Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας
Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 10990/21
Μεταξύ:
Αστυνομίας
Κατηγορούσας Αρχής
-και-
1. Δημήτρη Κωνσταντίνου
2. Μαρίας Κλείτου
κ.α. (όπως αναγράφονται στο Κατηγορητήριο)
Κατηγορούμενων
Αίτημα της Υπεράσπισης γι’ αποκάλυψη της Έκθεσης Ποινικών Ανακριτών ημερομηνίας 30.11.2020
Ημερομηνία: 2η Απριλίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Κωνσταντίνου με κο. Ζαρή
Για Κατηγορούμενο 1: κος. Καζαντζής
Για Κατηγορούμενη 2: κος. Μπετίτο
Για Κατηγορούμενη 3: κος. Ακάμας
Για Κατηγορούμενη 4: κος. Νικολαΐδης
Για Κατηγορούμενους 5, 7 και 11: κος. Σπύρου
Για Κατηγορούμενες 6 και 10: κος. Χρίστου
Για Κατηγορούμενη 8: κος. Αντωνέλλος
Για Κατηγορούμενη 9: κα. Λοϊζίδου
Ενδιάμεση Απόφαση
Το Αίτημα και η Ένσταση
Αίτημα της Υπεράσπισης είναι όπως της αποκαλυφθεί από την Κατηγορούσα Αρχή το «πόρισμα», όπως τ’ ονομάζει, των ποινικών ανακριτών Μοδέστου Πογιατζή και Ανδρέα Ανδρέου ημερομηνίας 30.11.2020. Το αίτημα προβλήθηκε γραπτώς από τους συνηγόρους της Κατηγορούμενης 3, αλλά υποστηρίχθηκε από όλους τους συνηγόρους Υπεράσπισης. Κατά τους αιτούντες, είναι άγνωστο προς την Υπεράσπιση το φάσμα των ερευνών κι έτσι απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα προς την Κατηγορούσα Αρχή ούτως ώστε το «πόρισμα» να τους σταλεί. Λόγω της άρνησης της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής να το αποστείλει, απευθύνουν το αίτημα προς το Δικαστήριο.
Κατά την προηγούμενη δικάσιμο μου παραδόθηκε σχετική με το ζήτημα γραπτή Αίτηση, που ερείδεται στο Άρθρο 7 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, στην Οδηγία 2012/13/ΕΕ και στις πρόνοιες του Συντάγματος του 1960 και στην οποία αναφέρεται σειρά από Δικαστικές Αποφάσεις, Κυπριακές, ευρωπαϊκές κι αγγλικές που, κατά τους αιτούντες, υποστηρίζουν το αίτημά τους.
Την ίδια μέρα άκουσα τους αιτούντες συνηγόρους Υπεράσπισης - μέσω εκείνων που επέλεξαν να τοποθετηθούν -. Άκουσα επίσης και τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία μάλιστα παρέδωσε κι αντίγραφο του επίμαχου εγγράφου προς εξέταση από το Δικαστήριο.
Αμφότερες οι προωθούμενες κι αντικρουόμενες θέσεις είναι καταγραμμένες στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω αυτολεξεί. Αρκεί ν’ αναφέρω ότι έλαβα υπόψη μου καθετί τ’ οποίο προωθήθηκε στην πλήρη μορφή του και όπου χρειάζεται προβαίνω σε ξεχωριστή αναφορά πιο κάτω. Συνοψίζω τις εκατέρωθεν θέσεις ως εξής:
Θέση της Κατηγορούσας Αρχής επί του θέματος ήταν, εν πολλοίς, ότι το πόρισμα αποτελεί επικοινωνία μεταξύ των ποινικών ανακριτών και της Νομικής Υπηρεσίας κι επομένως είναι προνομιούχο, ότι δεν αποτελεί μαρτυρικό υλικό που υπόκειται σ’ αποκάλυψη κι ότι δεν προτίθεται ούτε να το προσκομίσει στο Δικαστήριο ως μαρτυρία.
Εκ μέρους των αιτούντων, ως προανέφερα, τέθηκε ότι η μη αποκάλυψή του πορίσματος δημιουργεί εμπλοκή στην ετοιμασία της Υπεράσπισης, δεδομένου ότι η Κατηγορούσα Αρχή το κατέχει ενώ εκείνοι όχι. Είναι η θέση τους επίσης ότι ο προβαλλόμενος από την ενιστάμενη Κατηγορούσα Αρχή λόγος άρνησης, δηλαδή ότι πρόκειται για έγγραφο που είναι προνομιούχο, δεν ευσταθεί, αλλά σε κάθε περίπτωση, έστω και προνομιούχο ν’ αποκαλείται το έγγραφο δεν αφαιρεί από την Υπεράσπιση το δικαίωμα να λάβει γνώση των εγγράφων και καταθέσεων που εξασφαλίστηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Οι δε λόγοι που η Κατηγορούσα Αρχή επικαλέστηκε, δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις που προβλέπονται από το Άρθρο 7 του Κεφ. 155 κι επομένως το Δικαστήριο δεν έχει επιλογή παρά να τη διατάξει ν’ αποκαλύψει το πόρισμα. Κατά τους αιτούντες, αυτό επιτάσσουν οι αρχές της ισότητας των όπλων και της δικονομικής ισότητας, ζητήματα που άπτονται του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.
Έχοντας συνοψίσει τις τοποθετήσεις προχωρώ ευθύς να εξετάσω το αίτημα.
Ποιο έγγραφο ζητείται ν’ αποκαλυφθεί;
Το έγγραφο έχει πολλές φορές περιγραφεί ως «πόρισμα». Παρά ταύτα οι συντάκτες το ονομάζουν «έκθεση ποινικών ανακριτών». Το «αντικείμενο της έρευνας», όπως οι ίδιοι οι συντάκτες το καθορίζουν στη σελίδα 11 του εγγράφου, αφορά «στη διεξαγωγή ποινικών ανακρίσεων αναφορικά με το ενδεχόμενο διάπραξης ποινικών αδικημάτων από οποιοδήποτε πρόσωπο σε σχέση με τα γεγονότα που οδήγησαν στο θάνατο του Στυλιανού Κωνσταντίνου». Αυτοί ήταν και οι όροι εντολής των ποινικών ανακριτών που διορίστηκαν από τον τέως Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, όπως επίσης καθορίζονται στις σελίδες 11 και 12 του εγγράφου. Εκ των περιεχομένων του διαπιστώνεται ότι πρόκειται για έκθεση η οποία περιλαμβάνει και την απόδοση ποινικών ευθυνών και σχετικές εισηγήσεις για δίωξη στη βάση παραβιάσεων νομοθετικών προνοιών. Επομένως η αναφορά της έκθεσης ως πόρισμα, είναι πράγματι δόκιμη, μια και πρόκειται για το τι αποκομίστηκε από μια έρευνα. Όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια η διευκρίνιση τούτη κρίθηκε αναγκαίο να δοθεί.
Είναι το έγγραφο, έγγραφο τ’ οποίο υπόκειται σ’ αποκάλυψη εν τη εννοία του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και συγκεκριμένα όπως προνοείται στο Άρθρο 7;
Σύμφωνα με τα σχετικά εδάφια του Άρθρου 7 του Κεφ. 155:
«(2) Όταν κλήση ή ένταλμα που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 44 του παρόντος Νόμου επιδοθεί στον κατηγορούμενο, αυτός δικαιούται με γραπτό αίτημά του προς την κατηγορούσα αρχή να έχει δωρεάν πρόσβαση στις καταθέσεις και τα έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αναφορικά με το υπό εκδίκαση ποινικό αδίκημα, προκειμένου να διασφαλιστεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας και η προετοιμασία της υπεράσπισης του κατηγορουμένου*:
Νοείται ότι, εφόσον, περιέλθει στην κατοχή της κατηγορούσας αρχής νέο υλικό, το οποίο αυτή προτίθεται να χρησιμοποιήσει στη διαδικασία, παραχωρείται στον κατηγορούμενο περαιτέρω πρόσβαση στο υλικό αυτό.
(4) Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εδαφίου (2), εφόσον δεν θίγεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, δεν επιτρέπεται η πρόσβαση σε τμήμα των καταθέσεων και των εγγράφων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, αν αυτή ενδέχεται να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου, ή στην περίπτωση που τέτοια άρνηση θεωρείται απολύτως απαραίτητη για την προστασία σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, ή που η πρόσβαση ενδέχεται να διακυβεύσει τη διεξαγωγή έρευνας ή να βλάψει σοβαρά την εθνική ασφάλεια της Δημοκρατίας*.
*Εμφάσεις δοθείσες
(5) Σε περίπτωση κατά την οποία δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) η κατηγορούσα αρχή δεν παρέχει στον κατηγορούμενο πρόσβαση σε τμήμα των καταθέσεων και των έγγραφων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, αυτός δύναται κατά την πρώτη δικάσιμο της υπόθεσής του να ζητήσει από το εκδικάζον δικαστήριο να εξετάσει τους λόγους της άρνησης αυτής και να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα ήθελε υπό τις περιστάσεις κρίνει πρέπον […]».
Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες του Νόμου, σκοπός της πρόσβασης στις καταθέσεις κι έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης είναι η διασφάλιση του δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας και της προετοιμασίας της Υπεράσπισης. Χωρίς συνεπώς να χρειαστεί ν’ ανατρέξουμε σ’ οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία, η Νομοθετική πρόνοια καθ’ αυτή καθορίζει με σαφήνεια τους λόγους που θεσπίστηκε η ρύθμιση. Ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας διασφαλίζεται μέσω της πρακτικής εφαρμογής της αρχής της ισότητας των όπλων, με το να επιτραπεί δηλαδή πρόσβαση στις καταθέσεις κι έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και για τα οποία δεν ισχύει οποιαδήποτε εξαίρεση στη βάση του εδαφίου (4). Είναι, εκ του Νόμου, προφανές ότι το δικαίωμα πρόσβασης δεν περιορίζεται σ’ έγγραφα που η Κατηγορούσα Αρχή σκοπεύει να χρησιμοποιήσει κατά τη δίκη κι επομένως το αντίστοιχο επιχείρημα της Κατηγορούσας Αρχής δεν κρίνεται βάσιμο. Παρεμβάλλω ότι αντίθετη ρύθμιση φαίνεται να γίνεται όταν πρόκειται για νέο υλικό που περιέρχεται στη κατοχή της Κατηγορούσας Αρχής, ζήτημα που, εν προκειμένω, δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, αλλά τ’ οποίο αναφέρω έτσι ώστε να επεξηγήσω την ρητώς εκπεφρασθείσα πρόθεση του Νομοθέτη όσον αφορά την μη επιβολή περιορισμού πρόσβασης σε καταθέσεις κι έγγραφα τα οποία βρίσκονται στην κατοχή της Κατηγορούσας Αρχής.
Έρχομαι τώρα στο δεύτερο σχετικό ζήτημα της παρούσας ενότητας, εκείνο του κατά πόσο το πόρισμα εμπίπτει εντός των όρων «καταθέσεις κι έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση». Εκ πρώτης όψεως και με διασταλτική ερμηνεία του όρου έγγραφα η απάντηση θα ήταν καταφατική. Όμως η φύση και το περιεχόμενου του πορίσματος δεν εμπίπτει επακριβώς στους πιο πάνω ορισμούς, όσο διασταλτική ερμηνεία και να τους αποδοθεί. Πρόκειται δηλαδή για πόρισμα στ’ οποίο οι ανακριτές προβαίνουν σε σύνοψη των μαρτυριών που λήφθηκαν από εκείνους, σε καταγραφή γεγονότων που οι ίδιοι καταγράφουν ως να πρόκυψαν από τις μαρτυρίες που περισυνέλλεξαν και - εν τέλει - τις θέσεις των ποινικών ανακριτών αναφορικά με την απόδοση ποινικών ευθυνών. Οπότε δεν πρόκειται επ’ ακριβώς για «κατάθεση ή έγγραφο που λήφθηκε κατά τη διερεύνηση», όπως δηλαδή προβλέπει ο Νόμος, αλλά περιλαμβάνει και τις θέσεις των δύο ανακριτών, οι οποίες μάλιστα εκφράζονται μέσω της άσκησης αξιολογικής κρίσης επί του μαρτυρικού υλικού, με την εκ μέρους τους σύνοψη της διερεύνησης και το, κατ’ εκείνους, αποτέλεσμά της. Δεν πρόκειται δηλαδή αποκλειστικά περί - ας μου επιτραπεί η έκφραση – πρώτων υλών, δηλαδή απλή βιβλιοδεσία του περισυλλεχθέντος μαρτυρικού υλικού - καταθέσεων κι εγγράφων. Η πιο πάνω ανάλυση οδηγεί αναπόδραστα στην εξέταση του ζητήματος της σχετικότητας της έκθεσης των ποινικών ανακριτών με τα υπό εξέταση ζητήματα.
Είναι το περιεχόμενο του εγγράφου σχετικό με τα εδώ επίδικα θέματα;
Η έκθεση παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο προς εξέταση του αιτήματος για ν’ αποκαλυφθεί. Όπως ανέφερα αμέσως προηγουμένως, η έκθεση δεν περιορίζεται σε βιβλιοδεσία του μαρτυρικού υλικού, αλλά περιέχει – επαναλαμβάνω - σύνοψη του, ευρήματα των ανακριτών και την, από μέρους τους, απόδοση ποινικών ευθυνών. Οπότε αν και το υλικό που περισυνέλλεξαν οι ποινικοί ανακριτές είναι αδιαμφησβήτητα σχετικό με τα εδώ επίδικα ζητήματα, η σύνοψη κι αξιολογική κρίση των ποινικών ανακριτών, κατ’ ουσία, δεν είναι σχετικά, καθότι δεν είναι δυνατό - ούτε κι ορθό - να υποκαταστήσουν το Δικαστικό έργο. Η υπόθεση έχει καταχωριστεί και βρίσκεται ενώπιον Δικαστηρίου και η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος ν’ αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Δικαστική αποστολή είναι, εν προκειμένω, η διάγνωση της ύπαρξης ή όχι ποινικής ευθύνης των ενώπιον του προσώπων, στη βάση της μαρτυρίας που πρόκειται ν’ αξιολογηθεί και να κριθεί αξιόπιστη. Επομένως το σχετικό εν προκειμένω μαρτυρικό υλικό είναι το υλικό που οι ποινικοί ανακριτές έλαβαν κατά την έρευνά τους και όχι το τι εκείνοι αποκόμισαν κι ανέφεραν στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στον οποίο απευθύνονται. Η γνώμη τους – επειδή περί γνώμης πρόκειται - κατ’ ουσία, αφορά στο τελικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Συνεπώς, η απόδοση των όποιων ευθυνών, εάν υπάρχουν, πρόκειται να εξεταστεί από το ίδιο το Δικαστήριο ως τον τελικό κριτή της υπόθεσης, που επίκεντρο έχει ακριβώς το θέμα τούτο, σύμφωνα με τους δικονομικούς κι αποδεικτικούς κανόνες του δικαιϊκού μας συστήματος.
Κατά πόσο η αποκάλυψη του πορίσματος εμπίπτει εντός οποιωνδήποτε εκ των εξαιρέσεων που προνοούνται στο εδάφιο (4) του Άρθρου 7 του Κεφ. 155
Αν και η θέση της Κατηγορούσας Αρχής περιορίστηκε στα όσα περιέγραψα ανωτέρω, από την προηγηθείσα ανάλυση προκύπτει κι ένα άλλο ζήτημα, τ’ οποίο εν όψει του ότι αφενός άπτεται της ακεραιότητας της διαδικασίας, αλλά κι αφετέρου της προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων άλλων προσώπων, το εξετάζω proprio motu. Το ζήτημα τούτο προκύπτει, και πάλι, από την άσκηση αξιολογικής κρίσης των ποινικών ανακριτών επί του μαρτυρικού υλικού κι όχι από το ίδιο το μαρτυρικό υλικό. Στο πόρισμα αποδίδονται ευθύνες. Το πόρισμα, ως επιμελώς επιβεβαίωσαν αμφότερες οι πλευρές ενώπιον μου κατά την προηγούμενη δικάσιμη, δεν δημοσιεύθηκε. Θεωρώ ότι με την αποκάλυψη αυτούσιου του πορίσματος, συμπεριλαμβανομένων δηλαδή των μερών εκείνων που οι ποινικοί ανακριτές προβαίνουν στη δική τους σύνοψη του μαρτυρικού υλικού, ασκούν τη δική τους αξιολογική κρίση και εκφέρουν άποψη επί της ποινικής ευθύνης, ελλοχεύει ο κίνδυνος επηρεασμού του τεκμηρίου αθωότητας προσώπων, είτε αυτά αποτελούν μέρη της παρούσας διαδικασίας είτε όχι. Το τεκμήριο της αθωότητας διατηρείται αναλλοίωτο και άπτεται του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, αποτελώντας ένα εκ των πυρήνων του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης. Η δίκη διεξάγεται ενώπιον Δικαστηρίου σύμφωνα με τα όσα ρητώς επιτάσσει το Άρθρο 30(2) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ως ανέφερα, τελικός κριτής δεν μπορεί να είναι άλλος από το Δικαστήριο.
Τα πιο πάνω, κρίνω, ενεργοποιούν, την εξαίρεση που περιλαμβάνεται στο εδάφιο (4) του Άρθρου 7 του Κεφ. 155, επειδή είναι ορατό το ενδεχόμενο η αποκάλυψη αυτούσιου του πορίσματος να διακυβεύσει, κατά τρόπο σοβαρό, δικαιώματα τρίτων προσώπων.
Ο ίδιος κίνδυνος όμως δεν ελλοχεύει εάν αποκαλυφθεί το πλήρες μαρτυρικό υλικό που οι ποινικοί ανακριτές περισυνέλλεξαν κατά την έρευνά τους και τ’ οποίο παραθέτουν στα περιεχόμενα και στα παραρτήματα του πορίσματος. Το μαρτυρικό υλικό τούτο λήφθηκε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης από τους ποινικούς ανακριτές και τόσο οι ίδιοι οι ποινικοί ανακριτές όσο κι η Κατηγορούσα Αρχή το κατείχαν και ως τέτοιο υπόκειται σ’ αποκάλυψη.
Η προσέγγιση του Δικαστηρίου και κατάληξη
Το Δικαστήριο προσεγγίζει το εγερθέν ζήτημα, έχοντας κατά νου ότι σκοπός του Νομοθέτη και των συντακτών του Συντάγματος είναι να διασφαλίσουν το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας και να επιτρέπεται στην Υπεράσπιση να προετοιμαστεί κατάλληλα. Έχοντας επίσης κατά νου την ανάλυση που προηγήθηκε, κρίνω ότι ο σκοπός επιτυγχάνεται με τη διασφάλιση της πρόσβασης της Υπεράσπισης στο μαρτυρικό υλικό που κατέχει η Κατηγορούσα Αρχή είτε αυτό προορίζεται να χρησιμοποιηθεί στη διαδικασία είτε όχι. Συνεπώς, και για να το θέσω σαφέστερα, η υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής επεκτείνεται στο ν’ αποκαλύψει στην Υπεράσπιση όλο το μαρτυρικό υλικό που οι ποινικοί ανακριτές έλαβαν κατά την έρευνά τους, μια και αυτό κρίνεται σχετικό με τα εδώ επίδικα ζητήματα. Δεν προεκτείνεται όμως, για τους λόγους που προανέφερα, και στην αποκάλυψη του περιεχομένου που δεν αφορά στα έγγραφα και στο μαρτυρικό υλικό καθ’ αυτά, κι αφορά μόνον στα όσα οι ποινικοί ανακριτές συμπέραναν στη βάση των εγγράφων και καταθέσεων για να συντάξουν το πόρισμα και το μετέφεραν στο εντολέα τους Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Η αρχή της ισότητας των όπλων επιτυγχάνεται, θεωρώ κατά τρόπο απόλυτο, με την αποκάλυψη του μαρτυρικού υλικού που ήταν στη διάθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι το μαρτυρικό υλικό που πρόκυψε κατά την έρευνα των ποινικών ανακριτών και τ’ οποίο αναφέρεται στα Παραρτήματα του πορίσματος ημερομηνίας 30.11.2020, υπόκειται σ’ αποκάλυψη. Προκειμένου η Υπεράσπιση να είναι σε θέση να ελέγξει την από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής αποκάλυψη του εν λόγω μαρτυρικού υλικού, η Κατηγορούσα Αρχή να εφοδιάσει την Υπεράσπιση με αντίγραφα των σελίδων 3 έως 6, συμπεριλαμβανομένων, και 232 έως 234, συμπεριλαμβανομένων, του πορίσματος μέχρι αύριο στις 12:00. Το αίτημα για την αποκάλυψη αυτούσιου του πορίσματος ημερομηνίας 30.11.2020 απορρίπτεται. Το αντίγραφο του πορίσματος που δόθηκε στο Δικαστήριο, επιστρέφεται στη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής.
Π. Αγαπητός
Επαρχιακός Δικαστής
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής