ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 2652/2024
1. Q.Χ.
2. H.X.
Παραπονούμενοι
εναντίον
1. BUTTERFLY HOLDINGS CONSTRUCTION LTD (HE160041)
2. Α.Π.
3. Κ.Π
4. Π.Π.
5. Σ.Π.
6. Π.Π.
Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 29.01.2026
Εμφανίσεις:
Για Παραπονούμενους: κα Ε. Λάμπρου και Κ. Κοτζιά για A.P. PAVLOU LLC
Για Κατηγορούμενη 1: καμιά εμφάνιση
Για Κατηγορούμενους 3, 5 και 6: κ Χ. Γεωργίου και κα Γ. Βρυώνη και κ Κ. Κωνσταντίνου για Πελεκάνος & Πελεκάνος Δ.Ε.Π.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΗ
(Εκ πρώτης όψεως-Δοθείσα αυθημερόν)
Η Κατηγορούμενη 1 στην παρούσα, αντιμετωπίζει διάφορες κατηγορίες, απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ. 154 (κατηγορίες 1 και 19), απάτης κατά παράβαση του άρθρου 300 του Κεφ. 154 (κατηγορία 7) και απάτης κατά την πώληση ή υποθήκευση περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 303 του Κεφ. 154 (κατηγορία 13). Τις ίδιες κατηγορίες, αντιμετωπίζουν και οι Κατηγορούμενοι 3[1], 5[2] και 6[3], ως συνεργοί της Κατηγορούμενης 1, κατά παράβαση (και) του άρθρου 20 του Κεφ. 154, ως πρόσωπα που παρείχαν συνδρομή στην τελευταία, να διαπράξει τα πιο πάνω αδικήματα, υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές και/ή ως αντιπρόσωποι της. Περαιτέρω, των πιο πάνω κατηγοριών, οι Κατηγορούμενοι 3, 5 και 6 αντιμετωπίζουν επίσης από μια κατηγορία συνομωσίας προς καταδολίευση (κατηγορίες 26, 28 και 29 αντιστοίχως).
Σε ό,τι αφορά τα αδικήματα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1 και 19, η Κατηγορούμενη 1 “κατά ή περί την 01.07.2013, στην Πάφο της επαρχίας Πάφου, εξασφάλισε από τους αγοραστές και Παραπονούμενους, αγαθά με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό καταδολίευσης, ήτοι το ποσό των €392.000, ή μέρος αυτού ή/και το όφελος βάση ψευδών διαβεβαιώσεων ότι η σύμβαση για αγοραπωλησία του ακινήτου[4] θα εκπληρωνόταν και ενώ γνώριζε ότι η παράσταση αυτή δεν ήταν αληθινή και ουδέποτε και/ή εξ’ αρχής καμιά παράδοση και κατ’ επέκταση τίτλου ιδιοκτησίας για το εν λόγω ακίνητο θα λάμβανε χώρα” (κατηγορία 1). Το ίδιο φέρεται να έπραξε και κατά την 21.09.2015, αφού “κατόπιν σχετικής συμπληρωματικής συμφωνίας/σύμβασης, εξασφάλισε από του Παραπονούμενους”, το ίδιο ποσό, σχετικά με το ίδιο ακίνητο και πέτυχε τα πιο πάνω, “δίδοντας στους Παραπονούμενους διαβεβαιώσεις, πρώτον ότι θα κάνει το παν (οτιδήποτε είναι δυνατόν να γίνει), για να μην καθυστερήσει την παράδοση του ακινήτου, εντός 6 μηνών από την σύναψη της συμπληρωματικής συμφωνίας/σύμβασης (21.09.2015) και/ή δεύτερον, βάση προφορικών διαβεβαιώσεων ότι ο ξεχωριστός τίτλος της προαναφερθείσας ακίνητης ιδιοκτησίας, θα εκδοθεί εντός ευλόγου χρονικού πλαισίου από την ημέρα παράδοσης της κατοχής της ακίνητης ιδιοκτησίας, ενώ γνώριζε ότι οι πιο πάνω παραστάσεις ήταν ψευδείς και/ή ενώ πίστευε ότι δεν ήταν αληθινές” (κατηγορία 19). Οι δε Κατηγορούμενοι 3, 5 και 6, φέρονται υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές της Κατηγορούμενης 1 να παρείχαν συνδρομή στην τελευταία να πράξει τα πιο πάνω, τόσο κατά την 01.07.2013 (κατηγορίες 3, 5 και 6), όσο και κατά την 21.09.2015 (κατηγορίες 21, 23 και 24).
Σε ό,τι αφορά το αδίκημα της απάτης, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 7, η Κατηγορούμενη 1, “κατά ή περί την 01.07.2013, στην Πάφο, της επαρχίας Πάφου, απέκτησε αγαθά με δόλια τέχνασμα από τους αγοραστές και Παραπονούμενους, δυνάμει σύμβασης πώλησης, με αποτέλεσμα να εξασφαλίσει και να καρπωθεί το όφελος της εν λόγω σύμβασης πώλησης, σε σχέση με το ακίνητο (ως η περιγραφή στις λεπτομέρειες), ήτοι το ποσό των €392.000 ή μέρος αυτού”. Οι δε Κατηγορούμενοι 3, 5 και 6, υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές και/ή αντιπρόσωποι της Κατηγορούμενης 1, παρείχαν συνδρομή στην τελευταία να πράξει τα πιο πάνω, (κατηγορίες 9, 11 και 12).
Σε ό,τι αφορά το αδίκημα της απάτης κατά την πώληση ή υποθήκευση περιουσίας, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 13, η Κατηγορούμενη 1 κατά την 01.07.2013, στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, “με σκοπό να υποκινήσει τους Παραπονούμενους στην σύναψη της σύμβασης πώλησης και με σκοπό καταδολίευσης, απέκρυψε από τους Παραπονούμενους, ουσιώδες γεγονός, το οποίο είναι σε συνάφεια με τον τίτλο, σχετικά με το ακίνητο (ως οι λεπτομέρειες της κατηγορίας) και εξασφάλισε εις βάρος τους, το ποσό της σύμβασης πώλησης, ήτοι το ποσό των €392.000 ή μέρος αυτού”. Οι δε Κατηγορούμενοι 3, 5 και 6, υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές και/ή αντιπρόσωποι της Κατηγορούμενης 1, παρείχαν συνδρομή στην τελευταία να πράξει τα πιο πάνω, (κατηγορίες 15,17 και 18).
Σε ό,τι αφορά το αδίκημα της συνομωσίας προς καταδολίευση, το οποίο αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 3, 5 και 6, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 26, 28 και 29 (αντιστοίχως προς τους πιο πάνω Κατηγορούμενους), οι τελευταίοι, “υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές και/ή αντιπρόσωποι της Κατηγορούμενης 1, συνωμότησαν μεταξύ τους (όπως και με τους κατηγορούμενους 2 και 4 οι οποίοι απεβίωσαν), με όχημα την Κατηγορούμενη 1, με σκοπό να εξαπατήσουν ή με δόλιο τρόπο να επηρεάσουν και/ή να καταδολιεύσουν τους Παραπονούμενους, για να αποσπάσουν από αυτούς, το ποσό των €392.000 ή μέρος αυτού, σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, αφού ουδέποτε και/ή εξ αρχής δεν προτίθεντο να παραδώσουν ή να εξασφαλίσουν τίτλους ιδιοκτησίας, βάση της σύμβασης 01.07.2013, για πώληση του εν λόγω ακινήτου”.
Σημειώνω για σκοπούς πληρότητας πως παρόμοιες κατηγορίες, αντιμετώπιζαν και άλλα δύο πρόσωπα, τα οποία στο μεταξύ απεβίωσαν. Επίσης, σημειώνω πως η διαδικασία διεξάγεται ερήμην της Κατηγορούμενης 1, αφού ουδείς την εκπροσωπεί.
Η κατηγορούσα αρχή, προς απόδειξη της υπόθεσης της, προσέφερε μια μαρτυρία, αυτήν της Παραπονούμενης 2 (Μ.Κ.1), η οποία για σκοπούς της κυρίως εξέτασης της, κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α), πιστή μετάφραση του οποίου από τα κινεζικά στα ελληνικά, κατατέθηκε ως Έγγραφο Α1. Τα όσα στην εν λόγω δήλωση αναφέρει, ως επίσης και τα όσα επιπλέον ανέφερε, κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, είναι κατατεθειμένα και καταγεγραμμένα στον φάκελο του Δικαστηρίου και δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω, εκτός όπου κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας.
Αρκούμαι στο να αναφέρω για σκοπούς κατανόησης πως θέση της Μ.Κ.1 είναι ότι η αγορά του επίδικου ακινήτου δυνάμει της σύμβασης πώλησης ημερομηνίας 01.07.2013 (τεκμήριο 2), πίστευε πως θα ήταν μια καλή επένδυση, αφού βασίστηκε στον επαγγελματισμό που επικαλείτο η Κατηγορούμενη 1 ότι είχε, μέσω των εργοδοτούμενων της και του διευθυντή της Π.Π. Εν τέλει το ακίνητο που αγόρασε, καθυστέρησε καταρχάς να παραδοθεί ως προνοείτο στην σύμβαση πώλησης και όταν παραδόθηκε το 2015 κατόπιν που υπεγράφη συμπληρωματική συμφωνία (τεκμήριο 4), δεν είχε δημιουργηθεί δρόμος ως η υποχρέωση που είχε η Κατηγορούμενη 1, υπήρχε προσωρινή ηλεκτροδότηση του, δεν είχε εκδοθεί άδεια οικοδομής παρόλο που στην σύμβαση ημερομηνίας 01.07.2013 αναφερόταν ότι η τελευταία είχε αιτηθεί την έκδοση της, ήταν υποθηκευμένο και όχι απαλλαγμένο από εμπράγματα βάρη, ως επίσης μέχρι και σήμερα, δεν εξασφαλίστηκαν ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας.
Όλα τα πιο πάνω, η Μ.Κ.1, τα επικαλέστηκε ως τις ψευδείς παραστάσεις που της έγιναν. Κατέθεσε αποδείξεις πληρωμών (τεκμήριο 3), για το συνολικό ποσό των €352.000, ημερομηνιών 9.11.2012, 27.11.2012 (δύο ξεχωριστές αποδείξεις), 28.11.2012, 29.11.2012, 09.01.2013 και 11.01.2013 (δύο αποδείξεις), ως επίσης απόδειξη πληρωμών για το ποσό των €40.000 στις 21.09.2015. Η σύμβαση πώλησης ως ανέφερε, υπεγράφη την 01.07.2013 και η ίδια δεν βρισκόταν στην Κύπρο, αλλά στην Κίνα και την σύμβαση την υπέγραψε εκ μέρους της, πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τόσο της ιδίας, όσο και του Παραπονούμενου 1. Επισημαίνω δε, για όποια αξία έχει, πως στην γραπτή της δήλωση αναφέρει πως είναι εξουσιοδοτημένη και από τον τελευταίο, να αναφέρει αυτά που περιέχονται στην εν λόγω δήλωση, πως οι Κατηγορούμενοι 3, 5 και 6 είναι διευθυντές της Κατηγορούμενης 1 (τεκμήριο 1) και πως εναντίον της Κατηγορούμενης 1 εκδόθηκε δικαστική απόφαση για χρέη της σε συγκεκριμένη Τράπεζα, στις 28.02.2019 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας (τεκμήριο 5).
Κατατέθηκαν επίσης, στο πλαίσιο της διαδικασίας, παραδεκτά γεγονότα (Τεκμήριο Α), ως επίσης και έγγραφα (Τεκμήρια 6.1-6.15), το περιεχόμενο των οποίων ο συνήγορος υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 3, 5 και 6, ανέφερε πως δεν αμφισβητεί.
Η Μ.Κ.1 σε σχέση με τα πλείστα εκ των οποίων ανέφερε, αντεξετάστηκε.
Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο συνήγορος υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 3, 5 και 6, υπέβαλε εισήγηση πως κατά πρώτο, δεν έχει αποδειχθεί εναντίον των πιο πάνω, εκ πρώτης όψεως υπόθεση, αφού σε σχέση με τα αδικήματα της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, οι όποιες παραστάσεις επικαλέστηκε η Μ.Κ1 ότι της έγιναν, αφορούν υποσχέσεις μελλοντικές, έτσι που να μην μπορούν να συνιστούν ψευδείς παραστάσεις κατά τον χρόνο που έγιναν, εάν έγιναν, ως επίσης ότι σε σχέση με το αδίκημα της απάτης, πουθενά δεν αναφέρεται ποιο ήταν το δόλιο τέχνασμα που χρησιμοποιήθηκε για να εξαπατηθούν οι Παραπονούμενοι. Σε σχέση δε με της κατηγορίες της απάτης κατά την πώληση ή υποθήκευση περιουσίας, αποτέλεσε θέση του πως καμμιά σχέση έχει η εν λόγω κατηγορία με την μαρτυρία που έχει δοθεί και εάν αυτό που ήθελε η κατηγορούσα αρχή να επικαλεστεί ήταν την απόκρυψη ότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο, η δήλωση αυτή είναι καταγεγραμμένη στην ίδια την σύμβαση πώλησης. Εν πάση δε περιπτώσει, το Δικαστήριο ανέφερε, θα πρέπει να αντικρύσει το κατηγορητήριο με βάση τις λεπτομέρειες που υπάρχουν σε αυτό, οι οποίες έχουν πλαισιώσει και την δίκη και όχι το τι ενδεχομένως να είχε στο μυαλό της. Επιπλέον, σε σχέση με την κατηγορία της συνομωσίας προς καταδολίευση, ανέφερε πως καμμιά μαρτυρία υπάρχει που να δεικνύει συνομωσία των Κατηγορουμένων 3, 5 και 6.
Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε πως το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει σε διακοπή της διαδικασίας, αφού η προώθηση της παρούσας αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, ενόψει της πολύ μεγάλης καθυστέρησης στην προώθηση της, αλλά και με δεδομένη την αναφορά της Μ.Κ.1, κατά την αντεξέταση της, πως αυτό που επιδιώκει με την παρούσα, είναι η εκτέλεση των όσων όρων στην σύμβαση πώλησης, ημερομηνίας 01.07.2013, δεν εκτελέστηκαν.
Αντίθετη ήταν σαφώς, η θέση της κατηγορούσας αρχής, η οποία δια της γραπτής της αγόρευσης, αναφέρει εκτενώς, πως πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων.
Οι παράμετροι, οι οποίες καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας (1981) 2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448) ως προς τον καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Το ζήτημα εξετάστηκε επίσης στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133 στην οποία διατυπώθηκαν τα ακόλουθα:
«Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos (1985) 1 C.L.R. 250.»
Το (νυν) Εφετείο, στην πολύ πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Fassan Farhat, Ποιν. Έφεση 107/2025, ημερομηνίας 15.10.2025 υιοθετώντας το πιο πάνω απόσπασμα της απόφασης Χριστοδούλου (ανωτέρω) ανέφερε τα ακόλουθα:
«To Δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας AZINAS AND ANOTHER v. POLICE (1981) 2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν,
(α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και
(β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου.
Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου. Στην υπόθεση AZINA (ανωτέρω), το Δικαστήριο επεσήμανε ότι η προγενέστερη κυπριακή απόφαση REX v. MUSTAFA KARA MEHMED 16 C.L.R. 46 συσχετίζεται με την ερμηνεία και εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων που ίσχυαν κατά το χρόνο της έκδοσης της, δηλαδή, των Άρθρων 143 και 144 της Περί των Κυπριακών Δικαστηρίων Διαταγής του 1927, η οποία δέσμευε το πρωτόδικο Δικαστήριο να εξετάσει, μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορίας, κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ήταν επαρκής για να υποστηρίξει την καταδίκη. Οι διατάξεις του Άρθρου 74(1)(β) του Κεφ. 155 εναρμονίζονται, όπως επεξηγείται, με τα αγγλικά θέσμια στον προσδιορισμό εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και για τον λόγο αυτό, τόσο η Πρακτική του 1962, όσο και η σχετική αγγλική νομολογία (Βλέπε μεταξύ άλλων(α) WISEMAN & ANOTHER v. BOMEMAN & OTHERS [1967] 3 All E.R.1045, (b) COZENS v. BRUTUS [1972] 2 All E.R.1, (c) ELLIS v. JONES [1973] 2 All E.R.893, (d) R. v. GALBRAITH [1981] 2 All E.R.1061,e) R. v. BARKER (NOTE [1975] 65 Cr.App.R. 287) οριοθετούν το πλαίσιο διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.
Στην υπόθεση ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Κ.Α. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2000) 2 Α.Α.Δ. 191, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τη νομολογία για τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας προς διαπίστωση ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ως ακολούθως:
«Η νομολογία όμως είναι σαφέστατη επί του προκειμένου. (Ίδε: Practice Note [1962] 1 All E.R. 448, R. v. Galbraith [1981] 73 Cr. App. R. 124, Azinas v. Police (1981) 2 C.L.R. 9, Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133). Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί.»
Προχωρώ συνεπώς, με γνώμονα τα πιο πάνω, να εξετάσω κατά πόσο έχει ή όχι αποδειχθεί, εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων, προβαίνοντας σε αναφορά στο περιεχόμενο της μαρτυρίας που προσφέρθηκε, εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο έχοντας αδιάλειπτα κατά νου, το στάδιο που βρίσκεται η διαδικασία και το σκοπό για τον οποίο γίνεται ο οποιοσδήποτε σχολιασμός.
Σε ό,τι αφορά το αδίκημα της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις που πραγματεύεται η κατηγορία 1, σε ό,τι αφορά την Κατηγορούμενη 1, και οι κατηγορίες 3, 5 και 6, σε ό,τι αφορά τους λοιπούς Κατηγορούμενους, σημειώνω πως αυτό βασίζεται στα άρθρα 297 και 298, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
Σύμφωνα με το άρθρο 298(1) του Κεφ. 154:
“Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2) Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.”
Το δε άρθρο 297, ερμηνεύει τον όρο, “ψευδής παράσταση”, ως εξής:
“297. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.”
Στην προκειμένη, η Κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι κατά ή περί την 01.07.2023 απέσπασε από τους Παραπονούμενους, το ποσό των €392.000 ή μέρος αυτού, βάσει ψευδών παραστάσεων ότι η σύμβαση για αγοραπωλησία του επίδικου ακινήτου θα, εκπληρωνόταν, ενώ γνώριζε ότι η παράσταση αυτή, δεν ήταν αληθινή και καμιά παράδοση του ακινήτου θα γινόταν και κατ’ επέκταση έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας.
Είναι σαφές, από απλή ανάγνωση του άρθρου 297 πιο πάνω, πως η ψευδής παράσταση κάποιου γεγονότος θα πρέπει να προηγείται της απόκτησης οποιουδήποτε πράγματος είναι αντικείμενο κλοπής. Στην παρούσα περίπτωση, το ποσό των χρημάτων που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 1 καταβλήθηκε σταδιακά και μεταξύ των ημερομηνιών 09-11-2012 μέχρι και 11-01-2013 και 21-09-2015 δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης της υπογραφής της σύμβασης πώλησης ημερ. 01.07.2013, δυνάμει της οποίας κατά την Μ.Κ.1, της παρέστησε ψευδώς η Κατηγορούμενη 1 ότι θα παραδώσει το ακίνητο σε χρόνο που γνώριζε πως δεν θα παραδοθεί και ότι θα εκδίδετο τίτλος ακίνητης ιδιοκτησίας. Είναι επομένως προφανές πως εξ αντικειμένου η συγκεκριμένη κατηγορία, δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί. Επιπροσθέτως και σε ό,τι αφορά, ειδικότερα το ποσό που καταβλήθηκε στην Κατηγορούμενη 1 περί το έτος 2015 (ήτοι το ποσό των €40.000) και πάλι εξ αντικειμένου δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, με δεδομένο το ότι η κατ’ ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις, αφορούσαν υποσχέσεις μέλλοντος χρόνου και δεν υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι, οι υποσχέσεις αυτές, ήταν στην γνώση της Κατηγορούμενης 1 ότι δεν θα τηρούντο. Ο ορισμός που θέτει το άρθρο 297 περί της ψευδούς παράστασης είναι η παράσταση γεγονότος παρελθόντος ή παρόντος . Η φράση «θα», που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας (όπως και στις υπόλοιπες) συνιστά μέλλοντα χρόνο και εκφεύγει της παραπάνω ερμηνείας της ψευδούς παραστάσεως. Ως έχει λεχθεί στην απόφαση, Κύπρος Κυπριανού ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 318/2015, ημερ. 07.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:B285:
“μια παράσταση είναι ψευδής, όταν η παρουσίαση γεγονότος του παρελθόντος ή του παρόντος γίνεται με σκοπό την παράσταση του ως υπαρκτού, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Η έκφραση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ως προς την εκπλήρωση μια πράξης στο μέλλον, δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα της ψευδούς παράστασης. Για να θεωρηθεί μια παράσταση ως ψευδής θα πρέπει το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην εν λόγω παράσταση να γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθής.”
Σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 3, 5 και 6 ισχύουν τα ίδια (κατηγορίες 3, 5 και 6 αντιστοίχως). Ό,τι θα προσέθετα είναι ότι οι πιο πάνω Κατηγορούμενοι, κατηγορούνται ως συνεργοί της Κατηγορούμενης 1, ένεκα της ιδιότητας τους ως διευθυντές της. Είναι καλώς νομολογημένο πως η ιδιότητα κάποιου ως διευθυντή μιας εταιρείας, δεν δημιουργεί αφ’ εαυτής ποινικό αδίκημα και ούτε στοιχειοθετεί δίχως άλλο, την συνέργεια[5]. Θα πρέπει να υπάρχει μαρτυρία, καταρχάς ως προς την πράξη ή την παράλειψη ενός προσώπου που κατηγορείται ως συνεργός, για να στοιχειοθετείτε η αντικειμενική υπόσταση ενός αδικήματος και επιπροσθέτως μαρτυρία ως προς την ένοχη διάνοια του (την υποκειμενική δηλαδή υπόσταση), προκειμένου να επιτευχθεί καταδίκη του στην βάση της συνέργειας. Τέτοια μαρτυρία στην προκειμένη δεν υπάρχει, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τους Κατηγορούμενους 3 και 5 για τους οποίους καμιά αναφορά υπάρχει στην μαρτυρία, πλην του ότι είναι διευθυντές της Κατηγορούμενης 1. Σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 6, η Μ.Κ.1 αναφέρθηκε στο όνομα του μεν, πλην όμως, με δεδομένη τη διαπίστωση μου πως δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος να επιτευχθεί, δεν υπάρχει οτιδήποτε που να πρέπει να με απασχολήσει περαιτέρω.
Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τις κατηγορίες 19, 21, 23 και 24, αφού ό,τι στις λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών, αποδίδεται στους Κατηγορούμενους ότι παρέστησαν ψευδώς, είναι μελλοντικές υποσχέσεις και δη, ότι θα έκαναν το παν να μην καθυστερήσει η παράδοση του ακινήτου βάσει της συμπληρωματικής συμφωνίας ημερομηνίας 21.09.2015 καθώς και ότι η έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας θα επιτυγχάνετο εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία παράδοσης του ακινήτου. Τα πιο πάνω, ως αναφέρουν οι λεπτομέρειες, ήταν εις γνώση των Κ ότι δεν θα επιτυγχάνονταν.
Πέραν του ότι οι ως άνω παραστάσεις, εάν πράγματι έγιναν, αφορούν και πάλι, υποσχέσεις μέλλοντος έτσι που να μην μπορούν ούτως ή άλλως να αποτελούν ψευδείς παραστάσεις εν τη εννοία του άρθρου 297 του Ποινικού Κώδικα, δεν υπάρχει ούτε και μαρτυρία, ότι οι Κατηγορούμενοι γνώριζαν πως οι πιο πάνω παραστάσεις, ήταν ψευδείς.
Σε ό,τι αφορά το αδίκημα της απάτης (κατηγορία 7), κατά παράβαση του άρθρου 300 του Κεφ. 154 και των άρθρων 20 και 21 σε ό,τι αφορά τους Κατηγορούμενους 3, 5 και 6 (κατηγορίες 9, 11 και 12), σημειώνω πως με βάση το άρθρο 300, απάτη συνίσταται στα εξής:
“300. Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.”
Σε σχέση με την εν λόγω κατηγορία σημειώνω πως στις λεπτομέρειες της, δεν αναφέρεται σε κανένα σημείο, ποιο ήταν το δόλιο τέχνασμα που η Κατηγορούμενη 1 χρησιμοποίησε για να λάβει το ποσό των €392.000 την 01.07.2013. Εξ όσων προκύπτει από την μαρτυρία που δόθηκε και δη από την γραπτή δήλωση της Μ.Κ.1, η πεποίθηση της ότι διαπράχθηκε εις βάρος της ιδίας και του Παραπονούμενου 1, απάτη, έγκειτο στο ότι ως ισχυρίζεται η ίδια, δεν τηρήθηκαν στο ακέραιο οι συμβατικές υποχρεώσεις της Κατηγορούμενης 1 προς του ιδίους, όπως η έκδοση άδειας οικοδομής, η οποία αναφέρετο στην σύμβαση πως ήταν προς έκδοση, η κατασκευή δρόμου, η ηλεκτροδότηση, η έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας και άλλα. Ως δε, δόλιο τέχνασμα επικαλείται εμμέσως πλην σαφώς, την ίδια την σύμβαση πώλησης του επίδικου ακινήτου, η οποία υπογράφτηκε την 01.07.2023, σε χρόνο μεταγενέστερο δηλαδή της πληρωμής του ποσού των €352.000 από τις €392.000 που σύμφωνα με την Μ.Κ.1 καταβλήθηκαν στο σύνολο. Το δε ποσό των επιπλέον €40.000 φέρεται με βάση το τεκμήριο 4 που κατέθεσε η Μ.Κ.1, να καταβλήθηκε ενόψει της παράδοσης του ακινήτου, υπό τους όρους βέβαια, που η συμπληρωματική συμφωνία των μερών φέρεται να προνοούσε. Είναι προφανές, από μόνα τα πιο πάνω, πως δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση εξ αντικειμένου να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της απάτης που αποδίδεται στην Κατηγορούμενη 1, και το αδίκημα της συνέργειας (συνακόλουθα) σε απάτη που αποδίδεται στους Κατηγορούμενους 3,5 και 6 αφού για να μπορούσε να έχει οποιαδήποτε υπόσταση το συγκεκριμένο αδίκημα, θα πρέπει να υπάρχει μαρτυρία πως οι Κατηγορούμενοι, γνώριζαν πως τα όσα δυνάμει της σύμβασης πώλησης, συμφώνησαν να γίνουν, δεν θα γίνονταν και παρόλα αυτά, με σκοπό να αποσπάσουν από τους Παραπονούμενους το ποσό των €392.000, κατήρτησαν την εν λόγω σύμβαση και δυνάμει αυτής ξεγέλασαν τους Παραπονούμενους και έλαβαν το πιο πάνω ποσό χρημάτων. Τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει. Δεν διέλαθε την προσοχή μου το γεγονός πως σε σχέση με το ότι στην εν λόγω σύμβαση υπάρχει αναφορά πως κατά την 01.07.2013 η Κατηγορούμενη 1, είχε αιτηθεί την έκδοση άδειας οικοδομής, αναφορά η οποία ως προκύπτει από το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων δεν υφίστατο κατά εκείνο τον χρόνο. Παρόλα αυτά, το πιο πάνω γεγονός δεν μπορεί αφ’ εαυτού να συμπληρώσει τα συστατικά στοιχεία της εν λόγω κατηγορίας, αφού δεν υπάρχει μαρτυρία πως ο λόγος που οι Παραπονούμενοι κατέβαλαν το συνολικό ποσό προς την Κατηγορούμενη 1, ήταν επειδή στηρίχθηκαν στην εν λόγω αναφορά, η οποία επαναλαμβάνω διατυπώθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της καταβολής του ποσού των €352.000, από τις €392.000 που συνολικά καταβλήθηκαν.
Σε ό,τι δε αφορά το αδίκημα της απάτης κατά την πώληση ή υποθήκευση περιουσίας που πραγματεύονται οι κατηγορίες 13, 15, 17 και 18 σημειώνω πως με βάση το άρθρο 303 του Κεφ. 154, επί του οποίου στηρίζεται η εν λόγω κατηγορία:
“303. (1) Όποιος, είναι πωλητής περιουσίας ή ενυπόθηκος οφειλέτης, ή είναι δικηγόρος, ή αντιπρόσωπος αυτών, με σκοπό να υποκινήσει τον αγοραστή ή τον ενυπόθηκο δανειστή να αποδεχτεί τον τίτλο ο οποίος του προσφέρτηκε ή ο οποίος του προσκομίστηκε και με σκοπό καταδολίευσης-
(α) αποκρύβει από τον αγοραστή ή από τον ενυπόθηκο δανειστή ουσιώδες έγγραφο για τον τίτλο ή για οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος ή
(β) παραποιεί τη γενεαλογική καταγωγή από την οποία εξαρτάται ή δυνατόν να εξαρτηθεί ο τίτλος ή
(γ) προβαίνει σε ψευδή δήλωση ως προς τον τίτλο που προσφέρθηκε ή αποκρύβει ουσιώδες γεγονός το οποίο είναι σε συνάφεια με τον τίτλο,
είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τεσσάρων χρόνων.
(2) Πρόσωπο τεκμαίρεται ότι αποκρύβει ουσιώδες έγγραφο για τους σκοπούς της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) ή ότι αποκρύβει ουσιώδες γεγονός στα πλαίσια της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) εάν παραλείψει να αναφέρει την ύπαρξη ουσιώδους εγγράφου για τον τίτλο ή το ιδιοκτησιακό καθεστώς ή ουσιώδους γεγονότος το οποίο είναι σε συνάφεια με τον τίτλο ή το ιδιοκτησιακό καθεστώς, αντίστοιχα.”
Είναι προφανές από το περιεχόμενο της προσφερθείσας μαρτυρίας, πως η Μ.Κ.1 ως γεγονός που αποκρύφτηκε, σε σχέση με τον τίτλο ιδιοκτησίας που της προσφέρθηκε, βάσισε το ότι ως ο ισχυρισμός της, δεν της αναφέρθηκε πως το εν λόγω ακίνητο ήταν υποθηκευμένο και πως ψευδώς της αναφέρθηκε πως είχε καταχωρηθεί αίτηση για έκδοση άδειας οικοδομής, ενώ τέτοια αίτηση δεν υπήρχε, γεγονότα που ήταν άμεσα συνυφασμένα με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας, για το ακίνητο που αγόρασε, τον οποίο δεν έλαβε μέχρι σήμερα. Είναι καταρχάς προφανές και χωρίς για τούτο να απαιτείται αξιολόγηση, πως στην σύμβαση πώλησης που υπεγράφη την 01.07.2013, υπάρχει εν πρώτοις ρητή αναφορά πως το ακίνητο επί του οποίου θα ανεγειρόταν το ακίνητο, είναι υποθηκευμένο προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας, δυνάμει της υποθήκης Υ336/13, μετά των υποσχέσεων της Κατηγορούμενης 1 να εξασφαλίσει απαλλαγή της. Κατά δεύτερο, η παράσταση που εντοπίζεται στην σύμβαση σε σχέση με την άδεια οικοδομής, την οποία επίσης επικαλέστηκε η Μ.Κ.1, επαναλαμβάνω πως έγινε αφότου η ίδια κατέβαλε το ποσό των €352.000 από τις €392.000 και καμμιά μαρτυρία υπάρχει ότι η εν λόγω παράσταση, της έγινε σε χρόνο προγενέστερο της καταβολής οποιονδήποτε χρημάτων καθώς και ότι λόγω της συγκεκριμένης παραστάσεως/γεγονότος, πείσθηκε να αποδεχτεί τίτλο ιδιοκτησίας δια της υπογραφής της επίδικης σύμβασης πωλήσεως, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί πως η έκδοση άδειας οικοδομής, είναι σε συνάφεια με τον τίτλο ή το ιδιοκτησιακό καθεστώς, έτσι που το συστατικό στοιχείο τουλάχιστον της υποκίνησης, να μην υφίσταται. Η πιο πάνω διαπίστωση μου, συμπαρασύρει και τις κατηγορίες 15,17 και 18 που οι Κατηγορούμενοι 3, 5 και 6 αντιμετωπίζουν αφού εκλείπει η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος, η οποία προηγείται της εξέτασης του κατά πόσο με δεδομένο το ότι κατηγορούνται ως συνεργοί, υπάρχει εκείνη η μαρτυρία η οποία να φανερώνει και το στοιχείο της ένοχης διάνοιας που απαιτείται.
Τέλος, σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 26, 28 και 29 που πραγματεύονται το αδίκημα της συνομωσία προς καταδολίευση, κατά παράβαση των άρθρων 302, 371 και 20 του Κεφ. 154, σημειώνω πως ό,τι αποδίδεται στους Κατηγορούμενους, είναι ότι συνωμότησαν μεταξύ τους για να καταδολιεύσουν τους Παραπονούμενους και να τους αποσπάσουν το ποσό των €392.000 αφού δεν προτίθεντο εξ αρχής να παραδώσουν το επίδικο ακίνητο και/ή να εξασφαλίσουν ξεχωριστούς τίτλους ακίνητης ιδιοκτησίας.
Σε σχέση με τις πιο πάνω κατηγορίες, αρκούμαι να αναφέρω πως καμμιά μαρτυρία υπάρχει ως προς το ότι οι εν λόγω Κατηγορούμενοι συνωμότησαν ή συμφώνησαν, (με «όχημα» ως οι λεπτομέρειες των κατηγοριών αναφέρουν), ως προς το ότιδηποτε, πόσο μάλλον για να εξαπατήσουν τους Παραπονούμενους. Επιπλέον τούτου, η ίδια η Μ.Κ.1 αναφέρθηκε σε παράδοση του ακινήτου (με τα προβλήματα που ανέφερε στην μαρτυρία της). Σε σχέση με την μη έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας, καμμιά μαρτυρία συνομωσίας προσφέρθηκε ούτε και άλλως πως συνάγεται από τα όσα έγγραφα ή και παραδεκτά γεγονότα κατατέθηκαν, ότι οι Κατηγορούμενοι ή οποιοσδήποτε εξ αυτών, γνώριζε καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ότι τίτλοι ιδιοκτησίας δεν θα εκδοθούν μελλοντικά.
Για όλους συνεπώς τους παραπάνω λόγους, κρίνω πως για κανένα Κατηγορούμενο, σε καμμιά κατηγορία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και οι Κατηγορούμενοι, αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν.
Προτού εγκαταλείψω, αναφέρω πως ακόμη και εάν ήθελε επικρατήσει άλλη άποψη σε σχέση με την ως άνω κρίση μου, σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία, όλων των κατηγοριών, τα οποία ως έχω καταλήξει, για καμιά κατηγορία πληρούνται, σημειώνω πως θα διέκοπτα την παρούσα διαδικασία και θα απάλλασσα τους Κατηγορούμενους, καθότι αποτελεί διαπίστωση μου πως η προώθηση της παρούσας, συνιστά για τους λόγους που πιο κάτω εξηγώ, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
Με βάση σχετική νομολογία, κατάχρηση της διαδικασίας προκύπτει μέσα από διάφορες μορφές. Δεν υπάρχει μια ενιαία κατάσταση πραγμάτων που να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Η δε εξουσία για αναστολή ή απόρριψη δικαστικής διαδικασίας, λόγω κατάχρησης, ασκείται με φειδώ και στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της θα προκαλέσει έκδηλη αδικία (βλ. σχετικά μεταξύ άλλων: Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Παρέλλα (1995) 1 ΑΑΔ 217 , Έλληνας ν. Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 149, Ευάγγελος Εμπεδοκλή κ.α. (Aρ.3) (2009) 1 ΑΑΔ 529, Σπύρος Σπύρου ν. Βαρβάρας Ξενή, Ποιν. Έφ. 223/2014, απόφαση ημερομηνίας 11/11/2015).
Στην Αγγλική απόφαση Hui Chi-Ming v. R. (1992) 1 A.C. 34 P.C., η κατάχρηση της διαδικασίας χαρακτηρίστηκε ως «something so unfair and wrong that the Court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respect a regular proceeding."
Το βάρος απόδειξης σε περίπτωση επίκλησης κατάχρησης της διαδικασίας, το επωμίζεται η πλευρά που την επικαλείται και αποδεικνύεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή ή διακοπή της διαδικασίας (βλ. Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B.78 και Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116). Ειδικότερα, ο διάδικος που επικαλείται κατάχρηση, θα πρέπει να αποδείξει, όχι μόνο ότι υπήρξε τέτοια, αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C.72 HL).
Δεν διαλανθάνει την προσοχή του Δικαστηρίου πως ως διαφαίνεται από τα παραδεκτά ή και μη αμφισβητούμενα γεγονότα (χωρίς τούτο να απαιτεί αξιολόγηση) πως πράγματι, πως τα επίδικα αδικήματα, χρονολογούνται από το έτος 2013 (τουλάχιστον). Οι τελευταίες δε, κατ΄ ισχυρισμό διαβεβαιώσεις από μέρους της Κατηγορουμένης 1, προς τους Παραπονούμενους, έγιναν περί το έτος 2015, διαβεβαιώσεις τις οποίες έκτοτε (και πάλι κατ’ ισχυρισμό), η τελευταία δεν τήρησε. Η παρούσα καταχωρήθηκε 9 χρόνια μετά, χωρίς επί τούτου να δοθεί οποιαδήποτε ουσιαστική και βάσιμη εξήγηση, αφού στο μεταξύ, ως ο ισχυρισμός της ίδιας της Μ.Κ.1, τίποτε δεν άλλαξε στο ακίνητο από το 2015. Περιπλέον τούτου, αποτέλεσε θέση της κατά την αντεξέταση πως την παρούσα υπόθεση την προώθησε με σκοπό να επιτύχει την εκτέλεση των όρων της σύμβασης οι οποίοι κατά την θέση της δεν υλοποιήθηκαν.
Καταπιάνομαι καταρχάς, στον χρόνο που παρήλθε (ως ένα από τους λόγους που η υπεράσπιση εισηγείται κατάχρηση της διαδικασίας) αφού όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Πόλυς Πολυκάρπου ν. Κωνσταντίνος Τελεβάντου Ποιν. Εφ. 69/2021, ημερ. 07.12.2022, ECLI:CY:AD:2022:B468 με αναφορά στην Μ & Μ Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ v. Αθανασίου, Ποινική Έφεση Αρ. 104/2019, ημερ. 3.7.2020, ECLI:CY:AD:2020:B216, η χωρίς επαρκή ή, για την ακρίβεια, καθόλου επεξήγηση καθυστέρηση στην προώθηση της δίωξης, σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας, συνιστά αυτοτελή λόγο ως κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Είμαι της άποψης ότι, η παρούσα συνιστά τέτοια περίπτωση, αφού τα όσα η Μ.Κ.1 ανέφερε ως προς τις ενέργειες της από το 2015 και εντεύθεν, σε καμμιά περίπτωση μπορούν να δικαιολογήσουν την υπέρμετρη καθυστέρηση που επέδειξε, ως προς το να προωθήσει την παρούσα, με δεδομένο το ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε πολυπλοκότητα ή οτιδήποτε που να εμπόδιζε τους Παραπονούμενους να την προωθήσουν εγκαίρως. Αποτέλεσμα της καθυστέρησης αυτής, ήταν στο μεταξύ η Κατηγορούμενη 1 να τεθεί αρχικά, υπό διαχείρηση και μετέπειτα υπό εκκαθάριση (ως τα παραδεκτά γεγονότα), με ό,τι τούτο συνεπάγεται. Επιπλέον τούτου, έχω την ισχυρή εντύπωση πως η παρούσα δεν προωθείται με γνήσιο κίνητρο την τιμωρία των Κατηγορουμένων, ως εκ της φύσης της διαδικασίας, αλλά με σκοπό, οι όποιες αστικές ή άλλως πως αξιώσεις των Παραπονουμένων, να επιτευχθούν. Άλλωστε αυτή ήταν και η ειλικρινής θέση της Μ.Κ.1. Ήταν δε πέρα για πέρα εμφανές, πως το παράπονο των Παραπονουμένων, έχει ως ουσιαστικό πυρήνα την παράλειψη εκτέλεσης, αμιγώς, συμβατικών υποχρεώσεων της Κατηγορούμενης 1, έτσι που τρόπον τινά, η ποινική αυτή διαδικασία, να έχει χρησιμοποιηθεί ως μέσο επίλυσης, καθαρά αστικών διαφορών μεταξύ των Παραπονουμένων και της Κατηγορούμενης 1. Ως έχει επίσης λεχθεί στην Πολυκάρπου (ανωτέρω): «Υφίσταται κατάχρηση διαδικασίας όταν γίνεται χρήση της διαδικασίας για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο προορίζεται, χάριν εξασφάλισης παρεμφερούς οφέλους, καθώς και η χρήση της διαδικασίας για σκοπό ο οποίος απολήγει σε καταπιεστικό μέτρο για την άσκηση των δικαιωμάτων του αντιδίκου (Βασιλείου v. Μακρίδη (2000) 2 Α.Α.Δ. 133). Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Scattergood David v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2005) 1 Α.Α.Δ. 142, κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική».
Με δεδομένη την απαλλαγή των Κατηγορουμένων, από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, τα έξοδα της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ των Κατηγορουμένων 3, 5 και 6 και εναντίον των Παραπονουμένων. Ενόψει της κοινής τους εκπροσώπησης, επιδικάζεται ένα σετ εξόδων. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1, δεν επιδικάζονται προς όφελος της οποιαδήποτε έξοδα, ενόψει του ότι αυτή, εν πάση περιπτώσει δεν εκπροσωπείται.
Υπ...................................................
Ε. Κ. Μιντή Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής