Y.S-H.S. ν. AYERS ALLIANCE FINANCIAL GROUP LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2926/2023, 28/4/2026
print
Τίτλος:
Y.S-H.S. ν. AYERS ALLIANCE FINANCIAL GROUP LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2926/2023, 28/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 2926/2023

 

      Y.S-H.S.

Παραπονούμενος 

εναντίον

 

1.    AYERS ALLIANCE FINANCIAL GROUP LIMITED

2.    B.N.G.

3.    S.T.C.T.

4.    N.R.V

5.    Β.Π.

6.    W.S.

                                                                                                         Κατηγορούμενοι

Ημερομηνία: 28.04.2026

Εμφανίσεις:

Για Παραπονούμενους: κ. Λ. Κεσίδης

Για Κατηγορούμενους 2 και 3: κ. Κ. Καμπανέλλας για Ν. Αναστασιάδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για Κατηγορούμενη 5: κ. Α. Κορέλλης.

Κατηγορούμενοι 2 και 3 απόντες, Κατηγορούμενη 5 παρούσα

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

(Από έδρας)

 

Η Κατηγορούμενη 1 στην παρούσα, αντιμετωπίζει ξεχωριστά από τους λοιπούς Κατηγορούμενους την κατηγορία της «εξασφάλισης χρημάτων» με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ. 154 (κατηγορία 1) και από κοινού με τους Κατηγορούμενους 2, 3 και 5, το αδίκημα της απάτης κατά παράβαση του άρθρου 300 του Κεφ. 154 (κατηγορία 3). Οι υπόλοιποι Κατηγορούμενοι, πέραν της κατηγορίας 3, αντιμετωπίζουν από κοινού και τα αδικήματα της παρακίνησης της Κατηγορούμενης 1 να εξασφαλίσει χρήματα με ψευδείς παραστάσεις, κατά των άρθρων 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 2), όπως και της συνομωσίας προς καταδολίευση, κατά παράβαση των άρθρων 302 και 20 του Κεφ. 154 (κατηγορία 4).

 

Σε ό,τι αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης «χρημάτων» με ψευδείς παραστάσεις, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1 και 2, η Κατηγορούμενη 1 “κατά ή περί τον μήνα Οκτώβριο του 2020 στην Λεμεσό, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό καταδολίευσης, εξασφάλισε από τον Παραπονούμενο το ποσό των USD 1.000.000, ήτοι η Κατηγορούμενη 1 προσποιήθηκε ψευδώς ότι είχε επενδύσει μεγάλα χρηματικά ποσά για λογαριασμό των πελατών της και οι πελάτης αυτής είχαν σημαντικά κέρδη καθώς και ότι συνεργάζονταν με ανεξάρτητο θεματοφύλακα «custodian», στα χέρια τυ οποίου τα χρήματα θα ήταν εγγυημένα με ρίσκο μέγιστης απώλειας μικρότερη του 12%, με αποτέλεσμα ο Παραπονούμενος να της δώσει  το ποσό των USD 1.000.000, ενώ στην πραγματικότητα η Κατηγορούμενη 1, γνώριζε ότι τα πιο πάνω ήταν ψευδή» και οι Κατηγορούμενοι 2-6 παρακίνησαν την Κατηγορούμενη 1 να πράξει τα πιο πάνω.

 

Σε ό,τι αφορά το αδίκημα της απάτης, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 3, οι Κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο με την κατηγορία 1, «με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα, απόκτησαν από τον Παραπονούμενο χρηματικό ποσό, ήτοι, με σκοπό να του αποσπάσουν το ποσό των USD 1.000.000, χρησιμοποίησαν την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία ώστε προσποιούμενοι ότι αυτή θα επένδυε το εν λόγω χρηματικό ποσό για λογαριασμό του Παραπονουμένου, να αποσπάσουν το εν λόγω ποσό για δικό τους όφελος».

 

Σε ό,τι αφορά το αδίκημα της συνομωσίας προς καταδολίευση, οι Κατηγορούμενοι, στον ίδιο τόπο και χρόνο, «συνωμότησαν μεταξύ τους όπως με απάτη ή με δόλιο μέσο καταδολιεύσουν τον Παραπονούμενο και του αποσπάσουν το χρηματικό ποσό των  USD 1.000.000.»

 

Σημειώνω για σκοπούς πληρότητας πως παρόμοιες κατηγορίες, αντιμετώπιζαν και οι Κατηγορούμενοι 4 και 6, για τους οποίους η υπόθεση αποσύρθηκε σε προηγούμενο στάδιο.  Επίσης, σημειώνω πως η διαδικασία διεξάγεται ερήμην του Κατηγορούμενου 3 και στην παρουσία του συνηγόρου του, κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, ημερ. 02.04.2026 και για τους λόγους που σε αυτήν αναφέρονται.

 

Η κατηγορούσα αρχή, προς απόδειξη της υπόθεσης της, προσέφερε την μαρτυρία του  Παραπονούμενου. Τα όσα ο Παραπονούμενος ανέφερε στην μαρτυρία του, είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά που τηρούνται και δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω, εκτός όπου κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας.

 

Αρκούμαι στο να αναφέρω πως σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, κατάγεται από την Taiwan, είναι 70 ετών και εξασκούσε το επάγγελμα του λογιστή για 40 έτη.  Λίγο πριν την συνταξιοδότηση του, κατά το καλοκαίρι του 2020 είχε αποταμιεύσεις τις οποίες ήθελε να επενδύσει και άκουσε για το «προϊόν» της Κατηγορούμενης 1 από φίλους του αφού αυτό ήταν πολύ δημοφιλές στην Ασία, στην χώρα του, στο Χονγκ Κονγκ και στην Σιγκαπούρη . Ενόψει και της ιδιότητας του, μπήκε στην ιστοσελίδα τους , ρώτησε, εξέτασε και διαπίστωσε πως η Κατηγορούμενη 1, ελέγχετο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στην Κύπρο και ήταν αδειούχα. Στο μεταξύ είχε κάνει και άλλες επενδύσεις στις Η.Π.Α., οι οποίες ήταν κάτω από την εποπτεία αντίστοιχης ελεγκτικής εταιρείας στην Αμερική για τις οποίες ήταν ευχαριστημένος, αφού είχε απόδοση 8%-12%. Έτσι, μετά από μήνες, αφού ήλεγξε την ιστοσελίδα και μίλησε και με φίλους του και του φάνηκε καλή επένδυση, επένδυσε μισό εκατομμύριο δολάρια στην Κατηγορούμενη 1, ποσό το οποίο μετέφερε από τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Barclays της Αγγλίας.

 

Μετά από αυτό, παρακολουθούσε την επένδυση του διαδικτυακά, ως και την τριμηνιαία απόδοση του, η οποία ήταν πράγματι στο 10%  ως του είχαν υποσχεθεί. Τον Δεκέμβριο του 2020 αποφάσισε να αυξήσει το ποσό της επένδυσης σε 1 εκατομμύριο δολάρια, όπως και έπραξε, λαμβάνοντας την ανάλογη απόδοση και μπορώντας να αποσύρει και χρήματα. Περί τα τέλη του 2022 ενημερώθηκε από εφημερίδα στην Ταιβάν, πως η Κατηγορούμενη 1 ήταν υπό τον έλεγχο αντίστοιχης επιτροπής, όπως η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και αποφάσισε να αποσύρει τα κεφάλαια του, οπότε και προέβη σε αίτηση για τον παραπάνω σκοπό. Δεν έλαβε κάποια απάντηση στο αίτημα του αλλά λάμβανε σχετικό αντίγραφο από την Τράπεζα και την εταιρεία μέχρι και τον Μάρτιο του 2023. Έκτοτε, η ιστοσελίδα έκλεισε και άρχισε να ανησυχεί, οπότε αποφάσισε να έρθει και να πάρει τα χρήματα του. Ήρθε στην Κύπρο και προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία τον Ιούνιο του 2023, προέβη σε συναντήσεις με λειτουργούς της επιτροπής κεφαλαιαγοράς στην Κύπρο, ως επίσης και με τον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο και ακολούθως επέστρεψε στην χώρα του. Για τις καταγγελίες στις οποίες προέβη, δεν έλαβε καμιά απάντηση από κανένα από τα πιο πάνω πρόσωπα. Στην χώρα του, υπήρχε παντού στον τύπο πως 13.000 περίπου συμπολίτες του εξαπατήθηκαν με τον ίδιο τρόπο.

 

Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, οι συνήγοροι υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1-3 και 5, υπέβαλαν εισήγηση πως κατά πρώτο, δεν έχει αποδειχθεί εναντίον κανενός εκ των πιο πάνω προσώπων, εκ πρώτης όψεως υπόθεση, αφού πέραν από το ότι η μαρτυρία είναι ελλιπής για να στηρίξει καταδίκη οποιουδήποτε εκ των Κατηγορουμένων, δεν υπάρχει μαρτυρία ως προς το ποια ήταν η ψευδής παράσταση από τους Κατηγορούμενους προς τον Παραπονούμενο, δεν υπάρχει σύνδεση των Κατηγορουμένων σε σχέση με τα αδικήματα και είναι άγνωστο ως τι, τα φυσικά πρόσωπα (Κατηγορούμενοι 2, 3 και 5) κατηγορούνται και ποιο ήταν το δόλιο τέχνασμα ή επινόημα που χρησιμοποιήθηκε. Επίσης, επικαλούμενοι την μαρτυρία του Παραπονούμενοι, επέστησαν την προσοχή του Δικαστηρίου στο ότι, κατά παραδοχή του ιδίου, προέβη στην εν λόγω επένδυση, κατόπιν της επιθυμίας του, των διαπιστώσεων του αλλά και τα όσα φίλοι του, του είχαν αναφέρει.

 

Περιπλέον των πιο πάνω, αποτέλεσε εισήγηση του συνηγόρου των Κατηγορουμένων 1, 2  και 3, την οποία συμμερίστηκε και ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 5 πως η παρούσα, εκπίπτει του πλαισίου εφαρμογής του άρθρου 5 του Κεφ. 154 και το παρών Δικαστήριο, στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα, αφού τα κατ’ ισχυρισμό αδικήματα φέρονται να έχουν κατά παραδοχή του Παραπονούμενου να έχουν διαπραχθεί στο εξωτερικό και οι Κατηγορούμενοι να είναι κάτοικοι εξωτερικού. Καμμιά μαρτυρία έχει τεθεί που να δεικνύει πως η παρούσα εμπίπτει σε οποιοδήποτε εκ των περιπτώσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 5 του Κεφ. 154.

 

Από μέρους της κατηγορούσας αρχής, δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε και ο συνήγορος που εμφανίστηκε εκ μέρους του Παραπονουμένου ανέφερε πως το ζήτημα αφήνεται να εξεταστεί από το Δικαστήριο.

 

Οι παράμετροι, οι οποίες καθορίζουν την  ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας (1981) 2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448) ως προς τον καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.  Το ζήτημα εξετάστηκε επίσης στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133 στην οποία διατυπώθηκαν  τα ακόλουθα:

 

«Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση.  Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos (1985) 1 C.L.R. 250

 

Το (νυν) Εφετείο, στην πολύ πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Fassan Farhat, Ποιν. Έφεση 107/2025, ημερομηνίας 15.10.2025 υιοθετώντας το πιο πάνω απόσπασμα της απόφασης Χριστοδούλου (ανωτέρω) ανέφερε τα ακόλουθα:

 

«To Δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας AZINAS AND ANOTHER v. POLICE (1981) 2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν,

 

(α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και

 

(β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου.

 

Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου. Στην υπόθεση AZINA (ανωτέρω), το Δικαστήριο επεσήμανε ότι η προγενέστερη κυπριακή απόφαση REX v. MUSTAFA KARA MEHMED 16 C.L.R. 46 συσχετίζεται με την ερμηνεία και εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων που ίσχυαν κατά το χρόνο της έκδοσης της, δηλαδή, των Άρθρων 143 και 144 της Περί των Κυπριακών Δικαστηρίων Διαταγής του 1927, η οποία δέσμευε το πρωτόδικο Δικαστήριο να εξετάσει, μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορίας, κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ήταν επαρκής για να υποστηρίξει την καταδίκη. Οι διατάξεις του Άρθρου 74(1)(β) του Κεφ. 155 εναρμονίζονται, όπως επεξηγείται, με τα αγγλικά θέσμια στον προσδιορισμό εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και για τον λόγο αυτό, τόσο η Πρακτική του 1962, όσο και η σχετική αγγλική νομολογία (Βλέπε μεταξύ άλλων(α) WISEMAN & ANOTHER v. BOMEMAN & OTHERS [1967] 3 All E.R.1045, (b) COZENS v. BRUTUS [1972] 2 All E.R.1, (c) ELLIS v. JONES [1973] 2 All E.R.893, (d) R. v. GALBRAITH [1981] 2 All E.R.1061,e) R. v. BARKER (NOTE [1975] 65 Cr.App.R. 287) οριοθετούν το πλαίσιο διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.

           

Στην υπόθεση ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Κ.Α. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2000) 2 Α.Α.Δ. 191, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τη νομολογία για τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας προς διαπίστωση ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ως ακολούθως:

 

«Η νομολογία όμως είναι σαφέστατη επί του προκειμένου. (Ίδε: Practice Note [1962] 1 All E.R. 448, R. v. Galbraith [1981] 73 Cr. App. R. 124, Azinas v. Police (1981) 2 C.L.R. 9, Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133). Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του.  Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί.»

 

Προχωρώ συνεπώς, με γνώμονα τα πιο πάνω, να εξετάσω κατά πόσο έχει ή όχι αποδειχθεί, εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων, προβαίνοντας σε αναφορά στο περιεχόμενο της μαρτυρίας που προσφέρθηκε, εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο έχοντας αδιάλειπτα κατά νου, το στάδιο που βρίσκεται η διαδικασία και το σκοπό για τον οποίο γίνεται ο οποιοσδήποτε σχολιασμός.

 

Σε ό,τι αφορά το αδίκημα της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις που πραγματεύεται η κατηγορία 1, σε ό,τι αφορά την Κατηγορούμενη 1, και η κατηγορία 2, σε ό,τι αφορά τους λοιπούς Κατηγορούμενους, σημειώνω πως αυτό βασίζεται στα άρθρα 297 και 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 298(1) του Κεφ. 154:

 

“Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.

(2) Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.”

 

Το δε άρθρο 297, ερμηνεύει τον όρο, “ψευδής παράσταση”, ως εξής:

 

“297. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.”

 

Στην προκειμένη, η Κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2020 απέσπασε από τον Παραπονούμενο στην Λεμεσό, το ποσό των USD 1.000.000, προσποιούμενη ψευδώς ότι είχε επενδύσει μεγάλα χρηματικά ποσά για λογαριασμό των πελατών της και οι πελάτης αυτής είχαν σημαντικά κέρδη καθώς και ότι συνεργάζονταν με ανεξάρτητο θεματοφύλακα «custodian», στα χέρια του οποίου τα χρήματα θα ήταν εγγυημένα με ρίσκο μέγιστης απώλειας μικρότερη του 12%, με αποτέλεσμα ο Παραπονούμενος να της δώσει  το ποσό των USD 1.000.000, ενώ στην πραγματικότητα η Κατηγορούμενη 1, γνώριζε ότι τα πιο πάνω ήταν ψευδή. Οι Κατηγορούμενοι 2-5 κατηγορούνται ότι παρακίνησαν την Κατηγορούμενη 1 να πράξει τα πιο πάνω.

 

Στην παρούσα περίπτωση, δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να δεικνύει πως ο Παραπονούμενος προέβη στην επένδυση, βασιζόμενος σε οποιαδήποτε παράσταση που του έγινε από την Κατηγορούμενη 1, πόσο μάλλον ότι η τελευταία προέβη σε οποιαδήποτε εκ των παραστάσεων που αναγράφονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 1. Για τους δε, λοιπούς Κατηγορουμένους, καμμιά απολύτως μαρτυρία υπάρχει πως με οποιοδήποτε τρόπο, παρακίνησαν την Κατηγορούμενη 1 να πράξει το οτιδήποτε. Επιπροσθέτως τούτων, σημειώνω πως εξ’ αντικειμένου  οι εν λόγω κατηγορίες, δεν θα μπορούσαν να στοιχειοθετηθούν, με δεδομένο το ότι η κατ’ ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις, αφορούσαν υποσχέσεις μέλλοντος χρόνου και δεν υπάρχει  μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι, οι υποσχέσεις αυτές, ήταν στην γνώση της Κατηγορούμενης 1 ότι δεν θα τηρούντο. Ο ορισμός που θέτει το άρθρο 297 περί της ψευδούς παράστασης είναι η παράσταση γεγονότος παρελθόντος ή παρόντος . Η φράση «θα», που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας (όπως και στην κατηγορία 2) συνιστά μέλλοντα χρόνο και εκφεύγει της παραπάνω ερμηνείας της ψευδούς παραστάσεως. Ως έχει λεχθεί στην απόφαση, Κύπρος Κυπριανού ν. Αστυνομίας  Ποιν. Έφεση 318/2015, ημερ. 07.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:B285:

 

μια παράσταση είναι ψευδής, όταν η παρουσίαση γεγονότος του παρελθόντος ή του παρόντος γίνεται με σκοπό την παράσταση του ως υπαρκτού, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Η έκφραση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ως προς την εκπλήρωση μια πράξης στο μέλλον, δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα της ψευδούς παράστασης. Για να θεωρηθεί μια παράσταση ως ψευδής θα πρέπει το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην εν λόγω παράσταση να γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθής.”

 

Σε ό,τι αφορά το αδίκημα της απάτης (κατηγορία 3), κατά παράβαση του άρθρου 300 του Κεφ. 154 και του άρθρου 20 σε ό,τι αφορά τους Κατηγορούμενους 2, 3 και 5, 11 και 12), σημειώνω πως με βάση το άρθρο 300, απάτη συνίσταται στα εξής:

 

“300. Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.”

 

Σε σχέση με την εν λόγω κατηγορία σημειώνω πως στις λεπτομέρειες της, δεν αναφέρεται σε κανένα σημείο, ποιο ήταν το δόλιο τέχνασμα που η Κατηγορούμενη 1 χρησιμοποίησε για  να λάβει το αναφερόμενο ποσό, από τον Παραπονούμενο. Ό,τι αναφέρεται είναι ότι χρησιμοποίησαν την Κατηγορούμενη 1 για να αποσπάσουν για ίδιο όφελος, το ποσό της επένδυσης.  Και πάλιν, καμμιά μαρτυρία έχει προσφερθεί σε σχέση με τα πιο πάνω, πόσο μάλλον δε ότι οι Κατηγορούμενοι αποκόμισαν για ίδιο όφελος το εν λόγω ποσό.

 

Τέλος, σε ό,τι αφορά την κατηγορία 4 που πραγματεύεται το αδίκημα της συνομωσίας προς καταδολίευση, κατά παράβαση των άρθρων 302, και 20 του Κεφ. 154, αρκούμαι να αναφέρω πως καμμιά μαρτυρία υπάρχει ως προς το ότι οι εν λόγω Κατηγορούμενοι συνωμότησαν ή συμφώνησαν να πράξουν το οτιδήποτε, πόσο μάλλον για  να εξαπατήσουν τον Παραπονούμενο.

 

Για όλους συνεπώς τους παραπάνω λόγους, κρίνω πως για κανένα Κατηγορούμενο, σε καμμιά κατηγορία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και οι Κατηγορούμενοι, αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν.

 

Προτού εγκαταλείψω, αναφέρω πως πράγματι, η εισήγηση του κ. Καμπανέλλα ως προς το ότι η παρούσα εκπίπτει της εφαρμογής του άρθρου 5 του Κεφ. 154 με αποτέλεσμα να μην κέκτηται δικαιοδοσίας το παρών Δικαστήριο να εκδικάσει την υπόθεση, φαίνεται εκ πρώτης όψεως να έχει έρεισμα. Με βάση την μαρτυρία του Παραπονούμενου και κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων που του τέθηκαν από το Δικαστήριο, τα φερόμενα αδικήματα φαίνεται να διαπράχθηκαν στην Τaiwan και πάντως όχι στην Λεμεσό, ως αναγράφεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Πέραν δε τούτου, καμιά μαρτυρία υπάρχει που να δεικνύει ότι η παρούσα εμπίπτει στις περιπτώσεις εκείνες που προσδίδεται δικαιοδοσία σε κυπριακό Δικαστήριο προκειμένου να εξετάσει αδίκημα που διαπράχθηκε στο εξωτερικό. Εν πάση περιπτώσει, με δεδομένο το ότι στο παρών στάδιο δεν προβαίνω σε ευρήματα, το ζήτημα δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω ενόψει και της απαλλαγής των Κατηγορουμένων από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, για τους λόγους που πιο πάνω εξηγούνται.

 

Τα έξοδα της διαδικασίας, επιδικάζονται  υπέρ των Κατηγορουμένων 1,2, 3 και 5 και εναντίον του Παραπονούμενου. Ενόψει της κοινής εκπροσώπησης των Κατηγορουμένων 1,2 και 3 επιδικάζεται ένα σετ εξόδων σε ό,τι τους αφορά. Στην Κατηγορούμενη 5, επιδικάζεται ξεχωριστό σετ εξόδων, αφού εκπροσωπήθηκε από άλλο δικηγόρο.

 

Υπ...................................................

                                                                                     Ε. Κ. Μιντή Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο