξεις ή παραλείψεις που τους αποδίδονται στην παρούσα:
Σε σχέση με το κατά πόσο υφίσταται κατάχρηση της διαδικασίας, ενόψει του ότι αποτελεί μη αμφισβητούμενο γεγονός, πως οι Παραπονούμενοι προχώρησαν και κατέθεσαν αίτηση παρακοής, στα πλαίσια της αγωγής στην οποία εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα παρακοής, θα αρκεστώ στο να αναφέρω, πως το ζήτημα αυτό ηγέρθη και εξετάστηκε από το Δικαστήριο, σε προκαταρκτικό στάδιο της υπόθεσης (και δη προτού οι Κατηγορούμενοι απαντήσουν στις κατηγορίες) και αποφασίστηκε πως, από μόνο του το πιο πάνω γεγονός, δεν μπορεί να θεμελιώσει κατάχρηση της διαδικασίας, για τους λόγους που εξηγούνται στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ημερ. 31.10.2022 το περιεχόμενο της οποίας δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Συνεπώς, η θέση της συνηγόρου των Παραπονουμένων, πως δεν υπάρχει δυνατότητα επανεξέτασης του συγκεκριμένου ζητήματος, το οποίο αποφασίσθηκε, με βρίσκει καθόλα σύμφωνη, με δεδομένο το ότι, δεν προέκυψε οποιοδήποτε νέο στοιχείο ή δεδομένο (από τότε που το ζήτημα ηγέρθη και σε σχέση με τα γεγονότα που συμφωνήθηκαν και πλαισίωσαν την εξέταση του), σε σχέση πάντοτε με την συγκεκριμένη εισήγηση, ώστε να ενεργοποιείται η εξουσία του Δικαστηρίου να επανεξετάζει το ζήτημα, υπό το πρίσμα αυτού του (όποιου) νέου δεδομένου. Καθίσταται επομένως σαφές, πως επί τούτης της εισήγησης, δεν υπάρχει οτιδήποτε άλλο να εξεταστεί.
(β) Κατάχρηση της διαδικασίας προς εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών, αλίευσης μαρτυρίας αλλά και ενόψει αδράνειας από μέρους των Παραπονουμένων για μακρύ χρονικό διάστημα, σε σχέση με την προώθηση της παρούσας.
Στρεφόμενη στο έτερο λόγο περί κατάχρησης της διαδικασίας, ξεκαθαρίζω πως ακριβώς επειδή σε αυτό το στάδιο, δεν υπάρχουν ευρήματα του Δικαστηρίου (και ούτε δύναται να εξαχθούν τέτοια), θα εξετάσω την εισήγηση, υπό το φως των όσων γεγονότων είναι παραδεκτά ή δεν αμφισβητούνται.
Αποτελούν μη αμφισβητούμενα γεγονότα (μεταξύ άλλων), το ότι το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε κατόπιν ακρόασης, στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 5259/2005, στις 27.09.2013 εναντίον των εταιρειών Island Education Services Ltd και ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΠΑΦΟΥ ΛΤΔ οι οποίες ήταν εναγόμενες στην παραπάνω αγωγή και ότι δυνάμει του οποίου απαγορεύτηκε στις εν λόγω εταιρείες (εναγόμενες στην εν λόγω αγωγή) «και/ή τους αξιωματούχους και/ή υπηρέτες και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή εντολείς και/ή διαχειριστές και/ή εκκαθαριστές και/ή παραλήπτες τους να χρησιμοποιούν τη φράση «American Academy» και/ή «Αμερικανική Ακαδημία» ως μέρος επωνυμίας και/ή ονομασίας και/ή εμπορικού σήματος και/ή λογότυπου και/ή ιστοσελίδας και/ή για σκοπούς διαφήμισης και/ή για οποιοδήποτε άλλο σκοπό, σε σχέση με τα αντίστοιχα ιδιωτικά σχολεία των Εναγομένων 1 και 2 στη Λεμεσό και Πάφο». Επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος 2, κατέθεσε ως μάρτυρας των εναγομένων τότε και ανέφερε πως πρόκειται για τον διευθύνων σύμβουλο των σχολείων καθώς και ότι από το 2013 που εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, μέχρι και το 2022, οι Παραπονούμενοι δεν έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα για να διασφαλίσουν τα συμφέροντα τους.
Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός (μεταξύ άλλων) πως στους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3, το επίδικο διάταγμα, επιδόθηκε δια ιδιώτη επιδότη, στις 07, 03 και 04.02.2022 (αντιστοίχως προς τους Κατηγορούμενους).
Με βάση σχετική νομολογία, κατάχρηση της διαδικασίας προκύπτει μέσα από διάφορες μορφές. Δεν υπάρχει μια ενιαία κατάσταση πραγμάτων που να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Η δε εξουσία για αναστολή ή απόρριψη δικαστικής διαδικασίας, λόγω κατάχρησης, ασκείται με φειδώ και στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της θα προκαλέσει έκδηλη αδικία (βλ. σχετικά μεταξύ άλλων: Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Παρέλλα (1995) 1 ΑΑΔ 217 , Έλληνας ν. Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 149, Ευάγγελος Εμπεδοκλή κ.α. (Aρ.3) (2009) 1 ΑΑΔ 529, Σπύρος Σπύρου ν. Βαρβάρας Ξενή, Ποιν. Έφ. 223/2014, απόφαση ημερομηνίας 11/11/2015).
Στην Αγγλική απόφαση Hui Chi-Ming v. R. (1992) 1 A.C. 34 P.C., η κατάχρηση της διαδικασίας χαρακτηρίστηκε ως «something so unfair and wrong that the Court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respect a regular proceeding."
Το βάρος απόδειξης σε περίπτωση επίκλησης κατάχρησης της διαδικασίας, το επωμίζεται η πλευρά που την επικαλείται και αποδεικνύεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή ή διακοπή της διαδικασίας (βλ. Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B.78 και Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116). Ειδικότερα, ο διάδικος που επικαλείται κατάχρηση, θα πρέπει να αποδείξει, όχι μόνο ότι υπήρξε τέτοια, αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C.72 HL).
Από τα όσα αποτελούν επί του παρόντος παραδεκτά ή και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, το Δικαστήριο, δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε αυτό το στάδιο, πως υφίσταται κατάχρηση της διαδικασίας για τους λόγους που οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων ανέφεραν, αφού η όποια συμπεριφορά των Παραπονουμένων (είτε με τις πράξεις, είτε με τις παραλείψεις τους) θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του συνόλου των γεγονότων, τα οποία θα αποτελέσουν τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Αυτή η διεργασία, δεν προσφέρεται στο παρών στάδιο και είναι μόνο κατόπιν της αξιολόγησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας που το Δικαστήριο θα έχει σαφή εικόνα (δια των ευρημάτων του) ως προς το πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα και αν εν τέλει από αυτά προκύπτει πως η παρούσα προωθείται προς εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών και όχι από γνήσια πρόθεση.
Δεν διαλανθάνει την προσοχή του Δικαστηρίου πως ως διαφαίνεται από τα παραδεκτά ή και μη αμφισβητούμενα γεγονότα (χωρίς τούτο να απαιτεί αξιολόγηση) πως πράγματι, από της εκδόσεως του επίδικου διατάγματος, μέχρι και την ημερομηνία που καταχωρήθηκε η υπόθεση, παρήλθε ένα πολύ μακρύ χρονικό διάστημα της τάξεως των 9 ετών. Ωστόσο, επί των όσων έγιναν ή δεν έγιναν, ο Μ.Κ.1 έδωσε τις δικές του θέσεις, η αποδεκτότητα ή η απόρριψη των οποίων, μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο μπορεί να γίνει. Και καταπιάνομαι στον χρόνο που παρήλθε (ως ένα από τους λόγους που η υπεράσπιση εισηγείται κατάχρηση της διαδικασίας) αφού όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Πόλυς Πολυκάρπου ν. Κωνσταντίνος Τελεβάντου Ποιν. Εφ. 69/2021, ημερ. 07.12.2022, ECLI:CY:AD:2022:B468 με αναφορά στην Μ & Μ Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ v. Αθανασίου, Ποινική Έφεση Αρ. 104/2019, ημερ. 3.7.2020, ECLI:CY:AD:2020:B216, η χωρίς επαρκή ή, για την ακρίβεια, καθόλου επεξήγηση καθυστέρηση στην προώθηση της δίωξης, σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας, συνιστά αυτοτελή λόγο και μπορούσε να θεωρηθεί η προώθηση της -εκεί- υπόθεσης ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
Εν πάση όμως περιπτώσει, το σύνολο των εισηγήσεων της υπεράσπισης, ως προς το γιατί θεωρεί πως η προώθηση της παρούσας αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, δεν μπορεί σε αυτό το στάδιο να εξεταστεί και το Δικαστήριο, για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω.
Προχωρώ συνεπώς στην ουσία του κατά πόσο, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σε σχέση με τους Κατηγορουμένους.
Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν, είναι κοντολογίς τα εξής: (α) ύπαρξη διατάγματος το οποίο διατάζει τον Κατηγορούμενο να προβεί σε συγκεκριμένες πράξεις ή να απέχει από τέτοια, (β) ο Κατηγορούμενος να έχει λάβει γνώση του του διατάγματος και να γνωρίζει εκ του ακριβούς περιεχομένου του, τι υποχρεούται να πράξει ή να μην πράξει, (γ) να μην συμμορφώνεται, (δ) ηθελημένα.
Σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 1 και 2, αποτελεί θέση του συνηγόρου υπεράσπισης τους καταρχάς, πως ενόψει του ότι (ως είναι η θέση του συνηγόρου) το διάταγμα εκδόθηκε εναντίον εταιρείας, η οποία δεν είναι Κατηγορούμενη στην παρούσα, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταδικάσει τους Κατηγορούμενους 1 και 2, ακόμη και εάν αποδεχόταν πως αυτοί, αποτελούσαν αντιπροσώπους και/ή αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους και/ή διευθύνοντες συμβούλους της εταιρείας. Απουσιάζει ως ανέφερε αυτολεξεί, ο κ. Βασιλείου το actus reus του αδικήματος της απείθειας. Σε σχέση με αυτή καθαυτή την εισήγηση, σημειώνω πως οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, δεν φαίνεται εν πρώτοις και ως εκ της νομικής βάσης των κατηγοριών που τους προσδίδονται, να κατηγορούνται ότι παρείχαν συνδρομή σε οποιαδήποτε εκ των δύο εταιρείων εναντίον (και) των οποίων, εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, ώστε να μην υπακούσουν στο εκδοθέν διάταγμα. Περαιτέρω, ουδέποτε φαίνεται να αμφισβητήθηκε, πως η ισχύς του εκδοθέντος επίδικου διατάγματος επεκτάθηκε, πέραν των δύο εταιρειών που ήταν εναγόμενες στην αγωγή, και σε διάφορα πρόσωπα που αφορούν μεταξύ άλλων, τους αντιπροσώπους και/ή αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους και/ή διευθύνοντες συμβούλους τους. Κατά τρίτο, από την προσκομισθείσα μαρτυρία διαφαίνεται να αποδίδονται συγκεκριμένες πράξεις στους Κατηγορούμενους 1 και 2, οι οποίες ουσιαστικά εκείνες είναι που αφορούν το actus reus του αδικήματος που αντιμετωπίζουν.
Οι λοιπές εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των Κατηγορουμένων 1 και 2 εστιάζουν στο ότι, δεν υπάρχει μαρτυρία πως οι τελευταίοι είχαν γνώση περί της ύπαρξης τους επίδικου διατάγματος από της εκδόσεως του, μέχρι και το 2022 που τους επιδόθηκε, ότι αφ’ ης στιγμής η εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση, εξυπακούεται πως καμιά δραστηριότητα ασκούσε, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει πράξη ή παράλειψη οποιουδήποτε προσώπου που περιλαμβάνει το διάταγμα, για να μπορεί να στοιχειοθετηθεί παρακοή διατάγματος και τέλος ότι ουτε και ο παράγοντας ηθελημένης υπακοής προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία αφού η υφιστάμενη εταιρεία η οποία λειτουργεί το σχολείο, έχει προβεί με βάση τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 σε όλες τις δέουσες ενέργειες που αφορούσαν την αδειοδότηση του και που σχετίζονταν με την ονομασία του ιδίου και της εταιρείας που το διαχειρίζεται και λειτουργούν νομότυπα.
Τέλος, προσέθεσε πως η προσκομισθείσα μαρτυρία, είναι αντινομική σε τέτοιο βαθμό, που το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει καταδίκη σε αυτήν, ενόψει του ότι (α) το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε στην απουσία των Κατηγορουμένων και δεν οπισθογραφήθηκε, (β) δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το διάταγμα που εκδόθηκε τότε (όπως και η απόφαση) ανανεώθηκαν και (γ) κατά παραδοχή του ίδιου του Μ.Κ.1, οι διάφορες αναρτήσεις και δημοσιεύσεις που γίνονταν ή γίνονται από το σχολείο και περιλαμβάνουν τις φράσεις «American Academy», γίνονται από τρίτο πρόσωπο και όχι από τους Κατηγορούμενους.
Έχω λάβει υπόψη μου το σύνολο των παραπάνω εισηγήσεων και δεν συμμερίζομαι την θέση των συνηγόρων υπεράσπισης. Από αντικειμενική θεώρηση της προσκομισθείσας από μέρους της κατηγορούσας αρχής μαρτυρίας, στην όψη της και μόνο, κρίνω ότι αυτή είναι επαρκής και διόλου αντινομική, στον βαθμό που σε αυτό το στάδιο απαιτείται, έτσι που να δικαιολογείται η κλήση των Κατηγορουμένων 1 και 2 σε απολογία. Αποτελεί κρίση μου πως έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους, εν αντιθέσει με τον Κατηγορούμενο 3, για τον οποίο καταλήγω πως δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για τους εξής λόγους.
Η προσκομισθείσα από μέρους της κατηγορούσας αρχής μαρτυρία, σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Κ.1, απέδωσε στον Κατηγορούμενο 3 ότι υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου της Island Education Services Ltd και ενώ γνώριζε για την ύπαρξη του επίδικου διατάγματος, προέβη ηθελημένα σε παρακοή του περιεχομένου του από τις 04.02.2022 και εντεύθεν που του επιδόθηκε το επίδικο διάταγμα ημερομηνίας 27.09.2013. Αυτό ωστόσο που συνάγεται, από την μαρτυρία του Μ.Κ.2 η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, είναι ότι ο Κατηγορούμενος 3 κατά την ημερομηνία που εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, δεν ήταν υπάλληλος της εταιρείας Island Education Services Ltd αφού η εργοδότηση του στην εν λόγω εταιρεία, προκύπτει να τερματίστηκε, σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης του διατάγματος.
Στις δε λεπτομέρειες της κατηγορίας που αντιμετωπίζει, του αποδίδονται και οι διαζευκτικές ιδιότητες του αντιπροσώπου και/ή αξιωματούχου και/ή διευθύνοντος συμβούλου (ιδιότητες προσώπων της Island Education Services Ltd στις οποίες η ισχύς του διατάγματος ως φαίνεται από το λεκτικό του, επεκτάθηκε), για τις οποίες ωστόσο, καμμιά μαρτυρία υπάρχει που να υποστηρίζει πως ο Κατηγορούμενος 3 είχε τέτοια ιδιότητα κατά τον χρόνο που το διάταγμα εκδόθηκε. Το γεγονός ότι εκ της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, ο Κατηγορούμενος 3 παρουσιάζεται ως συμμέτοχος άλλων, ανεξάρτητων από την Island Education Services Ltd εταιρειών, οι οποίες με βάση τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 είχαν ή και έχουν ανάμειξη στη διαχείριση του σχολείου και δημιουργήθηκαν πριν ή μετέπειτα της έκδοσης του επίδικου διατάγματος χρόνο, δεν μπορεί να αποτελέσει παράγοντα ικανό και μαρτυρία ικανοποιητική, για να δικαιολογήσει την κλήση του Κατηγορούμενου 3 σε απολογία. Αποτελεί εξάλλου, αδιαμφισβήτητο γεγονός πως το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε εναντίον των εταιρειών Island Education Services Ltd και ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΠΑΦΟΥ ΛΤΔ και/ή των αξιωματούχων και/ή υπηρετών και/ή υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων και/ή εντολέων και/ή διαχειριστών και/ή εκκαθαριστών και/ή παραληπτών τους.
Η υπάρχουσα μαρτυρία που προσφέρθηκε και που αφορά την εμπλοκή του Κατηγορούμενου 3, στο αδίκημα που του αποδίδεται, κρινόμενη στο απώγειο της, όχι μόνο δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταδίκη του, αλλά δεν αποκαλύπτει καν, εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του αφού δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει εξ αντικειμένου, το πρώτο και βασικό συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αντιμετωπίζει, την ύπαρξη δηλαδή διατάγματος, εναντίον του Κατηγορούμενου 3. Αντίθετη προσέγγιση, θα οδηγούσε κατά την άποψη μου στο συμπέρασμα, πως ένα διάταγμα, όχι μόνο θα ήταν δυνατό να εκδίδεται «επί παντός επιστητού», αλλά θα στηριζόταν και σε εικασίες που ακόμη και εάν είναι εύλογες, δεν είναι επιτρεπτές στις ποινικές υποθέσεις. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνθέτει βαραίνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363).
Ελλείψει μαρτυρίας ικανής, που να καταδεικνύει την (τότε) σχέση του Κατηγορούμενου 3 με οποιαδήποτε εκ των εταιρειών εναντίον των οποίων εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, δεν θα ήταν νομολογιακά ορθό κατά την κρίση μου, ο Κατηγορούμενος 3 να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Ως τέθηκε και στην E.C. Fresh meat v. Γεωργίου Ποιν. Έφεση Αρ. 43/2017 ημερομ. 5/12/2018, ECLI:CY:AD:2018:B524, το εκ πρώτης όψεως στάδιο σε ποινική υπόθεση παραμένει ένα θεμελιακό στάδιο της ποινικής δίκης που προστατεύει στην ουσία τον Κατηγορούμενο από τον εξαναγκασμό του να δώσει μαρτυρία για λόγους που δεν άπτονται στην έννοια της καλώς νοούμενης απονομής της δικαιοσύνης. Με δεδομένο ότι η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη αποκαλύψει και παρουσιάσει όλη τη μαρτυρία που είχε στη διάθεση της, το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει την υπόθεση εάν η μαρτυρία είναι θνησιγενώς ελαττωματική ή φτωχή.
Καταληκτικά των πιο πάνω επομένως, ο Κατηγορούμενος 3 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, καλούνται σε απολογία.
Ενόψει της αθώωσης και απαλλαγής του Κατηγορούμενου 3, επιδικάζονται έξοδα προς όφελος του και εναντίον των Παραπονουμένων, ύψους €1500, πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει.
(επεξηγούνται στους Κατηγορούμενους 1 και 2 τα δικαιώματα τους)
Υπ...................................................
Ε. Κ. Μιντή Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Προσθήκη του παρόντος δικαστηρίου
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο