ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 1853/23
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
-ν-
1. P. ORPHANIDES STEEL CONSTRUCTIONS LTD
2. MONT BLANC CONSTRUCTIONS LTD
3. ΕΠΙΠΛΩΣΕΙΣ ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΤΟΜΑΖΟΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ
4. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΣ
Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 10 Μαρτίου 2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Προδρόμου.
Για Κατηγορούμενη 1: κ. Α. Πιττάτζιης για Γ.Φ. Πιττάτζιης Δ.Ε.Π.Ε
Για Κατηγορούμενη 2 κα Κ. Κ. Θεοχαρίδου
Για Κατηγορούμενη 3 κα. Α. Μαστίχη για Α & Α.Κ. Αιμιλιανίδης, Κατσαρός & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Για Κατηγορούμενο 4 κα. Α. Χαραλάμπους για Α.Κ.Καράς Δ.Ε.Π.Ε.
ΠΟΙΝΗ
Οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι μετά από δική τους παραδοχή, στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, όλες εκ των οποίων αφορούν σε αδικήματα κατά παράβαση του περί Ασφάλειας και Υγείας (Ελάχιστες Προδιαγραφές για Προσωρινά ή Κινητά Εργοτάξια) Κανονισμών του 2015 και του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμων του 1996 μέχρι και 2020.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι επί τω ότι:
1. Η Κατηγορούμενη 1, την 20.5.21 ενώ ήταν εργοδότης (εργολάβος) και ανέλαβε την εκτέλεση εργασιών των μεταλλικών κατασκευών σε εργοτάξιο για την ανέγερση αποθήκης στην οδό Σμύρνης στο Δάλι, παρέλειψε να τοποθετήσει στερεά κιγκλιδώματα στα άκρα δαπέδου του μεσοπατώματος με επαρκές ύψος, τουλάχιστον 1,10 μέτρα από το δάπεδο, που να διαθέτουν θωράκιο ή άλλο εμπόδιο στην στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και οριζόντιο στοιχείο ώστε η απόσταση μεταξύ του θωρακίου ή άλλου εμποδίου και χειρολισθήρα ή άλλου οριζόντιου στοιχείου, να μην υπερβαίνει τα 0,45 μέτρα ή να χρησιμοποιεί άλλα ισοδύναμα μέσα για την παρεμπόδιση της πτώσης προσώπων από ύψος, με αποτέλεσμα οι εργοδοτούμενος της Kulwinder Singh να πέσει από ύψος 3,37 μέτρων περίπου και να τραυματιστεί θανάσιμα (κατηγορία 1[1]), ως επίσης υπό την ίδια ιδιότητα της, παρέλειψε να παρέχει επιτήρηση των εργασιών, με αποτέλεσμα εργοδοτούμενα της πρόσωπα να εκτίθενται σε κίνδυνο (κατηγορία 2[2]).
2. Η Κατηγορούμενη 2, από άγνωστη ημερομηνία μέχρι και την 20.05.21, ενώ ήταν εργοδότης (εργολάβος) και ανέλαβε την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στο ίδιο εργοτάξιο (ως αναφέρεται πιο πάνω), παρέλειψε να τοποθετήσει στερεά κιγκλιδώματα στα άκρα δαπέδου του μεσοπατώματος με επαρκές ύψος, τουλάχιστον 1,10 μέτρα από το δάπεδο, που να διαθέτουν θωράκιο ή άλλο εμπόδιο στην στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και οριζόντιο στοιχείο ώστε η απόσταση μεταξύ του θωρακίου ή άλλου εμποδίου και χειρολισθήρα ή άλλου οριζόντιου στοιχείου, να μην υπερβαίνει τα 0,45 μέτρα ή να χρησιμοποιεί άλλα ισοδύναμα μέσα για την παρεμπόδιση της πτώσης προσώπων από ύψος, με αποτέλεσμα εργοδοτούμενα της πρόσωπα να εκτίθενται σε κίνδυνο (κατηγορία 3[3])
3. Η Κατηγορούμενη 3 ενώ ήταν «κύριος» του έργου (Ιδιοκτήτης) των εργασιών που αφορούσαν την παραπάνω ανέγερση, και ο Κατηγορούμενος 4, ενώ ήταν ανάδοχος του έργου, παρέλειψαν να διασφαλίσουν την εκπόνηση Σχεδίου Ασφάλειας & Υγείας, πριν από την έναρξη λειτουργίας του εργοταξίου (κατηγορίες 4 και 6[4] αντιστοίχως προς τους Κατηγορούμενους 3 και 4), ως επίσης, υπό την ίδια ιδιότητα τους, παρέλειψαν να ορίσουν συντονιστή για τα θέματα ασφάλειας και υγείας, κατά την εκπόνηση της μελέτης του έργου και να του αναθέσουν σχετικά καθήκοντα με γραπτή συμφωνία, πριν από την έναρξη της μελέτης του εν λόγω έργου (κατηγορίες 5 και 7[5] αντιστοίχως προς τους Κατηγορούμενους 3 και 4).
Τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, συνίστανται στα ακόλουθα.
Η Κατηγορούμενη 3 εταιρεία, είχε συμβληθεί με τους Κατηγορουμένους 2 και 1 για την ανέγερση αποθήκης στην οδό Σμύρνης στο Δάλι. Η Κατηγορούμενη 2 ανέλαβε τις οικοδομικές εργασίες και η Κατηγορούμενη 1 τις μεταλλικές εργασίες. Στις 20.5.21 ενώ ο εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης 1, Kulwinder Singh βρισκόταν στο μεσοπάτωμα όπου διεξάγονταν εργασίες συγκόλλησης μεταλλικών πασαμάνων, έπεσε από ύψος 3,37 μέτρων και τραυματίστηκε με αποτέλεσμα 3 ημέρες αργότερα να αποβιώσει. Από τον έλεγχο και την έρευνα που έγινε στο εργοτάξιο μετά το ατύχημα διαπιστώθηκε ότι Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να φροντίσει ώστε οι εργοδοτούμενοι της να εργάζονται σε δάπεδο όπου υπήρχαν στερεά κιγκλιδώματα που θα εμπόδιζαν την πτώση και πως εργάζονταν χωρίς επιτήρηση. Η Κατηγορούμενη 2, ομοίως λειτουργούσε χώρο, όπου μπορούσε να εργαστεί κόσμος χωρίς τα άκρα δαπέδου να φέρουν στερεά κιγκλιδώματα που θα εμπόδιζαν την πτώση, ενώ ο ιδιοκτήτης, η Κατηγορούμενη 3 δηλαδή, δεν είχε διασφαλίσει την εκπόνηση σχεδίου ασφάλειας και υγείας πριν από την έναρξη λειτουργίας του εργοταξίου, καθώς και ως κύριος του έργου, παρέλειψε να ορίσει συντονιστή για θέματα ασφάλειας και υγείας και να του αναθέσει καθήκοντα πριν από την έναρξη λειτουργίας του εργοταξίου. Στο πλαίσιο λοιπόν της διερεύνησης του ατυχήματος είχε διαφανεί ότι και ο Κατηγορούμενος 4, ως ανάδοχος μελετητής παρέλειψε να διασφαλίσει την ύπαρξη, πριν από την έναρξη λειτουργίας του εργοταξίου, σχεδίου ασφάλειας και υγείας, καθώς επίσης είχε διαφανεί ότι ως μελετητής παρέλειψε να ορίσει συντονιστή για θέματα ασφάλειας και υγείας (στο εξής “Α&Υ”), στο στάδιο της μελέτης και να του αναθέσει καθήκοντα με γραπτή συμφωνία πριν από την έναρξη της μελέτης του συγκεκριμένου έργου.
Προσκομίστηκε επίσης ως μέρος των γεγονότων και η έκθεση του επιθεωρητή Ν.Ν. (Τεκμήριο Α), από την οποία προκύπτουν τα ακόλουθα, επιπρόσθετα των πιο πάνω.
Στο μεσοπάτωμα απ’ όπου έπεσε ο εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης 1, εργάζονταν και άλλοι δύο συναδέλφοι του. Μετά την πτώση του, διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, με τραυματισμό στο κεφάλι.
Το ατύχημα γνωστοποιήθηκε γραπτώς στο Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας Λευκωσίας, στις 03.06.2021 ενώ η Αστυνομία είχε ενημερωθεί αυθημερόν για το ατύχημα. Στις 21.05.2021 εκδόθηκαν ειδοποιήσεις απαγόρευσης στις Κατηγορούμενες 1-3 οι οποίες αφορούσαν την διακοπή των εργασιών που εκτελούνταν σε ύψος πέραν των δύο μέτρων, μέχρι να ληφθούν τα απαραίτητα προληπτικά και προστατευτικά μέτρα. Για την εκτέλεση των μεταλλικών εργασιών, η Κατηγορούμενη 1 χρησιμοποιούσε κινητές ανυψωτικές εξέδρες και την ημέρα του ατυχήματος, οι εργαζόμενοι της χρησιμοποιούσαν ικρίωμα το οποίο ανήκε στην Κατηγορούμενη 2, και το οποίο ήταν τοποθετημένο στο μεσοπάτωμα, κατά την διάρκεια εκτέλεσης εργασιών συγκόλλησης μεταλλικών δοκών/σωλήνων, τετραγωνικής διατομής. Πριν από το ατύχημα, ο αποβιώσας βρισκόταν πάνω στο κινητό ικρίωμα προκειμένου να ξεκινήσει την συγκόλληση των πασαμάνων και συγκεκριμένα στην άκρη του, σε σημείο κοντά στην άκρη του μεσοπατώματος. Σύμφωνα με τον συνάδελφο του D.I., λίγο πριν την πτώση του αποβιώσαντα, τον είδε να κατευθύνεται προς τα πίσω, δηλαδή στην άκρη του μεσοπατώματος, πιθανόν για να απομακρυνθεί από το σημείο συγκόλλησης ώστε να μην πέφτουν πάνω του τα γρέζια και στην προσπάθεια του αυτή, έπεσε στο κενό.
Μετά την διερεύνηση του ατυχήματος ο επιθεωρητής Ν.Ν. κατέληξε στα εξής συμπεράσματα και διαπιστώσεις:
1. Στην άκρη του δαπέδου του μεσοπατώματος δεν υπήρχαν τοποθετημένα οποιαδήποτε κιγκλιδώματα ή άλλα εμπόδια για αποτροπή πτώσης προσώπων από ύψος, με την άνω πλευρά του δαπέδου του μεσοπατώματος να βρίσκεται σε ύψος 3,37 μέτρων από το δάπεδο του ισογείου.
2. Κοντά στο σημείο που βρέθηκε ο αποβιώσας, υπήρχε ένα ζευγάρι γυαλιά και μια μετροταινία.
3. Το κινητό ικρίωμα δεν διέθετε κιγκλιδώματα και φρένο ακινητοποίησης στις ρόδες του.
4. Στον χώρο υπήρχαν δύο ανυψωτικά μηχανήματα.
5. Στις 19.02.2020 η Κατηγορούμενη 2 είχε διαβιβάσει στο Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας Λευκωσίας (στο εξής “Ε.Γ.Ε.Ε.”) το έντυπο της Εκ των προτέρων γνωστοποίησης στο οποίο αναφερόταν ο ρόλος της. Σύμφωνα με το συμφωνητικό έγγραφο ορισμού Συντονιστή Α&Υ Εκτέλεσης σε μερική απασχόληση, ορίστηκε ως συντονιστής ο Κ.Ν. για θέματα Α&Υ στο στάδιο εκτέλεσης εργασιών από την Κατηγορούμενη 2. Στα δε, συμφωνητικά έγγραφα που προσκομίστηκαν, δεν υπήρχε συμφωνητικό έγγραφο ορισμού συντονιστή Α&Υ μελέτης και δεν υπήρχε «Δήλωση για την εκπόνηση του Σχεδίου Ασφάλειας & Υγείας στο στάδιο μελέτης του έργου».
6. Ο Κύριος του έργου, δεν είχε ορίσει Συντονιστή Α&Υ εκτέλεσης για όλο το έργο έτσι ώστε για τις εργασίες που διεξάγονταν τμηματικά ή και ταυτόχρονα από διάφορους εργολάβους και υπεργολάβους, να υπάρχει ο απαραίτητος συντονισμός των εργασιών μεταξύ τους όπως και η αναγκαία μέριμνα ώστε να εφαρμόζονται από όλους οι διατάξεις της νομοθεσίας και του Σχεδίου Ασφάλειας & Υγείας.
7. Την 01.06.2021, η Κατηγορούμενη 3 διαβίβασε στο Ε.Γ.Ε.Ε. Λευκωσίας αναθεωρημένο έντυπο εκ των προτέρων γνωστοποίησης του εργοταξίου με βάση το οποίο ορίστηκε ως συντονιστής Α&Υ Εκτέλεσης, ο Α.Χ. πλην όμως παρότι διαβιβάστηκε το εν λόγω έντυπο, εξακολουθούσε να μην υπήρχε συμφωνητικό έγγραφο ορισμού Συντονιστή Α&Υ μελέτης καθώς και η Δήλωση για την εκπόνηση του Σχεδίου Α&Υ στο στάδιο μελέτης του έργου.
8. Η Κατηγορούμενη 2 είχε εκπονήσει το Σχέδιο Α&Υ πριν από την έναρξη των οικοδομικών εργασιών για τις εργασίες που θα εκτελούσε καθώς και τις εργασίες που θα εκτελούσαν οι διορισμένοι από αυτήν, υπεργολάβοι.
9. Η Κατηγορούμενη 1, είχε εκπονήσει γραπτή εκτίμηση για τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν οι εργαζόμενοι της στα εξωτερικά συνεργεία και σε αυτήν αναγνωρίζεται ο κίνδυνος από πτώση από ύψος και ως προτεινόμενα μέτρα αναφέρονταν μεταξύ άλλων, η εκτέλεση τέτοιων εργασιών από έμπειρο και ικανό προσωπικό με συνεχή επίβλεψη από κατάλληλα εκπαιδευμένο επιστάτη, η διασφάλιση ασφαλούς δαπέδου εργασίας προστατευμένο με κιγκλίδωμα σε κάθε σημείο εργασίας και ασφαλείς προσβάσεις με κιγκλίδωμα, καθώς και διασφάλιση του ότι θα υπήρχε ασφαλές δάπεδο εργασίας με περιμετρικό κιγκλίδωμα ή στηθαίο ύψους 1,1 μέτρων με θωράκιο, χρήση κατάλληλης εξέδρας για εργασίες σε ύψος ή σκαλωσιάς με κάγκελο περιμετρικά (1,1 μέτρων) και κατάλληλη σκάλα με χειρολισθήρα, κατάλληλα τοποθετημένες και στερεωμένες σκαλωσιές, πλήρως συναρμολογημένες με κατάλληλα κιγκλιδώματα, θωράκια, πλήρη πατώματα και ασφαλείς σκάλες πρόσβασης.
10. Μετά το ατύχημα, η Κατηγορούμενη 3 διασφάλισε την εκπόνηση Σχεδίου Α&Υ στο οποίο περιλαμβάνονταν μέτρα για όλες τις εργασίες που θα εκτελούνταν στο εργοτάξιο.
11. Ο αποβιώσας, εργαζόταν στην Κατηγορούμενη 1 από τις 26.09.2018, στην θέση του συγκολλητή και με βάση τον διευθυντή της τελευταίας, έτυχε εκπαίδευση τόσο για την χρήση μηχανημάτων όσο και για εργασίες από ύψος και είχε ενημερωθεί κατά την πρόσληψη του για τα προληπτικά και προστατευτικά μέτρα τα οποία θα έπρεπε να λαμβάνει και του είχαν παρασχεθεί παπούτσια ασφαλείας, κράνος και γιλέκο. Επίσης, η Κατηγορούμενη 1, διέθετε ασφαλιστήριο έγγραφο ευθύνης εργοδότη.
Ως περαιτέρω έχει λεχθεί από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ουδείς εκ των Κατηγορουμένων βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και ως περαιτέρω διευκρίνισε, οι παραλείψεις των Κατηγορουμένων 2-4 συμπεριλαμβανομένων, εν αντιθέσει με τις παραλείψεις της Κατηγορούμενης 1, δεν συνδέονται αιτιωδώς, με τον θάνατο του αποβιώσαντα, πλην όμως οι παραλείψεις της Κατηγορούμενης 2 συνέτειναν στην έκθεση προσώπων σε κίνδυνο, μεταξύ αυτών και του αποβιώσαντα.
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υπεράσπισης των Κατηγορουμένων, στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, ανέφεραν τα ακόλουθα.
Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1, αναφέρθηκε από τον συνήγορο της πως η τελευταία αναγνωρίζει πλήρως την σοβαρότητα των αδικημάτων για τα οποία κρίθηκε ένοχη, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής, η οποία θα μπορούσε να αποτραπεί εάν δρούσαν από κοινού, με τις απορρέουσες εκ του νόμου υποχρεώσεις τους. Επικαλούμενος το ακηλίδωτο όπως το χαρακτήρισε, μητρώο της Κατηγορούμενης 1, την παραδοχή της στο Δικαστήριο, στο στάδιο που έστω αυτή έγινε αλλά και την συντρέχουσα αμέλεια που επιδείχθηκε από μέρους του αποβιώσαντα ως ήταν η θέση του, ζήτησε την μέγιστη δυνατή επιείκεια από το Δικαστήριο. Ως προς τούτο, ανέφερε πως η Κατηγορούμενη 1 παρότι καθόρισε συγκεκριμένο τρόπο στα πλαίσια του οποίου θα διεξάγονταν οι εργασίες της με την χρήση για εργασίες από ύψος, συγκεκριμένων μηχανημάτων, σημαντικής αξίας, δεν εισακούστηκε από τον αποβιώσαντα, ο οποίος επέλεξε να εκτελέσει τις συγκεκριμένες εργασίες, με άλλο τρόπο παρότι είχε τύχει ενδελεχούς εκπαίδευσης για την χρήση τους.
Σε σχέση με τα πιο πάνω, κατέθεσε έγγραφα, μεταξύ των οποίων και ένορκες δηλώσεις δύο εργοδοτούμενων της Κατηγορούμενης 1, οι οποίοι εργάζονταν μαζί του κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι οποίοι αναφέρουν πως εάν εκτελούσαν τις οδηγίες που τους έδωσε ο εργοδότης τους, δεν θα προκαλείτο το ατύχημα καθότι τους είχε λεχθεί από τον εργοδότη τους, κάποιες ημέρες προηγουμένως, να μην χρησιμοποιήσουν την σκαλωσιά και να μην πάνε πάνω και να μην χρησιμοποιήσουν το μεσοπάτωμα, παρά μόνο να χρησιμοποιήσουν τα μηχανήματα και παρόλα αυτά, δεν τον άκουσαν διότι με τον τρόπο που ακολούθησαν, θα τελείωναν πιο νωρίς ενώ με το μηχάνημα θα χρειαζόταν και θα απαιτείτο περαιτέρω χρόνος. Είναι τέτοιος ο βαθμός της αμέλειας που επιδείχθηκε από μέρους του αποβιώσαντα, κατά τον συνήγορο της Κατηγορούμενης 1, που η ευθύνη της τελευταίας, αν και αποδεχτή, δεν παύει από του να είναι οριακή και τούτο θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ποινής της.
Περιπλέον και προς επίρρωση των πιο πάνω, αναφέρθηκε πως η κατηγορούμενη 1, ως προκύπτει και από τα γεγονότα, είχε εκπονήσει Έκθεση Εκτίμησης επαγγελματικών κινδύνων, την οποία χρησιμοποιούσε σε κάθε εργοτάξιο, στην οποία περιλαμβανόταν και ο κίνδυνος από πτώση από ύψος και οι εργοδοτούμενοι της, ήταν δεόντως ενήμεροι για τούτο και καταλλήλως εκπαιδευμένοι.
Κατά την επίδικη ημέρα, ο διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 παρότι βρισκόταν προηγουμένως στο εργοτάξιο και επέβλεπε, αποχώρησε καθότι έπρεπε να μεταβεί σε άλλο εργοτάξιο και πάλι για σκοπούς επίβλεψης, έχοντας υπόψη του πως οι εργοδοτούμενοι τους, θα χρησιμοποιούσαν τα διαθέσιμα μηχανήματα, ως οι οδηγίες που είχαν λάβει χωρίς να μπορεί να προβλέψει το τι θα ακολουθούσε.
Αναφέρθηκε περιπλέον πως η οικογένεια του αποβιώσαντα όχι μόνο δεν αξίωσε αποζημιώσεις έναντι της Κατηγορούμενης 1 αλλά ούτε καν εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο εναντίον της και όλοι οι εργοδοτούμενοι της, οι οποίοι παρήκουσαν τις οδηγίες που τους δόθηκαν, απολύθηκαν, μεταξύ των οποίων και οι ενόρκως δηλούντες στα τεκμήρια Ε1 και Ε2 που προσκομίστηκαν.
Για τους παραπάνω λόγους η παρούσα διαφοροποιείται κατά τον κ. Πιττάτζιη από αρκετές υποθέσεις που άγονται ενώπιον του Δικαστηρίου όπου γίνεται εκμετάλλευση και έκθεση προσωπικού σε επικίνδυνες συνθήκες.
Σε ό,τι αφορά την Κατηγορούμενη 2, η ευπαίδευτη συνήγορος της ανέφερε περιπλέον των όσων από μέρους του συνηγόρου της Κατηγορούμενης 1 αναφέρθηκαν, τα οποία υιοθετήθηκαν στο σύνολο τους ως προς το ζήτημα της συντρέχουσας αμέλειας από μέρους του αποβιώσαντα, όσο και σε ό,τι αφορά τον αυστηρό τρόπο που παρόμοια αδικήματα αντιμετωπίζονται, πως θα πρέπει να συνοπολογιστεί το γεγονός πως η απόλυτη ευθύνη που δημιουργείται από τον νόμο, δημιουργεί άδικη και άνιση μεταχείριση, σε όποιο πρόσωπο τυχαίνει να εκτελεί εργασίες σε εργοτάξιο όπου συμβαίνει ένα εργατικό ατύχημα, όπως δηλαδή συνέβη και με την Κατηγορούμενη 2 παρότι κατά τον επίδικο χρόνο του ατυχήματος, η ίδια είχε ολοκληρώσει, τις δικές της εργασίες. Επικαλούμενη την παραδοχή της Κατηγορούμενης 2, το λευκό της ποινικό μητρώο κατά την πενηνταετή επαγγελματική της πορεία, το γεγονός ότι παρότι ο αποβιώσας είχε χρησιμοποιήσει δικά της ικριώματα, εντούτοις δεν ήταν εργοδοτούμενος της, το ότι η Κατηγορούμενη 2 ήταν η μόνη που είχε θέσει εκ των προτέρων συντονιστή Α&Υ για το μέρος της εργασίας που την αφορούσε και ήταν υπόλογη, αλλά και το ότι οι παραλείψεις της δεν συνδέονται με τον θάνατο του αποβιώσαντα, ζήτησε την μέγιστη δυνατή επιείκεια από το Δικαστήριο.
Περαιτέρω των πιο πάνω, ανάφερε πως θα πρέπει επιπροσθέτως να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι στο Δικαστήριο δεν προσάχθηκαν και άλλα πρόσωπα που εκτελούσαν εργασίες τον δεδομένο χρόνο, όπως ο ηλεκτρολόγος υπό την ιδιότητα του υπεργολάβου ή εργολάβου του έργου, έτσι που να προκύπτει ανισότητα στην ποινική μεταχείριση της Κατηγορουμένης 2. Επικαλέστηκε επίσης, τον χρόνο που παρήλθε από το επίδικο ατύχημα μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά τον οποίο κανένα αδίκημα διέπραξε η Κατηγορούμενη 2 η οποία συνεχίζει να είναι συνεπέστατη και τυπικότατη και να σέβεται τους Νόμους κανονισμούς και όρους της Δημοκρατίας. Επισημάνθηκε επίσης, η συνεργασία του διευθυντή της Κατηγορούμενης 2 κατά τη διερεύνηση του ατυχήματος, η οποία κατά τη θέση της κας. Θεοχαρίδου, βοήθησε στο έργο της Αστυνομίας έτσι ώστε να διερευνηθεί αμέσως η υπόθεση.
Τέλος, ανέφερε πως κανένας τραυματισμός προέκυψε σε προσωπικό της Κατηγορούμενης 2, ένδειξη του ότι από μέρους της λαμβάνονταν όλα τα προστατευτικά μέτρα και σε σχέση με το επίδικο ατύχημα, καμιά αποζημίωση ζητήθηκε από μέρους της. Επισημάνθηκαν επίσης, οι συνέπειες που θα έχει στην Κατηγορούμενη 2, η επιβολή ποινής στην παρούσα, μια εκ των οποίων είναι και το ότι δεν θα μπορεί να συμμετέχει σε διαγωνισμούς καθότι δεν θα είναι λευκού ποινικού μητρώου πλέον γεγονός που εξυπακούει την αποστέρηση οικονομικού κέρδους, με άμεσες συνέπειες στο προσωπικό της. Τα δεδομένα της υπόθεσης ανέφερε είναι τέτοια, που δικαιολογούν την ελάχιστη ποινή που θα μπορούσε να επιβληθεί υπό τις περιστάσεις, η οποία κάλλιστα θα μπορούσε να είναι η επιβολή εγγύησης αντί της επιβολής οποιασδήποτε χρηματικής ποινής.
Η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούμενης 3, ανέφερε πως η τελευταία, στην παρούσα διαδικασία εμπλέκεται ως ο κύριος του έργου και ιδιοκτήτης. Δεν έχει οποιανδήποτε σχέση με τον αποβιώσαντα και ούτε σχετίζεται με την κατάληξη του. Παρόλα αυτά, απολογείται για τις δικές της παραλείψεις και εκφράζει την μεταμέλεια της για τα όσα έχουν επισυμβεί, στις δικές της εγκαταστάσεις. Πρόκειται για μια μικρομεσαία εταιρεία η οποία ασχολείται με την παραγωγή επίπλων και είναι η πρώτη φορά που βρίσκεται ενώπιον Δικαστηρίου αφού δεν απασχόλησε προηγουμένως το Δικαστήριο και ούτε το απασχολεί μέχρι και σήμερα με οποιανδήποτε άλλη υπόθεση. Η ευθύνη που της αναλογεί απορρέει από το ότι θα έπρεπε να υπάρχει συνεργασία μεταξύ όλων των εργολάβων και υπεργολάβων που συνεργάζονταν στο έργο η οποία εκ των πραγμάτων δεν φαίνεται να υπήρχε. Ό,τι η ίδια δεν έπραξε ήταν το να μεριμνήσει έγκαιρα να εκπονήσει σχέδιο και να ορίσει συντονιστή ασφάλειας και υγείας, κάτι το οποίο έπραξε αμέσως μετά το ατύχημα, αντιλαμβανόμενη πλέον τις σοβαρές ευθύνες που της εναποθέτει ο Νόμος. Η ευθύνη της Κατηγορούμενης 3 ως αναφέρθηκε είναι μεν δεδομένη, πλην όμως, μειωμένη υπό τις περιστάσεις.
Ομοίως με τους λοιπούς συνηγόρους, και η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου 4, επικαλέστηκε το λευκό του ποινικό μητρώο, όπως και την παραδοχή του στο Δικαστήριο η οποία ως αναφέρθηκε πέραν από το ότι καταδεικνύει την έμπρακτη μεταμέλεια του, συνιστά και ουσιαστικό παράγοντα σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, αφού εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο και δημόσιο χρήμα. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης, επισημάνθηκε πως ουδέποτε ο Κατηγορούμενος 4 κλήθηκε για να υποστηρίξει και να θέσει τη θέση τους προς τις αρμόδιες αρχές, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους Κατηγορούμενους. Σε ό,τι αφορά τις προσωπικές του περιστάσεις, αναφέρθηκε πως πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 69 ετών, ο οποίος είναι παντρεμένος και διαμένει στο Παραλίμνι με τη σύζυγο του. Είναι πατέρας 3 ενηλίκων τέκνων, ένα εκ των οποίων είναι φοιτητής. Ασκεί το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού από το 1989, σήμερα είναι συνταξιούχος και εξακολουθεί να ασκεί το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού ως υπάλληλος στην εταιρεία του, στην οποία κατέχει θέση Διευθύνοντα Συμβούλου. Πρόκειται για πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου το οποίο δεν έχει προηγουμένως απασχολήσει τη δικαιοσύνη για κανένα αδίκημα. Ασκεί το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού αδιαλείπτως επιπλέον των 35 ετών και ουδέποτε μέχρι σήμερα βρέθηκε αντιμέτωπος και απασχόλησε τα Κυπριακά Δικαστήρια.
Επίκληση έγινε και στον χρόνο που διέρρευσε από την ημερομηνία του ατυχήματος και την διαπίστωση των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος 4 αντιμετωπίζει, μέχρι και την καταχώρηση της υπόθεσης αλλά και τον χρόνο που παρήλθε μέχρι σήμερα, που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, στον μειωμένο βαθμό ευθύνης που έχει ο Κατηγορούμενος 4, σε σχέση με το επίδικο συμβάν αλλά και του ότι τελούσε υπό την ιδιότητα του Πολιτικού Μηχανικού ως ανάδοχος μελετητής του έργου και δεν είχε άμεση, ενεργητική εμπλοκή στις εργασίες κατά τον χρόνο εκτέλεσης των εργασιών, όταν προκλήθηκε το επίδικο ατύχημα.
Εισηγήθηκε πως παρούσα, είναι πρέπουσα περίπτωση για επιβολή χρηματικής, αντί οποιασδήποτε άλλης ποινής, και τούτο διότι ακόμη και αυτή, θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά σε σχέση με το ενδεχόμενο διάπραξης άλλων αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο 4 στο μέλλον. Στην περίπτωση δε, που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή φυλάκισης, οι περιστάσεις είναι τέτοιες, που δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης της.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι είναι ιδιαίτερα σοβαρά και αυτό διαφαίνεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τον νόμο στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου (1993) 2 Α.Α.Δ. 9, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16 και Δημοκρατία v Λαζαρή, Ποιν. Έφ. 25/21, ημερ. 8.3.22), ECLI:CY:AD:2022:D89. .
Επί τούτου, σημειώνω πως το άρθρο 53(1) του Περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου, Ν.89(1)/1996 (ως έχει τροποποιηθεί) προβλέπει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο επιβάλλονται υποχρεώσεις με βάση τον εν λόγω νόμο ή τους κανονισμούς που εκδίδεται δυνάμει αυτού, παραλείπει να συμμορφωθεί με αυτές, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις €80.000 ή σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 4 χρόνια ή και στις δυο αυτές ποινές.
Η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, είναι η αφετηρία που το Δικαστήριο ξεκινά για την επιμέτρηση της, ώστε να επιβάλει τελικώς την αρμόζουσα, στον συγκεκριμένο παραβάτη, (σε είδος και ύψος) ποινή, εξατομικεύοντας την πάντοτε με γνώμονα τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Evans (2005) 2 Α.Α.Δ. 639).
Στην προκειμένη περίπτωση που αφορά παραβιάσεις των Περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμων, όπως πολύ εύστοχα λέχθηκε στην απόφαση Επαρχιακός Λειτουργός Εργασία Λεμεσού ν. Sedora Enterprises Ltd κ.ά. (1992) 2 Α.Α.Δ. 332, παρότι εκεί οι παραβιάσεις δεν ήταν αντίστοιχες με τις παραβιάσεις που υφίστανται στην παρούσα:
«Η υποχρέωση διατήρησης συνθηκών ασφάλειας σε εργοστάσια και άλλους χώρους που απασχολούνται άνθρωποι, δεν είναι μόνο μια υποχρέωση που πηγάζει από το Νόμο, είναι μια προέκταση διεθνών υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν από τη Δημοκρατία κάτω από το άρθρο 3 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, κάτω από τον οποίο μια συμβαλλόμενη χώρα αναλαμβάνει όχι μόνο τη θέσπιση κανονισμών για συνθήκες ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων στον τόπο εργασίας αλλά και την περαιτέρω υποχρέωση της εφαρμογής τους με μέτρα για την αποτελεσματική εποπτεία της συμμόρφωσης προς τις ανειλημμένες αυτές υποχρεώσεις.
Η αποτελεσματική εποπτεία συνεπάγεται την εφαρμογή των Νόμων και των Κανονισμών και, όπου απαιτείται, την ποινική δίωξη και τον εξαναγκασμό των παραβατών προς συμμόρφωση προς αυτούς. Επομένως και τα δικαστήρια έχουν καθήκον να προσεγγίζουν τα θέματα αυτά, ανάλογα βέβαια με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, με τη δέουσα σοβαρότητα χάριν της επίτευξης των σκοπών του Νόμου που, πέραν των ανθρωπιστικών στόχων, αποτρέπει τη μείωση της παραγωγικότητας και την αποφυγή άσκοπων οικονομικών επιβαρύνσεων λόγω τραυματισμού, επηρεασμού της υγείας και θανάτου.»[6]
Στην δε, υπόθεση Mass Pack Trading Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας Πάφου (1996) 2 Α.Α.Δ. 142, 149 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το καθήκον του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας τα οποία θεωρώ πως σχετίζονται απόλυτα και με όσα λέχθηκαν στην παρούσα:
«Κάθε εργοδότης πρέπει να διατηρεί συνεχή έλεγχο και επιτήρηση της πιστής εφαρμογής των κανονισμών ασφαλείας. Το καθήκον συντήρησης των προστατευτικών μέτρων στις οικοδομικές εργασίες είναι απόλυτο. Η υποχρέωση για διατήρηση των μέτρων ασφαλείας και η συντήρησή τους δεν είναι μόνο απόλυτη αλλά και διαρκής [Εταιρεία Γενικών Κατασκευών Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Λεμεσού (1989) 2 Α.Α.Δ 51, Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας Πάφου ν. Κώστα Κυριάκου και Υιού Λτδ και άλλου (1995) 2 Α.Α.Δ 290]. Η μέριμνα για διασφάλιση της συμμόρφωσης με τους κανονισμούς ασφάλειας αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των εργοδοτών που είναι οι μόνοι που έχουν τον έλεγχο των συνθηκών εργασίας. Η πιθανή συντρέχουσα αμέλεια του εργοδοτουμένου δυνατόν να σχετίζεται με τον καταμερισμό της ευθύνης σε πολιτική υπόθεση, δεν επηρεάζει όμως την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων για την παράλειψή τους να φροντίσουν όπως ο συγκεκριμένος εργάτης απασχολείται σε δάπεδο εργασίας που διέθετε μέσα προστασίας».
Σχετικά επίσης τα όσα λέχθηκαν στην πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΜΟΥΣΚΟΥΝΤΗ v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Ποιν. Έφεση Αρ. 58/2020, ημερομηνίας 23.06.2020, ECLI:CY:AD:2020:B199, όπου λέχθηκε πως “…..τα αδικήματα που σχετίζονται με την ασφάλεια στους χώρους εργασίας πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά, τηρουμένης βεβαίως της αρχής ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντανακλάται από το ανώτατο όριο ποινής που καθορίζει ο Νόμος - εδώ 4 χρόνια φυλάκιση - και σταθμίζεται από το Δικαστήριο στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης…’’
Ανασκόπηση της νομολογίας, καταδεικνύει τον αυστηρό τρόπο με τον οποίο οι παραλείψεις συμμόρφωσης με τον νόμο περί ασφάλειας και υγείας στην εργασία αντιμετωπίζονται. Σημειώνω βεβαίως ότι, οι προηγούμενες αποφάσεις, αναφορικά με επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο γιατί, η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ 123).
Στην Petros Kimonas & Nicos Kofteros Construction Ltd v. Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 310, το Πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινές προστίμου £700, στην κάθε μια από 4 κατηγορίες και £600 και £300 σε άλλες δύο κατηγορίες - σύνολο £3700 σε κατηγορίες που σχετίζονταν με παραβάσεις του Νόμου 89(Ι)/96 (ως ίσχυε τότε). Το Εφετείο υπέδειξε πως οι κατηγορίες ήταν πολύ σοβαρές και η κάθε μια συνιστούσε ξεχωριστό κίνδυνο για τους εργαζόμενους και μέχρι της ημέρας που το Δικαστήριο επελήφθη της υπόθεσης δεν υπήρξε συμμόρφωση προς τις εκ του Νόμου απορρέουσες υποχρεώσεις της εταιρείας. Επικύρωσε τις πιο πάνω ποινές παρόλο ότι τις θεώρησε αυστηρές γιατί έκρινε πως δεν εμπίπτουν μέσα στα όρια της έκδηλα υπερβολικής ποινής.
Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. P. Pastellis Engineering Works Ltd κ.ά. (2001) 2 Α.Α.Δ. 90, σε σχέση με παραβάσεις του πιο πάνω Νόμου 89(Ι)/96, το Πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινές προστίμου £150, £100 και £150, στην εταιρεία και £150 και £150 στο Διευθυντή της σε σχέση με κάθε κατηγορία. Το Εφετείο έκρινε ότι οι πιο πάνω ποινές ήταν έκδηλα ανεπαρκείς και επέβαλε ποινές προστίμου £500, £400 και £500 στην εταιρεία και ποινές προστίμου £500 και £500 στο Διευθυντή της. Σημειώνω ότι στην πιο πάνω υπόθεση είχε σημειωθεί τραυματισμός εργοδοτουμένου της εταιρείας.
Στην υπόθεση Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.ά. (2002) 2 Α.Α.Δ. 575, το Ανώτατο Δικαστήριο, κρίνοντας ως ανεπαρκείς τις επιβληθείσες από το πρωτόδικο δικαστήριο χρηματικές ποινές, αποδέχθηκε την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα και προχώρησε σε αύξηση τους, υπό περιστάσεις όπου η εφεσίβλητη εταιρεία ενώ ήταν εργοδότης και ανέλαβε την εκτέλεση οικοδομικών έργων παρέλειψε να τοποθετήσει περίφραξη ικανοποιητικής αντοχής στα ανοίγματα του ανελκυστήρα στο ισόγειο και στον 1ο όροφο εκθέτοντας με αυτό τον τρόπο εργοδοτούμενα άτομα στον κίνδυνο να πέσουν από ύψος 5 και 10 μέτρων περίπου αντίστοιχα και να τραυματιστούν. Επίσης, είχε παραλείψει να προστατεύσει με κατάλληλο κιγκλίδωμα ή άλλη μέθοδο την εσωτερική κυκλική σκάλα που ήταν χώρος εργασίας και χρησιμοποιείτο από εργοδοτούμενα της άτομα εκθέτοντας τα με αυτό τον τρόπο σε κίνδυνο πτώσης και τραυματισμού.
Για τις ίδιες κατηγορίες, είχε κριθεί ένοχος και ο διευθυντής της εφεσίβλητης με την διαφορά ότι αμελώς, διευκόλυνε την πρώτη στην διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιβάλει χρηματική ποινή ύψους £30 στον κάθε ένα από τους δύο εφεσίβλητους για την κάθε μια από τις κατηγορίες, λαμβάνοντας υπόψη το λευκό τους ποινικό μητρώο και την απολογία τους, καθώς και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα, σύμφωνα με τις οποίες υπήρχαν κιγκλιδώματα στο ανσανσέρ και στις σκάλες αλλά είχαν αφαιρεθεί για να γίνουν κάποιες εργασίες και όσοι «δούλευαν στο εργοτάξιο είχαν προειδοποιηθεί για την αφαίρεση και τους είχαν δοθεί οδηγίες να μην πλησιάσουν τα σημεία εκείνα εκτός αν υπήρχε εργασία», ως επίσης ότι δεν είχε προκύψει οποιοσδήποτε τραυματισμός.
Το Ανώτατο Δικαστήριο, προχώρησε σε αύξηση των πιο πάνω ποινών, από £30 σε 300 αναφέροντας πως λανθασμένα δόθηκε τόση βαρύτητα στο ότι δεν σημειώθηκε τραυματισμός, ως επίσης δόθηκε υπέρμετρη βαρύτητα στο λευκό μητρώο των εφεσιβλήτων, στη μεταμέλεια τους και στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, παράγοντες που δεν δικαιολογούσαν την επιβληθείσα από το πρωτόδικο δικαστήριο ποινή.
Στην υπόθεση Μουσκουντή ν. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 58/20, ημερομηνίας 23.06.2020, ECLI:CY:AD:2020:B199, το Ανώτατο Δικαστήριο, προχώρησε σε μείωση της δεκάμηνης (συντρέχουσας με άλλη) ποινής φυλάκισης που είχε επιβληθεί στον εφεσείοντα, με τέτοιο τρόπο ώστε να απολυθεί αμέσως, υπό περιστάσεις όπου, η αποβιώσασα εργοδοτούμενη της εταιρείας στην οποία ο εφεσείων ήταν διευθυντής, αποπειράθηκε να πάρει προϊόντα από μεταλλικό ράφι, το οποίο αποτελείτο από 8 γωνιακούς ορθοστάτες και το οποίο δεν ήταν στερεωμένο/συναρμολογημένο στον τοίχο της αποθήκης, με αποτέλεσμα το ράφι να πέσει και να το καταπλακώσει. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, είχε επιβάλει και στην εργοδότρια εταιρεία χρηματικές ποινές, με μεγαλύτερη αυτή των €5.000 σε συναφείς κατηγορίες παραλείψεων συμμόρφωσης με τον περί ασφάλειας και υγείας στην εργασία νόμο, οι οποίες οδήγησαν στον θάνατο της πιο πάνω εργοδοτούμενης της. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αποδεχόμενο την έφεση του εφεσείονταν, σημείωσε μεταξύ άλλων πως ότι εκ κατασκευής το ράφι ήταν προσβάσιμο και από τις 4 πλευρές (free stand), στοιχείο που είχε επιπτώσεις στο βαθμό ευθύνης του εφεσείοντα, δεν έλαβε την δέουσα βαρύτητα από το πρωτόδικο δικαστήριο, στοιχείο το οποίο μείωνε ουσιωδώς το βαθμό ευθύνης και η επιλογή της ποινής φυλάκισης, ως μέτρο ποινικής μεταχείρισης του εφεσείοντα, ήταν στο μεταίχμιο.
Σημειώνω ότι, πλην της Μουσκουντής (ανωτέρω), όλες οι υπόλοιπες υποθέσεις, αποφασίστηκαν επί του νομοθετικού πλαισίου (επί της ποινής) που ίσχυε τότε, το οποίο για σκοπούς πληρότητας αναφέρω πως ήταν χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες λίρες ή ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή και στις δύο αυτές ποινές.
Είναι προφανές από την πιο πάνω ανασκόπηση, αλλά και από την δια τροποποιήσεως κατά καιρούς, αύξηση της προβλεπόμενης ποινής που σε ό,τι αφορά την χρηματική ποινή, υπερβαίνει το τετραπλάσιο και σε ό,τι αφορά την ποινή φυλάκισης υπερβαίνουσα το διπλάσιο, πως ο νομοθέτης έχει μεριμνήσει για την επιβολή των πιο πάνω αυστηρών ποινών με στόχο την αποτροπή ατυχημάτων τα οποία έχουν σαν αποτέλεσμα πολλές φορές την απώλεια ζωής ή σοβαρούς τραυματισμούς και πως απώτερο στόχος ως λέχθηκε και στην Χρυσοστόμου ανωτέρω και επαναλήφθηκε σε όλες τις μεταγενέστερες αποφάσεις, είναι η πρόληψη των ατυχημάτων στους χώρους εργασίας.
Στρεφόμενοι στα γεγονότα της παρούσας, σημειώνω καταρχάς ότι, η ευθύνη που ένας έκαστος εκ των Κατηγορουμένων υπέχει, εξετάζεται υπό το πρίσμα των περιστάσεων που κάθε ένα από αυτούς αφορούν. Είναι προφανές από τα γεγονότα που εκτέθηκαν τόσο από την κατηγορούσα αρχή, όσο και από τους συνηγόρους των Κατηγορουμένων, πως η συμπεριφορά ή πράξεις ή οι όποιες παραλείψεις τους, δεν έχουν ενιαίο υπόβαθρο και ως τέτοιες αντιμετωπίζονται και από το Δικαστήριο.
Ό,τι ενιαίως θα μπορούσε να λεχθεί πως τους αφορά, από απόψεως γεγονότων, είναι ουσιαστικά η παράλειψη όλων τους, ως εργολάβοι ή υπεργολάβοι του έργου, να συντονιστούν και να δράσουν από κοινού, έτσι ώστε να απέφευγαν δυνητικά, το ενδεχόμενο τραυματισμού οποιουδήποτε προσώπου που εργαζόταν στο εργοτάξιο.
Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1, σημειώνεται πως αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως οι παραλείψεις της, οδήγησαν στον θάνατο του εργοδοτούμενου της. Ενός νέου ανθρώπου, ο οποίος βρήκε τραγικό θάνατο ενόσω εργαζόταν. Σε σχέση με τις περιστάσεις υπό τις οποίες προέκυψε ο θάνατος του, σημειώνω πως τούτος ενδεχομένως να αποφεύγετο εάν η Κατηγορούμενη 1 φρόντιζε, να λάβει όλα εκείνα τα επιπρόσθετα μέτρα που θα μπορούσε να λάβει, έτσι ώστε να αποτρέψει τον κίνδυνο από πτώση σε ύψος, κίνδυνο που ως φαίνεται από την έκθεση εκτίμησης επαγγελματικών κινδύνων που είχε εκπονήσει, αναγνώριζε. Είχε μάλιστα φροντίσει να θέσει εις γνώση των εργοδοτουμένων της (ως όφειλε) τον κίνδυνο αυτό, ως επίσης, αδιαμφισβήτητα αναφέρθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης της, χωρίς ωστόσο τούτο να καταστεί ικανό να τον εξουδετερώσει ως εκ του αποτελέσματος προκύπτει.
Δεν διέλαθε την προσοχή μου βέβαια το ότι, σε σχέση με τις συγκεκριμένες εργασίες που διεξάγονταν, η Κατηγορούμενη 1 είχε δώσει άλλες, κατευθυντήριες οδηγίες, ως προς τον τρόπο που αυτές θα έπρεπε να εκτελούνταν καθώς και τα μέσα που θα έπρεπε να είχαν χρησιμοποιηθεί για την εκτέλεση τους ως προκύπτει από το τα τεκμήρια Ε1 και Ε2 που προσκομίστηκαν και δεν αμφισβητήθηκαν επίσης. Οδηγίες που δεν εισακούστηκαν από τους εργοδοτούμενους της, μεταξύ των οποίων και ο αποβιώσας, με αποτέλεσμα την τραγική κατάληξη του. Στο πλαίσιο αυτό, δεν παραγνωρίζω το ότι αποτελούσε υποχρέωση της Κατηγορούμενης 1 και το να επιβλέπει τις εργασίες που εκτελούνταν, ενέργεια την οποία ομοίως παρέλειψε να διενεργήσει και η οποία είχε την δική της συμβολή, συν τοις άλλοις, στο να επέλθει το τραγικό αυτό αποτέλεσμα. Παρόλα αυτά, είναι γεγονός πως οι όποιες παραλείψεις της Κατηγορούμενης 1, δεν μπορούν να ιδωθούν απογυμνωμένα από τις πράξεις και του αποβιώσαντα και τούτο διότι παρότι δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπεράσπιση, μπορούν να αποτελέσουν βάση για την διαπίστωση του μεγέθους της ευθύνης της. Υπό τούτο συνεπώς το πλαίσιο, καταλήγω πως οι πράξεις του τελευταίου, μειώνουν ουσιαστικά την ευθύνη της πρώτης (χωρίς να μπορούν ωστόσο να την εξουδετερώσουν) και συγκλίνω με την θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της, πως αποτέλεσαν συντείνων παράγοντα, στην επέλευση του αποτελέσματος που δεν ήταν άλλος από τον θάνατο του.
Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 2, σε ό,τι αφορά τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων που την αφορούν, σημειώνω καταρχάς πως ως παραδεκτώς αναφέρθηκε από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, οι παραλείψεις της δεν συνδέονται αιτιωδώς μεν με τον θάνατο του αποβιώσαντα πλην όμως αποτέλεσαν έναυσμα για έκθεση προσώπων σε κίνδυνο, ως ήταν και ο κίνδυνος από τον οποίο ο αποβιώσας εν τέλει κατέληξε. Τούτος ο παράγοντας δεν μπορεί σαφώς να παραγνωριστεί. Δεν μπορώ ωστόσο να μην παραγνωρίσω και το ότι η ευθύνη που την βαραίνει, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με την ευθύνη που βαραίνει την Κατηγορούμενη 1, της οποίας ο αποβιώσας ήταν εργοδοτούμενος.
Σε ό,τι δε αφορά τους Κατηγορούμενους 3 και 4, σημειώνω πως οι κατηγορίες που τους αφορούν και που κρίθηκαν ένοχοι, δεν διασυνδέονται κατά άμεσο τρόπο με την έκθεση οποιουδήποτε προσώπου σε κίνδυνο και δη, δεν σχετίζονται καθόλου, με την κατάληξη του αποβιώσαντα, παρά μόνο κατά έμμεσο και πολύ απομακρυσμένο τρόπο.
Η διαδικασία επιβολής ποινής αλλά και η ίδια η ποινή, δεν συνιστά απλά μια επιμέρους διεργασία του έργου του Δικαστηρίου η οποία πραγματοποιείται μηχανιστικά με βάση το τι προβλέπει ένας σχετικός Νόμος. Η ποινή που επιλέγει ένα Δικαστήριο να επιβάλει θα πρέπει να εξυπηρετεί και να σταθμίζεται κατόπιν εξισορρόπησης διαφόρων παραγόντων εκ των οποίων είναι και η αντανάκλαση της σοβαρότητας ενός αδικήματος, η απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα αλλά και η ικανοποίηση των σκοπών για τους οποίους υφίσταται ένας Νόμος. (βλ. σχετικά Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λατομεία Φαρμακάς Λτδ (2004) 2 Α.Α.Δ. 573). Πέραν τούτων όμως, το Δικαστήριο κατά την επιλογή του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβάλει καλείται να λάβει επίσης υπόψη του, όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, όπως τούτα πηγάζουν είτε από τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου είτε μέσω των γεγονότων που εκτίθενται, έτσι ώστε σταθμίζονται από τη μία τη σοβαρότητα του αδικήματος και από την άλλη επιμέρους πτυχές των γεγονότων ή του παραβάτη, έτσι ώστε να εξισορροπήσει την ποινή, κατά τρόπο που η απόδοση της να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει και στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη.
Ταυτόχρονα, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου (2001) 2 Α.Α.Δ. 285).
Στο πλαίσιο της διεργασίας μου αυτής, λαμβάνω υπόψη μου, προς όφελος όλων των Κατηγορουμένων, το λευκό τους ποινικό μητρώο ως επίσης και την παραδοχή τους στο Δικαστήριο, η οποία παρότι δεν ήταν άμεση, εντούτοις σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2-4 επήλθε πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ για την Κατηγορούμενη 1, επήλθε σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την έναρξη της και δη αμέσως μετά την κυρίως εξέταση του Μ.Κ.1. Η παραδοχή όλων των Κατηγορουμένων, σαφώς και θα αμειφθεί αναλόγως (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28) και εκλαμβάνεται περαιτέρω και ως ένδειξη της μεταμέλειας τους.
Περιπλέον των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 και προς όφελος της, το σύνολο των ενεργειών της ως εργοδότρια του αποβιώσαντα, καθώς και το γεγονός ότι η παρούσα, διαφοροποιείται άρδην, από κάθε άλλο προηγούμενο με δεδομένες τις ενέργειες που θετικά προέβη η Κατηγορούμενη 1 σε σχέση με την ασφάλεια των εργοδοτούμενων της, πλην των παραλείψεων για τις οποίες κρίθηκε ένοχη στην παρούσα. Οι περιστάσεις δε, υπό τις οποίες προέκυψαν οι εν λόγω παραλείψεις, επίσης λαμβάνονται υπόψη, ως έχουν αναλυθεί πιο πάνω, συνεκτιμώντας και δίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στο ότι, ο θάνατος του αποβιώσαντα επήλθε συνεπεία παραλείψεων και του ιδίου, παράγοντας ο οποίος μειώνει ουσιωδώς την ευθύνη της εν σχέσει με το αποτέλεσμα.
Ο παράγοντας αυτός, λαμβάνεται υπόψη και προς όφελος της Κατηγορούμενης 2, ως και οι ενέργειες της ιδίας στο σύνολο τους, τόσο πριν την έναρξη των εργασιών όσο και μετέπειτα.
Λαμβάνω επίσης προς όφελος όλων των Κατηγορουμένων, την άμεση συνεργασία τους με την Αστυνομία κατά τη διερεύνηση του ατυχήματος, ως αυτή προκύπτει από το Τεκμήριο Α. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 4 ειδικότερα, σημειώνω πως παρότι δεν φαίνεται να είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην διερεύνηση, δεν παραγνωρίζω το ότι ως λέχθηκε από τη συνήγορο του και δεν έχει αμφισβητηθεί, ουδέποτε του ζητήθηκε να δώσει κατάθεση ή να προβάλει την θέση του και το γεγονός ότι ο ίδιος δεν είχε εκ των πραγμάτων εμπλοκή στην διερεύνηση του ατυχήματος, δεν μπορεί να επενεργήσει εις βάρος του.
Σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 3 και 4, λαμβάνω υπόψη μου πως καμμιά διασύνδεση με τον θάνατο του αποβιώσαντα είχαν οι παραλείψεις για τις οποίες κρίθηκαν ένοχοι και ως προς την Κατηγορούμενη 3, λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου τις προσπάθειες που κατέβαλε, έστω και μετέπειτα, προς συμμόρφωση με τον νόμο και τις απορρέουσες από αυτόν, υποχρεώσεις της.
Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 4, λαμβάνω ειδικότερα υπόψη, τις προσωπικές του περιστάσεις, ως αυτές αναφέρθηκαν από την συνήγορο υπεράσπισης του και καταγράφονται πιο πάνω και προς όφελος όλων των Κατηγορουμένων, λαμβάνω επίσης υπόψη τις συνέπειες που θα έχει η επιβολή ποινής, στις επαγγελματικές δραστηριότητες τους.
Ο χρόνος επίσης που έχει μεσολαβήσει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και την ημέρα που καταχωρήθηκε η υπόθεση, δεν μπορεί επίσης παρά να ληφθεί υπόψη, παρότι σε περιορισμένο βαθμό και τούτο διότι δεν έχει με οποιοδήποτε τρόπο καταδειχθεί πως η πιο πάνω καθυστέρηση οδήγησε σε δυσμενή επηρεασμό των Κατηγορουμένων. Σημειώνω ότι το ατύχημα προκλήθηκε κατά την 20.05.2021 και η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο 2 χρόνια περίπου αργότερα και καμμιά ουσιαστική δικαιολογία έχει δοθεί από μέρους της κατηγορούσας αρχής, σε σχέση με την πιο πάνω καθυστέρηση. Σημειώνω περαιτέρω ότι εξ όσων προκύπτει από την έκθεση του επιθεωρητή Ν.Ν., η διερεύνηση ολοκληρώθηκε περί τις 14.09.2021, ημερομηνία που συνέταξε και την έκθεση του.
Βέβαια, ως προς τον χρόνο που παρήλθε από της καταχωρήσεως της υπόθεσης μέχρι και σήμερα που καλούμε να επιβάλω ποινή στους Κατηγορούμενους, δεν παραγνωρίζω ότι οι Κατηγορούμενοι δήλωναν μη παραδοχή στις κατηγορίες, ως ήταν άλλωστε δικαίωμα τους και η παραδοχή των Κατηγορουμένων 2-4, προέκυψε μόλις στις 13.01.2026 που η ακρόαση της υπόθεσης θα ξεκινούσε. Ορίστηκε δε στην συνέχεια στις 03.03.2026 για γεγονότα και ποινή, ενόψει του ότι η Κατηγορούμενη 1 ενέμεινε (μέχρι τότε) σε μη παραδοχή, θέση την οποία διαφοροποίησε στις 27.01.2026, οπότε και στην συνέχεια ορίστηκε και για αυτήν η υπόθεση για γεγονότα και επιβολή ποινής. Κατά το χρονικό διάστημα δε, που η υπόθεση εκκρεμούσε, μέχρι και τις 13.01.2026, η υπόθεση αναβάλλετο κατόπιν αιτημάτων είτε του ενός είτε του άλλου Κατηγορούμενου, συνεπώς γι’ αυτήν την καθυστέρηση, φρονώ πως μερίδιο ευθύνης είχαν και οι ίδιοι.
Λαμβανομένης συνεπώς υπόψη από την μια, την ιδιότητα και σοβαρότητα των αδικημάτων που κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι, ως πιο πάνω έχει επεξηγηθεί, τον βαθμό ευθύνης τον οποίο έκρινα πως ένας έκαστος υπέχει, αλλά και κάθε ελαφρυντικό παράγοντα που λήφθηκε υπόψη, επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές:
Στην Κατηγορούμενη 1, χρηματική ποινή ύψους €5.000 στην κατηγορία 1 και χρηματική ποινή ύψους €1.500 στην κατηγορία 2.
Στην Κατηγορούμενη 2, χρηματική ποινή ύψους €1500 στην κατηγορία 3.
Στην Κατηγορούμενη 3 , χρηματική ποινή ύψους €1.000 στην κατηγορία 4 και χρηματική ποινή ύψους €1.000 στην κατηγορία 5.
Σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 4, κρίνω πως επίσης, αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, είναι αυτή της χρηματικής ποινής και όχι η επιβολή ποινής φυλάκισης, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, τις προσωπικές του περιστάσεις και κάθε τι άλλο λήφθηκε προς όφελος του υπόψη, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής του. Επιβάλλεται συνεπώς και στον Κατηγορούμενο 4, χρηματική ποινή ύψους €1.000 στην κατηγορία 6 και χρηματική ποινή ύψους €1.000 στην κατηγορία 7.
…………………………
Ε.Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής.
[1] κατά παράβαση των Κανονισμών 2,3 και 11 (Παράρτημα IV, Μέρος Β’, Τμήμα ΙΙ, παράγραφος 5.2 των Κανονισμών περί Ασφάλειας και Υγείας (Ελάχιστες Προδιαγραφές για Προσωρινά ή Κινητά Εργοτάξια) του 2015 και κατά παράβαση των άρθρων 2,3,13, 34(2), 38 και 53(1) των περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμων του 1996 μέχρι και 2020.
[2] Κατά παράβαση των άρθρων 13(2)(γ), 13(12) και 53(1) των Περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμων του 1996 έως 2020.
[3] κατά παράβαση των Κανονισμών 2,3 και 11 (Παράρτημα IV, Μέρος Β’, Τμήμα ΙΙ, παράγραφος 5.2 των Κανονισμών περί Ασφάλειας και Υγείας (Ελάχιστες Προδιαγραφές για Προσωρινά ή Κινητά Εργοτάξια) του 2015 και κατά παράβαση των άρθρων 2,3,13, 34(2), 38 και 53(1) των περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμων του 1996 μέχρι και 2020.
[4] κατά παράβαση των Κανονισμών 2,3 και 5 των Κανονισμών περί Ασφάλειας και Υγείας (Ελάχιστες Προδιαγραφές για Προσωρινά ή Κινητά Εργοτάξια) του 2015 και κατά παράβαση των άρθρων 2,3,13, 38 και 53(1) των περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμων του 1996 μέχρι και 2020.
[5] κατά παράβαση των Κανονισμών 2,3, 4,8 και 10 των Κανονισμών περί Ασφάλειας και Υγείας (Ελάχιστες Προδιαγραφές για Προσωρινά ή Κινητά Εργοτάξια) του 2015 και κατά παράβαση των άρθρων 2,3,13, 38 και 53(1) των περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμων του 1996 μέχρι και 2020.
[6] To πιο πάνω απόσπασμα αφορά μια χρονική περίοδο όπου η Κυπριακή Δημοκρατία δεν αποτελούσε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από το 2004 και εντεύθεν που η Κυπριακή Δημοκρατία απέκτησε την ιδιότητα του κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε μια σειρά ανάληψης συναφών κοινοτικών υποχρεώσεων σε σχέση με θέματα που άπτονται της ασφάλειας των εργαζομένων, η υποχρέωση αυτή επεκτάθηκε και καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ελάχιστων προδιαγραφών που οι εργοδοτες θα πρέπει να τηρούν αυστηρά.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο