ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 920/23
ΑΝΤΩΝΑΚΗΣ ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ ΛΤΔ
Παραπονούμενος
ν.
1. ONEILL CONSTRUCTIONS LIMITED (H.E. 277654)
2. ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 11 Μαρτίου, 2026
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δ. Παυλίδης
Για τους Κατηγορούμενους: κα. Μαλεκίδου
Κατηγορούμενος 2 παρών
ΠΟΙΝΗ
Οι Κατηγορούμενοι, κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής, στις κατηγορίες 1 και 2, οι οποίες αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγών άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α(1) και 20 (σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 2) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
Τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι ως αναγράφονται στο κατηγορητήριο ανέφερε ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής. Σύμφωνα λοιπόν, με τις λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών, η Κατηγορούμενη 1 κατά ή περί τις 26.07.2022 εξέδωσε προς όφελος των Παραπονούμενων την υπ’ αρ. [ ] επιταγή της Ancoria Bank, για το ποσό των €12.000, η οποία με την εμφάνιση της στις 26.07.2022 που έπρεπε να πληρωθεί, δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων και/ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός (account frozen) και παρέμεινε απλήρωτη, πέραν των 15 ημερών από την ημέρα παρουσίασης της στην Τράπεζα (κατηγορία 1). Ο δε Κατηγορούμενος 2, ενώ ήταν διευθυντής και/ή αντιπρόσωπος της Κατηγορούμενης 1, εξέδωσε και/ή παρείχε συνδρομή στην τελευταία να εκδώσει την παραπάνω επιταγή και να διαπράξει το πιο πάνω αδίκημα (κατηγορία 2).
Δεν υπάρχουν στοιχεία προηγούμενων καταδικών σε σχέση με τους Κατηγορούμενους, ως αναφέρθηκε από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής και καταβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο 2, έναντι του συνολικώς οφειλόμενου ποσού, το ποσό των €400.
Σημειώνω ότι, για σκοπούς επιβολής ποινής, λαμβάνεται υπόψη στην παρούσα, άλλη μια ποινική υπόθεση που εκκρεμεί εναντίον των Κατηγορουμένων, με Παραπονούμενο το ίδιο πρόσωπο κατόπιν συναίνεσης, του συνηγόρου του. Συγεκριμένα, λαμβάνεται υπόψη η ποινική υπόθεση με αρ. 919/23 τα γεγονότα της οποίας συνίστανται στο ότι η Κατηγορούμενη 1, στις 09.06.2022, εξέδωσε προς όφελος του Παραπονούμενου την επιταγή με αρ. [ ], άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α(1) του Ποινικού Κώδικα, για το ποσό των €4.000, η οποία αφότου παρουσιάστηκε στην Τράπεζα για πληρωμή, επιστράφηκε λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων και/ή επειδή ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκε ήταν κλειστός και παρέμεινε ανεξόφλητη για περίοδο 15 ημερών, από την ημέρα παρουσίασης της. Ο δε Κατηγορούμενος 2, παρείχε συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1, να διαπράξει τα πιο πάνω αδικήματα.
Η συνήγορος του Κατηγορούμενου 2, στο πλαίσιο της αγόρευσης της για μετριασμό της ποινής του, αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του, στις προσωπικές του περιστάσεις, ως επίσης και στο γεγονός ότι πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ανέφερε πως τούτες έγκεινται στην οικονομική κατάρρευση του Κατηγορούμενου μετά από επιχειρηματική αποτυχία, κατά την διάρκεια της οποίας οι τότε συνέταιροι του τον ξεγέλασαν, γι΄ αυτό και έχει καταχωρήσει αγωγή εναντίον τους η οποία εκκρεμεί. Ως εκ τούτου, κατά τη θέση της δεν ενήργησε με πρόθεση να εξαπατήσει τον οποιονδήποτε. Επικαλούμενη την παραδοχή του στις κατηγορίες, ζήτησε την μέγιστη δυνατή επιείκεια του Δικαστηρίου. Κατόπιν αιτήματος που υπέβαλε και έγκρισης που έλαβε, για περαιτέρω μετριασμό, πριν από την επιβολή ποινής, ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος 2, είναι πρόθυμος να αποδεχθεί διάταγμα αποζημίωσης για €6.000, ως είναι το όριο δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, καθότι η οικογένεια του επιθυμεί να τον βοηθήσει να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά προς τους Παραπονούμενους καίτοι το συνολικώς οφειλόμενο ποσό, τόσο της παρούσας, όσο και της υπόθεση που λαμβάνεται υπόψη, ανέρχεται στο σύνολο του σε €16.000.
Η τελευταία αυτή αναφορά της, δεν βρήκε σύμφωνο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος ανέφερε πως δεν συναινεί στην έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος, καθότι παρόμοιες υποσχέσεις δόθηκαν ξανά από τον Κατηγορούμενο, στα πλαίσια άλλης ποινικής υπόθεσης που αντιμετώπιζε, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την συναίνεση των εκεί Παραπονουμένων για αναστολή της ποινικής δίωξης, την οποία κατόπιν που ο Κατηγορούμενος εξασφάλισε, κανένα ποσό κατέβαλε ως ήταν οι υποσχέσεις του και δεν μπορεί να προσδοθεί πίστη στα λεγόμενα του και σε σχέση με την παρούσα υπόθεση.
Σημειώνω καταρχάς ότι, το αδίκημα για το οποίο έχουν κριθεί ένοχοι οι Κατηγορούμενοι, είναι αναμφίβολα είναι σοβαρό. Ενδεικτική της σοβαρότητας του, είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή, στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου (1993) 2 Α.Α.Δ. 9, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16 και Δημοκρατία v Λαζαρή, Ποιν. Έφ. 25/21, ημερ. 8.3.22), ECLI:CY:AD:2022:D89.
Πιο συγκεκριμένα, για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος ή έκδοσης επιταγής από λογαριασμό ο οποίος ήταν κλειστός, το άρθρο 305Α (1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 προβλέπει ως ποινή σε περίπτωση καταδίκης, φυλάκιση μέχρι και 3 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000 ή και τις αυτές δύο αυτές ποινές.
Αδικήματα όπως αυτό για το οποίο κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι, επηρεάζουν άμεσα την εμπιστοσύνη που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των πολιτών και ιδιαίτερα των εμπορευόμενων στις εμπορικές τους συναλλαγές και η συνήθης ποινή που επιβάλλεται ως μέτρο ποινικής μεταχείρισης, είναι αυτή της άμεσης ποινής φυλάκισης, παρόλο που το σύνηθες δεν αποτελεί ταυτόχρονα και άκαμπτο κανόνα αφού κατά πάγια νομολογιακή αρχή κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται στη βάση των περιστατικών της (βλ. ΝΙΚΟΣ ΓΛΥΚΥΣ G.N.S. TelemaN LTD v ΛΑΡΤΙΔΗ, Ποιν. Έφεση 85/19, ημερ. 11.11.2021). Απόλυτα επίσης σχετικό, είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Διεθνές Κέντρο Υγείας Ολιστικής Ιατρικής Βιόραμα Λτδ ν. Καρβέλλα, Ποιν. Εφ. 288/18 ημερ. 12.3.2019, ECLI:CY:AD:2019:B82, που αφορούσε τις ίδιες κατηγορίες όπως και η παρούσα υπόθεση, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«............, τονίζουμε για ακόμα μια φορά τη σοβαρότητα των αδικημάτων της φύσης που κρίθηκαν ένοχοι οι Εφεσείοντες όπως και η ανησυχητική έξαρση διάπραξης τους που διαφαίνεται από το μεγάλο αριθμό υποθέσεων που παρατηρείται ότι καταχωρούνται στα Δικαστήρια. Η έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρυσμα ή η ανάκληση εξόφλησης τους χωρίς εύλογη αιτία, πλήττει καίρια την ασφάλεια και εμπιστοσύνη των συναλλαγών. Η χρήση της επιταγής είναι, αν όχι το κυριότερο, ένα από τα κυριότερα μέσα συναλλαγής στις καθημερινές συναλλαγές του τόπου. Η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς είναι πρωταρχικής σημασίας για την οικονομία του τόπου. Η μη εξόφληση επιταγής σε αρκετές περιπτώσεις έχει καταλυτικές και καταστροφικές συνέπειες για τον δικαιούχο καθότι οδηγείται είτε στην πτώχευση σε περίπτωση φυσικού προσώπου είτε στην ίδια την υπόσταση νομικού προσώπου. Η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών φαίνεται από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Νεοφύτου ν. Κυριακίδης (Αρ. 3) (1999) 2 Α.Α.Δ. 229, Σιμιλλίδης ν. Νικολάου (2013) 2 Α.Α.Δ. 444, Nikiforos Technologies Ltd v. Χρίστου, Ποιν. Εφ. 18/2012, ημερ. 6.4.2014, L.C.A Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Εφ. 116/2011, ημερ. 17.3.2015, Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη κ.α. Ποιν. Εφ. 102 και 115/2014 ημερ. 26.2.2016 και Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν. 1. Vrontis Builders Ltd κ.α. Ποιν. Εφ. 90/2014 ημερ. 6.12.2016, Metron Cyprus Ltd v. Μιχαήλ Κάνιου ECLI:CY:AD:2018:D23, ECLI:CY:AD:2018:D23, ECLI:CY:AD:2018:D23, Ποιν. Εφ. 64/15 ημερ. 16.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:D23, Corina Snacks Ltd v. Ορφανίδη Ποιν. Εφ. 212/2015 ημερ. 15.11.2018)"
Περαιτέρω, τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι βρίσκονται διαχρονικά σε έξαρση, όπως προκύπτει από τη συχνότητα που παρόμοιες υποθέσεις τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου. Το στοιχείο της έξαρσης ενός αδικήματος δημιουργεί αυτομάτως και αδήριτα την ανάγκη αποτροπής του, η οποία επιτυγχάνεται δια μέσω της επιβολής αυστηρών ποινών, έτσι ώστε να στέλνεται το μήνυμα, ότι παρόμοιες συμπεριφορές δεν είναι αποδεκτές και τιμωρούνται ανάλογα. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή, ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη κ.α. (ανωτέρω), ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ν. ΦΛΩΡΕΝΤΙΝΟΥ, Ποινική Έφεση 34/19, ημερ. 8/7/2020, ΝΙΚΟΣ ΓΛΥΚΥΣ G.N.S. TELEMAN LTD (ανωτέρω)). Εν προκειμένω παρατηρείται πως μολονότι τα Δικαστήρια επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε παρόμοιας φύσεως υποθέσεις, εντούτοις, αδικήματα αυτής της φύσεως αντί να παρουσιάζουν σημεία κάμψης, δυστυχώς παρουσιάζουν έξαρση. Με αυτό δεδομένο, το καθήκον για αποτροπή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτικό.
Ανασκόπηση της νομολογίας που αφορά στην έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος, καταδεικνύει ακριβώς την αυστηρή αντιμετώπιση της οποίας τυγχάνει το εν λόγω αδίκημα, με την επιβολή ως λέχθηκε και πιο πάνω, ποινών φυλάκισης. Σημειώνω βεβαίως ότι, στην παρούσα, ως διευκρινίστηκε στα γεγονότα, ο λόγος που οι επιταγές δεν τιμήθηκαν ήταν επειδή ο λογαριασμός ήταν κλειστός. Τούτο όμως δεν έχει ιδιαίτερη σημασία καθότι, η προβλεπόμενη ποινή στον Νόμο τόσο για το αδίκημα τόσο της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος, όσο και της έκδοσης επιταγής από κλειστό λογαριασμό, είναι ακριβώς η ίδια και θεωρώ πως καθοδήγηση, μπορεί να αντληθεί, από τις σχετικές προηγούμενες αποφάσεις, αναφορικά με επιβληθείσες ποινές επί του πρώτου αδικήματος. Η ουσία εν πάση περιπτώσει και των δύο αδικημάτων είναι η εκ του αποτελέσματος, μη εξαργύρωση των επιταγών. Σημειώνω επίσης ότι, οι προηγούμενες επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής και δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο γιατί, η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ 123).
Στην Συμιλλίδης ν. Νικολάου (2013) 2 Α.Α.Δ. 444, το Ανώτατο Δικαστήριο ως Εφετείο, μείωσε ποινή φυλάκισης εννέα μηνών σε επτά μήνες σε αδίκημα έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος ύψους €100.000 έναντι του οποίου πληρώθηκε μόνο το ποσό των €1.000. Λήφθηκε υπόψη ότι δεν υπήρξε ουσιαστική συμμόρφωση, αλλά ο εφεσείων είχε μακρά εμπορική δραστηριότητα και κοινωνική ζωή χωρίς προηγούμενες καταδίκες ενώ ήταν ευθύς εξ αρχής η επιδίωξη του να παραδεχθεί, όπως και έγινε τελικώς. Δεν λήφθηκε υπόψη, όμως, η περίοδος των 3½ ετών από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, η δε καθυστέρηση της καταχώρησης υπόθεσης στο Δικαστήριο είχε εξηγηθεί στο πλαίσιο των εκεί γεγονότων, με το Εφετείο να παρατηρεί ότι η καθυστέρηση αυτή ήταν εύλογη στα συνήθη πλαίσια της διαδικασίας, ενώ η όποια περαιτέρω καθυστέρηση οφειλόταν εξ ολοκλήρου στον ίδιο τον εφεσείοντα.
Στην Nikiforos Technologies Ltd v. Χρίστου (2014) 2 Α.Α.Δ. 424, το Ανώτατο Δικαστήριο ως Εφετείο αφού ανέτρεψε την πρωτόδικη αθωωτική απόφαση, καταδίκασε τον εφεσίβλητο σε 10μηνη συντρέχουσα φυλάκιση σε κάθε μια από τις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπισε για το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του Άρθρου 305Α(2)[1] του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Οι κατηγορίες αφορούσαν σε δύο επιταγές των €40.000 εκάστη και μια τρίτη για €20.000. Κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε μετά την καταδίκη και ούτε έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια για να καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό ως στοιχείο ουσιαστικής μεταμέλειας.
Στην υπόθεση L.C.A. Domiki Ltd ν. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 116/11, ημερ. 17.3.15, και εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια επέβαλε ποινή άμεσης φυλάκισης έξι μηνών για επιταγή ύψους €12.000 σε ουσιαστικά πτωχεύσαν πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, άνεργο, οικογενειάρχη, κατόπιν ακρόασης και λαμβάνοντας υπόψη την παρέλευση επτά ετών από τη διάπραξη του αδικήματος
Στην υπόθεση Metron (Cyprus) Ltd v. Κανιού, Ποιν. Εφ. 64/15, ημερ. 16.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:D23, το Ανώτατο Δικαστήριο ως Εφετείο, κατόπιν ανατροπής της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης και αντικατάστασης της με καταδίκη, επέβαλε στον Εφεσίβλητο, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με ανώτατο όριο αυτή των 6 μηνών σε επτά κατηγορίες έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, συνολικού ύψους €7.930. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν το 2011 και η ποινή, επιβλήθηκε επτά έτη μετά. Λήφθηκε σοβαρά υπόψη η πρόθεση αποζημίωσης με την έκδοση ανάλογου διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν αναστάλθηκε από το Δικαστήριο, το οποίο έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσιβλήτου, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα και την πρωτοβουλία του να εκδοθεί διάταγμα αποζημίωσης.
Στην Γρηγορίου ν. Φλωρεντίνου, Ποιν. Έφ. 34/2019, ημερ. 08.07.2020, το Ανώτατο Δικαστήριο, κατόπιν ανατροπής της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης και αντικατάστασης της με καταδίκη, επέβαλε στον 67 ετών, λευκού ποινικού μητρώου εφεσίβλητο, ποινή φυλάκισης 2 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για 3 έτη, λαμβάνοντας υπόψη ότι το μεγαλύτερο μέρος της οφειλής (€10.000 από €13.200) καταβλήθηκαν προς τον Παραπονούμενο και είχαν παρέλθει 10 έτη από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, με αποτέλεσμα, οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου, να διαφοροποιηθούν σε μεγάλο βαθμό.
Στην PRE NEURO-SPINE SPECIALISTS LTD v. Ευαγόρου Μαρίνας, Ποιν. Έφ. 154/21, ημερ. 19.02.2024, το Εφετείο, κατόπιν ανατροπής της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης και αντικατάστασης της με καταδίκη, επέβαλε στην 56 ετών, λευκού ποινικού μητρώου εφεσίβλητη, ποινή φυλάκισης 3 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για 3 έτη, λαμβάνοντας υπόψη τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, το ότι παρήλθαν επτά έτη από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, καθώς και ότι αυτά επιδεινώθηκαν εν τω μεταξύ, επιβαρύνοντας την και οικονομικά, κατά τρόπο που να μην μπορούσε να καταβάλει το εναπομείναν οφειλόμενο ποσό (€10.000 από €14.000).
Στην υπόθεση TECHNOTENT C.G. GEORGATSOS LTD ν. NEFELI PREMIER ART EVENT LIMITED κ.α., Ποιν. Έφεση 183/2022, ημερ. 30.09.2025, το (νυν) Εφετείο, επικύρωσε τις πρωτοδίκως επιβληθείσες χρηματικές ποινές, συνολικού ύψους €3.200 που επιβλήθηκαν στους εφεσείοντες (€2000 συνολικά στην εφεσείουσα εταιρεία και €1.200 συνολικά στον Εφεσείοντα 2), επί κατηγοριών πρόκλησης μη εξόφλησης 4 επιταγών συνολικού ύψους €9.700, κατά παράβαση του άρθρου 305Α (2) του Κεφ. 154. Το Εφετείο, επισήμανε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο, ορθώς κατέληξε στην ποινή που κατέληξε, την οποία και επιμέτρησε ορθά, αφού έλαβε υπόψη του, το γεγονός ότι, μετά την καταδικαστική απόφαση εναντίον των εφεσειόντων, από το Πρωτόδικο δικαστήριο, οι τελευταίοι, αποζημίωσαν πλήρως την Παραπονούμενη, έτσι που να προέκυπτε έμπρακτα η μεταμέλεια τους, ήταν επίσης λευκού ποινικού μητρώου και είχαν παρέλθει 4 έτη, από την διάπραξη των αδικημάτων.
Σε ό,τι αφορά την παρούσα, σημειώνω πως το σύνολο του ποσού που αφορούν οι επίδικες επιταγές, τόσο της παρούσας, όσο και της υπόθεσης που λαμβάνεται υπόψη, είναι μεγάλο, γεγονός που από μόνο του, εντείνει την σοβαρότητα της παρούσας. Πρόκειται για επιταγές που στο σύνολο τους, ανέρχονται στο ποσό των €12.000 στην παρούσα, έναντι των οποίων μάλιστα κανένα ποσό δόθηκε προς συμμόρφωση, παρά τα αλλεπάλληλα αιτήματα που υπέβαλλε ο Κατηγορούμενος κατά διαστήματα, για σκοπούς συμμόρφωσης, αφήνοντας τον Παραπονούμενο εν τέλει, παντελώς εκτεθειμένο και ζημιωμένο. Τα δε, €400 που καταβλήθηκαν στην υπόθεση με αρ. 919/2023 ακόμη και εάν θεωρείτο πως είχαν δοθεί για το σύνολο των οφειλών των επιταγών, είναι τόσο λίγα, εν συγκρίσει με το συνολικό ποσό των €16.000 που αφορούν και οι δύο υποθέσεις, που κάλλιστα θα μπορούσε να λεχθεί πως επί της ουσίας, καμία συμμόρφωση προέκυψε. Περαιτέρω, σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα που η υπόθεση εκκρεμεί, κανένας ουσιαστικός λόγος δόθηκε από μέρους του Κατηγορούμενου 2 ως προς το γιατί οι διάφορες διαβεβαιώσεις στις οποίες προέβαινε κάθε φορά, δεν υλοποιήθηκαν, παρότι αφέθηκε να νοηθεί τρόπον τινά από την συνήγορο υπεράσπισης του, πως η κακή οικονομική του κατάσταση, είναι και ο λόγος που δεν κατέστη δυνατό να καταβάλει, οποιοδήποτε μεγαλύτερο ποσό.
Σημειώνω ωστόσο, ότι και οι δύο υποθέσεις, εκκρεμούν στο Δικαστήριο από το 2023 και έχουν περάσει εν τω μεταξύ σχεδόν 3 έτη, χωρίς να επιδειχθεί από μέρους αμφότερων των Κατηγορουμένων, καμιά προσπάθεια να συμμορφωθούν, υπό την έννοια του ότι, θα αναμένετο από τον Κατηγορούμενο 2 τουλάχιστον, ο οποίος επικαλείται οικονομική αδυναμία, αφού επικαλείται το ότι είχε κάθε πρόθεση να συμμορφωθεί, να καταβάλει έστω και μικρότερα ποσά, στο μέτρο των οικονομικών του δυνατοτήτων, σε πιο τακτά χρονικά διαστήματα από το 2023 μέχρι και σήμερα, ούτως ώστε να μπορεί η πιο πάνω εκφρασθείσα πρόθεση του, να έχει οποιοδήποτε νόημα. Αντ’ αυτού, από το 2023 μέχρι και σήμερα, καταβλήθηκε μόνο το ποσό των €400 (έναντι της επιταγής στην ποινική υπόθεση με αρ. 919/2023) και τούτο, μόνο κατόπιν που το Δικαστήριο, δεν ενέκρινε το αίτημα του για αναβολή της υπόθεσης, για σκοπούς συμμόρφωσης, μόλις πριν από μερικές ημέρες. Τόσο το σύνολο των επίδικων επιταγών, όσο και ο παράγοντας αυτός καθαυτός της μη συμμόρφωσης σε σχέση με οποιοδήποτε ποσό πραγματεύεται η παρούσα, αλλά και η όλη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, τουλάχιστον κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα, εντείνουν ανεξάρτητα ή και συνδυαστικά, τη σοβαρότητα της παρούσας.
Περαιτέρω των πιο πάνω, η σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης, σε ό,τι αφορά αμφότερους τους Κατηγορούμενους, εντείνεται εν μέρει και από το γεγονός ότι στην παρούσα λαμβάνεται υπόψη και άλλη μια υπόθεση, για τα ίδια αδικήματα. Ως έχει δε λεχθεί στην Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα (2005) 2 Α.Α.Δ.598, όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν και αδικήματα άλλων υποθέσεων μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες2. Σημειώνω βέβαια ότι στην παρούσα, οι δύο αυτές υποθέσεις, καταχωρήθηκαν από το ίδιο Παραπονούμενο πρόσωπο, την ίδια ημέρα και κανένας λόγος δόθηκε ως προς την ξεχωριστή καταχώρηση τους, ενώ θα μπορούσαν να περιληφθούν σε ένα ενιαίο, κατηγορητήριο. Βέβαια από την άλλη, το ζήτημα αυτό δεν απασχόλησε καθόλου την υπεράσπιση, η οποία σε καμιά σχετική αναφορά προέβη. Παρόλα αυτά, το Δικαστήριο, λαμβάνει καθηκόντως υπόψη, την πιο πάνω παράμετρο.
Εν πάση περιπτώσει και πάρα τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σημειώνω πως, η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους, δεν μειώνει σε καμμιά περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο των Κατηγορουμένων. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, χωρίς ωστόσο η διαδικασία της εξατομίκευσης να οδηγεί σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου[2] ή του στοιχείου της αποτροπής τόσο για τον ίδιο τον δράστη όσο και για κάθε επίδοξο παραβάτη γενικότερα.[3]
Στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής επομένως, λαμβάνω υπόψιν μου κατ’ αρχάς προς όφελος αμφοτέρων των Κατηγορουμένων, το λευκό ποινικό μητρώο τους και την παραδοχή τους στο Δικαστήριο, η οποία παρότι δεν ήταν άμεση, εντούτοις επήλθε πάντως πριν την έναρξη οποιασδήποτε ακροαματικής διαδικασίας και εν πάση περιπτώσει σύντομα μετά που αρχικά, η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση. Σημειώνω για σκοπούς πληρότητας, πως από της καταχωρήσεως της υπόθεσης, οι Κατηγορούμενοι είχαν δηλώσει μη παραδοχή στις κατηγορίες, ως ήταν άλλωστε δικαίωμα τους και στις 23.02.2024, προέβησαν σε παραδοχή (η Κατηγορούμενη 1 δια μέσω του Κατηγορούμενου 2).
Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψιν τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2 ως αναφέρθηκαν από την συνήγορο του. Συγκεκριμένα λαμβάνω υπόψιν πως πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 72 ετών, έγγαμο και συνταξιούχο, ο οποίος διαμένει μαζί με την σύζυγο του σε ενοικιαζόμενο πλέον διαμέρισμα, αφού την κατοικία που κατείχαν προοηγουμένως, την κατάσχεσε συγκεκριμένη εταιρεία, ενεργώντας προς όφελος Τράπεζας, στην οποία ήταν υποθηκευμένη η κατοικία, έναντι των χρεών του Κατηγορούμενου 2. Η σύζυγος του, είναι καρδιοπαθής και με κινητικά προβλήματα και ο Κατηγορούμενος 2 είναι επιφορτισμένος με την φροντίδα της. Με την σύζυγο του, απέκτησαν δύο παιδιά, ένα γιο και μια κόρη, οι οποίοι είναι ενήλικες. Ο γιος του Κατηγορούμενου 2 διαμένει μόνιμα στην Αθήνα και η κόρη του στην Λευκωσία, μαζί με τα τρία ανήλικα παιδιά της, δύο εκ των οποίων βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού.
Περιπλέον, λαμβάνω υπόψη μου την αναφορά της συνηγόρου υπεράσπισης των Κατηγορουμένων πως τα επίδικα αδικήματα προέκυψαν έπειτα από την οικονομική κατάρρευση αμφοτέρων, αφού η επιχείρηση που λειτουργούσαν, μαζί με άλλους συνέταιρους του Κατηγορούμενου 2 απέτυχε, για λόγους που αφορούσαν τις μεταξύ τους σχέσεις τους, με τον τελευταίο να αξιώνει αποζημιώσεις εναντίον τους.
Στρέφομαι επίσης στον χρόνο που μεσολάβησε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλούμε να επιβάλω ποινή. Σημειώνω επί τούτου, πως τα αδικήματα διαπράχθηκαν από τις 26.08.2022 σε ό,τι αφορά την παρούσα και στις 09.06.2022 σε ό,τι αφορά την ποινική υπόθεση που λαμβάνεται υπόψη. Η δε παρούσα υπόθεση, καταχωρίστηκε στις 24.07.2023 και το κατηγορητήριο επιδόθηκε στον Κατηγορούμενο στις 28.08.2023. Στις 17.11.2023 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για πρώτη φορά, ο Κατηγορούμενος 2 δεν εμφανίστηκε με αποτέλεσμα να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του, το οποίο εκτελέστηκε στις 15.12.2023, οπότε και ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε τόσο για τον ίδιο, όσο και εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1, με μη παραδοχή στις κατηγορίες, ως ήταν άλλωστε δικαίωμα του. Ακολούθησε ο ορισμός της υπόθεσης σε διάφορες ημερομηνίες για ακρόαση, μεταξύ των οποίων και η 23.02.2024, οπότε οι Κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν εν τέλει τις κατηγορίες που τους αφορούσαν. Κατόπιν δε τούτου, κατά τις επόμενες δικασίμους, παρουσιαζόμενος μέχρι ενός σημείου αυτοπροσώπως, ζητούσε χρόνο για σκοπούς συμμόρφωσης χωρίς επί τούτου ωστόσο, να έχει τηρήσει τον λόγο του. Ούτε και το έπραξε μετέπειτα που εγκρίθηκε το αίτημα του για νομική αρωγή και διόρισε δικηγόρο για την εκπροσώπηση του, η οποία υπέβαλλε, τα ίδια αιτήματα.
Είναι επομένως προφανές, από το πιο πάνω ιστορικό πως την όλη ή εστω την περισσότερη ευθύνη σε σχέση με τυχόν καθυστέρηση, από την ημερομηνία καταχώρησης της υπόθεσης και εντεύθεν, την φέρει η πλευρά των Κατηγορουμένων. Σε ό,τι δε αφορά τον χρόνο που μεσολάβησε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και την καταχώρηση της υπόθεσης, παρότι καμιά δικαιολογία δόθηκε από μέρους του συνηγόρου των Παραπονουμένων, δεν παραγνωρίζω πως καμιά αναφορά έγινε από μέρους των Κατηγορουμένων, ως προς τυχόν δυσμενή επηρεασμό τους από την εν λόγω καθυστέρηση. Ανεξαρτήτως όμως της πιο πάνω κατάληξης σημειώνω πως αναμφίβολα, η νομολογία αναγνωρίζει ως ελαφρυντικό παράγοντα την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος, αφού η χρονική αυτή διάσταση μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και τον αναμορφωτικό της ρόλο, ενώ οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου στο διαρρεύσαν διάστημα μπορεί να αλλάξουν ριζικά.[4] Στην προκειμένη, το αντικειμενικό γεγονός της παρέλευσης σχεδόν τεσσάρων ετών από τη διάπραξη των αδικημάτων, πολύ περιορισμένη βαρύτητα έχει, αφού δεν έχει καταδειχθεί τι έχει μεταβληθεί σε αυτόν τον διαρρεύσαντα χρόνο. Επομένως δεν θεωρώ πως η πάροδος του πιο πάνω χρόνου μπορεί στην προκειμένη να έχει ιδιαίτερη σημασία.
Εν πάση περιπτώσει ό,τι άλλο οφείλω πάντως να σημειώσω είναι πως σύμφωνα με τη νομολογία, η ύπαρξη καθυστέρησης δεν είναι πάντα αρκετή για να οδηγήσει στην επιβολή μη στερητικής της ελευθερίας ποινής. Έτσι επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης στις υποθέσεις, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ 22 (καθυστέρηση 4 ετών – η παραδοχή ήταν άμεση), Διεθνές Κέντρο Υγείας Ολιστικής Ιατρικής Βιόραμα Λτδ ν. Καρβελλά, Ποιν. Εφ. 288 και 289/19, ημερ. 12.3.19 (καθυστέρηση 7 και πλέον ετών, με ουσιαστική αλλαγή στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου), Φελλά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 8/21, ημερ. 3.6.21 (καθυστέρηση 14 ετών: το αδίκημα διαπράχθηκε το 2007, διαπιστώθηκε το 2014, η δίωξη καταχωρήθηκε το 2016 και η ποινή επιβλήθηκε το 2021), και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 85/20, ημερ. 28.6.21, ECLI:CY:AD:2021:B284 (καθυστέρηση 12 ετών με μεγάλη καθυστέρηση (4 έτη) κατά τη διερεύνηση). Εν προκειμένω θεωρώ πως ακόμα και αν ήθελε διαφανεί πως υπήρξε κάποια καθυστέρηση που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψιν, αυτή δεν θα ήταν αρκετή για να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής.
Λαμβάνω επίσης υπόψη μου, τις συνέπειες που θα έχει στον Κατηγορούμενο 2 τυχόν ποινή φυλάκισης, όσο και στην οικογένεια του και δη στην σύζυγο του, όπως επίσης λαμβάνω υπόψη και την γενικότερη αγωνία που βιώνει, για ολοκλήρωση της υπόθεσης καθώς επίσης και την απολογία που εξέφρασε δια της συνηγόρου του.
Τέλος, πιστώνω επιπρόσθετα προς όφελος του και την πρόθεση που εξέφρασε για να αποδέχετο τυχόν διάταγμα αποζημίωσης του Παραπονουμένου, για το ποσό που θα μπορούσε να εκδοθεί, παρότι είναι σαφές ότι η μη συναίνεση του τελευταίου ως προς τούτο, δημιουργεί κώλυμα, στην έκδοση του. Η άρνηση ωστόσο του τελευταίου, δεν μπορεί να επενεργήσει έστω έμμεσα, εις βάρος του Κατηγορούμενου 2 και γι’ αυτό τον λόγο, εκλαμβάνω την εκφρασθείσα έστω πρόθεση αποζημίωσης, ως ένδειξη μεταμέλειας.
Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα από τη μια και από την άλλη τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη ότι καμμιά συμμόρφωση έχει επέλθει σε σχέση με τα ποσά για τα οποία εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές καταλήγω ότι αναπόφευκτα, η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή σε ό,τι αφορά την Κατηγορούμενη 1 είναι σαφώς η επιβολή χρηματικής ποινής και σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 2, αυτή της ποινής φυλάκισης.
Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στην Κατηγορούμενο θα ήταν υπό τις περιστάσεις επιεικέστερη του ορθού λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας των αδικημάτων που αντιμετωπίζει. Συνακόλουθα, και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, επιβάλλεται:
Στην Κατηγορούμενη 1, στην κατηγορία 1, χρηματική ποινή ύψους €3.000.
Στον Κατηγορούμενο 2, στην κατηγορία 2, ποινή φυλάκισης 4 μηνών.
Εξετάζοντας καθηκόντως, με δεδομένο το ύψος της ποινής που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2 αλλά και με γνώμονα την εισήγηση της συνηγόρου του κατά πόσο ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις, να αναστείλω την εκτέλεση της ποινής, σημειώνω τα ακόλουθα.
Η βασική νομολογιακή αρχή, όπως εν τέλει έχει αποκρυσταλλωθεί στις υποθέσεις Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ.930 και Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ.449, είναι ότι στο στάδιο αυτό, επανεξετάζεται κάθε στοιχείο και κάθε παράγοντας ο οποίος δυνατόν να έχει σημασία ως προς την αναστολή. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, μπορούν ή πρέπει αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί την παροχή μιας δεύτερης ευκαιρίας (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ.22). Αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου, καθώς και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες – είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς – οι οποίοι δυνατόν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για αναστολή ή όχι της ποινής. Εν τέλει το ουσιώδες ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.
Λαμβάνω υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος ως πιο πάνω έχει προδιαγραφεί καθώς και το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης αλλά και των ελαφρυντικών του Κατηγορούμενου 2, έχοντας κατά νου και την υποχρέωση του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό να αποδώσει διπλή βαρύτητα σε όλους τους παράγοντες, με σκοπό να αποφασιστεί κατά πόσον μπορούν να επενεργήσουν ούτως ώστε να ανασταλεί η ποινή και να δοθεί στον Κατηγορούμενο 2 μια δεύτερη ευκαιρία και καταλήγω ότι στην προκειμένη περίπτωση, η σοβαρότητα των αδικημάτων ως αυτή έχει προδιαγραφεί πιο πάνω, δεν δικαιολογεί την αναστολή της ποινής φυλάκισης.
Οι μετριαστικοί παράγοντες που έχουν ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της ποινής του Κατηγορούμενου 2, αναθεωρούμενοι σε αυτό το στάδιο, δεν είναι τέτοιοι που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη απόδοσης, αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, υπό το φως της σοβαρότητας της υπόθεσης ως έχει προδιαγραφεί και των περιστάσεων που την περιβάλλουν. Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, κρίνω πως θα εξουδετέρωνε τη σοβαρότητα των αδικημάτων και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες.
Επομένως, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί θα είναι άμεση.
Κατ’ εφαρμογή δε, του άρθρου 117 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, η ποινή μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος 2 τελεί σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 03.03.2026.
Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας σημειώνω πως σύμφωνα με το άρθρο 168 του Κεφ. 155, όταν πρόσωπο καταδικάζεται για ποινικό αδίκημα, το Δικαστήριο δύναται να το διατάξει να καταβάλει τα έξοδα της κατηγορίας επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που δύναται να επιβληθεί σε αυτό.
Όπως καθίσταται καθαρό από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου, η ευχέρεια του Δικαστηρίου προς επιδίκαση εξόδων, είναι διακριτική. Υπάρχουν δε πράγματι περιπτώσεις όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επιδίκασε, στα πλαίσια ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων, στις οποίες επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, τα έξοδα της δίκης υπέρ των Παραπονουμένων[5]. Οι πιο πάνω περιπτώσεις, ήταν περιπτώσεις όπου το Ανώτατο Δικαστήριο έπραξε τούτο, αφού είτε οι ποινές φυλάκισης είτε ανεστάλησαν, είτε ήταν διάρκειας μικρής διάρκειας. Η παρούσα, είναι μια τέτοια περίπτωση και κρίνω πως παρότι έχει επιβληθεί ποινή άμεσης φυλάκισης στον Κατηγορούμενο, εντούτοις δικαιολογείται η επιδίκαση εξόδων εναντίον του με δεδομένη την μικρή διάρκεια της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί.
Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος βαρύνεται και με τα έξοδα της διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία ωστόσο να καταβληθούν, έξι μήνες μετά την αποφυλάκιση του. Τα έξοδα περιορίζονται μόνο στην παρούσα υπόθεση και για την υπόθεση με αρ. 919/2023 η οποία λαμβάνεται υπόψη, δεν επιδικάζονται οποιαδήποτε έξοδα καθότι, κανένας λόγος δόθηκε ως προς το γιατί οι κατηγορίες που εκεί περιλαμβάνονται, δεν συμπεριλήφθηκαν στην παρούσα.
(Στην παρούσα λήφθηκε υπόψη η ποινική υπόθεση με αρ. 919/2023)
Υπ...................................................
Ε. Κ. Μιντή Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Η προβλεπόμενη ποινή, είναι η ίδια ποινή που προβλέπεται και για το αδίκημα του άρθρου 305Α (1) του Κεφ. 154.
[2] Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ 498, Antoniades v. Police (1986) 2 C.L.R. 21.
[3] Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224.
[4] Ως προς τη σημασία της καθυστέρησης βλ., μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, 361, Γενικός Εισαγγελέας v. Αρέστη (1996) 2 Α.Α.Δ. 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση (2000) 2 Α.Α.Δ. 252, 265, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.α. (Αρ. 2) (2001) 2 Α.Α.Δ. 617, Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 701, Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104, Αβραάμ ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 365, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σενέκκη κ.α. (2012) 2 Α.Α.Δ. 285, και ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Ανδρέου, Ποιν. Έφ. 84/15, ημερ. 3.2.16.
[5] Βλ. μεταξύ άλλων, Ttozios Management Ltd κ.α. ν. Κυριάκου, Ποιν. Εφ. 96/14 κ.α., ημερ. 15.4.16, ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Ανδρέου, Ποιν. Έφ. 84/15, ημερ. 3.2.16, ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Δράκου, Ποιν. Έφ. 129/15, ημερ. 15.11.17
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο