PAREO XPERTS XPORTS TRADING LIMITED ν. Ρένου Παλάλα, Αρ. Υπόθεσης: 1179/23, 9/2/2026
print
Τίτλος:
PAREO XPERTS XPORTS TRADING LIMITED ν. Ρένου Παλάλα, Αρ. Υπόθεσης: 1179/23, 9/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 1179/23

 

 

PAREO XPERTS XPORTS TRADING LIMITED

Παραπονούμενη 

 

εναντίον

 

 

Ρένου Παλάλα

 

                                                                                                                                                                                                                         Κατηγορούμενος 

Ημερομηνία: 09.02.2026

Εμφανίσεις:

Για Παραπονούμενο: κα Χ. Ηλιοφώτου για Χριστάκη Ν. Ματθαίου

Για Κατηγορούμενο: κ. Χ. Νεοφύτου για Νεοφύτου & Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει έντεκα κατηγορίες που όλες αφορούν το αδίκημα της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(1)(γ), του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμο (Ν.60(Ι)/2008).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1-11, ο Κατηγορούμενος ενώ ήταν εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους δυνάμει απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αγωγή με αριθμό 2562/10 και ενώ την 19.09.2014 στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής διατάχθηκε από το αναφερόμενο Δικαστήριο να καταβάλλει στην Παραπονούμενη/εκ δικαστικής απόφασης πιστωτή του, το ποσό των €50 μηνιαίως, παρέλειψε και εξακολουθεί να παραλείπει να καταβάλει το ποσό της αναφερόμενης δόσης για την περίοδο από 01.07.2022 μέχρι 01.05.2023 (για κάθε ένα μήνα, συμπεριλαμβανομένων των πιο πάνω ημερομηνιών, αντιστοίχως προς τις κατηγορίες 1-11).

 

Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, κατέθεσε ένας μάρτυρας, ο Χ.Μ. (Μ.Κ.1). Από πλευράς του Κατηγορούμενου, μετά την κλήση του σε απολογία, κατέθεσε ο ίδιος ενόρκως και κάλεσε άλλους δύο μάρτυρες, την X.Π. (Μ.Υ.1) και τον Σ.Ε. (Μ.Υ.2).  

 

Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν επίσης 10 τεκμήρια.

 

O M.K.1 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α). Σε αυτήν, αναφέρεται πως είναι ο δικηγόρος της Παραπονούμενης και εξουσιοδοτημένος να προσφέρει εκ μέρους της, μαρτυρία. Αναφέρεται επίσης, στην έκδοση τόσο της απόφασης στην αγωγή με αρ. 2562/2010 του Ε.Δ. Λευκωσίας, όσο και στο διάταγμα μηνιαίων δόσεων που εκδόθηκε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στις 19.09.2014, δια του οποίου ο Κατηγορούμενος διατάχθηκε να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του με μηνιαίες δόσεις, ύψους €50, από 1.11.2014, μέχρι τελείας εξοφλήσεως, πλέον τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α (τεκμήριο 2). Επιπλέον, ότι από της εκδόσεως του εν λόγω διατάγματος και  μετά, ο Κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τις δόσεις του που αφορούν την περίοδο 01.07.2022 μέχρι 01.05.2023, συνολικού ύψους €550 και αρνείται, ενώ έχει την οικονομική δυνατότητα να το πράξει, να τις καταβάλει, ενώ μνεία γίνεται και στο συνολικώς οφειλόμενο ποσό του εξ αποφάσεως χρέους, κατά την 01.05.2023. Επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε αποτάθηκε στο Δικαστήριο για μείωση του ποσού ή αναστολή της δόσης που διατάχθηκε να καταβάλλει και εξακολουθεί ως η θέση του Μ.Κ.1, να μη συμμορφώνεται με σκοπό να καταδολιεύσει την Παραπονούμενη. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε στα ποσά που εισπράχθηκαν, κατόπιν εκτέλεσης ενταλμάτων είσπραξης που είχαν εκδοθεί σε άλλες υποθέσεις που περιλάμβαναν, μέχρι και την 92η δόση που θα έπρεπε να καταβληθεί, δυνάμει του διατάγματος ημερ. 19.09.2014 καταλήγοντας πως η μηνιαία δόση της 01.07.2022 (κατηγορία 1) θα ήτο η 93η δόση με βάση το παραπάνω διάταγμα.

 

Αντεξετάστηκε ως προς το κατά πόσο, εισπράχθηκε από τον Κατηγορούμενο, ενόσω είχε συλληφθεί και φυλακιστεί το ποσό των €10.000, έναντι κάποιας εταιρείας με το όνομα M.P. Primavera Italiana Enterprises Ltd, η οποία ήταν διαγεγραμμένη από το μητρώο του Εφόρου εταιρειών και του υπεβλήθη η θέση πως τα πιο πάνω χρήματα, θα έπρεπε να καταβληθούν στην παρούσα, αφού η πιο πάνω εταιρεία, δεν υφίστατο όταν το ένταλμα (δυνάμει του οποίου εισπράχθηκε το ποσό των €10.000) εκτελέστηκε. Συνακόλουθα των πιο πάνω, του υπεβλήθη πως ο Κατηγορούμενος, έχει εξοφλήσει το ποσό της απόφασης, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα μηνιαίων δόσεων ημερ. 19.09.2014. Επίσης, αντεξετάστηκε ως προς το εάν έχει οποιαδήποτε κατάσταση που να αναλύει τη θέση του ότι το οφειλόμενο ποσό που αφορά η απόφαση στην υπόθεση με αρ. 2562/10, ανήρχετο την 01.05.2023 σε €14.287,36, ως η θέση του, ως επίσης εάν έχει κατάσταση στην οποία εμφαίνονται τα ποσά που εισπράχθηκαν σε σχέση με το πιο πάνω εξ αποφάσεως χρέος.  Τέλος, του υπεβλήθη η θέση πως σε ό,τι αφορά την παρούσα, έχει προβεί σε λανθασμένο υπολογισμό του τόκου επί του οφειλόμενου ποσού, διότι μετά το 2013, ο νόμιμος τόκος καθορίστηκε στο 2%, ενώ ο ίδιος το υπολόγισε σε άλλη βάση.

 

Ο Κατηγορούμενος, στην κυρίως εξέταση του, ανέφερε πως είναι πτωχεύσας από το 2020 και δεν κατέχει τραπεζικό λογαριασμό, διότι δεν δύναται ως πτωχεύσας να έχει τέτοιο, όπως δεν έχει ούτε και περιουσία και δεν λαμβάνει επίσης κανένα επίδομα και συντηρείται από φίλους, από την γυναίκα και την κόρη του. Σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας, είχε συλληφθεί στις 09.10.2023 και κρατήθηκε στις Κεντρικές Φυλακές μέχρι και τις 27.10.2023 όπου και αποφυλακίστηκε επειδή κατέβαλε το ποσό των €10.000 και προέβη σε επιπλέον διακανονισμό.  Δεν γνωρίζει με ακρίβεια σε τι αφορούσε το ποσό των €10.000 που πλήρωσε και όταν συνελήφθη είχε αναφέρει κατά την στην Αστυνομία πως ήταν πτωχεύσας, γεγονός που είχε προβληματίσει τους Αστυνομικούς, οι οποίοι εν τέλει προχώρησαν στη σύλληψη του.  Σε σχέση με το διάταγμα μηνιαίων δόσεων ημερ. 19.09.2014, ανέφερε πως πλήρωνε όμως «κάποια φάση, υπήρχε ένσταση»  από τον δικηγόρο της Παραπονούμενης και δεν μπορούσε να πληρώσει στην Αστυνομία.

 

Αντεξετάστηκε, ως προς το κατά πόσο κατά την ημέρα που έδιδε μαρτυρία εξακολουθούσε να βρίσκεται υπό πτώχευση, πότε ενημερώθηκε πως δεν μπορούσε να κατέχει τραπεζικό λογαριασμό και από πότε δεν έχει εισοδήματα. Επί του τελευταίου αυτού ζητήματος ανέφερε πως δεν εργάζεται από το 2016-2017 διότι έχασε το δάκτυλο του από ατύχημα και επειδή λόγω του ότι η φύση της εργασίας του ήταν χειρωνακτική ως κατασκευαστής πισίνων, δεν  μπορούσε να συνεχίσει. Το ατύχημα ήταν πριν 5-6-7 χρόνια και είχε κάνει αίτηση για λήψη ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, το οποίο ωστόσο απερρίφθη επειδή διατηρούσε χρήματα στον λογαριασμό της η κόρη του από φοιτητικό δάνειο. Έκανε επίσης αίτηση για λήψη επιδόματος ανικανότητας αλλά του είπαν πως «δεν έχει σχέση τούτο το δάκτυλο, με την τέτοια». Δεν είχε στην κατοχή του για να προσκομίσει τις δύο πιο πάνω απορριπτικές αποφάσεις, διότι πέρασαν χρόνια και δεν ξέρει που να τις βρει. Αντεξετάστηκε επίσης ως προς το από πότε διαβιεί χωρίς εισοδήματα και γιατί δεν κατέβαλλε τις μηνιαίες δόσεις του. Επί των πιο πάνω, ήταν η θέση του πως έδωσε αρχικά 1-2 δόσεις, μετά του είπαν ότι υπάρχει ένσταση από τον δικηγόρο, δεν λάμβανε ειδοποιήσεις γιατί ζούσε στον Κορμακίτη ως φιλοξενούμενος φίλων του και τις δόσεις που ανέφερε πως κατέβαλε, τις κατέβαλε στην Αστυνομία, όχι στην Παραπονούμενη.

 

Κληθείς να υποδείξει που αναφέρεται στο τεκμήριο 7 ότι το ποσό των €10.000 εισπράχθηκε  για την παρούσα υπόθεση, ανέφερε πως δεν ξέρει που κατανεμήθηκαν τα χρήματα αλλά γνωρίζει πως κατέληξαν σε μια «κλειστή εταιρεία» και τα είχε ζητήσει από τον Μ.Κ.1, ο οποίος του είπε πως δεν του τα δίνει. Αντεξετάστηκε επίσης,  ως προς το πώς το ατύχημα που είχε επηρέασε την ικανότητα του να εργάζεται, από πότε ασχολείτο με το επάγγελμα που ασκούσε πριν το ατύχημα και τι προσπάθειες κατέβαλε για να εξεύρει άλλη εργασία.  Του υπεβλήθη πως και κατά το 2014, δήλωνε στο Δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα μηνιαίων δόσεων, άνεργος, ως επίσης ότι σε σχέση με το εν λόγω διάταγμα ότι δεν αποτάθηκε ποτέ για να ζητήσει τροποποίηση ή ακύρωση του και ότι ουδέν ποσό κατέβαλε για τις μηνιαίες δόσεις την παρούσας.

 

Η Μ.Υ.1, είναι η σύζυγος του Κατηγορούμενου και σε σχέση με την παρούσα, ανέφερε πως γνωρίζει πως πρόκειται για μια παλιά υπόθεση μεταξύ των διαδίκων, αφού διάφοροι επιδότες επισκέπτονταν το σπίτι της να του επιδώσουν διάφορα έγγραφα παρόλο που ο ίδιος δεν έμενε εκεί γιατί ήταν σε διάσταση και ειδικά μετά το ατύχημα του το 2017, όπου ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και αποφάσισε να φύγει από το σπίτι και να μένει με κάποιον φίλο του στον Κορμακίτη, θέλοντας να απομονωθεί. Έμεινε εκεί για 5-6 χρόνια και μιλούσαν τηλεφωνικά.

 

Κατέθεσε δέσμη διαφόρων αποδείξεων πληρωμών (τεκμήριο 9), οι οποίες συμποσούνται ως η θέση της στις €15.950. Τον Οκτώβριο του 2023 όταν φυλακίστηκε ο Κατηγορούμενος, κατέβαλε η ίδια, παρόλο που ο πρώτος διαφωνούσε, το ποσό των €10.000 που έλαβε από την κόρη της, προκειμένου να αποφυλακιστεί, επειδή ο Μ.Κ.1, δεν αποδεχόταν κανένα άλλο διακανονισμό. Τα χρήματα αυτά, προέρχονταν από κληροδότημα που έλαβε η κόρη τους και με την καταβολή τους, δεν τους δόθηκε οτιδήποτε που να δεικνύει πού πήγαν τα χρήματα αυτά, πλην της απόδειξης από τις Κεντρικές Φυλακές. Ζήτησαν επανειλημμένα από τον Μ.Κ.1 κατάσταση σε σχέση με ην κατάληξη των χρημάτων αλλά ουδέποτε μέχρι σήμερα τους δόθηκε. Ο Κατηγορούμενος ως ανέφερε, δεν εργάζεται και είναι πτωχεύσας και συντηρείται από συγγενείς και από τους γονείς της. Αποτάθηκε για λήψη ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, αίτημα το οποίο απερρίφθη, διότι η κόρη τους είχε στον λογαριασμό της το ποσό των €5.000, παρότι προέρχετο από φοιτητικό δάνειο το εν λόγω ποσό. Η ίδια αποτάθηκε σε λειτουργό του τμήματος αφερεγγυότητας για να λάβει πιστοποιητικό που να δεικνύει την πτώχευση του Κατηγορούμενου και ενημερώθηκε πως τέτοιο δεν υπάρχει και παραπέμφθηκε στην ιστοσελίδα του Τμήματος Αφερεγγυότητας, από το οποίο εξήγαγε το τεκμήριο 1, το οποίο έδωσε στον Κατηγορούμενο.

 

Αναφέρθηκε επίσης σε δυσκολίες που και η ίδια αντιμετωπίζει λόγω της πτώχευσης του Κατηγορούμενου, με την αποπληρωμή της δόσεως κάποιου δανείου που είχε μαζί του, αφού κάθε μήνα, πρέπει να τηλεφωνεί στην Τράπεζα για να της επιτραπεί πληρωμή. Επίσης, αμφισβήτησε το ότι τα φυλακιστήρια εντάλματα που εκδόθηκαν κατόπιν μη πληρωμής, ενταλμάτων πληρωμής, εκδόθηκαν νομότυπα διότι είναι η ίδια που παραλάμβανε τις κλήσεις του Κατηγορούμενου.

 

Η Μ.Υ.1 αντεξετάστηκε ως προς το με ποιο άτομο επικοινώνησε από το Τμήμα Αφερεγγυότητας και της ανέφερε όσα η ίδια είπε και της υπεβλήθη πως ο κατηγορούμενος δεν είναι πτωχεύσας, ως επίσης ότι η δέσμη αποδείξεων που κατέθεσε (τεκμήριο 9) καμμιά σχέση έχουν με την παρούσα. Αντεξετάστηκε επίσης ως προς το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος υπέβαλε αίτηση για λήψη σύνταξης ανικανότητας με την ίδια να αναφέρει πως δεν το έπραξε, αναφέροντας περιπλέον κατόπιν σχετικής ερώτησης πως ο λόγος που δεν εργάζεται είναι το ατύχημα που είχε καθώς και το ότι πάσχει από διαβήτη ως επίσης δεν μπορούσε λόγω της πτώχευσης να διαχειρίζεται οποιαδήποτε χρήματα. Πριν το ατύχημα του, το 2017, εργαζόταν σε διάφορους τομείς.

 

Ο Μ.Υ.2, είναι λειτουργός στο Τμήμα Αφερεγγυότητας και εργάζεται στην υπηρεσία του Επισήμου Παραλήπτη και τα καθήκοντα του περιλαμβάνουν την εκτέλεση διαταγμάτων πτώχευσης. Αναγνώρισε το τεκμήριο 5 και ανέφερε πως στην συγκεκριμένη ιστοσελίδα υπάρχει πρόσβαση από το κοινό, στην Κύπρο και το εξωτερικό. Με βάση δε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 5, το οποίο αποτελεί μητρώο του Τμήματος Αφερεγγυότητας, φαίνεται πως στις 22.10.2020 εκδόθηκε διάταγμα πτώχευσης του Κατηγορούμενου με αποτέλεσμα ο επίσημος παραλήπτης, να διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του. Τούτο σημαίνει πως ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να διαχειριστεί την περιουσία του.

 

Σε σχέση με το χρέος που αφορά η παρούσα, με δεδομένο το ότι η απόφαση (τεκμήριο 1) εκδόθηκε πριν την έκδοση διατάγματος πτώχευσης, και ως εκ τούτου εμπίπτει στην πτωχευτική διαδικασία, γεγονός που συνεπάγεται πως ο πιστωτής, έχει δικαίωμα  να προβεί σε επαλήθευση του χρέους του και να την  υποβάλει ενόρκως στον επίσημο παραλήπτη, ώστε εάν υπάρχει περιουσία να πάρει το λαβείν του. Κατέθεσε ως τεκμήριο 10, το διάταγμα πτώχευσης ημερομηνίας 22.10.20 και ανέφερε πως εξ όσων φαίνεται από τον φάκελο επαληθεύσεων χρεών που κατείχε, δεν υπήρχε από μέρους της Παραπονούμενης, επαλήθευση χρέους.

 

Ανέφερε επίσης, πως το διάταγμα μηνιαίων δόσεων ημερομηνίας 19.9.14 και πάλι εμπίπτει στην πτωχευτική διαδικασία. Ερωτηθείς επίσης εάν κάποιο πρόσωπο μπορεί να γνωρίζει πριν καταχωρήσει οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, εάν κάποιος είναι πτωχεύσας, ανέφερε πως μπορεί να προβεί στην εν λόγω διαπίστωση, μέσω της ιστοσελίδας του μητρώου Πτωχευσάντων του επίσημου παραλήπτη, η οποία είναι ανοικτή στο κοινό και δεν υπάρχει έλεγχος από μέρους του τελευταίου ως προς τέτοιες διαδικασίες που καταχωρούνται.

 

Εξήγησε περαιτέρω, πως αυτοδίκαιη αποκατάσταση ενός πτωχεύσαντα, σημαίνει πως με βάση το άρθρο 27Α του Περί Πτωχεύσεων Νόμου, ο πτωχεύσας με την αυτοδίκαιη αποκατάσταση, απαλλάσσεται από όλα τα ανεξασφάλιστα χρέη, ενώ η περιουσία του παραμένει στον διαχειριστή πλην όμως μπορεί να επαναδραστηριοποιηθεί κανονικά. Ανεξασφάλιστα δε χρέη, σημαίνει οποιαδήποτε χρέη δεν βαρύνονται με υποθήκες ή/και εμπράγματα βάρη όπως ενοικιαγορές κτλ. Ο Κατηγορούμενος με βάση έρευνα του Τμήματος Κτηματολογίου, στις 2.12.2020, δεν είχε υπό την ιδιοκτησία του, οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία, όπως ούτε και κινητή, πλην ενός κατεστραμμένου οχήματος, μηδενικής αξίας για το οποίο του είχε στείλει ο Κατηγορούμενος φωτογραφίες.

 

Επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος αποκαταστάθηκε αυτοδικαίως στις 27.10.2023, γεγονός που συνεπάγεται την απαλλαγή του από οποιαδήποτε χρέη υφίσταντο προ του διατάγματος πτώχευσης, ανεξαρτήτως του εάν επαλήθευσε ο πιστωτής το χρέος του ή όχι, διάβημα το οποίο μπορεί να πράξει και μετέπειτα. Εξήγησε τη διαδικασία έκδοσης πιστοποιητικού αποκατάστασης καθώς και την πρακτική σημασία της, καταλήγοντας πως  η έκδοση του δεν σχετίζεται με το επαληθεύσιμο ή μη των χρεών και αποτελεί ουσιαστικά τυπικό έγγραφο, κυρίως για την Τράπεζα και δεν μεταβάλλει την νομική υπόσταση της αποκατάστασης.

 

Αντεξετάστηκε, ως προς το κατά πόσο ένας πτωχεύσας έχει υποχρέωση να αποκαλύψει όλα του τα χρέη κατά την συνεδρία που καθορίζεται μεταξύ του ιδίου και του Τμήματος Αφερεγγυότητας, εάν έγινε τέτοια συνεδρία με τον Κατηγορούμενο και εάν δηλώθηκε το επίδικο εξ αποφάσεως χρέος του. Αντεξετάστηκε επίσης, ως προς την υποχρέωση του Τμήματος Αφερεγγυότητας να ενημερώσει τους πιστωτές καλώντας τους να προβούν σε επαλήθευση χρέους, με τον ίδιο να αναφέρει πως ενημερώνονται μέσω της δημοσίευσης στην οποία προβαίνει το εν λόγω τμήμα, του διατάγματος και δεν αποστέλλονται έντυπα επαλήθευσης χρέους. Του υπεβλήθη τέλος, πως τα ποινικά αδικήματα, εξαιρούνται από την διαγραφή επαληθεύσιμων χρεών.

 

Έχω λάβει υπόψη μου κάθε τι που λέχθηκε από τις δύο πλευρές κατά το στάδιο των αγορεύσεων τους, πλην όμως δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω εκτός όπου και εάν χρειάζεται. Προχωρώ συνεπώς, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσφέρθηκε, έχοντας κατά νου, τις αρχές που διέπουν την διεργασία αυτή. Όπως έχει υποδειχθεί στην Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία.

 

Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει όλους ανεξαιρέτως τους μάρτυρες που κατέθεσαν με ιδιαίτερη προσοχή και δη τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν.

 

Οι πιο πάνω παράγοντες που, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας[1] χωρίς να παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797).  Σημειώνω επίσης πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (βλ. Kadis v. Nicolao(1986) 1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45) φτάνει να υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση για τους λόγους που γίνεται δεκτό ή μη αποδεκτό, το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας. Είναι πολύ σημαντικό να λεχθεί ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527). Διευκρινίζεται, επίσης, ότι οι  υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (βλ. Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).

 

Σημειώνω, πως εκ της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, δεν αμφισβητείται πως στις 04.03.2013 εκδόθηκε δικαστική απόφαση εναντίον του Κατηγορούμενου,  στην αγωγή με αρ. 2562/2010 από το Ε.Δ. Λευκωσίας, ως επίσης ότι στις 19.09.2014, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, εκδόθηκε διάταγμα στο πλαίσιο της πιο πάνω αγωγής, δια του οποίου ο Κατηγορούμενος διατάχθηκε να πληρώσει το ως άνω εξ αποφάσεως χρέος του με μηνιαίες δόσεις, ύψους €50, από 1.11.2014, μέχρι τελείας εξοφλήσεως, πλέον €761 έξοδα, πλέον €35 ως πραγματικά έξοδα, αμφότερα τοκιζόμενα στο 5,5% ετησίως, πλέον €32 έξοδα απόφασης, πλέον τον εκάστοτε σε ισχύ Φ.Π.Α ως προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2. Επίσης, δεν αμφισβητείται το ότι ο Κατηγορούμενος, ουδέποτε αποτάθηκε στο Δικαστήριο για μείωση του ποσού της δόσης που διατάχθηκε να καταβάλει ή για αναστολή του διατάγματος μηναίων δόσεων ή των πληρωμών τους, ως επίσης ότι εναντίον του, είχαν καταχωρηθεί διάφορες ποινικές υποθέσεις που αφορούσαν στο σύνολο τους, παράλειψη πληρωμής 92 μηνιαίων δόσεων, αποτέλεσμα των οποίων ήταν να εκδοθούν φυλακιστήρια εντάλματα εναντίον του Κατηγορούμενου, ως επίσης ότι, η μηνιαία δόση της 01.07.2022 που πραγματεύεται η πρώτη κατηγορία της παρούσας, αντικατοπτρίζει την 93η μηνιαία δόση με βάση το διάταγμα ημερομηνίας 19.09.2014.

 

Τα πιο πάνω επομένως, συνιστούν ευρήματα του Δικαστηρίου.

 

Ως περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου, καθίσταται το ότι, το εξ αποφάσεως χρέος του Κατηγορούμενου, για το οποίο είχε εκδοθεί απόφαση στην αγωγή με αρ. 2562/10, ήταν €5.267, πλέον τόκος 8% ετησίως από 3.10.2008 μέχρι και 14.10.2008 και 5,5% από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως. Επίσης, ότι δυνάμει της πιο πάνω απόφασης, επιδικάστηκαν επίσης έξοδα εναντίον του Κατηγορούμενου, ύψους €1.818, πλέον €84,50 ως πραγματικά έξοδα, με νόμιμο τόκο επί των πιο πάνω ποσών, ύψους 5,5% ετησίως από 24.03.2010 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €32 έξοδα απόφασης, πλέον τον εκάστοτε σε ισχύ Φ.Π.Α. Τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτουν από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1, το οποίο παρομοίως, δεν έχει καθ’ οιονδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί.

 

Στρεφόμενοι στα σημεία εκείνα που αμφισβητήθηκαν και δη ως προς την αναφορά του Μ.Κ.1 πως εξακολουθούν να οφείλονται οι μηνιαίες δόσεις που πραγματεύεται η παρούσα, σημειώνω, πως η μαρτυρία του Μ.Κ.1, επί τούτου δεν κατέστη δυνατό να κλονιστεί κατά την αντεξέταση. Οι αναφορές του Μ.Κ.1 σε σχέση με το υπόλοιπο που όφειλε ο Κατηγορούμενος τόσο κατά την 01.07.2022, όσο και κατά την 02.05.2023 ήταν πολύ συγκεκριμένες,  τεκμηριωμένες εν πολλοίς και συνάδουσες λογικά, σε αντίθεση με τις υποβολές και τις θέσεις που του τέθηκαν, οι οποίες όχι μόνο παρέμειναν μετέωρες αλλά ήταν και ουσιαστικά αβάσιμες. Σε κάθε δε περίπτωση, δεν έχω εντοπίσει εγγενείς αδυναμίες στα όσα ο Μ.Κ.1 ανέφερε που να με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του θα πρέπει να απορριφθεί, είτε λόγω του ότι δεν είναι πιστευτή, είτε διότι ενδεχομένως να δημιουργούσε αμφιβολίες.

 

Εξηγώ.

 

Αποτέλεσε θέση του Μ.Κ.1 πως από της εκδόσεως του διατάγματος ημερομηνίας 19.09.2014 ο Κατηγορούμενος δεν κατέβαλε (μεταξύ άλλων) τις δόσεις του που αφορούν την επίδικη περίοδο και αρνείται, ενώ έχει την οικονομική δυνατότητα να το πράξει, να τις καταβάλει. Το δε, σύνολο του εξ αποφάσεως χρέους του ανήρχετο κατά τον Μ.Κ.1 στις €14.287,36, κατά την 01.05.2023. Επί της τελευταίας αυτής θέσης του Μ.Κ.1, ως προς το συνολικώς οφειλόμενο ποσό της επίδικης απόφασης κατά την παραπάνω ημερομηνία, ο τελευταίος στα πλαίσια της αντεξέτασης του αμφισβητήθηκε και του ζητήθηκε να εξηγήσει στο Δικαστήριο πώς κατέληξε στο παραπάνω ποσό. Θεωρώ επί τούτου, πως ο Μ.Κ.1 επεξήγησε με ιδιαίτερη επάρκεια την ανάλυση του ως προς το πώς κατέληξε στο πιο πάνω ποσό, παραπέμποντας στην χειρόγραφη ανάλυση που ετοίμασε (τεκμήριο 3), από την οποία ναι μεν, οι προφορικές απαντήσεις του, (κατόπιν που επιχειρούσε να επαληθεύσει τα ποσά της ως άνω ανάλυσης) είχαν μικροαποκλίσεις, ωστόσο δε, καμμιά ουσιαστική σημασία έχει τούτο, με δεδομένο το τι στην παρούσα εξετάζεται, υπό την εξής έννοια. Αποτελεί μη αμφισβητούμενο γεγονός πως μέχρι και την ημερομηνία που ο Μ.Κ.1 έδιδε την μαρτυρία του, εναντίον του Κατηγορούμενου, είχαν εκδικαστεί υποθέσεις, ίδιας φύσης με την παρούσα, οι οποίες πραγματεύτηκαν τις μηνιαίες δόσεις του διατάγματος ημερομηνίας 19.09.2014, μέχρι και την 92η δόση.

 

Με δεδομένο το ότι, η κάθε μηνιαία δόση που διατάχθηκε ο Κατηγορούμενος να καταβάλει, είχε καθοριστεί στα €50 (ως είναι άλλωστε αδιαμφισβήτητο), προκύπτει, πως οι υποθέσεις που εκδικάστηκαν, αφορούσαν ένα σύνολο ποσού που θα έπρεπε να καταβληθεί, έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, ύψους €4.600. Με δεδομένο συνεπώς το ότι, το εξ αποφάσεως χρέος, άνευ της προσθήκης οποιονδήποτε τόκων, εξόδων και Φ.Π.Α., προκύπτει από το τεκμήριο 1 να ανήρχετο στις €5.267 κατά την 04.03.2013, έπεται ότι, αφαιρουμένου του ποσού των €4.600 το οποίο πραγματεύτηκαν οι λοιπές ποινικές υποθέσεις που καταχωρήθηκαν εναντίον του Κατηγορούμενου, υπολείπεται το ποσό των €667, ποσού δηλαδή που υπερκαλύπτει, το ποσό το οποίο αφορά η παρούσα. Επομένως, είτε €14.287,36 ήταν το ακριβές υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους του Κατηγορούμενου κατά την 02.05.2023, (ως το τεκμήριο 3), είτε ελαφρώς λιγότερα ή ελαφρώς περισσότερα, παραμένει ως γεγονός το ότι οι επίδικες μηνιαίες δόσεις, ήταν οφειλόμενες και θα έπρεπε να καταβληθούν, αφού το χρέος δεν είχε εξοφληθεί.

 

Επιπρόσθετα των πιο πάνω, η έτερη θέση η οποία υπεβλήθη στον Μ.Κ.1, ότι κανένα ποσό οφείλεται προς την Παραπονούμενη και τούτο διότι, ο ίδιος ο Μ.Κ.1, εισέπραξε από τον Κατηγορούμενο, το ποσό των €10.000, δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε έρεισμα, με βάση το ίδιο το περιεχόμενο, της πιο πάνω υποβολής. Αποτέλεσε θέση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου πως το ποσό των €10.000 το οποίο καταβλήθηκε από μέρους του Κατηγορούμενου και εισπράχθηκε από τον Μ.Κ.1, έναντι οφειλών του πρώτου σε εταιρεία άλλη από την παρούσα, η οποία κατά τον χρόνο είσπραξης των πιο πάνω χρημάτων, ήταν διαγεγραμμένη, θα έπρεπε να πιστωθεί από τον Μ.Κ.1, έναντι των οφειλών του Κατηγορούμενου στην παρούσα. Η πιο πάνω θέση, δεν έχει ωστόσο κανένα έρεισμα στην λογική, ούτε και είναι πλήρως αντιληπτό το πώς ο συνήγορος υπεράσπισης διασυνέδεσε την είσπραξη του πιο πάνω ποσού, προς όφελος μιας εταιρείας, άλλης, καθόλα άσχετης με την εδώ, Παραπονούμενη, όταν μάλιστα, τα εν λόγω χρήματα καταβλήθηκαν προς εξόφληση φυλακιστηρίων ενταλμάτων που εκδοθήκαν σε υποθέσεις άλλες, επίσης άσχετες με την παρούσα, ως ήταν δηλαδή και η θέση του Μ.Κ.1.

 

Ομοίως, ούτε η θέση ότι ο Μ.Κ.1 προέβη σε λανθασμένο υπολογισμό του τόκου επί του οφειλόμενου ποσού, επειδή ως η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης, ο νόμιμος τόκος μετά το 2013 καθορίστηκε στο 2%, έχει οποιοδήποτε έρεισμα, με δεδομένο το ότι, το ύψος του τόκου που ο Μ.Κ.1 υπολόγισε για να καθορίσει το συνολικώς οφειλόμενο ποσό κατά την 02.05.2023, είναι ο τόκος ο οποίος καθορίστηκε από το Δικαστήριο τόσο κατά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή 2562/2010, όσο και στο διάταγμα μηνιαίων δόσεων που εκδόθηκε στις 19.09.2014, τα οποία αμφότερα, δεν φαίνεται να έχουν μεταβληθεί ή τροποποιηθεί, με οποιοδήποτε τρόπο, σε οποιοδήποτε χρόνο. 

 

Ό,τι από την μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν αποδέχομαι, είναι το ότι ο Κατηγορούμενος αρνείται να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του και δη, τις επίδικες μηνιαίες δόσεις ενώ έχει την οικονομική δυνατότητα να το πράξει καθότι τούτο, είναι εν μέρει και το τι το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Είναι καλώς νομολογημένο πως ένας μάρτυρας, δεν δύναται να μαρτυρεί, ως προς το έσχατο συμπέρασμα, ακόμη και εάν τούτη, είναι η προσωπική γνώμη του ιδίου.

 

Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία του Μ.Κ.1, πλην του σημείου που αναφέρω πιο πάνω και για όσα αποδέχομαι, προβαίνω και σε ανάλογα ευρήματα.

 

Στρεφόμενη στον Κατηγορούμενο, σημειώνω πως η εντύπωση που αποκόμισα από τον ίδιο, επίσης δεν ήταν αρνητική και πιστεύω πως κατέθεσε ειλικρινώς, σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα αφού το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του, υποστηρίζεται από την λοιπή μαρτυρία που προσκομίστηκε, προφορική και έγγραφη. Επίσης, μέρος της μαρτυρίας του, δεν έτυχε αμφισβήτησης, όπως για παράδειγμα το ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση το 2020, γεγονός που εξάλλου συνάδει με το περιεχόμενο τόσο του τεκμηρίου 5, όσο και με την μαρτυρία του Μ.Υ.2. Ως δε περαιτέρω προκύπτει, τόσο από το τεκμήριο 5, όσο και από το τεκμήριο 10, κηρύχθηκε σε πτώχευση δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στις 22.10.2020. Επίσης, δεν αμφισβητήθηκε το ότι συνελήφθη στις 09.10.2023 και κρατήθηκε στις Κεντρικές Φυλακές μέχρι και τις 27.10.2023 (τεκμήριο 6) όπου και αποφυλακίστηκε επειδή κατέβαλε το ποσό των €10.000 και συμφώνησε να καταβάλλει περαιτέρω €350 για 6 μήνες (τεκμήριο 7). Τα πιο πάνω, αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου.

 

Τώρα, σε σχέση με την αναφορά του Κατηγορούμενου πως είναι σε σχέση με τα γεγονότα που σχετίζεται η παρούσα που είχε συλληφθεί και φυλακιστεί, σημειώνω πως η πιο πάνω θέση του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού δεν δύναται να ευσταθεί για διάφορους λόγους. Κατά πρώτο, είναι φύση αδύνατο να είχε φυλακιστεί για τα γεγονότα με τα οποία σχετίζεται η παρούσα, για λόγους αυτονόητους. Αντιλαμβανόμενη ωστόσο ότι αυτό που ενδεχομένως να εννοούσε ο Κατηγορούμενος είναι ότι είχε φυλακιστεί για λόγους που σχετίζονταν με την μη πληρωμή των μηνιαίων δόσεων που διατάχθηκε να πληρώνει για το εξ αποφάσεως χρέος του που αφορά η παρούσα, σημειώνω πως ούτε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δεν ήταν βέβαιος εάν είχε συλληφθεί και για εντάλματα που αφορούσαν μηνιαίες δόσεις που δεν κατέβαλε, στα πλαίσια του συγκεκριμένου εξ αποφάσεως χρέος του, όπως ομοίως δεν ήταν βέβαιος, επί ποιων οφειλών του κατανεμήθηκαν, τα χρήματα που κατέβαλε η οικογένεια του προκειμένου να αποφυλακιστεί.

 

Κατά τρίτο, η θέση που υπεβλήθη στον Μ.Κ.1, από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου και ό,τι συνάγεται από αυτήν, είναι ότι η φυλάκιση του Κατηγορούμενου, σχετιζόταν με εντάλματα πληρωμής που είχαν εκδοθεί προς όφελος της εταιρείας M.P. Primavera Italiana Enterprises Ltd, για τα οποία ο Κατηγορούμενος κατέβαλε το ποσό των €10.000, με αποτέλεσμα να αποφυλακιστεί, θέση επί της οποίας μάλιστα η υπεράσπιση, οικοδόμησε και το ότι, ενόψει του γεγονότος ότι η συγκεκριμένη εταιρεία ήταν διαγεγραμμένη όταν εισπράχθηκαν οι €10.000, τότε ο Μ.Κ.1 θα έπρεπε να πιστώσει το πιο πάνω ποσό, έναντι του εδώ επίδικου, εξ αποφάσεως χρέος του Κατηγορούμενου.

 

Eπομένως, η πιο πάνω θέση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.  Αποδεκτό ωστόσο, είναι το ότι το πιο πάνω ποσό των €10.000 που καταβλήθηκε προκειμένου να αποφυλακιστεί, εξασφαλίστηκε όχι από ιδίους πόρους, αλλά από την κόρη του καθότι η θέση του αυτή, πέραν από το ότι επιβεβαιώθηκε και από την Μ.Υ.1, δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Εν πάση δε περιπτώσει, συνάδει και με το ότι την επίδικη περίοδο, ήταν πτωχεύσας και δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να κατέχει περιουσία αφού την διαχείριση αυτής είχε συνακόλουθα αναλάβει, ο επίσημος παραλήπτης.

 

Τώρα, αποτέλεσε θέση του πως ως πτωχεύσας, δεν είχε τραπεζικό λογαριασμό, διότι δεν μπορούσε να έχει τέτοιο, όπως δεν είχε ούτε και έχει περιουσία και δεν λαμβάνει επίσης κανένα επίδομα και η συντήρηση του εξαρτάται από φίλους, από την γυναίκα και την κόρη του. Σημειώνω πως ως πτωχεύσας, πράγματι, αποτελεί δικαστική γνώση, ως απόρροια νομοθετικών διατάξεων, πως δεν δύναται να διαχειρίζεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο την όποια περιουσία του η οποία ρευστοποιείται ή είναι υπάρχουσα σε χρήματα ή άλλως πως. Οι όποιες πληρωμές προς όφελος του ή τα όποια χρήματα κατά την στιγμή που κηρύσσεται ως πτωχεύσας, περιέρχονται στην κατοχή του επισήμου παραλήπτη, ο οποίος είναι πλέον ο αρμόδιος για να τη διανέμει, σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5. Εκείνο που απαγορεύεται σε ένα πτωχεύσαντα, είναι η διαχείριση ή η πρόσβαση και διανομή της περιουσίας του και όχι η απαγόρευση διατήρησης, τραπεζικού λογαριασμού στο όνομα του, επομένως η θέση του Κατηγορούμενου πως ο λόγος που δεν είχε ούτε τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα του επειδή ήταν πτωχεύσας, ξενίζει και δεν προτίθεμαι να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή καθαυτή του την αναφορά.

 

Παρόλα αυτά, τα πιο πάνω, καμμιά σημασία έχουν, καίτοι ο Κατηγορούμενος αντεξετάστηκε αρκετά επ’ αυτού, με δεδομένο το ότι, είτε είχε τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα του είτε δεν είχε, η ουσία είναι ότι, δεν είχε εν πάση περιπτώσει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία, ούτε την 22.10.2020 που κηρύχθηκε σε πτώχευση, όπως ούτε και μετέπειτα και δη, κατά την επίδικη περίοδο, αφού η θέση του αυτή, επιβεβαιώνεται και από τον Μ.Υ.2. η μαρτυρία του οποίου δεν αμφισβητήθηκε επί τούτου. Ούτε όμως επί της ουσίας και του Κατηγορούμενου, αφού καμμιά περί του αντιθέτου υποβολή του τέθηκε, ούτε και παρουσιάστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να αντικρούει τον πιο πάνω ισχυρισμό του.

 

Συνακόλουθα των πιο πάνω, αποδέχομαι επίσης ότι κανένα επίδομα λάμβανε ο Κατηγορούμενος κατά την επίδικη περίοδο και συντηρείτο και εξακολουθεί να συντηρείται από την οικογένεια του, αφού ούτε και αυτή του η θέση αμφισβητήθηκε και επιβεβαιώθηκε επίσης και από την Μ.Υ.1. Ό,τι σε σχέση με την παραπάνω θέση δεν αποδέχομαι, είναι την αναφορά του Κατηγορούμενου ότι αποτάθηκε, μετά το 2017 που είχε ατύχημα και απώλεσε την εργασία του και για λήψη επιδόματος ανικανότητας καθότι επί αυτής του της θέσης, διαψεύστηκε από την ίδια την Μ.Υ.1 και εν πάση περιπτώσει, η θέση του αυτή, δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από οπουδήποτε αλλού. Ναι μεν κατανοώ πως έχουν παρέλθει πολλά χρόνια από τότε που υπέστη το ατύχημα που υπέστη και προχώρησε ως  η θέση του, σε αίτηση για λήψη επιδόματος ανικανότητας σε εργασία, εξ ου και δεν μπορούσε να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο που να δεικνύει τα πιο πάνω, πλην όμως θεωρώ πως με τις δέουσες ενέργειες, θα μπορούσε να εξασφαλίσει εγγράφως ή άλλως πως μαρτυρία, που να στήριζε τον ισχυρισμό του, όπως ακριβώς έπραξε, και σε σχέση με τα περί πτωχεύσεως του.

 

Για τους ίδιους λόγους,  δεν αποδέχομαι και το ότι ο λόγος που δεν λαμβάνει ούτε ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, είναι διότι αποτάθηκε μεν για τη λήψη του, πλην όμως απερρίφθη επειδή στον λογαριασμό της ενήλικης, τότε φοιτήτριας κόρης του, υπήρχαν κατατεθειμένα χρήματα περί των €5.000, οπότε και δεν εγκρίθηκε το αίτημα του. Η τελευταία αυτή θέση του, επιβεβαιώθηκε μεν από την Μ.Υ.1, πλην όμως κανένα έγγραφο παρουσιάστηκε που να επιβεβαιώνει, τα πιο πάνω. Με δεδομένο συνεπώς το ότι οι λόγοι απόρριψης που αναφέρθηκαν, αποτελούν ουσιαστικά μορφή εξ ακοής μαρτυρίας, για την οποία δεν υπάρχει οτιδήποτε που να επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της, χωρίς για τούτο να δοθούν επαρκείς εξηγήσεις, καμμιά βαρύτητα δίδω στα πιο πάνω.

 

Ό,τι αποδέχομαι είναι ότι ο Κατηγορούμενος, δεν είναι λήπτης κανενός δημοσίου βοηθήματος και τούτο διότι ο Μ.Υ.2 που ήταν ο διαχειριστής της περιουσίας του κατά την επίδικη περίοδο, δεν αναφέρθηκε σε οποιαδήποτε λήψη από μέρους του Κατηγορούμενου, οποιοδήποτε επιδόματος ή άλλως πως βοηθήματος.

 

Αποδέχομαι επίσης, πως σε σχέση με το διάταγμα μηνιαίων δόσεων ημερομηνίας 19.09.2014, που πραγματεύεται η παρούσα, κατέβαλε σε προγενέστερους χρόνους διάφορα ποσά στην Αστυνομία, αφού τούτο εξάλλου προέκυψε και από την μαρτυρία του Μ.Κ.1. Τώρα ως προς την αναφορά του ότι από κάποιο σημείο και μετά δεν μπορούσε διότι «υπήρχε ένσταση»  από τον δικηγόρο της Παραπονούμενης (εννοώντας τον Μ.Κ.1) δεν είναι πλήρως αντιληπτό, το τι ο Κατηγορούμενος εννοούσε, ούτε και διευκρινίστηκε δια μέσω επανεξέτασης του, το μέρος αυτό των αναφορών του οι οποίες προέκυψαν κατά την αντεξέταση, επομένως πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν γίνονται αποδεκτοί.  Ούτε και εν πάση περιπτώσει μπορούν να έχουν οποιαδήποτε σημασία, με δεδομένο το τι στην παρούσα εξετάζεται, όπως παρομοίως καμμιά σημασία έχει η επιστολή που κατέθεσε (τεκμήριο 8), την οποία ως η θέση του απέστειλαν οι δικηγόροι του στον Μ.Κ.1 σε σχέση με άλλη ποινική υπόθεση που αφορά ωστόσο το εδώ εξ αποφάσεως χρέος.

 

Στρεφόμενη στο από πότε δεν έχει εισοδήματα, σημειώνω πως η θέση του Κατηγορούμενου, ως προβλήθηκε στην αντεξέταση του, ήταν ότι δεν εργάζεται καταρχάς, από το 2016-2017 διότι έχασε το δάκτυλο του από ατύχημα και επειδή λόγω του ότι η φύση της εργασίας του ήταν χειρωνακτική ως κατασκευαστής πισίνων, δεν  μπορούσε να συνεχίσει. Το επάγγελμα αυτό ανέφερε, το ασκούσε από το 2000 και προηγουμένως ήταν διευθυντής πωλήσεων στην εταιρεία «Θρίαμβος», ακολούθως έκανε καταδύσεις, ενώ σπούδασε δημοσιογραφία, επάγγελμα το οποίο άσκησε πριν το 1989. Οι πιο πάνω θέσεις του Κατηγορούμενου, έτυχαν αμφισβήτησης, θέτοντας του τη θέση πως κατά το 2014 και δη πριν να έχει το ατύχημα που ανέφερε, είχε δηλώσει στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της εξέτασης της αίτησης μηνιαίων δόσεων που οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 19.09.2014, πως ήταν άνεργος. Επί τούτου, ο Κατηγορούμενος απάντησε ειλικρινώς πως δεν θυμόταν, ίσως ανέφερε και να το είχε δηλώσει αφού είχε διανύσει και στο παρελθόν, διαστήματα κατά τα οποία ήταν άνεργος, ωστόσο δεν μπορούσε να θυμηθεί.

 

Η ως άνω απάντηση του, δεν θεωρώ πως μειώνει ή αφαιρεί από, την γενικότερη αξιοπιστία του καθότι, επρόκειτο ουσιαστικά για μια απάντηση που καταρχάς, δεν ευνοούσε τη θέση του, στοιχείο το οποίο προσδίδει αξιοπιστία στα λεγόμενα του. Κατά δεύτερο, η ως άνω θέση, του τέθηκε χωρίς να του υποδειχθεί οτιδήποτε που να πιστοποιεί το αληθές της θέσης, με δεδομένο το ότι, το διάταγμα μηνιαίων δόσεων που εξεδόθη στις 19.09.2014, προέκυψε κατόπιν ακρόασης των θέσεων των μερών και πάντως όχι εκ συμφώνου, ως προκύπτει από το περιεχόμενο του. Με δεδομένο συνεπώς το ότι αυτό που η κατηγορούσα αρχή επιχείρησε να πράξει, είναι να αναδείξει προηγούμενες ασυμβίβαστες, με αυτά που στην παρούσα ανέφερε, δηλώσεις του Κατηγορούμενου, εντός Δικαστηρίου, η κατηγορούσα αρχή όφειλε να υποδείξει στον πρώτο, την δήλωση αυτή στην οποία προέβη, η οποία δεν συμβιβάζεται με την εκδοχή που προώθησε, ώστε να είναι σε θέση ο Κατηγορούμενος, να απαντήσει με ευκρίνεια, ποια εν τέλει ήταν τον δεδομένο χρόνο η θέση του και εάν τούτη, διαφοροποιείται και σε ποιο βαθμό, με τα όσα σε αυτό το στάδιο είχε δηλώσει.

 

Δεν διέλαθε την προσοχή μου το ότι, ενώ ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως το συγκεκριμένο επάγγελμα το ασκούσε από το 2000 μέχρι και το 2016-2017 που επεσυνέβη το ατύχημα που είχε, από την άλλη, δεν διέψευσε το ότι, ενδεχομένως  να είχε δηλώσει κατά το 2014 πως ήταν άνεργος αφού είχε διανύσει και περιόδους ανεργίας κατά εκείνες τις χρονικές περιόδους, πλην όμως, δεν δύναμαι να αποδεχθώ τη θέση της υπεράσπισης πως πράγματι ο Κατηγορούμενος δήλωσε τα παραπάνω, με δεδομένο το ότι, καμμιά περαιτέρω μαρτυρία προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή, η οποία να επιβεβαιώνει την ως άνω υποβολή, σε συνδυασμό με το ότι έχουν παρέλθει 11 και πλέον χρόνια από τότε, που κατά την υπεράσπιση ο Κατηγορούμενος προέβη σε αναφορά των πιο πάνω, εξ ου φρονώ και η απάντηση του τελευταίου, πως δεν μπορεί να αναφέρει με βεβαιότητα, το τί τότε είχε δηλώσει.

 

Δέχομαι πάντως, ως απόρροια της λογικής συνοχής των γεγονότων το ότι, κατά τις 19.09.2014 που εξεδόθη το διάταγμα μηνιαίων δόσεων (τεκμήριο 2), η κατάσταση της υγείας του Κατηγορούμενου, δεν ήταν η ίδια με την κατάσταση του, μετά το ατύχημα που είχε περί το έτος 2016-2017 και ότι πάντως, συνεπεία τούτου, σταμάτησε να ασκεί το επάγγελμα του συντηρητή πισινών, που ασκούσε αμέσως προηγουμένως.

 

Ό,τι δεν αποδέχομαι, είναι ότι το πιο πάνω ατύχημα, τον είχε καταστήσει και ανίκανο για εργασία αφού τούτο δεν επιβεβαιώνεται από μαρτυρία και αποτελεί ουσιαστικά γνώμη του Κατηγορούμενου, πέραν από το ότι, αντιφάσκει με τα ίδια τα λεγόμενα του, ότι δηλαδή ενόσω κατοικούσε σε φίλους του στον Κορμακίτη (θέση την οποία αποδέχομαι αφού δεν αμφισβητήθηκε), τους βοηθούσε με το μάζεμα ελιών, αγγουριών και άλλων οπωροκηπευτικών. Είναι προφανές από μόνο το περιεχόμενο της ως άνω θέσης, πως κάλλιστα ο Κατηγορούμενος, θα μπορούσε να εργαστεί επικερδώς, έστω σε αυτόν τον τομέα απασχόλησης, για όποια σημασία βέβαια τούτο έχει στην παρούσα.   

 

Με δεδομένα συνεπώς τα πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία του Κατηγορούμενου, πλην των όσων σημείων ρητώς αναφέρω πιο πάνω ότι δεν αποδέχομαι. Κρίνω πως επρόκειτο για ειλικρινή μάρτυρα, αφού η ειλικρίνεια του προκύπτει και από το γεγονός ότι σε κανένα στάδιο αρνήθηκε ότι οφείλει τις επίδικες εδώ, μηνιαίες δόσεις ως επίσης ότι ουδέποτε προέβη σε οποιοδήποτε διάβημα προκειμένου να ακυρώσει το διάταγμα μηνιαίων δόσεων που εξεδόθη στις 19.09.2014 ή να επιδιώξει τροποποίηση του.

 

Η Μ.Υ.1, μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Οι απαντήσεις της σαφείς, τεκμηριωμένες και συνάδουσες με την λογική ενώ σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Υπάρχουν κάποια σημεία στην μαρτυρία της, τα οποία δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά, για λόγους ωστόσο ανεξάρτητους από την αξιοπιστία της ως μάρτυρας, τους οποίους εξηγώ στην συνέχεια, όπως και το γιατί δεν είναι αποδεκτοί.

 

Κατά τα άλλα, η μαρτυρία της συνάδει με την υπόλοιπη αξιόπιστη μαρτυρία, ως επίσης και με τα όσα έγγραφα κατέθεσε. Εξάλλου, μεγάλο μέρος των όσων ανέφερε, δεν έχουν αμφισβητηθεί όπως για παράδειγμα το ότι είναι η σύζυγος του Κατηγορούμενου, ότι διάφοροι επιδότες επισκέπτονταν το σπίτι της να του επιδώσουν έγγραφα. Σε σχέση με αυτή της την αναφορά, η ίδια ισχυρίστηκε πως τα διάφορα έγγραφα, επιδίδονταν στην οικία της, παρόλο που ο Κατηγορούμενος δεν έμενε εκεί, αφού μετά τη διάσταση τους, έμενε με κάποιον φίλο του στον Κορμακίτη. Στα πιο πάνω, καμμιά βαρύτητα προτίθεμαι να δώσω για δύο λόγους αφού πρόκειται για ζητήματα που εκφεύγουν του πλαισίου της παρούσας διαδικασίας, με δεδομένο το τι εδώ εξετάζεται.

 

Αποδέχομαι ωστόσο την αναφορά της, πως γνωρίζει για την παρούσα, αφού διάφορα έγγραφα επιδόθηκαν και στην ίδια, στην οικία της καθότι δεν διαβλέπω τον λόγο που η Μ.Υ.1 θα έλεγε ψέματα επί τούτου. Εξάλλου, το ότι διάφορες υποθέσεις επιδόθηκαν με υποκατάστατο τρόπο επίδοσης στον Κατηγορούμενο, είναι κάτι που προκύπτει και από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4 που κατέθεσε ο Μ.Κ.1, στο οποίο υπάρχει αναφορά ότι οι ποινικές υποθέσεις με αρ. 2191/17, 2534/17, 2138/18, 19420/18, 2100/19, 1820/20, 1845/21 και 1910/22, το σύνολο των οποίων αφορά μηνιαίες δόσεις που δεν καταβλήθηκαν δυνάμει του διατάγματος ημερομηνίας 19.09.2014, επιδόθηκαν με υποκατάστατο τρόπο επίδοσης. Για ό,τι αξίζει, σημειώνω πως και η παρούσα υπόθεση επιδόθηκε με υποκατάστατο τρόπο επίδοσης ως προκύπτει από τον δικαστηριακό φάκελο και δη δια θυροκολλήσεως στην οικία του Κατηγορούμενου, οικία που προφανώς αποτελεί και την οικία της Μ.Υ.2, με δεδομένο το ότι δεν αναφέρθηκε να διαμένουν ξεχωριστά.

 

Σημειώνω επίσης, πως η Μ.Υ.1 δεν αμφισβητήθηκε και ως προς τις αναφορές της ότι βρισκόταν σε διάσταση με τον Κατηγορούμενο μετά από ατύχημα που ο τελευταίος είχε περί το έτος 2017, ως επίσης ότι ο τελευταίος, λόγω της άσχημης ψυχολογικής του κατάστασης, αποφάσισε να φύγει από το σπίτι και να μένει με κάποιον φίλο του στον Κορμακίτη, θέλοντας να απομονωθεί, ως επίσης ότι έμεινε εκεί για 5-6 χρόνια και ότι μεταξύ τους, κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα μιλούσαν τηλεφωνικά. Ομοίως, δεν αμφισβητήθηκε το ότι τον Οκτώβριο του 2023, ο Κατηγορούμενος φυλακίστηκε για απλήρωτα εντάλματα και ότι η ίδια, παρόλο που ο Κατηγορούμενος διαφωνούσε, κατέβαλε το ποσό των €10.000 που έλαβε από την κόρη της, προκειμένου να αποφυλακιστεί ο τελευταίος, επειδή ο Μ.Κ.1, δεν αποδεχόταν κανένα άλλο διακανονισμό που είχε προταθεί ως επίσης ότι τα χρήματα αυτά, προέρχονταν από κληροδότημα που έλαβε η κόρη τους. Ομοίως, δεν αμφισβητήθηκε το ότι η ίδια αποτάθηκε σε λειτουργό του τμήματος αφερεγγυότητας για να λάβει πιστοποιητικό που να δεικνύει την πτώχευση του Κατηγορούμενου και ενημερώθηκε πως τέτοιο δεν υπάρχει και παραπέμφθηκε στην ιστοσελίδα του Τμήματος Αφερεγγυότητας, από το οποίο εξήγαγε το τεκμήριο 1, το οποίο έδωσε στον Κατηγορούμενο. Τα παραπάνω, καθίστανται ως ευρήματα του Δικαστηρίου.

 

Τώρα, σε σχέση με τη θέση της ότι όταν κατέβαλαν το ποσό των €10.000, δεν τους είχε δοθεί τίποτε πέραν των αποδείξεων των Κεντρικών Φυλακών και επομένως δεν γνώριζαν που κατανεμήθηκαν τα χρήματα αυτά, σημειώνω πως η θέση αυτή της Μ.Υ.1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τον απλούστατο λόγο ότι, είναι εμφανές από το ίδιο το περιεχόμενο των εν λόγω αποδείξεων (βλ. Τεκμήριο 9) πως σε κάθε μια απόδειξη, αναγράφεται τόσο ο αριθμός της ποινικής υπόθεσης με την οποία η πληρωμή σχετίζεται, όσο και το ποσό που κατανέμεται σε αυτήν. Μάλιστα, σε σχέση με το συγκεκριμένο ποσό το οποίο καταβλήθηκε στις 27.10.2023, εκδόθηκαν όχι μια αλλά 12 διαφορετικές αποδείξεις και όλες ανεξαιρέτως, περιλαμβάνουν τόσο τον αριθμό της υπόθεσης και τον αριθμό εντάλματος που εκδόθηκε συνεπεία αυτής, όσο και το ποσό που καταβάλλεται έναντι της.  

Εξ αυτών μάλιστα, είναι και οι αποδείξεις με αρ. 1220867, 1220865, 1220864 και 1220860, οι οποίες ως προκύπτει από το περιεχόμενο τους, εκδόθηκαν έναντι των πληρωμών των ενταλμάτων που εκκρεμούσαν εναντίον του Κατηγορούμενου και που σχετίζονταν με τις ποινικές υποθέσεις 2138/18, 2191/17, 2534/17 και 16793/15, οι οποίες περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 4 που κατέθεσε ο Μ.Κ.1.

 

Αντιλαμβάνομαι ωστόσο ότι αυτό που η Μ.Υ.1 ενδεχομένως να εννοούσε, είναι ότι δεν γνώριζαν (αφού δεν τους δόθηκε κατάσταση πληρωμών), εάν τα χρήματα αυτά που δαπανήθηκαν για τις εν λόγω υποθέσεις, αφορούσαν το χρέος του Κατηγορούμενου αυτό καθαυτό ή και οποιαδήποτε τυχόν έξοδα. Με δεδομένο ωστόσο το ότι το εν λόγω ζήτημα δεν διευκρινίστηκε, δεν δύναμαι να εξαγάγω οποιοδήποτε περαιτέρω συμπέρασμα, πέραν από το ότι είχαν ζητήσει από τον Μ.Κ.1 κατάσταση πληρωμών, η οποία δεν τους δόθηκε, αφού τούτη της η αναφορά δεν έτυχε αμφισβήτησης, για όποια σημασία βέβαια τούτο έχει.   

 

Δεν αποδέχομαι επίσης τη θέση της πως ο λόγος που το αίτημα του Κατηγορούμενου για λήψη ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, ήταν διότι  η κόρη τους είχε στον λογαριασμό της το ποσό των €5.000, παρότι προέρχετο από φοιτητικό δάνειο, για τους ίδιους λόγους που έχω απορρίψει την επί τούτου μαρτυρία του Κατηγορούμενου. Αποδέχομαι ωστόσο, ότι ο Κατηγορούμενος αιτήθηκε την λήψη του και απορρίφθηκε.

 

Παρομοίως, δεν αποδέχομαι τη θέση πως τα διάφορα φυλακιστήρια εντάλματα που εκδόθηκαν εναντίον του Κατηγορούμενου δεν εκδόθηκαν νομότυπα διότι είναι η ίδια που παραλάμβανε τις κλήσεις του Κατηγορούμενου και ο λόγος είναι προφανής. Εν πρώτοις, η θέση της αυτή αποτελεί έκφραση γνώμης, χωρίς μάλιστα η ίδια να έχει το αναγκαίο υπόβαθρο να εκφέρει τέτοια γνώμη και κατά δεύτερο, δεν έχει καταδειχθεί από την μαρτυρία, να έχει ακυρωθεί οποιοδήποτε ένταλμα, από αρμόδιο δικαστικό όργανο, έτσι που να εξακολουθούν να περιβάλλονται από το τεκμήριο νομιμότητας τους.

 

Σε σχέση δε με την δέσμη καταθέσεων αποδείξεων πληρωμής που κατέθεσε, (τεκμήριο 9) σημειώνω πως πράγματι, οι αποδείξεις αυτές καμμιά σχέση έχουν με την παρούσα, και ό,τι μπορεί να εξαχθεί ως εύρημα μέσα αυτές, το οποίο και εξαγάγω, είναι ότι ο Κατηγορούμενος, περί τα έτη 2015, 2016, 2018, 2019, 2021 ,2023 και 2024, έχει πληρώσει, κατά την ημερομηνία που αναγράφει κάθε μια απόδειξη, τα ποσά που επίσης αναγράφονται, με τις αποδείξεις με αρ. 1220867, 1220865, 1220864 και 1220860, να έχουν εκδοθεί σε σχέση με την πληρωμή ενταλμάτων που εκδό9θηκαν στα πλαίσια των ποινικών υποθέσεων με αρ. 2138/18, 2191/17, 2534/17 και 16793/15, οι οποίες καταχωρήθηκαν σε σχέση με απλήρωτες μηνιαίες δόσεις, που πραγματεύετο το επίδικο διάταγμα. Επίσης, ως εύρημα μου καθίσταται και το ότι, από το 2015-2024, είχαν καταχωρηθεί εναντίον του Κατηγορούμενου, πέραν των 20 ποινικών υποθέσεων, αφού τούτο προκύπτει από το τεκμήριο 9 (δέσμη αποδείξεων πληρωμών ενταλμάτων).

 

Τέλος, δεν αποδέχομαι τη θέση της πως ο λόγος που ο Κατηγορούμενος δεν εργάζεται είναι το ατύχημα που είχε το 2017 καθώς και το ότι πάσχει από διαβήτη αφού η θέση της αυτή, δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία και εν πάση περιπτώσει, ούτε η ίδια εξήγησε πως τα ως άνω προβλήματα, επηρεάζουν την ικανότητα του Κατηγορούμενου να εργαστεί. Περιπλέον τούτου, σημειώνω επίσης ότι, ουδέποτε αποτέλεσε θέση του Κατηγορούμενου πως πάσχει από διαβήτη. Αποδέχομαι ωστόσο, ότι ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε λόγω από τις 27.10.2020 και εντεύθεν, να διαχειρίζεται χρήματα αφού ήταν πτωχεύσας, καθότι τούτο, συνάδει πλήρως με την μαρτυρία του Μ.Υ.2.

 

Στρεφόμενη στο Μ.Υ.2, σημειώνω πως επίσης ο εν λόγω μάρτυρας προκάλεσε μόνο θετικές εντυπώσεις. Πρόκειται εν πάση περιπτώσει για παντελώς ανεξάρτητο μάρτυρα, ο οποίος κανένα λόγο είχε να πει ψέματα ή να διαστρεβλώσει την αλήθεια. Οι θέσεις δε και οι απαντήσεις του, βρίσκουν έρεισμα στον νόμο, εφόσον τα πλείστα ζητήματα για τα οποία κατέθεσε είναι ζητήματα νομικά και εμπίπτουν στην δικαστική γνώση του Δικαστηρίου. Για όσα δε ζητήματα κατέθεσε, κρίνω πως είχε το αναγκαίο υπόβαθρο ως εκ της θέσης του στην υπηρεσία αφερεγγυότητας, να τα αναφέρει Η δε ουσία της μαρτυρίας του, δεν έχει σε κανένα σημείο αμφισβητηθεί, πλην του ότι το χρέος από το οποίο πηγάζουν τα επίδικα αδικήματα, έχει διαγραφεί πλέον και δεν υφίσταται, συνεπεία του γεγονότος ότι ο Κατηγορούμενος, αποκαταστάθηκε αυτοδικαίως στις 22.10.2023 και το επίδικο χρέος ήταν χρέος επαληθεύσιμο, καιτοι δεν επαληθεύτηκε και ούτε είναι εξασφαλισμένο. Ως προς τούτο, επανέρχομαι στη συνέχεια.

 

Συγκεκριμένα, από την μαρτυρία του Μ.Υ.2, δεν αμφισβητήθηκε ότι  ο ίδιος είναι λειτουργός στο Τμήμα Αφερεγγυότητας και εργάζεται στην υπηρεσία του Επισήμου Παραλήπτη και τα καθήκοντα του περιλαμβάνουν την εκτέλεση διαταγμάτων πτώχευσης, ότι το μητρώο πτωχεύσαντων προσώπων υπάρχει στην ιστοσελίδα του Τμήματος Αφερεγγυότητας στην  οποία υπάρχει πρόσβαση από το κοινό, ότι στις 22.10.2020 εκδόθηκε διάταγμα πτώχευσης του Κατηγορούμενου με αποτέλεσμα ο επίσημος παραλήπτης, να διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του και ότι συνεπεία τούτου ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να διαχειριστεί την περιουσία του.

 

Ομοίως, δεν αμφισβητήθηκε ότι το επίδικο εξ αποφάσεως χρέος, με δεδομένο το ότι η απόφαση (τεκμήριο 1) εκδόθηκε πριν την έκδοση διατάγματος πτώχευσης, εμπίπτει στην πτωχευτική διαδικασία, ότι ο πιστωτής, έχει δικαίωμα  να προβεί σε επαλήθευση του χρέους του, κάτι που δεν έπραξε, πλην όμως διατηρεί τη δυνατότητα ακόμη και τώρα να το πράξει. Επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε δηλώσει το συγκεκριμένο εξ αποφάσεως χρέος, πλην όμως είχε απαντήσει σε σχετικό ερωτηματολόγιο πως εκκρεμούν αγωγές εναντίον του από μέρους της Παραπονούμενης, χωρίς να καθορίσει ή να αναφέρει ποσό και επιπλέον πως ο Κατηγορούμενος με βάση έρευνα του Τμήματος Κτηματολογίου, στις 2.12.2020, δεν είχε υπό την ιδιοκτησία του, οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία, όπως ούτε και κινητή, πλην ενός κατεστραμμένου οχήματος, μηδενικής αξίας. Τέλος, ότι ο Κατηγορούμενος, αποκαταστάθηκε αυτοδικαίως ως πτωχεύσας, στις 27.10.2023.

 

Τώρα, ως προς τη θέση του πως ο πτωχεύσας με την αυτοδίκαιη αποκατάσταση, απαλλάσσεται από όλα τα ανεξασφάλιστα χρέη, ενώ η περιουσία του παραμένει στον διαχειριστή πλην όμως μπορεί να επαναδραστηριοποιηθεί κανονικά, σημειώνω η ως άνω θέση του, βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 27Α του Περί Πτωχεύσεων Νόμου Κεφ.5, αφού τούτο προβλέπεται, πλην ορισμένων εξαιρέσεων που ρητά καθορίζεται στο εν λόγω άρθρο.  Έρεισμα, βρίσκει και η θέση του πως ο όρος “ανεξασφάλιστα χρέη”, σημαίνει οποιαδήποτε χρέη δεν βαρύνονται με υποθήκες ή/και εμπράγματα βάρη όπως ενοικιαγορές και άλλα, με δεδομένη την ερμηνεία που δίδεται στον αντίθετο όρο, δηλαδή “εξασφαλισμένος πιστωτής”, στο άρθρο 2 του Κεφ.5.

 

Περαιτέρω και η θέση του ότι Κατηγορούμενος αποκαταστάθηκε αυτοδικαίως στις 27.10.2023 βρίσκει έρεισμα στην έγγραφη μαρτυρία (τεκμήριο 5) ως επίσης και το ότι, η αυτοδίκαιη αυτή αποκατάσταση του επέφερε απαλλαγή του από οποιαδήποτε χρέη υφίσταντο προ του διατάγματος πτώχευσης, μεταξυ των οποίων και το επίδικο εξ αποφάσεως χρέος, ως επαληθεύσιμο και μη εξασφαλισμένο χρέος.  Επί των πιο πάνω, του υπεβλήθη πως ενόψει του ότι ουσιαστικά, η παρούσα αποτελεί ποινική υπόθεση, δεν έχει διαγραφεί το χρέος του Κατηγορούμενου, αφού τα ποινικά αδικήματα, εξαιρούνται από την διαγραφή επαληθεύσιμων χρεών.

 

Η ως άνω θέση της υπεράσπισης, στηρίχθηκε στο ότι ο νόμος εξαιρεί την διαγραφή χρεών από ποινικά αδικήματα, στην βάση του άρθρου 27Α του Νόμου. Η πιο πάνω θέση ωστόσο, είναι παντελώς λανθασμένη. Πράγματι καταρχάς, το άρθρο 27Α του Νόμου Περί Πτωχεύσεως Κεφ. 5, προβλέπει στο εδάφιο 8 πως η αυτοδίκαιη αποκατάσταση ενός πτωχεύσαντος προσώπου, επιφέρει πλήρη απαλλαγή του από όλα τα επαληθεύσιμα χρέη, νοουμένου ότι  το πρόσωπο αυτό ενεργεί καλή τη πίστη και τα λοιπά, πλην των περιπτώσεων που ρητώς αναφέρονται στα υποεδάφια (α)-(η). Μεταξύ αυτών των εξαιρέσεων είναι και τα χρέη τα οποία προκύπτουν από απόφαση Δικαστηρίου με την οποία επιβάλλεται οποιαδήποτε χρηματική ποινή λόγω καταδίκης για ποινικό αδίκημα, εξαίρεση πολύ διαφορετική από το τι υπεβλήθη στον Μ.Υ.2 και τι ο ίδιος είχε προηγουμένως αναφέρει. Η παρούσα, δεν αφορά και δεν σχετίζεται καθόλου, καθ’ οιονδήποτε τρόπο με “χρηματική ποινή” ως ορίζεται στο υποεδάφιο (ζ) του εδαφίου 8 του άρθρου 27Α του Κεφ.5, όπως ούτε και το επίδικο διάταγμα ημερομηνίας 19.09.2014. Η θέση του Μ.Υ.2 είναι καθόλα ορθή και την αποδέχομαι, όπως αποδέχομαι και το σύνολο των όσων ανέφερε, τα οποία ανάγω και σε δικά μου ευρήματα.  Το επίδικο εξ αποφάσεως χρέος, δεν έχει καταδειχθεί από την μαρτυρία να ήταν  “εξασφαλισμένο”, υπό την έννοια που δίδεται στο άρθρο 2 του Κεφ.5 και ήταν επαληθεύσιμο, ως ανέφερε ο Μ.Υ.2 χωρίς να αμφισβητηθεί, διαπιστώσεις οι οποίες επίσης, αποτελούν μέρος των ευρημάτων που εξάγονται, από την μαρτυρία του τελευταίου.  

 

 Νομική Πτυχή

 

Προτού παραθέσω την νομική πτυχή από την οποία αυτά καθαυτά τα επίδικα αδικήματα περιβάλλονται, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω κατά προτεραιότητα, με δεδομένα τα ευρήματα που εξήχθησαν από την μαρτυρία του Μ.Υ.2, κατά πόσο, η απαλλαγή του Κατηγορούμενου από τα χρέη τα οποία ήταν επαληθεύσιμα, μεταξύ των οποίων και το χρέος απ’ όπου προκύπτουν τα επίδικα αδικήματα, συνεπεία της αυτοδίκαιης αποκατάστασης του στις 27.10.2023, επηρεάζει θεμελιακά και την υπόσταση της παρούσας.

 

Έχω την άποψη πως η απάντηση επί του πιο πάνω ζητήματος, είναι αρνητική και τούτο διότι, ως έχει καταστεί εύρημα μου, μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Υ.2, ο Κατηγορούμενος, απαλλάχθηκε (και) από το επίδικο χρέος, στις 27.10.2023, όταν και αυτοδικαίως αποκαταστάθηκε ως πτωχεύσας. Η παρούσα, καταχωρήθηκε στις 02.05.2023 και τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο και δη, από την 01.07.2022 μέχρι και την 01.05.2023. Έπεται δηλαδή πως όταν το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε, δεν υφίστατο απαλλαγή του Κατηγορούμενου από οποιοδήποτε χρέος, καίτοι πτωχεύσας, γεγονός που δεν μπορεί να έχει από μόνο του, οποιαδήποτε επίδραση, στην υπόσταση της παρούσας. Η αυτή καθαυτή κήρυξη του Κατηγορούμενου ως πτωχεύσαντα, δεν επιφέρει από μόνη της απαλλαγή οποιονδήποτε χρεών, αφού τέτοια απαλλαγή επέρχεται, με την αυτοδίκαιη αποκατάσταση του και τηρουμένων των διατάξεων του Κεφ.5, άρθρα 27Α και στην προκειμένη η αυτοδίκαιη αυτή αποκατάσταση επήλθε την 27.10.2023.

 

Προχωρώ συνεπώς να εξετάσω, κατά πόσο με βάση τα όσα έχουν εξαχθεί ως ευρήματα μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία, αποδεικνύουν ή όχι τα επίδικα αδικήματα.  

 

Οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, εδράζονται επί του άρθρου 3(1)(γ) του Περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμο του 2008, Ν. 60(Ι)/2008 (εφεξής ο Νόμος) προβλέπει τα εξής:

 

«3(1) Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους:

[…]

(γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.»

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 3(4) του ίδιου νόμου αποτελεί Υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει ότι:

 

«α) έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή

β) ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή

γ) ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν»            

 

Στην υπόθεση Νικολάου vCITI PRINCIPAL INVESTMETNS LTDΠοιν. Έφ. αρ. 160/2014, ημερομηνίας 20.12.2016, αποφασίστηκε ότι η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 3(1)(γ) (πιο πάνω) στοιχειοθετείται με την προσαγωγή μαρτυρίας ότι ο Κατηγορούμενος, α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεων οφειλέτης με πιστωτή τον παραπονούμενο, β) δεν έχει εξοφλήσει το χρέος του, γ) αποδέχθηκε να εξοφλήσει το χρέος του με μηνιαίες δόσεις και δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο (βλ. και Ντάγκλας ν. ΚυλίληΠοιν. Έφεση 76/19 ημ. 22/04/2020).

 

Στην υπόθεση Προδρόμου v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Ποιν. Έφ. Αρ. 25/12, ημερομηνίας 20.2.2014, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το ζητούμενο σε υποθέσεις, όπως η επίδικη, δεν είναι το συνολικό ποσό του χρέους, κατά την ημερομηνία της ακρόασης, αλλά το κατά πόσο οι επίδικες δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στις περιπτώσεις αυτές το ουσιώδες δεν είναι η διακρίβωση του χρέους, εφόσον το χρέος προκύπτει από δικαστική απόφαση.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, είναι προφανές πως ο Κατηγορούμενος, είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή την Παραπονούμενη και δεν είχε κατά την περίοδο 01.07.2022-01.05.2023 εξοφλήσει το χρέος του, το οποίο διατάχθηκε να εξοφλήσει με μηνιαίες δόσεις δυνάμει του διατάγματος ημερομηνίας 19.09.2014. Περαιτέρω, έχει ήδη καταστεί ως εύρημα του Δικαστηρίου πως παρέλειψε να καταβάλει τις μηνιαίες δόσεις του,   από 01.07.2022 μέχρι και 02.05.2023 (κατηγορίες 1-11). Έπεται συνεπώς, πως η αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων, έχει αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.

 

Σημειώνω ότι, οι υπερασπίσεις που ουσιαστικά προώθησε ο συνήγορος του ήταν δύο. Κατά πρώτο ότι κανένα ποσό οφείλετο και κατά δεύτερο, ότι το επίδικο χρέος απ’ όπου πηγάζουν οι μηνιαίες δόσεις που πραγματεύονται οι κατηγορίες 1-11, έχει διαγραφεί. Αμφότερες ωστόσο οι πιο πάνω θέσεις, έχουν απορριφθεί, για τους λόγους που τόσο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, όσο και πιο πάνω εξηγούνται.

 

Από την μαρτυρία ωστόσο, έχει αναδυθεί και μια άλλη πτυχή της υπόθεσης, παρότι δεν απασχόλησε ιδιαίτερα την υπεράσπιση, παρά μόνο με έμμεσο τρόπο. Αυτή του κατά πόσο οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, ήταν οι ίδιες ή είχαν μεταβληθεί από όταν το διάταγμα μηνιαίων δόσεων εξεδόθη, έτσι που να είχε την οικονομική δυνατότητα να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος του και παρόλα  αυτά, για λόγους άλλους από οικονομική αδυναμία, παρέλειπε να το πράξει, με σκοπό την καταδολίευση του πιστωτή του.

 

Σημειώνω ότι, η ειδική υπεράσπιση  που προβλέπεται στο άρθρο 3(4)(γ) ανωτέρω, της μεταβολής των οικονομικών συνθηκών του Κατηγορούμενου από την ημέρα έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων, είναι άρρηκτα  συνδεδεμένη με το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία.

 

Στην προκειμένη, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον χρόνο που υποχρεούτο να καταβάλει τις επίδικες μηνιαίες δόσεις, ήταν πτωχεύσας, συνεπάγεται κατά την άποψη μου αντικειμενική και φυσική αδυναμία του να το πράξει με δεδομένο το ότι, η όποια περιουσία του είχε περιέλθει πλέον στην διαχείριση του επισήμου παραλήπτη, ο οποίος ήταν ο κατά τον νόμο αρμόδιος να διενεργεί πληρωμές προς όφελος των πιστωτών του κατηγορούμενου πτωχεύσαντα. Ακόμη δηλαδή και εάν ήθελε και μπορούσε ο Κατηγορούμενος να προβεί σε πληρωμή των επίδικων μηνιαίων δόσεων του, τούτο δεν ήταν ούτως ή άλλως δυνατό και νομικά ορθό, αφού η πράξη του αυτή, ενδεχομένως να συνιστούσε αδικαιολόγητη προτίμηση πιστωτή, κατά παράβαση των διατάξεων του Κεφ. 5.

 

Πέραν και ανεξάρτητα όμως των πιο πάνω, είμαι της άποψης πως και οι οικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, είχαν πράγματι μεταβληθεί, από τις 19.09.2014 που εκδόθηκε το διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον του και τούτο διότι καταρχάς, απώλεσε την εργασία του, είτε τούτη υφίστατο κατά τις 19.09.2014 είτε όχι, αφού πάντως την απώλεσε ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου περί το έτος 2017, ως επίσης, από το 2014  που εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα και μετά, καταχωρήθηκαν πέραν των 20 ποινικών υποθέσεων εναντίον του, αποτέλεσμα των οποίων ήταν η έκδοση φυλακιστηρίων ενταλμάτων,  γεγονός το οποίο λογικώς συνέτεινε στην περαιτέρω επιβάρυνση της οικονομικής του κατάστασης, η κατάσταση της οποίας ήταν τέτοια στις 19.09.2014, ώστε το Δικαστήριο να κρίνει πως το ποσό των €50 ήταν (τότε) εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του, προκειμένου να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του. Η δε κήρυξη του σε πτώχευση, στις 27.10.2020 τεκμαίρει από μόνη της και ως εκ του αποτελέσματος της, πως ο Κατηγορούμενος, από την πιο πάνω ημερομηνία, κατέστη ανίκανος να πληρώσει τα χρέη του, γεγονός το οποίο λήφθηκε προφανώς υπόψη από το Δικαστήριο, ώστε να προχωρήσει στην έκδοση του εν λόγω διατάγματος.

 

Σημειώνω ότι, κανένα εκ των πιο πάνω στοιχείων, δεν θα μπορούσε απομονωμένα να με οδηγήσει στο συμπέρασμα, πως οι οικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, είχαν μεταβληθεί σε τέτοιο βαθμό μετά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων, ώστε αυτός να αδυνατούσε για λόγους οικονομικούς να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του. Το σύνολο όμως των πιο πάνω στοιχείων, ιδωμένο στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων[2], δεν μπορεί λογικά να οδηγήσει σε οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα, πέραν του ότι, τέτοια μεταβολή υπήρξε, η οποία μάλιστα οδήγησε σε οικονομική αδυναμία του Κατηγορούμενου να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του και πως αυτός ήταν και ο λόγος που παρέλειψε να αποπληρώσει τις επίδικες μηνιαίες δόσεις τις οποίες διατάχθηκε να καταβάλει στην Παραπονούμενη, προς αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του.

 

Κρίνω συνακόλουθα, πως ενόψει των παραπάνω διαπιστώσεων μου, οι κατηγορίες δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν και απορρίπτονται. Ο δε Κατηγορούμενος, αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Τα έξοδα της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ του Κατηγορούμενου και εναντίον της Παραπονουμένης

 

  

                                                                                                      (Υπ.)............................

                                                                                                                Ε. Κ. Μιντή- Ε.Δ.

 



[1] βλ. C & A Pelecanos Associates Ltd ν. Ανδρέας Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273

[2] ως το επίπεδο του βάρους απόδειξης, το οποίο επωμίζεται η πλευρά του Κατηγορουμένου να αποδείξει μια εκ των ειδικών υπερασπίσεων του άρθρου 3(4) του Ν.60(Ι)/2008

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο