ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 2659/22
Μεταξύ:
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ
εναντίον
METROPOLIS CLINIC LTD
Κατηγορούμενη
Ημερομηνία:03.02.2026
Εμφανίσεις:
Για Παραπονούμενο: κ Γ. Προδρόμου
Για Κατηγορούμενη: κ Ε. Ιωσήφ με κ. Σ. Ιωσήφ
ΑΠΟΦΑΣΗ
Στην παρούσα υπόθεση, η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες οι οποίες σχετίζονται με το αδίκημα της μη πληρωμής μισθού σε μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, κατά παράβαση των άρθρων 2, 9(1) και 20 του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 και 2012 (κατηγορία 2) και της παράλειψης αντικατάστασης ετήσιας άδειας με χρηματική αποζημίωση κατά τον τερματισμό απασχόλησης, κατά παράβαση των άρθρων 8(2) και 19 του Περί Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας Νόμου του 2002, Ν.63(Ι)/2002 (κατηγορία 3).
Ειδικότερα, αυτό που καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη είναι ότι περί το τέλος Δεκεμβρίου του 2021 δεν κατέβαλε στον εργοδοτούμενο της Ξ.Κ., την αναλογία του 13ου μισθού του για το 2021, ύψους €3987,50 ως όφειλε να πράξει (κατηγορία 2) και ότι στις 30.11.2021, δεν κατέβαλε στον ίδιο εργοδοτούμενο, το ποσό που αντιστοιχεί σε 28 ημέρες ετήσιας άδειας που δικαιούτο αλλά δεν χρησιμοποίησε, από την 01.07.2020 μέχρι τις 30.11.2021, ύψους €5625,86 (κατηγορία 3).
Αντιμετώπιζε άλλη μια κατηγορία, για μη πληρωμή του μισθού του εργοδοτούμενου Ξ.Κ. για τον μήνα Νοέμβριο του 2021, η οποία ωστόσο αναστάλθηκε, εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας.
Προς υποστήριξη των κατηγοριών, κατέθεσαν δύο μάρτυρες, η Χ.Π., επιθεωρήτρια εργασιακών σχέσεων (Μ.Κ.1) και ο Παραπονούμενος-Ξ.Κ. (Μ.Κ.2). Η Κατηγορούμενη, μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου περί απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, προσέφερε προς υπεράσπιση της, δύο μάρτυρες, τον Κ.Σ., δικηγόρο (Μ.Υ.1) και τον Δρ. Σ.Χ., μέτοχο της Κατηγορούμενης.
Στο πλαίσιο δε, της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν 17 συνολικά, τεκμήρια, ενώ δηλώθηκαν (και εγκρίθηκαν ως τέτοια) παραδεκτά γεγονότα, μνεία στα οποία γίνεται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης.
Η αμφισβήτηση της υπόστασης των επίδικων κατηγοριών, από πλευράς υπεράσπισης έγκειται στο ότι, κανένα ποσό οφείλεται στον Μ.Κ.2 ο οποίος έλαβε τόσο τον 13ο του μισθό, όσο και οποιεσδήποτε άδειες τυχόν του αναλογούσαν και τίποτε δεν του οφείλεται. Είναι η θέση της υπεράσπισης, ότι η εργοδότηση του Μ.Κ.2, τερματίστηκε στις 27.09.21, πλην όμως του καταβλήθηκαν κατά χάριν, μισθοί, μέχρι και τον Οκτώβριο του 2021 εν είδει αποζημίωσης, ολόκληρος ο 13ος μισθός του, καθώς και ένας επιπλέον μισθός ο οποίος κάλυπτε άδειες που τυχόν δεν έλαβε, κατά το 2021. Επίσης, αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης πως ο μισθός του, από την αρχή της εργοδότησης του, του καταβάλλετο στην αρχή κάθε μήνα και όχι στο τέλος όπως προνοούσε η σύμβαση εργοδότησης του, κατ’ επιθυμία και κατ’ εντολών του ιδίου, αφού ήταν ο μόνος εργοδοτούμενος και αξιωματούχος της Κατηγορούμενης, μέχρι και την 27.09.2021, ως επίσης και υπογραφέας από κοινού με τον Μ.Υ.2, του τραπεζικού λογαριασμού της τελευταίας, από την αρχή μέχρι και την λήξη της εργοδότησης του.
Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος υποστηρίζει πως εξακολουθεί να οφείλεται στον Μ.Κ.2, τόσο η αναλογία του 13ου μισθού του για το έτος 2021, όσο και η χρηματική αποζημίωση που έπρεπε να λάβει στις 30.11.2021, για τις άδειες που δεν χρησιμοποίησε για την περίοδο 01.07.2020-30.11.2021, ποσά που ουδέποτε του καταβλήθηκαν. Επίσης, ότι ο μισθός του Μ.Κ.2 καταβάλλετο ναι μεν στις αρχές κάθε μήνα, πλην όμως αφορούσε την πληρωμή προηγούμενων μηνών και πως η θέση της υπεράσπισης πως οι πληρωμές μισθών που διενεργούνταν στις αρχές κάθε μήνα, αφορούσαν τους τρέχοντες μήνες αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη της Κατηγορούμενης. Σε κάθε δε περίπτωση, αποτελεί κατά τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, θέση, που δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να ληφθεί υπόψη, αφού ουδέποτε τέθηκε προς τον Μ.Κ.2 ώστε να τοποθετηθεί επί τούτου.
Παραθέτω σύνοψη της μαρτυρίας που προσφέρθηκε, έτσι ώστε να υπάρχει σκιαγράφηση της, η οποία καθιστά ευκολότερη την κατανόηση των όσων ακολουθούν στην αξιολόγηση.
Η Μ.Κ.1, κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, «έντυπο κατάθεσης», το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Έγγραφο Α), στην οποία αναφέρεται, πως είναι επιθεωρήτρια εργασιακών σχέσεων και εργάζεται στο Επαρχιακό Γραφείου του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων στην Λευκωσία. Στις 10.01.2022, ως αναφέρεται στο Έγγραφο Α, υπεβλήθη ηλεκτρονικά παράπονο από τον Μ.Κ.2 (τεκμήριο 1) εναντίον της Κατηγορουμένης και του εκπροσώπου και νομικού της συμβούλου με βάση το οποίο ενώ εργοδοτείτο από την Κατηγορούμενη από την 01.07.2020, δεν έλαβε μέχρι τις 10.01.2022 τον μισθό του για τον μήνα Νοέμβριο του 2021, την αναλογία του 13ου του μισθού για το 2021 και χρηματική αποζημίωση για άδειες που δεν χρησιμοποίησε από την 01.07.2020 μέχρι και εκείνη την ημερομηνία. Αναφερόταν επίσης στο ότι με βάση την σύμβαση εργοδότησης του (τεκμήριο 3), δικαιούτο να λαμβάνει 13ο μισθό, μισθό τον οποίο έλαβε, ως ο ίδιος ανέφερε, το 2020. Η εν λόγω συμφωνία στάλθηκε στο Τμήμα μετά την υποβολή παραπόνου και το παράπονο έτυχε χειρισμού αρχικά, από τον επιθεωρητή εργασιακών σχέσεων Γ.Χ., ο οποίος στη συνέχεια παραιτήθηκε από την Δημόσια Υπηρεσία, οπότε στις 26.09.2022, δόθηκε το παράπονο του Μ.Κ.2 στην ίδια για διερεύνηση ως προς το κατά πόσο ο τελευταίος έλαβε ή όχι τις απαιτήσεις του. Ο Γ.Χ. προτού αποχωρήσει, είχε αποστείλει στις 20.01.2022 και 14.03.2022, επιστολές προς την Κατηγορούμενη, μέσω ιδιώτη επιδότη, οι οποίες ωστόσο επιστράφηκαν πίσω ως ανεπίδοτες (τεκμήριο 4). Η ίδια, στις 27.10.2022 (ως αναφέρεται στην δήλωση της), 27.10.2022 (ως αναφέρεται στην δήλωση της), προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Μ.Κ.2 χωρίς αποτέλεσμα, οπότε του απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα (τεκμήριο 6). Στις 06.10.2022, ο Μ.Κ.2 μετέβη στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων και ανέφερε (σύμφωνα με την δήλωση της Μ.Κ.1) πως δεν έλαβε τίποτε απ’ όσα απαιτούσε και ότι ανέμενε από το εν λόγω Τμήμα, να μεσολαβήσει για τα δικαιώματα του. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι εκκρεμούσε η πληρωμή του μισθού του Νοεμβρίου του 2021, ο καθαρός μισθός του οποίου ήταν €4350, ως επίσης και η αναλογία του 13ου του μισθού για το 2021 και η πληρωμή των αδειών που δεν έλαβε, για το 2020 και 2021, διευκρινίζοντας ότι για το 2020 έλαβε αναλογία 13ου μισθού. Στις 14.11.2022, η ίδια ετοίμασε επιστολή προς την Κατηγορούμενη 1, υπόψη του Ε.Ι, διευθυντή της εταιρείας K.A.M.P.O Nominees Ltd η οποία ασκούσε καθήκοντα αξιωματούχου-διευθυντή της Κατηγορουμένης τον δεδομένο χρόνο, η οποία επίσης δεν επιδόθηκε (τεκμήριο 7). Ακολούθως, προχώρησε κατόπιν οδηγιών του Επαρχιακού Λειτουργού του Τμήματος της, στην καταχώρηση της παρούσας ποινικής δίωξης.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, ανέφερε πως το τεκμήριο 4, που αφορά επιστολή προς την Κατηγορούμενη, επιχειρήθηκε (ανεπιτυχώς) να επιδοθεί στην εταιρεία K.A.M.P.O Nominees Ltd και περαιτέρω πως ούτε και μετά την καταχώρηση της παρούσας, υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση από πλευράς Κατηγορουμένης. Με βάση δε, τα στοιχεία που εξασφαλίστηκαν από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (τεκμήριο 7), διαφαίνετο πως ο Παραπονούμενος, φαινόταν ως δηλωμένος εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης, μέχρι και την 30.11.2021 με δηλωμένο μεικτό μισθό €5.500 και πληρωμένες τις εισφορές του από τον Ιούλιο του 2020 μέχρι και την 30.11.2021. Σε σχέση με το ζήτημα της άδειας που δικαιούτο να λαμβάνει ο Μ.Κ.2, διαφάνηκε επίσης, πως η Κατηγορούμενη είχε εξαίρεση από το ταμείο Αδειών, γεγονός που συνεπαγόταν την από μέρους της πληρωμή των αδειών, προς τους εργοδοτούμενους της για τις ημέρες που δικαιούνταν σε απουσία.
Κατά την αντεξέταση της, ανέφερε πως οι άδειες που ένας εργοδοτούμενος λαμβάνει, θα πρέπει να φαίνονται στις καταστάσεις μισθοδοσίας του, ως επίσης και η πληρωμή τους. Στην προκειμένη, δεν προσκομίστηκαν από τον Μ.Κ.2 τέτοιες καταστάσεις μισθοδοσίας και ούτε η ίδια του ζήτησε να τις προσκομίσει αλλά δεν γνωρίζει εάν ζητήθηκαν από τον Γ.Χ. που χειριζόταν το παράπονο του τελευταίου, προτού αποχωρήσει από την υπηρεσία. Ερωτηθείσα πως κατέληξε τότε ότι οφείλεται το ποσό των €5625,86 καθαρά, για 28 ημέρες άδειας που δεν έλαβε ο Μ.Κ.2, απάντησε πως κατέληξε στις πιο πάνω ημέρες, βασιζόμενη στα όσα ο Μ.Κ.2 ανέφερε αλλά και με βάση το περιεχόμενο της σύμβασης εργοδότησης του και το μέχρι πότε φαινόταν να είναι δηλωμένος στις κοινωνικές ασφαλίσεις ο Μ.Κ.2. Σε σχέση δε με το ποσό το υπολόγισε με βάση τον μισθό που της δηλώθηκε, δηλαδή τα €4350. Ανέφερε επίσης πως παρότι επιχειρήθηκε να διευκρινιστεί το ζήτημα, καλώντας την Κατηγορουμένη να προβάλει τις θέσεις της, η τελευταία δεν ανταποκρίθηκε. Ερωτήθηκε περαιτέρω κατά πόσο η ίδια ως επιθεωρήτρια όφειλε να συλλέξει στοιχεία, πριν καταχωρήσει ποινική δίωξη εναντίον της Κατηγορούμενης με την ίδια να απαντά πως σαφώς και είναι υποχρέωση της όμως στην προκειμένη και με δεδομένο το ότι οι επιστολές προς την Κατηγορούμενη δεν είχε καταστεί εφικτό να επιδοθούν, προχώρησαν σε ποινική δίωξη αφού ήταν ο μόνος τρόπος να διεκδικήσουν τα δικαιώματα του Μ.Κ.2.
Της υπεβλήθη η θέση πως η ποινική δίωξη σε σχέση με την κατηγορία 3 είναι αποτέλεσμα ελλιπούς ή και καθόλου διερεύνησης από μέρους της κατηγορούσας αρχής, με την ίδια να αρνείται την πιο πάνω υποβολή και να δηλώνει πως ακόμη και τώρα, το Τμήμα είναι πρόθυμο να εξετάσει τα όποια αποδεικτικά στοιχεία της προσκομιστούν από την Κατηγορούμενη. Περιπλέον, διαφώνησε πως ο κάθε Παραπονούμενος είναι υποχρεωμένος να προσκομίζει στοιχεία κατά την υποβολή του παραπόνου του, αναφέροντας πως η απαίτηση αυτή, βαραίνει τους εργοδότες, μιας και πολλά στοιχεία δεν μπορούν να κατέχονται, από τους εργοδοτούμενους. Ερωτηθείσα πόσες άδειες κατά την ίδια δικαιούτο να λάβει ο Μ.Κ.2, με βάση τη σύμβαση εργοδότησης της, ανέφερε πως τελευταίος, δικαιούτο σε 21 εργάσιμες ημέρες άδεια, πλέον 6 ημέρες τις οποίες είχε την δυνατότητα να μεταφέρει από προηγούμενο έτος με βάση το τεκμήριο 3. Δεν ρώτησε ωστόσο τον Μ.Κ.2 εάν είχε μεταφέρει το 2021, τις 6 ημέρες άδειας που δικαιούτο να μεταφέρει από το 2020, ούτε εάν χρησιμοποίησε το 2020 οποιαδήποτε άδεια, όπως ούτε και για το 2021, ούτε όμως και ο ίδιος της ανέφερε οτιδήποτε αφού η μόνη επικοινωνία που είχαν, ήταν στις 06.10.2022 και μετέπειτα, αντάλλαξαν ηλεκτρονικά μηνύματα χωρίς να έχουν οποιαδήποτε τηλεφωνική συνομιλία. Παρόλα αυτά, η ίδια θεώρησε πως του οφείλετο χρηματική αποζημίωση ίση με 28 ημέρες, αφού έλαβε υπόψη το πόσες άδειες δικαιούτο ο Μ.Κ.2 να λάβει το 2020, με δεδομένο το ότι η εργοδότηση του ξεκίνησε την 01.07.2020, πλέον τις ημέρες που του αναλογούσαν το 2021, με δεδομένο το ότι φαινόταν η εργοδότηση του να τερματίστηκε στις 30.11.2021.
Αντεξετάστηκε επίσης ως προς το ποια ήταν κατά τη θέση του Μ.Κ.2 η ημερομηνία λήξης της εργοδότησης του, με την ίδια να αναφέρει πως ο τελευταίος, ισχυρίζετο πως του οφείλονταν μισθοί μέχρι και τον Απρίλιο του 2022 που έληγε εξ όσων θυμόταν το συμβόλαιο του, ωστόσο ως ανέφερε, δεν περιλήφθηκαν κατηγορίες στο κατηγορητήριο, πέραν του μισθού του Νοεμβρίου του 2021, με δεδομένο ότι, στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, φαινόταν η καταβολή εισφορών, μέχρι και τον Νοέμβριο του 2021 και επίσης ο ισχυρισμός αυτός του Μ.Κ.2, προέκυψε μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, όταν πλέον το κατηγορητήριο είχε καταχωρηθεί. Ενέμεινε στο ότι, στις 06.10.2022 κατέγραψε στο ημερολόγιο ενεργειών της (σελίδα 2 του τεκμηρίου 1), περίληψη των όσων της είχε αναφέρει ο Μ.Κ.2, κατά την επίσκεψη του στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων. Αντεξετάστηκε επίσης, σε σχέση με το πώς κατέληξαν στο ποσό που πραγματεύεται η κατηγορία 2 που αφορά την ισχυριζόμενη μη καταβολή αναλογίας 13ου μισθού και απάντησε πως το ποσό αυτό υπολογίστηκε με βάση τα 11/12 του καθαρού μισθού που ο Μ.Κ.2 δήλωσε ότι λάμβανε.
Ο Μ.Κ.2, ανέφερε πως είναι χρηματοοικονομικό στέλεχος και κατά την περίοδο 2020-2021 εργαζόταν στην Κατηγορούμενη, με καθήκοντα μεταξύ άλλων και διευθυντή της εταιρείας. Επρόκειτο για το ξεκίνημα ενός νέου έργου δημιουργίας κλινικής, σε συνεργασία με τον γιατρό, καρδιολόγο, Δρ. Σ.Χ. (Μ.Υ.2) το οποίο είχε ξεκινήσει αρκετά πριν τον Ιούλιο του 2020, πλην όμως τότε ξεκίνησε η δική του εμπλοκή επίσημα. Προς τούτο, υπεγράφη σύμβαση εργοδότησης του (τεκμήριο 3), με βάση την οποία, ο μηνιαίος μισθός του θα ανήρχετο σε €10.000, από μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο και μετέπειτα και όταν θα μπορούσε να λειτουργήσει η υπό δημιουργία κλινική. Οι αποδοχές του για τους πρώτους 2-3 μήνες, ήταν εξ’ όσων θυμόταν στα €4250 μεικτά και μετά αυξανόταν σε €5.500 μεικτά μέχρι και τον Απρίλιο του 2021 που θα λειτουργούσε η κλινική, πράγμα που δεν έγινε λόγω δυσλειτουργιών, προβλημάτων αδειοδότησης, καθυστερήσεων και αναποφασιστικότητας, παρότι είχαν συναφθεί συμφωνίες με ιατρούς, μικροβιολογικά εργαστήρια κ.α.. Στις 27.09.21, είχε συγκληθεί γενική συνέλευση, κατά την διάρκεια της οποίας αποφασίστηκε μεταξύ άλλων όπως αναλάβει την διεύθυνση της Κατηγορουμένης, ο δικηγόρος της τελευταίας και η εταιρεία K.A.M.P.O Nominees Ltd, συμφερόντων του εν λόγω δικηγόρου, παρόλο που μέχρι τότε, ήταν ο ίδιος που την διηύθυνε. Παρόλα αυτά, ο ίδιος παρέμεινε ως διευθυντής της και ξαφνικά, μετά από μήνες, έμαθε ότι απολύθηκε, χωρίς να λάβει ούτε ειδοποίηση, ούτε ηλεκτρονικό μήνυμα, ούτε και τηλεφώνημα. Συγκεκριμένα, όταν μετά τις γιορτές δεν είχε πληρωθεί, με αφορμή κάποια υποχρέωση που είχε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, επισκέφθηκε το εν λόγω Τμήμα και ρώτησε ποιοι ήταν υπεύθυνοι για ζητήματα εργοδότησης και παραπέμφθηκε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων, στο οποίο και εν τέλει αποτάθηκε και μίλησε με κάποιο Γ.Χ., λειτουργό του εν λόγω Τμήματος, ο οποίος αρχικά τον ενημέρωσε πως δεν μπορούσε να εντοπίσει την εργοδοτική πλευρά.
Μετέπειτα, γύρω στις 27-29 Απριλίου του 2022 τον ενημέρωσε προφορικά πως φαίνεται απόλυση του, στο μητρώο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, από τον Νοέμβριο του 2021, οπότε έτσι τερματίστηκε η συνεργασία του με την Κατηγορούμενη. Το ότι εξακολουθούσε να εργάζεται στην Κατηγορούμενη τον Δεκέμβριο του 2021, φαινόταν ως ανέφερε, από την κατάσταση λογαριασμού της τελευταίας, στην οποία ο ίδιος φέρεται να συνυπογράφει επιταγές της, μαζί με τον Μ.Υ.2 (τεκμήριο 8), ως επίσης στις 22.12.2021, είχε αποστείλει ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον δικηγόρο της Κατηγορουμένης (τεκμήριο 9) με βάση το οποίο, έθιγε το ζήτημα της μη πληρωμής του 13ου μισθού του, τον οποίο τον προηγούμενο χρόνο είχε λάβει, παρότι δεν είχε καμιά ανταπόκριση. Παρόλο που θεωρεί πως εργάστηκε μέχρι και τον Απρίλιο του 2022, ενημερώθηκε πως η παρούσα αφορούσε μόνο τον μισθό Νοεμβρίου του 2021, την αναλογία του 13ου μισθού και τις άδειες του και δεν ήθελε να έρθει σε αντιπαράθεση με τον Μ.Υ.2, παρόλο που θα μπορούσε με βάση τη σύμβαση εργοδότησης του να διεκδικήσει περισσότερα ποσά ως αποζημίωση, διότι με τον τελευταίο, συνδέονται φιλικά και δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο, ως επίσης το έργο που θα δημιουργείτο, δεν ολοκληρώθηκε. Αυτά ωστόσο που πραγματεύεται η παρούσα, τα διεκδικεί καθότι πρόκειται για “ηθικό ζήτημα” και εν πάση περιπτώσει για δεδουλευμένα ή άλλως πως ωφελήματα, που δεν έχει λάβει.
Αποτέλεσε θέση του πως ουδέποτε υπέβαλε παράπονο για τον μισθό Νοεμβρίου του 2021 διότι πράγματι, ο μισθός αυτός του είχε καταβληθεί και ήταν ξεκάθαρο πως διεκδικούσε τον μισθό Δεκεμβρίου του 2021. Όταν δε επισκέφθηκε την Μ.Κ.1, συνειδητοποίησε πως η τελευταία δεν είχε στην κατοχή της όλα τα στοιχεία που είχε προηγουμένως ο ίδιος προσκομίσει στον λειτουργό Γ.Χ., χωρίς ωστόσο να γνωρίζει το γιατί. Σε κάθε περίπτωση, η απαίτηση του αφορά τον μήνα Δεκέμβριο του 2021, τον οποίο εργάστηκε. Σε σχέση με τις άδειες τις οποίες δεν χρησιμοποίησε και δεν έλαβε γι’ αυτές χρηματική αποζημίωση, αυτές αφορούν το έτος 2020 (αναλογία) και το έτος 2021, κατά την διάρκεια του οποίου είχε λάβει 5 ημέρες άδεια, σχεδόν μιας εβδομάδας με το Σαββατοκύριακο, τον Αύγουστο του 2021 και επί τούτου είχε ενημερώσει την εργοδοτική πλευρά με ηλεκτρονικό μήνυμα (τεκμήριο 10). Πέραν αυτών, καμιά άλλη άδεια ανάπαυσης είχε λάβει και όταν λάμβανε άδεια, ενημέρωνε πάντοτε γραπτώς.
Κατά την αντεξέταση του, ερωτήθηκε πόσες άδειες δικαιούτο κατά τον ίδιο να λάβει, με βάση τη σύμβαση εργοδότησης του, με τον ίδιο να αναφέρει πως πρόκειται για τις νόμιμες και επιπλέον 6 ημέρες που μπορούσε να μεταφέρει από συσσωρευμένη κατά το περασμένο έτος, άδεια, που τυχόν δεν είχε λάβει, χωρίς να γνωρίζει με ακρίβεια πόσες δικαιούτο, αφού ποτέ δεν τον απασχόλησε το ζήτημα της άδειας και δεν είχε σταθεί ποτέ στο πόσες άδειες μπορούσε να λάβει. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος δεν ανέφερε ποτέ ότι του οφείλονται συγκεκριμένα 28 ημέρες και δεν γνωρίζει γιατί και πώς υπολογίστηκαν ως 28. Ως διευθυντής κατ’ ουσία, αλλά και ως αξιωματούχος της Κατηγορούμενης (τεκμήριο 11) και έχοντας συμφέρον στην ολοκλήρωση του έργου, δεν τον ενδιέφερε ποτέ, το πόσες άδειες δικαιούτο να λάβει αφού επιπλέον των πιο πάνω ήταν επίσης συμφωνημένο πως κατείχε τότε ή θα κατείχε στο μέλλον, και ποσοστό μετοχών της τάξης του 9% στην Κατηγορούμενη. Ερωτήθηκε κατά πόσο είναι ο ίδιος, υπό την ιδιότητα του μοναδικού αξιωματούχου της Κατηγορούμενης που συγκάλεσε την γενική συνέλευση της Κατηγορούμενης, στις 27.09.21, με τον ίδιο να συμφωνεί (τεκμήριο 12). Ανέφερε περαιτέρω πως η εν λόγω συνέλευση πραγματοποιήθηκε και παρόντες ήταν ο δικηγόρος της Κατηγορούμενης, ο ίδιος και ο Μ.Υ.1.
Ερωτηθείς εάν βρισκόταν και πρόσωπο που τηρούσε πρακτικά της συνέλευσης, ανέφερε πως εξ όσων θυμόταν, ήταν και κάποιος με το όνομα Κλεόπας, ο οποίος ανέλαβε να συντάξει πρακτικά οπότε ο ίδιος του απέστειλε μετά, όλα τα «στοιχεία». Ανέφερε πως δεν γνωρίζει εάν συντάχθηκαν εν τέλει και δεν αναγνώρισε έγγραφο που του υποδείχθηκε ως τα πρακτικά που τηρήθηκαν, αφού ως η θέση του ήταν έγγραφο πρόχειρο και ανυπόγραφο και ουδέποτε του είχε κοινοποιηθεί. Του υπεβλήθη η θέση πως τα πρακτικά της συνεδρίασης, του είχαν σταλεί με ιδιώτη επιδότη και αρνήθηκε να τα παραλάβει με τον ίδιο να αρνείται κάτι τέτοιο αναφέροντας πως όταν ένα έγγραφο επιδίδεται άνευ υπογραφής του παραλήπτη, ο ιδιώτης επιδότης το σημειώνει, κάτι το οποίο δεν υφίσταται στην παρούσα.
Επίσης, αρνήθηκε την υποβολή της υπεράσπισης πως κατά τις 27.09.21 του είχε κοινοποιηθεί και ο τερματισμός της απασχόλησης του, αναφέροντας πως ό,τι έγινε ήταν να του γνωστοποιηθεί πως δεν θα υπέγραφε για την Κατηγορούμενη πλέον, με τον ίδιο να ρωτά εάν παραμένει ως διευθυντής και να λαμβάνει θετική απάντηση. Αντεξετάστηκε ως προς το πότε εν τέλει έμαθε για την απόλυση του και από ποιον, πόσες φορές επισκέφθηκε το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων, για να του υποβληθεί πως μόνο μια φορά, στις 06.10.2022 είχε πάει αυτοπροσώπως στο εν λόγω Τμήμα. Του υπεβλήθη περαιτέρω, πως οι μισθοί του, μέχρι και την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης του, του είχαν καταβληθεί, ως επίσης και ο 13ος μισθός και ό,τι άλλο του αναλογούσε και πως τούτο προκύπτει, από την κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορουμένης που κατέθεσε ο ίδιος (τεκμήριο 8).
Σε σχέση με την πληρωμή των αδειών του, του υπεβλήθη πως καμιάς άδειας δικαιούτο πληρωμή, αφού λάμβανε τακτικά άδεια αναπαύσεως και εν πάση περιπτώσει όποτε ο ίδιος επιθυμούσε, για να μεταβεί στην Ελλάδα, που βρισκόταν η οικογένεια του αλλά και για να τακτοποιήσει προσωπικές και επαγγελματικές του υποχρεώσεις, με τον ίδιο να αναφέρει πως πράγματι είναι πιθανόν να συνέβαινε αυτό, πλην όμως κάλεσε τον συνήγορο υπεράσπισης, να του υποδείξει οτιδήποτε, που να δείχνει πότε και πόση άδεια είχε λάβει.
Ερωτήθηκε εάν αναγνωρίζει κάπου την υπογραφή του στην φωτογραφία της επιταγής που κατέθεσε (2η σελίδα τεκμηρίου 8), με τον ίδιο να απαντά πως δεν φαίνεται στο εν λόγω τεκμήριο η δική του υπογραφή, διότι δεν υπέγραψε την επιταγή πριν την βγάλει φωτογραφία, αλλά μετέπειτα, και εάν κάποιος έψαχνε στην τράπεζα, θα έβλεπε πως την εν λόγω επιταγή, την είχε υπογράψει και ο ίδιος, γεγονός που κατά την θέση του φαίνεται και από το τεκμήριο 8.
Ερωτήθηκε επίσης, εάν ήταν ο μοναδικός εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης, με τον ίδιο να απαντά καταφατικά, ως επίσης εάν η πληρωμή που εμφαίνετε στην κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορούμενης (τεκμήριο 8), στις 3.12.2021 για το ποσό των €4350, είναι χρήματα που έλαβε ο ίδιος, για τον μισθό του, με τον ίδιο να αναφέρει πως υποθέτει πως ναι και πως η εν λόγω πληρωμή μάλλον θα αφορούσε τον μισθό του για τον Νοέμβριο του 2021. Επιπλέον, ερωτήθηκε εάν τα ποσά που εμφαίνονται στο εν λόγω τεκμήριο, ύψους €1.200, αφορούν πληρωμή των εισφορών του στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, με τελευταία ημερομηνία πληρωμής την 27.12.21. Επί τούτου, ήταν η θέση του ιδίου πως ο ίδιος ετοίμαζε τις επιταγές πληρωμών εκ μέρους της Κατηγορούμενης και σε ό,τι αφορά τις εισφορές προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, ενημερωνόταν από τους λογιστές του Μ.Υ.2, ετοίμαζε τις επιταγές, τις οποίες υπέγραφε με τον τελευταίο, για σκοπούς πληρωμής.
Τέλος, του υπεβλήθη η θέση πως το ότι ψεύδεται, διαφαίνεται από το γεγονός ότι ενώ η θέση του είναι ότι ενημερώθηκε για την απόλυση του τον Απρίλιο του 2022, παράπονο υπέβαλε τον Ιανουάριο του 2022 έτσι που να μην αντέχει τη βάσανο της λογικής η θέση του ότι, για την απόλυση του ενημερώθηκε τον Απρίλιο του 2022. Επί τούτου, ανέφερε πως ουδέποτε είχε πει τον Ιανουάριο του 2022 πως απολύθηκε, πέραν από το ότι δεν του είχε καταβληθεί ο μισθός Δεκεμβρίου του 2021, ο 13ος μισθός του καθώς και οι άδειες που δεν έλαβε και θα έπρεπε να πληρωθεί. Ερωτηθείς επίσης γιατί τότε δεν υπέβαλε παράπονο και για τους μισθούς που λέει ότι του οφείλονται μέχρι και τον Απρίλιο του 2022, ανέφερε πως πάντοτε ήταν η θέση του πως του οφείλονταν οι εν λόγω μισθοί και το ότι δεν συμπεριλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, είναι λόγω λάθους του Τμήματος, έπειτα από την αποχώρηση του Γ.Χ. Η θέση του ενέμεινε, ήταν πάντοτε ότι οι μισθοί που του οφείλονται, είναι μέχρι και τον Απρίλιο του 2022.
O M.Y.1, είναι δικηγόρος και εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Κατηγορούμενη και κατά την επίδικη περίοδο, δικηγόρος της K.A.M.P.O Nominees Ltd η οποία είναι γραμματέας της Κατηγορουμένης. Επίσης, ήταν παρών στην γενική συνέλευση που συγκλήθηκε στις 27.09.21, ως δικηγόρος της πιο πάνω εταιρείας και ως πρακτικογράφος. Είχε ενημερωθεί για την συνέλευση, από την εν λόγω εταιρεία, εξ ου και παρέστη, στην οποία παρόντες επίσης ήταν ο δικηγόρος που εκπροσωπεί την Κατηγορούμενη, ο Μ.Υ.2 εκ μέρους της Στέλιος Χατζηστυλλής Ι.Ε.Π.Ε., η οποία είναι η μέτοχος της Κατηγορουμένης, καθώς και ο M.K.2. Ο λόγος που τηρούσε ο ίδιος πρακτικά είναι γιατί όλοι οι υπόλοιποι παριστάμενοι, είχαν συγκεκριμένη ιδιότητα και ο ίδιος ήταν ευχερής στο να κρατήσει τα πρακτικά της συνέλευσης, κατά την διάρκεια της οποίας τηρούσε σημειώσεις και με την συναίνεση των υπολοίπων, είχε επίσης ηχογραφήσει τα διαμειφθέντα. Όταν τελείωσε η συνέλευση, η οποία κράτησε περίπου 2 ώρες, συνέταξε πρακτικό, το οποίο είχε δώσει στους μετόχους για να το υπογράψουν (τεκμήριο 14). Ο Μ.Υ.2 το υπέγραψε, ενώ ο Μ.Κ.2 όχι, πλην όμως είχε λάβει αντίγραφο.
Κατά την συνέλευση γνωστοποιήθηκε στον Μ.Κ.2 ότι παύεται από την θέση του συμβούλου της Κατηγορούμενης και είχε αναφέρει τις φράσεις «αν και το περίμενα», «εκπλήσσομαι» «αλλά το αντιλαμβάνομαι γιατί το κάνεις τούτο». Ήταν ξεκάθαρο ως ανέφερε ο Μ.Υ.1 πως ο Μ.Κ.2 είχε αντιληφθεί πλήρως, τα περί τερματισμού του.
Κατά την αντεξέταση του και κατόπιν που ερωτήθηκε πόση ώρα μετά που έληξε η συνέλευση, συνέταξε τα πρακτικά, ο Μ.Υ.1 ανέφερε πως η σύνταξη τους πήρε περίπου ένα μισάωρο. Ερωτηθείς πως γίνεται να γνωστοποιήθηκε στον Μ.Κ.2 ότι τερματίζεται ο διορισμός του και αυτός να ανέμενε για να λάβει τα πρακτικά, ο Μ.Υ.1 απάντησε πως όχι μόνο δεν έφυγε θυμωμένος, αλλά συνέχισαν να «έχουν υποθέσεις» μέχρι και τον Μάρτιο του 2022 τουλάχιστον, οπότε από αυτό αντιλαμβάνεται κανείς πως οι μεταξύ του Μ.Κ.2 και του Μ.Υ.2 σχέσεις, ήταν φιλικές και επαγγελματικές και ο Μ.Κ.2 είχε αντιληφθεί πλήρως τους λόγους που ο Μ.Υ.2 αποφάσισε να τερματίσει τον διορισμό του. Ερωτώμενος εάν γνωρίζει κατά πόσο στάλθηκε στον Μ.Κ.2 οποιαδήποτε επιστολή τερματισμού απασχόλησης, ο Μ.Υ.1 ανέφερε πως δεν το γνωρίζει, όπως δεν γνωρίζει γιατί ο Μ.Κ.2 παρέμεινε δηλωμένος ως εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης μέχρι και τον Νοέμβριο του 2021, αναφέροντας πως μπορεί να ήταν μια μεταξύ του Μ.Υ.2 και του Μ.Κ.2 συμφωνία, μέχρι ο τελευταίος να εξεύρει εργασία. Ερωτήθηκε κατά πόσο είχε ξαναδεί το τεκμήριο 9, απαντώντας αρνητικά, προσθέτοντας σε σχετική ερώτηση που του τέθηκε πως δεν γνωρίζει επίσης γιατί ο Μ.Κ.2 φέρεται να απέστελλε ηλεκτρονικά μηνύματα και αναφερόταν σε ζητήματα της Κατηγορουμένης, ακόμη και μετά τον Σεπτέμβριο του 2021, εάν η εργοδότηση του είχε τερματιστεί.
Ο Μ.Υ.2, κατέθεσε για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του, γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β). Σε αυτήν αναφέρεται πως είναι ο «μεγαλομέτοχος» της Κατηγορούμενης, ιατρός καρδιολόγος στο επάγγελμα και ιδρυτής της Κατηγορούμενης, η ίδρυση της οποίας έγινε με σκοπό την δημιουργία ιδιωτικής κλινικής. Με τον Μ.Κ.2 γνωρίζονταν από προηγουμένως όταν αμφότεροι εργάζονταν στο Απολλώνειο Νοσοκομείο, ο πρώτος ως Διευθυντής και ο ίδιος ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. Όταν αποχώρησαν από το πιο πάνω νοσοκομείο και ενόψει του ότι δεν είχε επιδείξει ποτέ ο Μ.Κ.2 στοιχεία απρεπούς συμπεριφοράς, του πρότεινε να αναλάβει χρέη διευθυντή στην Κατηγορούμενη, πρόταση την οποία ο τελευταίος αποδέχθηκε εξ ου και υπεγράφη συμφωνία εργοδότησης του, την 01.07.2020 (τεκμήριο 16). Μεταξύ των όρων της πιο πάνω σύμβασης, ήταν και το ότι ο Μ.Κ.2 θα πληρωνόταν στο τέλος κάθε μήνα, με περίοδο χάριτος 3 ημερών, επειδή ωστόσο υπήρχε καλή θέληση, ο ίδιος συμφώνησε όπως ο Μ.Κ.2 λαμβάνει τον μισθό τους στις αρχές κάθε μήνα, ως φαίνεται από το τεκμήριο 8, αφού άλλωστε, ο τελευταίος είχε καθήκον να συνδράμει στην ενσάρκωση του «οράματος» του για τη δημιουργία της κλινικής η οποία ήταν σε πρώιμα στάδια. Επίσης η οικογένεια του Μ.Κ.2 ήτο εξ Ελλάδος, όπως και ο ίδιος και διέμενε εκεί, οπότε ο τελευταίος έπρεπε να της αποστέλλει χρήματα. Η θέση του ότι ο Μ.Κ.2 προπληρωνόταν, φαίνεται ως αναφέρει, από το ότι ενώ η εργοδότηση του ξεκίνησε την 01.07.2020, η πρώτη πληρωμή που έλαβε ήταν στις 03.07.2020, ως φαίνεται από το τεκμήριο 8 και συνεχίστηκε μέχρι και τη λήξη της συνεργασίας τους.
Συγκεκριμένα, ο Μ.Κ.2, έλαβε από την 01.07.2020, μέχρι και το τέλος του 2020, 9 μισθούς από την Κατηγορούμενη, υπό μορφή επιταγής. Συγκεκριμένα, εξαργύρωσε επιταγές στις 03.07.2020 για το ποσό των €3100, 30.07.2020 για το ποσό των €4.000, 03.09.2020 για το ποσό των €4.000, 15.09.2020 για το ποσό των €4.000, 30.09.2020 για το ποσό των €4.700, 05.10.2020 για το ποσό των €4.200, 03.11.2020 για το ποσό των €4.432,07, 02.12.2020 για το ποσό των €4.432,07 και 22.12.2020 για το ποσό των €4.432,07, οπότε έλαβε συνολικά για το 2020 το ποσό των €37.296,18, το οποίο αφορούσε τους μισθούς του για την περίοδο Ιούλιος-Δεκέμβριος του 2020, 13ο μισθό, ως επίσης και αναλογία απολαβών για τις άδειες του που δεν έλαβε.
Επίσης, κατά το 2021, ο Μ.Κ.2 έλαβε πληρωμή ίση με 12 μισθούς. Συγκεκριμένα, εξαργύρωσε επιταγές το 2021 για τους μισθούς Ιανουαρίου του 2021 μέχρι και τις 27.09.2021 που τερματίστηκε η εργοδότηση του, πλέον αποζημίωση για άμεσο τερματισμό, 13ο μισθό, καθώς και μισθό επιπλέον για τυχόν άδειες που δεν έλαβε, είτε τις έλαβε είτε όχι. Ως φαίνεται επίσης στο τεκμήριο 8, εξαργύρωσε επιταγές στις 05.01.2021 για το ποσό των €4.432,07, 03.02.2021 για το ποσό των €4.432,07, 09.03.2021 για το ποσό των €4.333, 06.04.2021 για το ποσό των €4.333, 06.05.2021 για το ποσό των €4.300, 07.06.2021 για το ποσό των €4.300, 06.07.2021 για το ποσό των €4.300, 04.08.2021 για το ποσό των €4.400, 09.09.2021 για το ποσό των €4.350, 05.10.2021 για το ποσό των €4.350, 04.11.2021 για το ποσό των €4.450 και 03.12.2021 για το ποσό των €4.350, οπότε έλαβε συνολικά για το 2021 το ποσό των €52.330,14.
Στις 27.09.2021, είχε συγκληθεί γενική συνέλευση της Κατηγορουμένης, κατόπιν πρωτοβουλίας του ιδίου και σκοπός ήταν η διακοπή της εργοδότησης του Μ.Κ.2 αφού είχε διαπιστώσει πως οι πράξεις και οι ενέργειες του αντίβαιναν τα συμφέροντα της Κατηγορουμένης. Είχε λάβει πολλά παράπονα για τη συμπεριφορά του Μ.Κ.2 από άλλους ιατρούς η οποία εξέθετε τόσο την Κατηγορούμενη όσο και τον ίδιο ως επαγγελματία ιατρό και παρά τις προειδοποιήσεις που του έγιναν, δεν είχε διορθώσει την συμπεριφορά του οπότε ο ίδιος αναγκάστηκε να τερματίσει τη συνεργασία τους. Τα πρακτικά της εν λόγω συνεδρίας (τεκμήριο 14), κατά την οποία ενημερώθηκε ο Μ.Κ.2 για τη διακοπή της εργοδότησης του, συντάχθηκαν από πρακτικολόγο που ήταν παρών και δόθηκαν στον Μ.Κ.2 ο οποίος αρνήθηκε να τα υπογράψει. Την ίδια ημέρα, συντάχθηκαν επίσης πρακτικά συνεδρίασης της γενικής συνέλευσης (τεκμήριο 17), ως απαιτείτο από την Τράπεζα όπου διατηρούντο οι τραπεζικοί λογαριασμοί της Κατηγορούμενης, δυνάμει των οποίων η Τράπεζα ενημερωνόταν πως πλέον, υπογραφέας του λογαριασμού της Κατηγορουμένης θα ήτο μόνο ο ίδιος, αφού μέχρι τότε και ως φαίνεται στο Τεκμήριο 8, υπέγραφαν μαζί με τον Μ.Κ.2.
Ο τελευταίος, καθ’ όλη τη διάρκεια της εργοδότησης του, λάμβανε και με το παραπάνω τις άδειες ανάπαυσης που δικαιούτο αφού η οικογένεια του ζούσε στην Ελλάδα και την επισκεπτόταν κάθε δύο με τρεις εβδομάδες, ως επίσης λάμβανε άδειες για προσωπικές διακοπές, χωρίς ποτέ ο ίδιος να φέρει οποιαδήποτε ένσταση αφού εξάλλου, ο Μ.Κ.2 ως διευθυντής και/ή διευθύνων σύμβουλος της Κατηγορουμένης και/ή ο μόνο εκ των πραγμάτων υπάλληλος της, ήταν αφεντικό του εαυτού του και εφόσον τελούσε τα καθήκοντα του, είχε την ευχέρεια να λαμβάνει όσες άδειες επιθυμούσε. Σε κάθε δε περίπτωση, αμειβόταν για αυτές ωσάν να μην τις είχε πάρει. Ο Μ.Κ.2 είναι πληρωμένος για οτιδήποτε του οφείλεται και η Κατηγορούμενη είναι και πλήρως συμμορφούμενη με τις υποχρεώσεις της στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και αυτό διαφαίνεται από το τεκμήριο 8. Παρά το ότι ο ίδιος θεώρησε πως η συνεργασία του με τον Μ.Κ.2 έληξε με καλούς όρους στις 27.09.2021 και παρόλο που ο ίδιος φρόντισε όχι μόνο να λάβει τους μισθούς του ο τελευταίος αλλά να λάβει και την αναλογία του 13ου του μισθού καθώς και πληρωμή αδειών ως επιπλέον μισθό παρότι δεν του οφείλονταν άδειες, εντούτοις ο Μ.Κ.2 προς έκπληξη του, προέβη στο επίδικο παράπονο.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, ανέφερε πως ο Μ.Κ.2, όταν του γνωστοποιήθηκε ο τερματισμός του στις 27.09.2021 αντέδρασε, όπως ήταν ανθρωπίνως λογικό να αντιδράσει και η αντίδραση του ήταν έντονη, στοιχείο του χαρακτήρα του. Άλλωστε ανέφερε, το στοιχείο αυτό του χαρακτήρα του Μ.Κ.2 συνέτεινε στην απόφαση του να διακόψει την συνεργασία τους. Ο λόγος δε που παρά το ότι εργάστηκε για 9 συνολικά μήνες και του δόθηκαν 12 στο σύνολο μισθοί, ήταν ανθρώπινος. Ήθελε να του καταβάλει πέραν από τον 13ο του μισθό τον οποίο πήρε εις ολόκληρο, παρότι τον δικαιούτο σε αναλογία, να λάβει ακόμη δύο μισθούς, ήτοι ένα ως αποζημίωση και άλλο ένα για τις άδειες που δικαιούτο, παρότι εκ των πραγμάτων είχε πάρει όλες του τις άδειες, χωρίς να ασκείτο για τούτο οποιοσδήποτε έλεγχος. Ο δε λόγος, που κατά το έτος 2020 είχε αμειφθεί με ποσά που ξεπερνούσαν τον συμφωνημένο μισθό του, με βάση τη σύμβαση εργοδότησης του ήταν διότι του καλύπτονταν και λειτουργικά έξοδα.
Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο η συνεργασία τους είχε ξεκινήσει πριν να υπογραφεί η σύμβαση εργοδότησης του Μ.Κ.2, με τον ίδιο να συμφωνεί, αναφέροντας πως έγινε κάποια προεργασία, μέχρι να καταλήξουν. Του ζητήθηκε να υποδείξει επί του τεκμηρίου 8, πού φαίνεται η καταβολή της χρηματικής αποζημίωσης για τις άδειες που πλήρωσε στον Μ.Κ.2, με τον ίδιο να υποδεικνύει πως εξ όσων συμπεραίνει από το τεκμήριο 8, ο μισθός του Σεπτεμβρίου του 2021, καταβλήθηκε στις 09.09.2021, στις 05.10.2021 η αποζημίωση του ενός επιπλέον μισθού, στις 4.11.2021 ο 13ος μισθός και στις 04.12.2021, η πληρωμή για τις άδειες. Ερωτηθείς εάν γνωρίζει πως για να τερματιστεί η εργοδότηση κάποιου θα πρέπει να δοθεί πρώτα προειδοποίηση, απάντησε πως ο Μ.Κ.2 είχε επανειλημμένως προειδοποιηθεί για τη συμπεριφορά του και ότι ενδεχομένως να επέκειτο διακοπή της συνεργασίας του, εξ ου και συγκλήθηκε έκτακτη γενική συνέλευση, συμφώνησε ωστόσο πως δεν τον ενημέρωσαν με οποιαδήποτε επιστολή.
Ερωτηθείς γιατί αφού η εργοδότηση του Μ.Κ.2 τερματίστηκε τον Σεπτέμβριο του 2021, η Κατηγορούμενη εξακολουθούσε να του καταβάλλει εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων μέχρι και τον Νοέμβριο του 2021, ο Μ.Υ.2 ανέφερε πως ο λόγος έγκειτο στην καλή πίστη που ο ίδιος επέδειξε και επειδή ήθελε, η Κατηγορούμενη να είναι πλήρως συμμορφούμενη με τις υποχρεώσεις της. Δεν θυμόταν πόσος χρόνος χρειάστηκε για να ετοιμαστούν τα πρακτικά της συνέλευσης (τεκμήριο 14) και σε ερώτηση εάν τόσο ο ίδιος όσο και ο Μ.Κ.2 ανέμεναν στον χώρο για να ετοιμαστούν τα εν λόγω πρακτικά, ανέφερε πως οι συνεδριάσεις τους συνήθιζαν να παίρνουν μέχρι τις 02:00 το πρωί. Αντεξετάστηκε επίσης ως προς το πώς γίνεται ενώ ως ανέφερε, η διακοπή της συνεργασίας τους να έγινε σε καλό κλίμα, ο Μ.Κ.2 να μην υπέγραψε τα σχετικά πρακτικά, απάντησε πως δεν μπορεί να γνωρίζει τι σκέφτηκε ο Μ.Κ.2, πάντως οποιοσδήποτε λαμβάνει μια απόφαση απόλυσης, δεν θεωρεί πως την υποδέχεται με τον καλύτερο τρόπο. Του υπεβλήθη η θέση πως κανένας μισθός δεν προπληρωνόταν στον Μ.Κ.2 και οι όποιες πληρωμές φαίνονται στο τεκμήριο 8 αφορούν τον αμέσως προηγούμενο μήνα, με τον ίδιο να αρνείται την πιο πάνω υποβολή αναφέροντας πως η εντύπωση που αποκομίζει κάποιος με βάση τις πληρωμές που φαίνονται στο τεκμήριο 8 και δη την πρώτη πληρωμή, μετά την έναρξη της εργοδότησης του Μ.Κ.2 είναι άλλη, συμφώνησε δε, ότι δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία που να προέβλεπε, προπληρωμή των μισθών του Μ.Κ.2. Ερωτηθείς τέλος, πως γίνεται στις 22.12.2021 ο Μ.Κ.2 να αποστέλλει ηλεκτρονικό μήνυμα και να αναφέρεται σε μη πληρωμή του 13ου του μισθού, αφού ως η θέση του Μ.Υ.2 μέχρι τις 03.12.2021 είχε πληρωθεί τα πάντα, ο Μ.Υ.2 ανέφερε πως καταρχάς δεν θυμάται να του κοινοποιήθηκε το εν λόγω μήνυμα (τεκμήριο 9), επίσης ότι δεν φαίνεται να απαντήθηκε και εν πάση περιπτώσει ο ίδιος ήξερε, ότι η Κατηγορούμενη είχε εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις της προς τον Μ.Κ.2, οπότε δεν μπορεί να γνωρίζει τους λόγους που ο τελευταίος, απέστειλε το πιο πάνω μήνυμα.
Σημειώνω προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση των όσων οι μάρτυρες κατέθεσαν, πως στο πλαίσιο της διαδικασίας και μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Μ.Υ.2, κατατέθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και εγκρίθηκαν ως τέτοια, τα εξής:
O Μ.Κ.2 έλαβε από την Κατηγορούμενη, από την 01.07.2020, μέχρι και το τέλος του 2020, το συνολικό ποσό των €37.296,18 σε επιταγές, ως εξής:
1. 03.07.2020-€3100
2. 30.07.2020-€4.000
3. 03.09.2020-€4.000
4. 15.09.2020-€4.000
5. 30.09.2020-€4.700
6. 05.10.2020-€4.200
7. 03.11.2020-€4.432,07
8. 02.12.2020-€4.432,07
9. 22.12.2020-€4.432,07
Επίσης, ότι για το έτος 2021, έλαβε συνολικά το ποσό των €52.330,14, σε επιταγές, ως εξής:
1. 05.01.2021-€4.432,07
2. 03.02.2021-€4.432,07
3. 09.03.2021-€4.333
4. 06.04.2021-€4.333
5. 06.05.2021-€4.300
6. 07.06.2021-€4.300
7. 06.07.2021-€4.300
8. 04.08.2021-€4.400
9. 09.09.2021-€4.350
10. 05.10.2021-€4.350
11. 04.11.2021-€4.450
12. 03.12.2021-€4.350
Tα πιο πάνω, αποτελούν εκ των προτέρων και ευρήματα του Δικαστηρίου.
Στρεφόμενοι στα όσα επιμέρους, οι μάρτυρες κατέθεσαν, σημειώνω πως τους έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή και εξέτασα όπως επιβάλλεται τη μαρτυρία τους, καθώς και κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί υπό μορφή δηλώσεων ή εγγράφων εν τη εννοία του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ως άνω μαρτυρία, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των πραγματικών γεγονότων.
Υπενθυμίζεται εδώ, ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια ν' αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και ν' απορρίπτει το υπόλοιπο μέρος αυτής ως αναξιόπιστο, ενεργώντας αναλόγως. Για μερική αποδοχή μαρτυρίας, χρειάζεται βεβαίως ικανή αιτιολόγηση από το Δικαστήριο[1].
Σε ό,τι αφορά την Μ.Κ.1, σημειώνω πως μέρος της μαρτυρίας της δεν έχει αμφισβητηθεί. Συγκεκριμένα, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι, είναι επιθεωρήτρια εργασιακών σχέσεων και εργάζεται στο Επαρχιακό Γραφείου του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων στην Λευκωσία, καθώς και ότι στις 10.01.2022 υπεβλήθη ηλεκτρονικά, παράπονο από τον Μ.Κ.2, εναντίον της Κατηγορουμένης και του εκπροσώπου και νομικού της συμβούλου. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης, πως το παράπονο του Μ.Κ.2, είναι ως αποτυπώνεται στο τεκμήριο 1 και πως έτυχε χειρισμού από τον επιθεωρητή εργασιακών σχέσεων Γ.Χ., ο οποίος παραιτήθηκε από την Δημόσια Υπηρεσία, οπότε στις 26.09.2022, δόθηκε το παράπονο στην ίδια για διερεύνηση ως προς το κατά πόσο ο Παραπονούμενος έλαβε ή όχι τις απαιτήσεις του. Επίσης, ότι ο Γ.Χ. προτού αποχωρήσει, είχε αποστείλει στις 20.01.2022 και 14.03.2022, επιστολές προς την Κατηγορούμενη, μέσω ιδιώτη επιδότη, οι οποίες δεν επιδόθηκαν (τεκμήριo 4). Eπιπρόσθετα, δεν αμφισβητήθηκε ότι η ίδια προσπάθησε στις 27.09.2022 να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον Μ.Κ.2, σε δύο τηλεφωνικούς αριθμούς που είχε εντοπίσει και φαίνονταν να του ανήκουν και ο τελευταίος δεν ανταποκρινόταν, οπότε του απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα.
Περιπλέον, ότι στις 28.09.2022 και με δεδομένο το ότι δεν είχε ανταποκριθεί ο Μ.Κ.2, εισηγήθηκε την λήξη της διερεύνησης, η οποία εγκρίθηκε την 28.09.2022, ως επίσης ότι, στις 06.10.2022, ο Μ.Κ.2, μετέβη στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων και ανέφερε πως δεν έλαβε τίποτε απ’ όσα απαιτούσε και ότι ανέμενε από το εν λόγω Τμήμα, να μεσολαβήσει για τα δικαιώματα του, οπότε η διερεύνηση συνεχίστηκε. Συγκεκριμένα, ως είπε η Μ.Κ.1, ο Μ.Κ.2 της ανέφερε ότι εκκρεμούσε η πληρωμή του μισθού του Νοεμβρίου του 2021, ο καθαρός μισθός του οποίου ήταν €4350, ως επίσης και η αναλογία του 13ου του μισθού για το 2021 και η πληρωμή των αδειών που δεν έλαβε, για το 2020 και 2021, διευκρινίζοντας ότι για το 2020 έλαβε αναλογία 13ου μισθού. Περιπλέον των πιο πάνω, δεν αμφισβητήθηκε και το ότι η ίδια στις 27.10.2022, προσπάθησε εκ νέου να επικοινωνήσει με τον Μ.Κ.2 χωρίς και πάλι αποτέλεσμα, οπότε του απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα (τεκμήριο 6) και στις 14.10.2022, η ίδια ετοίμασε επιστολή προς την Κατηγορούμενη 1, υπόψη του δικηγόρου της - Ε.Ι, η οποία επίσης δεν επιδόθηκε (τεκμήριο 7).
Ακολούθως, ότι, προχώρησε κατόπιν οδηγιών του Επαρχιακού Λειτουργού του Τμήματος της, στην καταχώρηση της παρούσας ποινικής δίωξης. Επίσης, ότι μετά την καταχώρηση της παρούσας δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση από πλευράς Κατηγορουμένης και πως με βάση τα στοιχεία που εξασφαλίστηκαν από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (τεκμήριο 7), διαφαίνετο πως ο Παραπονούμενος, φαινόταν ως δηλωμένος εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης, μέχρι και την 30.11.2021, αφού του καταβάλλονταν εισφορές προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με ημερομηνία πρώτης πληρωμής τον Ιούλιο του 2020, με δηλωμένο μεικτό μισθό €5.500. Σε σχέση με το ζήτημα της άδειας που δικαιούτο να λαμβάνει ο Παραπονούμενος, διαφάνηκε επίσης, πως η Κατηγορούμενη είχε εξαίρεση από το ταμείο Αδειών, γεγονός που συνεπάγεται την από μέρους της πληρωμή των αδειών, προς τους εργοδοτούμενους της για τις ημέρες που δικαιούνταν σε απουσία, ως επίσης ότι ο Μ.Κ.2 δικαιούτο με βάση την σύμβαση εργοδότησης του (τεκμήριο 3) να λαμβάνει 13ο μισθό.
Τα πιο πάνω αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, αφού πέραν από το ότι δεν αμφισβητούνται, συνάδουν και με την έγγραφη μαρτυρία που προσκομίστηκε, πλην των αναφορών της ότι επικοινώνησε με τον Μ.Κ.2 στις 27.10.2022, αφού φαίνεται από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 6, τούτο να το έπραξε στις 27.09.2022 (για όποια σημασία εν πάση περιπτώσει έχει αυτό). Επίσης, δεν αποδέχομαι και το ότι Μ.Κ.1 πως ο Μ.Κ.2 παραπονέθηκε στις 10.01.2022 (και) για μισθό που να αφορούσε τον Νοέμβριο του 2021 και ότι προέβη στην πιο πάνω αναφορά και όταν επισκέφθηκε το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων στις 06.10.2022, και ο λόγος είναι ο εξής.
Σε σχέση με την συγκεκριμένη αναφορά της Μ.Κ.1, πως μέρος του παραπόνου του Μ.Κ.2 ήταν και η μη πληρωμή του μισθού του για τον μήνα Νοέμβριο του 2021 (και συνακόλουθα αναλογία 13ου μισθού για το 2021), ο ίδιος ο Μ.Κ.2, διέψευσε την Μ.Κ.1 αναφέροντας πως ουδέποτε είχε παραπονεθεί για μη καταβολή του συγκεκριμένου μισθού ή για μη καταβολή αναλογίας 13ου μισθού για το 2021. Ήταν η θέση του Μ.Κ.2 πως το παράπονο του αρχικά, στις 10.01.2022, αφορούσε τον μισθό Δεκεμβρίου του 2021, τον 13ο μισθό του εις ολόκληρο, ως επίσης και τις άδειες που δικαιούτο και δεν χρησιμοποίησε και δεν αποζημιώθηκε για τα έτη 2020 (μέρος) και 2021. Αργότερα και όταν ενημερώθηκε προφορικά, περί τον Απρίλιο του 2022 (ως ήταν η θέση του), από τον λειτουργό Γ.Χ. πως η εργοδότηση του φαινόταν να τερματίστηκε στις 30.11.2021, ήταν η θέση του Μ.Κ.2 πως απαιτούσε και τους μισθούς Ιανουαρίου-Απριλίου του 2022 αφού δεν έλαβε ποτέ επιστολή τερματισμού της απασχόλησης του. Οι πιο πάνω θέσεις επομένως της Μ.Κ.1, φαίνεται να καταρρίπτονται όχι μόνο από τα όσα ο ίδιος ο Μ.Κ.2 ανέφερε στην δική του μαρτυρία, αλλά και από το τεκμήριο 1, που αφορά το εκτυπωμένο παράπονο που υπέβαλε ηλεκτρονικά ο Μ.Κ.2 στις 10.01.2022, στο οποίο καμμιά αναφορά υπάρχει για μισθό που να αφορά τον Νοέμβριο του 2021 ή για αναλογία 13ου μισθού. Τουναντίον, είναι εμφανές, από το περιεχόμενο του εν λόγω παραπόνου, πως πράγματι, ο Μ.Κ.2 είχε παραπονεθεί στις 10.01.2022, για τον μισθό του Δεκεμβρίου του 2021 και καμιά αναφορά κάνει για μισθό που να αφορά τον Νοέμβριο του 2021 ή για οποιαδήποτε αναλογία 13ου μισθού. Το ότι δε, αρχικά, ο Μ.Κ.2 παραπονείτο για τον μισθό του Δεκεμβρίου 2021 και μετέπειτα και για άλλους μισθούς (Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου του 2022), επιμαρτυρείται και από το τεκμήριο 4, που αφορά τις επιστολές που συντάχθηκαν από τον λειτουργό Γ.Χ. (ως φαίνεται) και επιχειρήθηκε ανεπιτυχώς, να παραδοθούν στην Κατηγορούμενη, τις οποίες επίσης η ίδια η Μ.Κ.1 κατέθεσε.
Βεβαίως, οφείλω να σημειώσω πως κατά την αντεξέταση της, ανέφερε πως το γεγονός πως ο Μ.Κ.2 διεκδικούσε (μεταξύ άλλων) μισθούς, πέραν του Νοεμβρίου του 2021, περιήλθε στην γνώση της μετέπειτα που η υπόθεση καταχωρήθηκε, εξ ου και δεν συμπεριλήφθηκαν στο κατηγορητήριο σχετικές με αυτό του το παράπονο κατηγορίες, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, οι εισφορές προς όφελος του Μ.Κ.2, στις κοινωνικές ασφαλίσεις, έφταναν μέχρι και την 30.11.2021, ημερομηνία που θεώρησε η ίδια, ως ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης του. Ήταν η θέση της πως εαν ο Μ.Κ.2 διαφωνούσε με αυτή τους την διαπίστωση, θα μπορούσε να αποταθεί ο ίδιος στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις για να αποφασιστεί το πότε προέκυψε, ο τερματισμός της απασχόλησης του. Και αυτή της η θέση ωστόσο, (ότι δηλαδή ενημερώθηκε μετά την καταχώρηση της παρούσας για το ακριβές παράπονο του Μ.Κ.2) στερείται οποιουδήποτε λογικού ερείσματος με γνώμονα το ότι, οι επιστολές που περιέχονται στο τεκμήριο 4, συντάχθηκαν στις 20.01.2021 και 14.03.2022 αντίστοιχα, δηλαδή σε χρόνο πολύ προγενέστερο, της καταχώρησης της παρούσας. Για να τις καταθέσει δε στην παρούσα διαδικασία, συνεπάγεται πως βρίσκονταν στην κατοχή της ή εν πάση περιπτώσει, στην κατοχή του Τμήματος στο οποίο υπηρετεί και το οποίο προωθεί την παρούσα.
Σε κάθε δε περίπτωση, προκαλεί τουλάχιστον έκπληξη το ότι, ενώ με βάση το περιεχόμενο των πιο πάνω επιστολών, η Κατηγορούμενη καλείτο από την κατηγορούσα αρχή, να απαντήσει στον ισχυρισμό του Μ.Κ.2 ότι δεν του καταβλήθηκε ο μισθός Δεκεμβρίου του 2021, ο 13ος μισθός του 2021 καθώς και χρηματική αποζημίωση για άδειες που δεν έλαβε (επιστολή ημερ. 20.01.2021), ως επίσης και με βάση το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 14.03.2022, πέραν των πιο πάνω, και μισθοί για τον Ιανουάριο και Φεβρουαρίου του 2022, λίγους μήνες μετά, η ίδια υπηρεσία, να αποφασίζει να προωθήσει την παρούσα ποινική υπόθεση, περιλαμβάνοντας αρχικά και κατηγορία, για μη πληρωμή του μισθού του Νοεμβρίου του 2021, για τον οποίο ο Μ.Κ.2, ουδέποτε υπέβαλε παράπονο. Κατά δεύτερο, προωθείται κατηγορία για μη καταβολή αναλογίας του 13ου του μισθού, η οποία ουδόλως ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο του τι ο Μ.Κ.2 είχε καταγγείλει.
Οι πιο πάνω θέσεις επομένως της Μ.Κ.1, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές καθότι δεν συνάδουν με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Σημειώνω παρενθετικά και επιπροσθέτως των πιο πάνω, πως παρότι στο παρών κατηγορητήριο, περιλαμβανόταν σχετική κατηγορία που αφορούσε παράλειψη πληρωμής μισθού, για τον μήνα Νοέμβριο του 2021, αυτή αναστάλθηκε μετά που η Μ.Κ.1 προσέφερε μαρτυρία και πριν ο Μ.Κ.2 δώσει την δική του καθότι ο τελευταίος, όταν ενημερώθηκε το τί η παρούσα πραγματεύεται ανέφερε ρητώς πως ουδέποτε υπέβαλε παράπονο για τον συγκεκριμένο μήνα, γεγονός το οποίο επανέλαβε και στην μαρτυρία του.
Σε σχέση με τα πιο πάνω, παρότι δεν θεωρώ πως η Μ.Κ.1 προέβη στις συγκεκριμένες αναφορές σκοπίμως και ψευδώς, ούτε και ότι σκοπός της γενικότερα ήταν να αναφέρει ψέματα στο Δικαστήριο αφού δεν έχει διαφανεί ή καταδειχθεί, η ίδια να έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης, δεν μπορώ να παραγνωρίσω και να μην προβώ σε διαπίστωση πως ο τρόπος με τον οποίο διερευνήθηκε το παράπονο του Μ.Κ.2, τoυλάχιστον σε ό,τι αφορά την ίδια, ήταν παντελώς πρόχειρος και τούτο διότι, πέραν από το ότι ήταν προφανές ποιο ήταν το ακριβές παράπονο του Μ.Κ.2, από το έντυπο υποβολής παραπόνου (τεκμήριο 1), αλλά και με βάση τα όσα είχε αναφέρει ως φαίνεται στον λειτουργό Γ.Χ. (βλ. τεκμήριο 4), είναι προφανές και από τα όσα άλλα ανέφερε η Μ.Κ.1 στην μαρτυρία της πως καμμιά ουσιαστική διερεύνηση ή ενέργεια έγινε από την ίδια, σε σχέση με την ουσία του παραπόνου του Μ.Κ.2, από όταν ανέλαβε και εντεύθεν. Και εξηγώ.
Καταρχάς, αποτέλεσε θέση της ίδιας της μάρτυρος, πως το παράπονο του Μ.Κ.2 το αντιμετώπισαν με βάση τα όσα ο ίδιος ανέφερε, χωρίς να ζητήσουν να τους προσκομίσει οποιοδήποτε στοιχείο. Πιο συγκεκριμένα, δεν ζητήθηκε ποτέ από τον Μ.Κ.2 να τους προσκομίσει κατάσταση αποδοχών, προκειμένου να διαπιστωθεί ποιος ήταν ο καθαρός του μισθός. Η ίδια θεώρησε, πως ο καθαρός μισθός του είναι αυτός των €4350 που της αναφέρθηκε, χωρίς να προβεί έστω σε μια υποτυπώδη έρευνα, μέσω του συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων, για να διαβεβαιώσει πως ο καθαρός μισθός που της είχε δηλωθεί, ήταν αυτός που είχε δηλωθεί από τον Μ.Κ.2. Εξέλαβε με λίγα λόγια ως δεδομένο, ό,τι ο Μ.Κ.2 ανέφερε. Και τούτο, παρά το ότι, είχε στοιχεία από τις κοινωνικές ασφαλίσεις, ως προς τον ακαθάριστο μισθό του Μ.Κ.2 και ως προς την κατάσταση εισφορών του στις κοινωνικές ασφαλίσεις και θα μπορούσε κάλλιστε ρωτώντας απλά το πιο πάνω Τμήμα, να επιβεβαιώσει εάν ο ακαθάριστος μισθός που της δηλώθηκε, είναι αυτός που δηλώθηκε και στο τμήμα κοινωνικών ασφαλίσεων. Ούτε και ρώτησε τον Μ.Κ.2 αν είχε στην κατοχή του οποιασδήποτε καταστάσεις αποδοχών.
Επίσης, δεν ρώτησε ποτέ τον Μ.Κ.2, ως η παραδοχή της ίδιας, εάν κατά την διάρκεια της εργοδότησης του στην Κατηγορούμενη, έλαβε οποιαδήποτε άδεια ανάπαυσης. Ως δικαιολογία για τις πιο πάνω παραλείψεις της, προέβαλε το ότι, η προσκόμιση των παραπάνω στοιχείων, είναι ως ανέφερε, υποχρέωση της εργοδοτικής πλευράς, με βάση τον Νόμο. Η πιο πάνω θέση της Μ.Κ.1, είναι παντελώς λανθασμένη και δεν αντέχει στην βάσανο της λογικής. Αποτελεί ευθύνη του κάθε λειτουργού, που διερευνά ένα παράπονο, να συλλέγει εκείνα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα, για να διακριβώσει καταρχάς, το βάσιμο του εν λόγω παραπόνου. Το ποιός θα προσκομίσει τα πιο πάνω στοιχεία, είναι παντελώς αδιάφορο και εν πάση περιπτώσει παντελώς ανεξάρτητο, με την ευθύνη που έχει ένας ερευνώντας λειτουργός, να διερευνήσει επιμελώς, ένα παράπονο.
Εκεί και όπου ο καταγγέλοντας δεν έχει στην κατοχή του τα στοιχεία που ζητούνται, επειδή για παράδειγμα πρόκειται για έγγραφα που είθισται να βρίσκονται στην κατοχή του εργοδότη, ζητούνται από τον τελευταίο, του οποίου μάλιστα τυχόν άρνηση, συνιστά με βάση τον Νόμο, ποινικό αδίκημα. Η δε εκ του νόμου, μετατόπισης του βάρους απόδειξης, σε ένα εργοδότη να αποδείξει πως έχει καταβάλει τους μισθούς για τους οποίους καταγγέλλεται πως δεν κατέβαλε, δεν απεμπολίζει την υποχρέωση ενός ερευνώντα λειτουργού, να διερευνήσει το παράπονο που έχει ενώπιον του, όπως λανθασμένα συγχέει η Μ.Κ.1. Εντύπωση, προκαλεί και το γεγονός πως παρότι η Μ.Κ.1 διερευνούσε ισχυρισμό (και) για μη πληρωμή αδειών στον Μ.Κ.2 και ενώ είχε στην κατοχή της (από κάποιο στάδιο και έπειτα) την σύμβαση εργοδότησης του Μ.Κ.2, δεν ανέφερε ποτέ να ρώτησε να ρωτήσει τον τελευταίο, εάν η εργασία του ήταν πενθήμερη ή εξαήμερη, για να καταλήξει στον αριθμό των νόμιμων ημερών, άδειας ανάπαυσης, που ανέφερε η εν λόγω σύμβαση, με δεδομένο το ότι αυτές, εκ του νόμου διαφέρουν αναλόγως του εάν πρόκειται για πενθήμερη ή εξαήμερη εργασία. Ούτε και ρώτησε τον Μ.Κ.2, πόσες άδειες θεωρούσε ο ίδιος ότι του οφείλονταν, προβαίνοντας στο παντελώς αυθαίρετο συμπέρασμα, πως στον Μ.Κ.2, οφειλόταν η πληρωμή 28 ημερών άδειας ανάπαυσης, εκλαμβάνοντας ως δεδομένο, ότι δικαιούτο 6 ημέρες άδειας το 2020 (ως μεταφερθείσες με βάση την σύμβαση εργοδότησης του), πλέον 22 ημέρες για το έτος 2021. Στην δε αντεξέταση της, δεν ήταν καν βέβαιη, εάν ο αριθμός των εκ του νόμου χορηγηθείσων αδειών, ήταν 22 ή 21, αναφέροντας εν τέλει πως είναι 21. Πάντως, ο Μ.Κ.2 στην δική του μαρτυρία, ανέφερε ρητώς πως ουδέποτε είπε είτε στην Μ.Κ.1, είτε σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, πως του οφειλόταν το ποσό που αντιστοιχεί σε 28 ημέρες άδειας και δεν γνώριζε γιατί, στις λεπτομέρειες της σχετικής κατηγορίας, αναφερόταν ο πιο πάνω αριθμός.
Ακόμη ωστόσο και τα πιο πάνω να της αναφέρονταν, η προχειρότητα με την οποία η Μ.Κ.1 εξέτασε το παράπονο του Μ.Κ.2, προκύπτει επιπλέον και από το ότι ο υπολογισμός στον οποίο προέβη, σε σχέση με το ποιο ποσό χρηματικής αποζημίωσης, αντιστοιχεί σε 28 ημέρες άδειας ανάπαυσης (βλ. τελευταία σελίδα τεκμηρίου 1-ενέργειες παραπόνου), είναι παντελώς αυθαίρετος και λανθασμένος, με δεδομένο το ότι ως φαίνεται, υπολογίστηκε με βάση, το ποσό των €4350 που της είχε δηλώσει ο Μ.Κ.2 ότι λάμβανε ως καθαρό μισθό, ενώ ως προκύπτει από την σύμβαση εργοδότησης του, αλλά και απ’ όσα ο ίδιος ανέφερε στην δική του μαρτυρία, ο μισθός του ήταν χαμηλότερος στην αρχή της εργοδότησης του και αυξανόταν σταδιακά, με τελευταία αύξηση τον Απρίλιο του 2021, οπότε κατά τον ίδιο λάμβανε ως καθαρό μισθό, €4350.
Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μου, σε σχέση με τον τρόπο που η Μ.Κ.1 και γενικότερα το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων, διερεύνησε το παράπονο του Μ.Κ.2, καθιστούν τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.1, τρωτά, σε βαθμό που κανένα συμπέρασμα να μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια, από τα όσα η ίδια ανέφερε και έχουν αμφισβητηθεί. Καθίσταται επομένως προφανές πως πέραν από αυτών που δεν αμφισβητούνται και έχω καταστήσει ευρήματα μου, τίποτε άλλο δεν γίνεται αποδεκτό από την μαρτυρία της. Εξάλλου, τα πλείστα σημεία, αφορούν θέσεις που της μεταφέρθηκαν από τον Μ.Κ.2 και άρα αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία, οι οποίες ούτε καν συνάδουν με τα όσα ο τελευταίος ανέφερε γραπτώς ή προφορικώς, αλλά και με τα όσα έγγραφα η ίδια η μάρτυρας κατέθεσε.
Στρεφόμενη στον Μ.Κ.2, σημειώνω πως μέρος της μαρτυρίας του, δεν έχει αμφισβητηθεί. Αυτό συνίσταται στο ότι είναι χρηματοοικονομικό στέλεχος και κατά την περίοδο 2020-2021 εργαζόταν στην Κατηγορούμενη, με καθήκοντα μεταξύ άλλων διευθύνοντα συμβούλου και διευθυντή της εταιρείας. Επίσης, ότι προσλήφθηκε από τον γιατρό, καρδιολόγο, Δρ. Σ.Χ. (Μ.Υ.2) ο οποίος ήταν ο δημιουργός της Κατηγορούμενης, σκοπός της οποίας ήταν η σύσταση ιδιωτικής κλινικής, την οποία θα διηύθυνε ο Μ.Κ.2 σε συνεργασία με τον Μ.Υ.2. Επίσης ότι για την εργοδότηση του υπεγράφη σύμβαση εργοδότησης ως το τεκμήριο 3 και πως με βάση αυτήν ο μηνιαίος μισθός του θα ανήρχετο σε €10.000 από μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο και μετέπειτα και όταν θα μπορούσε να λειτουργήσει η υπό δημιουργία κλινική ως επίσης ότι οι αποδοχές του για τους πρώτους 2-3 μήνες, ήταν στα €4250 μεικτά και μετά αυξανόταν σε €5.500 μεικτά μέχρι και τον Απρίλιο του 2021 που θα λειτουργούσε η κλινική, η οποία εν τέλει δεν λειτούργησε.
Επιπρόσθετα, ότι στις 27.09.21, είχε συγκληθεί έκτακτη γενική συνέλευση, κατά την διάρκεια της οποίας αποφασίστηκε μεταξύ άλλων όπως ο Μ.Κ.2 παύσει να δεσμεύει την Κατηγορουμένη και όπως την διεύθυνση της αναλάβει, ο δικηγόρος της τελευταίας και η εταιρεία K.A.M.P.O Nominees Ltd, συμφερόντων του εν λόγω δικηγόρου, παρόλο που μέχρι τότε, ήταν ο ίδιος που διηύθυνε τόσο ουσιαστικά της Κατηγορούμενη. Τέλος, δεν έχει αμφισβητηθεί, ότι είχαν καταβληθεί προς όφελος του, εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων, μέχρι και τις 30.11.2021. Τα πιο πάνω αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου.
Τώρα, σε σχέση με την ουσία του παραπόνου του Μ.Κ.2, παρατηρώντας τον τελευταίο να καταθέτει και αντιπαραβάλλοντας την μαρτυρία του με την λοιπή μαρτυρία, διαπιστώνω πως αυτή, διακατέχεται σε πολλά σημεία της από υπερβολές, αντιφάσεις και θέσεις που στερούνται λογικής. Η εικόνα που έχω αποκομίσει από τον Μ.Κ.2 δεν είναι θετική και είμαι πεπεισμένη πως δεν έχει αναφέρει στο Δικαστήριο, όλη την αλήθεια. Επομένως, δεν προτίθεμαι να αποδεχτώ την μαρτυρία του, εκτός όπου πρόκειται για γεγονότα που δεν έχουν αμφισβητηθεί ή για γεγονότα που συνάδουν με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Εξηγώ πιο κάτω τους λόγους καθώς και το μέρος εκείνο της μαρτυρίας που αποδέχομαι, καθώς και τους λόγους που το πράττω, όπως και το αντίθετο.
Αποτέλεσε θέση του Μ.Κ.2 πως μετά την συνέλευση που συγκλήθηκε στις 27.09.2021 και την αλλαγή στην δομή της εταιρείας, ρώτησε εάν παραμένει ως διευθυντής και έλαβε θετική διαβεβαίωση και πως για την απόλυση του, ενημερώθηκε, μήνες μετά και συγκεκριμένα τον Απρίλιο του 2022 όταν ενημερώθηκε από τον λειτουργό Γ.Χ. πως στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εισφορές φαίνονταν μέχρι τον Νοέμβριο του 2021. Όταν ερωτήθηκε πως γίνεται να ενημερώθηκε τον Απρίλιο του 2022 για την απόλυση του και να υπέβαλε παράπονο στις 10.01.2022, αποτέλεσε θέση του πως όταν υπέβαλε παράπονο στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων, δεν είχε αναφέρει πως απολύθηκε. Πράγματι, στο έντυπο υποβολής του παραπόνου του, ο Μ.Κ.2 δεν αναφέρει πουθενά πως απολύθηκε αφού ό,τι αναφέρει είναι πως δεν του καταβλήθηκε ο μισθός του για τον μήνα Δεκέμβριο του 2021, θέση την οποία αποδέχομαι (ως προς το ότι δεν αναφέρθηκε σε απόλυση του) αφού τούτο επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο 1. Παρόλα αυτά, η πιο πάνω θέση του, είναι προβληματική και δημιουργεί αμφιβολίες, ως προς την φιλαλήθεια της, αφού ναι μεν, ο Μ.Κ.2 δεν αναφέρεται στις 10.01.2022 σε απόλυση του, πλην όμως διεκδικεί χρηματική αποζημίωση για άδειες που δεν έλαβε από την 01.07.2020 μέχρι και το τέλος του 2021. Εάν λοιπόν δεν ήταν υπόψη του το γεγονός ότι απολύθηκε, γιατί τότε απαιτούσε χρηματική αποζημίωση, αντί να λάβει κανονικά, τις άδειες που δικαιούτο να λάβει. Πουθενά στην σύμβαση εργοδότησης του (το περιεχόμενο της οποίας φάνηκε να γνώριζε πολύ καλά) δεν περιλαμβανόταν πρόνοια για πληρωμή τυχόν αδειών που δεν χρησιμοποίησε, έτσι που να καταφαίνεται πως κατά τις 10.01.2022 που υπέβαλε το παράπονο του, να γνώριζε πολύ καλά, πως είχε τεθεί εκτός της υπηρεσίας της Κατηγορούμενης εξ ου και απαιτούσε χρηματική αποζημίωση, για τις επίδικες άδειες.
Περιπλέον των πιο πάνω, σύμφωνα με τον ίδιο, με τον Μ.Υ.2 που ήταν και ο «μεγαλομέτοχος» της Κατηγορουμένης, διατηρούσαν άριστες και φιλικές σχέσεις. Τέτοια μάλιστα, ανέφερε ο Μ.Κ.2 ήταν η σχέση τους που παρότι με βάση το συμβόλαιο εργοδότησης του, θα μπορούσε να διεκδικήσει πολλές παραπάνω από ένα μισθό, αποζημιώσεις, εντούτοις δεν το έπραξε διότι δεν θα έκανε «ποτέ τέτοιο πράγμα» στον Μ.Υ.2 και επιπλέον τα χρήματα, δεν ήταν αυτοσκοπός. Προκαλεί πραγματικά εντύπωση το πώς γίνεται, ενώ η σχέση μεταξύ των δύο ήταν τέτοιας εκτίμησης και τόσο στενή, ο Μ.Κ.2 να παρέμενε καταρχάς απλήρωτος από τον Δεκέμβριο του 2021 (ως το αρχικό παράπονο του) έως τον Απρίλιο του 2022 (ως μετεγενέστερα διαμορφώθηκε) και να μην όχλησε ποτέ τον Μ.Υ.2 και να διεκδικήσει αν μη τι άλλο, τους οφειλόμενους μισθούς του. Υπενθυμίζω ότι, με βάση την μαρτυρία (και) του ιδίου, εμπλεκόμενοι στα της διεξαγωγής των εργασιών της Κατηγορούμενης, ήταν ο ίδιος και ο Μ.Υ.2 και κανείς άλλος, πέραν από τον νομικό της σύμβουλο.
Εντύπωση επίσης προκαλεί και το ότι, ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να απαντήσει το απλούστατο ερώτημα που του τέθηκε στην κυρίως εξέταση του, ως προς το μέχρι πότε, παρείχε υπηρεσίες στην Κατηγορούμενη. Ήταν εμφανής η ταραχή του, όταν του τέθηκε το πιο πάνω απλούστατο ερώτημα, το οποίο δεν κατόρθωσε εν τέλει να απαντήσει, αφού στην προσπάθεια του να αποφύγει την ερώτηση, προσπάθησε να στρέψει την απάντηση του αλλού. Παραθέτω αυτούσιο το απόσπασμα από τα πρακτικά του Δικαστηρίου, σε σχέση με τα πιο πάνω, το οποίο ομιλεί αφ’ εαυτού.
«E Εσείς μέχρι πότε παρείχατε τις υπηρεσίες σας, εις τη συγκεκριμένη εταιρεία.
A. Κοιτάξετε, αν ισχύει αυτό που έχω ακούσει ότι απολύθηκα... μου έχουν πει ότι απολύθηκα τον Σεπτέμβριο μετά τη Γενική Συνέλευση, κάτι τέτοιο δεν ισχύει, όχι μόνο γιατί δεν απολύθηκα ούτε στα λόγια, ούτε στα χαρτιά, ούτε καν ηλεκτρονικά. Δεν έχω λάβει ποτέ κάτι σχετικό, αλλά πέρα από αυτό, τον Δεκέμβριο του 2021, εγώ είμαι φερόμενος να υπογράφω επιταγές, επιταγή της εταιρείας μαζί με τον κύριο Χ"Στυλλή, όπως δείχνει και το bank statement της τράπεζας, αλλά και η ανάλογη επιταγή που υπήρχε θα ήθελα να το υποβάλω.»
Προς επίρρωση της πιο πάνω θέσης του, ο Μ.Κ.2 επικαλέστηκε ηλεκτρονικό μήνυμα (τεκμήριο 9) το οποίο απέστειλε στην εταιρεία Κ.A.M.P.O Nominees Ltd, στις 22.12.2021, η οποία τον δεδομένο χρόνο εκτελούσε χρέη διευθυντή, ως επίσης και κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορούμενης (τεκμήριο 8), από την οποία εκδόθηκε συγκεκριμένη επιταγή (φωτοαντίγραφο της οποίας επίσης κατατέθηκε-βλ. Τεκμήριο 8 2η σελίδα), τον Δεκέμβριο του 2021, την οποία ως αποτυπώνεται στα πρακτικά, ισχυρίστηκε πως την υπέγραψε και ο ίδιος.
Σε σχέση με το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, το οποίο πράγματι φαίνεται να στάλθηκε στην πιο πάνω εταιρεία, θέση την οποία αποδέχομαι, αφού επιβεβαιώνεται από το πιο πάνω τεκμήριο, παρατηρώ καταρχάς, πως όντως, ο Μ.Κ.2 θέτει ως θέμα προς συζήτηση (μεταξύ άλλων) την πληρωμή του 13ου μισθού του. Οφείλω ωστόσο να παρατηρήσω πως προκαλεί ερωτηματικά το γεγονός ότι το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, φαίνεται να στάλθηκε στις 22.12.2021 χωρίς σε αυτό καταρχάς, να υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά, σε μη πληρωμή του 12ου καταρχάς μισθού του Μ.Κ.2. Ενώ δηλαδή ισχυρίζεται ο Μ.Κ.2 πως δεν είχε λάβει καν τον μισθό του Δεκεμβρίου του 2021, απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στις 22.12.2021, ζητώντας τον 13ο μισθό του, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε αναφορά για τον μισθό του Δεκεμβρίου 2021, ο οποίος χρονικά και λογικά, προηγείται του 13ου του μισθού. Επίσης, για άγνωστους λόγους (αφού δεν αναδείχθηκε στην αντεξέταση του), το πιο πάνω μήνυμα, δεν φαίνεται να κοινοποιείται στον Μ.Υ.2 (όπως συνέβαινε με άλλη αλληλογραφία που είχαν ανταλλάξει, βλ. σχετικά τεκμήριο 10), ο οποίος κατά την θέση του ίδιου του Μ.Κ.2 ήταν συνυπογράφων του τραπεζικού λογαριασμού της Κατηγορουμένης μαζί με τον ίδιο και άρα το πρόσωπο, που θα υπέγραφε την επιταγή που θα έπρεπε να λάβει, για ό,τι εκείνος απαιτούσε. Επί τούτου, παρεμβάλλω για να αναφέρω και το εξής.
Προκειμένου να πείσει το Δικαστήριο ο Μ.Κ.2 πως εργαζόταν στην Κατηγορουμένη και τον Δεκέμβριο του 2021, ανέφερε πως συνυπέγραφε επιταγές της τελευταίας, καταθέτοντας μάλιστα συγκεκριμένη επιταγή που φέρει ημερομηνία πληρωμής την 15.12.2021, ώστε να πείσει, πως ευρίσκετο τον δεδομένο χρόνο στην υπηρεσία της Κατηγορουμένης. Και εδώ είναι, που τίθεται το εξής ερώτημα. Εάν πράγματι κατά τον Δεκέμβριο του 2021 είχε την εξουσία να εκδίδει επιταγές από τον τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορουμένης, γιατί τότε δεν το έπραξε και σε ό,τι αφορούσε την καταβολή των δεδουλευμένων του και οποιουδήποτε άλλου ποσού αξίωνε ως ωφέλημα ή άλλως πως δεδουλευμένα;
Συναφώς δε με τα πιο πάνω, παρατηρώ και τα ακόλουθα. Σε σχέση με το φωτοαντίγραφο της επιταγής που κατέθεσε ο ίδιος ο Μ.Κ.2, αρχικά ήταν η θέση του πως ο ίδιος συνυπέγραψε μαζί με τον Μ.Υ.2 την συγκεκριμένη επιταγή η οποία φέρει ως ημερομηνία έκδοσης της 15.12.2021 και ως προκύπτει από το τεκμήριο 8, εξαργυρώθηκε στις 23.12.2021. Ήταν μάλιστα κάθετος σε σχέση με την πιο πάνω θέση του, παραπέμποντας στο τεκμήριο 8, ότι το τελευταίο αποδείκνυε πως ήταν συνυπογράφων της, χωρίς ωστόσο να γίνει κατανοητό, πως το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου, επιμαρτυρεί ως γεγονός πως ο Μ.Κ.2 υπέγραψε την συγκεκριμένη επιταγή. Εν πάση περιπτώσει και ανεξάρτητα με τα πιο πάνω, κατά την αντεξέταση του, διαφοροποιούσε την θέση του κατά που τον βόλευε, λέγοντας άλλοτε πως συνυπέγραψε την εν λόγω επιταγή και άλλοτε πως δεν την υπέγραψε. Ανέφερε μάλιστα σε κάποιο σημείο πως στο φωτοαντίγραφο της επιταγής που κατέθεσε, δεν φαίνεται μεν και η δική του υπογραφή, αφού την επιταγή την υπέγραψε (και) ο ίδιος, μετά που έλαβε την συγκεκριμένη φωτογραφία. Για ποιο λόγο ωστόσο θεώρησε σκόπιμο να φωτογραφήσει την συγκεκριμένη επιταγή, δεν είναι πλήρως κατανοητό.
Σε σχέση με τις άδειες τις οποίες δεν πληρώθηκε, κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε πως αυτές αφορούν το έτος 2020 (αναλογία) και το έτος 2021, για τις οποίες πράγματι, προκύπτει από το τεκμήριο 1, πως αποτέλεσαν αντικείμενο του παραπόνου του. Στην αντεξέταση του σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα, ερωτώμενος εάν κατά την διάρκεια αυτών των δύο ετών, έλαβε σε οποιαδήποτε στιγμή άδεια, ανέφερε πως είχε λάβει 5 ημέρες άδειας, σχεδόν μιας εβδομάδας με το Σαββατοκυρίακο, τον Αύγουστο του 2021 και επί τούτου είχε ενημερώσει την εργοδοτική πλευρά με ηλεκτρονικό μήνυμα (τεκμήριο 10). Πέραν αυτών, συνέχισε, καμιά άλλη άδεια ανάπαυσης είχε λάβει και όταν λάμβανε άδεια, πάντοτε το γνωστοποιούσε γραπτώς. Το γιατί ωστόσο απέκρυψε το γεγονός αυτό, τόσο κατά την υποβολή του παραπόνου του, όσο και κατά την κυρίως εξέταση του, παραμένει άγνωστο, όταν μάλιστα, ήταν ο μοναδικός διευθυντής της Κατηγορούμενης, μέχρι και τις 27.09.2021, γεγονός το οποίο φαίνεται, επίσης να απέκρυψε τόσο από την Μ.Κ.1 όσο και από τον Γ.Χ.. Η παράλειψη του αυτή, μόνο αθώα θεωρώ δεν ήταν, αφού εάν γνωστοποιούσε το πιο πάνω στους λειτουργούς που εξέταζαν το παράπονο του, θα βρισκόταν στην δύσκολη θέση,να πρέπει να προσκομίσει ο ίδιος στοιχεία σε σχέση με το παράπονο του, με δεδομένο το ότι ήταν, μέχρι και τις 27.09.2021 ο κατά νόμο υπεύθυνος της Κατηγορούμενης και άρα το μοναδικό πρόσωπο που θα μπορούσε να προσκομίσει λ.χ. τις καταστάσεις αποδοχών του, από τις οποίες θα εμφαίνετο εάν και πότε είχε λάβει, οποιαδήποτε άδεια ή εάν ποτέ δεν έλαβε ή καταστάσεις μισθοδοσίας για τους μισθούς που έλαβε μέχρι εκείνη την ημερομηνία.
Άγνωστο επίσης παραμένει και το εάν οι ημέρες που απουσίαζε από την εργασία του, για σκοπούς μετάβασης του στην Ελλάδα για οικογενειακούς και άλλους, πέραν των εργασιών της Κατηγορουμένης, επαγγελματικούς σκοπούς, ως ο ίδιος παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του, ήταν σε εργάσιμες ημέρες ή όχι, αφού απέφευγε επιμελώς, να διευκρινίσει το ζήτημα. Σημειώνω πως επί τούτου, κατά την αντεξέταση του, ερωτήθηκε πόσες άδειες δικαιούτο κατά τον ίδιο να λάβει, με βάση τη σύμβαση εργοδότησης του, με τον ίδιο να αναφέρει πως πρόκειται για τις νόμιμες και επιπλέον 6 ημέρες που μπορούσε να μεταφέρει από συσσωρευμένη κατά το περασμένο έτος, άδεια, που δεν είχε λάβει, χωρίς να γνωρίζει με ακρίβεια, αφού ποτέ δεν τον απασχόλησε το ζήτημα της άδειας και δεν είχε σταθεί ποτέ στο πόσες άδειες δικαιούτο να λάβει. Ήταν βέβαιος πάντως, πως ποτέ δεν ανέφερε ο ίδιος ότι του οφείλονται συγκεκριμένα 28 ημέρες και υπέθεσε πως τούτο ήταν συμπέρασμα των λειτουργών που διερευνούσαν το παράπονο του. Και η ως άνω θέση του είναι προβληματική και δεν πείθει αφού, το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος το οποίο κατέθεσε κατά την αντεξέταση του, προκειμένου να πείσει πως για οποιαδήποτε άδεια λάμβανε, ενημέρωνε γραπτώς, δεν ανταποκρίνεται ακριβώς στα όσα είπε ή εν πάση περιπτώσει, δεν ενέχει την αποδεικτική αξία που ο ίδιος προσπάθησε να του αποδώσει. Με βάση το περιεχόμενο του εν λόγω μηνύματος (τεκμήριο 10), ο Μ.Κ.2 φαίνεται να εύχεται στους αποστολείς του, καλές διακοπές, ευχόμενος να βρουν χρόνο για ξεκούραση, αναφέροντας παρεμπιπτόντως, πως θα λείψει και ο ίδιος μια εβδομάδα για να συναντήσει την οικογένεια του.
Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μου, σε σχέση με την μαρτυρία του Μ.Κ.2, έχουν κλονίσει συθέμελα την αξιοπιστία του και επομένως απορρίπτω την μαρτυρία του, ως μαρτυρία αναξιόπιστη, πλην του μέρους που δεν έχει αμφισβητηθεί και έχω ήδη καταστήσει ως ευρήματα μου ή των σημείων εκείνων που ρητά αναφέρομαι πως αποδέχομαι.
Στρεφόμενη στην μαρτυρία του Μ.Υ.1, σημειώνω καταρχάς, πως την μαρτυρία του την έχω αντικρύσει με ιδιαίτερη προσοχή και επιφυλακτικότητα, μιας και πρόκειται για πρόσωπο, επαγγελματικά συνδεδεμένο, με τους δικηγόρους της Κατηγορουμένης, οι οποίοι τυγχάνει, να εμπλέκονται με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, στα της λειτουργίας της Κατηγορουμένης ή και στην προώθηση των συμφερόντων της. Οφείλω ωστόσο από την άλλη να παρατηρήσω, πως η μαρτυρία του, δεν έχει επί της ουσίας αμφισβητηθεί και ούτε ως Δικαστήριο αποκόμισα αρνητική εντύπωση από τον ίδιο. Τουναντίον, κρίνω ότι η μαρτυρία του είναι αξιόπιστη μαρτυρία, αφού σε καμιά αντίφαση περιέπεσε, ούτε και προσπάθησε να μεταφέρει γεγονότα, που ενδεχομένως να ήταν προς όφελος της Κατηγορούμενης. Περιορίστηκε στο να αναφερθεί επί ζητημάτων που κατά τον ίδιο είχε γνώση, ενώ για οτιδήποτε άλλο ερωτείτο και δεν γνώριζε, ανέφερε ευθέως πως δεν μπορούσε να τοποθετηθεί, ούτε και να εκφέρει άποψη για ζητήματα που δεν γνώριζε.
Σημειώνω επίσης, πως η αντεξέταση του, περιορίστηκε σε μεγάλο βαθμό, σε διευκρινιστικής φύσεως ερωτήσεις, χωρίς σε κανένα σημείο να του υποβληθεί πως οτιδήποτε εκ των όσων ανέφερε, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το γεγονός βέβαια ότι δεν αμφισβητήθηκαν τα όσα είπε, δεν εξαλείφει αυτόματα την υποχρέωση που έχει το Δικαστήριο να προβεί σε αξιολόγηση τους για να διαπιστώσει εάν αυτά, συνάδουν λογικά και αντικατοπτρίζουν την αλήθεια, αντιπαραβαλλόμενα με την υπόλοιπη μαρτυρία. Προβαίνοντας στην διεργασία αυτή, βρίσκω ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.1, συνάδει σε μεγάλο βαθμό, με την έγγραφη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί και συνεπώς την αποδέχομαι ως αξιόπιστη μαρτυρία, με εξαίρεση τα όσα καταγράφω πιο κάτω και για τους λόγους που εξηγώ.
Προτού αναφέρω το μέρος εκείνο που δεν αποδέχομαι, σημειώνω πως επί των όσων ο Μ.Υ.1 ανέφερε, το ότι στις 27.09.2021, είχε συγκληθεί έκτακτη γενική συνέλευση της Κατηγορούμενης, αποτελεί ήδη, εύρημα του Δικαστηρίου. Το ότι δε αυτή συγκαλέστηκε, κατά παράκληση του Μ.Υ.2, επιμαρτυρείται από το ίδιο το περιεχόμενο του τεκμηρίου 12, το οποίο κατατέθηκε στο πλαίσιο της αντεξέτασης του Μ.Κ.2, αφού εκεί ρητώς ζητείται από τον Μ.Κ.2 να προχωρήσει σε σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης, κατά παράκληση του Μ.Υ.2 και ως το περιεχόμενο της επιστολής που επισυνάπτεται, το περιεχόμενο βέβαια της οποίας δεν είναι γνωστό στο Δικαστήριο μιας και δεν κατατέθηκε, ούτε και ζητήθηκε να προσκομιστεί. Περιπλέον, αποτέλεσε θέση την οποία και ο ίδιος ο Μ.Κ.2 αποδέχθηκε, όπως επίσης αποδέχθηκε και το ότι ο Μ.Υ.1, παρίστατο στην εν λόγω συνέλευση για σκοπούς τήρησης πρακτικών.
Το ότι επίσης παρόντες στην συνέλευση ήταν και ο δικηγόρος της Κατηγορουμένης, ως επίσης και ο Μ.Κ.2 και ο Μ.Υ.2, επίσης αποτέλεσε θέση την οποία είχε αποδεχθεί ο Μ.Κ.2. Το ότι επίσης, κατά την εν λόγω γενική συνέλευση, γνωστοποιήθηκε στον Μ.Κ.2 ότι δεν θα υπέγραφε πλέον για λογαριασμό της εταιρείας, ήταν γεγονός που και ο ίδιος ο Μ.Κ.2, παραδέχθηκε, κατά την αντεξέταση του, όταν του υπεβλήθη πως η υπηρεσία του τερματίστηκε κατά την εν λόγω συνέλευση. Το γεγονός αυτό επιπλέον, τείνει να ενισχύεται και από το τεκμήριο 17 που κατατέθηκε από τον Μ.Υ.2, το οποίο αφορά αντίγραφο (άλλων) πρακτικών συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της Κατηγορούμενης, σε σχέση με την διαχείριση του τραπεζικού λογαριασμού της τελευταίας, όπου με βάση το περιεχόμενο της, γνωστοποιείται στην συγκεκριμένη Τράπεζα, πως για τον τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορουμένης, θα υπέγραφε πλέον μόνο ο Μ.Υ.2.
Το ότι δε, κατά την εν λόγω συνέλευση, είχε γνωστοποιηθεί στον Μ.Κ.2 πως τερματίζεται η υπηρεσία του στην Κατηγορούμενη, είναι γεγονός το οποίο ο τελευταίος αμφισβήτησε, αποδίδοντας το σε ψεύδος. Aποτέλεσε θέση του τελευταίου πως όταν του γνωστοποιήθηκε ότι «δεν θα δέσμευε την εταιρεία», ρώτησε εάν παραμένει ως διευθυντής και έλαβε θετική απάντηση. Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε προς επίρρωση της πιο πάνω θέσης του, αντίγραφα πρακτικών της εν λόγω συνεδρίας, τα οποία συνέταξε ο ίδιος, από τα οποία ως ανέφερε, προκύπτει ότι κατά εκείνη την ημερομηνία, είχε αποφασιστεί η παύση του Μ.Κ.2, από τη θέση του συμβούλου της Κατηγορουμένης. Το γεγονός δε, ότι ο Μ.Κ.2 έπαψε να αποτελεί σύμβουλο της Κατηγορουμένης, υπό την έννοια του αξιωματούχου της, υποστηρίζεται από το τεκμήριο 2 που αφορά αντίγραφο των διευθυντών και γραμματέων της Κατηγορουμένης, αφού σε αυτό προκύπτει, να είχε διοριστεί στην θέση του διευθυντή της τελευταίας, η εταιρεία K.A.M.P.O Nominees Ltd, στις 27.09.2021, εις αντικατάσταση του Μ.Κ.2, ο οποίος εκτελούσε τέτοια χρέη, μέχρι και την εν λόγω ημερομηνία, γεγονός το οποίο και ο τελευταίος, αποδέχθηκε κατά την αντεξέταση του. Το ερώτημα που προκύπτει, είναι εάν τα πιο πάνω, συνεπάγονται και τερματισμό της απασχόλησης του Μ.Κ.2 ως εργοδοτούμενου της.
Είμαι της άποψης ότι, τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί να ασφάλεια, ακόμη και εάν η αντίληψη, από μέρους της Κατηγορουμένης, ήταν ότι οι υπηρεσίες του Μ.Κ.2 στην τελευταία, τερματίζονται γενικώς. Ούτε και δύναμαι να προβώ σε τέτοιο εύρημα, ως προς το πότε δηλαδή, με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, επήλθε τερματισμός της απασχόλησης, ή εάν αυτός ήταν νόμιμος ή όχι, αφού πρόκειται για ζητήματα που εκφεύγουν του δικαιοδοτικού μου πλαισίου και εμπίπτουν αμιγώς, στο δικαιοδοτικό πλαίσιο ειδικότερου Δικαστηρίου, ήτοι του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, με δεδομένη την εκ διαμέτρου θέση που έχει προωθηθεί, από την Μ.Κ.1, τον Μ.Κ.2 αλλά και την Κατηγορούμενη ως προς το ζήτημα αυτό. Ό,τι εδώ ενδιαφέρει, είναι εάν ο Μ.Κ.2, δικαιούτο να λάβει τον μισθό που το παρών κατηγορητήριο πραγματεύεται και την χρηματική αποζημίωση που αντιστοιχεί στην άδεια αναπαύσεως που κατ’ ισχυρισμό δεν έλαβε για τα έτη 2020 και 2021, κατά τις 30.11.2021 και εάν εν τέλει τα έλαβε ή όχι.
Επομένως, αποδέχομαι μεν τη θέση του Μ.Υ.1, πως κατά την 27.09.2021, είχε γνωστοποιηθεί στον Μ.Κ.2, πως παύεται από σύμβουλος της Κατηγορούμενης και αντικαθίσταται, δεν αποδέχομαι δε, ότι δυνάμει της παραπάνω απόφασης της Κατηγορουμένης, του γνωστοποιήθηκε και ο τερματισμός της απασχόλησης του ως εργοδοτούμενου της, αφού πρόκειται για δύο διακριτά μεταξύ τους ζητήματα. Καμμιά βαρύτητα δε, αποδίδω (α) στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 14, που αφορά τα πρακτικά που ως ο Μ.Υ.1 ανέφερε πως τηρήθηκαν στην εν λόγω συνεδρία και δεν αποδέχομαι τη θέση του Μ.Υ.1 πως αυτά προσφέρθηκαν στον Μ.Κ.2 και αρνήθηκε να τα υπογράψει και να λάβει αντίγραφο, με δεδομένο το ότι, οι πιο πάνω θέσεις, ουδέποτε τέθηκαν προς τον Μ.Κ.2, προκειμένου να απαντήσει και να θέσει τη θέση του. Ό,τι του είχε υποβληθεί σε σχέση με τα πιο πάνω, είναι ότι τα πρακτικά της εν λόγω συνεδρίας, του είχαν σταλεί με ιδιώτη επιδότη και αρνήθηκε να τα παραλάβει, θέση που πόρρω απέχει απ’ ότι ο Μ.Υ.1 ανέφερε. Επίσης, του υποδείχθηκαν έγγραφα τα οποία δεν αναγνώρισε, χαρακτηρίζοντας τα ως πρόχειρα και μη υπογεγραμμένα, τα οποία ωστόσο δεν κατατέθηκαν προς αναγνώριση, έτσι ώστε το Δικαστήριο να γνωρίζει, εάν αυτά που του υποδείχθηκαν, είναι αυτά που κατατέθηκαν ως τεκμήριο 14.
Για τους ίδιους λόγους, δεν αποδέχομαι επίσης την θέση του Μ.Υ.1 πως όταν γνωστοποιήθηκε στον Μ.Κ.2 η παύση του, ο τελευταίος ανέφερε τις φράσεις «αν και το περίμενα», «εκπλήσσομαι» «αλλά το αντιλαμβάνομαι γιατί το κάνεις τούτο», ως επίσης ότι, παρά τον κατ’ ισχυρισμό τερματισμό της εργοδότησης του Μ.Κ.2 στις 27.09.21, ο τελευταίος συνέχισε «να έχει υποθέσεις» με την Κατηγορούμενη, αφού πρόκειται για αναφορές που επίσης, ουδέποτε τέθηκαν στον Μ.Κ.2.
Οι πιο πάνω μη αποδεκτές θέσεις του Μ.Υ.1 δεν άπτονται της γενικότερης αξιοπιστίας των ισχυρισμών του, αλλά καθίστανται ως μη αποδεκτές θέσεις, με αποκλειστικό γνώμονα, το ότι, η υπεράσπιση παρέλειψε να θέσει τις συγκεκριμένες θέσεις που προώθησε, μέσω του Μ.Υ.1.
Με εξαίρεση συνεπώς τα όσα πιο πάνω ρητώς αναφέρω πως δεν αποδέχομαι, η υπόλοιπη μαρτυρία του Μ.Υ.1, γίνεται αποδεκτή και τα όσα έχουν γίνει αποδεκτά, αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου.
Στρεφόμενη στον Μ.Υ.2, αναφέρω ευθύς εξ αρχής, πως η μαρτυρία του με έχει προβληματίσει. Ενώ δηλαδή, δεν έχει προκαλέσει την αρνητική εντύπωση που προκάλεσε ο Μ.Κ.2 και ενώ ο λόγος του είχε συνοχή, με κάποια σημεία της μαρτυρίας του να επιβεβαιώνονται είτε από άλλη μαρτυρία που έχω αποδεχθεί, είτε από τα παραδεκτά γεγονότα, εντούτοις υπάρχουν σημεία τα οποία δεν συνάδουν λογικά, με τις θέσεις που προώθησε ή ουδέποτε τέθηκαν στον Μ.Κ.2, έτσι που να μην αισθάνομαι ασφάλεια, να στηριχτώ στην μαρτυρία του για να εξαγάγω οποιαδήποτε ευρήματα και δη, ως προς το ότι η εργοδότηση του Μ.Κ.2, τερματίστηκε κατά την 27.09.2021.
Καταρχάς, η θέση αυτή, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, για τους ίδιους λόγους που έχω εξηγήσει κατά την αξιολόγηση του Μ.Υ.1. Περιπλέον όμως τούτων, η πιο πάνω θέση με έχει προβληματίσει, υπό την έννοια του πώς γίνεται να διακόπηκε η συνεργασία (ως εργοδότη και εργοδοτούμενου) της Κατηγορούμενης με τον Μ.Κ.2 περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2021 και ο τελευταίος να φέρεται τον Δεκέμβριο του 2021, να έχει στην κατοχή του επιταγή της πρώτης με φερόμενη ημερομηνία πληρωμής την 15.12.2021 (ως η όψη της εν λόγω επιταγής) και να αποστέλλει ηλεκτρονικό μήνυμα, που να αφορά ζητήματα τα οποία είναι συνυφασμένα με την λειτουργία της Κατηγορούμενης. Για τα πιο πάνω, καμμιά εξήγηση δόθηκε που να μπορεί να δικαιολογήσει ή να καταστήσει εύλογη της ως άνω θέση, υπό τα παραπάνω δεδομένα. Επαναλαμβάνω πως επί τούτου, ο Μ.Υ.2 καμμιά αναφορά έκανε και τίποτε δεν ρωτήθηκε, ούτε από τον συνήγορο που τον κάλεσε, στην κυρίως εξέταση του, όπως ούτε και από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής στην αντεξέταση του. Από την άλλη όμως, δεν μπορώ να παραγνωρίσω το ότι, η πιο πάνω θέση, ελλείψει οποιασδήποτε περαιτέρω αναφοράς, στερείται από μόνη της λογικής, λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη και το ότι, ενώ η συνεργασία της Κατηγορουμένης με τον Μ.Κ.2 διακόπηκε στις 27.09.2021 οριστικά, ο τελευταίος φαίνεται να εξακολουθούσε να λαμβάνει πληρωμές από την πρώτη, σε μηνιαία μάλιστα βάση, 3 σχεδόν μήνες μετά.
Για τις πληρωμές αυτές, η θέση του Μ.Υ.2 ήταν ότι αφορούσαν μισθό που καταβλήθηκε ως αποζημίωση, 13ο μισθό και άδειες που έλαβε αλλά τις πληρώθηκε. Αφού λοιπόν, κατά την θέση του Μ.Υ.2, δόθηκαν μετά την 27.09.2021, ένας επιπλέον μήνας μισθού ως αποζημίωση, ως επίσης 13ος μισθός εις ολόκληρο καθώς και ακόμη ένας μισθός για τυχόν άδειες που δεν έλαβε, γιατί τα παραπάνω δεν δόθηκαν εφάπαξ ως θα ήταν λογικώς αναμενόμενο (με δεδομένο το ότι ως ο ισχυρισμός του, η συνεργασία τους διακόπηκε στις 27.09.2021) και δίδονταν στις αρχές κάθε επόμενου μήνα, με τον ίδιο τρόπο που συνηθιζόταν να καταβάλλετο, ο μηνιαίος μισθός του Μ.Κ.2; Ούτε και τα πιο πάνω έχουν αποτελέσει αντικείμενο της αντεξέτασης ή της κυρίως εξέτασης του Μ.Υ.2, πλην όμως η παράλειψη αμφοτέρων, δεν μπορεί να αποτελέσει παράγοντα, παραγνωρισμού του παράλογου που ενέχει η πιο πάνω θέση, υπό τα ως άνω δεδομένα.
Επιπλέον, πως είναι δυνατόν, να δίδεται ένας ολόκληρος μισθός ως χρηματική αποζημίωση αδειών, που κατά τη θέση του ίδιου του Μ.Υ.2, ο Μ.Κ.2 είχε χρησιμοποιήσει; Αποτέλεσε θέση του Μ.Υ.2 πως ο λόγος ήταν ανθρωπιστικός και δόθηκαν ουσιαστικά κατά χάριν τα πιο πάνω ποσά στον Μ.Κ.2, τα οποία αντικατόπτριζαν τα όσα ανέφερε. Εάν ωστόσο ο λόγος ήταν ανθρωπιστικός, ως ο ίδιος ανέφερε, γιατί δεν δόθηκαν τα ποσά αυτά στον Μ.Κ.2 εν είδει αποζημίωσης, όπως δόθηκε για παράδειγμα ο ένας επιπλέον μισθός και δόθηκαν ως χρηματική αποζημίωση για άδειες που δεν χρησιμοποιήθηκαν αφού κατά τη θέση του, ο Μ.Κ.2 είχε λάβει όλες τις άδειες που δικαιούτο να λάβει. Η πιο πάνω θέση του Μ.Υ.2 δεν πείθει, ούτε και έχει οποιοδήποτε έρεισμα στην λογική και ο μοναδικός σκοπός που αναφέρθηκαν θεωρώ, ήταν προς αποφυγή τυχόν ευθυνών της Κατηγορουμένης και για σκοπούς εντυπωσιασμού και όχι γιατί αντικατόπτριζαν την αλήθεια.
Παρά τους πιο πάνω προβληματισμούς και διαπιστώσεις μου, δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός το ότι μέρος της μαρτυρίας του, υποστηρίζεται από τα όσα κατατέθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα ή από άλλη μαρτυρία την οποία έχω αποδεχτεί, όπως για παράδειγμα, τα χρήματα που έλαβε ο Μ.Κ.2 από την αρχή της εργοδότησης του μέχρι και τις 03.12.2021 που ήταν η τελευταία πληρωμή που του έγινε, ως επίσης η αναφορά του ότι ο Μ.Κ.2, λάμβανε τον μηναίο του μισθό στην αρχή κάθε μήνα και όχι στο τέλος, θέσεις τις οποίες αποδέχομαι, παρότι σημειώνω, οι θέσεις αυτές δεν τέθηκαν στον τελευταίο, με τον τρόπο που τέθηκαν από τον Μ.Υ.2. Ο λόγος που αποδέχομαι τη θέση του Μ.Υ.2 πως ο Μ.Κ.2 λάμβανε τον μισθό του στις αρχές κάθε μήνα, παρά την παράλειψη του συνηγόρου υπεράσπισης, να θέσει την θέση αυτή στον Μ.Κ.2 είναι διότι η θέση αυτή ως θέση, υποστηρίζεται και βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με τα όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Μ.Κ.2 ξεκίνησε να εργάζεται στην Κατηγορούμενη, την 01.07.2020 και με βάση τα όσα ανέφερε ο ίδιος, για το έτος 2020 είχε λάβει στο ακέραιο, ό,τι του οφείλετο. Σε σχέση δε με το έτος 2021, ως προκύπτει από το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων, η πρώτη πληρωμή που έλαβε σε σχέση με τον μισθό του, ήταν στις 05.01.2021 και αφορούσε εξ όσων λογικά προκύπτει, τον μισθό του Ιανουαρίου του 2021. Ακολουθεί δε, η πληρωμή άλλων 11 ποσών, όλα ανεξαιρέτως στις αρχές κάθε μήνα, με τελευταία πληρωμή αυτήν την 03.12.2021. Προς αντίκρουση της θέσης του Μ.Υ.2 ότι ο Μ.Κ.2 προπληρωνόταν τον μισθό του, του υπεβλήθη η θέση πως αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη και πως ο λόγος που η πρώτη πληρωμή μισθού του 2020, προκύπτει με βάση τα παραδεκτά γεγονότα να έγινε στις αρχές του μήνα, ήταν γιατί οφείλετο στον Μ.Κ.2, ο μισθός του Ιουνίου του 2020, οπότε και του καταβλήθηκε στις 03.07.2020 και έτσι ακολούθησε και η πληρωμή κάθε επόμενου μήνα. Με όλο τον σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, η θέση αυτή, είναι παντελώς εκτός του πλαισίου της μαρτυρίας, ειδικότερα αυτής που προσέφερε ο Μ.Κ.2, κατά την οποία ανέφερε ρητώς πως η εργοδότηση του στην Κατηγορούμενη, ξεκίνησε την 01.07.2020. Σε κανένα σημείο ο Μ.Κ.2 δεν αναφέρθηκε σε εργασία που πρόσφερε στην Κατηγορούμενη τον Ιούνιο του 2020 και επομένως η υποβολή αυτή, στερείται οποιασδήποτε λογικής. Είναι εξάλλου καλώς νομολογημένο πως οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (βλ. Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640), όπως δηλαδή και εν προκειμένω. Στην προκειμένη, ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, με δεδομένο το ότι η θέση αυτή του Μ.Υ.2 τέθηκε μεταγενέστερα που ο Μ.Κ.2 έδωσε την δική του μαρτυρία, χωρίς να του υποβληθεί η εν λόγω θέση, είχε κάθε δικαίωμα να ζητήσει επανακλήτευση του Μ.Κ.2, ώστε να δώσει περαιτέρω μαρτυρία επί τούτου, διάβημα το οποίο δεν έλαβε.
Για όσα ζητήματα έχω κάνει αποδεκτά, από την μαρτυρία του Μ.Υ.2, προβαίνω σε αντίστοιχα ευρήματα, ενώ αντιστοίχως, το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του δεν λαμβάνεται υπόψη και απορρίπτεται, για τους λόγους που έχω εξηγήσει.
Προχωρώ επομένως να εξετάσω, κατά πόσο με βάση εκείνη την μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή και έχουν εξαχθεί ανάλογα ευρήματα, αποδεικνύονται ή όχι, οι υπό κρίση κατηγορίες.
Αποτελεί θεμελιακό κανόνα του ποινικού δικαίου πως το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων των κατηγοριών που προσάπτονται στους κατηγορούμενους βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι βλ. μεταξύ άλλων Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ.71, Sener Erbekci v Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ.434 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Η παραμικρή αμφιβολία ως προς την ενοχή του κατηγορούμενου, επενεργεί προς όφελος του με αποτέλεσμα να καθίσταται επιτακτική η απαλλαγή του από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι:
«Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.»
Σημειώνω σε ό,τι αφορά τα της παρούσας και ειδικότερα σε ό,τι αφορά την κατηγορία 1, πως σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου:
«"μισθός" σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές·»
Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 12(3), το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης.»
Το άρθρο 20 του Νόμου με τίτλο «Αδικήματα και ποινές» διαλαμβάνει, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει, τα ακόλουθα:
«20.-(1) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων (2), (3) και (4) του παρόντος άρθρου, εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2) Το Δικαστήριο επιπρόσθετα από τις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο (1), δύναται, με την καταδίκη του εργοδότη, να εκδώσει και Διάταγμα καταβολής του οφειλόμενου ποσού προς τον εργοδοτούμενο».
Στην παρούσα, η Κατηγορούμενη κατηγορείται στην κατηγορία 2, πως παρέλειψε να καταβάλει στον εργοδοτούμενο της Ξ.Κ., την αναλογία του 13ου του μισθού για το έτος 2021, ύψους €3987,50, ως όφειλε να το πράξει.
Ό,τι η κατηγορούσα αρχή όφειλε να αποδείξει, σε σχέση με την 2η κατηγορία, είναι ότι ο Μ.Κ.2 εργάστηκε στην Κατηγορούμενη μέχρι και την 30.11.2021 καθώς και ότι δικαιούτο να λάβει, 13ο μισθό. Τούτα φρονώ, πως έχουν αποδειχθεί. Παρόλα αυτά, είναι γεγονός, πως η μαρτυρία που προσφέρθηκε από μέρους του Ξ.Κ.(Μ.Κ.2), δεν συνάδει με τα όσα η κατηγορούσα αρχή επέλεξε να προσάψει στην Κατηγορούμενη και τούτο από μόνο του, αποτελεί παράγοντα, που εκθεμελιώνει καταρχάς, το πλαίσιο της παρούσας.
Ανεξάρτητα ωστόσο τούτου, είναι προφανές από τα όσα έχουν καταστεί ως ευρήματα του Δικαστηρίου, πως η παρούσα δεν θα μπορούσε να επιτύχει, ακόμη και εάν η μαρτυρία του Μ.Κ.2 συνήδε με το τι στην Κατηγορούμενη προσάπτεται, με δεδομένα τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο Μ.Κ.2 έλαβε το 2021, πληρωμή 12 συνολικά μισθών, με πρώτη πληρωμή την 05.01.2021 και τελευταία την 03.12.2021, ως επίσης ότι ο Μ.Κ.2, προπληρωνόταν για κάθε μήνα τον μισθό του, έτσι που με δεδομένο το ότι, κατά την κατηγορούσα αρχή, η εργοδότηση του Μ.Κ.2 τερματίστηκε την 30.11.2021, να προκύπτει από απλά μαθηματικά πως ο Μ.Κ.2 έλαβε τον 13ο του μισθό, όχι μόνο κατ’ αναλογία (ως η κατηγορία που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη), αλλά εις ολόκληρο. Εν προκειμένω συνεπώς, η Κατηγορούμενη έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που της αναλογεί, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
Περιπλέον και σε σχέση με την κατηγορία 3, σημειώνω πως με δεδομένη την απόρριψη της μαρτυρίας που δόθηκε από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, τόσο σε ό,τι αφορά την Μ.Κ.1, όσο και σε ό,τι αφορά την Μ.Κ.2, δεν υπάρχει υπόβαθρο αποδεκτής μαρτυρίας, προκειμένου να αποτελέσει βάση, για τη στοιχειοθέτηση της συγκεκριμένης κατηγορίας. Κρίνω επομένως, πως η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την συγκεκριμένη κατηγορία.
Συνακόλουθα των πιο πάνω, η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
(Υπ.) ..............................
Ε.Κ. Μιντή Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. το σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελ. 141-143 και τις αποφάσεις, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Σάββα ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 39, Σάββα v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Νικολαίδης v. Αστυνομία (2003) 2 Α.Α.Δ. 271 και Π.Ε. 89/12 Αγαθοκλέους v. Αστυνομίας, ημερ.24.7.2013.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο