ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ
Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ
Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ
Αρ. Υπόθεσης: 18975/25
Μεταξύ:
Δημοκρατία
v.
Ρέζα Μοχαμμαντί
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 27 Απριλίου 2026
Εμφανίσεις:
Για τη Δημοκρατία: κα Χ. Καραολίδου
Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Ιωάννου
Κατηγορούμενος παρών
ΠΟΙΝΗ
Αφότου ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στην πρώτη κατηγορία η κατηγορούσα αρχή ανέστειλε την έτερη εκ των δύο κατηγοριών που αρχικώς αντιμετώπιζε. Κατά συνέπεια αντικείμενο της παρούσης είναι η ποινολογική αντιμετώπιση του κατηγορούμενου στην εναπομείνασα κατηγορία, δηλαδή την πρώτη κατηγορία που παραδέχθηκε. Η εν λόγω κατηγορία έχει ως ακολούθως:
Έκθεση Ποινικού Αδικήματος
Πρώτη κατηγορία
Ανθρωποκτονία, κατά παράβαση του άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154
Λεπτομέρειες Ποινικού Αδικήματος
Ο κατηγορούμενος, την 1η Οκτωβρίου του 2025, στο Καϊμακλί της Επαρχίας Λευκωσίας, επέφερε τον θάνατο της Αφσανέχ Μοχαμμαντί, από το Ιράν, με παράνομη πράξη, ήτοι χτυπώντας την επανειλημμένα στο κεφάλι με μεταλλικό αντικείμενο.
Θύμα της έκνομης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου είναι η τέως σύζυγός του, με την οποία αν και είχε διαζευχθεί το 2003, τον επίδικο χρόνο διέμεναν μαζί και συγκεκριμένα στην οικία του. Κατά τον ίδιο χρόνο μαζί με τον κατηγορούμενο διέμενε και η μια εκ των δύο θυγατέρων του (ονόματι Μόνα Μοχαμμαντί), καθώς και η ενός έτους εγγονή του. Το μοιραίο γεγονός επεσυνέβη την 01/10/2025 μεταξύ των ωρών 01:55 και 02:25 πρωινή. Όπως εξηγείται πιο κάτω, όλως παραδόξως επεσυνέβη λίγα λεπτά αφότου η αστυνομία αναχώρησε από την οικία του κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα, νωρίτερα την ίδια μέρα, δηλαδή την 01/10/2025, η θυγατέρα του κατηγορούμενου διαπληκτίστηκε με το θύμα, όταν η τελευταία την κάλεσε να ζητήσει από τον κατηγορούμενο να της εξασφαλίσει κλειδιά της οικίας. Γνωρίζοντας η θυγατέρα του κατηγορούμενου ότι ο ίδιος δεν επιθυμούσε κάτι τέτοιο, είπε στο θύμα να τα ζητήσει η ίδια και τότε άρχισαν να συζητάνε έντονα. Ο κατηγορούμενος άκουσε τη συζήτησή τους και κάλεσε τη θυγατέρα του να σταματήσει και περαιτέρω, της ζήτησε να τον συνοδεύσει στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας, με σκοπό να τους ζητήσουν να παρέμβουν ώστε να διώξουν το θύμα από την οικία του. Και όντως αυτό έπραξαν. Εν προκειμένω η ώρα 01:05 ο κατηγορούμενος και η θυγατέρα του αφίχθησαν στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας και ανέφεραν τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν με τη συμπεριφορά του θύματος και τους ζήτησαν να της μιλήσουν και να της εξηγήσουν ότι δεν είναι επιθυμητή στο σπίτι τους και ότι θα πρέπει να μετακομίσει άμεσα. Επαναλαμβάνουμε εδώ πως κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η οικία κατείχετο από τον κατηγορούμενο.
Ακολούθως, η ώρα 01:35 ο κατηγορούμενος με τη θυγατέρα του και αριθμό μελών του Αστυνομικού Σταθμού Ομορφίτας αναχώρησαν από τον σταθμό και μετέβησαν στην οικία του κατηγορούμενου. Εκεί τα μέλη της δύναμης ανέφεραν στο θύμα τα όσα τους είχαν αναφέρει ο κατηγορούμενος και η θυγατέρα του, με την ίδια να αποκρίνεται πως ουδέποτε της ζήτησαν να φύγει από το σπίτι. Ακολούθως, το θύμα ανέφερε στους παριστάμενους ότι θα φύγει εντός των επόμενων ημερών καθότι χρειάζεται χρόνο για να μαζέψει τα πράγματά της και να εξεύρει αλλού διαμονή και όλοι συμφώνησαν να φύγει από την οικία το επόμενο Σάββατο, 04/10/2025. Συνεπεία των ανωτέρω τα μέλη της αστυνομίας αναχώρησαν από την οικία του κατηγορούμενου η ώρα 01:55.
Μόλις τα μέλη της αστυνομικής δύναμης αναχώρησαν, το θύμα άρχισε να φωνάζει και να βρίζει τη θυγατέρα της και τον κατηγορούμενο και πέταξε προς το μέρος της θυγατέρα της ένα αντικείμενο. Ακολούθως και ο κατηγορούμενος έριξε προς το μέρος του θύματος ένα πλαστικό μπουκάλι, γεγονός που οδήγησε το θύμα να καλεί τον κατηγορούμενο να της ρίξει και άλλα πράγματα. Ο κατηγορούμενος είδε ότι το θύμα κρατούσε το κινητό της τηλέφωνο και υποψιάστηκε ότι μπορεί να βιντεογραφούσε και ένεκα τούτου παρότρυνε τη θυγατέρα του να σταματήσει τη συζήτηση. Στη συνέχεια όμως χτύπησε το θύμα στην κοιλιά με το γόνατό του και την τράβηξε από τα μαλλιά και την έριξε στο έδαφος. Καθ' ον χρόνο το θύμα βρισκόταν στο έδαφος ο κατηγορούμενος την πατούσε και την χτυπούσε στο κεφάλι. Παρότι η θυγατέρα του προσπάθησε να τον αποτρέψει, ο κατηγορούμενος δεν σταμάτησε και της είπε ότι πρέπει να τη σκοτώσει για να μην την ενοχλεί άλλο. Ακολούθως πήρε ένα μεταλλικό αντικείμενο (σμιλάρι) που βρήκε στο σπίτι και την χτύπησε στο κεφάλι τρεις φορές (αυτός είναι ο αριθμός χτυπημάτων που τελικώς συμφώνησαν οι δύο πλευρές). Στη θέα των ανωτέρω και του σοβαρού τραυματισμού του θύματος, η θυγατέρα του κατηγορούμενου αποχώρησε από τον χώρο και του είπε να καλέσουν ασθενοφόρο, εντούτοις εκείνος της είπε να μην καλέσουν γιατί το θύμα ήταν νεκρό. Παρόλα ταύτα, η ώρα 02:14 η θυγατέρα του κατηγορούμενου κάλεσε ασθενοφόρο που αφίχθηκε στο μέρος και παρέλαβε το θύμα, το οποίο όμως απεβίωσε κατά τη μεταφορά του στο Τ.Α.Ε.Π. του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Ο θάνατός της πιστοποιήθηκε αργότερα, η ώρα 03:22, από τη Δρα Χρύσω Κωνσταντινίδου.
Εν τω μεταξύ ο κατηγορούμενος αναχώρησε από την οικία του η ώρα 02:20, ώστε να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας, εκεί όπου η ώρα 02:25 είχαν ήδη λάβει πληροφορία να μεταβούν στην οικία του κατηγορούμενου καθότι στον χώρο κατευθύνεται ασθενοφόρο. Μετά τη λήψη της ανωτέρω πληροφορίας ο κατηγορούμενος έφθασε στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας, οπότε ανέφερε στον Λοχία 373 και τους λοιπούς παριστάμενους «Έχω κακά νέα, νομίζω ότι τη σκότωσα». Ακολούθησε επίστηση της προσοχής του στον νόμο και νέα απάντηση του κατηγορούμενου· «Σόρρυ νομίζω τη σκότωσα». Στα ρούχα του κατηγορούμενου διακρίνονταν κηλίδες που ομοίαζαν με αίμα. Όταν στη συνέχεια τα μέλη της δύναμης μετέβησαν εκ νέου στην οικία του κατηγορούμενου, εντόπισαν το θύμα ξαπλωμένο ανάσκελα πλησίον της εισόδου της οικίας και κάτω από το κεφάλι της λίμνη αίματος. Παρούσα ήταν και η θυγατέρα του κατηγορούμενου, η οποία ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος χτύπησε το θύμα με σίδερο.
Αργότερα την ίδια ημέρα λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο ο οποίος παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος και ανέφερε πως εκείνη την ώρα δεν μπόρεσε να ελέγξει τον εαυτό του, την χτύπησε, την έριξε στο πάτωμα και συνέχισε να τη χτυπά. Τότε πήρε το πρώτο σίδερο που βρήκε μπροστά του και που είχε στο σπίτι και την χτύπησε με αυτό μια ή δύο φορές στο κεφάλι. Δεν ήθελε να τη σκοτώσει όπως ούτε και να πάει φυλακή, απλώς δεν κατάφερε να ελέγξει τον εαυτό του. Όταν στη συνέχεια εκδόθηκε ένταλμα συλλήψεως, κατά την εκτέλεση αυτού ο κατηγορούμενος απάντησε «Παραδέχομαι έκαμα λάθος. Δεν ήθελα να έρθουν έτσι τα πράματα». Εντέλει, όταν ερευνήθηκε η οικία του δυνάμει συγκατάθεσης που έδωσε, υπέδειξε το σημείο που επιτέθηκε στο θύμα, καθώς και το όργανο (σμιλάρι) το οποίο χρησιμοποίησε. Με την παραλαβή του εν λόγω οργάνου και κατόπιν της νενομισμένης επιστήσεως, απάντησε «τούτο εν το σίδερο που χτύπησα την Αφσανέ, τη γυναίκα μου».
Την επαύριο του συμβάντος διενεργήθηκε νεκροτομή στη σορό του θύματος και διαπιστώθηκε ότι ο θάνατος προήλθε από βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση προκληθείσα από θλων όργανο.
Όπως περαιτέρω αναφέρθηκε, κατά τον επίδικο χρόνο το θύμα ήταν ηλικίας 60 ετών. Όλη η οικογένεια ήλθε στην Κύπρο το 1997, ενώ το 2003 ο κατηγορούμενος και το θύμα έλαβαν διαζύγιο και έκτοτε μέχρι και το έτος 2019 το θύμα διέμενε με τις θυγατέρες της. Εντούτοις προβλήματα που είχε το 2019 με τον σπιτονοικοκύρη της, την οδήγησαν πίσω στην οικία του κατηγορούμενου μέχρι το 2023, όταν λόγω προβλήματος υγείας μεταφέρθηκε σε γηροκομείο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2024. Ακολούθως διέμενε με τη θυγατέρα της (Μόνα Μοχαμμαντί) και τον σύντροφο της τελευταίας. Όταν όμως τον Δεκέμβριο του 2024 η θυγατέρα της χώρισε, μετακόμισαν (η θυγατέρα με το τέκνο της και το θύμα) στην οικία του κατηγορούμενου, όπου και διέμενε μέχρι το μοιραίο βράδυ του συμβάντος. Το θύμα δεν εργάζετο και είχε πρόβλημα αλκοολισμού και συνεχώς προκαλούσε λεκτικές διαμάχες με τον κατηγορούμενο και τις κόρες τους.
Εκτενής και πολυσχιδής είναι και η αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης, στην οποία ανέπτυξε καθετί σχετικό των ιδιαίτερων του κατηγορούμενου περιστάσεων, αλλά και για τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος (έγγραφο Β). Στο περιεχόμενο αυτής αναφερόμαστε πιο κάτω, όπου κρίνουμε αναγκαίο. Για την ώρα περιοριζόμαστε να υποδείξουμε ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου υποστήριξε πως η έκνομη συμπεριφορά τούτου «επήλθε ως συνέπεια στιγμιαίας έκρηξης εν βρασμώ ψυχικής ορμής, συνεπεία πρόκλησης και όχι ως προϊόν προειλημμένης απόφασης ή προμελέτης….». Τα όσα η υπεράσπιση υποστήριξε ότι συνιστούν τούτη την πρόκληση, παρατίθενται και σχολιάζονται πιο κάτω. Περαιτέρω θέση της υπεράσπισης ήταν πως «οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος παραπέμπουν σε μία αθέλητη, και ατυχή, ενέργεια πρόκλησης θανάτου του θύματος, η οποία θα πρέπει να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα της εύθραυστης ψυχικής κατάστασης του Κατηγορούμενου και της πρόκλησης που δέχθηκε από το θύμα». Πέραν τούτου, ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι δεν υπήρξε εγρήγορση και συλλογική δράση των αρμοδίων αρχών να αποτραπεί το μοιραίο, συσχετίζοντας τη θέση αυτή με το παράπονο που το ίδιο βράδυ υπέβαλε ο κατηγορούμενος στην αστυνομία και εντούτοις οδήγησε, όπως το έθεσε η υπεράσπιση, σε «μόνο μια προειδοποίηση» (βλ. έγγραφο Δ). Μάλιστα αυτή η έλλειψη θεσμικής προστασίας συνέβαλε, υποστήριξε η υπεράσπιση, στη ψυχολογική επιβάρυνση του κατηγορούμενου. Για την ψυχική υγεία του κατηγορούμενου ο ευπαίδευτος συνήγορος παρέθεσε αριθμό λεπτομερειών, ιδιαίτερα για τη σχέση κατηγορούμενου και θύματος, ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε και ψυχιατρική γνωμάτευση (έγγραφο Ε), η οποία ζητήθηκε από το Δικαστήριο κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης. Εντέλει η υπεράσπιση αναφορά έκανε και στις συνθήκες κράτησης του κατηγορούμενου προτού αυτός μεταφερθεί στις Κεντρικές Φυλακές (βλ. έγγραφο Γ).
Αποτελεί βασική νομολογιακή αρχή πως η ανώτατη στον νόμο προβλεπόμενη ποινή δίδει το στίγμα της σοβαρότητας της εγκληματικής συμπεριφοράς και συνιστά την αφετηρία της ποινολογικής αντιμετώπισης του αδικοπραγούντος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γενεθλίου (2016) 2 Α.Α.Δ. 207 και Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632). Στην προκειμένη περίπτωση η ανώτατη ποινή που ο νόμος προβλέπει για το αδίκημα που ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή, είναι αυτή της διά βίου φυλάκισης, στοιχείο αποκαλυπτικό της επιλογής του νομοθέτη να κατατάξει τη σχετική εγκληματική συμπεριφορά στις πλέον σοβαρές.
Πέραν τούτου τη δική της ιδιαίτερη σημασία έχει όμως και η αποτρόπαια τούτη πράξη, εφόσον επιφέρει τον θάνατο και τερματίζει αυτή τούτη την ανθρώπινη ύπαρξη, ύψιστο αγαθό που προστατεύεται ευθέως από το Σύνταγμα. Η ουσία του πράγματος εντοπίζεται στον απέριττο και ευσύνοπτο λόγο του αρχαίου ποιητή Μένανδρου, δηλαδή ότι «θανάτου μόνον ουκ έστιν επανόρθωμα». Εξίσου όμως γλαφυρή είναι και η νομολογιακή αιτιολόγηση, ως εντοπίζεται, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Σάββα ν. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 231, όπου αναφέρθηκε·
«Η ιερότητα της ζωής και η προστασία της αποτελούν την πρώτη σε ιεράρχηση μέριμνα της κάθε πολιτισμένης κοινωνίας. Η αφαίρεσή της με εγκληματική πρόθεση αποτελεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες σοβαρό έγκλημα.»
Κατ’ ανάλογο τρόπο στην Okmelashvili ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 146/2020, ημερ. 22.12.21, λέχθηκε ότι·
«Δεν θα κουραστεί το ποινικό Εφετείο, κάθε φορά που εξετάζει υπόθεση ανθρωποκτονίας να υπενθυμίζει την μνημειώδη αναφορά στην Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 556, 584 ότι: «Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και η αφαίρεσή της μέγιστο έγκλημα. Η δέσμευση στην προστασία της ανθρώπινης ζωής επιβάλλει ανάλογο καθήκον για την περιφρούρησή της, γεγονός που αντανακλάται στην τιμωρία που επιβάλλεται για εγκληματικές πράξεις που επιφέρουν την απώλεια ανθρώπινης ζωής. Γι' αυτό το λόγο προσδίδεται αποτρεπτικός χαρακτήρας στην τιμωρία κάθε φονικής πράξης.»
Περαιτέρω, αν και κάθε φονική πράξη είναι σαφώς αποτρόπαια, καταδικαστέα και άκρως αντικοινωνική, είναι νομολογιακώς αναγνωρισμένο ότι ο τρόπος τέλεσης του εγκλήματος και δη ο σωματικός και ψυχικός πόνος που επιφέρει στο θύμα αλλά και σε τυχόν τρίτα πρόσωπα που παρίστανται, καθώς και η ενδεχόμενη παράταση του μαρτυρίου μέχρις ότου το θύμα καταλήξει, είναι στοιχεία που επίσης προσμετρούνται και ανά περίπτωση επαυξάνουν τη σοβαρότητα της ούτως ή άλλως βάναυσης πράξης (βλ. Bistriceanu ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 76/17, ημερ. 26/04/2018, ECLI:CY:AD:2018:B199). Προς τούτο ενδεικτικά είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Kaouras v. Republic (1977) 2 CLR 335, 337, όπου με παραπομπή στο σύγγραμμα Thomas on Principles of Sentencing, υποδείχθηκε ότι∙ «Other factors which appear to be relevant include the degree of injury intended and actually inflicted». Κατά τον ίδιο τρόπο στην Σάββα, πιο πάνω, λέχθηκε ότι∙ «Στον καθορισμό της εγκληματικότητας του δράστη λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ο σχεδιασμός και ο βαθμός αδιαφορίας για την ανθρώπινη ύπαρξη».
Στην προκειμένη περίπτωση οι περιβάλλουσες περιστάσεις θανάτωσης του θύματος φανερώνουν τη βαναυσότητα των ενεργειών του κατηγορούμενου και είναι σαφώς επιβαρυντικές. Πέραν του αρχικού χτυπήματος που κατάφερε στην κοιλιακή χώρα του θύματος, την άρπαξε από τα μαλλιά και την έριξε στο πάτωμα και ενόσω την πατούσε, την χτυπούσε στο κεφάλι. Σαν να μην έφταναν τα ανωτέρω, τα οποία μάλιστα έλαβαν χώρα στην παρουσία της θυγατέρας τους η οποία μάταια προσπαθούσε να τον αποτρέψει, ο κατηγορούμενος είπε της θυγατέρας του ότι «πρέπει να την σκοτώσει για να μην την ενοχλεί άλλο». Και δεν μπορεί να μην υποδειχθεί το οξύμωρο της όλης κατάστασης των πραγμάτων, δηλαδή πως αυτή η θυγατέρα την οποία επιθυμούσε να προστατεύσει, ως η δήλωσή του, αυτή ήταν που τον καλούσε να σταματήσει. Κατ’ επέκταση, αυτή ακριβώς η φράση του κατηγορούμενου δεικνύει την απαξίωσή του για την ανθρώπινη ύπαρξη του θύματος (βλ. Σάββα ν. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 231, 239 και Μαυρολουκά ν. Δημοκρατίας (2015) 2Α Α.Α.Δ. 30) και βεβαίως συσχετίζεται και με τις αμέσως επόμενες ενέργειες που ακολούθησαν. Εν προκειμένω πήρε μεταλλικό αντικείμενο και χτύπησε το θύμα τρεις φορές στο κεφάλι και πάλι στην παρουσία της θυγατέρας τους, η οποία σε εκείνο ακριβώς τον χρόνο και στη θέα των αποτρόπαιων πράξεων του κατηγορούμενου, αποχώρησε από τον χώρο και του είπε να καλέσουν ασθενοφόρο. Ούτε όμως και τότε ο κατηγορούμενος επέδειξε ευαισθησία για την κατάσταση του θύματος. Η απάντηση που έδωσε στη θυγατέρα του, δηλαδή να μην καλέσουν κανέναν γιατί το θύμα ήταν νεκρό, επιβεβαιώνει τη δεδηλωμένη πρόθεσή του να τη σκοτώσει και υπό το φως των βάναυσων πράξεών του, αποκαλύπτει την απέχθειά του για τη ζωή του θύματος. Η θέση της υπεράσπισης περί αθέλητης πρόκλησης θανάτου, δεν βρίσκει έρεισμα στα πραγματικά γεγονότα και ως εκ τούτου δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν προκειμένω, τα λόγια και οι πράξεις του κατηγορούμενου, είναι με γλαφυρότητα που φανερώνουν ότι πρόθεσή του ήταν η πρόκληση θανάτου του θύματος, και δυστυχώς επετεύχθη μέσα από τις ενέργειές του.
Όλες οι ανωτέρω πράξεις και δηλώσεις του κατηγορούμενου, παρουσία, επαναλαμβάνουμε, της θυγατέρας του ιδίου και του θύματος, η διάρκεια του συμβάντος (περί τα 19 λεπτά από 01:55 μέχρι και 02:14), η βαναυσότητα των πολλαπλών χτυπημάτων (όχι απλώς αυτών με το σίδερο αλλά και των όσων προηγήθηκαν), σε συσχετισμό με τη θέση ότι πρέπει να τη σκοτώσει για να μην ενοχλεί τη θυγατέρα τους και τέλος, ακόμη και η δήλωσή του να μην κληθεί ασθενοφόρο, αποκαλύπτουν έντονα στοιχεία βαναυσότητας και αδιαφορίας για την ύπαρξη του θύματος. Και είναι αυτά τα στοιχεία που στην υπό κρίση περίπτωση επαυξάνουν τη σοβαρότητα της έκνομης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου.
Βασική θέση της υπεράσπισης είναι πως ο κατηγορούμενος προκλήθηκε στην ανωτέρω συμπεριφορά. Όπως το έθεσε η υπεράσπιση·
«Ο Κατηγορούμενος και το θύμα έλαβαν διαζύγιο το έτος 2003. Το 2019, το θύμα μετεγκαταστάθηκε με τις κόρες της στην οικία του Κατηγορουμένου, όπου διέμεινε μέχρι την επέλευση του συμβάντος, με μικρές περιόδους διακοπής. Ήταν άνεργη και αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα αλκοολισμού ενώ κατ’ επανάληψη επιδείκνυε επιθετική και κακοποιητική συμπεριφορά τόσο προς τον Κατηγορούμενο όσο και προς τις θυγατέρες τους. Τους έβριζε συστηματικά, φώναζε και προέβαινε σε λεκτικές και σωματικές επιθέσεις. Σε τουλάχιστον ένα περιστατικό, μάλιστα, απείλησε τον Κατηγορούμενο προτάσσοντας μαχαίρι.
Παράλληλα, εκδήλωνε έντονη ζήλια για τις καλές σχέσεις που διατηρούσαν ο Κατηγορούμενος με τις θυγατέρες του.
Την ημέρα του συμβάντος, το θύμα απευθύνθηκε προς τη θυγατέρα της, Μόνα, με εξευτελιστικούς χαρακτηρισμούς, λέγοντας της ότι «είναι σκουπίδι και ότι αξίζει να μείνει στα σκουπίδια», ενώ ταυτόχρονα την απείλησε λέγοντας της, «θα σου δείξω αύριο ποιος θα σε βοηθά με το μωρό». Ακολούθως, της πέταξε ένα παιχνίδι - αυτοκίνητο. Ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να προστατεύσει την κόρη του και το εγγόνι του. Το θύμα, ωστόσο, άρχισε να τον βιντεογραφεί προκλητικά και να τον σπρώχνει με τα χέρια, επαναλαμβάνοντάς συνεχώς τη φράση, «έλα, έλα, χτύπα με», προκαλώντας τον ευθέως.
Η κατάληξη είναι γνωστή στο Δικαστήριο σας και προκύπτει από την σελίδα 3 έως 6 των Γεγονότων από Κατηγορούσα Αρχή. Επίσης όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η θυγατέρα τους, Μόνα, στην Αστυνομία «... με την μάμα μου έχουμε πολλά προβλήματα ειδικά όταν πίνει ποτό. Και πόψε ήπιε κρασί όπως κάθε νύχτα». Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με την Μόνα, ο Κατηγορούμενος ουδέποτε άσκησε βία εις βάρος των θυγατέρων του ή του εγγονιού του ή τους συμπεριφέρθηκε άσχημα και διαχρονικά χαρακτηριζόταν ως φιλήσυχο άτομο με πολλούς φίλους, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την παρουσία φίλων του σε κάθε δικάσιμο. Σημειώνεται δε ότι το θύμα είχε καταγγελθεί στην Αστυνομία για την συμπεριφορά της.
Προκύπτει από την κατάθεση της θυγατέρα τους, Λαντάν Γιοχαννεσέν, η συνολική εικόνα της οικογενειακής ζωής, ο Κατηγορούμενος βίωνε επί μακρόν μια κατάσταση συνεχούς ψυχολογικής πίεσης, εξευτελισμού και συναισθηματικής φθοράς. Η συμπεριφορά της θανούσας, η οποία χαρακτηριζόταν από επιθετικότητα, ειρωνεία, αλκοολισμό και συστηματική υποτίμηση, είχε δημιουργήσει ένα περιβάλλον το οποίο ο Κατηγορούμενος ανεχόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να αντιδρά, προσπαθώντας να διατηρήσει την οικογενειακή συνοχή.
Την ημέρα του συμβάντος, ωστόσο, όπως προκύπτει από τα δεδομένα της υπόθεσης, η συσσωρευμένη αυτή πίεση έφθασε στο αποκορύφωμά της. Ήταν, όπως λέγεται από τους Άγγλους «the straw that broke the camel’s back». O Κατηγορούμενος βρέθηκε σε κατάσταση έντονης συναισθηματικής φόρτισης, θόλωσε ψυχικά και απώλεσε τον αυτοέλεγχο που επί χρόνια διατηρούσε υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες».
Εν πρώτοις δέον κρίνουμε να σημειώσουμε ότι η νομολογία του Δικαστηρίου αναγνωρίζει πως η πρόκληση, ως μετριαστικός παράγοντας, δυνατό να προκύψει βαθμιαία, δηλαδή συνυπολογίζοντας και προηγηθείσες ενέργειες. Προς τούτο σχετικά είναι τα όσα μνημονεύονται στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus by G. M. Pikis 2nd edition, Sentencing Revisited, στις σελίδες 70 και 71 και οι εκεί αναφερόμενες υποθέσεις. Συγκεκριμένα αναφέρεται εκεί ότι·
«A similar approach was adopted in Costas Georghiou Pantazis v. P., where they reduced the sentence imposed on the accused for beating up a child and punishing his mother after repeated bullying by both of them of his little child. The trial judge failed to attach sufficient importance to the provocative behaviour of the complainants that the preceded the commission of the offence».
Πέραν των ανωτέρω αποφάσεων σχετική είναι και η υπόθεση Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 352, που επικαλείται και η υπεράσπιση (επίσης μνημονεύεται στο σύγγραμμα Sentencing, σελ. 109), όπου εναργώς καταφαίνεται ότι η συμπεριφορά που το Δικαστήριο έκρινε προκλητική, δεν περιορίστηκε στο επίδικο βράδυ, αλλά επεκτάθηκε σε βάθος χρόνου. Κατά τον ίδιο τρόπο στην υπόθεση Μωυσίδης ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 34, 43, αν και δεν διαπιστώθηκε πρόκληση, εντούτοις το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεξε και διερεύνησε γεγονότα που έλαβαν χώρα τρεις μέρες πριν το επίδικο συμβάν.
Ως εκ των ανωτέρω είναι δικανικώς δικαιολογημένη η παραπομπή σε παρελθούσα πρόκληση, εφόσον ενέργειες αντιστοιχούσες σε πρόκληση και συσχετιζόμενες με πρόσφατο γεγονός, δύνανται, ανά περίπτωση, να οδηγήσουν κατηγορούμενο πρόσωπο σε ακραία αντίδραση.
Παρόλα ταύτα και με κάθε σεβασμό, η δική μας θέση διαφέρει από τις επί του προκειμένου αιτιάσεις της υπεράσπισης και συγκεκριμένα την εκτίμηση και αντίληψη των γεγονότων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος. Και εξηγούμε· ζητούμενο εν προκειμένω είναι το κατά πόσον τα ανωτέρω γεγονότα, κυρίως τα όσα η υπεράσπιση ανέφερε (μεταξύ άλλων η κακοποιητική συμπεριφορά του θύματος συνισταμένη σε συστηματικές ύβρεις και φωνασκίες και λεκτικές και σωματικές επιθέσεις, μια απειλή με μαχαίρι σε προηγούμενο χρόνο, εκδήλωση ζήλιας για τις σχέσεις του κατηγορούμενου με τις θυγατέρες του και όλα αυτά σε συσχετισμό με την τελευταία μειωτική συμπεριφορά ως ανωτέρω περιγράφηκε), είναι πράγματι τέτοια που δύνανται, υπό τις περιστάσεις, να εκληφθούν ως πρόκληση.
Επί του προκειμένου σχετική κρίνουμε πως είναι η υπόθεση Kemal Selim ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 199, 207, όπου λέχθηκαν τα εξής σχετικά·
«Λάβαμε υπόψη όλα όσα ανάφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα και το είδος της πρόκλησης όπως τελικά αυτή διαμορφώθηκε, ότι δηλαδή συνίστατο απλώς στο ότι το θύμα είχε αναφέρει στον εφεσείοντα ότι θα αποκάλυπτε στη θυγατέρα τους ότι ο ίδιος δεν ήταν ο βιολογικός της πατέρας. Είμαστε της άποψης ότι πολύ ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο ανάφερε ότι τα ενώπιον του γεγονότα «συνιστούν σε κάποιο βαθμό πρόκληση». Δε συμμεριζόμαστε τη θέση του εφεσείοντα ότι τα γεγονότα ήσαν τέτοια που υπήρξε σοβαρή πρόκληση ώστε να δικαιολογείτο συσχετισμός προς τον βάναυσο στραγγαλισμό του θύματος».
Η ανωτέρω αρχή επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Radyan ν. Δημοκρατίας (2015) 2Β Α.Α.Δ. 664, 668, όπου αναφέρθηκε ότι·
«Τέλος, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα εισηγήθηκε ότι το Κακουργιοδικείο εσφαλμένα θεώρησε ότι η πρόκληση που δέχθηκε ο εφεσείων ήταν «ανεπαίσθητη» και «ασήμαντη αφορμή», τη στιγμή που ο συνήγορός του είχε αναφέρει ότι το θύμα εκστόμισε εναντίον του «βαρετές εκφράσεις». Η νομολογία αναγνωρίζει τη σημασία μιας ουσιαστικής πρόκλησης ως μετριαστικού παράγοντα. Εξίσου, όμως, αναγνωρίζεται ότι η πρόκληση πρέπει να είναι ανάλογη και να δικαιολογείται ο συσχετισμός της προς τη σοβαρότητα του αδικήματος, έτσι ώστε όσο πιο σοβαρό είναι ένα έγκλημα, τόσο πιο σοβαρή απαιτείται να είναι η πρόκληση για να λειτουργήσει ως ουσιαστικός μετριαστικός παράγοντας. (Selim ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 199). Εν προκειμένω, είναι φανερό από το σύνολο της αιτιολογίας που έδωσε το Κακουργιοδικείο, το οποίο είχε υπόψη του την υπόθεση Selim και αναφέρθηκε σε αυτή, ότι τα όσα ανέφερε είχαν ακριβώς την έννοια που αναγνωρίζει η νομολογία, ότι δηλαδή, ενόψει της σοβαρότητας του εγκλήματος και του βάναυσου τρόπου με τον οποίο εκτελέστηκε, η λεκτική πρόκληση που δέχθηκε ο εφεσείοντας θα μπορούσε μεν να ληφθεί υπόψη, όχι όμως σε ουσιαστικό βαθμό».
Εξίσου κατατοπιστικά είναι και τα αναφερόμενα στην υπόθεση Manpreet Sing Jayia ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 232/22, ημερομηνίας 29/09/2025, όπου αναφέρεται ότι·
«Συνάγεται λοιπόν πως δεν είναι οποιαδήποτε συμπεριφορά του θύματος η οποία δύναται να προσμετρήσει ως πρόκληση και να εξηγήσει την απώλεια αυτοελέγχου, μετριάζοντας την εγκληματική δράση. Θα πρέπει η συμπεριφορά του θύματος να είναι ικανή να επιφέρει την απώλεια αυτοελέγχου και να κρίνεται επίσης αντικειμενικά ότι κάθε λογικός άνθρωπος, ευρισκόμενος σε τέτοια κατάσταση, θα έπραττε όπως έπραξε ο Κατηγορούμενος»
Στην προκειμένη περίπτωση αδυνατούμε να δεχθούμε ότι τα όσα υποδείχθηκαν από την υπεράσπιση συνιστούν στοιχεία τα οποία αντικειμενικώς αποτιμούμενα καταδεικνύουν, υπό τις περιστάσεις, πρόκληση. Η τελευταία ενέργεια του θύματος αμέσως μετά την αναχώρηση της αστυνομίας από την οικία του κατηγορούμενου, στρεφόμενη μάλιστα προς τη θυγατέρα της και όχι τον ίδιο τον κατηγορούμενο (της μίλησε απαξιωτικά και έριξε προς το μέρος της ένα παιχνίδι), δεν ήταν τέτοιας υφής και έντασης που να δικαιολογούσε τη βαναυσότητα των πράξεων του κατηγορούμενου, πράξεις οι οποίες οδήγησαν το θύμα στον θάνατο. Ούτε όμως επιβεβαιώνεται, δικανικώς, η θέση της υπεράσπισης πως ο κατηγορούμενος επιχείρησε να προστατεύσει την κόρη και το εγγόνι του. Το γεγονός ότι το θύμα έριξε προς το μέρος της θυγατέρας της ένα παιχνίδι (αυτοκίνητο), δεν αποκαλύπτει κίνδυνο και πρόκληση τέτοιου βαθμού, που να δικαιολογούσε την αντίδραση του κατηγορούμενου. Άλλωστε, όταν ο κατηγορούμενος άρχισε να χτυπά το θύμα, είναι η θυγατέρα του εκείνη που τον καλούσε να σταματήσει, και είναι αυτό ενδεικτικό πως η θυγατέρα του δεν ένιωθε να απειλείται από το θύμα. Σε κάθε περίπτωση, το ρίξιμο και μόνο ενός αντικειμένου προς το μέρος τρίτου προσώπου, χωρίς περαιτέρω επιπτώσεις και εδώ τίποτα άλλο δεν αναφέρθηκε, δεν είναι ικανό να κριθεί ως πρόκληση. Περιπλέον, με δεδομένη τη σύμφωνη θέση όλων των εμπλεκομένων πως το θύμα θα εγκατέλειπε την οικία του κατηγορούμενου σε τρεις μέρες, κάτι για το οποίο και ο ίδιος ο κατηγορούμενος συμφώνησε μετά την παρέμβαση της αστυνομίας, δεν δικαιολογούσε αναζωπύρωση των αρνητικών συναισθημάτων που έτρεφε συνεπεία όλων όσων είχαν προηγηθεί. Κάλλιστα μπορούσε ο κατηγορούμενος να καλέσει εκ νέου την αστυνομία, ιδιαίτερα εφόσον το συμβάν έλαβε χώρα αμέσως μετά την αναχώρηση των μελών της δύναμης από την οικία του και να απαιτούσε την αυθωρεί απομάκρυνση του θύματος από την οικία. Ούτε όμως και η παρελθοντική συμπεριφορά του θύματος, ως ανωτέρω περιγράφηκε, κρίνεται τέτοιου βαθμού που να δικαιολογούσε το εδώ ξέσπασμα του κατηγορούμενου και τελικώς τη θανάτωση του θύματος. Πολύ περισσότερο υπό τις περιστάσεις, δηλαδή την παρέμβαση της αστυνομίας και τη συνεπακόλουθη σύμφωνη γνώμη όλων των εμπλεκομένων να παραμείνει το θύμα στην οικία του κατηγορούμενου μέχρι την 04/10/2025, αδυνατούμε να δεχθούμε ότι τα όσα μας υποδείχθηκαν συνιστούν πρόκληση από μέρους του θύματος, δηλαδή συμπεριφορά που να κρίνεται ανάλογη της σοβαρότητας της μοιραίας πράξης που επακολούθησε, ως ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Kemal Selim, Radyan και Jayia, ανωτέρω.
Ό,τι όμως δεχόμαστε ως σοβαρό μετριαστικό παράγοντα του κατηγορούμενου και έχει σχέση με τη συστηματικώς άσχημη συμπεριφορά του θύματος, ως ανωτέρω περιγράφηκε, είναι τη συναισθηματική φόρτιση που αυτή προκάλεσε στον κατηγορούμενο. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Βίκτωρα Μενελάου Ιωάννου (1999) 2 Α.Α.Δ. 603, 611.
«Συνεκτίμηση του συνόλου των περιστατικών της υπόθεσης, υπέβαλε ο κ. Ευσταθίου, αποκαλύπτει την ποινή ως καθ' όλα παραδεκτή. Η συναισθηματική φόρτιση (ένταση), κάτω από την οποία έδρασε ο εφεσίβλητος, η οποία διαφαίνεται από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των εγκλημάτων, μειώνει, όπως μπορεί να συνοψίσουμε τη θέση του, τη σοβαρότητα του εγκλήματος. Οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες έδρασε, σε συνδυασμό με το καλό του παρελθόν, καθιστούν απομακρυσμένη την πιθανότητα επανάληψης όμοιων εγκλημάτων στο μέλλον.
Η συναισθηματική φόρτιση (ένταση), κάτω από την οποία λειτουργεί ο δράστης του εγκλήματος, προσμετρά ως μετριαστικός παράγοντας - (βλ., μεταξύ άλλων, Georghios Kyprianou v. The Republic (1971) 2 C.L.R. 158· Costas Christodoulou Katsiaris v. Republic (1975) 2 C.L.R. 17· Σάββα ν. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 231, 238· Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 200, 208). Ο λόγος έγκειται στην αποδυνάμωση, κάτω από την ένταση, των μηχανισμών αυτοελέγχου, που τείνουν να καταστείλουν την οργή και να μετριάσουν το πάθος».
Στην υπό κρίση περίπτωση τα όσα αναφέρθηκαν από την υπεράσπιση ως στοιχεία τα οποία δεικνύουν τη συμπεριφορά του θύματος απέναντι στον κατηγορούμενο και τις θυγατέρες τους, σε συσχετισμό με τον αλκοολισμό του θύματος, και προστίθεται εδώ ότι και το επίδικο βράδυ το θύμα είχε καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ, αποδεχόμαστε ότι είναι τέτοια που προκάλεσαν στον κατηγορούμενο έντονη συναισθηματική φόρτιση και είναι συνεπεία τούτου, όπως και στην υπόθεση Ιωάννου ανωτέρω, που αποδυναμώθηκε ο μηχανισμός αυτοελέγχου του κατηγορούμενου και οδηγήθηκε στην αποτρόπαια τούτη πράξη. Συνεπώς, αυτή η συναισθηματική φόρτιση πιστώνεται στον κατηγορούμενο ως σοβαρός μετριαστικός παράγοντας, εφόσον φαίνεται πως είναι η αιτία που τον οδήγησε να δράσει τοιουτοτρόπως.
Μάλιστα η ανωτέρω συναισθηματική φόρτιση συσχετίζεται περαιτέρω και με την ιδιαίτερη ψυχιατρική κατάσταση τούτου. Εν προκειμένω το έγγραφο Ε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η ψυχιατρική γνωμάτευση που ετοιμάστηκε την 16/02/2026 και το περιεχόμενο της αποδίδει ευκρινώς την ψυχική εικόνα του κατηγορούμενου. Αναφέρεται εκεί ότι
«Εξέτασα, σήμερα, τον ανωτέρω ασθενή-κατόπιν σχετικού δικαστικού διατάγματος-και βρήκα αυτόν πάσχοντα από υποτροπιάζουσα κατάθλιψη (με συνοδό ιδεακή σημειολογία παραληρητικής τάξης, κατά τις υποτροπές της νόσου).
Ο ασθενής και παρά την βαρύτητα των συμπτωμάτων της νόσου του, αδιαφορούσε για την λήψη της δέουσας θεραπείας και ψυχιατρικής παρακολούθησής του· ακόμη και μετά την νοσηλεία του Ψ. Ν. Αθαλάσσας (2003), μετά από βαρεία αυτοκαταστροφική απόπειρα, διέκοψε την φαρμακευτική αγωγή μετά το εξιτήριό του.
Αναλόγως και τώρα, κατά την πεντάμηνη κράτησή του ως υπόδικος δεν ζήτησε να εξεταστεί ψυχιατρικά, παρότι υπό τις στρεσογόνες συνθήκες της κράτησής του στα κρατητήρια Λακατάμιας, είχε αρχίσει να βιώνει καταθλιπτικά συμπτώματα.
Στη σημερινή εξέτασή του, διαπίστωσα υποτροπή της νόσου, χωρίς έτι έκθυση ενεργού αυτοκαταστροφικού ιδεασμό. Ο ασθενής δέχτηκε την έναρξη της δέουσας θεραπείας (και ψυχιατρικής παρακολούθησής του) η οποία θα ξεκινήσει άμεσα».
Και είναι επίσης αναγνωρισμένο ότι η ψυχική κατάσταση ενός κατηγορούμενου αποτελεί μετριαστικό παράγοντα που συναποτιμάται και προσμετράται προς όφελός του (βλ. Ψύλλας ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 430, Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 137/17, ημερ. 26/04/2018, ECLI:CY:AD:2018:B197 και Τράντα ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 8/16, ημερ. 14/11/2016). Έτι περισσότερο στην προκειμένη περίπτωση που αυτή τούτη η ψυχική εικόνα του κατηγορούμενου επιβαρύνθηκε ένεκα της συμπεριφοράς του θύματος και είναι συνεπεία τούτης της συμπεριφοράς που απώλεσε την ψυχραιμία του και προέβη στην αποτρόπαια και βάναυση πράξη. Συνεπώς και αυτή η πτυχή των θέσεων της υπεράσπισης συναποτιμήθηκε μετριαστικώς κατά την εκτίμηση της ποινολογικής αντιμετώπισης του κατηγορούμενου.
Σκόπιμο εντούτοις κρίνουμε να παρεμβάλουμε εδώ το εξής σχετικό. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου μας παρέπεμψε στην πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Mufeed Abdo, Αρ. Υπ. 23398/15, ημε.ρ 21/11/2016, η οποία επικυρώθηκε κατ’ έφεση (βλ. Abdo ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 230/16, ημερ. 31/01/2018, ECLI:CY:AD:2018:B51), εισηγούμενος, μεταξύ άλλων, ότι η ποινική ευθύνη του εδώ κατηγορούμενου θα πρέπει να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα της εύθραυστης ψυχικής του κατάστασης και μας κάλεσε να αντλήσουμε καθοδήγηση από την ποινή που εκεί επιβλήθηκε.
Έχουμε αναφέρει ήδη ότι η ψυχική κατάσταση ενός κατηγορούμενου αποτελεί στοιχείο που συναποτιμάται. Παρόλα ταύτα και με κάθε σεβασμό, κρίνουμε ατυχή τον παραλληλισμό των δεδομένων της υπό κρίση υπόθεσης με εκείνων της υπόθεσης Abdo, ανωτέρω. Επρόκειτο εκεί για ιδιαίτερο και σοβαρότατο ψυχιατρικό περιστατικό σχιζοφρένειας. Όπως τέθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο·
« Όταν εντάθηκε η αναπηρία που ανέπτυξε, με την όραση του να μειώνεται κατά τα 9/10, ο εφεσείων αναγκάστηκε και μετακόμισε με τους γονείς του. Η κακή ψυχολογική του κατάσταση εντάθηκε από τη στιγμή που σταμάτησε να λαμβάνει τη φαρμακευτική αγωγή που του χορηγήθηκε. Με την πάροδο του χρόνου, όπως αναφέρει το Κακουργιοδικείο, «ανέπτυξε παραληρητικές ιδέες, θεωρούσε τον πατέρα του εχθρό και απειλή κατά της ζωής του και «ακούοντας» τον, κατά τη δική του αντίληψη, να τον απειλεί πως θα τον σκοτώσει, τον σκότωσε αυτός». Είναι χαρακτηριστικό της κατάστασης του η αναφορά προς τη μητέρα του, μετά το συμβάν, πως σκότωσε το διάβολο. Ταυτοχρόνως, παρατηρούμε στη συνέχεια να επανέρχεται σε πλήρη συνειδητοποίηση και μεταμέλεια για το τί έπραξε, και καλεί ο ίδιος ασθενοφόρο. Αυτή τη ψυχική ανισορροπία, που αποτελεί συμπτώματα σχιζοφρένειας ανέλυσε, στη βάση επιστημονικών προσεγγίσεων εδραζομένων επί συγγραμμάτων, το Κακουργιοδικείο».
Συνακόλουθα αναφέρθηκε·
«Καθοδηγήθηκε ορθώς το δικαστήριο από προηγούμενη νομολογία επί τούτου και ιδιαιτέρως στην υπόθεση Λεμής ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 340, όπου ο εφεσείων, όντας 29 ετών, διέπραξε μητροκτονία. Ο εφεσείων στην υπόθεση εκείνη, είχε επιφέρει με εργαλείο κοπής θανάσιμα κτυπήματα στο στήθος της μητέρας του. Υπήρχε ψυχιατρικό μητρώο και αισθήματα εχθρότητας προς τους γονείς του, τους οποίους θεωρούσε υπεύθυνους για την κατεστραμμένη, όπως την αντιλαμβανόταν, ζωή του. Το Εφετείο στην υπόθεση Λεμής, καθοδηγούμενο και από αγγλική νομολογία, επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 8 ετών. Ανάλογη προσέγγιση και παρόμοιος προβληματισμός υπήρξε από το Εφετείο και στην υπόθεση Παναγή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 445, στην οποία κάμνει επίσης αναφορά το Κακουργιοδικείο, όπου για άτομο με παρανοϊκή σχιζοφρένεια, τρόφιμο του ψυχιατρείου, που με επίγνωση των πράξεων του στραγγάλισε δύο άλλους τρόφιμους, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 ετών. Η τελευταία αναφορά στην οποία έκαμε αναφορά το Κακουργιοδικείο είναι η υπόθεση Πεπέκκος ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 86, στην οποία ο εφεσείων ήταν άτομο με ψυχικά και ψυχιατρικά προβλήματα και κάτω από το κράτος ψυχικού παραληρήματος προκάλεσε το θάνατο Γερμανού ποδηλάτη, τον οποίο είχε εκλάβει ως κατάσκοπο. Στην υπόθεση αυτή επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών».
Στην ενώπιόν μας υπόθεση επαχθής όσο και αν είναι η ψυχική κατάσταση του κατηγορούμενου, δεν είναι ανάλογης βαρύτητας με αυτή της υπόθεσης Abdo και των εκεί αναφερόμενων αποφάσεων. Συνεπώς πέραν των όσων ήδη αναφέραμε, η υπόθεση Abdo δεν παρέχει περαιτέρω καθοδήγηση και δεν εξυπηρετεί το επιχείρημα της υπεράσπισης.
Πέραν των όσων άλλων έχουμε ήδη αναφέρει, υπόψη μας λάβαμε και τις ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, όπως ακριβώς αναφέρθηκε στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 152/2017, ημερ. 20/06/2022, ECLI:CY:AD:2022:D246, δηλαδή ότι·
«Το δικό μας Νομικό Σύστημα αναγνωρίζει ελαφρυντικά στοιχεία, εκεί όπου υπάρχουν, ακόμη και στα σοβαρά και ειδεχθή εγκλήματα, αφού η εξατομίκευση της ποινής έχει πάντα τη θέση της.»
Σημειώνουμε συναφώς καθετί το οποίο αναφέρεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που τέθηκε ενώπιόν μας, καθώς και τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης επιμελώς ανέπτυξε στην αγόρευσή του. Ιδιαίτερα σημειώνουμε ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 63 ετών (ημερ. γεν. 05/01/1963), πρώην σύζυγος του θύματος με την οποία απέκτησε δύο θυγατέρες, ενήλικες σήμερα, εκ των οποίων η μία (Μόνα Μοχαμμαντί) και το ανήλικο τέκνο της, διέμεναν μαζί με τον κατηγορούμενο ως ανωτέρω εξηγήθηκε. Ήρθε στην Κύπρο με την οικογένειά του το 1997 ως αιτητής ασύλου, εφόσον στη χώρα καταγωγής του υπηρετούσε ως κυβερνητικός αξιωματούχος επί του προηγούμενου καθεστώτος και ακολούθως στιγματίστηκε ως αντικαθεστωτικός και επικηρύχθηκε καταζητούμενος. Αφότου ήρθε στην Κύπρο εργάζετο ως ελαιοχρωματιστής και δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες.
Όλες οι ανωτέρω προσωπικές του κατηγορουμένου περιστάσεις είναι στοιχεία τα οποία λήφθηκαν υπόψιν κατά την αποτίμηση της ποινικής του ευθύνης, χωρίς εντούτοις να παραγνωρίζεται ότι αν και δικαιολογούν την επίδειξη επιείκειας, δεν μεταβάλλουν «την κλίμακα σοβαρότητας του εγκλήματος» (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Βίκτωρα Μενελάου Ιωάννου, το σχετικό απόσπασμα στη σελ. 614).
Εκ των ανωτέρω στοιχείων εκείνο στο οποίο προσδώσαμε ιδιαίτερη σημασία, είναι η ηλικία του κατηγορούμενου σε συσχετισμό με το γεγονός ότι δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, χωρίς μάλιστα να διαλανθάνει την προσοχή μας ότι ευρίσκετο στην Κυπριακή Δημοκρατία για 25 και πλέον έτη μέχρι την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος και είναι τούτο ένα δεδομένο που δικαιολογεί επιεικέστερη αντιμετώπιση ένεκα του πρότερου έντιμου βίου του (βλ. Ψωμά ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 40).
Καίτοι η υπεράσπιση δεν στάθηκε ειδικά στην ηλικία του κατηγορούμενου σε συσχετισμό με την τυχόν ποινή που ήθελε επιβληθεί, δεν διέλαθε την προσοχή μας ότι πρόκειται για άτομο ηλικίας 63 ετών. Αν και δεν είναι ιδιαίτερα προχωρημένης ηλικίας, εντούτοις δεν μειώνεται η νομολογιακή αρχή πως «ο χρόνος είναι πιο πολύτιμος για το ηλικιωμένο άτομο και το αποτέλεσμα μίας ποινής φυλάκισης σε αυτόν είναι δυσμενέστερο, καθότι η προσδοκία ζωής του είναι μικρότερη». Ως εκ τούτου, είχαμε και αυτόν τον παράγοντα κατά νου κατά την αποτίμηση της ποινής που ήθελε επιβληθεί (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευριπίδη Χρίστου (Αρ. 2) (2017) 2Β Α.Α.Δ. 1064).
Επιπρόσθετος μετριαστικός παράγοντας ο οποίος πιστώνεται στον κατηγορούμενο, είναι βεβαίως και η παραδοχή του, εφόσον το δίκαιο αναγνωρίζει πως τούτη η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, γεγονός που ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή ώστε να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 28). Πέραν τούτου, στην υπό κρίση περίπτωση η παραδοχή του κατηγορούμενου αναδεικνύει και μία άλλη ιδιαίτερη παράμετρο. Αυτό συνεπεία του ότι ο κατηγορούμενος αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος αναχώρησε από την οικία του και μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας, όπου απεριφράστως παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος. Ορθές εν προκειμένω είναι οι επισημάνσεις του συνηγόρου υπεράσπισης, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος αυτοβούλως μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό και εξαρχής παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος, συνεργάστηκε με την αστυνομική δύναμη και συνέβαλε στην εξιχνίαση τούτου, αλλά κυρίως, ότι αμέσως δήλωσε τη μεταμέλειά του και απολογήθηκε για την πράξη του. Το σύνολο των πιο πάνω ενεργειών του κατηγορουμένου γλαφυρώς αποκαλύπτει τη μεταμέλειά του, γεγονός που επιβεβαιώθηκε και με την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Και είναι αυτή η μεταμέλεια, ως κινητήριος μοχλός της παραδοχής του, πρόσθετος σοβαρός μετριαστικός παράγοντας που αναγνωρίζεται από τη νομολογία και πιστώνεται στον κατηγορούμενο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευριπίδη Χρίστου).
Όσον αφορά τις αιτιάσεις του συνηγόρου του κατηγορούμενου σε σχέση με τις συνθήκες κράτησης, που σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο έγγραφο Ε συνέβαλαν στην επιβάρυνση της ψυχικής του υγείας, αν και επίσης συναποτιμήθηκαν, συνιστάμενες σε μια περίοδο περί τους πέντε μήνες που παρέμεινε υπό κράτηση κατά τον τρόπο που εξηγήθηκε (και είναι αυτές οι συνθήκες που επιβάρυναν την ψυχική του υγεία), εντούτοις σημειώνουμε ότι πλέον δεν υφίσταται αυτός ο παράγοντας, εφόσον, ως μας δηλώθηκε, ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στις κεντρικές φυλακές.
Τέλος, ούτε συμφωνούμε με τα αναφερόμενα από την υπεράσπιση περί ελλείψεως θεσμικής προστασίας, προσθέτοντας ότι· «….δεν υπήρξε η εγρήγορση και η συλλογική δράση των αρμοδίων αρχών που απαιτείται για να αποτραπεί ένα ενδεχόμενο περιστατικό, παρά μόνο μία προειδοποίηση στο θύμα….». Αφενός τίποτα δεν τέθηκε ενώπιόν μας που να υποδηλοί ότι σε οποιονδήποτε χρόνο πριν το μοιραίο γεγονός ο κατηγορούμενος επιχείρησε να αποταθεί σε κάποια αρμόδια αρχή και δεν βρήκε κατανόηση. Από την άλλη, τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αποκαλύπτουν έγκαιρη και δέουσα αντιμετώπιση του συμβάντος από την αστυνομία. Παρά το προχωρημένο της ώρας υποβολής του παραπόνου (αυτού που προηγήθηκε του συμβάντος, δηλαδή η ώρα 01:05), η αστυνομία μετέβη στην οικία του κατηγορούμενου και μάλιστα η δική της συμβολή ήταν εκείνη που έφερε όλους τους εμπλεκόμενους να συμφωνούν όπως το θύμα αποχωρήσει από την εν λόγω οικία την 04/10/2025. Υπό αυτή τη θεώρηση των γεγονότων και κυρίως ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι συμφώνησαν με τον χρόνο αποχώρησης του θύματος από την οικία, δεν βλέπουμε αδράνεια από πλευράς των αρχών κατά τον τρόπο που η υπεράσπιση εισηγήθηκε. Και ούτε είναι βεβαίως ζητούμενο τούτης της απόφασης η εξέταση του ευρύτερου θεσμικού πλαισίου κατά τρόπο γενικό και αόριστο, ιδιαίτερα εφόσον τίποτα δεν τέθηκε ενώπιόν μας που να θέλει τον κατηγορούμενο σε προηγούμενο χρόνο να επιζητεί τέτοια βοήθεια.
Βάσει όλων των ανωτέρω στρεφόμαστε σε εξέταση ποινών που επιβλήθηκαν σε άλλες παρόμοιες υποθέσεις, χωρίς όμως να διαλανθάνει την προσοχή μας πως «ουδέποτε κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι δυνατόν να αντληθεί άμεση βοήθεια από προηγούμενες αποφάσεις, λόγω των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης» (βλ. Walid Al Moustafa v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 98/2021, ημερ. 03/02/2023, ECLI:CY:AD:2023:B44).
Στην υπόθεση Μαυρολουκά ν. Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 30 το Ανώτατο Δικαστήριο παρέθεσε αριθμό προηγούμενων υποθέσεων τις οποίες συνόψισε με αναφορά στο ύψος της ποινής που εκεί επιβλήθηκε. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα.
«Στην υπόθεση Νικολάου ν. Αστυνομίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 309 ο δράστης ήταν βαριά ψυχικά διαταραγμένο άτομο όταν διέπραξε το έγκλημα της ανθρωποκτονίας. Το Εφετείο, αφού αναφέρθηκε σε ποινές που επιβάλλονται σε ψυχικά ασθενή άτομα, επικύρωσε ποινή φυλάκισης 14 ετών που είχε επιβάλει το Κακουργιοδικείο ως ποινή που βρισκόταν εντός των ορθών πλαισίων.
Στην Μωϋσίδης ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 34, σε υπόθεση ανθρωποκτονίας, το θύμα είχε κτυπηθεί με πολύ βίαιο τρόπο. Ο εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου, δεν υπήρχε προσχεδιασμός, υπήρχε πρόκληση εκ μέρους του θύματος, ο εφεσείων ήταν 40 ετών, οικογενειάρχης και πατέρας ανήλικων παιδιών και τελούσε σε κατάσταση μέθης όταν διέπραξε το έγκλημα. Επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 14 ετών από το Εφετείο.
Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου (1999) 2 Α.Α.Δ. 603 το έγκλημα της ανθρωποκτονίας άγγιζε τα όρια φόνου εκ προμελέτης, ο εφεσείων ήταν 42 ετών, οικογενειάρχης και πατέρας τριών παιδιών, έχαιρε γενικής εκτίμησης στην κοινότητα του, είχε λευκό ποινικό μητρώο και διέπραξε τα εγκλήματα κάτω από συναισθηματική φόρτιση. Του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης 8 ετών στην κατηγορία της ανθρωποκτονίας και 4 ετών στα αδικήματα της εκ προθέσεως πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Σε έφεση του Γενικού Εισαγγελέα το Εφετείο αύξησε σε 12 έτη την ποινή για την κατηγορία της ανθρωποκτονίας και σε 8 έτη για κάθε μια από τις άλλες δύο κατηγορίες. Οι ποινές συνέτρεχαν.
Στην Τσιάκκας ν. Αστυνομίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 349 ποινή φυλάκισης 15 ετών για ανθρωποκτονία κρίθηκε ως επιεικής και επικυρώθηκε. Το έγκλημα προσέγγιζε τα όρια φόνου εκ προμελέτης και δεν υπήρχε πρόκληση εκ μέρους του θύματος».
Πέραν των ανωτέρω στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, Π.Ε.202/18, ημερ. 11/01/2019, ECLI:CY:AD:2019:B4, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από ακρόαση για ηθελημένη ανθρωποκτονία του γιου του και όπως εκεί διαπιστώθηκε, χωρίς οποιαδήποτε πρόκληση ή έστω κάποιο συμβάν που θα μπορούσε να δικαιολογήσει συναισθηματική φόρτιση ή απώλεια αυτοελέγχου. Θύμα ήταν ο υιός του 19 ετών, ενώ ο εφεσείων, ο οποίος ποτέ δεν μεταμελήθηκε, ήταν ηλικίας 73 ετών και λευκού ποινικού μητρώου. Υπόψιν λήφθηκαν και σοβαρά προβλήματα υγείας. Η ποινή που πρωτοδίκως επιβλήθηκε, ήτοι 10 έτη φυλάκιση, αυξήθηκε σε 15 έτη φυλάκιση.
Στην υπόθεση Nicolae Samoila ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (2016) 2Β Α.Α.Δ. 1321, ο εφεσείων και το θύμα κατανάλωσαν ποσότητα οινοπνευματωδών ποτών και ακολούθως άρχισαν να λογομαχούν έντονα με αφορμή ποσό €250 που το θύμα όφειλε στον εφεσείοντα. Το θύμα άρπαξε μαχαίρι και κινήθηκε με απειλητικές διαθέσεις προς τον εφεσείοντα, εντούτοις αφοπλίστηκε από τρεις συγκατοίκους του εφεσείοντα. Στη συνέχεια ο εφεσείων επέφερε χτυπήματα σε διάφορα μέρη του σώματος του θύματος και ακολούθως τον έδεσε με σχοινί χειροπόδαρα και από τον λαιμό και άρχισε να τον χτυπά. Αφέθηκε δεμένος στο έδαφος μέχρι το επόμενο πρωινό, όταν ένας εκ των συγκατοίκων του εφεσείοντα επιχείρησε να λύσει το θύμα και διαπιστώθηκε ότι ήταν νεκρό. Η θέση του εφεσείοντα για πρόκληση, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, το ίδιο και η προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου. Ως ελαφρυντικό στοιχείο λήφθηκε η μέθη. Η ποινή που επιβλήθηκε κατόπιν παραδοχής ύψους 15 ετών, κρίθηκε δικαιολογημένη.
Εντέλει, στην Αλεξάνδρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 152/17, ημερ. 20/06/2022, ECLI:CY:AD:2022:D246, ο εφεσείων παρότρυνε τον πρώτο συγκατηγορούμενο του (ο οποίος αφού καταδικάστηκε έδωσε μαρτυρία στην υπόθεση ως Μ.Κ.7) και μέσω αυτού και τον δεύτερο συγκατηγορούμενο του, να διαρρήξουν το διαμέρισμα του θύματος (με το οποίο ο εφεσείων διατηρούσε ερωτική σχέση) για να κλέψουν από αυτό και αν χρειαζόταν (προκειμένου να επιτευχθεί η κλοπή), να αρπάξουν, να κτυπήσουν και να δέσουν το θύμα. Μάλιστα προθυμοποιήθηκε και ο ίδιος ο εφεσείων να βοηθήσει κατά τη διάπραξη των εγκλημάτων. Το επίδικο βράδυ, ο εφεσείων τηλεφώνησε στον Μ.Κ.7 και του ανέφερε ότι το θύμα θα απουσίαζε από το διαμέρισμα του και ότι έπρεπε να εισέλθουν εντός αυτού. Ο Μ.Κ.7 με τον έτερο συγκατηγορούμενο του εφεσείοντος εισήλθαν στο διαμέρισμα του θύματος, το οποίο, δυστυχώς, δεν απουσίαζε από το διαμέρισμα. Το θύμα κακοποιήθηκε βάναυσα από τους δύο συγκατηγορούμενους του εφεσείοντος και αφέθηκε δεμένο με σχοινί και αβοήθητο, άφησε δε την τελευταία του πνοή 30 περίπου ώρες μετά την κακοποίηση που δέχθηκε και 8 με 12 ώρες πριν τον εντοπισμό του. Στον εφεσείοντα ηλικίας 25 ετών, αρραβωνιασμένο και πατέρα ενός ανήλικου παιδιού ο οποίος υπέφερε από προβλήματα υγείας, επιβλήθηκε κατόπιν ακρόασης, ποινή φυλάκισης 15 ετών. Άσκησε έφεση κατά της επιβληθείσας ποινής και το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε αυτήν στα 13 έτη, σημειώνοντας, μεταξύ άλλων, πως στην υπόθεση εκείνη δεν υπήρχε από πλευράς του εφεσείοντος πρόθεση πρόκλησης θανάτου του θύματος και ότι επρόκειτο για «αθέλητη» ανθρωποκτονία.
Δέον θεωρούμε πως είναι να επαναλάβουμε τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Βίκτωρα Μενελάου Ιωάννου ανωτέρω, δηλαδή ότι·
«Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών του. Η ανάγκη προστασίας ποικίλλει, ανάλογα με τη σοβαρότητα του εγκλήματος. Όπως υποδείξαμε στην πρόσφατη απόφασή μας στην Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 A.A.Δ. 342, «... το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.», (σελ. 351). Οι συνέπειες εγκλήματος βίας, όπως υποδείξαμε στην ίδια απόφαση, προσμετρούν στον καθορισμό της σοβαρότητάς του. μόνο όπου δεν είναι προβλεπτές μειώνεται η σημασία τους».
Κατά τον ίδιο χρόνο γνώμονα αποτελούν και τα λεχθέντα στην υπόθεση Περικλή ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 524, 527, όπου υποδείχθηκε πως·
«Η αφαίρεση ανθρώπινης ζωής αποτελεί μια ειδεχθή και κατακριτέα πράξη και η ποινή πρέπει να υποδηλοί την έκταση με την οποία τα Δικαστήρια εκτιμούν τη ζωή εκφράζοντας την προσέγγιση τους με το συμβατικό τρόπο που ο Νομοθέτης καθιέρωσε για την επαρκή τιμωρία των εγκλημάτων αυτών».
Και είναι τα ανωτέρω καθοδηγητικά για την αποτίμηση της ποινολογικής ευθύνης του κατηγορούμενου. Συνιστά η παρούσα τον επίλογο μίας τραγικής περίπτωσης, ως ανωτέρω έχει εξηγηθεί. Καίτοι οι ενέργειες του θύματος δεν κρίθηκαν ικανές να εκληφθούν ως πρόκληση, εντούτοις δεδομένη είναι η συναισθηματική φόρτιση που την κρίσιμη εκείνη στιγμή κορυφώθηκε στο μυαλό του κατηγορούμενου με απότοκο την αποδυνάμωση του αυτοελέγχου του. Την ίδια όμως ώρα βαρυσήμαντη κρίνεται και η δήλωσή του, αποκαλύπτουσα τις μύχιες προθέσεις του, δηλαδή ότι «πρέπει να τη σκοτώσω». Πέραν δε της δεδηλωμένης τούτης θέσης, οι ενέργειες που ακολούθησαν, η πολλαπλότητα αυτών (και αναφερόμαστε όχι μόνο στα τρία χτυπήματα στο κεφάλι με το σίδερο αλλά και στα όσα προηγήθηκαν) και η βαναυσότητα των χτυπημάτων που επέφεραν τον θάνατο του θύματος, είναι στοιχεία που καθορίζουν την ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου και συναποτιμήθηκαν με όλα τα λοιπά στοιχεία που ανωτέρω αναφέραμε.
Υπό το φως όλων των ανωτέρω κρίνουμε ότι αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή των 14 ετών φυλάκισης, την οποία και επιβάλλουμε.
Η ποινή να μειωθεί για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση συμφώνως των διατάξεων του άρθρου 117(1) του Κεφ. 155, δηλαδή από 09/10/2025.
(Υπ.)........................................
Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ
(Υπ.)........................................ Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ
(Υπ.)........................................ Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ
Πιστόν αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο