ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 963/22
ΛΟΥΚΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
Παραπονούμενος
εναντίον
1. Αθλητικός Σύλλογος Ολυμπιάς
2. Α.Α.
3. Π.Α.
Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 27.04.2026
Εμφανίσεις:
Για Παραπονούμενο: κ. Σ. Χριστοδούλου για Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης
Για Κατηγορούμενους: κα Μ. Κυπριανίδου
Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες
ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι Κατηγορούμενοι, αντιμετωπίζουν από μια κατηγορία, η οποία αφορά ουσιαστικά, το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής, κατά παράβαση του άρθρου 305Α(2) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
Η μεν, πρώτη Κατηγορούμενη, κατηγορείται ότι «κατά ή περί τις 30.10.2022 εξέδωσε την επιταγή με αρ. 92226401 της Ελληνικής Τράπεζας για το ποσό των €10.000 προς όφελος του Παραπονούμενου η οποία αν και παρουσιάστηκε στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε για πληρωμή από τον Παραπονούμενο κατά/ή μετά από την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλείται (sic) λόγω του ότι η πληρωμή της είχε ανακληθεί από τον εκδότη της, χωρίς εύλογη αιτία και παραμένει απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίαση της.»
Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, κατηγορούνται ότι κατά την ημερομηνία και τόπο που αναφέρονται στην πρώτη κατηγορία, «παρείχαν συνδρομή και/ή παρακίνησαν την πρώτη Κατηγορούμενη, στην έκδοση της επιταγής προς τον Παραπονούμενο η οποία αν και παρουσιάστηκε στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε για πληρωμή από τον Παραπονούμενο κατά/ή μετά από την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλείται (sic) λόγω του ότι η πληρωμή της είχε ανακληθεί από τον εκδότη της, χωρίς εύλογη αιτία και παραμένει απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως.»
Η ποινική δίωξη των Κατηγορούμενων 2 και 3, προωθείται και επί της βάσης του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, κατέθεσαν τρείς μάρτυρες, ο Παραπονούμενος (Μ.Κ.1), η Α.Κ. (Μ.Κ.2) και ο Λ.Χ. (Μ.Κ.3). Μαρτυρία από μέρους της υπεράσπισης, προσφέρθηκε από τους Κατηγορούμενους 2 και 3 αφότου κλήθηκαν σε απολογία και επέλεξαν να καταθέσουν ενόρκως, τόσο σε ό,τι αφορά τους ιδίους, όσο και σε ό,τι αφορά την Κατηγορούμενη 1. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν επίσης 13 τεκμήρια.
Το σύνολο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και είναι σαφώς υπόψη του Δικαστηρίου στην πλήρη του μορφή. Για σκοπούς σύνοψης της μαρτυρίας που προσφέρθηκε, δεν κρίνω σκόπιμη την επανάληψη του κάθε τι λέχθηκε.
Αναφέρω συνοπτικά, πως είναι η θέση του Παραπονουμένου πως ο ίδιος κατά τον ουσιώδη χρόνο που εκδόθηκε η επιταγή, ήταν εκπρόσωπος της ποδοσφαιρικής ομάδας «Αχυρώνας Λιοπετριού» (στο εξής «ο Αχυρώνας») η οποία αγωνιζόταν όπως και η Κατηγορούμενη 1, στο κυπριακό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου Β’ κατηγορίας και πως με το πέρας της ποδοσφαιρικής σεζόν 2021-2022, η ομάδα του Αχυρώνα, εξασφάλισε την παραμονή της στο πρωτάθλημα της Β’ κατηγορίας ενώ η Κατηγορούμενη 1 όχι, εκτός εάν οποιαδήποτε ομάδα της Β’ κατηγορίας αποχωρούσε από το πρωτάθλημα. Περί τα τέλη Μαΐου του 2022 και αφότου η ποδοσφαιρική σεζόν ολοκληρώθηκε, είχαν γίνει συζητήσεις μεταξύ των παραγόντων της ομάδας του Αχυρώνα και της ομάδας «Ονήσιλος Σωτήρας» έτσι ώστε να εξεταστεί το ενδεχόμενο να δημιουργηθεί μια καινούρια ποδοσφαιρική ομάδα με την ενοποίηση των δύο ομάδων και οι συζητήσεις αυτές διέρρευσαν σε διάφορους ποδοσφαιρικούς κύκλους οπότε επικοινώνησε ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος βολιδοσκοπούσε να μάθει τι αποφασίστηκε αφού αποχώρηση του Αχυρώνα, θα σήμαινε την παραμονή της Κατηγορούμενης 1 στην Β’ κατηγορία του πρωταθλήματος. Μετά από συζητήσεις που έγιναν και προτού οι δύο ομάδες καταλήξουν ως προς την ενοποίηση, ο Κατηγορούμενος 2 τον ενημέρωσε πως σε περίπτωση που δεν δηλωθεί συμμετοχή του Αχυρώνα στο πρωτάθλημα και επισημοποιηθεί η παραμονή της Κατηγορούμενης 1 στην Β’ κατηγορία, τότε θα δοθεί το ποσό των €10.000 ως αποζημίωση, αφού παραμονή της τελευταίας στην εν λόγω κατηγορία θα είχε ως αποτέλεσμα την λήψη από μέρους της χορηγίας από την Κυπριακή Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου, ύψους €35.000, ποσό που υπό άλλες περιστάσεις θα δικαιούτο να λάβει ο Αχυρώνας.
Κατόπιν των πιο πάνω, διευθετήθηκε συνάντηση σε αίθουσα δεξιώσεων στο χωριό Λύμπια, συμφερόντων των Κατηγορουμένων 2 και 3, οι οποίοι ενεργούσαν ως εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι της Κατηγορούμενης 1 και για την σύναψη συμφωνίας ενεργώντας ως Πρόεδρος και Ταμίας (αντιστοίχως). Εκ μέρους του Διοικητικού συμβουλίου του Αχυρώνα, ήταν ο ίδιος και ο Έφορος του ποδοσφαιρικού τμήματος. Με το πέρας της συνάντησης, προέκυψε η τελική συμφωνία και οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 του παρέδωσαν την επιταγή (τεκμήριο 1). Ο ίδιος την ποδοσφαιρική περίοδο 2022-2023 που ακολούθησε, ήταν Πρόεδρος της ενοποιημένης ομάδας «ΠΟ Αχυρώνας-Ονήσιλος».
Η εν λόγω επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη, κατόπιν παράκλησης των Κατηγορουμένων 2 και 3 λόγω της οικονομική στενότητας της Κατηγορουμένης 1 εκείνη την περίοδο αλλά και του γεγονότος ότι ανέμεναν να εισρεύσουν χρήματα στο ταμείο της, μετά την έναρξη της ποδοσφαιρικής σεζόν και έτσι, αφού συγκατατέθηκαν και οι ίδιοι, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 συμπλήρωσαν την επιταγή και τους την παρέδωσαν, η οποία όταν κατατέθηκε για εξαργύρωση (τεκμήριο 2), επιστράφηκε διότι ανακλήθηκε από τον εκδότη της. Έκτοτε, προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Κατηγορούμενο 2 χωρίς ανταπόκριση και επιβεβαίωσε πως οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ήθελαν να τους εξαπατήσουν, όπως και τον Αχυρώνα. Η επιταγή εκδόθηκε στο όνομα του ιδίου γιατί όταν του παραδόθηκε, δεν μπορούσε να εκδοθεί στο όνομα του Αχυρώνα διότι ο τραπεζικός λογαριασμός του θα έκλεινε και θα δημιουργείτο άλλος, με το όνομα της νέας ομάδας, το οποίο δεν γνώριζαν, οπότε οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 του είπαν να «βαλ’ τε την στο όνομα σου και δεν έχει πρόβλημα». Ο Κατηγορούμενος 2 υπέγραψε την επιταγή και ο Κατηγορούμενος 3 συμπλήρωσε τα στοιχεία της. Δεν ενημέρωσαν ποτέ κανένα για τον λόγο που ανακάλεσαν την επιταγή.
Από την άλλη, η θέση των Κατηγορούμενων 2 και 3, είναι ότι γύρω στα μέσα Ιουνίου του 2022, τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο 2 ο Δ.Π., ο οποίος ήταν μέλος του Σωματείου του Αχυρώνα και του ζήτησε να συναντηθούν με το Σωματείο του. Ο Κατηγορούμενος 2, ήταν Πρόεδρος της Κατηγορούμενης 1 την ποδοσφαιρική περίοδο 2021-2022 πλην όμως παραιτήθηκε τον Φεβρουάριο του 2022 και έκτοτε ανέλαβε χρέη Προέδρου ο Α.Μ. και γενικού γραμματέα ο Κατηγορούμενος 3. Ο Κατηγορούμενος 2 εξήγησε στον Δ.Π., πως παραιτήθηκε από Πρόεδρος και ο τελευταίος τον παρακάλεσε να συναντηθούν με τον νέο Πρόεδρο της Κατηγορούμενης 1, Α.Μ., στον χώρο δεξιώσεων που διατηρεί στο χωριό Λύμπια.
Κατόπιν συνεννόησης με τον Α.Μ., διευθετήθηκε συνάντηση στην οποία παρευρέθηκαν ο Δ.Μ. και ο Παραπονούμενος, τον οποίο οι Κατηγορούμενοι δεν γνώριζαν και ο οποίος τους συστήθηκε ως Πρόεδρος του Αχυρώνα, ο Α.Μ., ο ίδιος και ο Κατηγορούμενος 3. Για την εν λόγω συνάντηση, ο Κατηγορούμενος 3, ενημερώθηκε από τον Κατηγορούμενο 2. Στην εν λόγω συνάντηση τους αναφέρθηκε πως επίκειται η διάλυση του Αχυρώνα και η δημιουργία νέας ομάδα με τον Ονήσιλο Σωτήρας και πως 25 ποδοσφαιριστές θα έμεναν χωρίς ομάδα με τους περισσότερους να έχουν συμβόλαια οπότε προτάθηκε στον Α.Μ., να πάρουν 2 αλλοδαπούς ποδοσφαιριστές οι οποίοι ανήκαν στο κέντρο «Nava Seaside», το οποίο είχε και τα δικαιώματα τους. Για την απόκτηση των συγκεκριμένων ποδοσφαιριστών, θα έπρεπε να πληρώσουν το ποσό των €10.000. Ο Παραπονούμενος και ο Δ.Π. έφεραν μαζί τους συμβόλαια, τα οποία υπέγραψε ο Α.Μ. και μετά δόθηκαν στην άλλη πλευρά για να υπογραφτούν και από τους ποδοσφαιριστές και στην συνέχεια να τους επιστραφούν. Ο Παραπονούμενος, έδωσε εντολή στον Κατηγορούμενο 3 να ετοιμάσει συγκεκριμένο έγγραφο (τεκμήριο 9), το οποίο υπέγραψαν όλοι οι παρευρισκόμενοι, στο οποίο αναφέρεται πως το ποσό των €10.000 θα το έπαιρνε το «Nava Seaside» και ότι θα έπαιρναν τους ποδοσφαιριστές εάν έμεναν στην Β’ κατηγορία καθώς και άλλες ομάδες διεκδικούσαν την παραμονή τους και επίσης οι δύο παίκτες, δεν δικαιούνταν να παίζουν σε Γ’ κατηγορία, εάν τελικά δεν θα αναβαθμιζόταν κατηγορία η Κατηγορούμενη 1.
Η επιταγή ουδέποτε εκδόθηκε επ’ ονόματι του Παραπονούμενου και ο λόγος που υπέγραψε ο Κατηγορούμενος 2 την επιταγή παρότι δεν ήταν Πρόεδρος, ήταν γιατί ο Α.Μ. του έδωσε οδηγίες, μιας και δεν δόθηκαν οδηγίες στην Τράπεζα για να υπογράφει πλέον ο τελευταίος. Στην επιταγή, έθεσε την υπογραφή του και συμπλήρωσε μόνο το ποσό και την ημερομηνία και το όνομα ήταν κενό γιατί περίμεναν να επιστραφούν τα συμβόλαια. Μετά, ζήτησε από τον Δ.Π. άλλως πως «Καρανίκκη», συνάντηση, για να τους δοθούν τα συμβόλαια, τα οποία δεν τους επιστράφηκαν και τηλεφώνησε αρκετές φορές για να έρθουν οι δύο ποδοσφαιριστές και να ενταχθούν στην ομάδα και παρότι λάμβαναν θετικές διαβεβαιώσεις, ουδέποτε πήγαν και ουδέποτε τους επέστρεψαν τα συμβόλαια και αργότερα πληροφορήθηκαν ότι οι ποδοσφαιριστές, έφυγαν από την Κύπρο, οπότε πήγε στην Τράπεζα και ανακάλεσε την επιταγή. Την συγκεκριμένη αγωνιστική περίοδο, η Κατηγορούμενη 1, δεν έλαβε χορηγία από την Κ.Ο.Π. και ο Κατηγορούμενος 3 ο οποίος είναι γιος του Κατηγορούμενου 2, δεν είχε δικαίωμα υπογραφής τον επίδικο χρόνο.
Με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, ακολούθησαν οι αγορεύσεις των δύο πλευρών.
Είναι η θέση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, πως το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την μαρτυρία του Παραπονούμενου και να απορρίψει την εκδοχή που προωθήθηκε από τους Κατηγορούμενους, η οποία βασίζεται σε εκ των υστέρων σκέψεις για να αποφύγουν την ποινική ευθύνη τους. Με δεδομένο ως εισηγήθηκε ο κ. Χριστοδούλου το ότι η υπεράσπιση δεν έχει αμφισβητήσει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και δη την αντικειμενική υπόσταση τους, το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους της να αποδείξει το εύλογο της ανάκλησης της επίδικης επιταγής, βάρος το οποίο δεν απέσεισε καθότι οι θέσεις που προωθήθηκαν από αμφότερους τους Κατηγορούμενους, στερούνται οποιασδήποτε λογικής. Ως προς την ευθύνη του Κατηγορούμενου 2, η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος προκύπτει από το ότι πρόκειται για το πρόσωπο που υπέγραψε τόσο την επίδικη επιταγή, όσο και την ανάκληση της, έχοντας γνώση των περιστάσεων υπό τις οποίες εκδόθηκε και τις περιστάσεις υπό τις οποίες ανακλήθηκε. Το ίδιο ισχύει και για τον Κατηγορούμενο 3, καθότι αποτέλεσε ενεργό μέρος της διαδικασίας έκδοσης της επιταγής, ως επίσης και της ανάκλησης της.
Αντίθετη είναι η θέση της υπεράσπισης, η οποία εισηγείται ότι, είτε το Δικαστήριο αποδεχθεί την μαρτυρία του Παραπονούμενου, είτε όχι, οι Κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν καθότι, αποδοχή της θέσης του Παραπονούμενου θα σημαίνει αποδοχή του ότι η επιταγή δόθηκε ως εισφορά και άρα ως δωρεά, η φύση της οποίας δεν εμπίπτει στην έννοια της αντιπαροχής του άρθρου 30(1) του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262. Περαιτέρω και διαζευκτικά με τα πιο πάνω, η κα. Κυπριανίδου εισηγήθηκε πως (α) με βάση τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 2 η οποία αφορά τους Κατηγορούμενους 2 και 3, ό,τι τους αποδίδεται είναι συνέργεια στην έκδοση της επίδικης επιταγής και όχι στην πρόκληση μη εξόφλησης της και ειδικότερα ο Κατηγορούμενος 3 δεν προκύπτει να συνέδραμε με οποιοδήποτε τρόπο στην έκδοση της, η οποία εν πάση περιπτώσει, δεν αποτελεί αδίκημα και (β) η επιταγή κατά την θέση του Παραπονούμενου εκδόθηκε προς όφελος ανύπαρκτου τον δεδομένο χρόνο προσώπου και άρα δεν μπορεί να είναι έγκυρη. Περαιτέρω και διαζευκτικά των πιο πάνω, η κα. Κυπριανίδου εισηγείται την αποδοχή της μαρτυρίας των Κατηγορουμένων ως αληθή, για να καταλήξει σε εύρημα πως ορθώς, η επιταγή ανακλήθηκε.
Έχοντας λάβει υπόψη μου κάθε τι που λέχθηκε από τις δύο πλευρές κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων τους, και κρίνοντας μη σκόπιμη την επανάληψη τους, (εκτός όπου και εάν χρειάζεται), προχωρώ, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας κατά νου, τις αρχές που διέπουν την διεργασία αυτή.
Όπως έχει υποδειχθεί στην Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Επίσης, σημειώνω πως ενόψει του ότι μέρος των γεγονότων που αφορούν αυτές καθαυτές τις επίδικες κατηγορίες, δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά των Κατηγορουμένων, πλην όσων σημείων σχετίζονται με τις περιστάσεις υπό τις οποίες η επίδικη επιταγή εκδόθηκε και αργότερα ανακλήθηκε, τα όσα αποτελούν κοινό και αδιαμφισβήτητο έδαφος μεταξύ των μερών, καθιστούν την παράθεση και αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της προσφερθείσας, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρίας, αχρείαστη και μη εξυπηρετούσα οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό, ιδιαίτερα λαμβανομένης υπόψη και της φύσης των αδικημάτων (βλ. σχ. Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας (1999) 2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28).
Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο, παρακολούθησα όλους ανεξαιρέτως του μάρτυρες, με ιδιαίτερη προσοχή και δη τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999)1 Α.Α.Δ. 1273), χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797).
Σημειώνω επίσης πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (βλ. Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45) φτάνει να υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση για τους λόγους που γίνεται δεκτό ή μη αποδεκτό, το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας. Είναι πολύ σημαντικό να λεχθεί ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί -και εκλαμβάνει ως δεδομένο- ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527). Διευκρινίζεται, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (βλ. Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).
Ξεκινώ να αξιολογήσω την μαρτυρία που προσφέρθηκε, από τους μάρτυρες που ήταν παντελώς με ή από τους διαδίκους και αυτού δεν ήταν άλλοι από τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, οι οποίοι αμφότεροι, μόνο θετική εντύπωση προκάλεσαν στο Δικαστήριο. Εξάλλου, δεν υπάρχει εισήγηση από μέρους της πλευράς της υπεράσπισης για μη αποδοχή της μαρτυρίας του ενός ή του άλλου. Εν πάση δε περιπτώσει, δεν έχω εντοπίσει καμμιά απολύτως αντίφαση στην μαρτυρία τους, ούτε και είχαν οποιοδήποτε συμφέρον για να υποστηρίξουν την μια ή την άλλη πλευρά. Πρόκειται για πρόσωπα που κατέθεσαν ό,τι γνώριζαν, ο κάθε ένας αναλόγως του τομέα εργασία τους.
Η μαρτυρία του Μ.Κ.3 παρέμεινε αναντίλεκτη και η μαρτυρία της Μ.Κ.2, αδιαμφισβήτητη στο μεγαλύτερο μέρος της.
Συγκεκριμένα, από την μαρτυρία της Μ.Κ.2, δεν αμφισβητήθηκε καθόλου το ότι η ίδια είναι διευθύντρια του τμήματος πρωταθλημάτων στην Κυπριακή Ομοσπονδία ποδοσφαίρου και γνωρίζει εκ της ιδιότητας της αυτής, τα της διεξαγωγής και διοργάνωσης του πρωταθλήματος, ότι την ποδοσφαιρική χρονιά 2021-2022, το διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορούμενης 1, απαρτιζόταν από τον Α.Α. (Κατηγορούμενος 2) ως Πρόεδρο, τον Α.Μ. ως γενικό γραμματέα, τον Γ.Ζ. ως Έφορο, τον Π.Α. (Κατηγορούμενος 3) ως υπεύθυνο επικοινωνίας και μέλη τους Χ.Χ., Π.Ζ. και Μ.Χ. Επίσης, ότι στις 04.07.2022, το Διοικητικό Συμβούλιο της Κ.Ο.Π., υιοθετώντας όρο της προκήρυξης την οποία είχε διενεργήσει, αποφάσισε όπως η Κατηγορούμενη 1, η οποία θα υποβιβαζόταν στην Γ’ κατηγορία του πρωταθλήματος, συμπληρώσει το κενό που προέκυπτε από την αποχώρηση της ομάδας του Αχυρώνα από το πρωτάθλημα της Β’ κατηγορίας και πως για τούτη της την ενέργεια η Κ.Ο.Π., εξέδωσε ανακοίνωση η οποία κοινοποιήθηκε στην ιστοσελίδα της. Τα παραπάνω εξάλλου, υποστηρίζονται πλήρως από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 3 και 4.
Επίσης, δεν αμφισβητήθηκε πως την περίοδο 2021-2022, μεταγραφές ή εγγραφές παικτών σε ομάδες, μπορούν να διενεργηθούν μέχρι και τις 31.08, το 2022 για την ποδοσφαιρική περίοδο του 2023 έγινε μέχρι τις 15.09 και από το 2023 και εντεύθεν, μέχρι και τις 09.09 και πως οι πιο πάνω ημερομηνίες, καθορίζονται από την FIFA ως επίσης ότι οι ομάδες που συμμετέχουν στην Β’ κατηγορία του πρωταθλήματος, λαμβάνουν χορηγία από την Κ.Ο.Π, το ποσό της οποίας δεν είναι σταθερό καθότι το ύψος της εξαρτάται από διάφορους παράγοντες μεταξύ των οποίων και τα τηλεοπτικά συμβόλαια δικαιωμάτων ή άλλων ποσών που δύνανται να εγκριθούν από το Διοικητικό Συμβούλιο και πως περαιτέρω, υπάρχει καθορισμένο ποσό το οποίο λαμβάνεται από όλες τις ομάδες και από εκεί και πέρα, λαμβάνονται και άλλα ποσά, αναλόγως του ομίλου στον οποίο ανήκουν. Ομοίως, δεν αμφισβητήθηκε ως προς το ότι για να εγγραφεί κάποιος επαγγελματίας ποδοσφαιριστής σε μια ομάδα, θα πρέπει να έχει συμβόλαιο με το σωματείο της ομάδας στο οποίο εντάσσεται το οποίο δύναται να υπογραφεί και από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του, όπως για παράδειγμα εταιρεία που διαχειρίζεται ποδοσφαιρικά ζητήματα, όχι όμως από οποιαδήποτε τρίτη εταιρεία.
Ό,τι αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της, ήταν η απάντηση που έδωσε, σε σχετική ερώτηση που της τέθηκε, ως προς τον εάν η Κατηγορούμενη 1 έλαβε την περίοδο 2022-2023 οποιαδήποτε χορηγία από την Κ.Ο.Π.. Επί τούτου, η Μ.Κ.2 είχε αναφέρει πως είναι βέβαιη πως η Κατηγορούμενη 1 έλαβε χορηγία από την Κ.Ο.Π. για την περίοδο 2022-2023 καθότι ήταν στην Β’ κατηγορία του πρωταθλήματος και πως τούτη την βεβαιότητα της, την αντλεί εκ πείρας, αφού όλες οι ομάδες που δικαιούνται χορηγία, την λαμβάνουν και η Κατηγορούμενη 1, την δικαιούτο παρόλο που δεν θυμόταν το ποσό που η τελευταία έλαβε. Επί των πιο πάνω, υπεβλήθη στην Μ.Κ.2 πως καμιά χορηγία έλαβε η Κατηγορούμενη 1. Η υποβολή αυτή, πέραν από το ότι παρέμεινε μετέωρη, σημειώνω πως βρίσκεται και σε πλήρη σύγκρουση, με το τεκμήριο 8, το οποίο κατέθεσε ο Μ.Κ.3, αναφερόμενος σε κατάθεση προς όφελος της Παραπονουμένης, στον τραπεζικό λογαριασμό της, του ποσού των €20.000, το οποίο φαίνεται να κατατέθηκε από την Κ.Ο.Π., αναφορά η οποία πέραν από το ότι υποστηρίζεται πλήρως από το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου, δεν έχει τύχει και αμφισβήτησης από τον Μ.Κ.3, ο οποίος κατέθεσε το τεκμήριο 8. Πέραν τούτου, δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ την θέση της Μ.Κ.2 καίτοι η ίδια δεν θυμόταν το ύψος του ποσού που η Κατηγορούμενη 1 έλαβε και η εν λόγω αναφορά της προερχόταν από την εμπειρία της και όχι από όποιοδήποτε συγκεκριμένο γεγονός καθότι κανένα λόγο είχε η μάρτυρας, ώστε να προβεί στην εν λόγω αναφορά, η οποία επαναλαμβάνω και σημειώνω, πως σε κάθε περίπτωση, βρίσκει υποστήριξη στο τεκμήριο 8.
Τώρα, σημειώνω πως υπεβλήθη επίσης στην Μ.Κ.2 πως κατά την διάρκεια της ποδοσφαιρικής περιόδου 2021-2022 και συγκεκριμένα στις 26.02.2022, ο Κατηγορούμενος 2 αποχώρησε από Πρόεδρος της Κατηγορούμενης 1, με την ίδια να απαντά (ειλικρινά φρονώ) πως δεν μπορούσε να θυμηθεί εάν τούτο έγινε. Δεν διέλαθε την προσοχή μου το ότι κατά την αντεξέταση της, είχε αναφέρει σε άλλο σημείο πως θυμόταν να έγινε αλλαγή στο Διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορούμενης 1, την αμέσως επόμενη ποδοσφαιρική περίοδο και δη την περίοδο 2022-2023, γεγονός στο οποίο αναφέρθηκε και ο Κατηγορούμενος 3. Τα πιο πάνω, δεν θεωρώ πως αποτελούν αντίφαση των λεγομένων της, με δεδομένο και το ότι κατά την επανεξέταση της επί του συγκεκριμένου ζητήματος, είχε αναφέρει πως εξ’ όσων θυμόταν, δεν είχαν λάβει γραπτή ειδοποίηση ως ομοσπονδία για το συγκεκριμένο ζήτημα, πλην όμως συμβαίνει να γίνεται τέτοια αλλαγή και να μην τους κοινοποιείται. Η ίδια δεν ήταν σε θέση να αναφέρει με βεβαιότητα ότι έγινε ή δεν έγινε η αλλαγή στην Προεδρία της Κατηγορούμενης 1 και τα παραπάνω, επισφραγίζουν θεωρώ το ότι η μάρτυρας ήταν απολύτως ειλικρινής στο κάθε τι που αναφέρθηκε.
Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία της ως αξιόπιστη μαρτυρία και κάθε τι που ανέφερε καθίσταται και ως εύρημα του Δικαστηρίου. Ως περαιτέρω ευρήματα του Δικαστηρίου, καθίσταται και το ότι η ομάδα του Αχυρώνα, δεν ενοποιήθηκε με την ομάδα του Ονήσιλου Σωτήρας και πως ό,τι έγινε, ήταν η αποχώρηση του Αχυρώνα από το πρωτάθλημα της Κ.Ο.Π. και η μετονομασία της ομάδας του Ονήσιλου Σωτήρας, σε «ποδοσφαιρικό όμιλο Αχυρώνας Λιοπετρίου», πως η αναβάθμιση της Κατηγορούμενης 1 στην κατηγορία Β’ δεν έγινε με υποψηφιότητες, αλλά με υιοθέτηση όρου προκήρυξης, ως επίσης ότι γνωρίζει τους Κατηγορούμενους, όπως και τον Παραπονούμενο, απ’ όταν ο τελευταίος ήταν Πρόεδρος του Αχυρώνα, χωρίς να θυμάται το πότε.
Στρεφόμενη στον Μ.Κ.3, ο οποίος είναι ανώτερος λειτουργός στο κατάστημα Πέρα Χωρίου στην «Eurobank», σημειώνω πως και ο εν λόγω μάρτυρας, μόνο θετικές εντυπώσεις άφησε. Πρόκειται όπως και η Μ.Κ.2 περί προσώπου που προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει όλα όσα γνώριζε σε σχέση με την υπόθεση και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από συνοχή, λογική και πειστικότητα. Οι απαντήσεις που έδωσε βρίσκουν έρεισμα στην έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε από μέρους του, πέραν από το ότι, ό,τι ανέφερε, παρέμεινε στην ουσία αναντίλεκτο. Εξάλλου, τα ζητήματα στα οποία αναφέρθηκε ο τελευταίος, είναι ζητήματα τα οποία αποδέχονται και οι Κατηγορούμενοι ως προκύπτει από το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Η μαρτυρία του συνεπώς, γίνεται δεκτή στην ολότητα της και προβαίνω σε εύρημα ότι το κατάστημα στο οποίο εργάζεται εξυπηρετεί την Κατηγορούμενη 1, η οποία διατηρεί τον τραπεζικό λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, η οποία ως φαίνεται από την σφραγίδα της Τράπεζας, κατατέθηκε στις 02.11.2022 από τον Λ.Π. και περαιτέρω προκύπτει επίσης, από δεύτερη σφραγίδα της Τράπεζας πως επιστράφηκε στις 03.11.2022 λόγω του ότι ανακλήθηκε από τον εκδότη της. Η επιταγή φέρει την υπογραφή του Κατηγορούμενου 2, τον οποίο ο μάρτυρας γνωρίζει και του οποίου την υπογραφή γνωρίζει από το δείγμα υπογραφής του που τηρείται στην Τράπεζα, με βάση το τεκμήριο 5. Περιπλέον, ήταν το μοναδικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να υπογράφει για τον συγκεκριμένο λογαριασμό, κατόπιν επιστολής της Κατηγορούμενης 1 προς την Τράπεζα, ημερομηνίας 16.02.2022, ως το τεκμήριο 6 δηλαδή. Για την ανάκληση της επιταγής, υπεγράφη από τον Κατηγορούμενο 2 στις 28.07.2022, τυποποιημένο έγγραφο της Τράπεζας, ως το τεκμήριο 7, δυνάμει του οποίου δήλωσε πως είχε διαφωνία με τον δικαιούχο της επιταγής και ζήτησε να μην προχωρήσει η πληρωμή της. Στον συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό, φαίνεται να κατατέθηκαν τον Οκτώβριο του 2022, €20.000 από την Κ.Ο.Π., ως προκύπτει από την κατάσταση του λογαριασμού, αλλά και από το αποδεικτικό κατάθεσης των πιο πάνω χρημάτων (βλ. Τεκμήριο 8).
Ό,τι άλλο αναγάγω ως εύρημα μου, είναι ότι από τον συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό απ’ όπου εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, κανένα άλλο πρόσωπο είχε εξουσιοδότηση να υπογράφει και η επίδικη επιταγή, δεν φέρει την υπογραφή του Κατηγορούμενου 3. Στο δε έντυπο ανάκλησης επιταγών, ως είναι το τεκμήριο 7, όταν ο πελάτης επιθυμεί να αναγραφεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος, αναγράφεται. Το τεκμήριο 7, δεν το παρέλαβε ο ίδιος και ούτε ήταν παρών όταν παραδόθηκε σε λειτουργό της Τράπεζας. Επί του προκείμενου ζητήματος, υπεβλήθη στον μάρτυρα πως όταν παρουσιάστηκε ο Κατηγορούμενος 2 στην Τράπεζα για να ανακαλέσει την επιταγή, είχε αναφέρει σε λειτουργό της τελευταίας πως ο λόγος που προβαίνει στην ανάκληση είναι γιατί ο δικαιούχος δεν είχε τηρήσει την μεταξύ τους συμφωνία, με τον μάρτυρα να απαντά ευλόγως πως αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να το γνωρίζει καθότι δεν ήταν παρών και πως εν πάση περιπτώσει, το τι ανέφερε, είναι με βάση το τι αναγράφεται στο συγκεκριμένο τεκμήριο. Η θέση αυτή της υπεράσπισης, σαφώς και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι δεν υποστηρίζεται από κανενός είδους μαρτυρία. Είναι καλά γνωστή η αρχή πως οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους, όταν γι’ αυτές δεν παρουσιάζεται αργότερα μαρτυρία, παραμένουν απλά ως υποβολές και χωρίς οποιαδήποτε αποδεικτική αξία.
Στρέφομαι στην μαρτυρία του Παραπονούμενου και των Κατηγορούμενων, αφού σε αυτές, έγκειται η ουσία των επιδίκων, αμφισβητούμενων ζητημάτων και δη προς όφελος ποιου προσώπου εκδόθηκε η επιταγή, ως επίσης και τις περιστάσεις και τον λόγο που εκδόθηκε. Σημειώνω πως αποτελεί κοινό τόπο, πως στις αρχές Ιουνίου του 2022, πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ του Παραπονούμενου και των Κατηγορουμένων, παρουσία και άλλων προσώπων και πως με το πέρας της συνάντησης, είχε δοθεί η επίδικη επιταγή. Τα άτομα που ήταν παρόντες στην εν λόγω συνάντηση, πέραν των διαδίκων, αποτελούν αμφισβητούμενο γεγονός, ως επίσης ο λόγος, πρόσωπο και περιστάσεις υπό τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Επικεντρώνομαι συνεπώς στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του, με γνώμονα τα πιο πάνω αμφισβητούμενα γεγονότα.
Σημειώνω κοντολογίς πως η εντύπωση που αποκόμισα και από τα τρία πιο πάνω πρόσωπα, δεν είναι θετική και είμαι πεπεισμένη πως ουδείς εξ αυτών αναφέρθηκε με ειλικρίνεια στις περιστάσεις, τον λόγο και το πρόσωπο, προς όφελος του οποίου η επίδικη επιταγή προοριζόταν, ο κάθε ένας για τους δικούς του λόγους. Η μαρτυρία και των τριών, παρουσιάζει αδυναμίες, κενά και αντιφάσεις τέτοιες που καθιστούν την αποδοχή οποιασδήποτε εκ των δύο εκδοχών που προωθήθηκαν ακροσφαλή.
Αρχικά, σημειώνω πως θέση του Παραπονούμενου ήταν ότι κατά την διάρκεια που το ζήτημα ακόμη της κατ’ ισχυρισμό του ενοποίησης της ομάδας του Αχυρώνα με την ομάδα Ονήσιλος Σωτήρας και πάντως πριν τα μέλη των δύο ομάδων αποφασίσουν πως θα γινόταν πράγματι η εν λόγω ενοποίηση, ο Κατηγορούμενος 2 που είχε μάθει ότι υπήρχε τέτοια πρόθεση, επικοινώνησε, για να βολιδοσκοπήσει τις προθέσεις του Αχυρώνα, αφού είχε συμφέρον από την πιο πάνω ενοποίηση η Κατηγορούμενη 1 της οποίας ήταν Πρόεδρος. Ακολούθως μάλιστα, είναι η θέση του Παραπονούμενου πως ακολούθησαν συζητήσεις, χωρίς να αναφέρεται με ποιους και από ποιους, αποτέλεσμα των οποίων ήταν να επικοινωνήσει ο Κατηγορούμενος 2 μαζί του και να τον ενημερώσει πως σε περίπτωση που τέτοια ενοποίηση γινόταν, θα έδιδε το ποσό των €10.000 ως «αποζημίωση», ως η χαρακτηριστική φράση που χρησιμοποίησε στην γραπτή του δήλωση, αφού αποχώρηση του Αχυρώνα, θα σήμαινε παραμονή της Κατηγορούμενης 1 στην Β’ κατηγορία πρωταθλήματος και κατ’ επέκταση την λήψη από μέρους της χορηγίας από την Κ.Ο.Π., ύψους €35.000 οπότε και ακολούθησε η συνάντηση στην οποία αναφέρθηκε, κατά την οποία του δόθηκε η επίδικη επιταγή.
Η πιο πάνω θέση, είναι από μόνη της, είναι προβληματική όπως και εάν ιδωθεί και δεν βρίσκει κανένα απολύτως έρεισμα στην λογική για διάφορους λόγους μεταξύ των οποίων και οι ακόλουθοι.
Καταρχάς, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ.2, καμιά ενοποίηση ομάδων έγινε και δη των συγκεκριμένων ομάδων, αφού ό,τι έγινε την περίοδο 2022-2023, ήταν η αποχώρηση της ομάδας του Αχυρώνα Λιοπετρίου από το πρωτάθλημα της Κ.Ο.Π. και η μετονομασία της ομάδας του Ονήσιλου Σωτήρας, σε ποδοσφαιρικό όμιλο Αχυρώνας Λιοπετριού. Τα πιο πάνω, ουδέποτε αναφέρθηκαν από τον Παραπονούμενο, ο οποίος με τρόπο συγκεκαλυμμένο, προωθούσε την θέση περί δημιουργίας νέας ομάδας και όχι μετονομασίας της μέχρι τότε ομάδας του Ονησίλου, όχι τυχαία, αλλά σκοπίμως αφού τούτη ήταν πολύ βολική ως προς το γιατί η εν λόγω επιταγή η οποία υποτίθεται δόθηκε ως αποζημίωση στον Αχυρώνα, δεν εκδόθηκε στο όνομα της ομάδας και εκδόθηκε κατά την θέση του, στο όνομα του ιδίου. Επί τούτου σημειώνω πως κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, προώθησε την θέση πως ο λόγος έγκειτο στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του Αχυρώνα θα έκλεινε και η δημιουργία τραπεζικού λογαριασμού της νέας ομάδας, (την οποία μάλιστα κατονομάζει με το όνομα που με βάση την μαρτυρία της Μ.Κ.2, ο Ονήσιλος μετονομάστηκε) και επειδή δεν ήξεραν εάν ο λογαριασμός θα ήταν έτοιμος μέχρι την ημερομηνία που είχε τεθεί στην επιταγή, του είπαν πως δεν υπήρχε πρόβλημα, να βάλουν (οι ίδιοι) το όνομα του στο όνομα του δικαιούχου. Στην δε αμέσως επόμενη ερώτηση, ως προς το πρόσωπο που συμπλήρωσε την επιταγή, ήταν η θέση του πως την επιταγή, την κρατούσε ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος την είχε υπογράψει και παραδώσει στον Κατηγορούμενο 3 για να συμπληρώσει τα στοιχεία της.
Κατά την αντεξέταση του, εν σχέσει με το γιατί η επιταγή φέρει το δικό του όνομα, έθεσε επί του προκείμενου μια παντελώς διαφορετική εκδοχή και δη ότι το όνομα το δικό του, όπως και τα λοιπά στοιχεία, εξ’ όσων θυμόταν το συμπλήρωσε ο Κατηγορούμενος 3 στον οποίο παραδόθηκε η επιταγή από τον Κατηγορούμενο 2, αφότου ο τελευταίος συμπλήρωσε ορισμένα στοιχεία της επιταγής, θέση δηλαδή διαφορετική από την αρχική εκδοχή του. Εάν εν πάση περιπτώσει η επιταγή συμπληρωνόταν ως προς ορισμένα στοιχεία της από τον Κατηγορούμενο 2, τότε ποιος ο λόγος το όνομα του ειδικότερα να συμπληρωνόταν από τον Κατηγορούμενο 3 και όχι από τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος συμπλήρωσε και άλλα στοιχεία της επιταγής; Παραθέτω απόσπασμα από τα πρακτικά που τηρήθηκαν κατά την κυρίως εξέταση και αντεξέταση του (αντιστοίχως) επί του συγκεκριμένου ζητήματος, το περιεχόμενο των οποίων ομιλεί αφ’ εαυτού:
(Κυρίως εξέταση).
«E. Ποιος συμπλήρωσε τα στοιχεία της συγκεκριμένης επιταγής στα οποία κάνατε αναφορά όπου είχε τοποθετηθεί το όνομα σας.
A. Θυμούμαι το μπλοκ το κρατούσε ο κατηγορούμενος 2, που είχε υπογράψει την επιταγή και έδωσε την στον κατηγορούμενο 3, που ήταν ο ταμίας της ομάδας, για να συμπληρώσει τα υπόλοιπα στοιχεία και το ποσό».
(Αντεξέταση)
«E. Σου υποβάλλω ότι το ποσό ναι, γράφτηκε από τον κατηγορούμενο 3, η ημερομηνία, η υπογραφή από τον κατηγορούμενο... ο κατηγορούμενος 2 συμπλήρωσε την επιταγή, μαζί με το ποσό, την ημερομηνία πληρωμής, την υπογραφή του, εκτός από το όνομα σου. Το οποίο πρόσθεσες εσύ.
A. Και εγώ σας λέω ξανά ότι τα στοιχεία, την υπογραφή και κάποια στοιχεία τα έγραψε ο κατηγορούμενος 2 τζιαι έδωσε το μπλοκ των επιταγών στον κατηγορούμενο 3 και του είπε είσαι ο ταμίας της ομάδας, έλα συμπλήρωσε την επιταγή και μου έδωσε στα χέρια μου την επιταγή ο κατηγορούμενος 3. Εμένα τούτη είναι η θέση μου.»
Σημειώνω παρεμπιπτόντως με τα πιο πάνω, πως με βάση την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ.2, το Διοικητικό Συμβούλιο της Κατηγορούμενης 1 κατά την ποδοσφαιρική χρονιά 2021-2022, απαρτιζόταν από τα πρόσωπα που φαίνονται στο τεκμήριο 3, το περιεχόμενο του οποίου περιλαμβάνει το όνομα του Κατηγορούμενου 3, έχων την ιδιότητα του υπευθύνου επικοινωνίας (και πάντως όχι του ταμία) και του Κατηγορούμενου 1, έχων πράγματι, την ιδιότητα του Προέδρου. Κανένα πρόσωπο από τα πρόσωπα που φέρονται να απάρτιζαν το διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορούμενης 1, κατέχει το αξίωμα ταμία και ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος 3. Το ότι πράγματι, ουδέποτε τέθηκε από την συνήγορο υπεράσπισης στον Παραπονούμενο πως η αναφορά του ότι ο Κατηγορούμενος 3 ήταν ο ταμίας της Κατηγορούμενης 1, καμιά επίδραση μπορεί να έχει ως εισηγείται ο συνήγορος του πρώτου, αφού εν πάση περιπτώσει, η πιο πάνω αναφορά δεν υποστηρίζεται από την έγγραφη μαρτυρία.
Περιπλέον των πιο πάνω, βρίσκω εντελώς παράλογη και μη πειστική την ίδια την θέση ότι, προτού καν, ληφθεί απόφαση ως προς το εάν υποτίθεται οι δύο ομάδες θα ενοποιούνταν και προτού καν ληφθεί απόφαση από την Κ.Ο.Π. ως προς το εάν η Κατηγορούμενη 1 θα αναβαθμιζόταν κατηγορία, ο Κατηγορούμενος 2 προχώρησε με την έκδοση της επίδικης επιταγής. Ήταν η θέση του επί των πιο πάνω, πως η επιταγή δόθηκε στις αρχές Ιουνίου και η ενοποίηση έγινε περί τα τέλη του εν λόγω μήνα. Επί αυτού του ζητήματος, δημιουργείται ευλόγως το ερώτημα ως προς ποιο είναι ακριβώς το πρόσωπο που υποτίθεται ότι ο Κατηγορούμενος 2 θα «αποζημίωνε» (ως η φράση που ο ίδιος ο Παραπονούμενος χρησιμοποίησε), όταν, κατά την θέση του ίδιου του Παραπονούμενου, τίποτε δεν ήταν βέβαιο και τίποτε δεν είχε αποφασιστεί από τους παράγοντες των δύο ομάδων, (Αχυρώνα και Ονησίλου), οι οποίοι μέχρι εκείνου του σημείου, δεν είχαν συμφωνήσει το οτιδήποτε.
Ακατανόητο είναι και το σε ποια ακριβώς συμφωνία οι Κατηγορούμενοι κατέληξαν με τον ίδιο και το άλλο πρόσωπο που τον συνόδευε στην συνάντηση με τους πρώτους, ως είναι η θέση του Παραπονούμενου στην γραπτή του δήλωση, όταν κατά την αντεξέταση του και ερωτώμενος εάν το ποσό των €10.000 που αφορούσε η επίδικη επιταγή, θα τους διδόταν ως δώρο, απάντησε πως επρόκειτο περί εισφοράς για να τους βοηθήσουν στο νέο τους ξεκίνημα, χωρίς μάλιστα οι ίδιοι να ζητήσουν ή να απαιτήσουν τέτοια εισφορά. Ξεκίνημα, που επαναλαμβάνω, με βάση τα λεγόμενα του ιδίου, δεν είχε αποφασιστεί τελεσίδικα. Σημειώνω επίσης ότι, δεν είναι πλήρως αντιληπτό, ποιο θα ήταν το νέο αυτό ξεκίνημα, αφού με βάση την μαρτυρία της Μ.Κ.2, απλώς μετονομάστηκε η ομάδα του Ονησίλου Σωτήρας σε Ποδοσφαιρικό Όμιλο Αχυρώνας Λιοπετρίου. Οι θέσεις του Παραπονούμενου, κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του επί του προκείμενου ζητήματος, εναλλάσσονταν μεταξύ του ότι συμφώνησαν με τον Κατηγορούμενο 2 (και μάλιστα πριν την συνάντηση) να τους δοθεί η επίδικη επιταγή (χωρίς σε κανένα σημείο να αναφερθεί στους όρους αυτής της συμφωνίας και πρωτίστως το τί είναι ουσιαστικά που συμφωνήθηκε) και ότι η επιταγή δόθηκε ως συνεισφορά στο νέο τους ξεκίνημα, από αποκλειστική θέληση των ιδίων των Κατηγορουμένων, ξεκίνημα το οποίο κατά τα άλλα, επαναλαμβάνω πως ήταν η θέση του, πως όταν πραγματοποιήθηκε η συνάντηση, δεν είχε καν αποφασιστεί.
Παραθέτω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από τα πρακτικά που τηρήθηκαν κατά την αντεξέταση του, το περιεχόμενο των οποίων ομιλεί αφ’ εαυτού.
«E. Ήταν να σας κάνει δώρο η Ολυμπιάς Λυμπιών €10.000 γιατί ήταν να μείνουν στη β κατηγορία;
A. Από όσα έχω πει με πήρε τηλέφωνο ο Πρόεδρος, κατηγορούμενος 2, γιατί (...) και έφευγε μία ομάδα από τη β κατηγορία, τότε θα παρέμενε στη β κατηγορία η ομάδα των Λυμπιών που είχε πέσει και επειδή θα έπαιρναν μία χορηγία €35.000 περίπου, που δεν θα τα έπαιρνε αν ήταν στη Γ κατηγορία, μου είπε να σας δώσουμε και εμείς μία εισφορά να σας βοηθήσουμε για το νέο ξεκίνημα. Από μόνοι τους μας έδωσαν την επιταγή.
E. Ήρθαν και άλλες ομάδες τζιαι εδώσαν σας...
A. Ναι και ο Χαλκάνωρας Δαλιού που ήταν η ομάδα που επωφελήθηκε που την 4η κατηγορία να μείνει στην 3η κατηγορία, έδωσε μας μέσω του Προέδρου της €1000.
E. Γιατί που την Ολυμπιάς ζητήσατε €10.000;
A. Γιατί εκείνοι δεν έπαιρναν χορηγία. Δεν θα έπαιρναν χορηγία €35.000.
[....]
E. Κύριε μάρτυς γράφετε στην παράγραφο 6 της γραπτής σας δήλωσης ότι πήγατε στο κέντρο του κατηγορούμενου 2 στα Λύμπια, για τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας. Ποιας συμφωνίας;
A. Για να μου δώσει την επιταγή που μου είχε υποσχεθεί ότι θα μου τη δώσει σαν χορηγία για το νέο ξεκίνημα της νέας ομάδας.
E. Συνάψατε κάποια συμφωνία;
A. Δώσαμε τα χέρια, δεν γράφω υπογράψαμε συμφωνία, γράφω συνάψαμε συμφωνία. Δεν έγραψα υπογράψαμε τη συμφωνία.
E. Τούτες οι δουλειές δεν γίνονται έτσι. Σου υποβάλλω ότι δεν γίνονται έτσι διώ μία επιταγή γιατί ο κατηγορούμενος 2 που υπόγραψε την επιταγή είναι υπόλογος στο σωματείο, δεν μπορεί να βγάζει μία επιταγή έτσι.»
Προβληματική βρίσκω και την θέση του ότι ο ίδιος παρέστη στην συνάντηση, για να συνάψει μάλιστα συμφωνία εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1, όταν κατά παραδοχή του, καμιά σχέση είχε με το διοικητικό συμβούλιο του Αχυρώνα κατά τον επίδικο χρόνο και ο ρόλος του ήταν αυτός του «εξωδιοικητικού παράγοντα», ως χαρακτηριστικά ανέφερε, παρόλο που ζητείτο η άποψη του από την ομάδας μιας και είχε διατελέσει για χρόνια πριν, ως Πρόεδρος. Αποδέχθηκε μάλιστα κατά την αντεξέταση του πως ενόψει του ότι δεν ήταν μέλος του Διοικητικού συμβουλίου, καμιά απόφαση εκ μέρους της ομάδας μπορούσε να λάβει και ούτε συμμετείχε στην λήψη, οποιονδήποτε αποφάσεων. Εύλογα συνεπώς, δημιουργούνται τα εξής ερωτήματα, τα οποία με την σειρά τους και με δεδομένο το ότι δεν υπάρχει γι’ αυτά οποιαδήποτε λογική εξήγηση, δημιουργούν αμφιβολίες, ως προς την φιλαλήθεια των όσων ανέφερε, σε σχέση με τις περιστάσεις έκδοσης της επιταγής.
Κατά πρώτο, πως είναι δυνατόν να είχε ο ίδιος εξουσιοδοτηθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της Κατηγορούμενης 1 να παραστεί στην συγκεκριμένη συνάντηση και να συνάψει εκ μέρους του τελευταίου οποιαδήποτε συμφωνία, όταν μαζί του βρισκόταν ως ήταν η θέση του, ο Έφορος του ποδοσφαιρικού τμήματος της ομάδας, το όνομα του οποίου εν πάση περιπτώσει σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε. Ακόμη δε και εάν ήταν πράγματι εξουσιοδοτημένος να παραστεί στην συνάντηση, γιατί η επιταγή εκδόθηκε στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα, οποιουδήποτε μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της ομάδας, ή στο όνομα του προσώπου που τον συνόδευε αφού υποτίθεται πως σκοπός ήταν, να αποδώσει τα χρήματα στον Αχυρώνα ή και την νέα αυτή ομάδα; Πέραν τούτου, αφού η επιταγή ως ήταν η θέση του, εκδόθηκε στο όνομα του με σκοπό τα χρήματα να τα δώσει στην νέα αυτή ομάδα που θα δημιουργείτο όταν θα ανοιγόταν ο τραπεζικός λογαριασμός της, γιατί δεν παρέδωσε την επιταγή στους πραγματικούς δικαιούχους της τον Νοέμβριο του 2022 που μετέβη στην Τράπεζα για να την εξαργυρώσει, αφού μέχρι τότε, η ομάδα είχε αποκτήσει υπόσταση; Καμιά σημασία έχει το ότι κατά την θέση του, το όνομα του βρισκόταν επί της επιταγής, αφού αυτή κάλλιστα, θα μπορούσε να μεταβιβαστεί και να παραδοθεί ή να κατατεθεί στο όνομα του πραγματικού δικαιούχου της.
Ένα άλλο ζήτημα το οποίο με απασχόλησε, ήταν η αφύσικη αντίδραση του Παραπονουμένου, όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 9 και του ζητήθηκε να αναφέρει εάν αναγνώριζε την υπογραφή του. Για το συγκεκριμένο έγγραφο, αρκέστηκε να αναφέρει ουσιαστικά πως τα γράμματα στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν του ανήκουν και βλέπει μια υπογραφή η οποία μοιάζει με την υπογραφή του, πλην όμως ουδέποτε είχε υπογράψει ο ίδιος και ούτε είχε ξαναδεί το συγκεκριμένο έγγραφο. Κατά τον χρόνο που του υποδείχθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο, ούτε εκπλάγηκε, ούτε διερωτήθηκε πώς το δικό του όνομα και η δική του υπογραφή, παρουσιάζονταν σε ένα έγγραφο, το οποίο ως ήταν εν πολλοίς και τρόπον τινά η θέση του, είχε πλαστογραφηθεί από τους Κατηγορούμενους. Σημειώνω ότι, στο τεκμήριο 9, πέραν από τα ονόματα διαφόρων προσώπων και τις φερόμενες ως υπογραφές τους, υπάρχει στο δίπλα μέρος ο αριθμός δελτίου ταυτότητας που φέρεται να ανήκει σε κάθε ένα εκ των υπογραφόντων, μεταξύ των οποίων και του ονόματος του Παραπονούμενου. Τα παραπάνω στοιχεία, τα είδε ο Παραπονούμενος και σε κανένα σημείο αμφισβήτησε πως ο συγκεκριμένος αριθμός δελτίου ταυτότητας που βρίσκεται δίπλα από το όνομα του, δεν ανήκει στον δελτίο ταυτότητας του ιδίου, στοιχεία που είναι άξιο απορίας το πώς θα μπορούσε το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο να τα γνωρίζει, αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του Παραπονούμενου, πως ο ίδιος καμιά εμπλοκή είχε στον καταρτισμό του συγκεκριμένου εγγράφου. Χωρίς να αποφαίνομαι πως το εν λόγω τεκμήριο πράγματι υπογράφτηκε από τον Παραπονούμενο και δη υπό τις περιστάσεις που οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ανέφεραν, δεν μπορώ παρά να σχολιάσω πως σε κάθε περίπτωση, η αντίδραση που θα αναμενόταν ευλόγως, από κάποιο πρόσωπο που ισχυρίζεται πως δεν υπέγραψε το οτιδήποτε, το οποίο μάλιστα φέρει δική του υπογραφή και στοιχεία ταυτότητας του, δεν είναι σίγουρα, η αντίδραση που είχε ο Παραπονούμενος, ο οποίος σε κανένα σημείο διαφάνηκε να εκπλήττεται η να διερωτάται ως προς τα παραπάνω. Και η αντίδραση αυτή του Παραπονούμενου, συνδυαστικά με τα όσα αναφέρω πιο πάνω, ενισχύει την πεποίθηση του Δικαστηρίου, πως δεν κατέθεσε με γνώμονα την αλήθεια, αποκρύπτοντας για τους δικούς του λόγους, πώς, γιατί και σε ποιον η επίδικη επιταγή εκδόθηκε και πώς κατέληξε στο όνομα του ιδίου.
Στο ίδιο επίπεδο, προβληματική και αναξιόπιστη, είναι ωστόσο και η εκδοχή που προωθήθηκε από τους Κατηγορούμενους 2 και 3 σε σχέσεις με τις περιστάσεις υπό τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, το περιεχόμενο της οποίας είναι ακριβώς το ίδιο. Η μαρτυρία τους και η εκδοχή τους επί του εν λόγω ζητήματος δεν έχει πείσει αφού για τους ίδιους ενδεχομένως λόγους με τον Παραπονούμενο ή και άλλους, τους οποίους εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει, είναι εμφανές πως δεν ανέφεραν την αλήθεια και απέκρυψαν τα γεγονότα τα οποία πράγματι, οδήγησαν στην έκδοση της επίδικης επιταγής. Η μαρτυρία τους βρίθει από αντιφάσεις, στερείται λογικής και είναι αστήρικτη σε τέτοιο βαθμό, που χωρίς κανένα δισταγμό, την κρίνω αναξιόπιστη. Πολλές εκ των θέσεων που προώθησαν, ακούστηκαν για πρώτη φορά με την μαρτυρία τους και δεν τέθηκαν, είτε στον Μ.Κ.1 είτε στην Μ.Κ.2 ενόσω τα παραπάνω πρόσωπα κατέθεταν. Η δε μαρτυρία τους ιδωμένη συνολικά ήταν σε τέτοιο βαθμό συγκεχυμένη και οι αντιφάσεις μεταξύ των θέσεων που προώθησαν τόσες πολλές και σε τέτοιο βαθμό, έτσι, που με δεδομένο το άμεσο συμφέρον τους από την έκβαση της υπόθεσης να μην μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία κανενός εκ των δύο για να εξαγάγω οποιοδήποτε εύρημα, σε σχέση με τα όσα αμφισβητούνται. Σε σχέση με αυτές, παραθέτω ενδεικτικά πιο κάτω, τις ακόλουθες ανακρίβειες, οι οποίες αντικατοπτρίζουν πλήρως, την ποιότητα της μαρτυρίας τους:
Αποτέλεσε θέση του Κατηγορούμενου 2 πως είχε δεχθεί τηλεφώνημα από μέλος του σωματείου Αχυρώνας Λιοπετριού ο οποίος του ζήτησε συνάντηση με το δικό του σωματείο και αφότου του εξήγησε πως ο ίδιος είχε παραιτηθεί από την Προεδρία της Κατηγορούμενης 1, το πρόσωπο αυτό τον παρακάλεσε να κανονίσει συνάντηση με τον νέο Πρόεδρο της Κατηγορούμενης 1, σε αίθουσα δεξιώσεων δικής του ιδιοκτησίας, όπως και έπραξε, αφότου συνεννοήθηκε με τον Πρόεδρο της τελευταίας. Παρόντες στην συνάντηση ήταν ο Πρόεδρος, το πιο πάνω μέλος του Αχυρώνα, ο Παραπονούμενος, ο ίδιος και ο Κατηγορούμενος 3 και κατά την διάρκεια της εν λόγω συνάντησης, προτάθηκε στον Πρόεδρο να πάρει η Κατηγορούμενη 1 δύο αλλοδαπούς ποδοσφαιριστές του Αχυρώνα, οι οποίοι συγκαταλέγονταν στους παίκτες που δεν θα είχαν ομάδα ενόψει της διάλυσης του Αχυρώνα. Ο Πρόεδρος αποδέχθηκε και υπέγραψε τα συμβόλαια των παικτών, πλην όμως για να πάρουν τους δύο παίκτες, θα έπρεπε να πληρώσουν στο νυκτερινό κέντρο «Nava Seaside», €10.000, αφού το εν λόγω κέντρο είχε τα δικαιώματα των συγκεκριμένων ποδοσφαιριστών οπότε και ετοιμάστηκε το τεκμήριο 9, κατόπιν υποδείξεων του Παραπονούμενου προς τον Κατηγορούμενο 3. Αυτήν ακριβώς την θέση, την προώθησε και ο Κατηγορούμενος 3. Σημειωτέον ότι, τους εν λόγω ποδοσφαιριστές, κατά παραδοχή ειδικότερα του Κατηγορούμενου 2, δεν τους είδαν ποτέ, ούτε τότε, ούτε και μετέπειτα αφού ως ήταν εν πολλοίς η θέση τους, αυτός ήταν και ο λόγος που ο Κατηγορούμενος 2 ανακάλεσε την επιταγή, διότι όχι μόνο οι συγκεκριμένοι ποδοσφαιριστές δεν ήρθαν ποτέ, αλλά ούτε και ο Παραπονούμενος με τον Δ.Π. που ήταν στην συνάντηση, επέστρεψαν για να τους παραδώσουν τα συμβόλαια υπογεγραμμένα.
Η όλη εκδοχή που προώθησε ο Κατηγορούμενος 2, την οποία συμμερίστηκε πλήρως και ο Κατηγορούμενος 3, χωρίς την παραμικρή διαφοροποίηση στα λεχθέντα τους, είναι με όλο το σεβασμό, παντελώς κάθε λογικής και καθόλου πειστική.
Καταρχάς, θα ήταν αδιανόητο να αποδεχθώ πως ένας παράγοντας του ποδοσφαίρου, ο οποίος διετέλεσε ως Πρόεδρος ομάδας (είτε τότε ήταν ο ίδιος ο Κατηγορούμενος Πρόεδρος ή ο Α.Μ. τον οποίο κατονόμασε στην μαρτυρία του), μέσα σε μια συνάντηση, το περιεχόμενο της οποίας δεν γνώριζε από πριν, αποδέχθηκε να «πάρει» η ομάδα του δύο ποδοσφαιριστές, χωρίς το ζήτημα να συζητηθεί με την όλη ηγεσία της ομάδας ή και με τον προπονητή της, πληρώνοντας μάλιστα δικαιώματα σε νυκτερινό κέντρο διασκέδασης[1]. Επισημαίνω επί τούτου ότι, ως ο Κατηγορούμενος 2 είχε αναφέρει σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του, το ζήτημα της απόκτησης ή μεταγραφής ποδοσφαιριστών, είθισται να συζητείται με τον προπονητή της ομάδας, όπως και έπρατταν σε άλλες περιπτώσεις. Ήταν η θέση των Κατηγορουμένων πως το πιο πάνω κέντρο είχε ως τους είχε λεχθεί, τα δικαιώματα των εν λόγω ποδοσφαιριστών εξ ου και υπεγράφη ως ανέφεραν, το τεκμήριο 9. Το πώς και γιατί ένα νυχτερινό κέντρο διασκέδασης είχε «τα δικαιώματα» των συγκεκριμένων ποδοσφαιριστών, κανένας από τους δύο δεν το εξήγησε αφού κατά την αντεξέταση του ο Κατηγορούμενος 2 για το συγκεκριμένο σημείο, απαντούσε με έτι περαιτέρω παράλογες θέσεις, προκαλώντας πλήρη σύγχυση, αλλά και επιβεβαίωση, ως προς το αναξιόπιστο των ισχυρισμών του. Ο δε, Κατηγορούμενος 3 στηρίχθηκε στο ότι λόγω του νεαρού της ηλικίας του, δεν είχε αντιληφθεί πως σκοπός του Παραπονούμενου και του άλλου προσώπου που ήταν μαζί του, ήταν να τους ξεγελάσουν και στηρίχθηκε στα όσα τους είχαν αναφέρει. Όταν συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος 2 ρωτήθηκε εάν πίστεψαν πως οι δύο παίχτες ανήκαν σε νυκτερινό κέντρο και γι’ αυτό εξέδωσαν την επιταγή, απάντησε αυτολεξεί:
«Α. Είναι διαδεδομένο ότι ο ιδιοκτήτης του κέντρου είναι ανανεμειγμένος με τούτα τα θέματα. Μόνο τα ζώα μπορεί να μην το ξέρουσιν. Όλος ο κόσμος ξέρει ότι ο Μ. είναι ο Μ. που ξέρουν ούλλοι....»
Σημειώνω παρεμπιπτόντως πως με βάση την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ.2, είναι δυνατόν εταιρείες να εκπροσωπούν ποδοσφαιριστές και να διαχειρίζονται τα συμβόλαια τους, πλην όμως εξυπακούεται πως πρόκειται για εταιρείες που έχουν συσταθεί και λειτουργούν αμιγώς για τον παραπάνω σκοπό και σαφώς όχι, μια τυχαία, οποιαδήποτε εταιρεία πόσο μάλλον προσθέτω εγώ, οποιοδήποτε νυκτερινό κέντρο. Αυτό άλλωστε, υπαγορεύει και η λογική του πράγματος. Αδυνατώ να αποδεχτώ ότι, τόσο ο Κατηγορούμενος 2, όσο και ο Κατηγορούμενος 3, πίστεψαν πως το παραπάνω σενάριο, θα ήταν δυνατό.
Σημειώνω επίσης ότι, το τεκμήριο 9 που επικαλείτο συνεχώς, τόσο ο Κατηγορούμενος 2, όσο και ο Κατηγορούμενος 3 προς επίρρωση των θέσεων τους ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε για να πληρωθούν τα δικαιώματα των ποδοσφαιριστών προς το «Nava Seaside», αναγράφει μεταξύ άλλων πως η επιταγή (με τα στοιχεία της επίδικης επιταγής) εκδόθηκε για κάλυψη λογαριασμού[2] και θα μπορεί να κατατεθεί μόνο εάν η Κατηγορούμενη 1, αγωνίζεται στο πρωτάθλημα Β’ κατηγορίας, την ποδοσφαιρική χρονιά 2022-2023. Καμμιά αναφορά σε οποιαδήποτε συμφωνία γίνεται, ως λανθασμένα ο Κατηγορούμενος 3 αναφέρει στην γραπτή του δήλωση και ούτε και οι Κατηγορούμενοι κατόρθωσαν στην αντεξέταση τους επί του προκείμενου ζητήματος, να δώσουν πειστικές απαντήσεις ως προς το γιατί στο συγκεκριμένο έγγραφο γίνεται αναφορά σε κάλυψη λογαριασμού και τι αυτό σημαίνει κατά την θέση τους, όταν το όλο ζητούμενο ήταν η απόκτηση δύο ποδοσφαιριστών. Με διάφορες υπεκφυγές αλλά και απαντήσεις που δεν έχουν κανένα λογικό έρεισμα, απέφευγαν να απαντήσουν ως προς την σκοπιμότητα των ως άνω αναφορών. Ερωτώμενοι δε, τι κατά την άποψη τους σημαίνει η φράση «κάλυψη λογαριασμού» που περιλήφθηκε στο πιο πάνω έγγραφο, έδωσαν τις εξής, αλλοπρόσαλλες απαντήσεις:
(Kατηγορούμενος 2)[3]
«E. Τι αντιλαμβάνεσαι εσύ από αυτό το έγγραφο που παρουσίασες;
A. Ότι η συγκεκριμένη επιταγή έπρεπε να πάει στο NAVA τζιαι έχει αριθμό πάνω εν τζιαι έχει...
E. Για κάλυψη λογαριασμού, κύριε δεν σημαίνει ότι κατανάλωσα ποτά ή φαγητά στο NAVA και γι' αυτόν τον λόγο, δίνω τούτην την επιταγή με την προϋπόθεση ότι η ομάδα μου, θα παραμείνει στη Β κατηγορία; Με απλά λόγια δεν είναι αυτό που λέει το έγγραφο που υπόγραψες;
A. Το έγγραφο εδώ λαλεί όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, ότι τούτη η επιταγή θα αλλαχθεί σε τούτη την εταιρεία εντάξει; Η ομάδα μας δεν είχε καμμιά μα καμμιά άλλη που τούτη... με το NAVA που ήταν κέντρο διασκέδασης, ούτε πήγε καμιά φορά τζιαμέ για να διασκεδάσει, για να κάνουν και να πεις ότι... και επαναλαμβάνω ο πελάτης σας, αρνήθηκε ότι υπόγραψε.
[...]
E. Άρα που τούτο το έγγραφο ακόμα τζιαι έτσι να το πάρουμε, εσείς οφείλατε να δώσετε ας το πούμε εις το NAVA 10 χιλιάδες ευρώ σωστά; Μην βλέπεις τη δικηγόρο σου.
Δικαστήριο(προς μάρτυρα): Προς το Δικαστήριο να απευθύνεστε.
A. Δεν είχαμε άλλη δοσοληψία με το NAVA. Γιατί ο τρόπος που το εκάμαν ήταν σκόπιμος, για να μας ξεγελάσουν. Γι΄αυτό εβάλαν το για να πάει η επιταγή πάνω στο NAVA. Λόγω του ότι ο Μ. που είναι ένας από τους μεγαλοϊδιοκτήτες, ασχολείτο με τούτα τα θέματα.»
(Κατηγορούμενος 3)
«E. Όταν διάβασες το κείμενο δεν έκανες ερώτηση που λέει αυτό το κείμενο ότι αυτή η επιταγή αφορά την απόκτηση δικαιωμάτων 2 ποδοσφαιριστών, τα ονόματα τους, τα στοιχεία τους και γράφει κάτι άλλο εκτός από το κομμάτι που ανέφερα;
A. Ο λόγος που απλά δεν μου κίνησε υποψίες εμένα ήταν γιατί αναφέρεται για B κατηγορία γιατί μόνο στην B κατηγορία μπορούσαν να εγγραφούν 2 ξένοι ποδοσφαιριστές και επίσης έγραφε την εταιρεία την ομάδα Nava seaside το σωματείο δεν είχε κάποια συνεργασία μεταξύ τους ούτε εμείς, εγώ, ο παπάς μου, ούτε ο πρόεδρος είχε συνεργασία με το Nava ούτε ξέρουμε τους ανθρώπους και για αυτό.
E. Κύριε η συνάντηση ήταν για να πιάσετε 2 παίκτες και κάνετε κείμενο. Σε αυτό εκδόθηκε για κάλυψη λογαριασμού στο νυκτερινό κέντρο Nava seaside δηλαδή για κάλυψη για να πληρωθεί λογαριασμός στο νυκτερινό κέντρο Nava στον Πρωταρά;
A. Ναι.
E. Πώς αντιλαμβάνεσαι έπιασες παίκτες από το Nava;
A. Είπε μας είναι γραμμένοι στο Nava για κάλυψη λογαριασμού. Δεν σημαίνει λογαριασμός σε εστιατόριο, μπορεί σε κάτι άλλο.
E. Άρα αντιλαμβάνεστε ότι εκδόθηκε για κάλυψη λογαριασμού στο νυκτερινό κέντρο Nava σημαίνει κάτι άλλο εκτός από κάλυψη λογαριασμού;
A. Εσύ έχεις κάτι ότι έχεις απόδειξη ότι έκανε πάρτι στο κέντρο τζιαμέ και χρωστά 10 χιλιάδες του Nava;
E. Εγώ δεν έκανα έγγραφο.
A. Η ομάδα δεν έκανε πάρτι.
E. Τι σημαίνει κάλυψη λογαριασμού;
A. Ήμουν 23 χρονών όταν έγινε. Πιο νεαρός δεν υποψιάστηκα ότι κάποιος άλλος ήταν ο σκοπός που γράφτηκε. Ο σκοπός που μου είπε να γράψω κάποιος άλλος ήταν ο σκοπός απ' ότι φαίνεται και γράψαμε αυτό το χαρτί. Έγραψα εγώ και υπογράψαμε. Ήμουν γραμματέας ούτε υπόγραψα ούτε υπόγραψα επιταγή ούτε έδωσα λεφτά ούτε ήξερα τον Λούκα. Πήγα Nava πέρσι το καλοκαίρι, τίποτε άλλο.»
Ανεξάρτητα των πιο πάνω, στον ίδιο βαθμό παραλογισμού βρίσκεται και η θέση υπεγράφησαν συμβόλαια μεταγραφής ποδοσφαιριστών, χωρίς οι ενδιαφερόμενοι να είναι παρόντες, χωρίς κανένα πρόσωπο ή αντιπρόσωπος της Κατηγορούμενης 1 να τους δει, με τον Πρόεδρο της Κατηγορούμενης 1 να υπογράφει τα συμβόλαια τους και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 να εκδίδει την επιταγή. Πέραν δε τούτου, σημειώνω πως ούτε καν τα ονόματα των εν λόγω ποδοσφαιριστών γνώριζε ο Κατηγορούμενος 2, ούτε και το συμφωνήθηκε με βάση τα συμβόλαια που ισχυριζόταν πως υπεγράφησαν, ως επίσης δεν θυμόταν και δεν γνώριζε επίσης, από πού ενημερώθηκε πως δήθεν, οι συγκεκριμένοι παίκτες είχαν αναχωρήσει για το εξωτερικό, ούτε όμως και σε ποια θέση θα έπαιζαν. Τα παραπάνω ήταν η βασική και αρχική θέση του Κατηγορούμενου 2 στην αντεξέταση του, η οποία άλλαζε κατά που τον βόλευε και όταν αντιλαμβανόταν ότι τα όσα προηγουμένως είχε πει, δεν έπειθαν. Σε κάποια στιγμή θυμήθηκε ξαφνικά πως είχαν επικοινωνήσει με τον προπονητή και τον ενημέρωσαν, ο οποίος μάλιστα ως η θέση του, τους είπε και τι μισθό να συμφωνήσουν, ως επίσης σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης του, θυμήθηκε πως ο ένας εκ των δύο ποδοσφαιριστών καταγόταν από την Αμερική ως τους είχε λεχθεί.
Ένα άλλο σημείο το οποίο προβληματίζει από τα όσα οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ανέφεραν, είναι και το εξής. Ως είχαν αναφέρει, κατά τον επίδικο χρόνο, ο Κατηγορούμενος 2 δεν ήταν Πρόεδρος της Κατηγορούμενης 1, θέση από την οποία είχε παραιτηθεί στις 26.02.2022. Την θέση αυτή, την επανέλαβαν πολλάκις στην μαρτυρία τους, με τον Κατηγορούμενο 2 να επικαλείται μάλιστα σε διάφορες περιπτώσεις πως τα όσα έλεγε, θα τα επιβεβαίωνε με την μαρτυρία του ο Α.Μ. ο οποίος θα κατέθετε ως μάρτυρας. Προς επίρρωση της θέσης τους αυτής, ο μεν Κατηγορούμενος 2 κατέθεσε το Τεκμήριο 8Α, το οποίο ουσιαστικά αποτελεί δημοσίευμα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το οποίο φέρει την φωτογραφία του και έχει ως τίτλο μεταξύ άλλων «Παραιτούμαι» και περιεχόμενο που παραπέμπει σε παραίτηση του Κατηγορούμενου 2 από την Προεδρία της Κατηγορούμενης 1, το οποίο ωστόσο, δεν φέρει καμιά ημερομηνία δημοσίευσης. Ανεξάρτητα ωστόσο τούτου, σημειώνω πως το ότι ο Κατηγορούμενος 2 παραιτήθηκε από την Προεδρία της Κατηγορούμενης 1 τον Φεβρουάριο του 2022, επιχειρήθηκε να υποστηριχθεί και δια μέσω του τεκμηρίου 11, το οποίο ως αναφέρθηκε, αποτελεί ηλεκτρονικό μήνυμα προς την Κ.Ο.Π., το οποίο με βάση τα λεγόμενα του τελευταίου και το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου, φέρεται η Κ.Ο.Π. να ενημερώνεται πως ο Κατηγορούμενος 2 παραιτείται από την θέση του Προέδρου, την οποία αναλαμβάνει ο Α.Μ. ο οποίος προηγουμένως ήταν γενικός γραμματέας της Κατηγορούμενης 1. Καταρχάς, το συγκεκριμένο τεκμήριο, το οποίο φέρει ως αποδέκτες διάφορα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και πρόσωπο, τα στοιχεία του οποίου παραπέμπουν στην Μ.Κ.2, ουδέποτε υπεδείχθη στην τελευταία για να τοποθετηθεί ως προς το εάν κατά πρώτο μεταξύ των παραληπτών είναι και η ίδια και κατά δεύτερο εάν πράγματι, τέτοιο μήνυμα είχε παραληφθεί. Υπενθυμίζω επίσης ότι, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία της ίδιας, εξ’ όσων θυμόταν, τέτοια κοινοποίηση δεν λήφθηκε στην Κ.Ο.Π.
Δεν διαλανθάνει βεβαίως την προσοχή μου πως η συγκεκριμένη μάρτυρας, δεν απέκλεισε ουσιαστικά το ενδεχόμενο, τέτοια αλλαγή να είχε γίνει αφού ως ειλικρινώς η Μ.Κ.2 είχε αναφέρει, δεν μπορούσε να είναι βέβαιη γιατί δεν θυμόταν πότε ακριβώς είναι που επήλθε η αλλαγή στο διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορούμενης 1 και πως πολλές φορές τα σωματεία δεν ενημερώνουν την Κ.Ο.Π. για τις συγκεκριμένες αλλαγές. Εάν ωστόσο πράγματι, στις 26.02.2022 στάλθηκε το παραπάνω ηλεκτρονικό μήνυμα δια του οποίου γνωστοποιείτο στην Κ.Ο.Π. η παραίτηση του Κατηγορούμενου 1, γιατί η τελευταία δεν ενημερώθηκε και ως προς το ποιο πρόσωπο αναλαμβάνει χρέη γενικού γραμματέα της Κατηγορούμενης 1 αφού με βάση το περιεχόμενο του, την θέση του Προέδρου, αναλάμβανε ο τέως γενικός γραμματέας της τελευταίας; Η όλη δε όψη του συγκεκριμένου μηνύματος, το οποίο είναι και ανυπόγραφο και αστήρικτο από οποιοδήποτε έγγραφο που να δεικνύει ή αποδεικνύει του λόγου το αληθές, δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο, εάν πράγματι, όχι μόνο ο Κατηγορούμενος 2 παραιτήθηκε στις 26.02.2022 ως ο ίδιος και Κατηγορούμενος 3 ανέφεραν, αλλά και εάν το συγκεκριμένο μήνυμα, απεστάλη ποτέ. Στα πιο πάνω συνέτεινε και η όλη στάση του Κατηγορούμενου 2, όταν του υποδείχθηκαν διάφορα δημοσιεύματα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης (τεκμήρια 12.1-12.9), διαφόρων ημερομηνιών μεταξύ της περιόδου 23.02.2022 μέχρι και τον Νοέμβριο του 2022, τα οποία παρουσιάζουν τον Κατηγορούμενο 2 να προβαίνει σε δηλώσεις για ζητήματα που αφορούν την Κατηγορούμενη 1, με κάποια εξ αυτών, να τον χαρακτηρίζουν Πρόεδρο. Ούτε και γι’ αυτά ο Κατηγορούμενος 2 κατόρθωσε να δώσει οποιεσδήποτε όχι μόνο πειστικές εξηγήσεις, αλλά απαντήσεις που να βρίσκουν έρεισμα στην λογική. Παρότι αναγνώρισε τα συγκεκριμένα δημοσιεύματα, οι θέσεις του κινούνταν μεταξύ του ότι δεν θυμόταν εάν έκανε τις δηλώσεις που του καταλογίζονται και εάν τις έκανε, τις έκανε ως φίλαθλος, όταν το περιεχόμενο τους, θα δικαιολογούσε τον χαρακτηρισμό τους σε οτιδήποτε, εκτός από φίλαθλο.
Σημειώνω ότι, το κατά πόσο ήταν ή δεν ήταν Πρόεδρος της Κατηγορούμενης 1, από λίγη μέχρι και καθόλου σημασία έχει σε σχέση με το τι πραγματεύεται η παρούσα, πλην όμως, τα πιο πάνω, έχουν τη δική τους σημασία, ως προς το αξιόπιστο, των ισχυρισμών τόσο του Κατηγορούμενου 2, όσο και του Κατηγορούμενου 3, ο οποίος συμμερίστηκε πλήρως, τις θέσεις του πρώτου, ο οποίος παρομοίως, δεν κατόρθωσε να στηρίξει τις πιο πάνω θέσεις. Τουναντίον, όπως και ο Κατηγορούμενος 2, δεν κατάφερε να πείσει και οι απαντήσεις του για ορισμένα ζητήματα που αφορούν την παραίτηση του Κατηγορούμενου 2 και την αντικατάσταση του, αντιμάχονται η μια την άλλη. Ερωτήθηκε για παράδειγμα, εάν θα μπορούσε να βρει τα πρακτικά της συνεδρίασης που έγινε για την αλλαγή στο Διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορούμενης 1 μετά την παραίτηση του Κατηγορούμενου 2 και η απάντηση που έδωσε ήταν ότι κάπου θα υπήρχαν, αλλά δεν ήταν βέβαιος διότι πολλά «χαρτιά» τα έχουν καταστρέψει. Ερωτηθείς στην συνέχεια πώς είχε σταλεί στην Κ.Ο.Π., το τεκμήριο 13 που αφορά την αλλαγή στο διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορούμενης 1, απάντησε πως στάλθηκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο από τον ίδιο, το οποίο μάλιστα επικαλέστηκε πως θα μπορούσε να εντοπίσει και να το υποδείξει στον συνήγορο, πλην όμως θα έπρεπε να μεταβεί στο χωριό του για να έχει πρόσβαση, χωρίς να είναι πλήρως αντιληπτό το γιατί. Όταν δε το Δικαστήριο, ρώτησε εάν χρειαζόταν χρόνο για να πράξει όπως επιθυμούσε, η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης ήταν ότι δεν χρειαζόταν.
Πέραν από το ότι είναι πραγματικά μη κατανοητό το γιατί για να έχει πρόσβαση στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείου που επικαλείτο, τους κωδικούς μάλιστα του οποίου γνώριζε, ως ο ίδιος είχε αναφέρει, θα έπρεπε να μεταβεί στο χωριό του, εντύπωση προκαλεί και το ότι, ενώ για την υποτιθέμενη παραίτηση του Κατηγορούμενου 2 από την Προεδρία της Κατηγορούμενης 1 ο ίδιος έκρινε πως θα έπρεπε να προσκομίσει το ηλεκτρονικό μήνυμα που απεστάλη κατά την θέση του στην Κ.Ο.Π. και όχι για παράδειγμα τα πρακτικά της συνεδρίασης ή και τα δύο, τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν φαίνεται να επισυνάπτονται ή να προωθούνται καν με το πιο πάνω μήνυμα, για την νέα σύνθεση του Διοικητικού συμβουλίου της Κατηγορούμενης 1 για το έτος 2022-2023, έκρινε σκόπιμη την προσκόμιση εγγράφου δια του οποίου κοινοποιούνται στην Κ.Ο.Π. τα άτομα που ήταν πλέον εξουσιοδοτημένα να υπογράφουν εκ μέρους της Κατηγορούμενης, χωρίς να προσκομίσει το αντίστοιχο ηλεκτρονικό μήνυμα δια του οποίου κοινοποιήθηκε το παραπάνω έγγραφο, μιας και ανέτρεξε στο αρχείο του, για να προσκομίσει ο Κατηγορούμενος 2, το τεκμήριο 11.
Υπό το φως επομένως, των παραπάνω ουσιαστικών κενών και αντιφάσεων στην εκδοχή, τόσο του Παραπονούμενου, όσο και των Κατηγορουμένων επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, καταλήγω πως σε κανενός τη μαρτυρία μπορώ να βασιστώ για να εξάγω ευρήματα επί των αμφισβητούμενων ζητημάτων. Από την παραπάνω αξιολόγηση, τόσο του Παραπονούμενου, όσο και των Κατηγορουμένων, καθίσταται σαφές πως τα δύο μέρη, επέλεξαν να κατασκευάσουν την εκδοχή που προώθησαν, ο κάθε ένας για να μπορεί να υποστηρίξει την θέση του και ο μοναδικός λόγος φρονώ που το έπραξαν, ήταν διότι για λόγους που δεν μπορώ να γνωρίζω, ουδείς εξ αυτών μπορούσε να αναφέρει τις πραγματικές περιστάσεις υπό τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, ως επίσης και τον πραγματικό δικαιούχο της. Η μαρτυρία τους συνεπώς, απορρίπτεται ως αναξιόπιστη.
Νομική Πτυχή
Τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, εδράζονται επί του άρθρου 305Α(2) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (και σε ό,τι αφορά τους Κατηγορούμενους 2 και 3, επί του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα), το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«305Α(2) [..] πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.»
Σημειώνω ότι στην έκθεση κατηγορίας, λανθασμένα οι συνήγοροι της κατηγορούσας αρχής αναφέρονται στο αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος, έχοντας ωστόσο την ορθή νομική βάση του αδικήματος την πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής, κατά παράβαση του άρθρου 305Α(2), Κεφ. 154. Ενόψει του ότι κατέστη σαφές εξ υπαρχής ποιο αδίκημα είναι που προωθούσαν, αφού οι λεπτομέρειες των αδικημάτων είναι σαφείς και η υπεράσπιση αντεξέταζε τους μάρτυρες επί της βάσης του αδικήματος της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής και όχι του αδικήματος της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος, το ζήτημα δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω αφού πρόκειται περί τυπικού ελαττώματος του κατηγορητηρίου.
Σημειώνω πως τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016 και αυτά συνίστανται στην (α) έκδοση της επιταγής και (β) στην πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του Κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής, στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.
Είναι η θέση των συνηγόρων του Παραπονούμενου πως ό, τι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει στην παρούσα, είναι κατά πόσο οι Κατηγορούμενοι απέδειξαν πως υπήρχε εύλογη αιτία για την ανάκληση της επιταγής και τίποτε άλλο, αφού τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ουδέποτε απασχόλησαν την υπεράσπιση και το Δικαστήριο είχε με ενδιάμεση απόφαση του αποδεχθεί πως υφίστανται τα εν λόγω συστατικά στοιχεία, αφού κάλεσε τους Κατηγορούμενους σε απολογία. Σε σχέση με τις πιο πάνω υποθέσεις, οι συνήγοροι παρέπεμψαν στις αποφάσεις Χρίστος Χ. Χριστοφόρου Δ.Ε.Π.Ε. ν. Ιωάννη Α. Ιωάννου, Ποιν. Εφ. 218/22 κ.α., ημερ. 31.03.2026 και Νίκος Γλυκύς G.N.S. Teleman Ltd v. Λαρτίδη, Ποιν. Εφ. 85/19, ημερ. 30.06.2021. Η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνη για δύο λόγους. Καταρχάς, είναι εμφανές από την αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη ο Παραπονούμενος, πως αμφισβητείτο εξαρχής, το κατά πόσο ο ίδιος ήταν δικαιούχος ή όχι της επίδικης επιταγής. Ο παράγοντας αυτός, διαφοροποιεί την παρούσα, από τις αποφάσεις στις οποίες έχω παραπεμφθεί. Κατά δεύτερο, το ότι το Δικαστήριο αποφάσισε πως οι Κατηγορούμενοι θα έπρεπε να κληθούν σε απολογία, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είχαν κατά το στάδιο εκείνο αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, εφόσον τούτο αποφασίζεται κατόπιν της αξιολόγησης της μαρτυρίας, η οποία σε καμμιά περίπτωση θα μπορούσε στο στάδιο εκείνο, να κριθεί. Ό,τι αποφάσισε το Δικαστήριο είναι ότι υπήρχε μαρτυρία επαρκής για να κριθούν οι Κατηγορούμενοι να προβάλουν τη θέση τους και ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν εξέλειπε αναφορά σε οποιοδήποτε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων. Μόνο εν τοιάυτη περιπτώσει, το Δικαστήριο θα μπορούσε να απαλλάξει τους Κατηγορούμενους. Στρέφομαι λοιπόν, στην ουσία του ζητήματος ως προς το κατά πόσο έχει αποδειχθεί ή όχι, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η ενοχή των Κατηγορουμένων.
Ως έχει καταστεί εύρημα μου, η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη 1, με την συνδρομή του Κατηγορούμενου 2, ο οποίος είναι και το πρόσωπο που την υπέγραψε, αλλά και το πρόσωπο που στην συνέχεια ανακάλεσε την πληρωμή της. Επίσης, ότι η εν λόγω επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή στην Τράπεζα απ’ όπου εκδόθηκε και δεν τιμήθηκε, αφού είχε στο μεταξύ ανακληθεί.
Η διαφωνία των μερών έγκειτο στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και ιδιαίτερα το πρόσωπο προς όφελος του οποίου αυτή εκδόθηκε, ο λόγος και η αντιπαροχή για την έκδοση της. Το Δικαστήριο ως προκύπτει και από την κατά τα ανωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν μπόρεσε να καταλήξει σε εύρημα ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα αφού τόσο ο Παραπονούμενος, όσο και οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν αναξιόπιστοι.
Σημειώνω ότι, με βάση το άρθρο 30(1) του Κεφ. 262, το οποίο εφαρμόζεται και σε επιταγές μιας και πρόκειται για είδος συναλλαγματικών, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για ύπαρξη αντιπαροχής υπέρ του κατόχου επιταγής. Συγκεκριμένα, το άρθρο 30(1) του Κεφ. 262 διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«30.(1) Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία.»
Ως έχει λεχθεί στην απόφαση Μακάριος Παναγιώτου v. Γεωργίας Φουρνίδου (2012) 2 Α.Α.Δ 916, στην περίπτωση του άρθρου 30(1) του Νόμου, Κεφ. 262, το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο δημιουργείται από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, ενεργοποιείται μόνο αν αποδειχθεί, ότι πράγματι, ο Παραπονούμενος, εμπίπτει στην έννοια του κατόχου επιταγής με βάση το εν λόγω άρθρο 2, το οποίο ερμηνεύει τον κάτοχο ως εξής:
««Κάτοχος» σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του ή τον κομιστή αυτών».
Στην προκειμένη περίπτωση και με δεδομένη την απόρριψη της μαρτυρίας του Παραπονούμενου, καθίσταται σαφές πως δεν έχει αποδειχθεί, όχι μόνο ότι ο ίδιος ήταν κάτοχος της επιταγής εν τη έννοια του πιο πάνω νόμου, αλλά και η αντιπαροχή, για την οποία η επιταγή εκδόθηκε, κατά τρόπο που το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 30(1) του Κεφ. 262, να μην μπορεί να ενεργοποιηθεί. Και τούτο, διότι, το ζήτημα της αντιπαροχής, κατέστη επίδικο ζήτημα και ο Παραπονούμενος, επέλεξε να βασιστεί επ’ αυτού στην δική του μαρτυρία η οποία κρίθηκε αναξιόπιστη. Ως προς τις συνέπειες της επιλογής του αυτής, σχετικά είναι τα λεχθέντα στην υπόθεση Δρούγκα ν. Μάριου, Ποιν. Εφ. 248/2018, ημερ. 31.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:B454, στην οποία υιοθετήθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την Τριφταρίδης ν. Ηρακλέους, Ποιν. Εφ. 340/2015 ημερ. 18.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B407,:
«Οι περιστάσεις έκδοσης των επιταγών υπήρξαν αντικείμενο αντιπαράθεσης. Ο εφεσείων δεν κατάφερε να πείσει το Δικαστήριο ότι τα ποσά των επιταγών δόθηκαν σε μετρητά για τους λόγους που ανέφερε ο ίδιος στη μαρτυρία του. Στηρίχθηκε δηλαδή ο εφεσείων στη δική του μαρτυρία ως προς το στοιχείο της αντιπαροχής και η εκδοχή του δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεν μπορεί να έχει δεύτερη ευκαιρία και να ζητήσει εκ των υστέρων ενεργοποίηση του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 30(1). Αντίθετη κατάληξη θα σήμαινε ότι ο Νόμος αντιστρατεύεται και εξουδετερώνει την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε από το Δικαστήριο. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παναγιώτου ν. Φουρνίδου:
«Στην παρούσα υπόθεση το κατά πόσο ο εφεσείων ήταν κάτοχος της επιταγής εν τη έννοια του Άρθρου 2 του Νόμου, αποτέλεσε ένα από τα σημεία αντιπαράθεσης κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Στο πρωτόδικο δικαστήριο δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η επιταγή περιήλθε στην κατοχή του εφεσείοντα, όπως και ως προς το αντάλλαγμα της. Υπενθυμίζουμε ότι τόσο η μαρτυρία του εφεσείοντα, όσο και η μαρτυρία της εφεσίβλητης και του μάρτυρα της, απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστες. Συνεπώς, το τεκμήριο της αντιπαροχής δεν δημιουργήθηκε εφόσον ο εφεσείων, ο οποίος έφερε και το βάρος απόδειξης, απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν «κάτοχος» της επίδικης επιταγής.» ^
Δεν διαφωνούμε με τον κ Βορκά ότι τα γεγονότα στην πιο πάνω υπόθεση είναι διαφορετικά από την παρούσα. Σε εκείνη την υπόθεση ο εφεσείων απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν «κάτοχος» της επίδικης επιταγής, ενώ στην παρούσα το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε. Όμως, στην προκείμενη περίπτωση, δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και κυρίως ως προς το αντάλλαγμα αυτών, λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας που δόθηκε σε συνάρτηση με αυτά τα ζητήματα. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι το τεκμήριο της αντιπαροχής δεν δημιουργήθηκε ούτε στην παρούσα περίπτωση.»
Υπό το φως των πιο πάνω και εν όψει των σοβαρών αμφιβολιών που δημιουργήθηκαν στο Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, με δεδομένο το ότι το Δικαστήριο απέρριψε ως αναξιόπιστες και τις δύο εκδοχές που προβλήθηκαν από τους διαδίκους αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα, δεν υπάρχει άλλη οδός, από αυτήν της αθώωσης και απαλλαγής των Κατηγορουμένων.
Οι Κατηγορούμενοι συνεπώς, αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν.
Ενόψει του ότι και η δική τους εκδοχή κρίθηκε ομοίως και για τους ίδιους λόγους αναξιόπιστη, δεν εκδίδεται καμιά διαταγή ως προς τα έξοδα και η κάθε πλευρά, να επωμιστεί τα έξοδα της.
Υπ................................
E.K.Mιντή, Ε.Δ
[1] Το ότι το «nava seaside» είναι νυχτερινό κέντρο, λέχθηκε τόσο από τον Παραπονούμενο στην αντεξέταση του, όσο και από τους Κατηγορούμενους 2 και 3.
[2] (έμφαση δοθείσα)
[3] πρακτικά ημερ. 20.01.2026, σελ. 24
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο