ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΖΩΩΤΡΟΦΩΝ (ΣΟΠΑΖ) ΛΤΔ ν. Coca-Papamina Ioanna Condruta, Αρ. Υπόθεσης: 817/23, 23/3/2026
print
Τίτλος:
ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΖΩΩΤΡΟΦΩΝ (ΣΟΠΑΖ) ΛΤΔ ν. Coca-Papamina Ioanna Condruta, Αρ. Υπόθεσης: 817/23, 23/3/2026
ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΖΩΩΤΡΟΦΩΝ (ΣΟΠΑΖ) ΛΤΔ ν. Coca-Papamina Ioanna Condruta, Αρ. Υπόθεσης: 817/23, 23/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 817/23

     

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΖΩΩΤΡΟΦΩΝ (ΣΟΠΑΖ) ΛΤΔ

Παραπονούμενος  

  

εναντίον

  

  

Coca-Papamina Ioanna Condruta  

                                                                                                Κατηγορούμενη

 

Ημερομηνία: 23.03.2026

Εμφανίσεις:

Για Παραπονούμενο: κ. Α. Αναστασίου για Δ. Χατζηνέστορος & Σια Δ.Ε.Π.Ε. 

Για Κατηγορούμενη: κ. Α. Καλογερίδης για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε.

Κατηγορούμενη παρούσα  

                                                            ΠΟΙΝΗ

 

Η Κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη κατόπιν ακρόασης, σε οκτώ κατηγορίες οι οποίες αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγών άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α(1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης, εμπεριέχονται στην τελική απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.03.2026 και συνοψίζονται ως ακολούθως:

 

H Kατηγορούμενη σε διάφορες ημερομηνίες, μεταξύ 22.02.2020-20.08.2021, εξέδωσε σε οκτώ διαφορετικές περιπτώσεις, οκτώ διαφορετικές επιταγές (ως οι κατηγορίες 1-8) προς όφελος της Παραπονούμενης, συνολικού ύψους €78.177,50, οι οποίες αφού παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα απ’ όπου εκδόθηκαν, δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων και έκτοτε παραμένουν απλήρωτες. Οι εν λόγω επιταγές, είχαν εκδοθεί από την Κατηγορούμενη, προς πληρωμή συγκεκριμένων τιμολογίων τα οποία αφορούσαν αγορές που η εταιρεία P. Ringos Farm Ltd πραγματοποίησε από την Παραπονούμενη, ιδιοκτήτης της οποίας είναι ο σύζυγος της Κατηγορούμενης, τα χρέη της οποίας, ως επίσης και οποιαδήποτε οφειλή της, είχε αναλάβει η Κατηγορούμενη, η οποία υπέγραψε σχετικό έγγραφο εγγυήσεως στις 12.03.2019.

 

Δεν υπάρχουν στοιχεία τυχόν προηγούμενων καταδικών της Κατηγορούμενης, ως αναφέρθηκε από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής.

 

Ο συνήγορος της Κατηγορούμενης, στο πλαίσιο της αγόρευσης του για μετριασμό της ποινής της, αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο της, στις προσωπικές της περιστάσεις, ως επίσης και στο γεγονός ότι η Κατηγορούμενη κανένα όφελος αποκόμισε από την διάπραξη των αδικημάτων, τα οποία διέπραξε με αφορμή τις οφειλές του συζύγου της και της εταιρείας του προς την Παραπονούμενη. Τα πιο πάνω κατά τον συνήγορο υπεράσπισης, διαφοροποιούν την παρούσα από οποιαδήποτε άλλη υπόθεση, αφού δεν προκύπτει οποιαδήποτε πρόθεση εξαπάτησης της Παραπονούμενης και επιπλέον πως η Κατηγορούμενη τιμωρείται εξαιτίας ουσιαστικά των αστικών οφειλών της εταιρείας του συζύγου της με την Παραπονούμενη. Επικαλούμενος τόσο τα οικονομικά προβλήματα της, όσο και τα προβλήματα υγείας της ιδίας και του συζύγου της, ζήτησε την μέγιστη δυνατή επιείκεια του Δικαστηρίου, εισηγούμενος ότι η παρούσα δεν είναι πρέπουσα περίπτωση επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. 

 

Σημειώνω καταρχάς ότι, το αδίκημα για το οποίο έχει κριθεί ένοχη η Κατηγορούμενη, είναι αναμφίβολα είναι σοβαρό. Ενδεικτική της σοβαρότητας του, είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή, στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου (1993) 2 Α.Α.Δ. 9, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16 και Δημοκρατία v Λαζαρή, Ποιν. Έφ. 25/21, ημερ. 8.3.22), ECLI:CY:AD:2022:D89.   

 

Πιο συγκεκριμένα, για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος ή έκδοσης επιταγής από λογαριασμό ο οποίος ήταν κλειστός, το άρθρο 305Α (1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 προβλέπει ως ποινή σε περίπτωση καταδίκης, φυλάκιση μέχρι και 3 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000 ή και τις αυτές δύο αυτές ποινές.

 

Αδικήματα όπως αυτό για το οποίο κρίθηκε ένοχη η Κατηγορούμενη, επηρεάζουν άμεσα την εμπιστοσύνη που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των πολιτών και ιδιαίτερα των εμπορευόμενων στις εμπορικές τους συναλλαγές και η συνήθης ποινή που επιβάλλεται ως μέτρο ποινικής μεταχείρισης, είναι αυτή της άμεσης ποινής φυλάκισης, παρόλο που το σύνηθες δεν αποτελεί ταυτόχρονα και άκαμπτο κανόνα αφού κατά πάγια νομολογιακή αρχή κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται στη βάση των περιστατικών της (βλ. ΝΙΚΟΣ ΓΛΥΚΥΣ G.N.STelemaN LTD v ΛΑΡΤΙΔΗ, Ποιν. Έφεση 85/19, ημερ. 11.11.2021). Απόλυτα επίσης σχετικό, είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Διεθνές Κέντρο Υγείας Ολιστικής Ιατρικής Βιόραμα Λτδ ν. Καρβέλλα,  Ποιν. Εφ. 288/18 ημερ. 12.3.2019, ECLI:CY:AD:2019:B82, που αφορούσε τις ίδιες κατηγορίες όπως και η παρούσα υπόθεση, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«............, τονίζουμε για ακόμα μια φορά τη σοβαρότητα των αδικημάτων της φύσης που κρίθηκαν ένοχοι οι Εφεσείοντες όπως και η ανησυχητική έξαρση διάπραξης τους που διαφαίνεται από το μεγάλο αριθμό υποθέσεων που παρατηρείται ότι καταχωρούνται στα Δικαστήρια.  Η έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρυσμα ή η ανάκληση εξόφλησης τους χωρίς εύλογη αιτία, πλήττει καίρια την ασφάλεια και εμπιστοσύνη των συναλλαγών.  Η χρήση της επιταγής είναι, αν όχι το κυριότερο, ένα από τα κυριότερα μέσα συναλλαγής στις καθημερινές συναλλαγές του τόπου.  Η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς είναι πρωταρχικής σημασίας για την οικονομία του τόπου.  Η μη εξόφληση επιταγής σε αρκετές περιπτώσεις έχει καταλυτικές και καταστροφικές  συνέπειες για τον δικαιούχο καθότι οδηγείται είτε στην πτώχευση σε περίπτωση φυσικού προσώπου είτε στην ίδια την υπόσταση νομικού προσώπου. Η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών φαίνεται από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Νεοφύτου ν. Κυριακίδης (Αρ. 3) (1999) 2 Α.Α.Δ. 229, Σιμιλλίδης ν. Νικολάου (2013) 2 Α.Α.Δ. 444Nikiforos Technologies Ltd vΧρίστου,  Ποιν. Εφ. 18/2012, ημερ. 6.4.2014,  L.C.A Domiki Ltd  vR.K.AKikkos Developers Ltd κ.α.,  Ποιν. Εφ. 116/2011, ημερ. 17.3.2015, Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη κ.α. Ποιν. Εφ. 102 και 115/2014 ημερ. 26.2.2016 και Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν. 1. Vrontis Builders Ltd κ.α. Ποιν. Εφ. 90/2014 ημερ. 6.12.2016Metron Cyprus Ltd v. Μιχαήλ Κάνιου ECLI:CY:AD:2018:D23, ECLI:CY:AD:2018:D23, ECLI:CY:AD:2018:D23, Ποιν. Εφ. 64/15 ημερ. 16.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:D23Corina Snacks Ltd v. Ορφανίδη Ποιν. Εφ. 212/2015 ημερ. 15.11.2018)"

 

Περαιτέρω, τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχη η Κατηγορούμενη βρίσκονται διαχρονικά σε έξαρση, όπως προκύπτει από τη συχνότητα που παρόμοιες υποθέσεις τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου. Το στοιχείο της έξαρσης ενός αδικήματος δημιουργεί αυτομάτως και αδήριτα την ανάγκη αποτροπής του, η οποία επιτυγχάνεται δια μέσω της επιβολής αυστηρών ποινών, έτσι ώστε να στέλνεται το μήνυμα, ότι παρόμοιες συμπεριφορές δεν είναι αποδεκτές και τιμωρούνται ανάλογα. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή, ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη κ.α. (ανωτέρω), ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ν. ΦΛΩΡΕΝΤΙΝΟΥΠοινική Έφεση 34/19, ημερ. 8/7/2020, ΝΙΚΟΣ ΓΛΥΚΥΣ G.N.STELEMAN LTD (ανωτέρω)). Εν προκειμένω παρατηρείται πως μολονότι τα Δικαστήρια επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε παρόμοιας φύσεως υποθέσεις, εντούτοις, αδικήματα αυτής της φύσεως αντί να παρουσιάζουν σημεία κάμψης, δυστυχώς παρουσιάζουν έξαρση. Με αυτό δεδομένο, το καθήκον για αποτροπή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτικό.

 

Ανασκόπηση της νομολογίας που αφορά στην έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος, καταδεικνύει ακριβώς την αυστηρή αντιμετώπιση της οποίας τυγχάνει το εν λόγω αδίκημα, με την επιβολή ως λέχθηκε και πιο πάνω, ποινών φυλάκισης. Σημειώνω βεβαίως ότι, στην παρούσα, ως διευκρινίστηκε στα γεγονότα, ο λόγος που οι επιταγές δεν τιμήθηκαν ήταν επειδή ο λογαριασμός ήταν κλειστός. Τούτο όμως δεν έχει ιδιαίτερη σημασία καθότι, η προβλεπόμενη ποινή στον Νόμο τόσο για το αδίκημα τόσο της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος, όσο και της έκδοσης επιταγής από κλειστό λογαριασμό, είναι ακριβώς η ίδια και θεωρώ πως καθοδήγηση, μπορεί να αντληθεί, από τις σχετικές προηγούμενες αποφάσεις, αναφορικά με επιβληθείσες ποινές επί του πρώτου αδικήματος. Η ουσία εν πάση περιπτώσει και των δύο αδικημάτων είναι η εκ του αποτελέσματος, μη εξαργύρωση των επιταγών. Σημειώνω επίσης ότι, οι προηγούμενες επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής και δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο γιατί, η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ 123).

 

Στην Συμιλλίδης ν. Νικολάου (2013) 2 Α.Α.Δ. 444, το Ανώτατο Δικαστήριο ως Εφετείο, μείωσε ποινή φυλάκισης εννέα μηνών σε επτά μήνες σε αδίκημα έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος ύψους €100.000 έναντι του οποίου πληρώθηκε μόνο το ποσό των €1.000. Λήφθηκε υπόψη ότι δεν υπήρξε ουσιαστική συμμόρφωση, αλλά ο εφεσείων είχε μακρά εμπορική δραστηριότητα και κοινωνική ζωή χωρίς προηγούμενες καταδίκες ενώ ήταν ευθύς εξ αρχής η επιδίωξη του να παραδεχθεί, όπως και έγινε τελικώς. Δεν λήφθηκε υπόψη, όμως, η περίοδος των 3½ ετών από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, η δε καθυστέρηση της καταχώρησης υπόθεσης στο Δικαστήριο είχε εξηγηθεί στο πλαίσιο των εκεί γεγονότων, με το Εφετείο να παρατηρεί ότι η καθυστέρηση αυτή ήταν εύλογη στα συνήθη πλαίσια της διαδικασίας, ενώ η όποια περαιτέρω καθυστέρηση οφειλόταν εξ ολοκλήρου στον ίδιο τον εφεσείοντα.

 

Στην Nikiforos Technologies Ltd v. Χρίστου (2014) 2 Α.Α.Δ. 424, το Ανώτατο Δικαστήριο ως Εφετείο αφού ανέτρεψε την πρωτόδικη αθωωτική απόφαση, καταδίκασε τον εφεσίβλητο σε 10μηνη συντρέχουσα φυλάκιση σε κάθε μια από τις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπισε για το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του Άρθρου 305Α(2)[1] του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Οι κατηγορίες αφορούσαν σε δύο επιταγές των €40.000 εκάστη και μια τρίτη για €20.000. Κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε μετά την καταδίκη και ούτε έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια για να καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό ως στοιχείο ουσιαστικής μεταμέλειας.

 

Στην υπόθεση L.C.A. Domiki Ltd ν. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 116/11, ημερ. 17.3.15, και εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια επέβαλε ποινή άμεσης φυλάκισης έξι μηνών για επιταγή ύψους €12.000 σε ουσιαστικά πτωχεύσαν πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, άνεργο, οικογενειάρχη, κατόπιν ακρόασης και λαμβάνοντας υπόψη την παρέλευση επτά ετών από τη διάπραξη του αδικήματος.

 

Στην υπόθεση Metron (Cyprus) Ltd v. Κανιού, Ποιν. Εφ. 64/15, ημερ. 16.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:D23,  το Ανώτατο Δικαστήριο ως Εφετείο, κατόπιν ανατροπής της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης και αντικατάστασης της με καταδίκη, επέβαλε στον Εφεσίβλητο, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με ανώτατο όριο αυτή των 6 μηνών σε επτά κατηγορίες έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, συνολικού ύψους €7.930. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν το 2011 και η ποινή, επιβλήθηκε επτά έτη μετά. Λήφθηκε σοβαρά υπόψη η πρόθεση αποζημίωσης με την έκδοση ανάλογου διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν αναστάλθηκε από το Δικαστήριο, το οποίο έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσιβλήτου, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα και την πρωτοβουλία του να εκδοθεί διάταγμα αποζημίωσης. 

 

Στην Γρηγορίου ν. Φλωρεντίνου, Ποιν. Έφ. 34/2019, ημερ. 08.07.2020, το Ανώτατο Δικαστήριο, κατόπιν ανατροπής της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης και αντικατάστασης της με καταδίκη, επέβαλε στον 67 ετών, λευκού ποινικού μητρώου εφεσίβλητο, ποινή φυλάκισης 2 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για 3 έτη, λαμβάνοντας υπόψη ότι το μεγαλύτερο μέρος της οφειλής (€10.000 από €13.200) καταβλήθηκαν προς τον Παραπονούμενο και είχαν παρέλθει 10 έτη από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, με αποτέλεσμα, οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου, να διαφοροποιηθούν σε μεγάλο βαθμό.

 

Στην PRE NEURO-SPINE SPECIALISTS LTD v. Ευαγόρου Μαρίνας, Ποιν. Έφ. 154/21, ημερ. 19.02.2024, το Εφετείο, κατόπιν ανατροπής της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης και αντικατάστασης της με καταδίκη, επέβαλε στην 56 ετών, λευκού ποινικού μητρώου εφεσίβλητη, ποινή φυλάκισης 3 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για 3 έτη, λαμβάνοντας υπόψη τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, το ότι παρήλθαν επτά έτη από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, καθώς και ότι αυτά επιδεινώθηκαν εν τω μεταξύ, επιβαρύνοντας την και οικονομικά, κατά τρόπο που να μην μπορούσε να καταβάλει το εναπομείναν οφειλόμενο ποσό (€10.000 από €14.000).

 

Στην υπόθεση TECHNOTENT C.G. GEORGATSOS LTD ν. NEFELI PREMIER ART EVENT LIMITED κ.α., Ποιν. Έφεση 183/2022, ημερ. 30.09.2025, το (νυν) Εφετείο, επικύρωσε τις πρωτοδίκως επιβληθείσες χρηματικές ποινές, συνολικού ύψους €3.200 που επιβλήθηκαν στους εφεσείοντες (€2000 συνολικά στην εφεσείουσα εταιρεία και €1.200 συνολικά στον Εφεσείοντα 2), επί κατηγοριών πρόκλησης μη εξόφλησης 4 επιταγών συνολικού ύψους €9.700, κατά παράβαση του άρθρου 305Α (2) του Κεφ. 154. Το Εφετείο, επισήμανε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο, ορθώς κατέληξε στην ποινή που κατέληξε, την οποία και επιμέτρησε ορθά, αφού έλαβε υπόψη του, το γεγονός ότι, μετά την καταδικαστική απόφαση εναντίον των εφεσειόντων, από το Πρωτόδικο δικαστήριο, οι τελευταίοι, αποζημίωσαν πλήρως την Παραπονούμενη, έτσι που να προέκυπτε έμπρακτα η μεταμέλεια τους, ήταν επίσης λευκού ποινικού μητρώου και είχαν παρέλθει 4 έτη, από την διάπραξη των αδικημάτων.

 

Σε ό,τι αφορά την παρούσα, σημειώνω πως το σύνολο του ποσού που αφορούν οι επίδικες επιταγές, τόσο της παρούσας, όσο και της υπόθεσης που λαμβάνεται υπόψη, είναι πολύ μεγάλο, γεγονός που από μόνο του, εντείνει την σοβαρότητα της παρούσας. Πρόκειται για επιταγές που στο σύνολο τους, ανέρχονται στο ποσό των €78.177,50, ποσό το οποίο μέχρι και σήμερα παραμένει απλήρωτο, αφήνοντας την Παραπονούμενη πλήρως εκτεθειμένη στην οικονομική ζημιά που υπέστη.   Δεν παραγνωρίζω βεβαίως πως ως λέχθηκε κατά τον μετριασμό της ποινής της Κατηγορούμενης, τόσο η τελευταία όσο και ο σύζυγος της, βρίσκονται σε δεινή οικονομική κατάσταση από το 2022, έτσι που τρόπον τινά να αφέθηκε να νοηθεί πως αυτός είναι και ο λόγος που τόσο το χρέος το οποίο προκύπτει από τις επίδικες επιταγές, όσο και άλλα χρέη, παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτα.

 

Επί των πιο πάνω αναφορών, αλλά και των αναφορών του συνηγόρου υπεράσπισης πως η Κατηγορούμενη τιμωρείται εξαιτίας των αστικών οφειλών της εταιρείας του συζύγου της, οφείλω να σημειώσω την πλήρη διαφωνία μου. Ναι μεν, αφορμή για την έκδοση των επιταγών αποτέλεσαν οι εν λόγω οφειλές της εταιρείας, πλην όμως το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών που διέπραξε η Κατηγορούμενη, δεν παύει να είναι σοβαρό και η σοβαρότητα του δεν μειώνεται, από μόνο τον λόγο για τον οποίο οι επιταγές εκδόθηκαν. Ούτε και με βρίσκει σύμφωνη η εισήγηση του πιο πάνω συνηγόρου πως η Κατηγορούμενη εξέδωσε τις επιταγές χωρίς κανένα όφελος. Η αναφορά αυτή καταρχάς, αντιστρατεύεται τα ευρήματα του Δικαστηρίου και προς τούτο, παραπέμπω στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.03.2026, μέρος των ευρημάτων της οποίας ήταν και το ότι, οι επίδικες επιταγές, δόθηκαν για πληρωμή συγκεκριμένων τιμολογίων, τα οποία εκδόθηκαν για προϊόντα που η εταιρεία του συζύγου της προμηθεύτηκε από την Παραπονούμενη, την πληρωμή των οποίων ανέλαβε η Κατηγορούμενη, εκδίδοντας τις επίδικες επιταγές. Τούτο, με φέρνει και στην έτερη θέση της υπεράσπισης πως η Παραπονούμενη δεν εξωθήθηκε να πράξει κάτι εναντίον των συμφερόντων της, παραλαμβάνοντας τις επίδικες επιταγές, την οποία επίσης δεν αποδέχομαι. Είναι σαφές επίσης μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, πως ο λόγος που η Παραπονούμενη αποδέχθηκε την συνέχιση της συνεργασίας της με την εταιρεία του συζύγου της Κατηγορούμενης, ήταν διότι μεταξύ άλλων, η τελευταία ανέλαβε την εγγύηση αποπληρωμής των τότε υφιστάμενων οφειλών της εν λόγω εταιρείας, αλλά και οποιασδήποτε άλλης προέκυπτε, με την υπόσχεση πως για τις οφειλές που θα προέκυπταν στην συνέχεια, θα εξέδιδε και θα πλήρωνε την Παραπονούμενη με μεταχρονολογημένες επιταγές, όπως και έπραξε. Επιταγές, οι οποίες πέραν από το ότι στη συνέχεια δεν τιμήθηκαν, αφήνοντας την Παραπονούμενη πλήρως εκτεθειμένη, ακόμη και όταν εκδόθηκαν, εκδόθηκαν χωρίς να υπάρχουν στον λογαριασμό της Κατηγορούμενης, οι απαραίτητοι οικονομικοί πόροι για να τις καλύψουν.

 

Εν πάση περιπτώσει και πάρα τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σημειώνω πως, η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους, δεν μειώνει σε καμμιά περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο της Κατηγορούμενης. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, χωρίς ωστόσο η διαδικασία της εξατομίκευσης να οδηγεί σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου[2] ή του στοιχείου της αποτροπής τόσο για τον ίδιο τον δράστη όσο και για κάθε επίδοξο παραβάτη γενικότερα.[3] 

                                                                       

Στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής επομένως, λαμβάνω υπόψιν μου κατ’ αρχάς το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορουμένης, το οποίο σε συνάρτηση με την ηλικία της, μου επιτρέπουν να εκλάβω ως γεγονός το ότι, πρόκειται για μεμονωμένη επίδειξη παραβατικής συμπεριφοράς. Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνω συνεπώς υπόψη τον πρότερο έντιμο βίο της.

 

Σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη δεν προκύπτει να αποκόμισε ιδίο και άμεσο όφελος, χωρίς βέβαια να αποδέχομαι την θέση πως κανένα όφελος αποκόμισε και τούτο διότι ναι μεν, τα υπό κρίση αδικήματα διαπράχθηκαν σε σχέση με οφειλές της εταιρείας του συζύγου της, πλην όμως δεν μπορώ να παραγνωρίσω πως από την εν λόγω εταιρεία, όφελος έμμεσα, λάμβανε και η ίδια, υπό την έννοια του ότι ο βιοπορισμός και της ίδιας, εξαρτιόταν από την λειτουργία της συγκεκριμένης εταιρείας. Ως περαιτέρω μετριαστικό παράγοντα, λαμβάνω επιπρόσθετα του πιο πάνω πλαισίου και το ότι, δεν προέκυψαν από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν προσχεδιασμό των αδικημάτων και πως η τέλεση τους, εφαλτήριο είχε την οικονομική κατάρρευση τόσο της ιδίας, όσο και της εταιρείας του συζύγου της αλλά και του τελευταίου.

 

Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψιν τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης, ως αναφέρθηκαν από τον συνήγορο της.  Συγκεκριμένα λαμβάνω υπόψιν πως πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 54 ετών, έγγαμη και οικοκυρά, μητέρα μιας ενήλικης κόρης και γιαγιά ενός ανήλικου παιδιού. Περαιτέρω, ότι η οικονομική κατάσταση της ίδιας, όσο και του συζύγου της είναι κακή και τούτη λόγω χρεών και πως ο βιοπορισμός τους εξαρτάται από την σύνταξη των €400 που λαμβάνει ο σύζυγος της, από βοήθεια που λαμβάνει από την κόρη της αλλά και από το μικρό εισόδημα που λαμβάνουν εκμεταλλευόμενοι κάποια ζώα που τους έχουν απομείνει, μετά τον τερματισμό της λειτουργίας της φάρμας που ο σύζυγος της λειτουργούσε.

 

Επιπρόσθετα των πιο πάνω, λαμβάνονται επίσης υπόψη και τα προβλήματα υγείας που τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της αντιμετωπίζουν.  Ειδικότερα σε σχέση με αυτά, λαμβάνω υπόψη ότι η Κατηγορούμενη πάσχει από γαστρίτιδα και σιδηροπενική αναιμία ως επίσης ότι υπεβλήθη σε επέμβαση γαστρικού μανικιού (επιμήκης γαστρεκτομή), κατά την οποία αφαιρέθηκε σημαντικό τμήμα του στομάχου, λόγω νοσογόνου παχυσαρκίας και πως η πιο πάνω επέμβαση, έχει ως άμεσο και μόνιμο αποτέλεσμα τον περιορισμό της ποσότητας λήψης τροφής, καθιστώντας αναγκαία την τήρηση ειδικού και αυστηρά ελεγχόμενου διατροφικού σχήματος για την προστασία της υγείας της. Τα πιο πάνω, καίτοι λαμβάνονται υπόψη, σημειώνεται πως δεν υπάρχει μαρτυρία ιατρού η οποία να υποστηρίζει πως η τυχόν φυλάκιση της αυτή καθ’ αυτή θα επιδεινώσει την κατάσταση της υγείας της (βλ. Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ.144) ή ότι η όποια αναγκαία ιατροφαρμακευτική περίθαλψη δεν θα μπορεί να του παρασχεθεί σε περίπτωση εγκλεισμού του στη φυλακή.  Ούτε υπήρξε άλλωστε τέτοια εισήγηση από τον συνήγορο της.

 

Εν πάση περιπτώσει από τη νομολογία προκύπτει ότι ακόμη και σοβαρά καρδιακά προβλήματα δεν αποτέλεσαν λόγο για ακύρωση της φυλάκισης (βλ. Landau v. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 178, Hadavand ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 359). Στη Γεωργίου άλλως «Κακής» ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ.162 ο εφεσείων έπασχε από διαβήτη, χρόνια βρογχίτιδα, παροξυσμική αρρυθμία, είχε πέτρες στα νεφρά και ο θεράπων ιατρός είχε γνωματεύσει ότι η φυλάκιση του θα επιδείνωνε την υγεία του. Δεν είχε όμως διαπιστωθεί επιδείνωση που να δικαιολογούσε μείωση της ποινής, ενώ στις φυλακές τύγχανε της αναγκαίας περίθαλψης, έτσι η έφεση του απορρίφθηκε.  Στην El Kara v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 239 οι συνέπειες εγκεφαλικού επεισοδίου, η νεφρική ανεπάρκεια, η υπέρταση και το πρόβλημα όρασης κρίθηκαν ως χρόνιες καταστάσεις ενώ η λοίμωξη αναπνευστικού και η φλεγμονή στομάχου αντιμετωπίζοντο με κατάλληλη θεραπεία στις φυλακές και η έφεση απορρίφθηκε. Αλλά και στην Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης κ.α. ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 282 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης σε πρόσωπο διαβητικό, ινσουλινοεξαρτώμενο, που έπασχε από βαριάς μορφής στεφανιαία νόσο. 

 

Στο πιο πάνω πλαίσιο, λαμβάνονται υπόψη και τα προβλήματα υγείας που ο σύζυγος της αντιμετωπίζει και δη πως πρόκειται για πρόσωπο που πάσχει από σοβαρού βαθμού ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια, μετά από οξύ έμφραγμα που υπέστη το 2018. Επίσης ότι κατόπιν εξετάσεων που του διενεργήθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2025, διαφάνηκε πως πάσχει από σοβαρή μακρά στένωση της του προσθίου κατιόντος κλάδου, σε διαγώνιο κλάδο και στην δεξιά στεφανιαία αρτηρία, ευρήματα τα οποία οδήγησαν σε απόφαση επέμβασης αορτοστεφανιαίας παράκαμψης, η οποία εκκρεμεί

 

Στο πλαίσιο αυτό σημειώνω πως λαμβάνονται υπόψη και οι επιπτώσεις από την επιβολή ποινής φυλάκισης στην ίδια αλλά και στους οικείους της και δη στην κόρη και τον σύζυγο της, ο οποίος επίσης αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας.

 

Στρέφομαι επίσης στον χρόνο που μεσολάβησε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλούμε να επιβάλω ποινή. Σημειώνω επί τούτου, πως τα αδικήματα διαπράχθηκαν από τον Φεβρουάριο του 2020 μέχρι και τον Αύγουστο του 2021. Σημειώνω δε, ότι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η Παραπονούμενη και η Κατηγορούμενη, (ως και η εταιρεία του συζύγου της) συνεργάζονταν μέχρι και τα τέλη του 2022 οπότε και σταμάτησαν να λαμβάνουν οποιαδήποτε χρήματα για το σύνολο των οφειλομένων της εταιρείας προς την Παραπονούμενη. Η δε παρούσα υπόθεση, καταχωρίστηκε στις 23.01.2023 και το κατηγορητήριο επιδόθηκε στον Κατηγορούμενο στις 09.02.2023. Στις 17.03.2023 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για πρώτη φορά, η Κατηγορούμενη εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και απάντησε με μη παραδοχή στις κατηγορίες, οπότε η υπόθεση ορίστηκε στις 19.06.2023 για ακρόαση. Η υπόθεση τότε αναβλήθηκε λόγω έλλειψης δικαστικού χρόνου και επαναορίστηκε στην συνέχεια στις 17.11.2023. Από τότε, ζητείτο αναβολή από μέρους της υπεράσπισης, καθότι ο συνήγορος της Κατηγορουμένης απουσίαζε σε άλλη υπόθεση (βλ. Πρακτικά ημερ. 15.03.2024, 24.05.2024, 27.09.2024, 07.11.2024, 13.01.2025, 12.03.2025, 07.05.2025, 03.11.2025) ή διότι ζητούνταν μεταφρασμένα στην μητρική γλώσσα της Κατηγορούμενης όλα τα έγγραφα, χωρίς σε καμιά εκ των πιο πάνω ημερομηνιών να ζητηθεί από μέρους της κατηγορούσας αρχής αναβολή.

 

Προκύπτει δε μέσα από τον δικαστικό φάκελο πως η πλευρά των τελευταίων, για κάθε φορά εξέδιδε κλήση μάρτυρα, υποδηλώνοντας έτσι την ετοιμότητα της, να προχωρήσει με την ακρόαση της υπόθεσης, κάθε φορά που αυτή οριζόταν. Μόνο στις 26.09.2025 προκύπτει από τον φάκελο να αναβλήθηκε η υπόθεση από το Δικαστήριο και δη από την παρούσα σύνθεση και τούτο λόγω των υποχρεώσεων του τελευταίου, σε άλλο Δικαστήριο. Μετά δε, την αναβολή της 03.11.2025, η οποία ζητήθηκε από την υπεράσπιση και πάλι, η υπόθεση ορίστηκε στις 04.11.2025 και 05.11.2025, οπότε και ξεκίνησε η ακρόαση.

 

Είναι επομένως προφανές, από το πιο πάνω ιστορικό πως την όλη ή εστω την περισσότερη ευθύνη σε σχέση με τυχόν καθυστέρηση, από την ημερομηνία καταχώρησης της υπόθεσης και εντεύθεν, την φέρει η πλευρά της  Κατηγορουμένης, έτσι που η εισήγηση περί καθυστερήσεως στην ολοκλήρωση της,  να μην έχει οποιοδήποτε έρεισμα.

 

Σε ό,τι δε αφορά τον χρόνο που μεσολάβησε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και την καταχώρηση της υπόθεσης, δεν κρίνω πως ο χρόνος αυτός, ήταν τόσο μεγάλος, λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων του Δικαστηρίου, πως η συνεργασία μεταξύ των δύο, συνεχιζόταν μέχρι και τα τέλη περίπου του 2022. Ανεξαρτήτως όμως της πιο πάνω κατάληξης σημειώνω πως αναμφίβολα, η νομολογία αναγνωρίζει ως ελαφρυντικό παράγοντα την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος, αφού η χρονική αυτή διάσταση μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και τον αναμορφωτικό της ρόλο, ενώ οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου στο διαρρεύσαν διάστημα μπορεί να αλλάξουν ριζικά.[4] Στην προκειμένη, το αντικειμενικό γεγονός της παρέλευσης σχεδόν τεσσάρων ετών από τη διάπραξη των αδικημάτων, πολύ περιορισμένη βαρύτητα έχει, αφού δεν έχει καταδειχθεί τι έχει μεταβληθεί σε αυτόν τον διαρρεύσαντα χρόνο. Η οικονομική κατάσταση/αδυναμία της Κατηγορούμενης, για την οποία έγινε επίκληση ως παράγοντας που μεταβλήθηκε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα, δεν θεωρώ πως έχει ιδιαίτερη σημασία, όπως ούτε και την έννοια που η νομολογία έχει αποδώσει στο τι συνιστά μεταβολή των προσωπικών συνθηκών ενός Κατηγορούμενου. Επομένως δεν θεωρώ πως η πάροδος του πιο πάνω χρόνου μπορεί στην προκειμένη να έχει ιδιαίτερη σημασία.  

 

Εν πάση περιπτώσει ό,τι άλλο οφείλω πάντως να σημειώσω είναι πως σύμφωνα με τη νομολογία, η ύπαρξη καθυστέρησης δεν είναι πάντα αρκετή για να οδηγήσει στην επιβολή μη στερητικής της ελευθερίας ποινής.  Έτσι επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης στις υποθέσεις, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ 22 (καθυστέρηση 4 ετών – η παραδοχή ήταν άμεση), Διεθνές Κέντρο Υγείας Ολιστικής Ιατρικής Βιόραμα Λτδ ν. Καρβελλά, Ποιν. Εφ. 288 και 289/19, ημερ. 12.3.19 (καθυστέρηση 7 και πλέον ετών, με ουσιαστική αλλαγή στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου), Φελλά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 8/21, ημερ. 3.6.21 (καθυστέρηση 14 ετών: το αδίκημα διαπράχθηκε το 2007, διαπιστώθηκε το 2014, η δίωξη καταχωρήθηκε το 2016 και η ποινή επιβλήθηκε το 2021), και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 85/20, ημερ. 28.6.21, ECLI:CY:AD:2021:B284 (καθυστέρηση 12 ετών με μεγάλη καθυστέρηση (4 έτη) κατά τη διερεύνηση).  Εν προκειμένω θεωρώ πως ακόμα και αν ήθελε διαφανεί πως υπήρξε κάποια καθυστέρηση που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψιν, αυτή δεν θα ήταν αρκετή για να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής.

 

Τέλος, ως προς το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες σημειώνω πως η επιλογή της αυτή δεν λογίζεται σαφώς ως επιβαρυντικός παράγοντας αφού είχε κάθε δικαίωμα να μην παραδεχθεί τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, ωστόσο αυτή η μη παραδοχή, της στερεί εκ των πραγμάτων την έκπτωση στην ποινή που διαφορετικά θα δικαιούτο.

 

Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα από τη μια και από την άλλη τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη ότι καμμιά συμμόρφωση έχει επέλθει σε σχέση με τα ποσά για τα οποία εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές καταλήγω ότι αναπόφευκτα, η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης.

 

Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής θα ήταν υπό τις περιστάσεις επιεικέστερη του ορθού λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ως πιο πάνω έχει προδιαγραφεί.

 

Συνακόλουθα, και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, επιβάλλεται στην Κατηγορούμενη, ποινή φυλάκισης 8 μηνών σε κάθε μια από τις κατηγορίες 1-7 και ποινή φυλάκισης 5 μηνών, στην κατηγορία 8.

 

Οι ποινές να συντρέχουν.

 

Εξετάζοντας καθηκόντως, με δεδομένο το ύψος της ποινής που έχει επιβληθεί κατά πόσο ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις, να αναστείλω την εκτέλεση της ποινής, σημειώνω τα ακόλουθα.

 

Η βασική νομολογιακή αρχή, όπως εν τέλει έχει αποκρυσταλλωθεί στις υποθέσεις Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ.930 και Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ.449, είναι ότι στο στάδιο αυτό, επανεξετάζεται κάθε στοιχείο και κάθε παράγοντας ο οποίος δυνατόν να έχει σημασία ως προς την αναστολή. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, μπορούν ή πρέπει αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί την παροχή μιας δεύτερης ευκαιρίας (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ.22). Αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου, καθώς και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες – είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς – οι οποίοι δυνατόν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για αναστολή ή όχι της ποινής. Εν τέλει το ουσιώδες ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. 

 

Λαμβάνω υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος ως πιο πάνω έχει προδιαγραφεί καθώς και το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης αλλά και των ελαφρυντικών παραγόντων που λήφθηκαν υπόψη, προς όφελος της Κατηγορούμενης, έχοντας κατά νου και την υποχρέωση του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό να αποδώσει διπλή βαρύτητα σε όλους τους παράγοντες, με σκοπό να αποφασιστεί κατά πόσον μπορούν να επενεργήσουν ούτως ώστε να ανασταλεί η ποινή και να της δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία και καταλήγω ότι στην προκειμένη περίπτωση, η σοβαρότητα των αδικημάτων ως αυτή έχει προδιαγραφεί πιο πάνω, δεν δικαιολογεί την αναστολή της ποινής φυλάκισης.

 

Οι μετριαστικοί παράγοντες που έχουν ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της ποινής της, αναθεωρούμενοι σε αυτό το στάδιο, δεν είναι τέτοιοι που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη απόδοσης, αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, υπό το φως της σοβαρότητας της υπόθεσης ως έχει προδιαγραφεί και των περιστάσεων που την περιβάλλουν. Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, κρίνω πως θα εξουδετέρωνε τη σοβαρότητα των αδικημάτων και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες.  

 

Επομένως, η ποινή φυλάκισης που της έχει επιβληθεί θα είναι άμεση.   

 

Κατ’ εφαρμογή δε, του άρθρου 117 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, η ποινή μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που η Κατηγορούμενη τελεί σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 17.03.2026.

 

Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας σημειώνω πως  σύμφωνα με το άρθρο 168 του Κεφ. 155, όταν πρόσωπο καταδικάζεται για ποινικό αδίκημα, το Δικαστήριο δύναται να το διατάξει να καταβάλει τα έξοδα της κατηγορίας επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που δύναται να επιβληθεί σε αυτό. 

 

Όπως καθίσταται καθαρό από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου, η ευχέρεια του Δικαστηρίου προς επιδίκαση εξόδων, είναι διακριτική. Υπάρχουν δε πράγματι περιπτώσεις όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επιδίκασε, στα πλαίσια ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων, στις οποίες επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, τα έξοδα της δίκης υπέρ των Παραπονουμένων[5]. Οι πιο πάνω περιπτώσεις, ήταν περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο έπραξε τούτο, αφού είτε οι ποινές φυλάκισης είτε ανεστάλησαν, είτε ήταν διάρκειας μικρής διάρκειας.

 

δεν είναι μια τέτοια περίπτωση και συνεπώς κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθό, να επιδικαστούν οποιαδήποτε έξοδα εναντίον της, ενόψει της ποινής φυλάκισης που της έχει επιβληθεί.

 

Καμιά διαταγή συνεπώς, ως προς τα έξοδα.

 

 

Υπ...................................................

                                                                                             Ε. Κ. Μιντή Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 

 



[1] Η προβλεπόμενη ποινή, είναι η ίδια ποινή που προβλέπεται και  για το αδίκημα του άρθρου 305Α (1) του Κεφ. 154.

[2] Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ 498, Antoniades v. Police (1986) 2 C.L.R. 21.

[3] Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224.

[4] Ως προς τη σημασία της καθυστέρησης βλ., μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, 361, Γενικός Εισαγγελέας v. Αρέστη (1996) 2 Α.Α.Δ. 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση (2000) 2 Α.Α.Δ. 252, 265, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.α. (Αρ. 2) (2001) 2 Α.Α.Δ. 617, Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 701, Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104, Αβραάμ ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 365, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σενέκκη κ.α. (2012) 2 Α.Α.Δ. 285, και ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Ανδρέου, Ποιν. Έφ. 84/15, ημερ. 3.2.16.

[5] Βλ. μεταξύ άλλων, Ttozios Management Ltd κ.α. ν. Κυριάκου, Ποιν. Εφ. 96/14 κ.α., ημερ. 15.4.16ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Ανδρέου, Ποιν. Έφ. 84/15, ημερ. 3.2.16ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Δράκου, Ποιν. Έφ. 129/15, ημερ. 15.11.17


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο