Έπαρχος Λευκωσίας ν. CYPRA LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2740/21, 14/1/2026
print
Τίτλος:
Έπαρχος Λευκωσίας ν. CYPRA LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2740/21, 14/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 2740/21

Μεταξύ:

Έπαρχος Λευκωσίας

 

εναντίον

 

1.    CYPRA LIMITED

2.    ΑΘΗΝΑ ΙΣΑΒΕΛΛΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

3.    ΑΛΕΞΗΣ ΧΑΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

4.    ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ

5.    ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

6.    ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

7.    Χ.Ν.

8.    Μ.Η.Σ.

 

Κατηγορούμενοι

 

Ημερομηνία: 14.01.2026

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή:  κα Μασούρα

Για τους Κατηγορούμενους 1,3,4,5 και 6:  κ Λαμπριανίδης με κα Χρυσήλιου

Για την Κατηγορούμενη 2: κ. Η. Στεφάνου με κα Αθανασίου

 

                                                            ΠΟΙΝΗ

 

Οι Κατηγορούμενοι έχουν κριθεί ένοχοι σε 23 συνολικά κατηγορίες, τις οποίες αντιμετωπίζουν από κοινού. Αντιμετώπιζαν άλλες 40 κατηγορίες, η ποινική δίωξη των οποίων αναστάλθηκε. Αναστολή της ποινικής δίωξης, ανακοινώθηκε και σε σχέση με τον πρώην Κατηγορούμενο 8, ενώ για τον Κατηγορούμενο 7, η υπόθεση είχε αποσυρθεί σε πολύ αρχικό στάδιο, λόγω αδυναμίας επίδοσης του κατηγορητηρίου, ως είχε (τότε) λεχθεί.

 

Οι κατηγορίες στις οποίες κρίθηκαν ένοχοι, αφορούν το αδίκημα της χρήσης οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή (κατηγορίες 2,6,9,12,15,18,21,24,27,30,33,36,39,42,45,48,51,54,56,58,60,62 και 65) κατά παράβαση των άρθρων (ως είναι διατυπωμένη η σχετική κατηγορία) «2, 3(2)(β), 10(1) και 20 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 και του Περί Αυξήσεως των Χρηματικών Ποινών Νόμου 166/87».

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν, η Κατηγορούμενη 1 και όλοι οι υπόλοιποι Κατηγορούμενοι, υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές της Κατηγορούμενης 1, στις 04.12.2018 και μέχρι σήμερα, παράνομα χρησιμοποιούν, χωρίς να έχει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, από την αρμόδια αρχή, ήτοι τον Έπαρχο Λευκωσίας, χωμάτινες δεξαμενές λυμάτων, ως πιο κάτω:

 

1.Στο χωριό Αγίοι Ηλιόφωτοι, της Επαρχίας Λευκωσίας, στο τεμάχιο με αρ. 398, Φ./Σχ. 29/37, 2 χωμάτινες δεξαμενές λυμάτων (κατηγορία 2)

 

2.Στο χωριό Αγίοι Ηλιόφωτοι, της Επαρχίας Λευκωσίας, στο τεμάχιο με αρ. 397, Φ./Σχ. 29/37, 1 χωμάτινη δεξαμενή λυμάτων (κατηγορία 6)

 

3.Στο χωριό Αγίοι Ηλιόφωτοι, της Επαρχίας Λευκωσίας, στα τεμάχια με αρ. 397 και 390, Φ./Σχ. 29/37, 1 χωμάτινη δεξαμενή λυμάτων (κατηγορία 9)

 

4.Στο χωριό Αγίοι Ηλιόφωτοι, της Επαρχίας Λευκωσίας, στα τεμάχια με αρ. 390 και 395 (κρατικό τεμάχιο), Φ./Σχ. 29/37, 1 χωμάτινη δεξαμενή λυμάτων (κατηγορία 12)

 

5. Στο χωριό Αγίοι Ηλιόφωτοι, της Επαρχίας Λευκωσίας, στα τεμάχια με αρ. 77 και 395 (κρατικά τεμάχια) και 78 (Τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας), Φ./Σχ. 29/37, 1 χωμάτινη δεξαμενή λυμάτων (κατηγορία 15)

 

6.Στα τεμάχια με αρ. 395 (κρατικό τεμάχιο) και 78 (Τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας) του Φ./Σχ. 29/37, 1 χωμάτινη δεξαμενή λυμάτων (κατηγορία 18)

 

7. Στο χωριό Μένοικο, της Επαρχίας Λευκωσίας, Στα τεμάχια με αρ. 97 (Τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας) και 98 του Φ./Σχ.29/29 και 12 του Φ./Σχ. 29/37, 1 χωμάτινη δεξαμενή λυμάτων (κατηγορία 21)

 

8. Στο χωριό Μένοικο της Επαρχίας Λευκωσίας, στο τεμάχιο με αρ. 97 (Τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας), Φ./Σχ. 29/29, 1 χωμάτινη δεξαμενή λυμάτων (κατηγορία 24).

 

9.Στο χωριό Μένοικο της Επαρχίας Λευκωσίας, στα τεμάχια με αρ. 10 του Φ./Σχ.29/97 και στο τεμάχιο με αρ. 97 (Τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας) του Φ./Σχ. 29/29, 1 χωμάτινη δεξαμενή λυμάτων (κατηγορία 27)

 

10.Στο χωριό Μένοικο, στο τεμάχιο με αρ. 10 και στο τεμάχιο με αρ. 390, Φ./Σχ. 29/37, στο χωριό Αγίοι Ηλιόφωτοι, 1 χωμάτινη δεξαμενή λυμάτων (κατηγορία 30)

 

11. Δύο χωμάτινες δεξαμενές λυμάτων οι οποίες βρίσκονται στο τεμάχιο με αρ. 10, Φ/Σχ.29/37, στο χωριό Μένοικο της Επαρχίας Λευκωσίας (κατηγορία 33).

 

12. Μια χωμάτινη δεξαμενή λυμάτων η οποία βρίσκεται στα τεμάχια με αρ. 10 και 11 του Φ/Σχ.29/37, στο χωριό Μένοικο της Επαρχίας Λευκωσίας (κατηγορία 36).

 

13. Μια χωμάτινη δεξαμενή λυμάτων η οποία βρίσκεται στα τεμάχια με αρ. 10, 11 και 12 του Φ/Σχ.29/37, στο χωριό Μένοικο της Επαρχίας Λευκωσίας (κατηγορία 39).

 

14.Στο χωριό Μένοικο, στα τεμάχια με αρ. 97 (Τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας) Φ./Σχ.29/29, και 10,11,12 και 13 του Φ./Σχ. 29/37, 1 χωμάτινη δεξαμενή λυμάτων (κατηγορία 42)

 

15. Μία χωμάτινη δεξαμενή λυμάτων η οποία βρίσκεται στο τεμάχιο με αρ. 12 του Φ/Σχ.29/37, στο χωριό Μένοικο της Επαρχίας Λευκωσίας (κατηγορία 45).

 

16.Στο χωριό Μένοικο, στα τεμάχια με αρ. 12 και 72 (Τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας) του Φ./Σχ. 29/37, 1 χωμάτινη δεξαμενή λυμάτων (κατηγορία 48)

 

17.Στο χωριό Μένοικο, στα τεμάχια με αρ. 13, Φ./Σχ. 29/37 και 98 του Φ./Σχ.29/29, 1 χωμάτινη δεξαμενή λυμάτων (κατηγορία 51)

 

18.Στο χωριό Μένοικο, στο τεμάχιο με αρ. 13, Φ./Σχ. 29/37 και στο χωριό Ηλιόφωτοι στο τεμάχιο με αρ. 95 (Τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας) του Φ./Σχ.29/29, 1 χωμάτινη δεξαμενή λυμάτων (κατηγορία 54)

 

19. Μια χωμάτινη δεξαμενή λυμάτων η οποία βρίσκεται στα τεμάχια με αρ. 76 και 75 του Φ/Σχ.29/37, Τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας, στο χωριό Μένοικο της Επαρχίας Λευκωσίας (κατηγορία 56).

 

20. Μια χωμάτινη δεξαμενή λυμάτων η οποία βρίσκεται στα τεμάχια με αρ. 75 και 65 του Φ/Σχ.29/37, Τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας, στο χωριό Αγίοι Ηλιόφωτοι της Επαρχίας Λευκωσίας (κατηγορία 58).

 

21. Μια χωμάτινη δεξαμενή λυμάτων η οποία βρίσκεται στο τεμάχιο με αρ. 65 του Φ/Σχ.29/37, Τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας, στο χωριό Αγίοι Ηλιόφωτοι, της Επαρχίας Λευκωσίας (κατηγορία 60).

 

22. Μια χωμάτινη δεξαμενή λυμάτων η οποία βρίσκεται στο τεμάχιο με αρ. 64 του Φ/Σχ.29/37, Τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας, στο χωριό Αγίοι Ηλιόφωτοι, της Επαρχίας Λευκωσίας (κατηγορία 62).

 

23.Στο χωριό Άγιοι Ηλιόφωτοι και στα Τουρκοκυπριακή τεμάχια με αρ. 95, 110, 111, 112, 119, 118, 117, 152, 415, 416, 153, Φ./Σχ. 29/37 και στα τεμάχια με αρ. 399, 116, 154, 150, 155, 156 και 157 του Φ./Σχ.29/37, χωμάτινες δεξαμενές λυμάτων (κατηγορία 65)

 

Τα γεγονότα, ως αυτά αναφέρθηκαν από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, συνίστανται τα εξής. Η Κατηγορούμενη 1, ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών περί τις 18.03.1996 και διαθέτει σφαγείο καθώς και εργαστήρια κοπής και επεξεργασίας κρεάτων. Έχει την δυναμικότητα σφαγής 220 χοίρων και 150 αμνοεριφίων ανά ώρα, για την παραγωγή κρέατος καθώς και δυναμικότητα αποστέωσης και κοπής 30 χοίρων ανά ώρα. Από την λειτουργία του σφαγείου και των εργαστηρίων, προκύπτουν κατά μέσο όρο 45tn στερεών αποβλήτων και 270tn υγρών αποβλήτων ημερησίως. Επιπρόσθετα, η εγκατάσταση μπορεί να παραλαμβάνει μέχρι 65tn στερεά απόβλητα από άλλα σφαγεία, κρεοπωλεία κ.α. και μέχρι 350tn χοιρολύματα από τα γειτονικά χοιροστάσια, μέσω εγκατεστημένων αγωγών.

 

Οι Κατηγορούμενοι 2 μέχρι και 6 είναι οι εγγεγραμμένοι διευθυντές της Κατηγορούμενης 1.

 

Στις 06.02.2015, οι Κατηγορούμενοι κατέθεσαν στην Πολεοδομική Αρχή την υπ’ αρ. αίτηση ΛΕΥ/108/2015, για χορήγηση πολεοδομικής άδειας κατά παρέκκλιση η οποία αφορά σε προσθήκες και μετατροπές σε υφιστάμενο σφαγείο, ανέγερση ολοκληρωμένης μονάδας διαχείρισης αποβλήτων, καθώς και ανέγερση χωμάτινων δεξαμενών λυμάτων στα τεμάχια με αρ. 97 Φ/Σχ.29/29 (κατηγορίες 22-24 και μέρος των κατηγοριών 25-27), 390 Φ/Σχ. 29/37 (μέρος των κατηγοριών 28-30), 97 Φ/Σχ. 29/29 (κατηγορίες 40-42) και 72 Φ/Σχ.29/37 (κατηγορίες 46-48).

 

Στις 23.07.2015, οι Κατηγορούμενοι κατέθεσαν στην Πολεοδομική Αρχή αίτηση με αρ. ΛΕΥ/751/2011/Α για χορήγηση πολεοδομικής άδειας για έγκριση τροποποιημένων σχεδίων σε σχέση με την προηγουμένως, χορηγηθείσα άδεια με αρ. ΛΕΥ/751/2011 η οποία αφορά σε ανέγερση 8 χωμάτινων δεξαμενών χοιρολυμάτων και προσθήκη 5 νέων στα τεμάχια με αρ. 10,11,12,13,98,390,397 και 398 Φ/Σχ.29/29 και 29/37 και στα τεμάχια με αρ. 72 και 97 Φ/Σχ.29/29 και 29/37 (κατηγορίες 1-12, 19-54).

 

Κατά το έτος 2018, ζητήθηκε από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ώστε να γίνει καταγραφή όλων των δεξαμενών, κατά την διάρκεια της οποίας διαπιστώθηκε ότι οι Κατηγορούμενοι, από τις 04.12.2018 «μέχρι και σήμερα», κατέχουν και χρησιμοποιούν δεξαμενές για τις οποίες δεν είχε ακόμη εκδοθεί άδεια, από την αρμόδια αρχή. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκαν:

 

1. Στ Στο τεμάχιο με στοιχεία 398 Φ/Σχ.29/37, δύο δεξαμενές.

2. Στο τεμάχιο με στοιχεία 397 Φ/Σχ.29/37, μία δεξαμενή.

3. Στο τεμάχιο με στοιχεία 397 και 390 Φ/Σχ.29/37, μια δεξαμενή.

4. Στο τεμάχιο με στοιχεία 390 και 395 Φ/Σχ.29/37, μια δεξαμενή

5. Στο τεμάχιο με στοιχεία 77, 78 και 395 Φ/Σχ.29/37, μια δεξαμενή.

6. Στο τεμάχιο με στοιχεία 78 και 395 Φ/Σχ.29/37, μια δεξαμενή.

7. Στο τεμάχιο με στοιχεία 97, 98 Φ/Σχ.29/29 και 12 Φ/Σχ.29/37, μια δεξαμενή.

8. Στο τεμάχιο με στοιχεία 97 Φ/Σχ.29/29, μια δεξαμενή.

9. Στο τεμάχιο με στοιχεία 97 Φ/Σχ.29/29 και 10 Φ/Σχ.29/37, μια δεξαμενή.

10.Στο τεμάχιο με στοιχεία 10 και 390 Φ/Σχ.29/37, μια δεξαμενή.

11. Στο τεμάχιο με στοιχεία 10 Φ/Σχ.29/37, δύο δεξαμενές.

12.Στο τεμάχιο με στοιχεία 10 και 11 Φ/Σχ.29/37, μια δεξαμενή.

13. Στο τεμάχιο με στοιχεία 10, 11 και 12 Φ/Σχ.29/37, μια δεξαμενή.

14. Στο τεμάχιο με στοιχεία 10,11,12 και 13 Φ/Σχ. 29/37 και 97 Φ/Σχ. 29/29, μια δεξαμενή.

15. Στο τεμάχιο με στοιχεία 12, Φ/Σχ. 29/37, μια δεξαμενή.

16. Στο τεμάχιο με στοιχεία 12 και 72 Φ/Σχ. 29/37, μια δεξαμενή.

17. Στο τεμάχιο με στοιχεία 13 Φ/Σχ.29/37 και 98 Φ/Σχ.29/29, μια δεξαμενή.

18. Στο τεμάχιο με στοιχεία 13 Φ/Σχ.29/37 και 95 Φ/Σχ.29/29, μια δεξαμενή.

19. Στο τεμάχιο με στοιχεία 75 και 76 Φ/Σχ. 29/37, μια δεξαμενή.

20. Στο τεμάχιο με στοιχεία 75 και 65, Φ/Σχ. 29/37, μια δεξαμενή.

21. Στο τεμάχιο με στοιχεία 65 Φ/Σχ. 29/37 μια δεξαμενή.

22. Στο τεμάχιο με στοιχεία 64 Φ/Σχ. 29/37, μια δεξαμενή.

23. Στα τεμάχια με στοιχεία 95, 110-112, 119, 118, 117, 152, 415, 416, 153, 399, 116, 154 και 150, 155, 156 και 157 Φ/Σχ. 29/37, τέσσερις δεξαμενές.

 

Οι πιο πάνω δεξαμενές, ανεγέρθηκαν με την ανοχή των Κατηγορουμένων 2-6 και χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα από αυτούς με σκοπό την καλύτερη εξυπηρέτηση του σφαγείου και της γενικότερης ανάπτυξης και την εύρυθμη λειτουργία του, εφόσον σε αυτές γίνεται η μεταφορά των επεξεργασμένων υγρών αποβλήτων που προκύπτουν από τις διεργασίες της εγκατάστασης, για σκοπούς εξάτμισης με αγωγούς και οι δεξαμενές αυτές, έχουν σκοπό την εξυπηρέτηση της γενικότερης οικοδομής και μέχρι σήμερα εξυπηρετούν άμεσα τις ανάγκες αυτές. Συγκεκριμένα, στις εν λόγω δεξαμενές τα λύματα διοχετεύονται μέσω υπόγειων αγωγών που ξεκινούν από τον βιολογικό σταθμό της Κατηγορούμενης 1 και καταλήγει στις υψομετρικά, πιο ψηλές δεξαμενές, ενώ στις υπόλοιπες καταλήγουν με υπερχείλιση. Περαιτέρω, οι εν λόγω δεξαμενές αποδέχονται και λύματα, τα οποία μεταφέρουν άλλοι κτηνοτρόφοι, είτε με τα οχήματα τους, είτε με αγωγό στον βιολογικό σταθμό.

 

Το Υπουργικό Συμβούλιο, με απόφαση που πάρθηκε σε συνεδρία στις 20.04.2022, αποφάσισε όπως εγκρίνει την αίτηση για χορήγηση προσωρινής πολεοδομικής άδειας κατά παρέκκλιση, για 6 μήνες και με κατάλληλους όρους και προϋποθέσεις. Ανάμεσα στους όρους, είναι και η υποχρέωση των Κατηγορούμενων να υποβάλουν διαχειριστική περιβαλλοντική μελέτη (και) σε σχέση με τις δεξαμενές, οι οποίες καλύπτονται από τις αιτήσεις. Η εν λόγω μελέτη εξασφαλίστηκε και καταχωρήθηκε από την Κατηγορούμενη 1 και αξιολογήθηκε από το Τμήμα Περιβάλλοντος.

 

Στις 20.12.2024, η Υπουργός Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, ως η αρμόδια αρχή, χορήγησε την υπ’ αρ. 33/24, άδεια βιομηχανικών εκπομπών, ισχύουσα μέχρι την 10.12.2026. Στην άδεια, είχαν συμπεριληφθεί οι δεξαμενές που διέθεταν πολεοδομική άδεια ή είχαν συμπεριληφθεί στις αιτήσεις για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας. Κατά τις επιθεωρήσεις που είχαν διενεργηθεί τα τελευταία δύο χρόνια από το Τμήμα Πολεοδομίας, έχει διαπιστωθεί ότι υπάρχει επαρκής συμμόρφωση των Κατηγορουμένων, με τους όρους που περιλαμβάνονται στην άδεια βιομηχανικών εκπομπών.

 

Για τις εν λόγω οικοδομές, ζητείται διάταγμα κατεδάφισης τους παρότι πρόθεση της κατηγορούσας αρχής, είναι να μην ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα εναντίον των Κατηγορουμένων, σε περίπτωση που τέτοιο διάταγμα εκδοθεί και παρέλθει η προθεσμία αναστολής του ως ορίζει ο Νόμος και δεν εξασφαλίσουν την απαιτούμενη εκ του Νόμου άδεια, μέχρι την ολοκλήρωση της εξέτασης των αιτήσεων τους που εκκρεμούν. Ως περαιτέρω έχει λεχθεί, η πρόθεση αυτή, αφορά τις δεξαμενές που περιλαμβάνονται στις εκκρεμούσες αιτήσεις των Κατηγορουμένων και όχι αυτές που δεν διαθέτουν άδεια και δεν αποτελούν μέρος των εν λόγω αιτήσεων.

 

Τέλος, ουδείς εκ των Κατηγορουμένων βαρύνεται με οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη.

 

Οι θέσεις των συνηγόρων υπεράσπισης, ως προς τις περιστάσεις τέλεσης των αδικημάτων, αλλά και σε ό,τι αφορά λοιπούς μετριαστικούς παράγοντες, είναι κοινές, συνεπώς παρότι προβαίνω σε ενιαίο σχολιασμό των θέσεων τους προς αποφυγή επαναλήψεων, σημειώνω πως έχω λάβει υπόψη μου κάθε τι αναφέρεται στην γραπτή αγόρευση ενός εκάστου.

 

Καταρχάς, αμφότεροι οι συνήγοροι, προς μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων, επικαλούνται το λευκό ποινικό μητρώο των τελευταίων καθώς και την παραδοχή τους στο Δικαστήριο, ως επίσης και το σύνολο των προσπαθειών που κατέβαλαν οι Κατηγορούμενοι για σκοπούς συμμόρφωσης, παρότι αυτή δεν επετεύχθη μέχρι σήμερα, για τους λόγους που προβάλλονται. Αμφότεροι, παραπέμποντας στην φύση των επίδικων δεξαμενών και την λειτουργική αξία τους, στις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και το ιστορικό των αιτήσεων των Κατηγορουμένων για λήψη αδειών, την συμπεριφορά της Διοίκησης μέχρι σήμερα, αλλά και του ότι η έκδοση διαταγμάτων κατεδάφισης, θα επιφέρει ως αναπόδραστο αποτέλεσμα την αναστολή των εργασιών της Κατηγορούμενης 1 και συνακόλουθα την διακινδύνευση της δημόσιας υγείας, του περιβάλλοντος, της τοπικής οικονομίας αλλά και της ενεργειακής μετάβασης της χώρας, εισηγούνται πως η παρούσα, δεν είναι κατάλληλη περίπτωση έκδοσης διατάγματος κατεδάφισης των ανεγερθέντων δεξαμενών, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, την οποία οφείλει να σταθμίσει το Δικαστήριο. Περιπλέον, κατά τη θέση του συνηγόρου των Κατηγορουμένων 1,2,4,5 και 6, ενδεχόμενη έκδοση διατάγματος κατεδάφισης, θα εξουδετέρωνε εκ των πραγμάτων το αντικείμενο των αιτήσεων των Κατηγορουμένων, προς εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειών κατά παρέκκλιση και ενδεχομένως το Δικαστήριο να υποκαθιστούσε με τον τρόπο αυτό, τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις οποίες εναποτέθηκε η ευθύνη εξέτασης τέτοιων αιτήσεων.

 

Συναφώς με τα πιο πάνω, ο συνήγορος της Κατηγορούμενης 2 αναφέρθηκε περιπλέον των πιο πάνω πως στην παρούσα και με βάση το ιστορικό που την διέπει, υφίσταται από μέρους της Διοίκησης «κατάχρηση διαδικασίας» με το να μην λαμβάνει οποιαδήποτε απόφαση, θετική ή αρνητική σε σχέση με τις εκκρεμούσες αιτήσεις των Κατηγορουμένων, αλλά και με την όλη «αντιφατική» από μέρους της αφού από την μια, αναγνωρίζει ότι οι ευρύτερες υποδομές της Κατηγορούμενης 1, είναι κρίσιμες υποδομές για το Κράτος και η λειτουργία της, του επιφέρει περιβαλλοντικά και οικονομικά οφέλη αλλά από την άλλη ζητά κατεδάφιση επί μέρους, πλην συναρτώμενων με την λειτουργία της, υποδομών. Προωθείται δε η παρούσα, όταν η ίδια η Διοίκηση, από το 2015, κωλυσιεργεί και δεν εξετάζει τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν, με αποτέλεσμα να μην λαμβάνει καμμιά απόφαση.

 

Η ως άνω στάση της Διοίκησης, αποτέλεσε κατά τη θέση του συνηγόρου της Κατηγορούμενης 2 και από την Ερευνητική Επιτροπή που είχε διοριστεί για να εξετάσει ζητήματα που σχετίζονταν με την Κατηγορούμενη 1 (μεταξύ των οποίων και τα εδώ επίδικα αλλά και τα επίδικα ζητήματα που πραγματεύεται έτερη υπόθεση που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι), με την εν λόγω Επιτροπή να σχολιάσει πως η συμπεριφορά της Διοίκησης είναι επιλήψιμη, αδικαιολόγητη και επιβλαβής και πως οι Κατηγορούμενοι καμμιά ευθύνη έχουν για την μη έκδοση των εκ του νόμου απαιτούμενων αδειών.

 

Αποτελεί επίσης θέση, του ίδιου συνηγόρου πως η πεποίθηση των Κατηγορουμένων, είναι ότι η Διοίκηση αντιμετωπίζει τους τελευταίους με εχθρότητα, αφού τούτο απορρέει από το γεγονός ότι καθυστερεί υπέρμετρα η λήψη οποιασδήποτε απόφασης, καθότι υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων του σφαγείου που λειτουργεί η Κατηγορούμενη 1, με το κεντρικό σφαγείο Κοφίνου, ο οποίος αποτελεί ανταγωνιστή της πρώτης. Η πεποίθηση τους αυτή, ενισχύεται από το γεγονός πως η Κατηγορούμενη 1 είχε προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε απόφαση προς όφελος της, αναγνωρίζοντας πως είχε προηγηθεί παράνομη κρατική παρέμβαση στον ανταγωνισμό και επιδίκασε αποζημιώσεις υπερ της.    

 

Αποτελεί θέση αμφοτέρων των συνηγόρων πως η παρούσα, δεν είναι η περίπτωση ενός αδικοπραγούντα που δεν έπραξε τίποτα για να εξασφαλίσει την όποια άδεια απαιτείτο, αλλά τουναντίον, οι Κατηγορούμενοι προέβησαν σε ό,τι απαιτείτο για να αδειοδοτήσουν τις δεξαμενές και ο μόνος λόγος που αυτό δεν επετεύχθη, είναι η αδικαιολόγητη κωλυσιεργία από μέρους του Κράτους. Ενδεικτικό της απαράδεκτης στάσης της τελευταίας, είναι κατά τη θέση των συνηγόρων των γεγονός ότι, ενώ οι Κατηγορούμενοι καταχώρησαν αίτηση για εξασφάλιση άδειας κατά παρέκκλιση από το 2015, η εξέταση της, κατέστη εφικτό να ολοκληρωθεί 7 χρόνια αργότερα, ήτοι το 2022, όπου με την ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου Παρεκκλίσεων, εξασφαλίστηκε η εν λόγω άδεια υπό όρους. Όρους τους οποίους τάχιστα οι Κατηγορούμενοι εκπλήρωσαν ως επί το πλείστον, πλην δύο όρων, η υλοποίηση των οποίων δεν εξαρτώνται από τους ίδιους, αλλά από τον κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών, ο οποίος ακόμη και μέχρι σήμερα, δεν ανταποκρίνεται καν, όχι μόνο στο κάλεσμα  των ιδίων αλλά και του ίδιου του Γενικού Εισαγγελέα, ως είχε δηλωθεί, σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας.    

 

Με βάση το άρθρο 20(1)(γ) του Κεφ. 96, πρόσωπο το οποίο κατέχει ή χρησιμοποιεί οικοδομή για την οποία δεν έχει εκδοθεί πιστοποιητικό εγκρίσεως, με βάση το άρθρο 10 του Κεφ. 96 υπόκειται σε  ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή  χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και τις δύο αυτές ποινές και  σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί.

 

Επιπροσθέτως δε, το Δικαστήριο, σε περίπτωση που πρόσωπο καταδικάζεται για οποιοδήποτε αδίκημα περιλαμβάνεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 20 του Κεφ. 96, δύναται να διατάξει με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 20(3)(α) όπως, η οικοδομή ή οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράχτηκε, κατεδαφιστεί ή μετακινηθεί εντός τέτοιου χρόνου ως ήθελε καθοριστεί σε τέτοιο διάταγμα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ ληφθεί άδεια σε σχέση με αυτή από την αρμόδια αρχή ή (και) σε περίπτωση οικοδομής για την οποία δε χορηγήθηκε το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Κεφ. 96, ή όταν η συγκεκριμένη χρήση οικοδομής δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη, με βάση τη σχετική άδεια, χρήση, τον τερματισμό της χρήσης της οικοδομής αυτής μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου, αλλά που να μην υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ εξασφαλιστεί το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης ή η σχετική άδεια για τη συγκεκριμένη χρήση από την αρμόδια αρχή.

 

Σημειώνω πως τα αδικήματα που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι, είναι σοβαρά, υπό την έννοια ότι αφορούν παραβιάσεις που σχετίζονται με αναπτύξεις, οι οποίες δεν έχουν λάβει τις απαιτούμενες εκ του Νόμου άδειες. Ενδεικτική της σοβαρότητας τους, είναι και η πρόβλεψη στο Νόμο, στο πλαίσιο επιβολής της ποινής και διαταγμάτων είτε κατεδάφισης, είτε τερματισμού χρήσης των οικοδομών που ανεγέρθηκαν παράνομα και κατέχονται χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Πρόκειται  για δραστικότατα μέτρα, η πρόβλεψη των οποίων, καταδεικνύει ακριβώς, την αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται.  Αυστηρότητα που δεν είναι ασύνδετη με την ασφάλεια που απαιτείται να διέπει την δομή οποιουδήποτε πράγματος ανεγείρεται η οποία συνακόλουθα διασφαλίζει και την ασφάλεια των χρηστών του.

 

Το σύνηθες ποινικό μέτρο μεταχείρισης των αδικοπραγούντων, σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις, είναι η επιβολή χρηματικής ποινής, το ύψος της οποίας σαφώς και διαφοροποιείται, αναλόγως του μεγέθους της παρανομίας και των ιδιάζουσων (ενδεχομένως) περιστάσεων κάθε υπόθεσης και η έκδοση, είτε διατάγματος κατεδάφισης των παρανόμως ανεγερθέντων, είτε η έκδοση διατάγματος τερματισμού της χρήσης τους, είτε και τα δύο πιο πάνω διατάγματα. 

 

Στην υπόθεση Αδελφοί Λαμπριανίδη κ.α. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερίου (1989) 2 Α.Α.Δ. 390, στην οποία συγκεφαλαιώνονται όλες οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση (ή μη) διατάγματος κατεδάφισης οικοδομής, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

"Αποτελεί θεμελιώδη κανόνα του κράτους δικαίου ότι κανένας, όσο ψηλά κι αν βρίσκεται, δε μπορεί να εξουσιοδοτήσει εκτροπή από τη νομιμότητα. Πρέπει να γίνει κατανοητό, τόσο από τους εφεσείοντες όπως και από κάθε πολίτη, στον προγραμματισμό των πράξεων του ότι ο νόμος δεν είναι μόνο η υπέρτατη αρχή αλλά και η μόνη πηγή για την απόκτηση δικαιωμάτων. Η προσδοκία για την ανοχή της παρανομίας δεν αποτελεί λόγο για τη διαιώνισή της. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία έγινε εκτεταμένη αναφορά από το πρωτόδικο Δικαστήριο* υποστηρίζει ότι ο πρωταρχικός παράγοντας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης είναι η διασφάλιση της εγκυρότητας της πολεοδομικής νομοθεσίας (Περί Οδών και Οικοδομών Νόμος και Κανονισμοί) και η αποκατάσταση της νομιμότητας. Η έκδοση διατάγματος για την κατεδάφιση παράνομων οικοδομών μπορεί να αποφευχθεί μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που η παρέκκλιση από τους όρους οικοδομής είναι ασήμαντη σε τέτοιο βαθμό που η κατεδάφιση του συνόλου της οικοδομής θα συνιστούσε τιμωρία δυσανάλογη προς τη βαρύτητα του πταίσματος. Όμως και στην περίπτωση που η παρέκκλιση από τους όρους είναι ασήμαντη, και το μέρος της οικοδομής το οποίο συνιστά την παρανομία διαχωρίζεται από το υπόλοιπο και σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται έκδοση διατάγματος κατεδάφισης του συγκεκριμένου μέρους που συνιστά την παράβαση.”

 

(η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

 

Ως συνάγεται από το παραπάνω σκεπτικό, έκδοση διατάγματος για κατεδάφιση παράνομων οικοδομών μπορεί να αποφευχθεί μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που η παρέκκλιση είναι ασήμαντη (βλ. και Χ"Τοφή ν. Έπαρχος ΛάρνακοςΠοιν. Εφ. 150/15 ημερ. 5.4.2017, ECLI:CY:AD:2017:B129, Έπαρχος Λάρνακας ν. Marinakis Developers κ.α., Ποιν. Εφ. 173/2014 ημερ. 24.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:B112, και Έπαρχος Πάφου ν. Tremetoushiotis Developers Ltd κ.α., Ποιν. Εφ. 153/2019 ημερ. 31.5.2018)

 

Στην δε, Delkesa Estates Ltd κ.α. ν. Δήμου Αγίου Αθανασίου (2011) 2 Α.Α.Δ. 263, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η μη έκδοση διατάγματος κατεδάφισης σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν ουσιαστικές προσθήκες ή μετατροπές σε υφιστάμενη οικοδομή, «θα ισοδυναμούσε με έγκριση και συνέχιση της παρανομίας ώστε αυτός που παρανομεί να αισθάνεται ότι μπορεί να διαπράττει τέτοιου είδους αδικήματα και να απολαμβάνει τους καρπούς της παρανομίας του, καταβάλλοντας μόνο χρηματική ποινή» (βλ. Φωτίου ν. Δήμου Πάφου (1991) 2 Α.Α.Δ. 294).

 

Καθίσταται επομένως σαφές, από τα αποσπάσματα των πιο πάνω υποθέσεων πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην διατάξει την κατεδάφιση μιας παράνομης οικοδομής, οικοδομής δηλαδή η οποία ανεγέρθηκε άνευ της απαιτούμενης άδειας από την αρμόδια αρχή, είναι περιορισμένη. Κατά κανόνα εκδίδονται διατάγματα κατεδάφισης παράνομων οικοδομών, η νομολογία όμως αναγνωρίζει περιορισμένη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να μην εκδώσει τέτοιο διάταγμα εάν η παρανομία είναι μηδαμινή, ή περιθωριακή και αφορά ουσιαστικά σε μικρό ή αμελητέο μέρος της οικοδομής, οπότε, εφαρμόζοντας τα Δικαστήρια την αρχή της αναλογικότητας, μπορεί να αρνηθούν την έκδοση έκδοση κατεδάφισης ΚΟΡΚΟΣ ν. ΕΠΑΡΧΟΥ ΠΑΦΟΥ, Ποινική Εφεση Αρ. 81/2017, ημερ. 7 Οκτωβρίου, 2019.

 

Σημειώνω επίσης ότι, σε περιπτώσεις όπου πρόσωπο κατηγορείται για κατοχή υποστατικού/οικοδομήματος για το οποίο δεν έχει εξασφαλιστεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, τα περιθώρια μη έκδοσης διατάγματος κατεδάφισης ή τερματισμού της χρήσης, είναι ακόμη στενότερα, ακόμη στις περιπτώσεις που παρά τη μη έκδοση του εν λόγω πιστοποιητικού, έχει εξασφαλιστεί είτε οικοδομική, είτε πολεοδομική άδεια, με δεδομένη πάντοτε, την διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο να το πράξει. Ως έχει λεχθεί στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου, ERMES DEPARTMENT STORES PLC κ.α. ν. Δήμος Πάφου, Ποιν. Εφεση 162/2021, ημερ. 14.11.2023, με παραπομπή στις υποθέσεις Δήμος Λεμεσού v. Δ. Νικολάου & Υιοί Λτδ κ.α. (2007) 2 Α.Α.Δ. 1 και Milan Garaca κ.α v. Τάκκα (2007) 2 Α.Α.Δ. 165, «η εφαρμογή του άρθρου 20(3) αναφορικά με τη δυνατότητα έκδοσης των υπό αναφορά διαταγμάτων, δεν συνδέεται με την ύπαρξη  άδειας οικοδομής ή πολεοδομικής άδειας, η ύπαρξη των οποίων θεωρείται άσχετος παράγοντας». Η προσέγγιση επομένως της νομολογίας, καθιστά αυταπόδεικτη, όχι μόνο την σοβαρότητα των παραβιάσεων των Πολεοδομικών και Περί Οικοδομών Νόμων και Κανονισμών, αλλά και την αυστηρότητα, με την οποία αντιμετωπίζονται τέτοιας φύσεως αδικήματα.

 

Παρά την διαπιστούμενη σοβαρότητα των αδικημάτων, ως αυτή απορρέει από τα ως άνω, σημειώνω πως αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου, να προχωρήσει σε εξατομίκευση της ποινής που θα επιβάλει, λαμβανομένου υπόψη του ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους, δεν μειώνει σε καμμιά περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου Κατηγορούμενου.

 

Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, χωρίς ωστόσο η διαδικασία της εξατομίκευσης να οδηγεί σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου[1] ή του στοιχείου της αποτροπής τόσο για τον ίδιο τον δράστη όσο και για κάθε επίδοξο παραβάτη γενικότερα.[2] 

 

Στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής επομένως και με όσα δεδομένα τα όσα έχουν λεχθεί από τους συνήγορους υπεράσπισης στο Δικαστήριο και δεν έχουν αμφισβητηθεί από μέρους της κατηγορούσας αρχής, λαμβάνω υπόψιν μου κατ’ αρχάς προς όφελος όλων των Κατηγορουμένων, το λευκό τους ποινικό μητρώο, καθώς και την παραδοχή τους, η οποία αν και δεν ήταν άμεση, εντούτοις επήλθε σε στάδιο που δεν είχε ξεκινήσει  η ακρόαση της διαδικασίας, παράγοντας ο οποίος συνέτεινε, στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου, ο οποίος άλλως πως θα διατίθετο, για την ακρόαση της υπόθεσης με ό,τι τούτο συνεπάγεται από απόψεως χρόνου. Περιπλέον τούτου, η παραδοχή όλων των Κατηγορουμένων, εκλαμβάνεται και ως ένδειξη μεταμέλειας, στοιχείο το οποίο επίσης συνυπολογίζω προς όφελος τους.

 

Σε ό,τι αφορά τις περιστάσεις διάπραξης των υπό κρίση αδικημάτων αλλά και τα γεγονότα εκείνα που πλαισιώνουν την παρούσα, σημειώνω τα ακόλουθα. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός καταρχάς, πως μέχρι και σήμερα, για όλες ανεξαιρέτως τις επίδικες δεξαμενές, δεν έχει εξασφαλιστεί πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως.

 

Περιπλέον, αποτελεί επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός πως σε σχέση με τις επίδικες δεξαμενές (πλην αυτών που αφορούν οι κατηγορίες 15 και 18) έχουν καταχωρηθεί από το 2015, δύο αιτήσεις, οι οποίες στην ουσία εξακολουθούν να εκκρεμούν. Η μια είναι η αίτηση με αρ. ΛΕΥ/108/2015, η οποία παραπέμφθηκε στο Συμβούλιο Παρεκκλίσεων για σκοπούς εξέτασης κατά παρέκκλισης χορήγησης πολεοδομικής άδειας και η άλλη, η υπ’ αρ. αίτηση ΛΕΥ/751/2011/Α η οποία  κατατέθηκε στο Τμήμα Πολεοδομίας, για εξασφάλιση τροποποιητικής ουσιαστικής άδειας, (επί υφιστάμενης), με την πρώτη να έχει εξεταστεί και να έχει εγκριθεί (υπό όρους) ομόφωνα από το Συμβούλιο Παρεκκλίσεων και την δεύτερη, να εκκρεμεί ακόμη.

 

Καθίσταται επομένως σαφές, από τα παραπάνω πως πράγματι, η παρούσα δεν είναι περίπτωση όπου οι Κατηγορούμενοι παρέμειναν άπραγοι και συνέχιζαν να επωφελούνται από τις παράνομες πράξεις τους, αλλά περίπτωση η οποία, παρότι επιχείρησαν να εξασφαλίσουν όλες εκείνες τις άδειες, προκειμένου να λειτουργούν σύννομα, εντούτοις δεν κατόρθωσαν να συμμορφωθούν, αφού ο βραδυκίνητος και παντελώς αδικαιολόγητος ρυθμός της Διοίκησης, όχι μόνο δεν επέφερε αποτέλεσμα, είτε με έγκριση, είτε με απόρριψη των αιτήσεων των Κατηγορουμένων, αλλά διατήρησε και διατηρεί μέχρι και σήμερα, την ίδια κατάσταση πραγμάτων που επικρατούσε το 2015, 11 δηλαδή χρόνια προηγουμένως. Είναι προφανές πως ο λόγος που οι Κατηγορούμενοι σε κανένα διάβημα έχουν προβεί προς εξασφάλιση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης, είναι διότι δεν έχουν εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, για την εξασφάλιση της οποίας απαιτείται πολεοδομική άδεια, την χορήγηση της οποίας έχουν αιτηθεί 11 χρόνια πριν και αναμένουν ακόμη, απάντηση, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την υπ’ αρ. αίτηση ΛΕΥ/751/2011/Α. 

 

Ακόμη ωστόσο και για την υπ΄ αρ. αίτηση ΛΕΥ/108/2015, ως προκύπτει από τα όσα έχουν λεχθεί από όλες τις πλευρές, η Κατηγορούμενη 1 προχώρησε το 2015 στην υποβολή της εν λόγω αίτησης για εξασφάλισης πολεοδομικής άδειας κατά παρέκκλιση, το 2015, αίτηση η οποία εξετάστηκε 7 χρόνια αργότερα και  εγκρίθηκε ομόφωνα στις 20.04.2022 δυνάμει της απόφαση υπ’ αρ. 546/2022, του Υπουργικού Συμβουλίου. Η  εν λόγω απόφαση τελεί υπό την αίρεση εκπλήρωσης 10 συνολικών όρων. Η Κατηγορούμενη 1, αμέσως μετά την λήψη της πιο πάνω απόφασης, προέβη στην εκπλήρωση 8 από τους 10 όρους, των οποίων η εκπλήρωση εξαρτιόταν αποκλειστικά από την ίδια, προχωρώντας στην καταβολή του χρηματικού ποσού των €200.000 που είχε τεθεί ως όρος, στην υποβολή διαχειριστικής περιβαλλοντικής μελέτης, νέων τοπογραφικών σχεδίων και τεχνική τεκμηρίωση της αναγκαιότητας των ενεργειών της Κατηγορούμενης 1, σε συνάρτηση με τις δεξαμενές, ετοιμασίας και αποστολής περιβαλλοντικής μελέτης από το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου σε σχέση με οσμές, έδαφος, υπόγεια ύδατα, εξασφάλισης άδειας βιομηχανικών εκπομπών από το Τμήμα Περιβάλλοντος, επιστολή συμμόρφωσης προς την πολεοδομία, τεχνικές παρεμβάσεις και αναβαθμίσεις στις δεξαμενές.

 

Προέβη επίσης, σε επανειλημμένες επαφές με τον Έπαρχο Λευκωσίας και το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για δύο εναπομείναντα ζητήματα (όρους) που παρέμειναν να εκκρεμούν μέχρι και σήμερα, τα οποία ωστόσο είναι εκτός του ελέγχου της Κατηγορούμενης 1, αφού αφορούν, ο ένας όρος, ζητήματα που ανακύπτουν από την ύπαρξη δεξαμενών, επί τουρκοκυπριακών τεμαχίων γης, για την διευθέτηση των οποίων αναμένεται η λήψη απόφασης από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, η οποία μέχρι και σήμερα, δεν περιέλαβε το θέμα σε ημερήσια διάταξη, προκειμένου να συζητηθεί και ο άλλος την κατάργηση και μετατόπιση εγγεγραμμένου μονοπατιού, στο οποίο επεμβαίνει η μονάδα διαχείρισης αποβλήτων. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες που έγιναν από τους Κατηγορούμενους, για να επιλυθούν τα συγκεκριμένα  ζητήματα, δεν υπάρχει ανταπόκριση από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Υπηρεσιών και την Υπηρεσία του, για την οποία, τίποτε άλλο μπορούν να πράξουν οι Κατηγορούμενοι, πλην του να αναμένουν την θετική ανταπόκριση του αφού το όλο ζήτημα πλέον, εξαρτάται ως φαίνεται (και χωρίς ούτε τούτο να αμφισβητείται), αποκλειστικά από τις ενέργειες του ιδίου.

 

Είναι επομένως προφανές πως για ό,τι απαιτήθηκε από τους Κατηγορούμενους να πράξουν, οι τελευταίοι κατέβαλαν κάθε δυνατή και ευλόγως αναμενόμενη προσπάθεια, με την (ευρύτερη) Διοίκηση, να εξακολουθεί να συμπεριφέρεται, παντελώς εκτός του πλαισίου που απαιτεί το πνεύμα που δημιουργούν οι αρχές της χρηστής διοίκησης[3]. Η ως άνω επομένως, συμπεριφορά της Διοίκησης, δεν μπορεί παρά να επενεργήσει προς όφελος των Κατηγορουμένων και μετριαστικά της ποινής τους, από απόψεως ύψους της τελευταίας.

 

Σε αυτό το σημείο ωστόσο, οφείλω να σχολιάσω τη θέση του συνηγόρου της Κατηγορούμενης 2, ο οποίος χαρακτηρίζει ή προσομοιάζει την πιο πάνω συμπεριφορά ως συνιστώσα, κατάχρησης της διαδικασίας. Επί τούτου, έχει διευκρινιστεί από τον εν λόγω συνήγορο, κατά την προφορική του αγόρευση, πως η ως άνω θέση δεν προωθείται υπό την έννοια που θέτει η νομολογία (διαπίστωση της οποίας θα οδηγούσε σε αναστολή ή διακοπή της υπόθεσης) αλλά ως ανασταλτικός ή αποτρεπτικός παράγοντας, σε σχέση με τυχόν έκδοση διαταγμάτων κατεδάφισης των επίδικων δεξαμενών. Η πιο πάνω θέση, ως έχει διαμορφωθεί, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η διαπίστωση κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε διακοπή ή αναστολή της υπόθεσης, αφού τούτος είναι ο μόνος τρόπος, περιστολής της. Το τι δύναται να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, δεν είναι κάτι που έχει προκαθορισμένο τύπο και δεν υπάρχει πρότυπο συμπεριφοράς, από το οποίο εξετάζεται εάν μια συγκεκριμένη περίπτωση, εμπίπτει στον όρο κατάχρηση ή όχι.

 

Με βάση σχετική νομολογία, κατάχρηση της διαδικασίας προκύπτει μέσα από διάφορες μορφές και διαπίστωση της, οδηγεί, ως έχει πιο πάνω λεχθεί, σε διακοπή ή αναστολή της δικαστικής διαδικασίας η οποία ασκείται με φειδώ και στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της θα προκαλέσει έκδηλη αδικία (βλ. σχετικά μεταξύ άλλων: Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Παρέλλα (1995) 1 ΑΑΔ 217 , Έλληνας ν. Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 149, Ευάγγελος Εμπεδοκλή κ.α. (Aρ.3) (2009) 1 ΑΑΔ 529, Σπύρος Σπύρου ν. Βαρβάρας Ξενή, Ποιν. Έφ. 223/2014, απόφαση ημερομηνίας 11/11/2015).

 

Στην Αγγλική απόφαση Hui Chi-Ming v. R. (1992) 1 A.C. 34 P.C.η κατάχρηση της διαδικασίας χαρακτηρίστηκε ως «something so unfair and wrong that the Court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respect a regular proceeding."

 

Το βάρος απόδειξης σε περίπτωση επίκλησης κατάχρησης της διαδικασίας, το επωμίζεται η πλευρά που την επικαλείται και αποδεικνύεται στη βάση του  ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή ή διακοπή της διαδικασίας (βλEx parte Badhan [1991] 2 Q.B.78 και Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116). Ειδικότερα, ο διάδικος που επικαλείται κατάχρηση, θα πρέπει να αποδείξει, όχι μόνο ότι υπήρξε τέτοια, αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C.72 HL). Με βάση τα δεδομένα που υφίστανται ενώπιον μου, και παρότι θεωρώ πως οριακά η ανεπίτρεπτη και αδικαιολόγητη στάση της Διοίκησης η οποία δεν εξετάζει μεν, αλλά προωθεί δε, δικαστικές διαδικασίες για το αντικείμενο που κατ’ ουσία έχει να εξετάσει, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως κατάχρηση της διαδικασίας, κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί πώς οι Κατηγορούμενοι έχουν επηρεαστεί δυσμενώς, έτσι ώστε να ενέτασσα την παρούσα στις περιπτώσεις εκείνες, όπου η δικαστική διαδικασία διακόπηκε, ενόψει των διαπιστώσεων περί κατάχρησης. Παρόλα αυτά, είναι σαφές, ως άλλωστε καταγράφω και πιο πάνω, πως το σύνολο των πιο πάνω διαπιστώσεων μου, προσμετράτε προς όφελος των Κατηγορουμένων και λαμβάνεται δεόντως υπόψη, για τον καθορισμό της ποινής τους.    

 

Ό,τι άλλο λαμβάνω υπόψη μου, από τις αντικειμενικές περιστάσεις της παρούσας, είναι η φύση των επίδικων οικοδομών. Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί από τους συνηγόρους υπεράσπισης και δεν έχουν αμφισβητηθεί, οι πλείστες από τις επίδικες δεξαμενές, είχαν ανεγερθεί από την δεκαετία του 1990, από άλλη εταιρεία η οποία λειτουργούσε στην ίδια τοποθεσία. Περί το έτος 2011 και με στόχο την επίτευξη αναβάθμισης στην βάση περιβαλλοντικών κριτηρίων, είχε υποβληθεί αίτηση για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας, άδεια η οποία εξασφαλίστηκε στις 19.11.2012 (ΛΕΥ/0751/2011) και η οποία αφορούσε τις δεξαμενές που βρίσκονταν στα τεμάχια 10-13, 156, 116, 150, 388 κ.α. Παράλληλα, το 2014, εξασφαλίστηκε και η υπ’ αρ. άδεια 5/2014/01, απόρριψης αποβλήτων η οποία προνοούσε εξατμιστική απόρριψη. Κατόπιν, ακολούθησε η κατασκευή μονάδας βιοαερίου, η οποία λειτουργεί μέχρι και σήμερα, ως πρότυπο κυκλικής, πράσινης ενέργειας, πανευρωπαϊκά.

 

Οι επίδικες δεξαμενές, αποτελούν ουσιαστικά εγκαταστάσεις αποθήκευσης, στις οποίες καταλήγει το 95% των επεξεργασμένων λυμάτων, τα οποία μετατρέπονται σε βιοαέριο, το οποίο αποτελεί ανανεώσιμη πηγή ενέργειας. Μέσω του παραπάνω έργου, τυγχάνουν επεξεργασίας πάνω από 200.000 τόνοι αποβλήτων, από τους οποίους παράγεται 18,5MWh, ηλεκτρική ενέργεια, από την οποία, τα 10 MWh, εξάγονται στο κυπριακό δίκτυο. Ως αναφέρθηκε, περί το έτος 2024, η Κατηγορούμενη 1, μέσω των επίδικων δεξαμενών και ενόψει του ότι συνιστά αδειοδοτημένο (κατά τα άλλα), κέντρο διαχείρισης ζωικών αποβλήτων, διαχειρίστηκε με τον πιο πάνω τρόπο, 207.000 κυβικά μέτρα οργανικά απόβλητα, και παρήγαγε συνεπεία τούτου, 18,5 εκατομμύρια kWh, ηλεκτρικής ενέργειας.  Αποτέλεσμα της πιο πάνω διεργασίας, είναι η μειωμένη εκπομπή ποσοτήτων διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα της Κυπριακής Δημοκρατίας, παράγοντας ο οποίος συντείνει στην μείωση των κινδύνων που ελλοχεύει η επιβολή κυρώσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση στην Δημοκρατία, σε ενδεχόμενη μη συμμόρφωση με οικολογικές τακτικές.

 

Οι επίδικες επίσης δεξαμενές, περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων και στην χορηγηθείσα Άδεια Βιομηχανικών Εκπομπών η οποία εξασφαλίστηκε το 2024 από το Τμήμα Περιβάλλοντος, η έκδοση της οποίας τεκμαίρει την πλήρη συμμόρφωση και νομιμότητα λειτουργίας των δεξαμενών αποθήκευσης, επεξεργασμένων υγρών.

 

Περαιτέρω και συναφώς με τα πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος των Κατηγορουμένων, πως οι επίδικες δεξαμενές, αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης υποδομής, η λειτουργία της οποίας είναι σύννομη, έχει επανειλημμένως τύχει επιθεώρησης και ελέγχου και δεν έχει διαπιστωθεί (τουλάχιστον ως προκύπτει από τα όσα έχουν λεχθεί) η ύπαρξη οποιουδήποτε επιβλαβούς παράγοντα, από τη φύση ή τη λειτουργία τους. Αποτελούν με λίγα λόγια και ουσιαστικά, τμήμα της όλης οικοδομής που περιλαμβάνουν οι εγκαταστάσεις της Κατηγορούμενης 1, αφού η λειτουργική δομή τους, είναι άμεσα και άρρηκτα συνυφασμένη, με την υπόλοιπη εγκατάσταση.

 

Επίσης, προς όφελος τους λαμβάνω και το γεγονός ότι ακόμη και για το μέρος αυτό της όλης υποδομής, τις επίδικες δηλαδή δεξαμενές που δεν έχουν άδεια, έχει καθ’ όλη την διάρκεια των τελευταίων ετών, καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια αδειοδότησης τους,  αφού τούτο καταδεικνύει από τα διαβήματα στα οποία προέβησαν οι Κατηγορούμενοι, σε μια προσπάθεια συμμόρφωσης με τον Νόμο, με απώτερο σκοπό την εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειών. Δεν διέλαθε την προσοχή μου η αναφορά της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής πως υπάρχουν δεξαμενές, οι οποίες δεν καλύπτονται από το περιεχόμενο των αιτήσεων της Κατηγορούμενης 1, αφού αυτές δεν αποτελούν μέρος τους. Παρόλα αυτά, είναι άγνωστο στο Δικαστήριο ποιες και πόσες είναι αυτές, αφού τίποτε περαιτέρω της πιο πάνω αναφοράς, έχει λεχθεί.

 

Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου, τον χρόνο που μεσολάβησε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα, παρότι σε ό,τι αφορά τον χρόνο, από της καταχωρήσεως της υπόθεσης και εντεύθεν, ο διαρρεύσας χρόνος οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και σε υπαιτιότητα των Κατηγορουμένων,  οι οποίοι ως διαφαίνεται από τα πρακτικά του φακέλου του Δικαστηρίου, στις πλείστες των δικασίμων, αιτούνταν αναβολή της υπόθεσης για τους διάφορους λόγους που κάθε φορά δηλώνονταν. Η παραδοχή τους δε στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, προέκυψε στις 14.10.2025 και κατόπιν που απερρίφθη (νέο) αίτημα τους για αναβολή της ακρόασης της υπόθεσης, οπότε και ζητήθηκε χρόνος για σκοπούς συμμόρφωσης, μέχρι και τις 30.12.2025, που εκτέθηκαν τα γεγονότα και αγόρευσαν οι συνήγοροι τους για μετριασμό της ποινής τους. Σε ό,τι αφορά τον χρόνο που μεσολάβησε από την διαπίστωση των αδικημάτων, μέχρι και την καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο, σημειώνω πως καμμιά εξήγηση έχει δοθεί από μέρους της κατηγορούσας αρχής ως προς το γιατί χρειάστηκαν 3 χρόνια, για την καταχώρηση της υπόθεσης, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος, ότι στις 31.12.2020, η ίδια κατηγορούσα αρχή, προχώρησε στην καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης με αρ. 2821/20, χωρίς να περιλάβει σε αυτήν και τα αδικήματα της παρούσας, παρότι ως προκύπτει από τον χρόνο καταχώρησης της εν λόγω υπόθεσης, τα γεγονότα της παρούσας, ήταν εις γνώση τους. Καμμιά δικαιολογία περί τούτου έχει δοθεί από μέρους της κατηγορούσας αρχής παρότι ομοίως, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε από πλευράς Κατηγορουμένων, σε σχέση με αυτόν καθαυτόν τον παράγοντα ή και ότι η πιο πάνω καθυστέρηση οδήγησε σε δυσμενή επηρεασμό τους. Παρόλα αυτά, το χρονικό διάστημα αυτό των 3 ετών, αποτιμάται ως ελαφρυντικός παράγοντας και ο παράγων αυτός θα ληφθεί σοβαρά υπόψη στο ύψος της ποινής που θα επιβληθεί(βλ. ΑΓΑΠΙΟΣ (ΑΓΙΑΓΑΠΙΟΥΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ GERHARD WOLFGANG ARNOLD EWERT ν CHR. KARAOLIS CONTRACTORS -DEVELOPERS LIMITED, Ποιν. Έφεση 171/22, ημερ. 13.01.2026 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου, Ποιν. Έφ. 41/25, ημερ. 10.4.2025).

 

Προς όφελος τους, επίσης λαμβάνονται και οι προσωπικές τους περιστάσεις και δη:

 

Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1, ότι δραστηριοποιείται από το 2006 πέραν από τον τομέα σφαγής και στη διαχείριση ζωικών αποβλήτων και παραγωγής βιοαερίου και πράσινης ενέργειας, η υλοποίηση σημαντικού μέρους των οποίων, γίνεται, δια μέσω των επίδικων δεξαμενών. Επίσης, ότι εφαρμόζει πρότυπα διασφάλισης της ποιότητας, ασφάλειας και υγείας στους τομείς που δραστηριοποιείται, καθώς και ότι σε σχέση με τις βασικές εγκαταστάσεις της, έχουν χορηγηθεί άδειες (πολεοδομική, οικοδομής και άδεια λειτουργίας). Επίσης, ότι η Κατηγορούμενη 1 έχει ενταχθεί, από το Υπουργικό Συμβούλιο στις 28.05.2025, στον κατάλογο βασικών και σημαντικών οντοτήτων, στον Τομέα Τροφίμων, αναγνωρίζοντας ότι η Κατηγορούμενη 1 δια της λειτουργίας της συνδράμει στην επισιτιστική επάρκεια, περιβαλλοντική στρατηγική και την ενεργειακή ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Περιπλέον, ότι πέραν της διαχείρισης αποβλήτων, παρέχει υπηρεσίες συλλογής και διαχείρισης αποβλήτων από μεγάλους βιομηχανικούς και εμπορικούς συνεργάτες της, μεταξύ των οποίων, Carlsberg, KEO Plc, Lanitis Group, New Sevegep Ltd, Alambra Dairies Ltd, Παγκύπριος Οργανισμός Αγελαδοτρόφων (ΠΟΑ), Όλυμπος, Βιομηχανία Γάλακτος Λτδ, Χαραλαμπίδης Κρίστης, κρεοπωλεία ανά το Παγκύπριο και ξενοδοχειακές μονάδες, διενεργώντας έτσι σε Παγκύπρια βάση, μια ορθή διαχείριση αποβλήτων.

 

Σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 3, 4, 5 και 6, ότι πρόκειται για συνταξιούχους κτηνοτρόφους και σε σχέση με την Κατηγορούμενη 2 πως πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 39 ετών, είναι νυμφευμένη και μητέρα δύο ανήλικων παιδιών και κάτοχος πιστοποιητικού επαγγελματικής εξειδίκευσης στην λογιστική. Περιπλέον ότι πρόκειται για μέλος του Διοικητικού συμβουλίου της Κατηγορούμενης 1, η οποία ανήκει στον πατέρα της-Κατηγορούμενο 2. Έχει εισοδήματα αλλά και οικονομικές υποχρεώσεις, οι οποίες απορρέουν τόσο από τις ανάγκες των παιδιών της και την συντήρηση της οικίας της, όσο και από δάνεια, τα οποία διατηρεί και αποπληρώνει.

 

Λαμβανομένης συνεπώς υπόψη από την μια, την ιδιότητα και σοβαρότητα των αδικημάτων που κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι, ως πιο πάνω έχει επεξηγηθεί καθώς και τον αριθμό των παρανόμως ανεγερθεισών οικοδομών και από την άλλη, την παραδοχή τους, το λευκό τους ποινικό μητρώο, τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, την ηλικία τους ως αυτή αναφέρθηκε, καθώς και τις γενικότερες προσωπικές τους περιστάσεις,  κρίνω ότι αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, είναι αυτή της χρηματικής ποινής οπόταν και επιβάλλω στην Κατηγορούμενη 1, χρηματική ποινή ύψους €150 σε κάθε μια από τις κατηγορίες 2,6,9,12,15,18,21,24,27,30,33,36,39,42,45,48,51,54,56,58,60,62 και 65, έτσι ώστε η συνολική ποινή που να καλείται να καταβάλει να ανέρχεται σε €3.450 και στους Κατηγορούμενους 2-6 σε κάθε μια από τις πιο πάνω κατηγορίες, χρηματική ποινή ύψους €100, έτσι ώστε η συνολική ποινή που επιβάλλεται στον κάθε ένα, να ανέρχεται στα €2.300.

 

Στρεφόμενη στο κατά πόσο η παρούσα είναι κατάλληλη περίπτωση έκδοσης, επιπρόσθετα της παραπάνω ποινής και διατάγματος κατεδάφισης των επίδικων δεξαμενών επαναλαμβάνω καταρχάς πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην διατάξει την κατεδάφιση μιας παράνομης οικοδομής, είναι περιορισμένη καθότι, εξακολουθεί να αποτελεί τον κανόνα η έκδοση διατάγματος κατεδάφισης, σε περίπτωση καταδίκης.

 

Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Αδελφοί Λαμπριανίδη (ανωτέρω) ο πρωταρχικός παράγοντας στην άσκηση ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η αποκατάσταση της νομιμότητας και η έκδοση διατάγματος για την κατεδάφιση παράνομων οικοδομών μπορεί να αποφευχθεί μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που η παρέκκλιση από τους όρους οικοδομής είναι ασήμαντη σε τέτοιο βαθμό που η κατεδάφιση του συνόλου της οικοδομής θα συνιστούσε τιμωρία δυσανάλογη προς τη βαρύτητα του πταίσματος.

 

Έχω προβληματιστεί ιδιαίτερα, ως προς το κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και υπό τα δεδομένα που υφίστανται σήμερα, η έκδοση διατάγματος κατεδάφισης των επίδικων οικοδομών ή και η έκδοση διατάγματος τερματισμού της χρήσης τους, θα συνιστούσε ποινή δυσανάλογα μεγαλύτερη από αυτήν που άρμοζε να επιβληθεί. Λαμβανομένης υπόψη της φύσης των επίδικων οικοδομών, αλλά κυρίως του γεγονότος ότι αυτές αποτελούν ένα μόνο μέρος μιας ευρύτερης εγκατάστασης, η οποία κατά τα άλλα λειτουργεί σύννομα, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας, κλίνει υπέρ της μη έκδοσης οποιουδήποτε διατάγματος επιπροσθέτως της ποινής που έχει επιβληθεί ήδη στους Κατηγορούμενους.

 

Και τούτο, χωρίς να έχει διαλάθει την προσοχή μου το γεγονός ότι η παρούσα δεν είναι περίπτωση όπου υπάρχει ασήμαντη παρέκκλιση από όρους που έχουν τεθεί σε άδεια, αλλά περίπτωση που δεν υπάρχει ούτε άδεια οικοδομής, όπως ούτε και πιστοποιητικό εγκρίσεως. Οι ιδιάζουσες ωστόσο περιστάσεις της παρούσας, δεν πρέπει επίσης να διαλάθουν την προσοχή κανενός. Η κάθε υπόθεση κρίνεται επί των δικών της γεγονότων και τα γεγονότα της παρούσας είναι τέτοια, που τη διαφοροποιούν από κάθε άλλη που έχω εντοπίσει και που παρά τις σοβαρές συνέπειες που θα επέφερε το διάταγμα κατεδάφισης ή τερματισμού χρήσης της οικοδομής, κρίθηκε πως ορθώς αυτό, είχε εκδοθεί.  

 

Τα δεδομένα ωστόσο της παρούσας, όπως υφίστανται σήμερα, δεν δικαιολογούν κατά την άποψη μου την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος.

 

Με γνώμονα δε το ότι, η φύση των αδικημάτων που οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν, είναι συνεχής, η μη έκδοση διατάγματος σήμερα, υπό τα δοθέντα δεδομένα, δεν μπορεί να δημιουργήσει ζήτημα δεδικασμένου, σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη υπόθεση τυχόν αντιμετωπίσουν οι Κατηγορούμενοι για τα ίδια αδικήματα (και άλλη χρονική περίοδο) και να εκδοθεί τότε (και υπό δεδομένα άλλα), διάταγμα είτε κατεδάφισης, είτε τερματισμού της χρήσης των επίδικων οικοδομών.

 

Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας και με δεδομένο το ότι αυτά δεν έχουν απαιτηθεί είτε στην βάση του άρθρου 20(3)(γ) του Κεφ.96, είτε άλλως πως, δεν εκδίδω καμιά περαιτέρω διαταγή και η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα.  

 

 

( Υπ. ) Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ 498, Antoniades v. Police (1986) 2 C.L.R. 21.

[2] Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224.

[3] Βλ. Πανίκος Κουτσούδης ν. Αστυνομίας, (2005) 2 ΑΑΔ 574


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο