Δημοκρατία ν. Θ.Κ., Αρ. Υπόθεσης: 21014/21, 12/3/2026
print
Τίτλος:
Δημοκρατία ν. Θ.Κ., Αρ. Υπόθεσης: 21014/21, 12/3/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΣΥΝΘΕΣΗ:         Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ

                           Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ

                           Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ

 

Αρ. Υπόθεσης: 21014/21

 

                                                                Δημοκρατία

 

v.

 

Θ.Κ.

  Κατηγορούμενος

 

Ημερομηνία: 12 Μαρτίου 2026

Εμφανίσεις:

Για τη Δημοκρατία: κα Μ. Μασούρα, Δικηγόρος της Δημοκρατίας

Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Γιαλελής και κα Μ. Κουλέντη

Κατηγορούμενος παρών

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

(Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών και ως εκ τούτου υπάρχει περιορισμός στην κυκλοφορία της απόφασης.  Το πρωτότυπο της απόφασης που περιλαμβάνει τα ονόματα ή άλλα στοιχεία θα παραμείνει στον φάκελο του Δικαστηρίου, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη)

 

Στα πλαίσια της παρούσας ποινικής δίωξης, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δώδεκα συνολικά κατηγορίες που αφορούν ισχυριζόμενες παραβιάσεις του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν.119(Ι)/2000

 

Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι:

 

1.  Στις 28.11.21 ήλθε σε παράνομη συνουσία διά στοματικής διείσδυσης του πέους του στο σώμα της συμβίας του N.A. με τη συναίνεσή της η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας, απειλής και φόβου, κατά παράβαση του άρθρου 144 του Κεφ. 154 (1η κατηγορία).

2.  Κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, διενήργησε πράξη με την οποία προκάλεσε ψυχική βλάβη στη συμβία του N.A., δηλαδή ήλθε σε παράνομη στοματική διείσδυση του πέους του στο σώμα της, με τη συναίνεσή της η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας, απειλής και φόβου, κατά παράβαση του άρθρου 3(1) του Νόμου 119(Ι)/2000 (2η κατηγορία).

3.  Στις 27.11.21 προκάλεσε παράνομα βαριά σωματική βλάβη στη συμβία του N.A, δηλαδή της έριξε μια γυάλινη μπουκάλα η οποία την έκοψε βαθιά στο χέρι με αποτέλεσμα να χρειαστεί συρραφές, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Κεφ. 154 και του άρθρου 4(1),(2)(i) του Νόμου 119(Ι)/2000 (3η κατηγορία).

4.  Κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 3η κατηγορία, παρέλειψε να διενεργήσει πράξη προκαλώντας ψυχική βλάβη στη συμβία του N.A., δηλαδή ενώ του ζήτησε να τη βοηθήσει και να την πάρει αμέσως στις πρώτες βοήθειες, αρνήθηκε και της είπε «στα αρχίδια μου, εν με κόφτει να μείνεις να πεθάνεις», κατά παράβαση του άρθρου 3(1) του Νόμου 119(Ι)/2000 (4η κατηγορία).

5.  Στις 11.12.21 επιτέθηκε παράνομα εναντίον της συμβίας του N.A. προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη, δηλαδή την χτύπησε με αλουμινένιο σκουπόξυλο στο πόδι και στο χέρι, με αποτέλεσμα να ανοίξει η πληγή της που αναφέρεται στην 3η κατηγορία, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ. 154 και του άρθρου 4(1),(2) του Νόμου 119(Ι)/2000 (5η κατηγορία).

6.  Στις 12.12.21 επιτέθηκε παράνομα εναντίον της συμβίας του N.A. προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη, δηλαδή την κλωτσούσε στα πλευρά της και την πίεζε στο σώμα της με ένα σκαμπό με αποτέλεσμα να υποστεί μώλωπες και εκδορές, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ. 154 και του άρθρου 4(1),(2) του Νόμου 119(Ι)/2000 (6η κατηγορία).

7.  Στις 12.12.21 επιτέθηκε παράνομα εναντίον της συμβίας του N., δηλαδή τραβώντας την από τα μαλλιά της άδειασε ένα μπουκάλι νερού με αποτσίγαρα στο πρόσωπο και την περιέλουσε με νερό και καθαριστικό πατώματος, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ. 154 και του άρθρου 4(1),(2)(Φ) του Νόμου 119(Ι)/2000 (7η κατηγορία).

8.  Στις 12.12.21 επιτέθηκε παράνομα εναντίον της συμβίας του N.A. προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη, δηλαδή την χτύπησε με ένα αλουμινένιο σκουπόξυλο σε διάφορα μέρη του σώματος της και προσπάθησε να την πνίξει με αποτέλεσμα να υποστεί μώλωπες και εκδορές, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ. 154 και του άρθρου 4(1),(2) του Νόμου 119(Ι)/2000 (8η κατηγορία).

9.  Στις 12.12.21 επιτέθηκε παράνομα εναντίον της συμβίας του N.A., δηλαδή ούρησε πάνω στο κεφάλι της, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ. 154 και του άρθρου 4(1),(2)(Φ) του Νόμου 119(Ι)/2000 (9η κατηγορία).

10.          Κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 9η κατηγορία, διενήργησε πράξη με την οποία προκάλεσε ψυχική βλάβη στη συμβία του N.A., δηλαδή ούρησε πάνω στο κεφάλι της, κατά παράβαση του άρθρου 3(1) του Νόμου 119(Ι)/2000 (10η κατηγορία).

11.          Στις 13.11.21 άρπαξε τη συμβία του N.A. στερώντας την ελευθερία της, με σκοπό να προκαλέσει τον κρυφό και άδικο περιορισμό της, κατά παράβαση του άρθρου 250 του Κεφ. 154 (11η κατηγορία).

12.          Στις 13.11.21, επιτέθηκε παράνομα εναντίον της συμβίας του N.A. προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη, δηλαδή τραβώντας την από τα μαλλιά, την έριξε στο πάτωμα και την κλωτσούσε σε όλο της το σώμα με αποτέλεσμα να υποστεί μώλωπες και εκδορές, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ. 154 και του άρθρου 4(1),(2) του Νόμου 119(Ι)/2000 (12η κατηγορία).

 

Ο Κατηγορούμενος αρνείται ενοχή σε όλες τις κατηγορίες. 

 

Συνοπτικά και προς ευχερέστερη κατανόηση των όσων θα ακολουθήσουν, σημειώνουμε πως εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής είναι πως η παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος γνωρίστηκαν περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2021, συνήψαν ερωτικό δεσμό στις 5.11.21 και σύντομα μετά ξεκίνησαν να συγκατοικούν.  Η σχέση τους, από την οποία δεν έλειπαν εντάσεις, καβγάδες και κάποιες διανυκτερεύσεις της παραπονούμενης στην πατρική της οικία, διήρκησε μέχρι την ημέρα της καταγγελίας (15.12.21).  Στα πλαίσια της σχέσης, ο Κατηγορούμενος εκδήλωνε ζήλια προς την παραπονούμενη, στην οποία ανέφερε πως γνώριζε πρόσωπα που είχαν να κάνουν με τον υπόκοσμο, την απειλούσε ότι θα κάνει κακό στην ίδια και στην οικογένεια της, τη μείωνε και την αποκαλούσε «πουτάνα», προσπαθούσε να ελέγχει την κάθε της κίνηση και της υπαγόρευε τι να πει σε φίλους και συγγενείς.  Η σχέση ήταν κακοποιητική και κατά τη διάρκεια της υπήρξαν επιθέσεις σε βάρος της παραπονούμενης, ως περιγράφονται στις κατηγορίες καθώς και η παράνομη συνουσία που αποτελεί το αντικείμενο της πρώτης κατηγορίας. 

 

Από δικής της πλευράς, η Υπεράσπιση δέχεται το χρονικό σημείο της γνωριμίας της παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο, καθώς και την έναρξη της ερωτικής τους σχέσης στις 5.11.21, τα πράγματα στην οποία κύλησαν πολύ γρήγορα, με την παραπονούμενη να μεταφέρει τα προσωπικά της αντικείμενα στην οικία του Κατηγορούμενου 15 ημέρες μετά τη γνωριμία τους.  Προβλήθηκε πως σε αρκετές περιπτώσεις η παραπονούμενη εξέφρασε την πεποίθηση πως είχε βρει στο πρόσωπο του Κατηγορούμενου τον άνδρα της ζωής της και τον μελλοντικό πατέρα των παιδιών της.  Ο ίδιος, όμως, δεν είχε καμία σοβαρή πρόθεση έναντι της παραπονούμενης και προσπαθούσε να απαλλαγεί από αυτήν και να διακόψει τη σχέση τους, καθόλου δε δεν ζήλευε την παραπονούμενη και αδιαφορούσε παντελώς για τις προηγούμενες σχέσεις της.  Προέβαλε η Υπεράσπιση πως τα περιστατικά στα οποία η παραπονούμενη αναφέρθηκε αποτελούν αποκυήματα της φαντασίας της, η δε καταγγελία αφορμάται, αφενός, από την επιθυμία της να εκδικηθεί τον Κατηγορούμενο ο οποίος διέκοψε τον δεσμό τους και αφετέρου, προς αποκατάσταση των σχέσεων της παραπονούμενης με την οικογένεια της, με την οποία «τα είχε βάλει» για χάρη του Κατηγορούμενου.

 

Παραδεκτά γεγονότα

 

1.  Στις 16.12.21 και μεταξύ των ωρών 15:48 και 16:01, ο Λοχ. 740, Ε. Σολέας του ΤΑΕ Λευκωσίας, εκπαιδευμένος στη διερεύνηση σκηνής εγκλήματος, έλαβε στην οδό [   ]  και στην παρουσία και καθ' υπόδειξη του Α/Aστ. 2206, Ν. Χριστοδούλου (ΜΚ10), του ΤΑΕ Λευκωσίας και στην παρουσία του Αστ. 3685, Ν. Βασιλειάδη (ΜΚ1), του ΤΑΕ Λευκωσίας, καθώς και στην παρουσία του Κατηγορούμενου και του δικηγόρου του, Θ. Παπαθεοδώρου, αριθμό φωτογραφιών της οικίας κατά την έρευνα που έγινε σε σχέση με τη διερευνώμενη υπόθεση.  Την ίδια μέρα, ήτοι 16.12.21, με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή και συσκευής αντιγραφής CD/DVD, χωρίς να αφαιρέσει ή να προσθέσει ή να αλλάξει οτιδήποτε από το περιεχόμενο της κάρτας μνήμης, το αντέγραψε σε ένα CD/ψηφιακό δίσκο, το οποίο υπέγραψε και έδωσε διακριτικά ως εξής: Master 1, αρ. Φακέλου 0965/2021, ημερομηνία 16.12.21, ΕΣ1.  Ακολούθως, με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή ο Λοχ. 740 επέλεξε τις 38 φωτογραφίες που ήταν πάνω στον ψηφιακό δίσκο και τις φύλαξε σε έναν φάκελο τον οποίο ονόμασε 0965/2021.  Στη συνέχεια, με τη βοήθεια λογισμικού αρίθμησε τις εν λόγω φωτογραφίες και τις εκτύπωσε.  Το βιβλιαράκι φωτογραφιών στο οποίο περιέχονται οι φωτογραφίες που έλαβε ο Λοχ. 740 κατά την έρευνα που έγινε στις 16.12.21 στην οικία του Κατηγορουμένου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1.  Ως Τεκμήριο 2 κατατέθηκε σε μεγέθυνση η φωτογραφία υπ' αρ. 22, που περιλαμβάνεται στο εν λόγω βιβλιαράκι φωτογραφιών.

2.  Όλα τα τεκμήρια που παραλήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης και ως καταγράφονται στον κατάλογο τεκμηρίων που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, παραλήφθηκαν και διακινήθηκαν νομότυπα, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε επέμβαση ή αλλοίωση σ' αυτά, πλην των οποιωνδήποτε εξετάσεων, επιστημονικών και αστυνομικών, έχουν γίνει για σκοπούς διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης από τα αρμόδια τμήματα της Αστυνομίας.

3.  Ο Α/Αστ. 2630, Μ. Νεοφύτου (ΜΚ4) είναι εμπειρογνώμονας για τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 18.

4.  Το αντικείμενο που περιγράφεται ως «τεκμήριο 1» στην κατάθεση του ΜΚ10, Τεκμήριο 31, είναι το Τεκμήριο 6, το αντικείμενο που περιγράφεται ως «τεκμήριο 3» είναι το Τεκμήριο 8, το αντικείμενο που περιγράφεται ως «τεκμήριο 4» είναι το Τεκμήριο 9 και το αντικείμενο που περιγράφεται ως «τεκμήριο 8» είναι το Τεκμήριο 7.  Τα έγγραφα και αντικείμενα που περιγράφονται ως «τεκμήρια 2, 5, 6 και 7» έχουν επιστραφεί.

5.  Ο ΜΚ13 είναι ιατρός και κατέχει την ειδικότητα του ορθοπεδικού. 

6.  Ο ΜΚ14 είναι ειδικός ορθοπεδικός χειρουργός – τραυματιολόγος, έχει τύχει συγκεκριμένης προς τούτο εκπαίδευσης και έχει εμπειρία στον πιο πάνω τομέα.

7.  Ο ΜΥ4 έχει λάβει τις εκπαιδεύσεις που αναφέρονται στο Τεκμήριο 57 και έχει την εργασιακή εμπειρία που αναφέρεται στο ίδιο έγγραφο.

 

Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα, καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου.

 

 

Μαρτυρία

 

Στο Δικαστήριο κατέθεσαν 20 συνολικά μάρτυρες, περιλαμβανομένου του Κατηγορούμενου.  Για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία έδωσαν οι Aστ. 3685, Ν. Βασιλειάδης (ΜΚ1), Ρ.Μ. (ΜΚ2), Ν.Ξ. (ΜΚ3), Α/Αστ. 2630, Μ. Νεοφύτου (ΜΚ4), Κ.Τ. (ΜΚ5), Α.Α. (ΜΚ6), Β.Β. (ΜΚ7), Γ.Γ. (ΜΚ8), Δ.Δ. (ΜΚ9), Α/Αστ. 2206, Ν. Χριστοδούλου (ΜΚ10), Α/Αστ. 1512, Φ. Κόκκινος (ΜΚ11), Ν.Α. (ΜΚ12), Δρ. Χρ. Χαρατσίδης (ΜΚ13), Δρ. Σ. Πέτρου (ΜΚ14) και Αστ. 3419, Γ. Πολυκάρπου (ΜΚ15).  Αφού ο Κατηγορούμενος κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση του, έδωσε ένορκη μαρτυρία.  Κάλεσε επιπλέον τέσσερεις μάρτυρες υπεράσπισης και συγκεκριμένα τους Κ.Ι. (ΜΥ1), Σ.Σ. (ΜΥ2), Ν.Ν. (ΜΥ3) και Δρ. Λ. Νικολαΐδη (ΜΥ4).  Κατατέθηκαν επίσης 57 τεκμήρια σε έγγραφη, ενσώματη και ηλεκτρονική μορφή. 

 

Ο ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεση του Τεκμήριο 4 στα πλαίσια της οποίας αναφέρθηκε στη σύλληψη του Κατηγορούμενου στις 16.12.21 και στην έρευνα που ακολούθησε στην οικία και τα οχήματα του.  Κατά τον εντοπισμό των όποιων τεκμηρίων γινόταν επίστηση στον Νόμο στον Κατηγορούμενο, οι απαντήσεις του οποίου καταγράφηκαν σε Ημερολόγιο Ενεργείας που ο μάρτυρας ετοίμασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 5 (χειρόγραφο) και 11 (δακτυλογραφημένο), στο οποίο καταγράφονται και άλλα γεγονότα που έλαβαν χώρα εκείνη την ημέρα.  Κατέθεσε επίσης, ως Τεκμήριο 6, κινητό τηλέφωνο μάρκας iphone το οποίο ανήκει στον Κατηγορούμενο και το οποίο παραλήφθηκε κατά τη σωματική έρευνα που του έγινε, ως Τεκμήριο 7 ένα DVR χρώματος μαύρου, το οποίο παραλήφθηκε από την οικία του Κατηγορούμενου, ως Τεκμήριο 8 ένα αλουμινένιο σκουπόξυλο το οποίο ανευρέθηκε στην οικία του Κατηγορούμενου, ως Τεκμήριο 9 ένα πλαστικό πράσινο κάλαθο ο οποίος περιέχει γυάλινα μπουκάλια ο οποίος ανευρέθηκε στην οικία του Κατηγορούμενου και ως Τεκμήριο 10 ένα ψηφιακό δίσκο με στοιχεία ΒΕΤ 13/22 στον οποίο περιέχονται τα δεδομένα που εξήχθησαν από το Τεκμήριο 6.  Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 το ένταλμα σύλληψης που εκτελέστηκε στις 16.12.21 στις 14:19, ως Τεκμήριο 13 βεβαίωση πληροφόρησης και παραλαβής εγγράφων δικαιωμάτων, ως Τεκμήριο 14 τη συγκατάθεση που έλαβαν από τον Κατηγορούμενο για έρευνα σε δύο οχήματα και ως Τεκμήριο 15 το ένταλμα έρευνας που εκτελέστηκε στις 16.12.21.

 

Ο ΜΚ1 αντεξετάστηκε από τον κ. Γιαλελή. 

 

Ο ΜΚ2 είναι συνάδελφος της ΜΚ12.  Υιοθέτησε την κατάθεση του Τεκμήριο 16.  Ανέφερε πως η σχέση του με τη ΜΚ12 ήταν φιλική – συναδελφική.  Περί τα μέσα Νοεμβρίου είχαν διευθετήσει έξοδο για τις 27.11.21 στην οποία θα παρευρίσκονταν ο ίδιος και η σύζυγος του, ακόμα ένα ζευγάρι και η ΜΚ12.  Επειδή η ΜΚ12 είχε ανεβάσει λίγες μέρες προηγουμένως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης φωτογραφία της μαζί με τον Κατηγορούμενο, της πρότειναν να πάει με τον σύντροφο της.  Περί τις 23 ή 24.11.21 η ΜΚ12 του έστειλε μήνυμα ότι δεν θα συμμετείχε στην έξοδο.  Στις 27.11.21 το βράδυ, ενώ βρίσκονταν στο Moondogs δέχθηκε τηλεφώνημα από τη ΜΚ12 η οποία του είπε πως αυτή φταίει για τον χωρισμό της με τον Κατηγορούμενο και ότι «Είμαι πουτάνα διότι έστελνα φωτογραφίες με αντρικά και γυναικεία μόρια σε άλλους».  Τη ρώτησε γιατί το λέει αυτό και του είπε πως αντάλλαξε φωτογραφίες που δεν είχαν σωστό περιεχόμενο με τρίτα πρόσωπα.  Του ζήτησε επίσης να μιλήσει στον Κατηγορούμενο ο οποίος, όπως του είπε η ΜΚ12, άκουγε τη συνομιλία τους.  Τότε του μίλησε κάποιος άντρας ο οποίος του είπε «Καλησπέρα, είμαι ο Θ.Κ.», του είπε ότι συμφωνούσε πως όταν κάποιος είναι σε σχέση δεν είναι σωστό να ανταλλάζει γυμνές φωτογραφίες με άλλα άτομα και του είπε επίσης ότι δεν ζήλευε τη ΜΚ12, αλλά δεν συμφωνούσε με κάποιες ενέργειες της.  Η συζήτηση διήρκησε λίγα λεπτά και ήταν σε ήρεμο τόνο.  Ο ΜΚ2 είπε στο πρόσωπο με το οποίο μιλούσε πως θα έπρεπε να συζητήσουν πολιτισμένα για τη σχέση τους και ο άντρας του είπε πως αυτό είναι δική τους δουλειά.  Μετά από αυτό το τηλεφώνημα, ο ΜΚ2 απομακρύνθηκε από τη ΜΚ12.  Μίλησε ξανά μαζί της τηλεφωνικώς στις 17.12.21, οπότε και τον ενημέρωσε ότι κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο στην Αστυνομία και ότι τον ανέφερε (τον ΜΚ2) στην κατάθεσή της.  Ανέφερε επίσης πως ο ίδιος δεν γνώριζε εξαρχής ότι άκουγε τη συνομιλία τους ο σύντροφος της ΜΚ12 και ότι ουδέποτε πριν τις 27.11.21 (ούτε και μετά) του ξαναείπε η ΜΚ12 τέτοια πράγματα για τον εαυτό της.  Ούτε και είχαν παρόμοιου περιεχομένου συζητήσεις με τη ΜΚ12 προηγουμένως. 

 

Ο ΜΚ2 αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης.  Ανέφερε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τόσο καλά τη ΜΚ12 ούτως ώστε να πιστέψει ή να μην πιστέψει αυτό που του είπε ότι έκανε, ότι έστειλε, δηλαδή, τις φωτογραφίες.  Ανέφερε επίσης ότι δεν γνωρίζει τον Κατηγορούμενο, ότι τον είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο και ότι δεν γνωρίζει αν το επίμαχο βράδυ μιλούσε πράγματι με τον Κατηγορούμενο. 

 

Η ΜΚ3 εργαζόταν με τη ΜΚ12 στο ίδιο σχολείο (Α’ Δημοτικό Σχολείο Αραδίππου) κατά τον ουσιώδη χρόνο.  Υιοθέτησε την κατάθεση της Τεκμήριο 17.  Περί τα τέλη Οκτωβρίου – αρχές Νοεμβρίου του 2021, η ΜΚ12 της ανέφερε ότι είχε σχέση με κάποιον ο οποίος της γνώρισε τα δύο ανήλικα παιδιά του.  Κατά τη διάρκεια του δεσμού τους, η ΜΚ3 παρατήρησε ότι κτυπούσε πολύ συχνά το τηλέφωνο της ΜΚ12 κατά τη διάρκεια του μαθήματος και η ΜΚ12 έβγαινε από την τάξη για να το απαντήσει.  Τις περισσότερες φορές, μετά τα τηλεφωνήματα ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, λόγω των σκηνών ζήλειας που της έκανε από το τηλέφωνο.  Αυτά της τα εκμυστηρεύθηκε η ΜΚ12 όταν η ΜΚ3 τη ρώτησε τι συμβαίνει.  Της είπε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος ήταν οξύθυμος και ζηλιάρης, χωρίς ωστόσο να κάνει αναφορά σε περιστατικά βίας.

 

Στις 28.11.21, της έστειλε μήνυμα η αδερφή της ΜΚ12 (η ΜΚ6) και της είπε ότι η ΜΚ12 θα είναι με άδεια ασθενείας λόγω ατυχήματος.  Την ίδια μέρα, της τηλεφώνησε η ΜΚ12 η οποία της είπε ότι ενώ καθάριζε μπουκάλια κρασιού έσκισε το χέρι της σε σπασμένο γυαλί.  Η ΜΚ3 τη ρώτησε πώς έγινε το ατύχημα, επειδή δεν την πίστεψε ότι επρόκειτο για ατύχημα, αφού «ήταν δύσκολο έτσι όπως το εξήγησε να γίνει, να συμβεί τραύμα στο συγκεκριμένο σημείο».  Στις 12.12.21 η ΜΚ12 της έστειλε μήνυμα ότι υπήρξε επιπλοκή στο τραύμα και ότι δεν θα πήγαινε σχολείο στις 13.12.21 (οπότε και θα έληγε η άδεια ασθενείας της).  Στις 14.12.21, η ΜΚ12 πήγε στο σχολείο και έκανε κανονικά τα μαθήματα της.

 

Την Τετάρτη 15.12.21, στις 09:30, η ΜΚ12 της ζήτησε να δανειστεί το τηλέφωνο της για να κάνει κάποιο τηλεφώνημα επειδή δεν ήθελε να φανεί η κλήση στο δικό της τηλέφωνο.  Η ΜΚ3 της έδωσε το τηλέφωνο και η ΜΚ12 έκανε το τηλεφώνημα.  Επιστρέφοντας της τη συσκευή, η ΜΚ12 της είπε «ίσως σε καλέσουν αργότερα» και της ζήτησε να της δώσει το τηλέφωνο αν την πάρουν πίσω.  Μετά από λίγα λεπτά, ενώ η ΜΚ3 έκανε μάθημα, κτύπησε το τηλέφωνο της από άγνωστο αριθμό αλλά δεν το απάντησε.  Όταν τέλειωσε το μάθημα, έλεγξε το τηλέφωνο της και είδε ότι η ΜΚ12 είχε τηλεφωνήσει στο 1440, αριθμός που η ΜΚ3 γνώριζε ότι αφορά γραμμή βοήθειας για κακοποιημένες γυναίκες.  Η ΜΚ3 κατάλαβε τότε τι συμβαίνει, μίλησε με τη ΜΚ12 η οποία ξέσπασε σε κλάματα και της είπε ότι ο Κατηγορούμενος την χτύπησε πολλές φορές και μπροστά στα παιδιά του και ότι της έκανε και άλλα πράγματα μπροστά στα παιδιά του χωρίς να δώσει λεπτομέρειες.  Της είπε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος απειλούσε να κάνει κακό στην οικογένεια της, ότι της είπε πως αν δεν την αγαπούσε θα την «έβρισκαν σε χαντάκι», ότι το κόψιμο στο χέρι της το προκάλεσε ο Κατηγορούμενος και αρνείτο να την πάρει σε γιατρό αφήνοντας την όλο το βράδυ με κομμένο χέρι.  Της είπε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος της έσπασε το κινητό και τον υπολογιστή της και ότι η συσκευή που χρησιμοποιούσε ήταν του Κατηγορούμενου και φοβόταν ότι ο τελευταίος παρακολουθεί τα τηλεφωνήματα και τα mail της.  Τη ρώτησε τι να κάνει και η ΜΚ3 τη συμβούλευσε να μιλήσει στην οικογένεια της.  Αργότερα την ίδια ημέρα, η ΜΚ3 μίλησε με τη ΜΚ6 η οποία την ενημέρωσε ότι η ΜΚ12 προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία.  Μετά την καταγγελία, η ΜΚ12 φαινόταν τρομαγμένη και είχε ενημερώσει τη Διευθύντρια του σχολείου.

 

Η ΜΚ3 αντεξετάστηκε από τον κ. Γιαλελή.  Αντεξετασθείσα ανέφερε πως γνώρισε τη ΜΚ12 τον Σεπτέμβριο του 2021, ότι η σχέση τους ήταν μόνο επαγγελματική και ότι πριν την έναρξη της σχέσης της με τον Κατηγορούμενο, η ΜΚ12 ήταν πιο χαρούμενη και πιο ευδιάθετη. 

 

Ο ΜΚ4 υπηρετεί στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων της Υποδιεύθυνσης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος.  Υπηρετεί στην Αστυνομία από το 2011 και στο πιο πάνω Εργαστήριο από το 2013.  Κατέθεσε το βιογραφικό του σημείωμα ως Τεκμήριο 18 (με παραδοχή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του).  Ως Τεκμήριο 19 κατέθεσε την Έκθεση που ετοίμασε την οποία υιοθέτησε (η Έκθεση κατατέθηκε με παραδοχή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της) και εξήγησε στο Δικαστήριο τη «Διαδικασία Δικανικής Αντιγραφής / Εξαγωγής» την οποία ακολούθησε, καθώς και τη «Διαδικασία Δικανικής Ανάλυσης».  Ως Τεκμήρια 20 και 21 κατέθεσε δύο ψηφιακούς δίσκους οι οποίοι δημιουργήθηκαν κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου Υπεράσπισης και περιέχουν αρχεία συγκεκριμένων ημερομηνιών που εξήχθησαν από το ίδιο τηλέφωνο.  Ως Τεκμήριο 22 κατέθεσε έκθεση τιτλοφορούμενη «Extraction Report» η οποία αφορά εξετάσεις που έγιναν στο Τεκμήριο 6, την οποία ο μάρτυρας εξήγησε στο Δικαστήριο.  Αναγνώρισε το Τεκμήριο 10 ως τον ψηφιακό δίσκο που ετοίμασε και στον οποίο αναφέρεται στην Έκθεση του Τεκμήριο 19, στον οποίο περιέχονται έντεκα αρχεία βίντεο τα οποία δημιουργήθηκαν στις 28.11.21 μεταξύ των ωρών 03:13 και 03:29 (συν 5 λεπτά και 42 δευτερόλεπτα).  Τα αρχεία προβλήθηκαν στο Δικαστήριο.  Εξήγησε ότι όταν επιθεωρηθεί αρχείο που είναι αποθηκευμένο σε κινητό, δεν αλλάζει η ημερομηνία και ώρα που φαίνονται στο πεδίο «accessed».  Κατέθεσε επίσης, ως Τεκμήρια 23 και 24, τις εκθέσεις «Extraction Report» που σχετίζονται με τα Τεκμήρια 20 και 21, αντίστοιχα. 

 

Κατά την αντεξέταση του ΜΚ4 προβλήθηκαν αρχεία – βίντεο και εικόνας – που περιέχονται στο Τεκμήριο 20 τα οποία δημιουργήθηκαν στις 29.11.21, 1.12.21 και 2.12.21 και αρχείο βίντεο που περιέχεται στο Τεκμήριο 21 το οποίο δημιουργήθηκε στις 30.11.21.  Ανέφερε ότι δεν του ζητήθηκε να εξετάσει κατά πόσον υπάρχουν άλλα αρχεία που δημιουργήθηκαν στις 28.11.21, ούτε και γνωρίζει αν υπάρχουν άλλα αρχεία που δημιουργήθηκαν εκείνη την ημέρα. 

 

O ΜΚ5 είναι θείος της ΜΚ12 (αδερφός της μητέρας της).  Υιοθέτησε την κατάθεση του, Τεκμήριο 25.  Ανέφερε πως περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2021, είδε πως η ΜΚ12 δημοσίευσε στο Facebook μία φωτογραφία με ένα άντρα, και έμαθε μετά πως η ΜΚ12 διατηρούσε σχέση με αυτόν.  Ρώτησε να μάθει ποιος είναι και άτομο που ο ΜΚ5 δεν επιθυμούσε να κατονομάσει, τού είπε ότι ονομάζεται Θ.Κ. και ότι είναι επικίνδυνος αφού υπήρχαν εναντίον του καταγγελίες για βία στην οικογένεια, σκηνές ζηλοτυπίας κ.α.  Επικοινώνησε τότε με την αδερφή του (τη ΜΚ9), την ενημέρωσε για το τι έμαθε και η ΜΚ9 του είπε ότι η ΜΚ12 της ανέφερε ότι υπήρχαν ήδη κάποιες ενδείξεις ζήλιας.  Ακολούθως επικοινώνησε με τη ΜΚ12 και της είπε τί έμαθε και τη συμβούλευσε να βρει κάποιο τρόπο να το τελειώσει.  Η ΜΚ12 του είπε «Α Παναγία μου, τώρα να δούμε».  Στις 4.12.21 η ΜΚ12 έκανε νέα ανάρτηση φωτογραφίας της με τον Κατηγορούμενο στο Instagram και ο ΜΚ5 έγραψε στα σχόλια «χμ».  Περίπου μισή ώρα αργότερα, του τηλεφώνησε η ΜΚ12 και τον ρωτούσε γιατί έγραψε το πιο πάνω σχόλιο και του ζήτησε να το σβήσει.  Ο ΜΚ5 της εξήγησε ότι δεν είχε κακή πρόθεση και τη ρώτησε αν ήταν μόνη της, επειδή του μιλούσε έντονα και παράξενα, κάτι που δεν έκανε ποτέ της.  Αφού έκλεισαν το τηλέφωνο, μετά από τρία λεπτά τον κάλεσαν από τον αριθμό κλήσης [  ] τον οποίο ο ΜΚ5 δεν γνώριζε.  Το πρόσωπο στην άλλη άκρη της γραμμής τού ανέφερε ότι ονομάζεται Θ.Κ. και ζητούσε επίμονα να μάθει ποιος έδωσε στον ΜΚ5 πληροφορίες για εκείνον.  Επειδή ο ΜΚ5 δεν του απαντούσε, αυτός ξεκίνησε να τον βρίζει και να τον απειλεί, λέγοντας του «εννά σε καθαρίσω, ξέρω και που δουλεύκεις στο ΡΙΚ, και που μεινίσκεις, γαμώ τη μάνα σου, γαμώ τη ράτσα μου» κτλ.  Του είπε ότι του έδινε δύο λεπτά για να το σκεφτεί και ότι θα τον έπαιρνε πίσω να τον ξαναρωτήσει.  Στη συνέχεια τον έπαιρνε πίσω επίμονα και από απόκρυψη αλλά ο ΜΚ5 δεν απαντούσε, μέχρι που έλαβε κλήση από το κινητό της ΜΚ12.  Ο ΜΚ5 απάντησε και του μίλησε κάποιος άγνωστος άντρας (όχι ο Κατηγορούμενος), ο οποίος του μιλούσε ήρεμα και του ζήτησε να του πει ποιος του έδωσε τις πληροφορίες για τον Κατηγορούμενο.  Ρώτησε το όνομα του συνομιλητή του και αυτός του απάντησε πως ονομάζεται Ν.  Ο ΜΚ5 του είπε πως ό,τι έμαθε, το έμαθε από τη ΜΚ9 και έκλεισαν το τηλέφωνο.  Ενόσω μιλούσε με αυτό τον δεύτερο άντρα, ο ΜΚ5 άκουγε τον Κατηγορούμενο να τον βρίζει.  Αφού έκλεισε το τηλέφωνο, έστειλε μήνυμα στη ΜΚ12, λέγοντας της ότι δεν είχε πρόθεση να προκαλέσει οποιοδήποτε πρόβλημα και αυτή του ζήτησε να απολογηθεί στον Κατηγορούμενο γραπτώς.  Μέχρι να απαντήσει ο ΜΚ5, έλαβε δεύτερο μήνυμα: «αργείς».  Ο ΜΚ5 θεώρησε πως τα μηνύματα τα έστελνε ο Κατηγορούμενος, ανησύχησε ότι κάτι κακό θα συνέβαινε στη ΜΚ12, έτσι έστειλε στον Κατηγορούμενο μήνυμα και απολογήθηκε για οποιοδήποτε πρόβλημα δημιούργησε με το σχόλιό του.  Από τότε δεν είχε άλλη επικοινωνία είτε με τη ΜΚ12 είτε με τον Κατηγορούμενο.

 

Προφορικά περιέγραψε την ιδιαίτερη σχέση που είχε με τη ΜΚ12 προ της σχέσης της με τον Κατηγορούμενο και τη συχνή επαφή που διατηρούσαν.  Όταν η ΜΚ12 βρισκόταν σε σχέση με τον Κατηγορούμενο, δεν είχε πλέον επαφή με τον ΜΚ5.  Μετά τη λήξη της σχέσης της με τον Κατηγορούμενο, οι σχέσεις του με τη ΜΚ12 επανήλθαν στην προτέρα τους κατάσταση, αν και η ΜΚ12 αισθάνεται άσχημα για το περιστατικό της 4.12.21. 

 

Ο ΜΚ5 αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης. 

 

Η ΜΚ6 είναι η αδερφή της ΜΚ12 και υιοθέτησε την κατάθεση της Τεκμήριο 26.  Ανέφερε πως με την αδερφή της έχει πολύ καλή σχέση.  Περί τα τέλη Οκτωβρίου ή αρχές Νοεμβρίου του 2021, σε βραδινή τους έξοδο συνάντησαν τον Κατηγορούμενο τυχαία και μετά από λίγες μέρες η ΜΚ12 την ενημέρωσε ότι ξεκίνησε να βγαίνει μαζί του και ότι κάποια βράδια έμενε στο σπίτι του.  Επειδή και οι δύο ήταν διορισμένες στη Λάρνακα καθημερινά συνταξίδευαν προς τα σχολεία τους και κάποτε μαζί τους συνταξίδευε και μία συνάδελφος της ΜΚ6.  Λίγες μέρες μετά την πιο πάνω ενημέρωση, επιστρέφοντας από Λάρνακα και ενώ οδηγούσε η ΜΚ12 της τηλεφώνησε ο Κατηγορούμενος.  Το τηλεφώνημα ήταν σε ανοιχτή ακρόαση και η ΜΚ6 σε κάποιο στάδιο άκουσε τον Κατηγορούμενο να λέει στη ΜΚ12 «Γιατί άλλαξε η συμπεριφορά σου;  Μήπως γαμήθηκες με κάποιον στο σχολείο;» και σε άλλο σημείο της είπε «γιατί δεν άφησες το κινητό σου στο σπίτι, πριν φύγεις για το σχολείο;».  Η ΜΚ6 σοκαρίστηκε και θύμωσε και η ΜΚ12 προσπάθησε να δικαιολογήσει τον Κατηγορούμενο, λέγοντας της πως ο τελευταίος ζηλεύει τις προηγούμενες σχέσεις της.  Περί τα μέσα Νοεμβρίου, η ΜΚ12 της είπε ότι ο Κατηγορούμενος της έδωσε κλειδιά του σπιτιού του.  Η ΜΚ6 απέφευγε να ρωτά για τον Κατηγορούμενο, επειδή δεν της άρεσε η πιο πάνω συμπεριφορά του απέναντι στην αδερφή της.

 

Την Κυριακή 28.11.21 ήταν καλεσμένες σε οικογενειακό τραπέζι και κατά τις 11:30 – 12:00 τηλεφώνησε στη ΜΚ12.  Η ΜΚ12 της είπε ότι δεν θα πήγαινε στο τραπέζι επειδή είχε κανονίσει να κάνει κάτι άλλο με τον Κατηγορούμενο και τα παιδιά του.  Το βράδυ της 28.11.21 της τηλεφώνησε η ΜΚ12 και της είπε ότι κατ’ ακρίβεια την ώρα που μίλησαν την έπαιρνε ο Κατηγορούμενος στο νοσοκομείο και ότι δεν της το είπε για να μην την ανησυχήσει.  Η ΜΚ12 της είπε ότι έκοψε κατά λάθος το χέρι της σε μια σπασμένη μπουκάλα.  Τούτο δεν ικανοποίησε τη ΜΚ6 η οποία υποψιάστηκε ότι την κτύπησε ο Κατηγορούμενος, αλλά η ΜΚ12 επέμενε ότι επρόκειτο για ατύχημα.  Την Κυριακή 12.12.21 της τηλεφώνησε η ΜΚ12 κατά τις 09:00 και πολύ απότομα της ζήτησε να μην την ξαναπάρει τηλέφωνο.  Όταν η ΜΚ6 τη ρώτησε γιατί, η ΜΚ12 της είπε «Νιώθω ότι παίζεται ένα παιχνίδι πίσω από την πλάτη μου εμένα και του Θ.Κ.».  Σε ερώτηση τι εννοεί, η ΜΚ12 της είπε ότι η ΜΚ6 και η μητέρα τους συνεννοούνται πίσω από την πλάτη της για τη σχέση της με τον Κατηγορούμενο.  Η ΜΚ6 κατάλαβε ότι η συνομιλία ήταν σε ανοιχτή ακρόαση επειδή άκουγε τον Κατηγορούμενο να μιλά στη ΜΚ12 χαμηλόφωνα.  Στις 14.12.21 η ΜΚ12 της τηλεφώνησε και πάλι, της είπε ότι είναι εντάξει να μιλούν και κανόνισαν να μεταβούν μαζί στη δουλειά την επόμενη μέρα.  Στις 15.12.21, στην επιστροφή από τη Λάρνακα, η ΜΚ12 της είπε ότι ήθελε να μιλήσουν επειγόντως και της ζήτησε να πάνε στο πατρικό τους με τη μητέρα τους.  Εκεί, η ΜΚ12 τους είπε ότι ο Κατηγορούμενος τη κτυπούσε και την κακοποιούσε λεκτικά και ότι φοβόταν να μιλήσει ενωρίτερα επειδή ο Κατηγορούμενος απειλούσε ότι θα τη σκότωνε και ότι θα έκανε κακό στη μητέρα τους.  Τους έδειξε επίσης τα τραύματα της και τους είπε ότι ενόσω βρισκόταν στο σχολείο τηλεφώνησε στο 1440. 

 

Προφορικά, η ΜΚ6 αναφέρθηκε στη στενή σχέση της με την αδερφή της πριν η τελευταία γνωρίσει τον Κατηγορούμενο και στον κοινωνικό και ευχάριστο χαρακτήρα της καθώς και στη ραγδαία, όπως την χαρακτήρισε, αλλαγή στη συμπεριφορά της ΜΚ12 όταν ξεκίνησε τη σχέση της με τον Κατηγορούμενο.  Όσον αφορά το γιατί δεν πίστεψε τη ΜΚ12 ως προς τον τρόπο πρόκλησης του τραυματισμού στο χέρι της, η ΜΚ6 ανέφερε πως η άδεια ασθενείας που η ΜΚ12 έλαβε «ήταν πάρα πολλή για το απλό χτύπημα στο χέρι», όταν δε είδε το τραύμα, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι προκλήθηκε με τον τρόπο που η ΜΚ12 της ανέφερε ότι, δηλαδή, έσπασε η μπουκάλα και (η ΜΚ12) σκόνταψε πάνω της.  Ανέφερε περαιτέρω ότι κατά το τηλεφώνημα της 12.12.21 η ΜΚ12 ακουγόταν τρομοκρατημένη και αργούσε να της απαντήσει, οι απαντήσεις της ήταν κοφτές, και η ΜΚ6 άκουγε τον Κατηγορούμενο να μιλά χαμηλόφωνα και να επαναλαμβάνει τα λόγια του η ΜΚ12.  Μετά το τηλεφώνημα, η ΜΚ6 επικοινώνησε με τη μητέρα της, η οποία της είπε ότι έτυχε της ίδιας συμπεριφοράς από τη ΜΚ12.  Αναφέρθηκε περαιτέρω με λεπτομέρεια ως προς το τι έγινε στις 15.12.21, όταν η ΜΚ12 τους εκμυστηρεύθηκε τι γινόταν.  Φαινόταν, όπως είπε, τρομοκρατημένη και τους είπε ότι ό,τι έχει πάνω στο σώμα της είναι χτυπήματα που της προκάλεσε ο Κατηγορούμενος.  Μετά από αυτό, μετέβησαν στην Αστυνομία.  Μετά τη διακοπή της σχέσης της με τον Κατηγορούμενο, «επέστρεψε η παλιά Ν.Α.», όπως είπε η ΜΚ6.  Δηλαδή επέστρεψε στις δραστηριότητες, φίλους και οικογένεια της και έγινε ξανά δυναμική, ζωντανή και ευχάριστη. 

 

Η ΜΚ6 αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης.  Ανέφερε κατά την αντεξέτασή της ότι τις πρώτες μέρες της σχέσης της ΜΚ12 με τον Κατηγορούμενο, η ΜΚ12 της είπε ότι νιώθει καλά.  Διευκρίνισε επίσης πως όταν άκουσε το τηλεφώνημα στο αυτοκίνητο περί τα μέσα Νοεμβρίου, ήταν μόνη της με τη ΜΚ12 στο αυτοκίνητο.  Ανέφερε τότε στη ΜΚ12 ότι δεν της άρεσε η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου αλλά πριν της αναφέρει η ΜΚ12 για το χτύπημα στο χέρι δεν είχε υποψιαστεί κάτι άλλο.  Ανέφερε επίσης ότι μια φορά πήγε στο σπίτι του Κατηγορούμενου όταν την κάλεσαν κατά τις πρώτες ημέρες της σχέσης τους.  Εκείνη την ημέρα δεν παρατήρησε κάτι το περίεργο.  Δεν θυμόταν αν μετά έφυγε από το σπίτι μαζί με τη ΜΚ12. 

 

Ο ΜΚ7 είναι ο πατέρας της παραπονούμενης και υιοθέτησε την κατάθεση του Τεκμήριο 27.  Ανέφερε ότι στις 15.12.21 η κόρη του κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο στο ΤΑΕ Λευκωσίας και ακολούθως πήγαν μαζί στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γ. Ν. Λευκωσίας για να εξεταστεί από ιατρό.  Εκεί η ΜΚ12 του ζήτησε να φωτογραφίσει με το κινητό του τηλέφωνο τα τραύματα που έφερε σε διάφορα σημεία του σώματος της, πράγμα που ο ΜΚ7 έκανε, και αρκετές μέρες αργότερα, όταν η ΜΚ12 αγόρασε νέο κινητό, της έστειλε τις φωτογραφίες.  Οι 16 φωτογραφίες που ο μάρτυρας τράβηξε κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 28.  Ανέφερε πως όταν μετέβησαν στο Γ. Ν. Λευκωσίας, η ΜΚ12 βρισκόταν σε σοκ και σε πανικό.  Ανέφερε επίσης πως πριν η ΜΚ12 γνωρίσει τον Κατηγορούμενο είχαν στενές σχέσεις και βρισκόντουσαν και επικοινωνούσαν συχνά, αλλά ενόσω ήταν με τον Κατηγορούμενο δεν την είδε, της μίλησε μόνο 2-3 φορές στο τηλέφωνο αλλά η κόρη του δεν ήταν όπως παλιά, ενώ είχε απουσίες από το σχολείο της, που παλαιότερα δεν είχε.  Αφότου διέκοψε τη σχέση της με τον Κατηγορούμενο, οι σχέσεις τους έγιναν όπως παλιά και υπάρχει επικοινωνία επί καθημερινής βάσεως. 

 

Ο ΜΚ7 αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης. 

 

Ο ΜΚ8 είναι ο μικρότερος αδερφός της παραπονούμενης και υιοθέτησε την κατάθεση του Τεκμήριο 29.  Ανέφερε πως έχει πολύ καλή σχέση με τη ΜΚ12 και συχνή επαφή μαζί της και της παραδίδει μαθήματα αυτοάμυνας δύο φορές την εβδομάδα.  Παρά τις καλές τους σχέσεις, η ΜΚ12 δεν συνήθιζε να του μιλά για τα ερωτικά της θέματα, έτσι όταν είδε φωτογραφία στο Instagram της ΜΚ12 με κάποιον άνδρα, ρώτησε την άλλη αδερφή τους, τη ΜΚ6, η οποία του είπε πως είναι ο σύντροφος της ΜΚ12.  Στις 16.11.21, γύρω στο μεσημέρι, του τηλεφώνησε η ΜΚ12 και του είπε ότι δεν θα πήγαινε στο μάθημα εκείνη την ημέρα επειδή είχε κοπεί το χέρι της λίγο κάτω από τον αγκώνα με ποτήρι.  Του είπε ότι το τραύμα ήταν ελαφρύ.  Στις 18.11.21 του έστειλε πάλι μήνυμα ότι δεν θα πήγαινε στο μάθημα.  Ο ΜΚ8 τη ρώτησε γιατί και η ΜΚ12 του απάντησε «Ψυχολογία σκατά».  Τη ρώτησε τι είχε συμβεί και η ΜΚ12 του απάντησε «Άντρας».  Την επόμενη εβδομάδα η ΜΚ12 πήγε στα μαθήματα και ο ΜΚ8 είδε το τραύμα στο χέρι το οποίο ήταν πράγματι ελαφρύ.  Η ΜΚ12 του φάνηκε σκεφτική. 

 

Στις 29.11.21, γύρω στις 12:30, συνομίλησε πάλι μέσω μηνυμάτων με τη ΜΚ12 η οποία του είπε ότι δεν θα πήγαινε στα μαθήματα τις δύο επόμενες εβδομάδες επειδή είχε κάνει ραφές στο χέρι.  Ο ΜΚ8 τη ρώτησε τι είχε συμβεί και εκείνη του είπε πως είχε κοπεί με γυαλί και ότι ήταν βαθύ.  Ο ΜΚ8 δεν την πίστεψε και την πήρε τηλέφωνο.  Η ΜΚ12 του είπε ότι είχε κοπεί με σπασμένη μπουκάλα και αφού ο ΜΚ8 ζητούσε να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες του είπε ότι είχε σπάσει μια μπουκάλα και την τοποθέτησαν στον πάγκο της κουζίνας, η ίδια παραπάτησε και χτύπησε στα γυαλιά της μπουκάλας.  Ο ΜΚ8 δεν πείστηκε αφού άκουγε φόβο στον τρόπο που μιλούσε και τη ρώτησε ξανά αν του έλεγε την αλήθεια.  Η ΜΚ12, προσπαθώντας να κρύψει την ταραχή της, τον διαβεβαίωσε ότι του έλεγε την αλήθεια.  Ο ΜΚ8 τη συμβούλευσε να είναι προσεχτική.  Προφορικά πρόσθεσε ότι στο τηλεφώνημα της 29.11.21 η ΜΚ12 μασούσε τα λόγια της και τα πράγματα που του έλεγε δεν ήταν λογικά.  Δεν αναγνώριζε, όπως είπε, την αδερφή του.  Η ΜΚ12, είπε, ήταν γενικά προσεχτική και όταν κάτι έσπαζε το πέταγε.  Το επόμενο διάστημα αισθανόταν την αδερφή του απόμακρη αφού αργούσε να απαντήσει στις κλήσεις του ή δεν απαντούσε καθόλου.  Οι συζητήσεις τους ήταν σύντομες και τις διέκοπτε η ΜΚ12.

 

Την Κυριακή 12.12.21, γύρω στις 09:00 του τηλεφώνησε η ΜΚ12 και του είπε ότι θα σταματούσε εντελώς από τα μαθήματα αυτοάμυνας.  Ο ΜΚ8 τη ρώτησε γιατί, και η ΜΚ12 του είπε ότι απλά άλλαξε γνώμη.  Ακολούθως ο ΜΚ8 τηλεφώνησε στη ΜΚ6 η οποία του είπε ότι η ΜΚ12 τηλεφώνησε και σε εκείνην και της είπε ότι δεν ήθελε πλέον να έχουν οποιαδήποτε σχέση ή να συνταξιδεύουν για τη δουλειά.  Όταν ο ΜΚ8 μίλησε με τη μητέρα τους (τη ΜΚ9), η τελευταία του είπε ότι η ΜΚ12 είχε τηλεφωνήσει και σε αυτήν και της είπε ότι δεν ήθελε πλέον να έχουν επαφές. 

 

Η αλλαγή στη στάση της ΜΚ12, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος επικοινώνησε με διάφορα μέλη της οικογένειας τους βρίζοντας και απειλώντας, τον έκανε να καταλάβει πως μάλλον η ΜΚ12 ήταν θύμα βίας προερχόμενης από τον Κατηγορούμενο.  Σε μία προσπάθεια να βρουν λύση, επικοινώνησαν με κάποιο ψυχολόγο ο οποίος τους συμβούλευσε ως προς το πώς θα έπρεπε να χειριστούν το θέμα και ακολουθώντας τις συμβουλές του ο ΜΚ8 προσπάθησε να διατηρήσει μία γέφυρα επικοινωνίας με τη ΜΚ12, η οποία συνέχιζε ωστόσο να είναι απόμακρη.  Στις 15.12.21 μίλησε με τη ΜΚ6 η οποία του είπε ότι η ΜΚ12 τους εκμυστηρεύθηκε ότι ο Κατηγορούμενος της ασκούσε σωματική βία και ότι τον κατήγγειλαν στο Τ.Α.Ε.  Ανέφερε επίσης πως σαν οικογένεια ήταν πάντα ενωμένοι και το διαζύγιο των γονιών τους ένωσε περισσότερο τους τέσσερεις (μητέρα και τρία παιδιά) και διατηρούσαν παράλληλα την επαφή τους με τον πατέρα τους. 

 

Ο ΜΚ8 αντεξετάστηκε από τον κ. Γιαλελή.  Ανέφερε πως ο ίδιος δεν μίλησε με τη ΜΚ12 μετά την καταγγελία γιατί δεν ήθελε να μάθει πολλά για το τι της συνέβη επειδή ήξερε ότι θα θύμωνε πολύ.  Ανέφερε επίσης ότι η οικογένεια του είχε παραξενευτεί που η ΜΚ12 «εξαφανίστηκε» και όχι διότι θύμωσαν επειδή έδινε περισσότερη σημασία στη σχέση της παρά στην οικογένεια της.  Είπε επίσης ότι όταν ρώτησε σε μεταγενέστερο στάδιο την αδερφή του γιατί δεν τους μίλησε όταν τα γεγονότα έτρεχαν, αυτή του είπε πως ο Κατηγορούμενος την απειλούσε ότι θα βάλει κοκαΐνη στο αυτοκίνητο τους και θα το έλεγε στην Αστυνομία.  Ανέφερε επίσης ότι εξ όσων γνωρίζει, δεν είχαν στο παρελθόν περιστατικό βίας στην οικογένεια τους.  Είπε τέλος ότι η ΜΚ12 δεν έβαζε συχνά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης φωτογραφίες με τους συντρόφους της.

 

Η ΜΚ9 είναι η μητέρα της παραπονούμενης και υιοθέτησε την κατάθεση της Τεκμήριο 30.  Ανέφερε πως αρχές Νοεμβρίου του 2021 η παραπονούμενη ανακοίνωσε σε εκείνην και τη ΜΚ6 ότι είναι σε σχέση με τον Κατηγορούμενο.  Η ΜΚ12 φαινόταν μια χαρά, ωστόσο η ΜΚ9 είχε τις αμφιβολίες της διότι είχε αντιληφθεί τη ΜΚ12 να μιλά έντονα στο τηλέφωνο με κάποιον που όπως αντιλήφθηκε ήταν ο σύντροφος της.  Μερικές ημέρες αργότερα, η ΜΚ12 ξεκίνησε να της αναφέρει διάφορα περιστατικά ζηλοτυπίας από πλευράς του Κατηγορούμενου και η ΜΚ9 εξέφρασε την ανησυχία της για τη συμπεριφορά του.  Η ΜΚ12 τη μία ήταν θυμωμένη με τον Κατηγορούμενο και την άλλη τον δικαιολογούσε και επέρριπτε ευθύνες στον εαυτό της.  Στις 23.11.21, γύρω στις 03:30 της τηλεφώνησε η ΜΚ12 και της είπε ότι τσακώθηκε με τον Κατηγορούμενο ο οποίος την έδιωξε από το σπίτι του.  Την επομένη ξαναμίλησε με την κόρη της η οποία την ενημέρωσε πως συζήτησε με τον Κατηγορούμενο ο οποίος της είπε ότι επρόκειτο για παρεξήγηση και ότι ήθελε να μείνουν μαζί.  Η ΜΚ12 του ζήτησε λίγο χρόνο και ζήτησε από τη ΜΚ9 να μιλήσει και αυτή με τον Κατηγορούμενο όπως είχε προτείνει ο τελευταίος.  Κατά τη διάρκεια της συζήτησης του Κατηγορούμενου με τη ΜΚ9, ο πρώτος προσπάθησε να την πείσει ότι δεν έδιωξε τη ΜΚ12 αλλά απλά τη δοκίμαζε και της είπε πως θα της αποδείξει ότι αγαπά τη ΜΚ12.  Στις 24.11.21 της είπε ο αδερφός της, ΜΚ5, πως έμαθε από έγκυρες πηγές ότι ο Κατηγορούμενος είναι επικίνδυνος.  Η ΜΚ9 πήρε τηλέφωνο την κόρη της για να την ενημερώσει, αλλά η ΜΚ12 της ανέφερε πως ήδη είπε στον Κατηγορούμενο ότι θα είναι μαζί.  Σκαρφίστηκε όμως (η ΜΚ12) ένα περιστατικό και έφυγε από το σπίτι του Κατηγορούμενου και διανυκτέρευσε στο πατρικό της στη Λακατάμεια.  Το επόμενο βράδυ (25.11.21), γύρω στις 19:00, της τηλεφώνησε η ΜΚ12 ανήσυχη και της είπε ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν έξω από το σπίτι τους, της χτυπούσε τηλέφωνα και την πόρτα λέγοντας πως ήθελε να της μιλήσει.  Η ΜΚ9 της είπε ότι θα έστελνε στο σπίτι τον γιο της (τον ΜΚ8).  Ο ΜΚ8 πήγε εκεί και όπως είπε στη μητέρα του, όταν πήγε στο σπίτι, η ΜΚ12 και ο Κατηγορούμενος συζητούσαν ήρεμα και ο ίδιος ρώτησε τη ΜΚ12 αν ήθελε να μείνει μαζί της, αλλά η ΜΚ12 του είπε ότι είναι καλά και ότι μπορούσε να φύγει.  Όπως της είπε αργότερα η ΜΚ12, επέστρεψε στο σπίτι του Κατηγορούμενου εκείνο το βράδυ μετά από εκβιασμό.  Τις επόμενες ημέρες η συμπεριφορά της ΜΚ12 είχε συνεχώς σκαμπανεβάσματα.

 

Στις 28.11.21 υπήρχε προγραμματισμένο οικογενειακό τραπέζι στον Μαθιάτη στο οποίο η ΜΚ12 δεν πήγε παρόλες τις προτροπές της μητέρας της.  Όταν μίλησαν αργότερα στις 28.11.21, η ΜΚ12 της είπε ότι είχε τραυματιστεί στο χέρι και χρειάστηκε να της το ράψουν.  Της είπε ότι είχε κοπεί με σπασμένη μπουκάλα η οποία είχε βρεθεί τυχαία στον πάγκο της κουζίνας.  Τη Δευτέρα 29.11.21 ο Κατηγορούμενος μετέφερε τη ΜΚ12 στο σπίτι της γιαγιάς της όπου ήταν και η ΜΚ9.  Η ΜΚ9 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο από φωτογραφία που είχε αναρτήσει η ΜΚ12 στο Facebook και είδε πως παρέμεινε μέσα στο αυτοκίνητο αναμένοντας τη ΜΚ12.  Η ΜΚ12 εκείνη την ημέρα προσπαθούσε να τους πείσει πως όλα ήταν καλά.  Μετά από τις 29.11.21, η συμπεριφορά της ΜΚ12 άρχισε να αλλάζει απέναντι στην οικογένεια της προς το χειρότερο, με τη ΜΚ12 να γίνεται επιθετική.  Όποτε η ΜΚ9 μιλούσε με τη ΜΚ12 στο τηλέφωνο, άκουγε τον Κατηγορούμενο να μουρμουρίζει δίπλα από τη ΜΚ12 λέγοντας της τι να πει, με τη ΜΚ9 να απορεί πώς η κόρη της ανέχεται τέτοια συμπεριφορά. 

 

Το Σάββατο 4.12.21 της τηλεφώνησε ο αδερφός της, ΜΚ5, ο οποίος της είπε ότι έλαβε τηλεφώνημα από τον Κατηγορούμενο ο οποίος τον έβρισε και τον απείλησε.  Η ΜΚ9 πήρε τηλέφωνο τη ΜΚ12 σε μία προσπάθεια να κατευνάσει τα πνεύματα αφού ο ΜΚ5 παρεξηγήθηκε και με τη ΜΚ12 για τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου.  Ενόσω μιλούσε με τη ΜΚ12 ο Κατηγορούμενος άρχισε να βρίζει και τη ΜΚ9 και να την απειλεί ότι «αν ξανακοντέψετε σε εμένα ή την οικογένεια μου εννα σας εξαφανίσω».  Η ΜΚ9 ρώτησε την κόρη της αν συμφωνεί με τα λεγόμενα του ΜΚ12 και εκείνη συμφώνησε.  Τη Δευτέρα 6.12.21 η ΜΚ9 ξαναμίλησε με τη ΜΚ12 και της ζήτησε να απολογηθεί στον θείο της.  Αρχικά της είπε ότι θα απολογείτο, αργότερα όμως που μίλησαν ξανά και βρισκόταν με τον Κατηγορούμενο της είπε «εμείς εν έχουμε να απολογηθούμε σε κανένα».  Τις επόμενες μέρες η ΜΚ12 συνέχισε να είναι απόμακρη και στις 12.12.21 της τηλεφώνησε και της είπε ότι δεν ήθελε να την ξαναενοχλήσει κανένας και ότι δεν ήθελε να έχει καμία σχέση μαζί τους.  Την Κυριακή το βράδυ η ΜΚ6 της είπε ότι ενημερώθηκε από συνάδελφο της ΜΚ12 πως η ΜΚ12 είχε κάποια επιπλοκή με το χέρι της και δεν θα πήγαινε στη δουλειά.  Η ΜΚ9 ανησύχησε και έστελνε μηνύματα στη ΜΚ12 για να την κάνει να αισθανθεί ότι είναι εκεί για εκείνη και ότι μπορούσε να την εμπιστευθεί. 

 

Τις επόμενες ημέρες η ΜΚ12 συνέχισε να είναι απόμακρη, όμως η ΜΚ9 αισθανόταν ότι έφθανε στα όρια της.  Την Τετάρτη 15.12.21 η ΜΚ12 συνταξίδεψε μετά από καιρό με την αδερφή της.  Κατά την επιστροφή από τη δουλειά, η ΜΚ6 την κάλεσε και της είπε να βρεθούν στο σπίτι να μιλήσουν.  Η ΜΚ9 πήγε αμέσως στο σπίτι και η ΜΚ12 τους εκμυστηρεύθηκε πως ο Κατηγορούμενος είναι που την είχε τραυματίσει στο χέρι με μπουκάλι.  Τους είπε επιπλέον ότι ο Κατηγορούμενος την είχε χτυπήσει πολλές φορές σε διάφορα μέρη του σώματός της με διάφορα αντικείμενα, ότι είχε υποστεί ψυχολογική και σεξουαλική βία και ότι τα πλείστα των περιστατικών συνέβαιναν στην παρουσία των παιδιών του Κατηγορούμενου.

 

Προφορικά αναφέρθηκε στο άγχος και σύγχυση που τη διακατείχε ενόσω έδιδε κατάθεση στην Αστυνομία.  Αναφέρθηκε επίσης στην πολύ στενή σχέση που είχε με τη ΜΚ12, η οποία αναπτύχθηκε ιδιαίτερα μετά το διαζύγιο της με τον ΜΚ7.  Εξήγησε τον λόγο που είχε εξαρχής κάποιες αμφιβολίες για τη σχέση της ΜΚ12 και ανέφερε πως όταν τις εξέφρασε στη ΜΚ6, η τελευταία της εκμυστηρεύθηκε ότι άκουσε και η ίδια τον Κατηγορούμενο να μιλά έντονα, να βρίζει και να εκδηλώνει ζήλια.  Όταν μίλησε με τη ΜΚ12 ζητώντας της να είναι λίγο προσεχτική, η ΜΚ12 της είπε ότι ίσως να δίνει και η ίδια δικαιώματα αναρτώντας φωτογραφίες στο Facebook στις οποίες φορούσε μαγιό «σαν να ψάχνομαι».  Ανέφερε περαιτέρω ότι κατά το τηλεφώνημα της 23.11.21, η ΜΚ12 έκλαιγε σπαρακτικά και μέσα από το κλάμα φαινόταν ο φόβος, ο τρόμος και η αγωνία της.  Αναφέρθηκε επίσης στη συνομιλία της με τον Κατηγορούμενο την επομένη, η οποία, όπως διευκρίνισε, ήταν τηλεφωνική.  Εξήγησε επίσης τους λόγους για τους οποίους αντιλήφθηκε πως όταν μιλούσε με τη ΜΚ12 ήταν δίπλα της ο Κατηγορούμενος, με αναφορά στο πώς συνήθως ήταν η κόρη της.  Είπε περαιτέρω πως από ένα σημείο και μετά ξεκίνησε να διαβάζει άρθρα στο διαδίκτυο για τους χειριστικούς ανθρώπους και στη συνέχεια επικοινώνησε με το 1440 και τον ΣΠΑΒΟ.  Αναφέρθηκε επίσης στα όσα της είπε η ΜΚ12 για τον τραυματισμό της («είχε ένα σπασμένο μπουκάλι στον πάγκο και σκόνταψα και έπεσα»).  Περαιτέρω αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στο τηλεφώνημα της 4.12.21 και ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο Κατηγορούμενος την αποκάλεσε κουτσομπόλα και της είπε ότι θυμήθηκε στα 60 της να κάνει φίλο και να εγκαταλείψει τα παιδιά της.  Ανέφερε επίσης πως στο ίδιο τηλεφώνημα ο Κατηγορούμενος της έδωσε κάποιον φίλο του στο τηλέφωνο ο οποίος τη ρώτησε πού έμαθαν τα όσα έμαθαν για τον Κατηγορούμενο.  Αναφέρθηκε επιπλέον στο τηλεφώνημα της 12.12.21 και στην προηγηθείσα παράκληση της για διευθέτηση συνάντησης με τον Κατηγορούμενο.  Στο τηλεφώνημα της 12.12.21, η ΜΚ12 της είπε πως δεν θα πήγαινε στο σπίτι της ΜΚ9 να φάει μαζί με τον Κατηγορούμενο επειδή «καταλάβαμε ότι μας στήσατε παγίδα και δεν θα έρθουμε γι’ αυτόν και γι’ αυτόν τον λόγο», προσθέτοντας πως (η ΜΚ12) δεν ήθελε να έχει σχέση με κανένα από την οικογένεια της.  Την επόμενη φορά που την είδε τυχαία στο σπίτι, της είπε για το 1440, χωρίς να της αποκαλύψει σε τι ανταποκρίνεται αυτός ο αριθμός.  Εκείνη τη μέρα η ΜΚ12 της είπε ότι μπορεί να ήταν υπερβολική και ότι δεν θα διακόψει τις σχέσεις της με την οικογένεια της.  Η ΜΚ9 αισθάνθηκε ότι η κόρη της άρχισε να μαλακώνει και να δυναμώνει.  Ακολούθησε το περιστατικό της 15.12.21 οπότε η ΜΚ12 τους αποκάλυψε τι συνέβαινε, στα όσα προηγήθηκαν και ακολούθησαν του οποίου (περιστατικού), η ΜΚ9 αναφέρθηκε με λεπτομέρεια.  Αναφέρθηκε επίσης στα όσα τους είπε η ΜΚ12 γενικότερα, λέγοντας πως δεν θυμόταν τί τους είπε στις 15.12.21 και τί τις επόμενες ημέρες. 

 

Η ΜΚ9 αντεξετάστηκε εκτενώς από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης.

 

Ο ΜΚ10 υιοθέτησε την κατάθεση του Τεκμήριο 31 στην οποία αναφέρθηκε στη σύλληψη του Κατηγορούμενου δυνάμει εντάλματος στις 16.12.21 (Τεκμήριο 12) και στις έρευνες που ακολούθησαν στην οικία και οχήματα του Κατηγορούμενου (Τεκμήρια 14 και 15).

 

Ο ΜΚ10 αντεξετάστηκε από τον κ. Γιαλελή.  Ανέφερε πως η αναφορά στην ημερομηνία 18.1.21 στην κατάθεση του οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος και ότι η παράδοση των τεκμηρίων στον ΜΚ11 έγινε την ημέρα που φαίνεται στον κατάλογο διακίνησης των τεκμηρίων.

 

Ο ΜΚ11 είναι ο ανακριτής της υπόθεσης και υιοθέτησε την κατάθεσή του Τεκμήριο 32.  Ανέφερε ότι στις 17.12.21 συνέλαβε δυνάμει εντάλματος σύλληψης τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα του βιασμού (το οποίο δεν περιλαμβανόταν στο πρώτο ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε) (Τεκμήριο 33).  Αφού επέστησε την προσοχή του Κατηγορούμενου στον Νόμο, ο τελευταίος απάντησε «όχι».  Κατέθεσε επίσης, ως Τεκμήριο 36, τον όρκο στη βάση του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα σύλληψης Τεκμήριο 12.  Στις 18.12.21 παρέλαβε από τον ΜΚ10 συγκεκριμένα τεκμήρια στα οποία αναφέρθηκε.  Στις 22.12.21 ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο για τα δικαιώματά του (Τεκμήριο 35) και ακολούθως έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο ο οποίος δεν απάντησε σε καμία ερώτηση κατόπιν νομικής συμβουλής (Τεκμήριο 34).  Στις 23.12.21 παρέλαβε από τον Αστ. 3683 (προφανώς εννοούσε τον ΜΚ1) ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Umidigi η οθόνη του οποίου ήταν σπασμένη, ιδιοκτησίας του Κατηγορούμενου.  Στις 2.1.22 παρέδωσε στη ΜΚ12 τα αντικείμενα που αναφέρονται σε απόδειξη παραλαβής.  Την ίδια ημέρα παρέδωσε στον Κατηγορούμενο το κινητό τηλέφωνο μάρκας Umidigi.  Στις 10.1.22 παρέδωσε στην Αστ. 3746 ένα DVR καθώς και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας iPhone για να τα μεταφέρει στα εργαστήρια της ΥΠ.ΕΓ.Ε.  Πέραν των ανωτέρω, ανέφερε πως έλαβε καταθέσεις που σχετίζονται με τη διερεύνηση της υπόθεσης και προέβη σε ενέργειες σε σχέση με τα τεκμήρια. 

 

Ο ΜΚ11 αντεξετάστηκε από τον κ. Γιαλελή.  Κατά την αντεξέταση του κατατέθηκε ως Τεκμήριο 37 η απόδειξη παραλαβής στην οποία αναφέρθηκε στην κατάθεση του.  Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 38 την κατάθεση της ΜΚ12 ημερ. 15.12.21, ως Τεκμήριο 39 την κατάθεση της ΜΚ12 ημερ. 16.12.21, ως Τεκμήριο 40 την κατάθεση της ΜΚ12 ημερ. 22.12.21 και ως Τεκμήριο 41 την κατάθεση της ΜΚ12 ημερ. 6.3.25. 

 

Η ΜΚ12 είναι η παραπονούμενη και υιοθέτησε τις καταθέσεις της Τεκμήρια 38, 39, 40 και 41. 

 

Στην κατάθεση της Τεκμήριο 38 (ημερ. 15.12.21) η ΜΚ12 αναφέρθηκε στη γνωριμία της με τον Κατηγορούμενο και στην έναρξη του δεσμού τους στις 5.11.21.  Από τις πρώτες μέρες της σχέσης, όπως είπε, αντιλήφθηκε πως ο Κατηγορούμενος ήθελε να ελέγχει το καθετί, περιλαμβανομένων του κινητού της και των κινήσεων της. 

 

Το βράδυ της 12.11.21 καβγάδισαν μέσω τηλεφώνου σχετικά με πρόσωπο του παρελθόντος της ΜΚ12 και η ΜΚ12 αποφάσισε να πάει σπίτι του για να συζητήσουν και να τα βρουν.  Μετέβη στο σπίτι του Κατηγορούμενου τα ξημερώματα της 13.11.21 ο οποίος της φώναζε, οπότε η ΜΚ12 αποφάσισε να φύγει.  Άνοιξε την εξώπορτα και βγήκε έξω.  Ο Κατηγορούμενος βγήκε και εκείνος έξω από την πόρτα, την τράβηξε από τα μαλλιά, την έσυρε στο πάτωμα και ξεκίνησε να την κλωτσά σε όλο της το σώμα, στην κοιλιά, στο στομάχι, στα πόδια και στα χέρια.  Αυτό συνέβαινε ενώ τα παιδιά του (αγόρια, ηλικίας 8 και 11 ετών) κοιμόντουσαν στον καναπέ.  Η ΜΚ12 προσπάθησε να ξεφύγει αλλά ο Κατηγορούμενος κλείδωσε την πόρτα και έπιασε το κινητό της.  Αναγκαστικά η ΜΚ12 έμεινε εκεί το βράδυ και το πρωί του Σαββάτου (13.11.21), ο Κατηγορούμενος ανακοίνωσε στα παιδιά του ότι γνώρισε μία κοπέλα και ζήτησε από τη ΜΚ12 να κατέβει κάτω για να γνωρίσει τα παιδιά.  Την ίδια ημέρα πήγαν όλοι μαζί για φαγητό και η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου απέναντι της ήταν πολύ εντάξει. 

 

Καθ’ όλη τη διάρκεια της συμβίωσης τους, ο Κατηγορούμενος συνέχισε να ελέγχει τη ΜΚ12, έβρισκε στο κινητό της φωτογραφίες και τη ρωτούσε ποιος είναι ο ένας και ποιος είναι ο άλλος, τη μείωνε και την αποκαλούσε πολλές φορές «πουτάνα» επειδή είδε στο κινητό της γυμνές της φωτογραφίες.  Η ΜΚ12 σκεφτόταν αν έπρεπε να συνεχίσει ή όχι με αυτό τον δεσμό αλλά δεν μπορούσε να αποφασίσει.  Ανέφερε επίσης πως κατά τη συμβίωση τους η ίδια δεν συνεισέφερε στα έξοδα του σπιτιού και ούτε είχαν σκοπό τον γάμο. 

 

Στις 27.11.21 το πρωί, ο Κατηγορούμενος άρχισε να της φωνάζει για κάποιες συνομιλίες που βρήκε στο κινητό της.  Την ημέρα εκείνη την πήρε κομμωτήριο και μετά πήγαν με τα μωρά σε πάρκο στους Αγίους Τριμιθιάς όπου ο Κατηγορούμενος άρχισε να ανταλλάζει μηνύματα με μια κοπέλα για να της δείξει ότι μπορεί και αυτός να το κάνει.  Μετά από αυτό δημιουργήθηκε ένταση.  Σε κάποιο σημείο του δρόμου ο Κατηγορούμενος πέταξε το κινητό της ΜΚ12 έξω από το παράθυρο, αλλά σταμάτησε μετά και η ΜΚ12 ανέκτησε το κινητό το οποίο δεν είχε πάθει ζημιά.  Κατά τις 22:00 το βράδυ ξεκίνησαν να καβγαδίζουν και πάλι με αφορμή κάτι που είδε στο κινητό της.  Της ζήτησε να καλέσει τον συνάδελφο της, ΜΚ2, σε ανοιχτή ακρόαση και να του πει ότι είναι πουτάνα.  Η ΜΚ12 το έκανε επειδή άρχισε να φοβάται τον Κατηγορούμενο.  Στη συνέχεια της ζήτησε να τηλεφωνήσει σε άλλο πρόσωπο και να του πει να μην την ξαναενοχλήσει, όπως και έπραξε.  Συνέχισε όμως να είναι πολύ νευριασμένος και σε κάποιο στάδιο ξεκίνησε να ρίχνει προς το μέρος της μεταλλικά και γυάλινα αντικείμενα και να της ζητά να του τα πάρει πίσω, καθώς και ένα αναμμένο αποτσίγαρο το οποίο την άγγιξε στο αριστερό χέρι, αλλά δεν την έκαψε.  Στον χώρο υπήρχε και μία μπουκάλα με νερό και αποτσίγαρα την οποία της έριξε στο κεφάλι.  Στη συνέχεια πήρε ένα μπουκάλι κρασί και της το έριξε με δύναμη.  Μόλις χτύπησε η μπουκάλα στο δεξί της χέρι η μπουκάλα έσπασε και την έκοψε βαθιά μεταξύ καρπού και αγκώνα και ξεκίνησε να αιμορραγεί.  Του ζήτησε να την πάρει στις Πρώτες Βοήθειες, αλλά ο Κατηγορούμενος αρνείτο.  Της είπε «στ’ αρχίδια μου, εν με κόφτει να μείνεις να πεθάνεις».  Το αίμα δεν σταματούσε και η ΜΚ12 τύλιξε το χέρι της με μία πετσέτα.  Τα παιδιά τα οποία ήταν μάρτυρες του περιστατικού έκλαιγαν και του ζητούσαν να ηρεμήσει.  Η ΜΚ12 αισθανόταν ανήμπορη ενώ ο Κατηγορούμενος είχε πάρει το κινητό της και είχε αφαιρέσει όλες τις σταθερές συσκευές τηλεφώνου και τις έβαλε μέσα στο παντελόνι του.  Μετά πήγε για ύπνο.  Γύρω στις 03:00 της 28.11.21 της είπε «θέλω να μου κάμεις πίππα γιατί έτσι εφκαριστιούμαι εγώ».  Η ΜΚ12 αρνήθηκε, αλλά ο Κατηγορούμενος της είπε «δεν έχεις επιλογή».  Τότε πήγαν στον παραδίπλα καναπέ και η ΜΚ12, φοβούμενη πως ο Κατηγορούμενος θα την ξαναχτυπούσε, του έκανε πεολειχία, με τον Κατηγορούμενο να τη βιντεογραφεί.  Σε κάποιο στάδιο η ΜΚ12 έκανε μία κίνηση προς τα πίσω αλλά ο Κατηγορούμενος της έσπρωξε το κεφάλι της με το χέρι του και της είπε να συνεχίσει.  Τα πιο πάνω διήρκησαν κάποια λεπτά μέχρι που ο Κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε στο στόμα της.  Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος της είπε «τωρά νιώθω οκ», πήγε στον δίπλα καναπέ και κοιμήθηκε.  Η ΜΚ12 κοιμήθηκε στον καναπέ όπου είχε γίνει η πράξη.

 

Ο Κατηγορούμενος ξύπνησε τη ΜΚ12 στις 28.11.21, γύρω στις 09:00 και μετά από ένα τρίωρο περίπου της είπε να πάνε γιατρό για το χέρι της.  Την πήρε στο Απολλώνειο Νοσοκομείο όπου εξετάστηκε από τον ΜΚ14 ο οποίος της έκανε 20 ραφές εξωτερικά και άλλες τόσες εσωτερικά.  Η ΜΚ12 έλαβε άδεια ασθενείας 2 εβδομάδων κατά τη διάρκεια της οποίας ο Κατηγορούμενος ήταν συνέχεια μαζί της, τη φρόντιζε και ήταν καλός μαζί της.

 

Στις 10.12.21 πήγαν στο πατρικό της για να μεταφέρουν τα προσωπικά της αντικείμενα σπίτι του Κατηγορούμενου, μετά από παρότρυνση του τελευταίου την οποία η ΜΚ12 δεν αρνήθηκε, αφού ήξερε ότι αν αρνείτο θα είχε επιπτώσεις.  Το Σάββατο 11.12.21 το πρωί πήγε με τον Κατηγορούμενο και τα παιδιά του και αγόρασαν χριστουγεννιάτικο δέντρο.  Όταν επέστρεψαν προέκυψε κάποια διαφωνία και ο Κατηγορούμενος θύμωσε.  Τα παιδιά του τον αγκάλιασαν για να τον ηρεμήσουν και όταν η ΜΚ12 κάλεσε τα παιδιά για να φτιάξουν τη βάση του δέντρου ο Κατηγορούμενος αντέδρασε και της έριξε δύο πορτοκάλια τα οποία τη χτύπησαν στην πλάτη.  Ο Κατηγορούμενος άρχισε πάλι να φωνάζει λέγοντας της πως τους κατέστρεψε ακόμα ένα σαββατοκύριακο.  Πήγε προς το μέρος της και τη χτύπησε με ένα αλουμινένιο σκουπόξυλο στο αριστερό πόδι κάτω από το γόνατο και μετά στο τραυματισμένο χέρι με κάποιο κοντάρι (η ΜΚ12 δεν μπορούσε να προσδιορίσει αντικείμενο) με αποτέλεσμα να ανοίξει η πληγή της.  Ο Κατηγορούμενος της είπε «μεν το θωρείς έτσι τζαι εννα σου κάμω το άλλο σιηρόττερο».  Το βράδυ της ίδιας ημέρας της επέβαλε να σβήσει όλες τις συνομιλίες και φωτογραφίες που είχε στο κινητό της και η ΜΚ12 έσβησε κάποιες.  Την Κυριακή 12.12.21 περί τις 05:00 την ξύπνησε ο Κατηγορούμενος και της είπε να φύγει από το σπίτι.  Η ΜΚ12 του είπε ότι δεν φεύγει και εκείνος άρχισε να της φωνάζει ότι δεν έσβησε όλα όσα της ζήτησε.  Έπιασε ένα σκαμπό και το πίεζε στο σώμα της, την κλωτσούσε στα πλευρά και της είπε «μα τον Θεό, αν δεν σε αγαπούσα ήταν να σε σκοτώσω».  Ακολούθως κατανάλωσε αρκετή ποσότητα αλκοόλης και κατά τις 09:00 της ζήτησε να πάρει τηλέφωνο σε ανοικτή ακρόαση τη μητέρα και την αδερφή της και να τους ζητήσει να μην την ξαναενοχλήσουν και να μην ξανακατηγορήσουν τον Κατηγορούμενο.  Ζήτησε από τα παιδιά του να φορτώσουν τα πράγματα της ΜΚ12 στο βαν του και πήγε για ύπνο.  Τον ξύπνησαν τα παιδιά κατά τις 10:30 και του είπαν ότι τελείωσαν.  Ο Κατηγορούμενος σηκώθηκε, ξεκίνησε να πίνει αλκοόλ και ρωτούσε τα παιδιά του αν ξέρουν κάποιον με το όνομα Χ.  Τα παιδιά δεν ήξεραν και μετά έκανε την ίδια ερώτηση στη ΜΚ12 η οποία του είπε πως είναι συμμαθητής της.  Ο Κατηγορούμενος είχε βρει παλιές συνομιλίες της ΜΚ12 με αυτό το πρόσωπο στο κινητό της και εξαγριώθηκε.  Της είπε «ετόλμησες τζαι είπες στα μωρά μου ότι ξέρεις τον Χ, που του έκαμνες πίππες τζαι εγαμιέσουν στα μπαλκόνια τζαι στα αυτοκίνητα ρα πουτάνα;» και ξεκίνησε μετά να της ρίχνει ό,τι έβρισκε μπροστά του.  Της έριξε έξι άδεια μπουκάλια μπύρας και τη χτυπούσε στην πλάτη με γεμάτα μπουκάλια μπύρας.  Της έριξε ένα μισογεμάτο μπουκάλι ουίσκι στα πόδια, το οποίο έσπασε δίπλα της.  Την κυνηγούσε γύρω από το τραπέζι της κουζίνας και όταν την ακινητοποίησε της άδειασε ένα μπουκάλι νερού το οποίο είχε μέσα νερό και αποτσίγαρα.  Μετά την περιέλουσε με το νερό που υπήρχε στον κουβά της σφουγγαρίστρας το οποίο είχε μέσα καθαριστικό.  Πήρε ένα αλουμινένιο σκουπόξυλο και τη χτυπούσε σε διάφορα μέρη του σώματος της, στο αριστερό πόδι, την πλάτη και το κεφάλι.  Στη συνέχεια λύγισε το σκουπόξυλο, πήγε από πίσω της και προσπάθησε να περάσει το σκουπόξυλο γύρω από τον λαιμό της, αλλά η ΜΚ12 προστάτευσε τον λαιμό της με τα χέρια της.  Τα παιδιά του ήταν τρομοκρατημένα και έκλαιγαν.  Ακολούθως ο Κατηγορούμενος πήγε προς το μέρος της, έβγαλε το πέος του, τράβηξε το κεφάλι της προς το πέος του και της είπε «έλα να μου κάμεις πίππα όπως κάμνεις τους άλλους».  Η ΜΚ12 πήγε στον καναπέ και ο Κατηγορούμενος πήγε από πάνω της, έβγαλε ξανά έξω το πέος του και της είπε «μόνο για να σε κατουρούν τζαι το κατούρημα εν τζαι πολύ σου».  Η ΜΚ12 τράβηξε την κουκούλα του φούτερ της πάνω από το κεφάλι της και ο Κατηγορούμενος ούρησε πάνω στην κουκούλα της.  Μετά συνέχισε την ούρηση του στην τουαλέτα.  Επέστρεψε στον καναπέ και συνέχισε να πίνει μέχρι που αποκοιμήθηκε.  Το σπίτι ήταν κλειδωμένο και ούτως ή άλλως η ίδια δεν τολμούσε να φύγει.  Κατά τις 19:00 ο Κατηγορούμενος ξύπνησε και της επέρριψε ευθύνες για το ότι τα παιδιά δεν πέρασαν ποιοτικό χρόνο με τον πατέρα τους και τη ρώτησε αν η απόφαση της ήταν ότι θα έμενε μαζί του ή αν θα επέστρεφε στην οικογένεια της.  Η ΜΚ12 αποφάσισε ότι θα επέστρεφε στην οικογένεια της και της είπε ότι θα την πάρει σπίτι της.  Η ΜΚ12 πήγε στον πάνω όροφο για να μαζέψει κάποια προσωπικά της αντικείμενα και ο Κατηγορούμενος την ακολούθησε προσπαθώντας να τη μεταπείσει.  Όταν κατάλαβε πως η ΜΚ12 δεν θα άλλαζε γνώμη ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να τη μεταφέρει και έβαλε στην τσέπη του τα κλειδιά του βαν λέγοντας της ότι δεν θα πάει πουθενά.  Κοιμήθηκαν χωρίς να συμβεί οτιδήποτε άλλο.

 

Τη Δευτέρα 13.12.21 δεν πήγε δουλειά λόγω της ανοικτής πληγής και ο Κατηγορούμενος της επέβαλε να πάει μαζί του στη δουλειά του.  Η ΜΚ12 δεν είχε κάνει μπάνιο.  Κατά τη διάρκεια των διαδρομών για τις παραδόσεις που έκανε ο Κατηγορούμενος συζητούσαν συνεχώς και αφού δεν έπαιρνε τις απαντήσεις που ήθελε της έδωσε μία αγκωνιά με το αριστερό χέρι στο δεξί μάγουλο.  Το απόγευμα την ξαναρώτησε αν θα μείνει μαζί του ή αν προτιμά την οικογένεια της.  Αρχικά του απάντησε ότι προτιμά την οικογένεια της αλλά όταν είδε το ύφος του να γίνεται επιθετικό του είπε ότι θέλει να μείνει μαζί του και να μην έχει καμία επικοινωνία με την οικογένεια της.  Τότε ο Κατηγορούμενος κατέβασε όλα τα πράγματα της ΜΚ12 από το βαν, έκαναν μπάνιο και κοιμήθηκαν.  Στις 14.12.21 η ΜΚ12 πήγε κανονικά στη δουλειά της και το απόγευμα στόλισαν το δέντρο με τα παιδιά του.  Το βράδυ όταν πήγαν να ξαπλώσουν θυμήθηκε κάποιες συνομιλίες του παρελθόντος και ξανάρχισε τη γκρίνια.

 

Στις 15.12.21 ο Κατηγορούμενος ξύπνησε και γκρίνιαζε ότι δεν αντέχει αυτή την κατάσταση και ότι δεν μπορεί να σκέφτεται άλλους άντρες ανάμεσα τους.  Αφού της το επέτρεψε, η ΜΚ12 συνταξίδεψε εκείνη την ημέρα με την αδερφή της και μία άλλη συνάδελφο.  Στο σχολείο η ΜΚ12 δεν ήταν καθόλου καλά ψυχολογικά και επειδή γνωρίζει πως ο Κατηγορούμενος ελέγχει το κινητό της εκμυστηρεύθηκε σε συνάδελφο της, τη ΜΚ3, τι είχε συμβεί και ζήτησε το τηλέφωνο της για να καλέσει το 1440.  Εκείνοι την παρότρυναν να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία.  Επιστρέφοντας από το σχολείο, ζήτησε από την αδερφή της να συναντηθούν στο πατρικό της γιατί ήθελε να τους ενημερώσει.  Αφού ενημέρωσε τους γονείς της και την αδελφή της, πήγαν στο ΤΑΕ για να προβούν σε καταγγελία. 

 

Στην κατάθεση της Τεκμήριο 39 (ημερ. 16.12.21) η ΜΚ12 ανέφερε πως μετά τον καβγά το βράδυ της 27.11.21 ο Κατηγορούμενος έριξε στο έδαφος το κινητό της και της το έσπασε.  Επίσης σε κάποιον από τους καβγάδες πήρε τον φορητό της υπολογιστή και τον έσπασε χτυπώντας τον με τα χέρια του στο γόνατο του.  Παρέδωσε παράλληλα στην Αστυνομία το έντυπο ιατρικής εξέτασης της από ιατρό στις Πρώτες Βοήθειες (το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση). 

 

Στην κατάθεση της Τεκμήριο 40 (ημερ. 22.12.21) η ΜΚ12 αναφέρθηκε στη βεβαίωση που της είχε παραδώσει ο ΜΚ14 (την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο Β προς Αναγνώριση), καθώς και στο κινητό της που της είχε σπάσει ο Κατηγορούμενος.  Παρέδωσε επίσης το κινητό τηλέφωνο που της είχε δώσει ο Κατηγορούμενος αφότου έσπασε το δικό της.  Ανέφερε επίσης ότι περί τις αρχές της σχέσης, ενώ επέστρεφε από το σχολείο με τη ΜΚ6 την κάλεσε ο Κατηγορούμενος (η ίδια του είχε πει ψέματα ότι θα πήγαινε μόνη της σχολείο εκείνη την ημέρα) και της είπε μεταξύ άλλων «Εγαμήθηκες με κανένα στο σχολείο και άλλαξε η συμπεριφορά σου» και «δεν σου είπα να αφήσεις το τηλέφωνο στο σπίτι;», προσθέτοντας ότι θα της έδινε εκείνος άλλη συσκευή τηλεφώνου την οποία θα μπορούσε να ελέγξει και έτσι θα του αποδείκνυε ότι δεν συνέβαινε κάτι με άλλα πρόσωπα.  Τη συζήτηση άκουσε και η ΜΚ6 η οποία εξέφρασε την ανησυχία της, αλλά η ΜΚ12 προσπάθησε να δικαιολογήσει τον Κατηγορούμενο.  Ανέφερε επίσης ότι στις 2 και 3.12.21 δάνεισε στον Κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των €3.250 το οποίο δεν της επέστρεψε, το οποίο θα διεκδικούσε μέσω αγωγής.  Επιπλέον ανέφερε ότι στις 4.12.21 ο Κατηγορούμενος θυμήθηκε κάποιες φωτογραφίες που είχε αναρτημένες στο Facebook η ΜΚ12 τις οποίες ζήτησε να διαγραφούν.  Ο θυμός του συνεχίστηκε καθόλη τη διάρκεια του απογεύματος όπου είχαν πάει σε εστιατόριο ιδιοκτησίας του Ν., φίλου του Κατηγορούμενου.  Ενώ βρίσκονταν στο εστιατόριο, ο Κατηγορούμενος είδε πως ο θείος της (ΜΚ5) άφησε ένα σχόλιο σε φωτογραφία του ζεύγους στο Facebook, το οποίο ο Κατηγορούμενος θεώρησε προσβλητικό και της ζήτησε να τον πάρει τηλέφωνο.  Η ΜΚ12 τον πήρε και του μιλούσε με απότομο ύφος όπως της επέβαλε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος έπιασε στη συνέχεια το τηλέφωνο και φώναζε, έβριζε και απειλούσε τον θείο της.  Ο Κατηγορούμενος ζήτησε από τον ΜΚ5 να απολογηθεί και αυτός το έκανε.  Συνέχισε ωστόσο να είναι θυμωμένος και να ξεσπά με βρισιές και απειλές στον θείο και τη μητέρα της, απαιτώντας να μάθει από ποιον άκουσαν πληροφορίες για εκείνον.  Τότε επενέβη ο Ν. ο οποίος μίλησε στη μητέρα της και στον θείο της και προσπάθησε να τους πείσει να του πουν ποιος τους έδωσε τις πληροφορίες και στη συνέχεια να συμμορφώσει τον Κατηγορούμενο λέγοντας του «ρε εν έγινε το δικό σου;».  Προφορικά διευκρίνισε πως τα τηλεφωνήματα προς τον θείο της και τη μητέρα της ήταν ξεχωριστά, η ίδια όμως και ο Κατηγορούμενος βρίσκονταν στον ίδιο χώρο (στο γραφείο του Βίκτωρα).

 

Στην κατάθεση της Τεκμήριο 41 (ημερ. 6.3.25) ανέφερε πως όταν επισκέφθηκε το Τμήμα Α’ Βοηθειών στις 15.12.21 ζήτησε από τον πατέρα της, ΜΚ7, να φωτογραφίσει με το κινητό του τα τραύματα που έφερε σε διάφορα σημεία του σώματος της τα οποία προκλήθηκαν από επιθέσεις του Κατηγορούμενου σε διάφορες ημερομηνίες.  Ο πατέρας της τής έστειλε τις φωτογραφίες στις 4.1.22.  Η ΜΚ12 εκτύπωσε τις φωτογραφίες και τις παρέδωσε στην Αστυνομία.  Πρόκειται για τις φωτογραφίες Τεκμήριο 28, τις οποίες εξήγησε στο Δικαστήριο.  Παρέδωσε επίσης δύο φωτογραφίες που τράβηξε η ίδια του τραύματος που της προκάλεσε ο Κατηγορούμενος στις 27.11.21 στον βραχίονα του δεξιού της χεριού (κατέθεσε τις εν λόγω φωτογραφίες ως Τεκμήριο 42 και τις εξήγησε στο Δικαστήριο).  Παρέδωσε περαιτέρω κατάσταση του τραπεζικού της λογαριασμού στην οποία φαίνονται οι αναλήψεις των μετρητών που δάνεισε στον Κατηγορούμενο.  

 

Στην προφορική της μαρτυρία, η ΜΚ12 αναφέρθηκε στις σχέσεις της με τα μέλη της οικογένειας της προτού γνωρίσει τον Κατηγορούμενο και ιδιαίτερα στις σχέσεις της με τους γονείς της (ΜΚ7 και ΜΚ9), τα αδέρφια της (ΜΚ6 και ΜΚ8) και τον θείο της (ΜΚ5) και στο πώς διαμορφώθηκαν οι σχέσεις αυτές κατά τη διάρκεια του δεσμού της με τον Κατηγορούμενο.  Αναφέρθηκε επίσης στη γνωριμία της με τον Κατηγορούμενο και στο γεγονός ότι είχαν ολοκληρωμένες σεξουαλικές σχέσεις το βράδυ του πρώτου ραντεβού.  Αναφέρθηκε στην εξέλιξη της σχέσης και με λεπτομέρεια στα επίμαχα περιστατικά, καθώς και σε διάφορα παρεμφερή περιστατικά και γεγονότα, ως επίσης και στα κατά καιρούς συναισθήματα της.  Υποδείχθηκαν στη ΜΚ12 οι φωτογραφίες Τεκμήριο 1 και αναγνώρισε χώρους και πράγματα που απεικονίζονται σε αυτές, συσχετίζοντας παράλληλα διάφορους χώρους με τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε στη μαρτυρία της.  Επίσης προβλήθηκαν στην παρουσία της τα βίντεο που είναι αποθηκευμένα στο Τεκμήριο 10 και απάντησε διάφορες ερωτήσεις σε σχέση με τα όσα απεικονίζονται στα εν λόγω βίντεο.  Της υποδείχθηκε επίσης το αλουμινένιο σκουπόξυλο Τεκμήριο 8 και ανέφερε ότι είναι πιθανόν να είναι αυτό με το οποίο τη χτύπησε ο Κατηγορούμενος και ακολούθως το λύγισε για να το φέρει γύρω από τον λαιμό της.  Ανέφερε επίσης πως το Τεκμήριο 9 είναι ο κάδος ανακύκλωσης γυαλιού που υπήρχε στο σπίτι του Κατηγορούμενου και ανέφερε πως εντός αυτού υπήρχαν μπουκάλια μπύρας Heineken με ένα εκ των οποίων τη χτύπησε στο κεφάλι και εντός του κάδου υπήρχε και μπουκάλι ουίσκι J&B το οποίο έσπασε στο σημείο που προσδιόρισε. 

 

Η ΜΚ12 αντεξετάστηκε επί μακρόν από τον κ. Γιαλελή.  Κατά την αντεξέταση της κατατέθηκαν διάφορα μηνύματα που κατά την Υπεράσπιση ανταλλάχθησαν μεταξύ της ΜΚ12 και του Κατηγορούμενου ως Τεκμήρια προς Αναγνώριση Γ και Δ και ως Τεκμήριο 43 κατατέθηκε χειρόγραφο σημείωμα στο οποίο η ΜΚ12 αναγνώρισε τον γραφικό της χαρακτήρα.  Ως Τεκμήριο 44 κατατέθηκε βεβαίωση για άδεια ασθενείας από το Απολλώνειο Νοσοκομείο.  Ως Τεκμήρια 45 και 46 κατατέθηκαν αντίγραφα φωτογραφιών.

 

Ο ΜΚ13 είναι ορθοπεδικός ιατρός και το 2021 εργαζόταν στα Επείγοντα του Γ. Ν. Λευκωσίας.  Ετοίμασε την Ιατρική Έκθεση ημερ. 16.12.21 (που είχε καταθέσει η ΜΚ12 ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α, η οποία κατατέθηκε από τον ΜΚ13 ως Τεκμήριο 47) μετά την εξέταση της ΜΚ12 η οποία μετέβη στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών στις 15.12.21, ώρα 23:36.  Αναφέρει στην Έκθεσή του: «Αναφερόμενος ξυλοδαρμός.  Άλγος ημιθωρακίου αριστερά, δακτύλου άκρα χειρός δεξιά.  Αιμάτωμα κνήμης αριστερά και οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης, σπονδυλικής χώρας.  Εκδορές δεξιάς άκρας χειρός και αναφερόμενη κεφαλαλγία.».  Κατά την προφορική του μαρτυρία εξήγησε τις πιο πάνω αναφορές στην Έκθεσή του.  Του υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες Τεκμήριο 28, δεν θυμόταν όμως αν το πρόσωπο που εξέτασε είναι το πρόσωπο που απεικονίζεται στις φωτογραφίες.  Δέχτηκε όμως ότι στις εν λόγω φωτογραφίες φαίνονται οι τραυματισμοί που περιέγραψε, τους οποίους συσχέτισε προς αυτές.  Δήλωσε επίσης πως δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πώς προέκυψαν τα τραύματα. 

 

Ο ΜΚ13 αντεξετάστηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης.

 

Ο ΜΚ14 είναι ιατρός και έχει την ειδικότητα του ορθοπεδικού χειρουργού – τραυματιολόγου.  Το 2021 συνεργαζόταν με διάφορα νοσηλευτήρια, μεταξύ άλλων, το Απολλώνειο Νοσοκομείο.  Εξέδωσε την Ιατρική Βεβαίωση ημερ. 17.12.21 (πρόκειται για το έγγραφο που είχε καταθέσει η ΜΚ12 ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση Β το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 48) στην οποία αναφέρει ότι εξέτασε τη ΜΚ12 στις 28.11.21 στα ΤΑΕΠ του Απολλώνειου Νοσοκομείου λόγω «τραύματος ΔΕ αντιβραχίου από αναφερόμενο τραύμα με γυαλί.  Έγινε διερεύνηση του τραύματος όπου βρέθηκαν τραύματα στους υποκείμενους μύες χωρίς άλλες κακώσεις.  Έγινε χειρουργικός καθαρισμός και συρραφή κατά στρώματα.  Ακολούθησαν αλλαγές τραύματος και αφαίρεση ραμμάτων στις 10.12.21.  Στις 13.12.21 η ασθενής παρουσίασε μερική διάσπαση τραύματος όπου έγινε τοπική περιποίηση και περίδεση του τραύματος.»  Κατά την προφορική του μαρτυρία εξήγησε τις πιο πάνω αναφορές στη Βεβαίωσή του.  Ανέφερε επίσης πως θεωρεί ότι θα μπορούσε να επέλθει μερική διάσπαση τραύματος από κτύπημα με σκουπόξυλο.  Του δόθηκαν οι φωτογραφίες Τεκμήριο 28 και αναγνώρισε πως σε αυτές φαίνεται τραύμα στο αντιβράχιο, όπως αναφέρεται στη Βεβαίωση του.

 

Ο ΜΚ14 αντεξετάστηκε από τον κ. Γιαλελή. 

 

Η ΜΚ15 προσφέρθηκε για αντεξέταση από την Κατηγορούσα Αρχή.  Κατά την αντεξέταση της υιοθέτησε την κατάθεση της Τεκμήριο 49 στην οποία ανέφερε ότι στις 15.12.21, περί ώρα 17:00 προσήλθε στο Κλιμάκιο Βίας στην Οικογένεια του ΤΑΕ Λευκωσίας η ΜΚ12 η οποία ανέφερε ότι έπεσε θύμα κακοποίησης από τον σύντροφο της, δηλαδή τον Κατηγορούμενο.  Την ίδια ημέρα, η ΜΚ15 έλαβε κατάθεση από την παραπονούμενη μεταξύ των ωρών 17:20 – 22:50.  Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης, έδωσε στη ΜΚ12 έντυπο εξέτασης από ιατρό, εξηγώντας της ότι θα έπρεπε να μεταβεί για εξέταση στο Γ.Ν. Λευκωσίας.  Δεν θυμόταν αν η ΜΚ12 είχε σημάδια κακοποίησης όταν έδιδε κατάθεση.  Η πρακτική της, όμως, είναι όταν δει σημάδια πάνω στους παραπονούμενους να το αναφέρει στην κατάθεση της.  Ανέφερε επίσης πως δεν δίδονται οδηγίες για λήψη φωτογραφιών όταν δεν υπάρχουν έντονα, εμφανή σημάδια στο σώμα του παραπονούμενου/νης.  Ούτε είχε η ίδια αρμοδιότητα για να δώσει οδηγίες για λήψη φωτογραφιών.  Ανέφερε επίσης πως δεν ζητήθηκε από την παραπονούμενη να προβεί σε υποδείξεις σκηνών. 

 

Ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση, Τεκμήριο 50.  Υιοθέτησε και την ανακριτική του κατάθεση Τεκμήριο 34, εξηγώντας πως τήρησε το δικαίωμα της σιωπής κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου του, αφού τότε δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί την κατηγορία.  Γνώρισε την παραπονούμενη σε μπυραρία.  Μετά τη γνωριμία τους αντάλλαξαν μηνύματα μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και ακολούθως βγήκαν για φαγητό.  Κατά τη διάρκεια του δείπνου η ΜΚ12 άφηνε ερωτικά υπονοούμενα, αποκαλύπτοντας του πως η αγαπημένη σεξουαλική της στιγμή ήταν όταν είχε πάει ταυτόχρονα με δύο άντρες.  Ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τότε πως επρόκειτο για άτομο εξοικειωμένο με σεξουαλικές περιπτύξεις.  Εξ ου και δεν του φάνηκε καθόλου περίεργο ότι το ίδιο βράδυ η ΜΚ12 πήγε σπίτι του και είχαν ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή.

 

Σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη γνωριμία, η επικοινωνία τους έγινε σχεδόν καθημερινή, κυρίως μέσω τηλεφωνικών κλήσεων και συνεχίστηκε παράλληλα η σεξουαλική επαφή, με την παραπονούμενη να εκφράζει την πεποίθηση ότι βρήκε στο πρόσωπό του τον άνδρα της ζωής της και τον μελλοντικό πατέρα των παιδιών της.  Τα πιο πάνω αποτυπώνονταν και στις μεταξύ τους γραπτές συνομιλίες.  Ο Κατηγορούμενος, αν και διέκρινε πως ο τρόπος που εκφραζόταν η ΜΚ12 δεν συνάδει με την εικόνα μίας γυναίκας με σοβαρή πρόθεση για σταθερή οικογενειακή ζωή, επέλεξε να της δώσει την ευκαιρία να τη γνωρίσει καλύτερα.

 

Επειδή όλα κυλούσαν πολύ γρήγορα στη σχέση τους, ο Κατηγορούμενος άρχισε να αντιλαμβάνεται κάποια προβληματικά στοιχεία του χαρακτήρα της ΜΚ12, όπως την παράλογη για τον Κατηγορούμενο ενέργεια της ΜΚ12 να ξεκινήσει να παίρνει στο σπίτι του τα πράγματα και τα προσωπικά της αντικείμενα μετά από 15 μέρες γνωριμίας και χωρίς να τον ρωτήσει προηγουμένως.  Ανέφερε επίσης πως μία μέρα μετέβη στο πατρικό σπίτι της ΜΚ12 για να την παραλάβει και εκεί ήταν και η μητέρα της (η ΜΚ9).  Σε κάποια στιγμή που η ΜΚ12 δεν ήταν παρούσα, η ΜΚ9 του είπε «Αν νομίζεις ότι την κόρη μου τη μεγάλωσα για να αναγιώνει τα κοπελλούθκια σου, εγελάστηκες».  Τότε ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε πως η γνωριμία του με τη ΜΚ12 δεν θα είχε αίσιο τέλος. 

 

Τα γεγονότα που η ΜΚ12 περιέγραψε στις καταθέσεις της και στο Δικαστήριο, δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα.  Δίδει ικανοποίηση στην παραπονούμενη να τον παρουσιάζει ως «τέρας» επειδή με αυτό τον τρόπο αποκαθιστά πλήρως τη σχέση της με την οικογένεια της και παράλληλα τιμωρεί τον Κατηγορούμενο για το κακό που νιώθει ότι της προκάλεσε.  Προσπαθεί να τον τιμωρήσει επειδή νιώθει ότι τα έβαλε με όλη της την οικογένεια για τον Κατηγορούμενο, ενώ εκείνος την έδιωξε με οποιοδήποτε τρόπο μπορούσε από τη ζωή του.  Το μόνο που έκανε ο Κατηγορούμενος μετά από ένα μήνα γνωριμίας, ήταν να προσπαθήσει να απαλλαγεί από τη ΜΚ12.  Υπέδειξε επίσης πως στο οπτικοακουστικό υλικό που κατατέθηκε στο Δικαστήριο, αποτυπώνονται απλές, καθημερινές και ευχάριστες στιγμές μεταξύ των δύο οι οποίες λάμβαναν χώρα τις ίδιες ή κοντινές ημέρες με τα καταγγελλόμενα περιστατικά.  Θεωρεί δε αβάσιμη τη θέση της ΜΚ12 ότι παρέμεινε στη σχέση λόγω φόβου, αφού η ίδια πήγαινε στην οικία του με δική της πρωτοβουλία, ενώ εκείνος της ζητούσε, σε περισσότερες από μία περιπτώσεις, να τερματίσουν τη σχέση τους.  Ο Κατηγορούμενος χαρακτήρισε αστείο τον ισχυρισμό της ΜΚ12 ότι το πρώτο βράδυ γνωριμίας τους της ανέφερε πως γνωρίζει το Αλεξούι και τον Φανιέρο.  Τα ίδια ισχύουν και για τις αναφορές της περί ναρκωτικών και περί γνωριμιών του με τον τότε Αρχηγό Αστυνομίας, καθώς και για τις δήθεν απειλές του προς εκείνη και μέλη της οικογένειας της.  Όλα αυτά είναι δημιούργημα της φαντασίας της.  Εξάλλου η κοινωνική και επαγγελματική υπόσταση του Κατηγορούμενου (είναι ιδιοκτήτης εταιρείας διανομής προϊόντων με αποκλειστικό πελάτη την Κυπριακή Δημοκρατία) δεν ταιριάζει με το προφίλ που προσπαθεί να φτιάξει η ΜΚ12.  Ομοίως βρίσκει αστείο τον ισχυρισμό της ότι νόμιζε πως ο Κατηγορούμενος παρακολουθεί το τηλέφωνο της, υποδεικνύοντας πως έγιναν έρευνες στο κινητό του και θα εντοπιζόταν πρόγραμμα παρακολούθησης αν υπήρχε. 

 

Η ΜΚ12 για ένα διάστημα χρησιμοποιούσε δική του συσκευή τηλεφώνου επειδή η δική της είχε σπάσει.  Το τηλέφωνο παραδόθηκε στην Αστυνομία από τη ΜΚ12, αφού επανήλθε στις εργοστασιακές του ρυθμίσεις (reset), με αποτέλεσμα να διαγραφούν τα όποια δεδομένα υπήρχαν σε αυτό.  Συνεπώς η ΜΚ12 φρόντισε να δώσει στην Αστυνομία πληροφορίες επιλεκτικά.  Το δε γεγονός ότι οι ισχυρισμοί της καμία σχέση με την πραγματικότητα δεν έχουν, αποδεικνύεται από την καθημερινή επικοινωνία που είχαν μέσω μηνυμάτων.  Ο ίδιος απέκτησε πρόσβαση στα δεδομένα του μετά την κατάσχεση της συσκευής του από την Αστυνομία, μέσω σύνδεσης στο iCloud και εκτύπωσε συνομιλίες του με την παραπονούμενη τον επίδικο χρόνο.  Οι εν λόγω συνομιλίες αποτυπώνονται στα Τεκμήρια προς Αναγνώριση Γ και Δ, τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια 51 και 52

 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό της ΜΚ12 ότι ξεκινούσαν καυγάδες λόγω του περιεχομένου του κινητού της τηλεφώνου, ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως πράγματι η ΜΚ12 ουκ ολίγες φορές του είχε αναφέρει πως στο κινητό της είχε βίντεο και φωτογραφίες σεξουαλικού περιεχομένου τα οποία έστελνε σε διάφορους άντρες, κάτι που έτυχε να διαπιστώσει και ο ίδιος.  Όμως ο ίδιος ήξερε εξαρχής τι γυναίκα είχε δίπλα του και ήταν λογικό επόμενο να έχει τέτοιο περιεχόμενο στο τηλέφωνο της.  Όχι μόνο δεν αντιδρούσε, αλλά αδιαφορούσε παντελώς αφού γνώριζε πως αυτή η σχέση δεν θα πάει μακριά και προσπαθούσε να την τελειώσει με κάθε ευκαιρία. 

 

Σε ό,τι αφορά το περιστατικό της 13.11.21, ανέφερε πως αν πράγματι λάμβανε χώρα τέτοιο περιστατικό έξω από την είσοδο της οικίας του, θα καταγραφόταν από το κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης (CCTV) και θα εντοπιζόταν από τους αρμόδιους.  Όμως δεν εντοπίστηκε τίποτε μεμπτό στις κάμερες.  Εξάλλου εκείνο το βράδυ τα παιδιά του κοιμόντουσαν στον καναπέ και δεν θα δεχόταν σε καμία περίπτωση την παραπονούμενη στην οικία του αν υπήρχε μεταξύ τους οποιοσδήποτε τσακωμός.

 

Σε ό,τι αφορά το περιστατικό της 27.11.21, ανέφερε πως ο ίδιος βρισκόταν στον επάνω όροφο της οικίας όταν άκουσε κάτι να σπάει και μετά την παραπονούμενη να φωνάζει και να κλαίει.  Αμέσως έτρεξε κάτω και είδε στην κουζίνα σπασμένα γυαλιά και το χέρι της ΜΚ12 να αιμορραγεί.  Η ΜΚ12 του εξήγησε ότι προσπαθούσε να καθαρίσει τα ντουλάπια της κουζίνας και «να πετάξει ό,τι θεωρούσε αχρείαστο και γυαλιά τα οποία έσπασαν στον πάγκο της κουζίνας μετά που γλίστρισε, ακούμπησε το χέρι της στον πάγκο, προφανώς με κάποια δύναμη, και σκίστηκε σε κάποια σημεία μεταξύ του αγκώνα και του καρπού της στο εξωτερικό μέρος».  Ο Κατηγορούμενος την παρακαλούσε να πάνε στις Πρώτες Βοήθειες αλλά η ΜΚ12 δεν ήθελε επειδή δεν το θεωρούσε σοβαρό.  Ο ίδιος προέβη σε έρευνα σε σχέση με τους ισχυρισμούς της ΜΚ12 ως προς τον τρόπο πρόκλησης του τραύματος και ανέφερε ότι ένα μπουκάλι κρασιού, αν ριφθεί από απόσταση 5-6 μέτρων, είναι πιθανότερο να προκαλέσει τραυματισμό (π.χ. κάταγμα) χωρίς όμως να θρυμματιστεί.  Κατέθεσε ως Τεκμήριο 53 τα αποτελέσματα της έρευνας του στο διαδίκτυο. 

 

Όσον αφορά τον ισχυριζόμενο βιασμό της 28.11.21, ανέφερε πως η ΜΚ12 του ζητούσε συχνά να παρακολουθούν βίντεο και φωτογραφίες που είχε στο κινητό της σεξουαλικού περιεχομένου (στα οποία απεικονιζόταν η ΜΚ12 με τρίτα πρόσωπα).  Το μεσημέρι της 27.11.21 του είχε δείξει ένα τέτοιο βίντεο και ο Κατηγορούμενος της είπε ότι του προκάλεσε εντύπωση που υπήρχε τέτοιο υλικό με άλλους αλλά όχι και με τον ίδιο.  Η ΜΚ12 του απάντησε πως επιθυμούσε να έχουν εκείνο το βράδυ σεξουαλική επαφή, όπως εκείνη που του είχε δείξει στο κινητό της, και να την βιντεοσκοπήσουν.  Μεσολάβησε ο τραυματισμός της ΜΚ12 και μετά από αρκετή ώρα, ενώ έβλεπαν τηλεόραση, ο Κατηγορούμενος της είπε «αύριο όταν είσαι πιο καλά με το χέρι σου, θα πραγματοποιήσουμε και το βίντεο που ήθελες» και η ΜΚ12 του απάντησε «και γιατί όχι τώρα».  Ακουλούθησε η σεξουαλική πράξη που απεικονίζεται στο βίντεο, η οποία έγινε με την ελεύθερη βούληση, συναίνεση και ενεργή συμμετοχή της ΜΚ12. 

 

Ανέφερε επίσης πως το πρωί της 28.11.21 ο ίδιος συνόδευσε τη ΜΚ12 στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Απολλώνειου Νοσοκομείου, η είσοδος στο οποίο επιτρεπόταν μόνο στους ασθενείς λόγω των μέτρων που είχαν ληφθεί ένεκα της πανδημίας του Covid και η ΜΚ12 παρέμεινε εντός των Πρώτων Βοηθειών για περίπου δύο ώρες μόνη της με το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό.  Ακολούθως επέστρεψε μαζί του στην οικία του.

 

Όσον αφορά τις 11.12.21, ανέφερε πως έκαναν χριστουγεννιάτικες αγορές (ο ίδιος, τα παιδιά του και η ΜΚ12) και επέστρεψαν αργά στο σπίτι και όλα κύλησαν κανονικά.  Μετά το μεσημεριανό φαγητό, αργά το απόγευμα, πραγματοποίησαν τη συνηθισμένη βόλτα με τον σκύλο τους οπότε και η ΜΚ12 του ζήτησε να τραβήξουν κάποιες φωτογραφίες, τις οποίες ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ως Τεκμήρια 54Α και 54Β.  Όσον δε αφορά τις 12.12.21, ο Κατηγορούμενος δεν θυμάται να υπήρξε οποιοσδήποτε διαπληκτισμός ή συζήτηση και τίποτα απ’ όσα περιγράφει η ΜΚ12 δεν έλαβαν χώραν, πόσο δε μάλλον μπροστά στα παιδιά του.  Όσον αφορά το σκουπόξυλο Τεκμήριο 8, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι αυτό είχε σπάσει και προοριζόταν για ανακύκλωση.  Απορρίπτει δε τον ισχυρισμό ότι ούρησε στο κεφάλι της ΜΚ12, ο οποίος αποτελεί ακραίο ψεύδος και είναι ανυπόστατος και προσβλητικός. 

 

Δεν αρνείται πως μεταξύ του και της παραπονούμενης υπήρχαν διαφωνίες, έντονες συζητήσεις και καβγάδες, όπως συμβαίνει σε κάθε σχέση.  Αυτά όμως αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για την παραπονούμενη για να κατασκευάσει ένα αφήγημα για να τον εκδικηθεί επειδή ήθελε να τερματίσει τη σχέση τους.  Το φωτογραφικό και οπτικοακουστικό υλικό στα Τεκμήρια 20 και 21 αποπνέει απόλυτη οικειότητα και ομαλότητα στη σχέση τους.  Το ίδιο προκύπτει και από τα Τεκμήρια 45, 46 και 54Α και 54Β.  Στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 45 απαθανατίζεται μια οικογενειακή στιγμή στις 14.12.21 μπροστά από το χριστουγεννιάτικο δέντρο το οποίο είχαν μόλις στολίσει και δεν αντιλαμβάνεται πώς γίνεται η ΜΚ12 την επόμενη ημέρα να προέβη στην καταγγελία.  Τέλος, το γεγονός ότι ισχυρίζεται πως όλα τα περιστατικά έλαβαν χώρα τα δύο Σαββατοκύριακα του μήνα που διανυκτερεύουν τα παιδιά του στην οικία του και στην παρουσία τους, δείχνει τον εκδικητικό και τιμωρητικό χαρακτήρα που έχει η καταγγελία της, αφού θέλει να δημιουργήσει πρόβλημα στις σχέσεις του με τα παιδιά του. 

 

Προφορικά ανέφερε πως για τους τραυματισμούς που μπορεί να προκαλέσει μια μπουκάλια κρασιού μίλησε και με κάποιο ειδικό.  Στο σπίτι του είχε μπουκάλες κρασιού διαφόρων μαρκών και κατέθεσε ένα τυχαίο μπουκάλι κρασιού ως Τεκμήριο 55.  Ο ίδιος χτύπησε άδεια μπουκάλα κρασιού στο χέρι του και σε πάγκο και την άφησε να πέσει από ύψος και δεν έσπασε.  Περιέγραψε περαιτέρω προφορικά όσα συνέβηκαν όταν η ΜΚ12 χτύπησε το χέρι της στις 27.11.21.  Ανέφερε επίσης πως το Τεκμήριο 8 ήταν στον κίτρινο κάδο ανακύκλωσης και ήταν τόσο λυγισμένο που δεν θα μπορούσε να περάσει γύρω από τον λαιμό ανθρώπου. 

 

Είπε επίσης ότι στις 11.12.21 υπήρχε μία διαφωνία με τη ΜΚ12 και ο μικρός του γιος της άνοιξε την πόρτα και της είπε «σε παρακαλώ φύε που το σπίτι του παπά μου».  Ακόμα και την πρώτη φορά που η ΜΚ12 πήγε στο σπίτι του, εκείνος της είχε πει να μην πάει επειδή έχει τα μωρά, αλλά πήγε τα ξημερώματα (περίπου 00:00 – 01:00).  Με τις καταγγελίες της η ΜΚ12 προσπαθεί να του προκαλέσει προβλήματα με τα παιδιά του, δηλαδή να μην τα ξαναδεί ή να απομακρυνθεί από αυτά.  Η μητέρα των παιδιών του ενημερώθηκε για την υπόθεση από την Αστυνομία, αλλά δεν πίστεψε τις καταγγελίες. 

 

Όσον αφορά το Τεκμήριο 2, πρόκειται για τη δεύτερη σελίδα σημειώματος που του έγραψε η ΜΚ12.  Η πρώτη σελίδα έλεγε περίπου τα ίδια, δηλαδή ότι τον αγαπά και ότι είδε στα μάτια του τον πατέρα των παιδιών της και τον τέλειο σύζυγο.  Ανέφερε επίσης ότι το πρώτο Σαββατοκύριακο μετά το πρώτο ραντεβού τους, ο Κατηγορούμενος είχε μαζί του τα παιδιά και η ΜΚ12 σκαρφίστηκε ένα τσακωμό (που δεν υπήρξε) για να πάει σπίτι του και να γνωρίσει τα παιδιά του.  Χαρακτήρισε το σύνολο των κινήσεων της ΜΚ12 μεθοδικό.  Αρνήθηκε ότι βρισκόταν συνέχεια με την παραπονούμενη και ανέφερε ότι μία μέρα, προς το βράδυ, την πήρε η μητέρα της τηλέφωνο, η ΜΚ12 πήγε πάνω στο υπνοδωμάτιο και μιλούσε πολλή ώρα με τη μητέρα της και μετά κατέβηκε κλαίγοντας λέγοντας του ότι ένας εξάδερφος της διαγνώστηκε με καρκίνο και έφυγε μόνη της και πήγε στο πατρικό της.  Εκ των υστέρων έμαθε ο Κατηγορούμενος ότι τελικά όλο αυτό ήταν εσκεμμένο και ακολούθησε την έρευνα του θείου της στο Facebook ο οποίος είπε στη μητέρα της ΜΚ12 ότι ο Κατηγορούμενος είναι «παλιόπαιδο».  Η ΜΚ12 είχε πάντα την ελευθερία να κάνει ό,τι θέλει και εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε εκτός σπιτιού, πήγε δε την επόμενη μέρα και τον βρήκε.  Τα απογεύματα η ΜΚ12 παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα στο σπίτι της μητέρας της και σε άλλα σημεία, στα οποία πηγαινοερχόταν μόνη της.  Ζήτησε επανειλημμένες φορές από τη ΜΚ12 να φύγει από το σπίτι του αλλά εκείνη «δεν έφευγε με καμιά δύναμη».  Είπε επίσης πως η συμπεριφορά της ΜΚ12 ήταν αλλοπρόσαλλη, δηλαδή μπορεί το ένα δευτερόλεπτο να γελούσε και το επόμενο να έκλαιγε.  Όταν της ζήτησε ο γιος του να φύγει, ξεκίνησε να χτυπά πράγματα πάνω της, να τσιριλλά και να κλαίει λέγοντας «γιατί, μα γιατί μου συμβαίνει αυτό»

 

Ο Κατηγορούμενος αντεξετάστηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής.

 

Η ΜΥ1 είναι η μητέρα του Κατηγορούμενου.  Υιοθέτησε χειρόγραφο σημείωμα που ετοίμασε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (Τεκμήριο 56).  Ανέφερε πως γνώρισε τη ΜΚ12 μία Κυριακή όταν η ΜΚ12 και ο Κατηγορούμενος τους επισκέφθηκαν για φαγητό κατόπιν πρόσκλησης από τη ΜΥ1.  Ακολούθως μιλούσε τα βράδια μαζί της και έλεγαν «καληνύχτα», ενώ μία μέρα την πήρε τηλέφωνο για να της πει ότι αγόρασαν καλάθους για ανακύκλωση. 

 

Όταν η ΜΚ12 χτύπησε το χέρι της, η ΜΥ1 τη ρώτησε τι έπαθε και εκείνη της είπε πως έβαλε μια καρέκλα για να καθαρίσει τα ντουλάπια της κουζίνας, έσπασε κάτι γυάλινο και όταν πήγε να κατεβεί από την καρέκλα ακούμπησε το δεξί της χέρι στον πάγκο και σχίστηκε, αλλά δεν ήταν κάτι ανησυχητικό.  Όταν η ΜΚ12 ήταν με άδεια ασθενείας πήγαινε με τον Κατηγορούμενο στην αποθήκη.  Μέσα στο αυτοκίνητο σχεδόν καθόταν πάνω του.  Κατέβαινε από το αυτοκίνητο για να βοηθά τον Κατηγορούμενο επειδή όπως είπε στη ΜΥ1, της άρεσε να τον βοηθά.  Η ΜΚ12 τάιζε τον Κατηγορούμενο και ήταν όλο αγάπες.  Τα απογεύματα την έπαιρνε ο Κατηγορούμενος για να παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά.  Η ΜΚ12 δεν ήταν ούτε λυπημένη, ούτε στεναχωρημένη όλες εκείνες τις μέρες.  Ήταν χαρούμενη και ενθουσιασμένη. 

 

Την ημέρα που πήγαν σπίτι του Κατηγορούμενου για να πάρει τα πράγματα της η ΜΚ12, η ΜΥ1 «έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της» με την εικόνα του σπιτιού, το οποίο ήταν γεμάτο σακούλες.  Προκάλεσε εντύπωση στη ΜΥ1 το γεγονός ότι μέσα σε τόσο λίγο χρόνο η ΜΚ12 μετέφερε τόσα πράγματα στο σπίτι του Κατηγορούμενου.  Όταν είπε ότι μάζεψε τα πράγματά της, η ΜΥ1 της είπε να ρίξει μια τελευταία ματιά και ανέβηκε μαζί της στον όροφο του σπιτιού.  Η ΜΚ12 άρχισε να κτυπά τις πόρτες των ερμαριών με μεγάλο θυμό και νεύρα. 

 

Της κάνει εντύπωση, είπε, που η ΜΚ12 ισχυρίζεται ότι όλα έγιναν μπροστά στα παιδιά, ενώ ο Κατηγορούμενος φροντίζει και αγαπά πολύ τα παιδιά του και είναι πάντα δίπλα τους.  Η ΜΥ1 ρώτησε με τρόπο τα παιδιά αν ήταν όλα καλά με τη ΜΚ12, και τα παιδιά της απάντησαν πως περνούν μια χαρά.  Τα παιδιά δεν έδειχναν τρομαγμένα και η ίδια δεν διαπίστωσε να βίωσαν τα παιδιά οτιδήποτε από αυτά που αναφέρονται στις κατηγορίες.  Αντίθετα «πετούν» όταν είναι με τον πατέρα τους.  Ανέφερε επίσης πως ο γιος της τής γνωρίζει όλες τις σχέσεις του, αλλά πιστεύει πως δεν έβλεπε σοβαρά τη σχέση του με τη ΜΚ12, αφού δεν ήταν ενθουσιασμένος και έδειχνε ότι κάτι τον βασάνιζε. 

 

Η ΜΥ1 αντεξετάστηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής.

 

Η ΜΥ2 είναι η αρραβωνιαστικιά του Κατηγορούμενου, τον οποίο γνωρίζει δυόμισι χρόνια και με τον οποίο συζεί τον τελευταίο ένα - ενάμισι χρόνο.  Τη δεύτερη φορά που βγήκε ραντεβού με τον Κατηγορούμενο, ο Κατηγορούμενος την ενημέρωσε για την εναντίον του καταγγελία λέγοντας της πως θα ήταν κατανοητό αν ήθελε να διακόψουν τη σχέση τους.  Αλλά η ίδια, γνωρίζοντας τον χαρακτήρα του Κατηγορούμενου, ήξερε ότι δεν ευσταθεί καμιά κατηγορία, οπότε η σχέση προχώρησε.  Δεν διαπίστωσε να έχει βίαιο χαρακτήρα ο Κατηγορούμενος ο οποίος είναι πολύ καλός και υπομονετικός μαζί της, όπως και με τα παιδιά της. 

 

Τα παιδιά του Κατηγορούμενου μένουν μαζί τους (και με τα δικά της παιδιά) τις μέρες που τα έχει ο Κατηγορούμενος, υπεραγαπούν τον πατέρα τους και ανυπομονούν να είναι μαζί του.  Μία μέρα, όταν ήταν μόνη της με τα παιδιά του Κατηγορούμενου, τα ρώτησε εάν υπήρχαν τσακωμοί μεταξύ του πατέρα τους και της ΜΚ12 και αν τη χτύπησε ποτέ έστω και για αστείο.  Τα παιδιά τής απάντησαν «ουδέποτε», επειδή δε και η ίδια έχει παιδιά καταλαβαίνει πότε τα παιδιά λένε ψέματα και πότε όχι, και από την αντίδραση των παιδιών του Κατηγορούμενου κατάλαβε ότι της έλεγαν την αλήθεια. 

 

Η ΜΥ2 αντεξετάστηκε από την κα Μασούρα. 

 

Ο ΜΥ3 είναι ιδιοκτήτης εστιατορίων και πολύ καλός φίλος του Κατηγορούμενου.  Γνώρισε τη ΜΚ12 ένα βράδυ που η ΜΚ12 και ο Κατηγορούμενος δείπνησαν στο εστιατόριο του.  Ο Κατηγορούμενος πήγαινε συχνά στο εστιατόριο του, αλλά αυτή ήταν η πρώτη φορά που τον είδε να είναι «πιο δεμένος» με κάποια κοπέλα, η δε ΜΚ12 φαινόταν πολύ ερωτευμένη.  Όταν τελείωσαν το φαγητό και τους πήρε το γλυκό, η ΜΚ12 του είπε κατά λέξη «Βίκτωρα μου, εν να μας δώσεις τα κλειδιά του γραφείου σου που έχεις πάνω να πάμε να κάνουμε τα ωραία μας;» και εκείνος της απάντησε «αγάπη μου, πιασ’ τα, έλα».  Την επόμενη ημέρα, πήρε τηλέφωνο τον Κατηγορούμενο και του είπε «Θ.Κ μου, η συγκεκριμένη κοπέλα που νεκατώνεσαι θα σε μπερτέψει», προσθέτοντας «ρε, άμα που την πρώτη νύχτα, χωρίς καν να ξέρει ποιος είμαι, μπαίνει μέσα σε ένα εστιατόριο καθώς πρέπει, μιλά με τον ιδιοκτήτη τζαι ζητά μου έτσι πράμα … φίλε μου, ο σκοπός εν λλίο περίεργος».  Ανέφερε επίσης ότι δεν γνωρίζει είτε τον θείο της ΜΚ12 είτε τη μητέρα της, ούτε και μίλησε μαζί τους.  Ερωτηθείς αν είδε τον Κατηγορούμενο να τσακώνεται με τη ΜΚ12 απάντησε πως ο Κατηγορούμενος είναι καθώς πρέπει άνθρωπος και ότι δεν πιστεύει τέτοιο πράγμα.

 

Ο ΜΥ3 αντεξετάστηκε από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής.

 

Τελευταίος μάρτυρας ήταν ο ΜΥ4 ο οποίος είναι ιατροδικαστής με εμπειρία από το 2017 και παράλληλα, τα τελευταία 14 χρόνια, εργάζεται σε τμήματα πρώτων βοηθειών.  Κατέθεσε το βιογραφικό του σημείωμα ως Τεκμήριο 57.  Υποδείχθηκαν στον μάρτυρα οι φωτογραφίες 5, 6 και 7 του Τεκμηρίου 28 και ανέφερε πως το τραύμα που εκεί απεικονίζεται δεν προήλθε από θρυμματισμό γυαλιού, επειδή αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα υπήρχαν παρακείμενοι τραυματισμοί, μικροί μικροί, από τα κομματάκια του γυαλιού.  Αυτό το τραύμα θα μπορούσε να σχηματιστεί αν υπήρξε χτύπημα σε μία αμβλεία επιφάνεια.  Εξήγησε συναφώς πως αν το αντικείμενο ήταν αιχμηρό, θα δημιουργείτο μία τομή με καθαρά χείλη τραύματος.  Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, το τραύμα είναι αστεροειδές, που σημαίνει πως το αντικείμενο (που μπορεί να είναι μπουκάλα, σφυρί, πλακάκι) είχε επιφάνεια που δεν έσπασε.  Ανέφερε επίσης πως αν κάποιος έριχνε ένα άδειο μπουκάλι κρασί στην παραπονούμενη από απόσταση 6 μέτρων και το μπουκάλι χτυπούσε στο αντιβράχιο, θα ανέμενε περαιτέρω τραυματισμό στο οστό (επειδή το τραύμα στις φωτογραφίες είναι μεγάλο), πιθανόν ρωγμώδες κάταγμα, αν και αυτό εξαρτάται από τον κάθε άνθρωπο και τα οστά του.  Ανέφερε επιπλέον πως είναι πολύ πιο πιθανό το να προκλήθηκε το τραύμα που φαίνεται στο Τεκμήριο 28 επειδή η παραπονούμενη είχε ακουμπήσει στην επιφάνεια του πάγκου στον οποίο υπήρχαν διάφορα αντικείμενα.  Ανέφερε τέλος, πως τον καιρό της πανδημίας του Covid οι ενήλικοι ασθενείς έμπαιναν μόνοι τους στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών, με μάσκα και με rapid test, οπότε η ΜΚ12 «εν μόνη της που μπήκε στις Πρώτες Βοήθειες». 

 

Και ο ΜΥ4 αντεξετάστηκε από την κα Μασούρα. 

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας και Ευρήματα

 

Κατά την ακρόαση είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες και είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την αξιοπιστία και τη μαρτυρία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων έχοντας κατά νου και καθοδηγούμενοι από τις παγίως νομολογηθείσες αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας (βλ., μεταξύ άλλων, C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου (1999) 1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280 – 1281, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 174, Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Πολ. Έφ. 195/09, ημερ. 30.5.14, Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 23/15, ημερ. 21.4.16, σελ. 12 και 13, Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 612, 629, Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R. 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 454 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506). 

 

Ξεκινώντας από τους αστυνομικούς ΜΚ1, ΜΚ4, MK10, ΜΚ11 και ΜΚ15 πρέπει να πούμε πως αυτοί δεν γνώριζαν οιονδήποτε εκ των εμπλεκομένων μερών, ούτε και διαφάνηκε να έχουν οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης.  Επρόκειτο δηλαδή για ανεξάρτητες μάρτυρες.  

 

Ο ΜΚ1 άφησε στο Δικαστήριο πολύ καλή εντύπωση.  Περιέγραψε με λεπτομέρεια τις ενέργειες του στα πλαίσια της παρούσας και κατέθεσε ως Τεκμήρια, μεταξύ άλλων, τα αντικείμενα που παραλήφθηκαν από την οικία του Κατηγορούμενου κατά την έρευνα της 16.12.21.  Η αντεξέτασή του ήταν πάρα πολύ σύντομη.  Επιβεβαίωσε στα πλαίσια αυτής ότι ο πράσινος κάλαθος, Τεκμήριο 9, σφραγίστηκε στην παρουσία του από τον ΜΚ10 και ερωτήθηκε περαιτέρω αν υπέδειξε το Τεκμήριο 9, σε οποιοδήποτε μάρτυρα, με τον ΜΚ1 να απαντά αρνητικά.  Δεχόμαστε τη μαρτυρία του ΜΚ1.

 

Ο ΜΚ4 υπηρετεί στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων της Υποδιεύθυνσης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος.  Κλήθηκε, τόσο από την Κατηγορούσα Αρχή, όσο και από την Υπεράσπιση, να εξάγει ορισμένα αρχεία (βίντεο και φωτογραφίες) που βρίσκονταν αποθηκευμένα στο κινητό τηλέφωνο του Κατηγορούμενου Τεκμήριο 6, τα οποία δημιουργήθηκαν σε συγκεκριμένες ημερομηνίες.  Η θέση την οποία ο μάρτυρας κατέχει, όπως και η εμπειρία του, έγιναν παραδεκτά από την Υπεράσπιση.  Έχοντας τούτα υπόψη, καθώς και τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (Evangelou v. Ambizas (1982) 1 C.L.R. 41, 57), κατάληξη μας είναι πως ο ΜΚ4 είναι εμπειρογνώμονας, εμπειρογνωμοσύνη η οποία, άλλωστε, είναι παραδεκτή από την Υπεράσπιση.  Ο ΜΚ4 συνέταξε την Έκθεση Τεκμήριο 19 και εξήγησε στο Δικαστήριο με απλά και κατανοητά λόγια τη διαδικασία που ακολούθησε κατά την εξαγωγή των δεδομένων και τη φύλαξη τους σε ψηφιακούς δίσκους οι οποίοι κατατέθηκαν στο Δικαστήριο (πρόκειται για τα Τεκμήρια 10, 20 και 21).  Κατέθεσε επίσης τρεις εκθέσεις με τον τίτλο «Extraction Report» (Τεκμήρια 22, 23 και 24), στις οποίες παρατίθενται τα αρχεία που αποθήκευσε στους ψηφιακούς δίσκους καθώς και άλλα δεδομένα σχετιζόμενα με τα αρχεία, αφού εξήγησε, με την ίδια σαφήνεια, τι σημαίνουν τα δεδομένα που κατέγραψε.  Ουδέν αμφισβητήθηκε από τη μαρτυρία του ΜΚ4 και αυτή γίνεται στην ολότητα της αποδεκτή.

 

Η αντεξέταση του ΜΚ10 επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι αυτός δεν κατέγραψε στην κατάθεση του Τεκμήριο 31 την ημερομηνία που την ετοίμασε.  Ο μάρτυρας εξήγησε πως σύμφωνα με την πρακτική του, ετοιμάζει τις καταθέσεις του το αργότερο δύο ημέρες αφότου συμπληρώσει τις ενέργειες που έχει κάνει σε μία υπόθεση.  Στην προκειμένη περίπτωση, εικάζει ότι την ετοίμασε δύο ημέρες αφότου εκτελέστηκαν τα εντάλματα σύλληψης και έρευνας (αφού δεν προέβη σε άλλες ενέργειες για την παρούσα).  Είναι η κρίση μας ότι ο μάρτυρας δεν είχε κανένα λόγο να αποκρύψει την ημερομηνία ετοιμασίας της κατάθεσης του, ούτε και έχει διαφανεί μέσω της μαρτυρίας να υπήρχε οποιοσδήποτε τέτοιος λόγος.  Τα όσα δε ανέφερε στην κατάθεση του συνάδουν πλήρως με τα όσα ο ΜΚ1 μετέφερε στο Δικαστήριο και τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης.  Η θέση που προβάλλεται για πρώτη φορά στην τελική αγόρευση του Κατηγορούμενου ότι, δηλαδή, το γεγονός πως παραλήφθηκαν αντικείμενα που εν τέλει δεν σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα καταδεικνύει «πρόχειρη και μη στοχευμένη» έρευνα ή «έλλειψη συγκεκριμένου ανακριτικού προσανατολισμού» δεν υποβλήθηκε είτε στον ΜΚ1 είτε στον ΜΚ10.  Ο ΜΚ10 ερωτήθηκε μόνο (κατά την αντεξέταση του) ποιος αποφάσισε να παραληφθούν ως τεκμήρια τα αντικείμενα που παραλήφθηκαν, και είπε ότι η ευθύνη αυτή ήταν δική του, ως ο αρχαιότερος στο μέρος, και ότι το ποια αντικείμενα παραλήφθηκαν αποφασίστηκε βάσει του λεκτικού του εντάλματος έρευνας.  Δεν τέθηκε στον μάρτυρα οποιαδήποτε θέση που να σχετίζεται με αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας του και δεν έχει, εν πάση περιπτώσει, καταδειχθεί να ενήργησε ο μάρτυρας εκτός των παραμέτρων του εντάλματος έρευνας, το οποίο εκδόθηκε από αρμόδιο Δικαστή.  Εν τέλει η μαρτυρία του ΜΚ10, η οποία συνάδει, όπως προαναφέρθηκε, με τη μαρτυρία του ΜΚ1, γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της.

 

Και ο ΜΚ11, ο οποίος είναι ο ανακριτής της υπόθεσης, άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του στον βαθμό που αφορά τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης (στις οποίες αναφέρθηκε στην κατάθεση του), ουδόλως αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του.  Η αντεξέταση του επικεντρώθηκε στο κατά πόσον υποδείχθηκαν στη ΜΚ12 κάποια τεκμήρια που παραλήφθηκαν κατά την έρευνα στην οικία του Κατηγορούμενου (έγινε συγκεκριμένα αναφορά στον πράσινο κάλαθο και στο αλουμινένιο σκουπόξυλο) καθώς και σε άλλες ενέργειες ή παραλείψεις της Αστυνομίας.  Ο ΜΚ11 με ευθύτητα απάντησε πως πιθανόν να μην υποδείχθηκε κάποιο αντικείμενο στη ΜΚ12.  Αιτιολογώντας όμως τη στάση της Αστυνομίας εξήγησε πως η παραπονούμενη είχε περιγράψει στην κατάθεση της τα αντικείμενα με τα οποία ο Κατηγορούμενος την χτύπησε τα οποία ήταν κοινά αντικείμενα (άδειο μπουκάλι μπύρας, αλουμινένιο σκουπόξυλο) που δεν έφεραν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα (λ.χ. κάποιο σειριακό αριθμό αναγνώρισης ή άλλο στοιχείο ταυτότητας).  Ανέφερε επίσης ότι δεν κρίθηκε πως χρειαζόταν να ζητηθεί από την παραπονούμενη να προβεί σε αναπαράσταση των επεισοδίων, αφού τα είχε περιγράψει στην κατάθεση της ξεκάθαρα και με διαύγεια.  Του υποβλήθηκε η θέση ότι ήταν προκατειλημμένος εναντίον του Κατηγορούμενου.  Ο μάρτυρας με πειστικότητα αρνήθηκε την υποβολή, λέγοντας ότι ο ίδιος δεν γνώριζε είτε τον Κατηγορούμενο είτε την παραπονούμενη και ότι διερεύνησε την υπόθεση στη βάση των καταθέσεων που είχε ενώπιον του.  Χωρίς δισταγμό δεχόμαστε αυτή τη θέση του μάρτυρα, επισημαίνοντας πως κανένα στοιχείο δεν προσφέρθηκε και ουδόλως προέκυψε μέσα από τα όσα κατατέθηκαν στην παρούσα που να μπορεί να δώσει υπόσταση στη θέση περί προκατάληψης του μάρτυρα εναντίον του Κατηγορούμενου.  Ανέφερε επίσης ότι υπέδειξε στη ΜΚ12 το βίντεο που εξήχθη από το κινητό τηλέφωνο του Κατηγορούμενου (στο οποίο αποτυπώθηκε ο ισχυριζόμενος βιασμός), υπεραμύνθηκε όμως της μη λήψης περαιτέρω κατάθεσης από τη ΜΚ12 στην οποία αυτή να περιγράφει το τι απεικονίζεται στο βίντεο, λέγοντας πως δεν ετίθετο θέμα αναγνώρισης στην προκειμένη περίπτωση.  Και πάλιν, ουδέν εξάγεται που να μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα περί ελλιπών ενεργειών.  Το βίντεο, ούτως ή άλλως συνιστά πραγματική μαρτυρία και προβλήθηκε στο Δικαστήριο τόσο από τον ΜΚ4 όσο και κατά τη μαρτυρία της ΜΚ12.  Εν τέλει κρίνουμε και τον ΜΚ11 καθόλα αξιόπιστο μάρτυρα, ο οποίος με αντικειμενικότητα διερεύνησε την παρούσα, στη βάση της μαρτυρίας που συλλέχθηκε.

 

Χρήζει εδώ σχολιασμού ακόμα μια θέση που προβάλλεται από την Υπεράσπιση στην τελική της αγόρευση.  Είναι η θέση της Υπεράσπισης πως αφ’ ης στιγμής αμφισβητήθηκε ότι πριν την καταγγελία η ΜΚ12 επικοινώνησε με τον αριθμό 1440, η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να προσκομίσει θετική και ανεξάρτητη μαρτυρία προς απόδειξη του ισχυρισμού της ΜΚ12, όπως την ηχογραφημένη καταγραφή της κλήσης.  Σημειώνουμε κατ’ αρχάς ότι τέτοια θέση δεν υποβλήθηκε σε κανέναν εκ των Αστυνομικών που κατέθεσαν στην παρούσα, όπως θα έπρεπε, προκειμένου να τους δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθούν.  Ούτε και ερωτήθηκαν οι Αστυνομικοί αν τέτοιες κλήσεις πράγματι ηχογραφούνται.  Κατά δεύτερο, η Κατηγορούσα Αρχή προσκόμισε άλλη μαρτυρία (πέραν δηλαδή της ΜΚ12) και συγκεκριμένα αυτή της ΜΚ3, η οποία επιβεβαίωσε πως η ΜΚ12 κάλεσε τον αριθμό 1440 από το δικό της τηλέφωνο (βλ. Τεκμήριο 17).  Εν πάση περιπτώσει, το εν λόγω τηλεφώνημα δεν σχετίζεται άμεσα με τα επίδικα περιστατικά, ούτε και προσφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη των περιστατικών (λ.χ. ως άμεσο παράπονο). 

 

Όσον τώρα αφορά τη ΜΚ15, ο ρόλος της ήταν πολύ περιορισμένος.  Πρόκειται για την Αστυνομικό που έλαβε την πρώτη κατάθεση της παραπονούμενης στις 15.12.21. 

 

Κατά την αντεξέταση της ερωτήθηκε πότε δεν δίδονται οδηγίες για να ληφθούν φωτογραφίες ενός παραπονούμενου και απάντησε «στις περιπτώσεις που δεν υπάρχουν έντονα, εμφανή σημάδια στο σώμα της παραπονούμενης ή του παραπονούμενου».  Δηλώνοντας σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης της ότι δεν θυμόταν αν είδε πάνω στη ΜΚ12 σημάδια, ανέφερε πως σύμφωνα με την πρακτική και την εμπειρία της, όταν δει σημάδια το αναφέρει στην κατάθεση της.  Επί τούτου σημειώνουμε κατ’ αρχάς πως η παραπονούμενη, στη δική της μαρτυρία, είπε ότι όλα τα σημάδια καλύπτονταν από τα ρούχα που φορούσε, επειδή ήταν χειμώνας.[1]  Το γεγονός πάντως πως η ΜΚ15 μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης έδωσε στην παραπονούμενη έντυπο ιατρικής εξέτασης και της είπε να μεταβεί στο Γ.Ν. Λευκωσίας για εξέταση, δείχνει πως είτε υπήρχαν σημάδια στο σώμα της παραπονούμενης (τα οποία η ΜΚ15 είδε αλλά δεν κατέγραψε εφόσον ζήτησε ιατρική εξέταση) είτε ότι της είχε αναφέρει η παραπονούμενη ότι είχε σημάδια.  Διαφορετικά, δεν θα είχε λόγο να την παραπέμψει σε ιατρική εξέταση.  Είναι δε γεγονός πως κατά τον χρόνο που έδωσε την κατάθεση της (15.12.21), η ΜΚ12 αναμφίβολα είχε τουλάχιστο το σημάδι από το τραύμα στο χέρι, το οποίο τρεις ημέρες προηγουμένως (στις 13.12.21) είχε ανοίξει (υπήρξε μερική διάσπαση τραύματος – βλ. Τεκμήριο 48), σύμφωνα και με τη μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία του ΜΚ14 (η οποία σχολιάζεται εκτενώς πιο κάτω).  Το γεγονός, λοιπόν, ότι η ΜΚ15 δεν κατέγραψε στην κατάθεση της ότι στο σώμα της παραπονούμενης υπήρχαν σημάδια δεν μπορεί παρά να οφείλεται είτε σε μία καλόπιστη παράλειψη από μέρους της, είτε στο γεγονός ότι πράγματι δεν είδε τα σημάδια λόγω των ενδυμάτων που φορούσε η παραπονούμενη.  Κατά τα λοιπά, αδυνατούμε να αντιληφθούμε πώς η παράλειψη λήψης φωτογραφιών από την Αστυνομία δείχνει έλλειψη επιμέλειας και ουδετερότητας από πλευράς της Αστυνομίας ή προκατάλειψη εναντίον του Κατηγορούμενου, ιδιαίτερα εφόσον η παραπονούμενη παραπέμφθηκε αμέσως μετά την κατάθεση της στο Γ.Ν. Λευκωσίας και εξετάστηκε από ιατρό.

 

Οι ΜΚ2 και ΜΚ3 είναι συνάδελφοι της ΜΚ12.  Παρά τη σχέση αυτή, η οποία άγγιζε, στην περίπτωση του ΜΚ2, τη φιλική σχέση, βλέποντας τους ΜΚ2 και ΜΚ3 να καταθέτουν μας άφησαν αμφότεροι πάρα πολύ καλή εντύπωση.  Οι απαντήσεις τους χαρακτηρίζονταν από αμεσότητα και φυσικότητα, χωρίς να έχουν υποπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση.  Η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης στην αγόρευση του ότι «οι ισχυρισμοί τους φέρουν τα χαρακτηριστικά εκ των υστέρων σκέψεων» ούτε υποστηρίζεται από τη μαρτυρία τους, ούτε προκύπτει να αμφισβητήθηκε, μέσω της αντεξέτασης τους, η πλειοψηφία των θέσεων των δύο μαρτύρων περί των πραγματικών περιστατικών στα οποία αναφέρθηκαν. 

 

Η αντεξέταση του ΜΚ2 ήταν πολύ περιορισμένη και η ουσία της μαρτυρίας του ουδόλως αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση.  Σημειώνουμε βεβαίως πως αν και αποδεχόμαστε τη θέση του μάρτυρα ότι το πρόσωπο με το οποίο μίλησε στο τηλέφωνο στις 27.11.21 (πέραν της ΜΚ12) του είπε πως ονομάζεται Θ.Κ., δεν θα μπορούσαμε να βασιστούμε στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού για να καταλήξουμε στο ότι πράγματι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο αφού, όπως ο μάρτυρας δήλωσε, ο ίδιος δεν γνωρίζει τον Κατηγορούμενο.  Το θέμα τούτο θα εξεταστεί στα πλαίσια της μαρτυρίας της ΜΚ12.  Με αυτή τη διευκρίνιση, αποδεχόμαστε το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΚ2. 

 

Όσον τώρα αφορά τη ΜΚ3, αυτή αντεξετάστηκε μόνο σε σχέση με ορισμένες πτυχές της μαρτυρίας της.  Κατά την αντεξέτασή της, απαντώντας με προθυμία σε ό,τι ερωτήθηκε, παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της, χωρίς να υποπέσει σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση.  Έχουμε την άποψη ότι η μάρτυρας με ειλικρίνεια είναι που αναφέρθηκε στην εντύπωση που αποκόμισε η ίδια, τόσο για τη συμπεριφορά και τον χαρακτήρα της ΜΚ12 πριν την έναρξη της σχέσης της με τον Κατηγορούμενο (η οποία συνάδει, σημειώνουμε, με τα όσα τα μέλη της οικογένειας της ανέφεραν σχετικώς), όσο και για τη συμπεριφορά της μετά την έναρξη της σχέσης, καθώς και για το ότι η ίδια δεν πίστεψε τη ΜΚ12 πως ο τραυματισμός στο χέρι της ήταν το αποτέλεσμα ατυχήματος λαμβάνοντας υπόψη, όπως είπε, τον τρόπο που η ΜΚ12 της περιέγραψε το συμβάν και το γεγονός ότι τις δύο προηγούμενες εβδομάδες η συμπεριφορά της είχε αλλάξει (χωρίς βεβαίως, τονίζουμε, η αίσθηση που η μάρτυρας αποκόμισε να μπορεί να οδηγήσει σε κάποιο συμπέρασμα ως προς το πώς επήλθε ο τραυματισμός).  Στον βαθμό δε που η μαρτυρία της αφορούσε καθαρά εξιστόρηση γεγονότων, η μάρτυρας ήταν καθόλα πειστική στο σύνολο των αναφορών της και καθόλου δεν συμφωνούμε με τη θέση που της υποβλήθηκε, ότι, δηλαδή, ψεύδετο ως προς το ότι η ΜΚ12 της ζήτησε να κάνει τηλεφώνημα από δική της συσκευή για να μη φανεί η κλήση στο τηλέφωνο της (της ΜΚ12).  Δεν διακρίναμε καμία διάθεση από πλευράς της ΜΚ3 να ψευδομαρτυρήσει ως προς τα γεγονότα.  Ομοίως αποδεχόμαστε πως με ακρίβεια είναι που η μάρτυρας μετέφερε τα όσα η ΜΚ12 κατά καιρούς της ανέφερε (σημειώνοντας και εδώ ότι το κατά πόσον τα όσα η ΜΚ12 ανέφερε στη ΜΚ3 ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, είναι θέμα που θα απασχολήσει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΚ12).  Υπό το φως των ανωτέρω, αποδεχόμαστε το σύνολο της μαρτυρίας και της ΜΚ3.

 

Οι ΜΚ5, ΜΚ6, ΜΚ7, ΜΚ8 και ΜΚ9 είναι πρόσωπα που έχουν στενή συγγενική σχέση με την παραπονούμενη.  Ο ΜΚ5 είναι ο θείος της (αδελφός της μητέρας της), η ΜΚ6 είναι η μεγαλύτερη αδερφή της, ο ΜΚ7 είναι ο πατέρας της, ο ΜΚ8 είναι ο μικρότερος αδερφός της και η ΜΚ9 η μητέρα της.  Κατά την αξιολόγηση των εν λόγω προσώπων είχαμε συνεχώς και αδιάλειπτα κατά νου τον κίνδυνο η μαρτυρία και οι τοποθετήσεις τους, να επηρεάζονται από την επιθυμία τους να βοηθήσουν την παραπονούμενη και προσεγγίσαμε συνεπώς σε κάθε στάδιο τη μαρτυρία τους με την ανάλογη προσοχή. 

 

Κοινή συνισταμένη της μαρτυρίας όλων των μελών της οικογένειας της ΜΚ12 ήταν η μεγάλη αλλαγή στη συμπεριφορά της παραπονούμενης, τόσο έναντι των ιδίων όσο και γενικότερα, ενόσω βρισκόταν σε σχέση με τον Κατηγορούμενο.  Όλοι οι εν λόγω μάρτυρες ανέφεραν πως πριν την έναρξη της επίμαχης σχέσης, η ΜΚ12 είχε πολύ καλή και στενή σχέση με τα μέλη της οικογένειας της, ενώ, όπως είπε η αδερφή της (η ΜΚ6), η ΜΚ12 ήταν αρκετά κοινωνική, ευχάριστη, το πνεύμα της ζωντάνιας και αυτή που επιδίωκε τη διοργάνωση οικογενειακών συναντήσεων.  Τα πράγματα άλλαξαν όμως, όπως είπαν, όταν η παραπονούμενη ήταν σε σχέση με τον Κατηγορούμενο: ο ΜΚ5 είπε ότι κατά τη διάρκεια της σχέσης η ΜΚ12 τον απέφευγε, ενώ μετά το σχόλιο που έκανε κάτω από τη φωτογραφία της τον πήρε τηλέφωνο και τον ρωτούσε γιατί το έγραψε, λέγοντας του «σβήστο τωρά, άκουσες;», στάση που ξένισε τόσο πολύ τον ΜΚ5 ώστε τη ρώτησε αν είναι με τα καλά της ή αν του κάνει πλάκα.  Παρομοίως, όπως η ΜΚ6 ανέφερε, η συμπεριφορά της ΜΚ12 άλλαξε «ραγδαία», «που τη γη ως τον ουρανό».  Η ΜΚ12 δεν ήθελε πλέον να έχει πολλές επαφές με την ίδια (τη ΜΚ6), σταμάτησε τις δραστηριότητες που έκανε, σταμάτησε να βγαίνει έξω ή να επικοινωνεί με τους φίλους της, μειώθηκαν οι κοινές διαδρομές προς την εργασία τους επειδή η ΜΚ12 ήθελε να πηγαίνει μόνη της, ενώ τις μέρες που συνταξίδευαν η ΜΚ12 ήταν κουρασμένη και θλιμμένη, χωρίς την παλιά της ζωντάνια.  Αυτό δεν είχε ξανασυμβεί, όπως είπε η ΜΚ6, όταν η ΜΚ12 βρισκόταν σε σχέση με άλλους άντρες.  Ο ΜΚ7 ανέφερε πως η ΜΚ12 σταμάτησε να επικοινωνεί μαζί του με την ίδια συχνότητα που επικοινωνούσαν ενώ δεν συναντήθηκαν καθόλου κατά τη διάρκεια της επίδικης σχέσης.  Ο ΜΚ8 ανέφερε πως ενόσω η ΜΚ12 ήταν σε σχέση με τον Κατηγορούμενο έγινε πιο απόμακρη, ήταν αρκετά σκεφτική, δεν του απαντούσε τα τηλέφωνα και «ώρες ώρες» και τα μηνύματα και διερωτάτο τι έπαθε η αδερφή του.  Κατά το τηλεφώνημα της 29.11.21 ο ΜΚ8 είπε χαρακτηριστικά πως «μιλούσα με την αρφή μου τζαι σαν να τζαι δεν μιλούσα με τη Ν.Α.».  Λίγες δε μέρες αργότερα (στις 12.12.21) του είπε ότι θα σταματούσε εντελώς τα μαθήματα αυτοάμυνας που της παρέδιδε ο ΜΚ8 (ο οποίος είναι δάσκαλος αυτοάμυνας).  Παρόμοιες και οι πολυάριθμες αναφορές της μητέρας (της ΜΚ9) η οποία είπε πως η ΜΚ12 δεν ήταν ο εαυτός της.  Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στα σκαμπανεβάσματα στη συμπεριφορά της, η οποία άλλαζε συνεχώς προς το χειρότερο έναντι της οικογένειας της από την οποία απομακρυνόταν, με τη ΜΚ12 να γίνεται ενίοτε επιθετική έναντι της μητέρας της.  Όπως είπε, σταδιακά, η κόρη της έκανε στροφή 180 μοιρών και ήταν λες και επρόκειτο για μία ξένη την οποία η ΜΚ9 δεν μπορούσε να αναγνωρίσει.  Μία φορά, όπως είπε, όταν η ΜΚ12 ανέμενε τον Κατηγορούμενο να την παραλάβει από το πατρικό της, η ΜΚ12 «ήταν όπως ένα τρομαγμένο ζώο που δεν ξέρει πώς να κινηθεί, δεν κοιτούσε στα μάτια και με απέφευγε …»

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης επιχείρησε να αναδείξει μέσω της αντεξέτασης κάποιων εκ των ανωτέρω το γεγονός ότι δεν ήταν υπέρμαχοι της σχέσης της ΜΚ12 με τον Κατηγορούμενο.  Πράγματι οι μάρτυρες που αντεξετάστηκαν σχετικώς, με παρρησία παραδέχθηκαν πως έτσι είχαν τα πράγματα, δίδοντας όμως, ο καθένας εξ αυτών, σαφείς εξηγήσεις ως προς το γεγονός που περιήλθε στην αντίληψη εκάστου στην πορεία της σχέσης και τον οδήγησε στο να αναπτύξει αυτή τη στάση:  Λ.χ. ο ΜΚ5 αναφέρθηκε στα όσα έμαθε για τον Κατηγορούμενο και στην αλλαγή της συμπεριφοράς της ΜΚ12 απέναντι του και η ΜΚ6 αναφέρθηκε στα όσα άκουσε να λέει ο Κατηγορούμενος στην αδερφή της και την εν συνεχεία αλλαγή της συμπεριφοράς της (ήταν χαρακτηριστική, σημειώνουμε, η απάντηση της ΜΚ6 «Εσάς θα σας φαινόταν πολύ φυσιολογικό από ένα κοινωνικό άτομο, ευχάριστο κτλ, που αγαπά την οικογένειά του και παρευρίσκεται σχεδόν συνέχεια στην οικογένειά του, να λέει ότι "νιώθω ότι παίζεται ένα παιχνίδι πίσω από την πλάτη μου" και ότι "δεν θέλω να έχω καμιά σχέση μαζί σας"; Χωρίς να υπάρχει κάποιος λόγος;») καθώς και στο γεγονός ότι δεν πίστεψε όσα η ΜΚ12 της είπε ως προς τον τρόπο τραυματισμού της.  Δεν θεωρούμε παράλογες τις αντιδράσεις των μελών της οικογένειας της ΜΚ12 στα όσα παρατηρούσαν, αλλά εύλογες, ανθρώπινες και αναμενόμενες, οι οποίες αφορμώνται, κρίνουμε, από έγνοια και αγάπη για τη ΜΚ12 η οποία παρουσίασε πρωτόγνωρες και μη φυσιολογικές για εκείνους συμπεριφορές. 

 

Το κρίσιμο ερώτημα είναι το κατά πόσον το γεγονός ότι ορισμένα μέλη της οικογένειας της ΜΚ12 δεν ήταν υπέρ της σχέσης της με τον Κατηγορούμενο (για τους λόγους που ανέφεραν) οδήγησε τους εν λόγω μάρτυρες στο να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο μία αλλοιωμένη εικόνα των περιστατικών που έκαστος εξ αυτών περιέγραψε.  Η απάντηση, κατά την κρίση μας, είναι αρνητική για τους λόγους που θα διαφανούν πιο κάτω. 

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στον ΜΚ5 ότι ήταν προκατειλημμένος εναντίον του Κατηγορούμενου.  Ο ΜΚ5 με σταθερότητα και πειστικότητα αρνήθηκε πως είχε οποιαδήποτε αρνητικά συναισθήματα για την επίμαχη σχέση όταν αρχικώς η σχέση περιήλθε εις γνώσιν του και συναφώς πειστικά αρνήθηκε κάθε υποβολή ότι τον ενόχλησε που η ΜΚ12 δεν έλαβε την έγκριση του εκ των προτέρων.  Δεν συμφωνούμε πως το γεγονός ότι εξ ιδίας πρωτοβουλίας «έψαξε» να δει αν είχε «κοινούς φίλους» με τον Κατηγορούμενο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ακολούθως ρώτησε για τον Κατηγορούμενο δείχνει μια «προϋπάρχουσα προκατάληψη» ως ο κ. Γιαλελής εισηγείται.  Ουδεμία προκατάληψη προϋπήρχε της πιο πάνω ενέργειας του.  Απερίφραστα βεβαίως παραδέχθηκε, και αυτό συνιστά ένδειξη της ειλικρίνειας του, πως μετά τα όσα έμαθε για τον Κατηγορούμενο και την αλλαγή της συμπεριφοράς της ΜΚ12 απέναντι του, συμβούλευσε τη ΜΚ12 να χωρίσει.  Έχοντας παρακολουθήσει τον μάρτυρα στο εδώλιο και διερευνώντας τη μαρτυρία του καταλήγουμε πως το γεγονός ότι από κάποιο στάδιο και μετά δεν ήταν υπέρμαχος της επίμαχης σχέσης δεν επηρέασε αρνητικά την ποιότητα της μαρτυρίας του.  Κατ’ ακρίβεια, η εικόνα που αποκομίσαμε για τον ΜΚ5, ήταν εξαιρετική.  Διά ζώσης, ο μάρτυρας ήταν σε θέση να επαναλάβει με ευκολία, συνέπεια και παραστατικότητα τα όσα ανέφερε στην κατάθεσή του στην Αστυνομία, και μας άφησε την ισχυρή εντύπωση προσώπου που με λεπτομέρεια διηγείτο τα όσα πράγματι βίωσε, χωρίς καμία διάθεση υπερβολής ή παρουσίασης μίας παραπλανητικής εικόνας περί των γεγονότων. 

 

Κατά την αντεξέτασή του παρέμεινε καθόλα σταθερός στις θέσεις του, χωρίς να υποπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του.  Ευθαρσώς παραδέχτηκε πως ο ίδιος δεν κατείχε στοιχεία ως προς το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος είχε και άλλες υποθέσεις στο παρελθόν, και με την ίδια ευθύτητα αποδέκτηκε ότι «ανακατεύτηκε» στη σχέση της ΜΚ12 από το αρχικό της στάδιο και ότι τη συμβούλευσε να απομακρυνθεί από τον Κατηγορούμενο.  Θεωρούμε ότι ο μάρτυρας με ειλικρίνεια μετέφερε στο Δικαστήριο (και κατά τον ουσιώδη χρόνο στις ΜΚ9 και ΜΚ12) αυτά που πληροφορήθηκε για τον Κατηγορούμενο, χωρίς, εννοείται, να είμαστε καθ’ οιονδήποτε τρόπο διατεθειμένοι να βασιστούμε στα λεγόμενα του ΜΚ5 για να καταλήξουμε πως η πληροφόρηση που έλαβε (από άγνωστο προς το Δικαστήριο πρόσωπο) ήταν αληθής.  Δεχόμαστε εντούτοις πως ο ίδιος πίστεψε τα όσα του είπε το πρόσωπο με το οποίο επικοινώνησε, και αυτός είναι ο λόγος που τα μετέφερε στις ΜΚ9 και ΜΚ12, στα πλαίσια της εύλογης, κρίνουμε, επιθυμίας του να προστατεύσει την αδελφότεκνη του από μία ενδεχομένως κακή σχέση.  Σημειώνουμε περαιτέρω πως η θέση του ΜΚ5 ότι δεν ενημέρωσε κάποιον άλλο (πέραν της αδερφής του και της ΜΚ12) για τα όσα έμαθε για τον Κατηγορούμενο επιβεβαιώνεται από τη ΜΚ6 η οποία ερωτήθηκε επί τούτου κατά την αντεξέταση της και ανέφερε ότι η ίδια δεν γνωρίζει αν ο ΜΚ5 «έκανε έρευνα» για το ποιος είναι ο Κατηγορούμενος.  Ομοίως ο ΜΚ7 ανέφερε πως δεν γνώριζε αν ο ΜΚ5 «ρώτησε να μάθει» για τον Κατηγορούμενο.

 

Αντεξετάστηκε ο ΜΚ5 για τα όσα είπε για το σχόλιο που έβαλε κάτω από τη φωτογραφία του ζεύγους στο Instagram («Χμ») και επέμεινε πως προβαίνοντας στο εν λόγω σχόλιο δεν είχε αρνητική πρόθεση, λέγοντας πως στη «γλώσσα που μιλούσε» με τα αδερφοτέκνια του, το σχόλιο δεν ήταν αρνητικό.  Αυτό που ήθελε να δείξει στη ΜΚ12, είπε, είναι ότι παρακολουθεί τα «stories» της και την πορεία της και ότι «είναι εδώ για εκείνη».  Ο ΜΚ5 ήταν πειστικός και δεχόμαστε πως δεν είχε κακές προθέσεις σχολιάζοντας τη φωτογραφία κατά τον πιο πάνω τρόπο.  Εξάλλου, αφ’ ης στιγμής ο ΜΚ5 δέχθηκε πως δεν ήταν υπέρμαχος της σχέσης της ΜΚ12 με τον Κατηγορούμενο μετά τα όσα έμαθε για τον τελευταίο, δεν θα είχε κανένα λόγο να μην παραδεχθεί και τυχόν αρνητική χροιά του σχολίου του, αν αυτή υπήρχε. 

 

Ως προς το περιστατικό της 4.12.21, το οποίο ο μάρτυρας περιέγραψε λεπτομερώς και προφορικά, η μοναδική θέση που υποβλήθηκε στον μάρτυρα είναι ότι ουδέποτε τον πήρε τηλέφωνο ο Κατηγορούμενος, θέση με την οποία ο μάρτυρας διαφώνησε.  Λαμβάνοντας υπόψιν τη γενικότερα εξαιρετική εντύπωση που ο μάρτυρας μας άφησε, δεχόμαστε ότι το περιστατικό που περιέγραψε ο ΜΚ5 πράγματι έλαβε χώραν στις 4.12.21 και δεχόμαστε πως ο πρώτος άντρας με τον οποίο ο ΜΚ5 συνομίλησε του είπε πως ονομαζόταν Θ.Κ. και πως η κλήση έγινε από τον αριθμό [   ], που είναι, σημειώνουμε, ο αριθμός τηλεφώνου που και η ΜΚ12 υποστήριξε πως ανήκει στον Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήριο 38, γραμμή 3), χωρίς να έχει υποβληθεί στην παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της θέση ότι δεν πρόκειται για τον αριθμό τηλεφώνου του Κατηγορούμενου∙ αντίθετα κατά την αντεξέταση της φάνηκε πως η Υπεράσπιση αποδέχεται πως αυτός ο αριθμός τηλεφώνου ανήκει στον Κατηγορούμενο.[2]  Σημειώνουμε βεβαίως και εδώ πως δεν θα μπορούσαμε να βασιστούμε αποκλειστικά στη μαρτυρία του ΜΚ5 για να καταλήξουμε πως το πρόσωπο που τον πήρε τηλέφωνο ήταν ο Κατηγορούμενος, αφού ο ΜΚ5 δήλωσε πως δεν γνωρίζει τον Κατηγορούμενο. 

 

Εν τέλει αποδεχόμαστε το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΚ5, περιλαμβανομένων των αναφορών του για τη διακύμανση των σχέσεων του με τη ΜΚ12, πριν, κατά τη διάρκεια, και μετά λήξη της σχέσης της με τον Κατηγορούμενο (αναφορές οι οποίες συνάδουν, όπως προαναφέρθηκε, με τα όσα παρατήρησαν και βίωσαν και τα άλλα μέλη της οικογένειας της ΜΚ12), καθώς και τη μαρτυρία του ως προς τις κατά καιρούς συνομιλίες του με την αδερφή του (τη ΜΚ9) και την παραπονούμενη, καθώς και ως προς το περιεχόμενο των τηλεφωνημάτων και συνομιλιών μέσω μηνυμάτων που έλαβαν χώραν στις 4.12.21. 

 

Και η ΜΚ6 άφησε πάρα πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο.  Και αυτή ήταν σε θέση να περιγράψει με άνεση, χωρίς οποιοδήποτε δισταγμό ή κόμπιασμα, τα περιστατικά στα οποία ήταν παρούσα καθώς και διάφορες πτυχές της σχέσης της ΜΚ12 με τον Κατηγορούμενο, όπως τις αντιλήφθηκε η ίδια.  Η μαρτυρία της είχε λογική και συνέπεια, κατά την αντεξέταση της δε, απαντούσε με ευθύτητα και αμεσότητα στο σύνολο των ερωτήσεων που της υποβλήθηκαν. 

 

Η αντεξέταση της μάρτυρος επικεντρώθηκε όχι τόσο στα όσα ανέφερε ως προς τα γεγονότα που περιέπεσαν στην αντίληψη της αλλά στο πώς η ίδια αισθανόταν έναντι του Κατηγορούμενου.  Η ΜΚ6 με ειλικρίνεια, θεωρούμε, ανέφερε πως όταν έμαθε για τη σχέση, ρώτησε τη ΜΚ12 πώς αισθάνεται, με τη ΜΚ12 να της αναφέρει (τις πρώτες μέρες της σχέσης) πως νιώθει και περνά καλά.  Το γεγονός ότι η ΜΚ6 ξεκίνησε «να μην συμπαθεί» τον Κατηγορούμενο μετά από τα όσα τον άκουσε να λέει στην αδερφή της στο τηλέφωνο, αφενός, εντάσσεται, θεωρούμε, στην εύλογη αντίδραση κάποιου ανθρώπου που ακούει τρίτον να μιλά με αισχρά (χρησιμοποιούμε λέξη που χρησιμοποίησε η μάρτυρας) λόγια στα στενότερα μέλη της οικογένειας του (εδώ στην αδερφή της), και, αφετέρου, δεν θεωρούμε ότι επηρέασε τη μαρτυρία της κατά τρόπο που να οδήγησε την ΜΚ6 στο να αλλοιώσει τα γεγονότα.  Επί του τελευταίου δε, παρατηρούμε και τονίζουμε πως οι πλείστες και ουσιαστικότερες πτυχές της μαρτυρίας της ως προς τα γεγονότα που περιέπεσαν στην προσωπική της αντίληψη (τρόπος γνωριμίας της ΜΚ12 με τον Κατηγορούμενο, ενημέρωση της ΜΚ6 για τη σχέση, περιεχόμενο συνομιλίας ΜΚ12 – Κατηγορούμενου σε ανοιχτή ακρόαση στο αυτοκίνητο, περιεχόμενο δύο τηλεφωνημάτων στις 28.11.21, περιεχόμενο τηλεφωνήματος της 12.12.21, περιεχόμενο τηλεφωνήματος της 14.12.21) ουδόλως αμφισβητήθηκαν μέσω της αντεξέτασης της.  Η δε μαρτυρία της συνάδει με πτυχές της μαρτυρίας των ΜΚ8 (ο οποίος επιβεβαίωσε ότι η ΜΚ12 του είπε ότι θα σταματούσε να πηγαίνει στα μαθήματα krav maga και μετά το τηλεφώνημα επικοινώνησε με τη ΜΚ6 η οποία του είπε πως και σε εκείνην η ΜΚ12 είπε πως δεν ήθελε να έχουν πλέον οποιαδήποτε σχέση) και ΜΚ9 (η οποία έλαβε τηλεφώνημα παρόμοιου περιεχομένου με το τηλεφώνημα που έλαβε η ΜΚ6 το πρωινό της 12.12.21 και η οποία επιβεβαίωσε ότι στις 15.12.21 η ΜΚ6 είναι που την πήρε τηλέφωνο και της είπε να βρεθούν στο πατρικό τους). 

 

Κατά την αντεξέταση της η ΜΚ6 επέμεινε εμφατικά στη θέση της για την αλλαγή της συμπεριφοράς της αδερφής της, εξηγώντας και αιτιολογώντας κάθε σχετική πτυχή της μαρτυρίας της, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο αντεξέτασης.  Επέμεινε πως η ΜΚ12 δεν είχε απουσιάσει από οικογενειακές συνάξεις στο παρελθόν, με τη θέση της αυτή να μην έχει κλονιστεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο.  Ομοίως δεν κλονίστηκε η θέση της ότι η ΜΚ12 δεν είχε παρόμοια συμπεριφορά σε προηγούμενες σχέσεις της.  Κατά την αντεξέταση της ερωτήθηκε περαιτέρω γιατί δεν πίστεψε τη ΜΚ12 όταν αυτή της είπε, στις 12.12.21 ότι αισθάνεται πως «παίζεται ένα παιχνίδι πίσω από την πλάτη μου εμένα και του Θ.Κ.».  Η μάρτυρας επανέλαβε πως δεν την πίστεψε επειδή άκουγε τον Κατηγορούμενο που μιλούσε χαμηλόφωνα στη ΜΚ12 και είναι τα λόγια εκείνου, κατά τη ΜΚ6, που επαναλάμβανε η ΜΚ12, ενώ, όπως είχε πει στην κυρίως εξέταση της, στο τηλεφώνημα άκουσε την αδερφή της πολύ αναστατωμένη και τρομοκρατημένη, με ροή ομιλίας διαφορετική από τη συνηθισμένη ροή της ομιλίας της και κοφτές απαντήσεις.  Δεχόμαστε τις εν λόγω θέσεις της μάρτυρος η οποία όχι μόνο είχε ξανακούσει τον Κατηγορούμενο να μιλά στο τηλέφωνο, αλλά είχε επισκεφθεί, όπως προέκυψε κατά την αντεξέταση της, το σπίτι του μετά από πρόσκληση του ζεύγους. 

 

Το γεγονός ότι η ΜΚ6 δεν θυμόταν αν η συνομιλία που άκουσε ενώ βρισκόταν στο αυτοκίνητο με τη ΜΚ12 προηγήθηκε της συγκατοίκησης της τελευταίας με τον Κατηγορούμενο, δεν πλήττει, κρίνουμε, την αξιοπιστία της ΜΚ6.  Η ΜΚ6 γνώριζε μόνο όσα της έλεγε η ΜΚ12 και εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι το περιστατικό έλαβε χώραν προ τριών και πλέον ετών, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η σχέση της ΜΚ12 με τον Κατηγορούμενο ήταν σχετικά σύντομη (διήρκησε περί τον 1,5 μήνα), καθιστούν λογικό να μην μπορεί η ΜΚ6 να τοποθετήσει με χρονική ακρίβεια το εν λόγω τηλεφώνημα.  Ομοίως, δεν πλήττεται, θεωρούμε, ούτε στο ελάχιστο η αξιοπιστία της μάρτυρος, επειδή δεν ανέφερε με λεπτομέρεια στην Αστυνομία όλα όσα τους είπε η ΜΚ12 ότι υπέστη και τις απειλές που κατά τη ΜΚ12 ο Κατηγορούμενος εξαπέλυσε (περί του ότι θα έβαζε ναρκωτικά στο αυτοκίνητο της μητέρας τους).  Η ΜΚ6 ήταν πειστική επί τω ότι όλα όσα ανέφερε προφορικά είναι πράγματα που της είπε η ΜΚ12, είτε στις 15.12.21 είτε πιο μετά.  Το γεγονός ότι η ΜΚ12 προέβη σε σταδιακή αποκάλυψη προς τους οικείους της, επιβεβαιώθηκε και από τη μητέρα τους (ΜΚ9).  Άλλωστε τα όσα η ΜΚ12 ανέφερε στους οικείους της (μέρος των οποίων μετέφερε η ΜΚ6 στο Δικαστήριο), είναι κατ΄ ουσίαν τα όσα περιέλαβε και η ίδια (η ΜΚ12) στην κατάθεση της.  Βεβαίως το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει, βασιζόμενο στη μαρτυρία της ΜΚ6 ως προς τη βασιμότητα των όσων η ΜΚ12 της ανέφερε, (βασιμότητα) η οποία θα εξεταστεί στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της τελευταίας.  Δεν παραβλέπουμε τέλος πως η ΜΚ6 ανέφερε πως «εάν θυμάμαι καλά» μόνο μία ανάρτηση φωτογραφίας είχε κάνει η ΜΚ12 σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης στην οποία απεικονιζόταν μαζί με τον Κατηγορούμενο, ενώ ο ΜΚ5 αναφέρθηκε σε δύο, η δε ΜΚ12 δέχθηκε στη δική της μαρτυρία ότι ανέβασε φωτογραφίες και «stories» με τον Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήριο 46).  Δεν θεωρούμε όμως πως η αξιοπιστία της ΜΚ6 πλήττεται.  Το γεγονός ότι η ΜΚ6 αναφέρθηκε σε μία μόνο ανάρτηση μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, όπως στο ότι η ΜΚ6 ξέχασε τον αριθμό των αναρτήσεων (χρησιμοποίησε άλλωστε τη φράση «εάν θυμάμαι καλά»), ή στο ότι δεν περιήλθαν στην προσοχή της άλλες αναρτήσεις πέραν εκείνης που θυμόταν ή ακόμη και ότι απλά έσφαλε στην αναφορά της.  Όπως και να έχουν τα πράγματα, βρίσκουμε πως η ΜΚ6 δεν είχε κανένα λόγο να μην πει την αλήθεια για ένα τέτοιο θέμα, το οποίο δεν σχετίζεται άμεσα με τα επίδικα θέματα και είναι, κατά την κρίση μας, επουσιώδες. 

 

Υπό το φως των ανωτέρω, αξιόπιστη μάρτυρα κρίνουμε και τη ΜΚ6 και θεωρούμε πως μπορούμε να βασιστούμε και στη δική της μαρτυρία, την οποία αποδεχόμαστε, προς εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων. 

 

Η εντύπωση που ο ΜΚ7 άφησε στο Δικαστήριο ήταν επίσης πάρα πολύ καλή και ήταν εμφανής η εύλογη ταραχή του όταν κλήθηκε να σχολιάσει τα τραύματα που είδε στο σώμα της κόρης του στις 15.12.21.  Και αυτός δέχτηκε πως τον ενόχλησε το γεγονός ότι η ΜΚ12 άλλαξε στάση απέναντι του.  Είπε χαρακτηριστικά «Τον κάθε γονιό εν να τον ενοχλήσει εάν δεν τηλεφωνήσει ο γιος ή η κόρη ή το παιδί του, προς Θεού».  Εύλογη κρίνουμε και αυτή τη θέση του η οποία, όμως, δεν θεωρούμε πως επηρέασε καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ειλικρίνεια της μαρτυρίας του.  Άλλωστε η θέση του ότι είναι ο ίδιος που έβγαλε τις φωτογραφίες Τεκμήριο 28 στην ημερομηνία που ανέφερε πως τις έβγαλε (15.12.21) ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του (ούτε και αμφισβητήθηκε ρητώς[3]), με τον μάρτυρα να αναφέρει ότι έχει ακόμα τις φωτογραφίες στο κινητό του, όπου φαίνεται και η ημερομηνία που τις τράβηξε.  Το γεγονός ότι ακόμη έχει τις φωτογραφίες στο κινητό του, δικαιολογεί τόσο το πώς ήταν βέβαιος ότι οι φωτογραφίες που του υποδείχθηκαν λήφθηκαν από τον ίδιο (σημειώνουμε εδώ πως είχε δοθεί στον ΜΚ7 στην κυρίως εξέταση του μία δέσμη φωτογραφιών και ο ΜΚ7 διαχώρισε αυτές που έβγαλε ο ίδιος στις 15.12.21, από άλλες που δεν έβγαλε αυτός), όσο και για την ημερομηνία λήψης τους.  Οι ίδιες οι φωτογραφίες, άλλωστε, επιβεβαιώνουν ότι λήφθηκαν σε νοσοκομείο (βλ. ιδιαίτερα τις φωτογραφίες 9, 15, 6 και 7, 3, 1).

 

Κατά τα λοιπά σημειώνουμε πως κατέστη εμφανές μέσω της αντεξέτασής του, ότι ο ίδιος δεν είχε εμπλοκή στα επίδικα γεγονότα κατά τον ουσιώδη χρόνο ούτε και γνώση περί αυτών.  Όπως εξήγησε, τα διάφορα μέλη της οικογένειας του δεν τον ενημέρωσαν για τα όσα συνέβαιναν αφού ο ΜΚ7 έχει πρόβλημα με την καρδιά του και προσπαθούσαν να τον προστατεύσουν.  Το μόνο που γνώριζε ήταν ότι η ΜΚ12 γνώρισε «ένα παιδί» (αυτό του το είχε πει η ΜΚ12) και ότι η πρώην σύζυγος του (η ΜΚ9) θεωρούσε πως ΜΚ12 θα έπρεπε «να φύγει το συντομότερο από εκεί» (χωρίς να θυμάται σε ποιο σημείο της σχέσης του είπε τα πιο πάνω η ΜΚ9).  Δεχόμαστε τις εν λόγω αναφορές του μάρτυρα τις οποίες κρίνουμε ειλικρινείς.  Με την ίδια ειλικρίνεια μετέφερε, θεωρούμε, και τα όσα του ανέφερε η κόρη του μετά τις 15.12.21 για τη σχέση της με τον Κατηγορούμενο και τις κακοποιήσεις που ισχυρίζεται ότι υπέστη στην παρουσία των ανήλικων παιδιών του, χωρίς, επαναλαμβάνουμε, να μπορούμε να βασιστούμε στη μαρτυρία του ΜΚ7 για να καταλήξουμε ως προς την αλήθεια των όσων η ΜΚ12 του είπε. 

 

Κρίνουμε και τον ΜΚ7 αξιόπιστο μάρτυρα και θεωρούμε πως με ασφάλεια μπορούμε να βασιστούμε στη μαρτυρία του στον βαθμό που αφορούσε μεταφορά των δικών του ενεργειών και βιωμάτων.

 

Η εντύπωση που ο ΜΚ8 μας άφησε ήταν εξαιρετική.  Απαντούσε και αυτός με ευθύτητα και αυθορμητισμό σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και παρά τη σχέση του με την παραπονούμενη, σε καμία περίπτωση δεν αποκομίσαμε την εντύπωση ότι ο μάρτυρας είχε την οποιαδήποτε πρόθεση να μεταφέρει με αλλοιωμένο τρόπο τα γεγονότα που περιέπεσαν στη δική του αντίληψη.  Η μαρτυρία του, άλλωστε, στον βαθμό που αφορούσε τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε και βίωσε ο ίδιος, δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση (όπως το περιεχόμενο του τηλεφωνήματος της 16.11.21, το περιεχόμενο των μηνυμάτων της 18.11.21, το περιεχόμενο του τηλεφωνήματος της 29.11.21 και το περιεχόμενο του τηλεφωνήματος της 12.12.21) και οι μη αμφισβητηθείσες θέσεις του επί των ανωτέρω γίνονται αποδεκτές, λαμβάνοντας υπόψη και τη γενικότερη εντύπωση που ο μάρτυρας μας άφησε ως προς τη φιλαλήθεια του. 

 

Η αντεξέταση του ΜΚ8 περιορίστηκε στο κατά πόσον αλήθευαν τα όσα (λίγα, καθότι δεν ήθελε να ξέρει λεπτομέρειες) η ΜΚ12 του μετέφερε ή στο γιατί δεν πίστεψε τη ΜΚ12 όταν του είπε για το κόψιμο στο χέρι της στις 29.11.21.  Απαντώντας δε στις τεθείσες κατά την αντεξέταση του ερωτήσεις, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση και εξήγησε με σαφήνεια, τόσο τους λόγους για τους οποίους παραξενεύτηκε από την αλλαγή της συμπεριφοράς της αδερφής του, όσο και τους λόγους για τους οποίους δεν πίστεψε την αδερφή του στο τηλεφώνημα της 29.11.21.  Ως προς το τελευταίο, με πειστικότητα ανέφερε πως η ΜΚ12 μασούσε τα λόγια της, του έλεγε πράγματα που δεν ήταν λογικά (και «λλίο αδιανόητα»), ακουγόταν αρκετά τρομαγμένη και γενικά ήταν λες και δεν μιλούσε με τη ΜΚ12.  Όσον δε αφορά τις απειλές που η ΜΚ12 του είπε ότι εκστόμιζε ο Κατηγορούμενος (ότι θα βάλει ναρκωτικά στο αυτοκίνητο της μητέρας τους και θα το πει στην Αστυνομία), ο μάρτυρας επέμεινε ότι αυτό ήταν που του είχε δώσει ως λόγο η ΜΚ12 για να δικαιολογήσει το ότι δεν μίλησε στην οικογένεια της κατά τον ουσιώδη χρόνο για τα όσα της συνέβαιναν, και αυτή η σταθερή και αταλάντευτη θέση του γίνεται αποδεκτή.  Συνάδει, εξάλλου, με τα όσα οι ΜΚ6 και ΜΚ9 ανέφεραν ότι τους είπε η ΜΚ12.  Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε επίσης ως προς το πώς προέκυψε η επικοινωνία του με ψυχολόγο, και με την ίδια αμεσότητα που χαρακτήριζε το σύνολο της μαρτυρίας του εξήγησε πως ήταν εισήγηση της τότε συντρόφου του η οποία είχε στο στενό περιβάλλον της κάποιον ψυχολόγο και είναι με αυτόν που μίλησε ο ΜΚ8.  Ούτε οι πιο πάνω θέσεις του ΜΚ8 κλονίστηκαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο και γίνονται αποδεκτές. 

 

Εν τέλει κρίνουμε και τον ΜΚ8 καθόλα αξιόπιστο μάρτυρα και αποδεχόμαστε το σύνολο της μαρτυρίας του.

 

Η ΜΚ9 είναι η μητέρα της παραπονούμενης και η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο, ήταν επίσης εξαιρετική.  Όπως προαναφέρθηκε, ουδόλως παραγνωρίζεται η στενότατη σχέση της με την παραπονούμενη και ο ισχυρός δεσμός – μάνας και κόρης - που τις δένει.  Έχοντας όμως παρακολουθήσει τη μάρτυρα με προσοχή, κρίνουμε πως τόσο η διάθεση της όσο και η ουσία της μαρτυρίας της ήταν τέτοια που έδιδε την εντύπωση προσώπου που δεν προσήλθε με πρόθεση να συσκοτίσει την πραγματικότητα, αλλά για να καταθέσει τα γεγονότα που βίωσε.  Προσπάθησε, κρίνουμε, να μεταφέρει στο Δικαστήριο με λεπτομέρεια και ακριβοδίκαια τα όσα περιέπεσαν στην προσωπική της αντίληψη σε σχέση με τα όσα συνέβαιναν κατά τον ουσιώδη χρόνο, πράγμα που έπραξε με συνέπεια και χωρίς να υποπέσει σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της.  Οι θέσεις της είχαν λογική και συνοχή και απαντούσε με φυσικότητα, ευθύτητα και αμεσότητα σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν (τόσο κατά την κυρίως εξέταση της όσο και κατά την αντεξέταση της).

 

Παρατηρήσαμε πως η ΜΚ9 αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες ημερομηνίες στην κατάθεσή της, όμως στην προφορική της μαρτυρία ανέφερε πως δεν θυμάται ακριβείς ημερομηνίες.  Το γεγονός αυτό δεν κλονίζει την αξιοπιστία της.  Η ΜΚ9 έδωσε την κατάθεση της πλησιόχρονα προς τα περιστατικά στα οποία αναφέρθηκε και θεωρούμε λογικό, τρία και πλέον έτη αργότερα (κατά την προφορική της μαρτυρία), να μην μπορεί να αναφερθεί πλέον σε συγκεκριμένες ημερομηνίες.  Σημειώνουμε όμως, πως η χρονική σειρά των περιστατικών παρέμεινε αναλλοίωτη και είναι και αυτό ένα στοιχείο που δείχνει πως βιώματα της είναι που μετέφερε η ΜΚ9 στο Δικαστήριο και όχι μια επίπλαστη ιστορία.  

 

Υποβλήθηκε στη μάρτυρα από την Υπεράσπιση πως είχε διαφωνήσει με την επιλογή της κόρης της να συνάψει σχέση με τον Κατηγορούμενο και ότι η ίδια είναι που καθοδήγησε τη ΜΚ12 να υποβάλει την καταγγελία για να καταδικαστεί ο Κατηγορούμενος.  Σημειώνουμε πως ήτο απόλυτα ειλικρινής η μάρτυρας ότι είχε εξαρχής προβληματισμούς και κάποια ανησυχία για τη σχέση της ΜΚ12 με τον Κατηγορούμενο.  Τούτο, όπως εξήγησε, επειδή είχε αντιληφθεί την κόρη της να μιλά έντονα στο τηλέφωνο με κάποιον ο οποίος, όπως αντιλήφθηκε, ήταν ο σύντροφος της (δεν ήξερε ακόμη ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο).  Ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση της εάν η στάση της σχετιζόταν με το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είχε παιδιά, με τη ΜΚ9 να απορρίπτει κατηγορηματικά και με πειστικότητα τούτο, λέγοντας μάλιστα πως είχε συζητήσει σε ανύποπτο χρόνο με την κόρη της το θέμα «γάμος» και η ΜΚ12 της είπε πως στην ηλικία που βρισκόταν (ήταν τότε 32 - 33 ετών) μπορεί και να γνώριζε κάποιον με παιδιά.  Αυτό έχει τη σημασία του, επειδή οι λόγοι της αρχικής ανησυχίας της ΜΚ9 έναντι της σχέσης, όπως εμφατικά και πειστικά τους ανέλυσε, πηγάζουν από στοιχεία εγγενή της σχέσης (δηλαδή από το γεγονός ότι άκουσε την κόρη της να μιλά έντονα στο τηλέφωνο, ενώ λίγες μέρες αργότερα η ΜΚ12 της ανέφερε πως εκδηλώθηκαν κάποια περιστατικά ζηλοτυπίας) και όχι από εξωτερικούς παράγοντες ασύνδετους προς τη σχέση (δηλαδή από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είχε παιδιά).  Εξάλλου παρά τις πιο πάνω αμφιβολίες της ΜΚ9, σημειώνουμε πως αναφερόμενη στο τηλεφώνημα της με τον Κατηγορούμενο στις 24.11.21 είπε πως αυτός της μίλησε πολύ ευγενικά, ότι ήταν «κύριος» και «άψογος», γεγονός που δείχνει από τη μία πως οι όποιες αμφιβολίες της δεν την εμπόδισαν από του να αναγνωρίσει θετικές συμπεριφορές από πλευράς του Κατηγορούμενου εκεί όπου επιδείχθηκαν και από την άλλη πως δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να μεταφέρει διαστρεβλωμένα τα γεγονότα, αλλά ακριβοδίκαια.  Παρενθετικά σημειώνουμε εδώ, πως η θέση που εκ των υστέρων προβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο ότι η ΜΚ9 του είπε όταν τον είδε «αν νομίζεις ότι την κόρη μου τη μεγάλωσα για να αναγιώνει τα κοπελλούθκια σου, εγελάστηκες», αφενός, ουδέποτε τέθηκε στη ΜΚ9 ως θέση για να έχει η τελευταία την ευκαιρία να τοποθετηθεί (σχετική νομολογία παρατίθεται πιο κάτω) και αφετέρου, πως και η ίδια η ΜΚ9 ήταν μία διαζευγμένη γυναίκα με τρία παιδιά και κατά τον ουσιώδη χρόνο τουλάχιστο βρισκόταν σε μία σχέση.  Μέσα στα πλαίσια της ίδιας προσπάθειας, να καταδειχθεί, δηλαδή, μία έντονη αντιπάθεια και προκατάληψη έναντι του Κατηγορούμενου, η μάρτυρας ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση της πότε επικοινώνησε με τον ΣΠΑΒΟ και απάντησε πως το έπραξε μετά τα μέσα Νοεμβρίου (χωρίς να θυμάται πότε ακριβώς), όταν η συμπεριφορά της ΜΚ12 ξεκίνησε να γίνεται αλλοπρόσαλλη σε σημείο που δεν αναγνώριζε την κόρη της σε αυτά που έλεγε και έκανε.  Επιχειρήθηκε μέσω της αντεξέτασης της να καταδειχθεί πως έπραξε τούτο χωρίς κανένα λόγο, από τα αρχικά στάδια της σχέσης.  Η μάρτυρας αφοπλιστικά απάντησε πως μόνο μία διεστραμμένη μάνα θα ενεργούσε με τον τρόπο που της καταλογίστηκε, προσθέτοντας «Ξανακούσατε εσείς μάνα να πιάνει στο ΣΠΑΒΟ χωρίς να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος;».  Ήταν πειστικότατη η ΜΚ9 και σε αυτό το σημείο της μαρτυρίας της και δεχόμαστε πως ο λόγος που επικοινώνησε με τον ΣΠΑΒΟ ήταν ότι παρατήρησε αλλαγή στη συμπεριφορά της κόρης της, την οποία προσπαθούσε να ερμηνεύσει με απώτερο στόχο να βοηθήσει την κόρη της, και όχι οτιδήποτε άλλο. 

 

Σε κάθε περίπτωση, όπως και σε σχέση με τους λοιπούς μάρτυρες, σημειώνουμε πως δεν θεωρούμε πως το γεγονός ότι η ΜΚ9 για τους λόγους που εξήγησε και μέσα στην εξέλιξη των γεγονότων εκείνο τον ενάμισι μήνα, δεν ήταν υπέρμαχος της σχέσης της κόρης της με τον Κατηγορούμενο, οδήγησε αυτήν στο να δώσει ψευδή μαρτυρία στο Δικαστήριο, πόσω μάλλον ότι καθοδήγησε τη ΜΚ12 στο να υποβάλει αυτή την καταγγελία.  Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας της ΜΚ9, με ενάργεια διαφάνηκε πως μέλημα της ήταν μόνο το να είναι καλά η κόρη της και δεν έχει προκύψει να υφίσταται κανένας απολύτως λόγος που να ωθούσε τη ΜΚ9 να υποκινήσει τη ΜΚ12 στο να προβεί σε μία ψευδή καταγγελία.  Η απάντηση της στη θέση ότι καθοδήγησε τη ΜΚ12 στην καταγγελία επειδή δεν ήθελε η ίδια (η ΜΚ9) τον Κατηγορούμενο, ήταν χαρακτηριστική: «… Σε αυτήν την περίπτωση δεν μπορώ να πω κάτι άλλο.  Για όνομα του Θεού.  Για όνομα του Θεού.  Δεν ξέρω τι άλλο να πω ….».  Και πράγματι, προσθέτουμε, η θέση που της υποβλήθηκε ούτε στηρίζεται σε οποιαδήποτε απτά στοιχεία ούτε και αντέχει στη βάσανο της λογικής.  Ούτε εξάλλου υποβλήθηκε στη ΜΚ12 η θέση ότι αυτή καθοδηγήθηκε από τη μητέρα της να προβεί σε ψευδή καταγγελία.

 

Άλλο θέμα που απασχόλησε κατά την αντεξέταση της μάρτυρος, είναι το γιατί δεν περιέλαβε στην κατάθεση της το σύνολο των όσων ανέφερε στο Δικαστήριο.  Ερωτήθηκε συγκεκριμένα η μάρτυρας γιατί δεν περιέλαβε στην κατάθεση της το σύνολο των περιστατικών που η ΜΚ12 της εξιστόρησε.  Η μάρτυρας εξήγησε πως η ΜΚ12 της αποκάλυψε τα περιστατικά σταδιακά από την ημέρα που «απελευθερώθηκε» (εννοώντας την 15.12.21) και μετά, προσθέτοντας πως όταν έδιδε την κατάθεση της είχε μεγάλη αγωνία και άγχος για το «πώς να σωθεί» η κόρη της και ότι απαντούσε στις ερωτήσεις που της υπέβαλλαν οι αστυνομικοί χωρίς να μπορεί να ανακαλέσει εκείνη την ώρα όλα τα περιστατικά που της αποκάλυψε (μέχρι τότε) η ΜΚ12.  Ερωτηθείσα περαιτέρω αν θεώρησε πιο σημαντικό να αναφέρει ότι η ΜΚ12 δεν παρουσιάστηκε στο οικογενειακό τραπέζι στον Μαθιάτη από τα όσα η ΜΚ12 της είπε ως προς τα επίδικα περιστατικά, η μάρτυρας, με την ίδια αμεσότητα και αυθορμητισμό, εξήγησε πως αναφέρθηκε στην απουσία της ΜΚ12 από το τραπέζι επειδή από εκεί ξεκίνησαν οι έντονες πλέον υποψίες της και η πιο προβληματική συμπεριφορά της ΜΚ12.  Θεωρούμε ειλικρινείς τις απαντήσεις της μάρτυρος.  Επαναλαμβάνουμε εξάλλου, πως τα όσα η ΜΚ12 σε γενικές γραμμές περιέγραψε στη μητέρα της, είναι αυτά που ανέφερε και η ίδια στην κατάθεση της και είναι με αναφορά στη μαρτυρία της τελευταίας που θα κριθεί το κατά πόσον οι θέσεις της μπορεί να γίνουν αποδεκτές ή όχι.  Ερωτήθηκε περαιτέρω γιατί δεν περιέλαβε στην κατάθεση της το γεγονός ότι στο τηλεφώνημα της 4.12.21 συνομίλησε και με κάποιο φίλο του Κατηγορούμενου.  Η ΜΚ9 με ευθύτητα απάντησε πως δεν ήταν θέμα ουσίας και ότι το ανέφερε στο Δικαστήριο επειδή το θυμήθηκε, επαναλαμβάνοντας πως τα περιστατικά ήταν πολλά και δίδοντας κατάθεση προσπάθησε να επικεντρωθεί στα σημαντικά.  Είπε σχετικώς «… Σε εκείνη την περίπτωση εγώ αυτό έκρινα, φαντάζομαι, γιατί εκείνη τη στιγμή το σημαντικό για εμένα ήταν ότι με απείλησε τζαι όχι ότι έπιασε τζαι κάποιος άλλος το τηλέφωνο τζαι μου είπε “είμαι ο φίλος του Θ.Κ. τζαι πες μας” κτλ».  Και επ’ αυτού, λοιπόν, έδωσε μία λογική και πειστική εξήγηση η μάρτυρας.  Σε σχέση με το ίδιο τηλεφώνημα, ερωτήθηκε γιατί δεν μετέφερε ακριβώς τα λόγια του Κατηγορούμενου και γιατί δεν ανέφερε πως αρχικά χαρακτήρισε τη ΜΚ12 ως «γκόμενα ή φιλενάδα», λέξη που η ΜΚ9 θεώρησε υποτιμητική.  Και πάλι, με τον ίδιο αυθορμητισμό, εξήγησε η ΜΚ9 πως θεώρησε λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο αποκάλεσε τη ΜΚ12 επαναλαμβάνοντας πως το σημαντικό για εκείνην ήταν ότι την απείλησε και αυτό είναι που ανέφερε στην κατάθεση της.  Ομοίως ερωτήθηκε γιατί δεν αναφέρθηκε στην κατάθεση της στην επικοινωνία της με τον ΣΠΑΒΟ ή ακόμα και στη συνομιλία που είχε με κάποιο φίλο της αστυνομικό ως προς το τι μπορούσε να κάνει.  Εξήγησε ξανά η ΜΚ9, με σταθερότητα και πειστικότητα, ότι πολλά είχαν συμβεί κατά τον επίμαχο ενάμισι μήνα και στην κατάθεση της ανέφερε μόνο εκείνα για τα οποία ερωτήθηκε, όχι όμως όλα όσα είχαν συμβεί.  Το ουσιαστικό γεγονός, άλλωστε, ήτοι η αλλαγή της στάσης και συμπεριφοράς της ΜΚ12 (και είναι αυτή η αλλαγή, υπενθυμίζουμε, που ώθησε τη ΜΚ9 να επικοινωνήσει με τον ΣΠΑΒΟ), έτυχε μνείας σε διάφορα σημεία της κατάθεσης της.  Εν τέλει κρίνουμε πως το γεγονός ότι η ΜΚ9 αναφέρθηκε στα πλαίσια της προφορικής της μαρτυρίας σε περισσότερα γεγονότα από αυτά στα οποία αναφέρθηκε στην κατάθεση της, ή το γεγονός ότι ανέφερε περαιτέρω λεπτομέρειες προφορικά για γεγονότα που αναφέρθηκαν και στην κατάθεσή της, ουδόλως πλήττει την αξιοπιστία της, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψιν και το γεγονός πως οι όποιες περαιτέρω λεπτομέρειες ούτε αλλοιώνουν ούτε αντιφάσκουν οποιουδήποτε θέματος στο οποίο αναφέρθηκε στην κατάθεση της. 

 

Η ΜΚ9 αντεξετάστηκε επίσης σε σχέση με τα όσα συνέβηκαν στις 15.12.21.  Η επί τω προκειμένω μαρτυρία της δεν κλονίστηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο, συνάδει δε με τα όσα οι ΜΚ6 και ΜΚ12 ανέφεραν.  Δεν διαφεύγει την προσοχή μας πως η ΜΚ6, αν και σαφώς αναφέρθηκε και αυτή στο τηλεφώνημα προς τη ΜΚ9 όταν βρισκόταν μαζί με τη ΜΚ12 στο αυτοκίνητο, δεν είπε στα πλαίσια της δικής της μαρτυρίας ότι μίλησε στη μητέρα της με συνθηματικό τρόπο.  Τούτο δεν πλήττει, κατά την κρίση μας, είτε την αξιοπιστία της ΜΚ6 είτε την αξιοπιστία της ΜΚ9.  Αν μη τι άλλο την ενδυναμώνει, δείχνοντας έλλειψη προσυνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 612, 629).  Εξάλλου, η ΜΚ9 εξήγησε πως η ίδια είναι που εξέλαβε τη φράση της ΜΚ6 («μάμμα, εν να έρτεις να μας δώσεις εκείνα τα φυλλάδια που μας υποσχέθηκες για το σχολείο;») ως σύνθημα (χωρίς να ρωτήσει, όπως εξήγησε, τη ΜΚ6 γιατί της μιλά συνθηματικά αφού άλλη ήταν η έγνοια της εκείνη την ώρα, το να μάθει τι είχε συμβεί), αφετέρου και η ΜΚ12 ανέφερε πως ζήτησε από τη ΜΚ6 να βρει κάποιο τρόπο να επικοινωνήσει με τη μητέρα τους επειδή είχε την εντύπωση ότι παρακολουθούσε (ο Κατηγορούμενος) και τα τηλέφωνα της οικογένειας της. 

 

Δεν παραβλέπουμε ούτε το γεγονός πως ο ΜΚ8 δεν αναφέρθηκε στη δική του μαρτυρία στη μετάβαση του στην οικία της μητέρας του στις 25.11.21.  Ο ΜΚ8 δεν ερωτήθηκε για το θέμα τούτο, είτε κατά την κυρίως εξέταση του, είτε κατά την αντεξέταση του.  Το γεγονός ότι ο ΜΚ8 δεν αναφέρθηκε στο γεγονός αυτό δεν κλονίζει βεβαίως την αξιοπιστία της ΜΚ9, η μαρτυρία της οποίας, ως προς αυτή τη πτυχή, δεν έτυχε ούτως ή άλλως αμφισβήτησης.  Είναι πιθανόν ότι, λόγω του ότι τίποτα το ιδιαίτερο δεν συνέβη στις 25.11.21 (όπως είπε η ΜΚ9, ο ΜΚ8 της είπε ότι πήγε στο σπίτι όπου τα πράγματα ήταν ήρεμα και η ΜΚ12 του είπε πως δεν χρειαζόταν να μείνει), ο ΜΚ8 είτε να ξέχασε το περιστατικό, είτε να μη θεώρησε ότι έπρεπε να το αναφέρει στην κατάθεση του.  Ερωτήθηκε επίσης η ΜΚ9 γιατί δέχτηκε να επιστρέψει η κόρη της στον Κατηγορούμενο στις 23.11.21, ενώ είχε υποψίες ότι επρόκειτο περί κακοποιητικής σχέσης.  Η ΜΚ9, χωρίς κανένα δισταγμό, απάντησε πως δεν επέβαλλε στη ΜΚ12 τι να κάνει και τι να μην κάνει.  Την είχε συμβουλεύσει, είπε, να ηρεμήσει και να συζητήσουν ξανά, αλλά, όταν την πήρε τηλέφωνο την επομένη (όταν, σύμφωνα με την κατάθεση της, ο αδερφός της, ΜΚ5, την πληροφόρησε για τα όσα έμαθε), η ΜΚ12 είχε ήδη επιστρέψει στο σπίτι του Κατηγορούμενου.  Σημειώνουμε τέλος πως φαίνεται να υπάρχει μια ανακολουθία ως προς την ώρα που έλαβε χώραν το τηλεφώνημα στις 4.12.21 μεταξύ της μαρτυρίας της ΜΚ9 και της μαρτυρίας του ΜΚ5, αφού ο τελευταίος ανέφερε πως το τηλεφώνημα «πρέπει να συνέβη μεταξύ 6:30 με 7:00 το απόγευμα», ενώ η ΜΚ9 ανέφερε πως ο ΜΚ5 την ενημέρωσε για το τηλεφώνημα που έλαβε «περί ώρα 16:00» και ακολούθησε το δικό της τηλεφώνημα προς τη ΜΚ12.  Θεωρούμε την πιο πάνω διάσταση καθόλα επουσιώδη και προφανώς κάποιος εκ των δύο έσφαλε ως προς την ακριβή ώρα των τηλεφωνημάτων για την οποία, ούτως ή άλλως, ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος, φάνηκε απόλυτα βέβαιος («περί ώρα …», «πρέπει να συνέβη»), χωρίς τούτο να πλήττει την αξιοπιστία των σαφών και αταλάντευτων θέσεων τους ως προς τα όσα ειπώθηκαν στα αντίστοιχα τηλεφωνήματα. 

 

Κρίνουμε τη ΜΚ9 αξιόπιστη μάρτυρα.  Όπως προαναφέραμε, η μαρτυρία της ουδόλως κλονίστηκε μέσω της αντεξέτασης της, κατά την οποία, σημειώνουμε, δεν αμφισβητήθηκαν ευθέως πολλές πτυχές της μαρτυρίας της, όπως τα όσα ανέφερε πως συνέβηκαν στις 23.11.21 (σε σχέση με τις 23.11.21 ερωτήθηκε μόνο γιατί δέχτηκε να επιστρέψει η ΜΚ12 στον Κατηγορούμενο), 24.11.21, 25.11.21, 26.11.21, 28.11.21, 29.11.21, 4.12.21 (για το τηλεφώνημα της 4.12.21 ερωτήθηκε μόνο γιατί δεν ανέφερε στην κατάθεση της ότι συνομίλησε και με φίλο του Κατηγορούμενου), 6.12.21 και 12.12.21.  Τονίζουμε δε ότι τα όσα ανέφερε η ΜΚ9 για το τηλεφώνημα με την κόρη της στις 24.11.21 επιβεβαιώνονται από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο ο οποίος στη δική του μαρτυρία, αν και δεν αναφέρθηκε σε συγκεκριμένη ημερομηνία, ανέφερε πως η ΜΚ12 μετά από τηλεφωνική συνομιλία με τη μητέρα της, του είπε ψέματα πως κάποιος ξάδερφος της είχε διαγνωστεί με καρκίνο και έφυγε για να πάει στο πατρικό της όπου και διανυκτέρευσε, ενώ η θέση της ότι στις 25.11.21 της τηλεφώνησε η κόρη της και της είπε πως ο Κατηγορούμενος βρισκόταν έξω από το σπίτι τους, της χτυπούσε τηλέφωνα και την πόρτα λέγοντας πως ήθελε να της μιλήσει, υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του μηνύματος που ο Κατηγορούμενος απέστειλε στη ΜΚ12 στις 22:15 εκείνης της ημέρας («Σε παρακαλώ άνοιξε μου ένα λεπτό», βλ. Τεκμήριο 51, σελ. 6). 

 

Εν τέλει, η μαρτυρία της ΜΚ9 γίνεται αποδεκτή.

 

Οι ΜΚ13 και ΜΚ14 είναι ιατροί.  Ο μεν ΜΚ13 έχει την ειδικότητα του ορθοπεδικού, ο δε ΜΚ14 είναι ειδικός ορθοπεδικός χειρουργός – τραυματιολόγος.  Το γεγονός ότι οι μάρτυρες είναι ιατροί και ότι κατέχουν τις πιο πάνω ειδικότητες όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, αλλά αντιθέτως έγινε παραδεκτό.  Έχοντας υπόψη την εκπαίδευση και ειδικότητες των μαρτύρων, καθώς και τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (Evangelou v. Ambizas (1982) 1 C.L.R. 41, 57), κατάληξη μας είναι πως οι ΜΚ13 και ΜΚ14 είναι εμπειρογνώμονες, και συνεπώς, κατ΄ εξαίρεση προς τον γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, δικαιωματικά εξέφρασαν γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας τους (Νικολάου ν. Σταύρου (1992) 1 Α.Α.Δ. 746, 750) και η μαρτυρία τους, στον βαθμό που αφορούσε θέματα που άπτονται της εμπειρογνωμοσύνης τους, θα προσεγγιστεί στη βάση των καλά γνωστών νομολογιακών αρχών αξιολόγησης τέτοιων μαρτύρων (Philippou v. Odysseos (1989) 1 Α.Α.Δ. 1). 

 

Ο ΜΚ13 εξέτασε, όπως προαναφέρθηκε, την παραπονούμενη στο Γ.Ν. Λευκωσίας, μετά την παραπομπή της για ιατρική εξέταση από την Αστυνομία στις 15.12.21 και μετά την εξέταση ετοίμασε το Ιατρικό Πιστοποιητικό Τεκμήριο 47.  Το γεγονός ότι ο ιατρός εξετάζοντας την παραπονούμενη διαπίστωσε τις κακώσεις που αναφέρονται στο Τεκμήριο 47 (αιματώματα, δηλαδή μώλωπες, και εκδορές, δηλαδή αμυχές - γρατσουνιές) δεν αμφισβητήθηκε καθόλου κατά την αντεξέταση του και οι διαπιστώσεις του ΜΚ13 καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου.  Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι πράγματι η ΜΚ12 ανέφερε στον ιατρό πως οι κακώσεις ήταν αποτέλεσμα ξυλοδαρμού και ότι αισθανόταν πόνο (άλγος) ημιθωρακίου, αριστερά δακτύλου άκρας χειρός και στο κεφάλι (κεφαλαλγία) και αποδεχόμαστε πως έτσι πράγματι είναι που του είπε η παραπονούμενη κατά την εξέταση.  Όπως δέχθηκε, βεβαίως, ο μάρτυρας, οι αναφορές αυτές (τις οποίες κατέγραψε στο Τεκμήριο 47) προέρχονταν από την παραπονούμενη με τον ίδιο να μην είναι σε θέση να γνωρίζει πώς προέκυψαν τα τραύματα ή εάν η παραπονούμενη πράγματι αισθανόταν πόνο. 

 

Ο μάρτυρας εντίμως δέχθηκε πως δεν θυμόταν αν το πρόσωπο που εξέτασε είναι το πρόσωπο που απεικονίζεται στις φωτογραφίες Τεκμήριο 28 και γι’ αυτό τον λόγο δεν θα μπορούσαμε να στηριχθούμε αποκλειστικά στη δική του μαρτυρία για να καταλήξουμε πως οι εν λόγω φωτογραφίες λήφθηκαν πράγματι στις 15.12.21 και απεικονίζουν την παραπονούμενη.  Τούτο κρίνεται με αναφορά στην άμεση μαρτυρία των ΜΚ12 και ΜΚ7.  Δεχόμαστε όμως πως οι τραυματισμοί που κατέγραψε στο Τεκμήριο 47 συνάδουν με τους τραυματισμούς που φαίνονται στις φωτογραφίες Τεκμήριο 28, ως η πειστική και μη κλονισθείσα θέση του μάρτυρα (δηλαδή στις φωτογραφίες 3 και 4 φαίνεται αιμάτωμα κνήμης, στις φωτογραφίες 8, 9, 10, 13, 14 και 15 φαίνεται αιμάτωμα στην οσφυική μοίρα της σπονδυλικής στήλης και στις φωτογραφίες 1, 2 και 12 φαίνονται εκδορές δεξιάς άκρας χειρός). 

 

Σημειώνουμε εδώ πως ο μάρτυρας δέχθηκε κατά την αντεξέταση του πως αν υπήρχε άλλο τραύμα στο σώμα της παραπονούμενης θα το κατέγραφε και αφήνεται με αυτό τον τρόπο να νοηθεί από τη μαρτυρία του πως δεν εντόπισε το τραύμα στο χέρι της παραπονούμενης (αφού αυτό είναι το τραύμα που είναι εμφανές από τις φωτογραφίες Τεκμήριο 28 αλλά απουσιάζει από το Τεκμήριο 47) επειδή αν το είχε εντοπίσει θα το κατέγραφε.  Δεν έχουμε καμία αμφιβολία, ότι επ’ αυτού του σημείου, ο μάρτυρας έσφαλε καλόπιστα.  Το γεγονός ότι η ΜΚ12 υπέστη τον τραυματισμό στον οποίο αναφέρθηκε τόσο η ίδια όσο και ο ΜΚ14 δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση (η οποία αμφισβητεί μόνο τον τρόπο πρόκλησης και τη σοβαρότητα του τραυματισμού).  Ο δε ΜΚ14 επιβεβαίωσε μέσα από τη δική του μαρτυρία ότι το τραύμα, στις 13.12.21, δύο δηλαδή ημέρες πριν την εξέταση στην οποία προέβη ο ΜΚ13, είχε παρουσιάσει μερική διάσπαση.  Η θέση του ΜΚ14, σε συνδυασμό με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ7 ότι αυτός είναι που τράβηξε τις φωτογραφίες Τεκμήριο 28 στις 15.12.21 δεν αφήνει καμία αμφιβολία ως προς το ότι το τραύμα στο χέρι υπήρχε κατά την εν λόγω ημερομηνία.

 

Κατά τα λοιπά υποβλήθηκαν στον μάρτυρα ερωτήσεις που σχετίζονται με το ποια θα ήταν τα αποτελέσματα στο σώμα και ειδικότερα στο αντιβράχιο, αν ριφθεί από απόσταση 6 μέτρων αντικείμενο βάρους 500 – 600 γρ. Ο μάρτυρας απάντησε πως σε τέτοια περίπτωση το κόκκαλο μπορεί να ραγίσει μπορεί και όχι, το κατά πόσον δε θα προκληθούν μώλωπες εξαρτάται από τη δύναμη που θα ασκηθεί στο χέρι.  Ερωτήθηκε επίσης αν το αιμάτωμα κνήμης θα μπορούσε να προκληθεί αν κάποιος σκοντάψει πάνω σε ένα έπιπλο και απάντησε καταφατικά.  Δεχόμαστε πως ο μάρτυρας ειλικρινώς είναι που εξέφρασε τη γνώμη του στις πιο πάνω θεωρητικές ερωτήσεις, υπενθυμίζοντας παράλληλα πως ούτως ή άλλως ο ΜΚ13 εξαρχής ανέφερε πως ο ίδιος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τον τρόπο πρόκλησης των τραυμάτων της παραπονούμενης. 

 

Ο ΜΚ14 εξέτασε την παραπονούμενη για πρώτη φορά στις 28.11.21 για περίθαλψη τραύματος στο δεξί αντιβράχιο, και ετοίμασε, στις 17.12.21, την Ιατρική Βεβαίωση Τεκμήριο 48.  Στην προφορική του μαρτυρία εξήγησε με απλό και κατανοητό τρόπο τις αναφορές του στο Τεκμήριο 48.  Αναγνώρισε επιπλέον στις φωτογραφίες 5, 6 και 7 του Τεκμηρίου 28 τραύμα στο αντιβράχιο, ενώ, όσον αφορά τις φωτογραφίες Τεκμήριο 42, ανέφερε πως σε αυτές απεικονίζεται τραύμα σε άκρο, χωρίς όμως να μπορεί να επιβεβαιώσει την περιοχή του τραύματος. 

 

Κατά την αντεξέταση του δεν αμφισβητήθηκε ότι όταν τον επισκέφθηκε η παραπονούμενη, αυτή έφερε το τραύμα που περιγράφεται στο Τεκμήριο 48, ούτε η περίθαλψη την οποία της παρείχε, μεταξύ άλλων, αρχικώς η συρραφή στις 28.11.21 και η αφαίρεση των ραμμάτων στις 10.12.21, ούτε και αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι στις 13.12.21 η παραπονούμενη παρουσίασε μερική διάσπαση τραύματος την οποία και πάλι ο ΜΚ14 περιέθαλψε.  Με αυτό το δεδομένο, οι πιο πάνω θέσεις του μάρτυρα, γίνονται αποδεκτές και ανάγονται σε δικά μας ευρήματα.  Σημειώνουμε επίσης πως με καθαρότητα είναι που εξήγησε κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας, ότι αναφερόμενος σε «μη εντοπισμό άλλων κακώσεων» στο Τεκμήριο 48, αναφερόταν στο ανοιχτό τραύμα και σε μη εντοπισμό κακώσεων στα εν τω βάθη ευγενή στοιχεία, αγγεία, νεύρα, τένοντες και στο οστό, ξεκαθαρίζοντας συνάμα πως δεν θυμόταν αν στο τραύμα υπήρχαν μώλωπες ή άλλες κακώσεις τριγύρω στο τραύμα που δεν αποκλείει να υπήρχαν.  Επί του τελευταίου δε, επισήμανε πως στις φωτογραφίες Τεκμήρια 28 και 42 (στις οποίες δεν φαίνονται μώλωπες) απεικονιζόταν τραύμα που προκλήθηκε μέρες προηγουμένως, αφού οι ραφές είχαν ήδη αφαιρεθεί, και ο οργανισμός μπορεί να απορρόφησε το όποιο αιμάτωμα υπήρχε στο σημείο.  Στη βάση λοιπόν της μαρτυρίας του ΜΚ14, δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ως προς το κατά πόσον υπήρχαν ή όχι μώλωπες ή άλλες κακώσεις στο χέρι της ΜΚ12 στην περιοχή του τραύματος.

 

Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ14 ερωτήθηκε αν την «περίοδο Covid» (στην οποία ενέπιπτε, νομίζει, ο Νοέμβριος του 2021) μπορούσε να μπαίνει και να βγαίνει οποιοσδήποτε μέσα στο Νοσοκομείο.  Ο μάρτυρας με ειλικρίνεια ανέφερε πως τα πράγματα ήταν αυστηρά, πλην όμως γενικά στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών «βλέπουμε έτσι σε στιγμές οι οποίες έχει πολύ κόσμο, να γίνονται και μερικές παρανομίες».  Αποδεχόμαστε τη θέση του μάρτυρα, η οποία δεν αντικρούστηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ότι κατά την περίοδο Νοεμβρίου του 2021 υπήρχαν μεν αυστηρά μέτρα ως προς το ποιος μπορούσε να μπει στο Απολλώνειο Νοσοκομείο, πλην όμως ειδικά στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών, λόγω της φύσης του και της πολυκοσμίας, γίνονταν μερικές φορές «παρανομίες». 

 

Υποβλήθηκαν επιπλέον ερωτήσεις στον μάρτυρα που σχετίζοντο με τον τρόπο πρόκλησης του τραύματος και αυτός εξήγησε πως το τραύμα μπορεί να είναι θλαστικό ή να προκλήθηκε από τέμνον όργανο.  Χωρίς να αμφισβητούμε καθόλου πως το τραύμα θα μπορούσε να προκληθεί ως ανωτέρω, σημειώνουμε εδώ πως στην αντεξέταση, τουλάχιστο, του ΜΚ14, δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση πως το τραύμα θα μπορούσε να προκληθεί από τέμνον όργανο (γυαλί)[4], όπως άλλωστε σημείωσε ο ΜΚ14 ότι του ανέφερε κατά τον ουσιώδη χρόνο η ΜΚ12 (βλ. Τεκμήριο 48).  Είναι σημαντικό δε να τονιστεί πως ο ΜΚ14 θεωρεί ότι αν έσπαζε στο αντιβράχιο μπουκάλι κρασιού που ρίφθηκε από απόσταση 6 μέτρων και έσπασε στο χέρι, σίγουρα θα μπορούσε να προκαλέσει τους τραυματισμούς που φαίνονται στα Τεκμήρια 28 (φωτογραφίες 5, 6 και 7) και 42.  Το ίδιο και αν η ΜΚ12 έπεφτε πάνω σε σπασμένα γυαλιά.  Συνεπώς στη βάση της μαρτυρίας του ΜΚ14 δεν θα μπορούσε ούτε να προκριθεί ούτε να απορριφθεί η εκδοχή είτε της παραπονούμενης είτε του Κατηγορούμενου ως προς τον τρόπο πρόκλησης του τραύματος.  Σημειώνουμε και το εξής∙ ο ΜΚ14 ήταν κάθετος επί τω ότι αν χτυπήσει πάνω στο χέρι ένα άδειο μπουκάλι κρασί που ζυγίζει 500 – 700 γρ. θα μπορούσε να προκαλέσει περισσότερες βλάβες, όχι όμως κάταγμα στο οστό, καθότι για να τραυματιστεί το οστό χρειάζεται περισσότερη βία.  Η τελευταία θέση του μάρτυρα ταυτίζεται εν μέρει μόνο με τη θέση του ΜΚ13 ο οποίος ανέφερε πως θεωρεί ότι θα μπορούσε να ραγίσει το κόκκαλο (το ίδιο θεωρεί και ο ΜΥ4 ο οποίος είπε ότι το αν θα σπάσει το κόκκαλο εξαρτάται από τον κάθε άνθρωπο και τα οστά του και ότι υπάρχει πιθανότητα να ραγίσει ή να σπάσει το οστό και υπάρχει πιθανότητα να μην γίνει κάτι τέτοιο).  Το ουσιώδες όμως εδώ είναι πως όλοι οι ιατροί (συμπεριλαμβανομένου του ΜΥ4) συμφωνούν επί τω ότι η ρίψη άδειου μπουκαλιού βάρους 500 – 700 γρ. από απόσπαση 6 μέτρων δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη σε κάταγμα του οστού. 

 

Ο ΜΚ14 εξέφρασε περαιτέρω την άποψη ότι η μερική διάσπαση τραύματος (με την οποία παρουσιάστηκε η παραπονούμενη στις 13.12.21) θα μπορούσε να γίνει και από κτύπημα με κάποιο ξύλο όπως σκουπόξυλο.  Δέχθηκε όμως κατά την αντεξέταση του ότι διάσπαση ενός φρέσκου τραύματος (και όπως εξήγησε θεωρείται «φρέσκο» το τραύμα τρεις ημέρες μετά την αφαίρεση των ραφών) μπορεί να επέλθει με διάφορους τρόπους, ακόμα και με μικρή ενέργεια.  Η γνώμη του μάρτυρα δεν μπορεί μεν να οδηγήσει σε κάποιο εύρημα ως προς τον τρόπο πρόκλησης της μερικής διάσπασης του τραύματος, λαμβάνεται όμως υπόψιν κατά την αποτίμηση της υπόλοιπης μαρτυρίας. 

 

Οι ΜΥ1 και ΜΥ2 είναι η μητέρα και η νυν αρραβωνιαστικιά του Κατηγορούμενου, αντίστοιχα.

 

Ξεκινώντας από τη ΜΥ1, σημειώνουμε πως μέρος της μαρτυρίας της δεν απέχει από ούτε και συγκρούεται με τη μαρτυρία της παραπονούμενης.  Είπε συγκεκριμένα πως κάλεσε τον γιο της και την παραπονούμενη για φαγητό και αυτή ήταν η πρώτη φορά που γνώρισε τη ΜΚ12, ότι μιλούσε με τη ΜΚ12 στο τηλέφωνο όταν επικοινωνούσε με τον γιο της τηλεφωνικώς τα βράδια και ότι έβλεπε καθημερινά τη ΜΚ12 όταν η τελευταία πήγαινε στην αποθήκη με τον γιο της ενόσω βρισκόταν με άδεια ασθενείας που της χορηγήθηκε λόγω του τραυματισμού στο χέρι της, οπότε και η ΜΚ12 εκδήλωνε θετικά συναισθήματα απέναντι στον Κατηγορούμενο.  Τα πιο πάνω, συνάδουν εν πολλοίς με τη μαρτυρία της ΜΚ12 η οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως ενόσω ευρισκόταν με άδεια ασθενείας μετέβαινε με τον Κατηγορούμενο στα στρατόπεδα για παραδόσεις φαγητών και ότι εκείνες τις ημέρες η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου απέναντι της ήταν πολύ καλή, έχοντας πει σε άλλο σημείο πως τις ημέρες που ο Κατηγορούμενος δεν ήταν κακοποιητικός απέναντι της χαλάρωνε και η ίδια και περνούσε καλά.  Επιπλέον, η θέση της ΜΥ1 ότι η ΜΚ12 αποκαλούσε τον Κατηγορούμενο στην παρουσία της «αγάπη μου» συνάδει με το περιεχόμενο των μηνυμάτων που η ΜΚ12 απέστελλε στον Κατηγορούμενο στα οποία επίσης τον αποκαλούσε «αγάπη μου» (βλ. Τεκμήρια 51 και 52).  Τέλος, με τη μαρτυρία της παραπονούμενης συνάδει και η θέση της ότι όταν τη ρώτησε πώς τραυματίστηκε το χέρι της, αυτή δεν της ανέφερε πως την τραυμάτισε ο Κατηγορούμενος αλλά ότι τραυματίστηκε ένεκα δικής της απροσεξίας.  Αναφέρθηκε επιπλέον η ΜΥ1 στην πολύ καλή σχέση του Κατηγορούμενου με τα παιδιά του και στην αγάπη και στοργή που ο τελευταίος θρέφει γι’ αυτά.  Το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει για την αλήθεια και αυτού του μέρους της μαρτυρίας της. 

 

Κατά τα λοιπά, όμως, και όσον αφορά ένα ουσιώδες σκέλος της μαρτυρίας της, ήτοι τις μεταφορές των λεχθέντων των παιδιών του Κατηγορούμενου για τα επίδικα γεγονότα, η μαρτυρία της δεν ήταν, κρίνουμε, εξίσου ειλικρινής ή αμερόληπτη.  Κατ’ αρχάς κατά την αντεξέταση της ανέφερε απερίφραστα πως «… αποκλείω να έκαμε ο Θ.Κ. αυτά τα πράγματα, αποκλείεται και δη μπροστά στα παιδιά του, για το όνομα του Θεού, βάλλω το χέρι μου στο Ευαγγέλιο εάν μπροστά στα παιδιά του … έκαμε αυτά τα πράγματα.».  Αυτή η τοποθέτηση της και μόνο καθιστά τις θέσεις της εξ αντικειμένου τρωτές, αφού συνηγορεί υπέρ του ότι τα λεγόμενα της βασίστηκαν σε δικά της συμπεράσματα παρά σε γεγονότα (δέχτηκε, σημειώνουμε, πως δεν πήγε στο σπίτι του γιου της την περίοδο που τα επίδικα γεγονότα έλαβαν χώραν και ότι δεν γνώριζε τι γινόταν μεταξύ του Κατηγορούμενου και της ΜΚ12).  Πέραν τούτου, ενώ ανέφερε πως δεν συζήτησε με μέλος της οικογένειας της για την υπόθεση και ότι η μοναδική γνώση της περί των όσων καταλογίζονται στον γιο της προέρχεται από το κατηγορητήριο το οποίο διάβασε και ότι είναι από τα όσα γράφει το κατηγορητήριο που γνωρίζει πως η καταγγελία αφορά περιστατικά που φέρεται να έγιναν στην παρουσία των παιδιών, εντούτοις η θέση της διαψεύδεται από το ίδιο το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου, στο οποίο δεν αναφέρεται είτε πως τα περιστατικά των κατηγοριών έλαβαν χώραν στην παρουσία των παιδιών είτε οι ημέρες (δηλαδή Σάββατο, Κυριακή) στις οποίες τα περιστατικά έγιναν.  Είναι εμφανές, κατά την κρίση μας, πως η ΜΥ1 γνώριζε από τον Κατηγορούμενο αυτό το σκέλος της εκδοχής της παραπονούμενης και προσήλθε στο Δικαστήριο ακριβώς με σκοπό να το αντικρούσει. 

 

Επί της ουσίας τώρα, και στον βαθμό τώρα που η μάρτυρας μετέφερε στο Δικαστήριο τα λόγια των παιδιών του Κατηγορούμενου (ότι δηλαδή δεν είδαν τίποτα και ότι περνούν μια χαρά) και είτε τα μετέφερε με ακρίβεια είτε όχι (και διατηρούμε σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσον έγιναν οι εν λόγω δηλώσεις λαμβάνοντας υπόψιν τις εγγενείς αδυναμίες της μαρτυρίας που πιο πάνω αναφέρθηκαν και τα όσα ακολουθούν), το βέβαιο είναι πως δεν αισθανόμαστε ότι μπορούμε με ασφάλεια να βασιστούμε στην εν λόγω εξ ακοής μαρτυρία.  Κατ’ αρχάς, η Υπεράσπιση δεν κάλεσε τα παιδιά για να δώσουν τα ίδια μαρτυρία στο Δικαστήριο, γεγονός που συνεπάγεται και αποτυχία της να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία (άρθρο 27(3) και άρθρο 27(2)(α) του Κεφ. 9).  Επιπλέον, οι δηλώσεις των παιδιών ήταν προφορικές, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην είναι σε θέση να διαπιστώσει το κατά πόσον η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι (άρθρο 27(2)(ε) του Κεφ. 9).  Πέραν τούτου, τα παιδιά του Κατηγορούμενου, ως εκ της ιδιότητας τους ως τέκνα του και μόνο, αλλά και ένεκα της αγάπης που τρέφουν για τον πατέρα τους (στην οποία αναφέρθηκαν τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και οι ΜΥ1 και ΜΥ2), είχαν κάθε λόγο να μην αποκαλύψουν κάτι που θα τον εξέθετε (άρθρο 27(2)(δ) του Κεφ. 9).  Περαιτέρω, είτε αληθεύει η εκδοχή της παραπονούμενης, είτε αληθεύει η εκδοχή του Κατηγορούμενου, η απάντηση των παιδιών ότι «περνούν μια χαρά» (η ΜΥ1 τα ρώτησε σύμφωνα με τα λεγόμενα της κατά πόσον τσακώθηκε ο παπάς τους με τη Ν.Α.) δεν συνάδει με οποιαδήποτε εκ των δύο εκδοχών, αφού η μεν ΜΚ12 περιέγραψε διάφορα περιστατικά βίας που έλαβαν χώραν στην παρουσία των παιδιών, ο δε Κατηγορούμενος αναφέρθηκε σε καυγά στην παρουσία των παιδιών στις 11.12.21 κατά την οποία ο μικρός του γιος άνοιξε την πόρτα και ζήτησε από τη ΜΚ12 να αποχωρήσει από το σπίτι του πατέρα του και τότε η ΜΚ12 άρχισε να χτυπά πράγματα πάνω της (ό,τι έβρισκε πάνω στους πάγκους της κουζίνας και πάνω στο island), να φωνάζει και να «τσιριλλά» ότι δεν θέλει να φύγει, προσθέτοντας (ο Κατηγορούμενος) ότι τα μωρά εκπλαγήκαν, ότι ήταν κάτι πρωτόγνωρο για εκείνα και ότι εκείνος αμέσως έπιασε τα παιδιά και βγήκαν έξω από το σπίτι.  Με άλλα λόγια ακόμα και αν γινόταν αποδεκτή η θέση του Κατηγορούμενου, αν τα παιδιά είχαν ζήσει ένα τέτοιο έντονο περιστατικό όπως εκείνος το περιέγραψε, σίγουρα δεν θα χαρακτήριζαν τη συμβίωση του Κατηγορούμενου με την παραπονούμενη ως «μια χαρά» ούτε θα απαντούσαν αρνητικά στην ερώτηση εάν τσακώθηκε ο πατέρας τους με τη ΜΚ12.  Με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο δεν είναι διατεθειμένο να αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην πιο πάνω εξ ακοής μαρτυρία.

 

Ομοίως δεν μπορούμε, κρίνουμε, να βασιστούμε ούτε στη θέση της πως η ίδια θα καταλάβαινε αν τα μωρά «είχαν κάτι πειραχτεί», επειδή δεν θα ήθελαν να πηγαίνουν στον πατέρα τους.  Η σχέση πατέρα – γιου είναι αυτονόητα πολύ δυνατή, ιδιαίτερα στην προκειμένη περίπτωση που ένεκα του χωρισμού των γονέων, τα παιδιά – αγόρια στην προκειμένη περίπτωση - στερούνται την καθημερινή του παρουσία.  Και είναι αδύνατο να καταλήξουμε, ότι τίποτα δεν έγινε στην παρουσία τους, μόνο και μόνο επειδή επιθυμούν τη διατήρηση της σχέσης τους με τον πατέρα τους. 

 

Άλλο σημείο της μαρτυρίας της το οποίο στερείται πειστικότητας, είναι και το εξής:  Ερωτήθηκε αν ο γιος της έβλεπε σοβαρά τη σχέση του με τη ΜΚ12 και απάντησε «Πιστεύω όχι».  Ερωτηθείσα γιατί, ανέφερε πως αν και δεν της είπε ποτέ ο Κατηγορούμενος ότι δεν περνά καλά με τη ΜΚ12, και αν και ποτέ δεν της είπε ότι δεν βλέπει την επίμαχη σχέση σοβαρά, η ίδια κατάλαβε πως ο Κατηγορούμενος δεν ήταν ενθουσιασμένος και πως κάτι τον βασάνιζε.  Ερωτηθείσα κατά την αντεξέταση της τι ήταν αυτό που τον βασάνιζε σε σχέση με τη ΜΚ12, η μάρτυρας απάντησε πως αυτό που τον βασάνιζε δεν είχε σχέση με τη ΜΚ12 αλλά ότι είχε πολλά προβλήματα με τη δουλειά του.  Συνεπώς, η εκφρασθείσα από μέρους της πεποίθηση πως ο Κατηγορούμενος δεν έβλεπε σοβαρά την επίμαχη σχέση, δεν είχε εν προκειμένω απτή βάση, αλλά εντάσσεται και αυτή στην προσπάθεια της να στηρίξει την εκδοχή του γιου της. 

 

Όσον τώρα αφορά στη ΜΥ2, η εντύπωση που μας άφησε δεν ήταν η καλύτερη.  Αν και δεχόμαστε πως ο Κατηγορούμενος δεν είναι βίαιος απέναντι της, η ΜΥ2 δεν έχει καμία σχέση με τα επίδικα γεγονότα ούτε γνώριζε τον Κατηγορούμενο κατά τον ουσιώδη χρόνο.  Αυτό και μόνο καθιστά τη μαρτυρία της πολύ περιορισμένης αξίας.  Πέραν τούτου, διαπιστώνεται πως η μάρτυρας, παρότι παντελώς ξένη προς τα γεγονότα, δεν προσήλθε με ανεξάρτητη διάθεση, αλλά έχοντας διαμορφώσει την πεποίθηση, και μάλιστα από τη δεύτερη φορά που βγήκε ραντεβού με τον Κατηγορούμενο «ξέροντας τον χαρακτήρα του», πως η καταγγελία δεν ευσταθεί.  Συγκεκριμένα, ερωτηθείσα αν συζήτησε με τον Κατηγορούμενο για την υπόθεση, απάντησε ότι τη δεύτερη φορά που βγήκαν έξω τής είπε ότι υπάρχει αυτή η καταγγελία εναντίον του και ότι θα έδειχνε κατανόηση αν ένεκα τούτης δεν θα ήθελε να συνεχίσει να του μιλά, αλλά η ίδια «ξέροντας τον χαρακτήρα του και τον Θ.Κ. ήξερα ότι δεν ευσταθεί καμιά κατηγορία, οπόταν …».  Εντούτοις, και παρά το ότι, κατά τη θέση της, δεν πίστεψε πως η καταγγελία ευσταθεί, ανέφερε παράλληλα πως «μόλις τους γνώρισα (αναφερόμενη στα παιδιά), μετά που 2 – 3 μήνες που είχα επαφή μαζί τους, ερώτησα τους όταν ήμασταν μόνοι μας στο αυτοκίνητο» αν ποτέ τσακώθηκε ο Κατηγορούμενος με τη ΜΚ12 ή αν έστω για αστείο τη χτύπησε λίγο ή την έσπρωξε επειδή «…ήθελα να ξέρω και να μου πουν…».  Η θέση της αυτή εμφανώς δεν συνάδει με την προηγούμενη θέση που προέβαλε, αφού αν η ΜΥ2 είχε πράγματι απορρίψει και αποκλείσει το ενδεχόμενο να ευσταθούν οι κατηγορίες, δεν θα είχε κανένα λόγο να ρωτήσει κάτι τέτοιο τα παιδιά του Κατηγορούμενου.  Εν πάση περιπτώσει και όσον αφορά στη θέση της ότι τα παιδιά της απάντησαν ότι ποτέ δεν τσακώθηκε ο Κατηγορούμενος με την παραπονούμενη και ότι ποτέ δεν τη χτύπησε, και στον βαθμό που προσφέρεται η εν λόγω μαρτυρία ως εξ ακοής, ισχύουν τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και για τους ίδιους λόγους κρίνουμε πως καμία βαρύτητα δεν μπορούμε να της αποδώσουμε.  Η έτερη θέση της πως επειδή έχει και η ίδια παιδιά καταλαβαίνει πότε τα παιδιά λένε ψέματα και πότε όχι, επειδή ξέρει πότε τα δικά της παιδιά τής λένε ψέματα και φαντάζεται, όπως είπε, πως «ούλλα τα μωρά πάνω κάτω το ίδιο είναι», δεν μπορεί βεβαίως να μεταβάλει τα πράγματα, εφόσον η ΜΥ2 δεν έχει εκείνες τις ειδικές γνώσεις που θα της επέτρεπαν να εκφέρει άποψη ως προς τούτο (ακόμα και αν τούτο ήταν επιτρεπτό, εφόσον το κατά πόσο μάρτυρας ψεύδεται ή όχι αποτελεί θέμα που επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου – βλ. σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, έκδοση 2014, σελ. 603).  Δέχτηκε, άλλωστε, κατά την αντεξέταση της ότι δεν είναι ψυχολόγος και ότι δεν γνωρίζει πώς αντιδρά ένα θύμα βίας.  Η θέση συνεπώς του κ. Γιαλελή ότι «ως μητέρα δύο ανήλικων τέκνων … διαθέτει την αναγκαία εμπειρία και αντίληψη ώστε να διαγνώσει ενδεχόμενες ενδείξεις κακοποιητικής συμπεριφοράς … όσο και ως προς την ύπαρξη οποιασδήποτε γνώσης ή βίωσης των καταγγελλόμενων περιστατικών από τα ανήλικα τέκνα του», δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

 

Στη βάση όλων των ανωτέρω, και με εξαίρεση τα μέρη της μαρτυρίας της ΜΥ1 που προσδιορίστηκαν ανωτέρω, κρίνουμε πως η μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2, δεν αποτελεί ασφαλή βάση για εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων ζητημάτων.  Βέβαια η μη αποδοχή της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων υπεράσπισης οι οποίοι δεν ήταν αυτόπτες μάρτυρες των επίδικων γεγονότων και οι οποίοι προσπάθησαν να υποστηρίξουν ή να ενισχύσουν πτυχές της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, δεν προκρίνει και τη μαρτυρία του τελευταίου, ο οποίος έχει πρωτογενή γνώση των γεγονότων αυτών, η μαρτυρία του οποίου θα αξιολογηθεί πιο κάτω.

 

Ο ΜΥ3 αφενός, αναφέρθηκε στην πρώτη του γνωριμία με τη ΜΚ12 και την κακή εντύπωση που αποκόμισε για αυτήν και αφετέρου, διέψευσε τη θέση ότι μίλησε τηλεφωνικώς με τους ΜΚ5 και ΜΚ9.

 

Παραδέχθηκε ο ΜΥ3 πως είναι πολύ καλός φίλος του Κατηγορούμενου.  Η φιλία αυτή που τον δένει με τον Κατηγορούμενο, επηρέασε κρίνουμε, την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία του.  Ερωτήθηκε κατά την κυρίως εξέταση του αν είδε ποτέ τον Κατηγορούμενο να τσακώνεται με τη ΜΚ12.  Η απάντηση σε μία τέτοια ερώτηση, θα αναμένετο να είναι είτε καταφατική είτε αρνητική.  Αντ’ αυτού, ο ΜΥ3 απάντησε «Ο Θ.Κ. είναι άνθρωπος καθώς πρέπει.  Ουδέποτε στη ζωή του, δεν πιστεύω έτσι πράμα, για τ’ όνομα του Θεού.  Ξέρω τον τα τελευταία 9 χρόνια. …. Δηλαδή εν λλίον απίστευτο τούτο που λαλείτε.  Όχι.  Δεν έσιει έτσι πράμα.  Για τ’ όνομα του Θεού.  Μεγαλώνει δύο μωρά μόνος του φίλε μου.  Παίρνει τα, φέρνει τα, να φαν, να πιουν να παίξουν.  Για τ’ όνομα του Θεού».  Πέραν του ότι το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος τσακωνόταν με τη ΜΚ12 είναι παραδεκτό και από τον ίδιο, δεν θα αναμενόταν να εκφραστεί ο ΜΥ3 με τόσο απόλυτα λόγια στην ερώτηση αν είδε τον Κατηγορούμενο να τσακώνεται με τη ΜΚ12.  Είναι εμφανές κατά την κρίση μας πως στην πιο πάνω απάντηση του ο μάρτυρας αναφερόταν στη γενικότερη, ήδη διαμορφωθείσα και ακλόνητη πεποίθηση που έχει ο ίδιος για την καταγγελία. 

 

Όσον αφορά τα όσα περιέγραψε για την πρώτη του συνάντηση με τη ΜΚ12, σημειώνουμε ότι αναφέρθηκε σχετικώς σε κάποιο περιστατικό στο οποίο δεν έγινε αναφορά από τον Κατηγορούμενο, και κυρίως, το οποίο ουδέποτε τέθηκε στη ΜΚ12 για να τοποθετηθεί.  Είναι γνωστή η πάγια αρχή της νομολογίας, ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως και ότι το Δικαστήριο, στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς τον λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει τη μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων (σχετική νομολογία παρατίθεται πιο κάτω).  Στην προκειμένη περίπτωση, επιχειρήθηκε η δημιουργία μίας εικόνας για την παραπονούμενη, με την προσκόμιση μαρτυρίας για ένα περιστατικό στο οποίο δεν έγινε καμία αναφορά από τους άλλους δύο που φέρεται να εμπλέκονται σε αυτό, χωρίς να δοθεί καμία δικαιολογία ως προς την παράλειψη να τεθεί το θέμα στην παραπονούμενη για να μπορεί να τοποθετηθεί.  Με αυτό το δεδομένο, το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ3 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό.  Είναι δε στοιχείο που περαιτέρω πλήττει την αξιοπιστία του ότι παρά τα όσα προηγουμένως ανέφερε (ότι έδωσε τα κλειδιά του γραφείου του στον Κατηγορούμενο για να κάνουν «τα ωραία τους» με την παραπονούμενη), σε υποβολή ότι στις 4.12.21 η παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος ήταν μαζί του στον χώρο του γραφείου του απάντησε «ουδέποτε ανέβηκε η Ν.Α. στο γραφείο μου, ουδέποτε μπήκε μέσα στο γραφείο μου, πόσο μάλλον με τον Θ.Κ.».

 

Μη πιστευτή είναι και η θέση του ότι το μόνο που του είπε ο Κατηγορούμενος σε σχέση με την παρούσα υπόθεση είναι ότι «κινείται εναντίον του η Ν.Α.», με τον ΜΥ3 να του απαντά ότι ο ίδιος «του τα έλεγε» και ότι «τα έργα τα συγκεκριμένα είδα τα ένα εκατομμύριο φορές».  Ακόμα και αν το περιστατικό που περιέγραψε στο εστιατόριο του είχε πράγματι λάβει χώραν, θα απαιτείτο άλμα λογικής∙ είναι ένα πράγμα να έχει μία κοπέλα το «θράσος» (χρησιμοποιούμε τη λέξη που χρησιμοποίησε ο ΜΥ3) να ζητήσει να προβεί στην πράξη που ο ΜΥ3 της απέδωσε, και είναι άλλο το να «κινείται νομικά» εναντίον του Κατηγορούμενου, και μάλιστα για ένα τόσο σοβαρό θέμα όπως το αντικείμενο της παρούσας. 

 

Στη βάση των ανωτέρω, βρίσκουμε πως η μαρτυρία του ΜΥ3 δεν είναι γνήσια και δεν μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστη και στέρεη βάση για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.

 

Ο ΜΥ4 είναι ιατρός με την ειδικότητα του ιατροδικαστή και παράλληλα εργάζεται τα τελευταία 14 χρόνια σε τμήματα πρώτων βοηθειών.  Είναι παραδεκτές από την Κατηγορούσα Αρχή τόσο οι σπουδές του, όσο και η εργασιακή του εμπειρία ως αυτά καταγράφονται στο Τεκμήριο 57.  Έχοντας υπόψη τα όσα στο Τεκμήριο 57 αναφέρονται, σε συνδυασμό με τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας οι οποίες αναφέρθηκαν πιο πάνω, κατάληξη μας είναι πως και ο ΜΥ4 είναι εμπειρογνώμονας και δικαιωματικά εξέφρασε τη γνώμη του αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του

 

Ο ΜΥ4, όπως επιβεβαίωσε κατά την αντεξέτασή του, δεν συνάντησε ποτέ τη ΜΚ12, ούτε εξέτασε το τραύμα της και τα μοναδικά στοιχεία που είχε υπόψιν για να καταλήξει στα όσα εξέφρασε στο Δικαστήριο ως την άποψη του ως προς τον τρόπο πρόκλησης του τραύματος προέρχονται από τα αναφερόμενα στη βεβαίωση του ΜΚ14, Τεκμήριο 48 και τις φωτογραφίες στις οποίες απεικονίζεται το τραύμα, Τεκμήριο 28.  Ήταν η θέση του ΜΥ4 ότι το τραύμα που απεικονίζεται στις φωτογραφίες Τεκμήριο 28 δεν μπορεί να προκλήθηκε από θρυμματισμό γυαλιού και ότι το τραύμα θα μπορούσε να σχηματιστεί μόνο αν υπήρξε χτύπημα σε μία αμβλεία επιφάνεια.  Ο λόγος είναι ότι αν το γυαλί έσπαζε κατά την επαφή του με το χέρι, θα ανέμενε να υπήρχαν μικρά μικρά τραύματα από τα θραύσματα του γυαλιού πέριξ του κύριου τραύματος.  Επειδή δεν υπάρχουν τέτοια τραύματα στις φωτογραφίες Τεκμήριο 28, αποκλείει αυτό τον τρόπο πρόκλησης του τραύματος (αν και δέχεται, όπως εξήγησε, ότι αν η άδεια μπουκάλα ρίχθηκε και χτύπησε στο αντιβράχιο χωρίς να σπάσει, θα μπορούσε να προκληθεί εκείνο το τραύμα - είπε: «Μπορεί να έγινε βολή η μπουκάλα και να μην έσπασε.  Εμένα η λέξη «έσπασε» με ενοχλεί»).

 

Οι θέσεις του ΜΥ4 δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές. 

 

Κατ’ αρχάς, της μαρτυρίας του ΜΥ4 προηγήθηκε η μαρτυρία του ΜΚ14 ότι το τραύμα που είδε στο χέρι της ΜΚ12 μπορεί να προκλήθηκε από τέμνον όργανο (όπως είναι το γυαλί).  Αυτή η θέση του μάρτυρα, ο οποίος είναι, υπενθυμίζουμε, ο ιατρός που είδε και περιέθαλψε το τραύμα, ουδόλως αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του από την Υπεράσπιση.  Είπε ο ΜΚ14, μεταξύ άλλων, «Θεωρώ πλέον αν μιλούμε ότι έσπασε το μπουκάλι, ναι σίγουρα μπορεί να προκαλέσει τούτους τους τραυματισμούς …».  Η εν λόγω θέση του ΜΚ14, αναμφίβολα ήταν ουσιαστική και η Υπεράσπιση όφειλε, αν δεν την αποδεχόταν, να την αμφισβητούσε.  Εντούτοις, και παρά τη σαφή θέση που ο ΜΚ14 εξέφρασε, ουδέποτε του υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση πως η θέση του είναι λανθασμένη, ουδέποτε του υποβλήθηκε ότι θα έπρεπε να υπάρχουν και άλλα μικρά τραύματα από θραύσματα πέριξ του κυρίως τραύματος και ουδέποτε ερωτήθηκε αν υπήρχαν τέτοια μικρότερα τραύματα στο αντιβράχιο της ΜΚ12 (υπενθυμίζουμε, αφενός, πως ο ΜΚ14 εξήγησε ότι η αναφορά του στο Τεκμήριο 48 σε μη εντοπισμό άλλων κακώσεων αφορούσε τον μη εντοπισμό άλλων κακώσεων στα εν τω βάθη ευγενή στοιχεία και αφετέρου, ότι δεν απέκλεισε το να υπήρχαν και άλλες κακώσεις και ειδικότερα μώλωπες - αφού αυτό ήταν το μόνο για το οποίο ερωτήθηκε - τριγύρω από το τραύμα).  Δικαιολογία από πλευράς Υπεράσπισης για την παράλειψη αντεξέτασης του ΜΚ14 επί της πιο πάνω ουσιώδους θέσης του, δεν δόθηκε. 

 

Εξάλλου, σύμφωνα με την εκδοχή που και η Υπεράσπιση προώθησε, του τραυματισμού της ΜΚ12 προηγήθηκε σπάσιμο γυαλιού.  Με άλλα λόγια, η θέση του ΜΥ4 ότι το τραύμα προκλήθηκε από επαφή με αμβλεία επιφάνεια και όχι από επαφή με σπασμένο γυαλί δεν συνάδει είτε με την εκδοχή της παραπονούμενης, είτε με την εκδοχή του Κατηγορούμενου.  Η εκδοχή της παραπονούμενης είναι ότι ο Κατηγορούμενος της έριξε ένα άδειο μπουκάλι κρασί το οποίο έσπασε στο χέρι της και της προκάλεσε το τραύμα.  Η θέση του Κατηγορούμενου ήταν ότι ενόσω βρισκόταν στον πάνω όροφο της οικίας άκουσε κάτι να σπάει (προφορικά εξήγησε πως άκουσε γυαλιά να σπάζουν) και μετά τη ΜΚ12 να φωνάζει και να κλαίει, όταν δε κατέβηκε για να δει τι έγινε, είδε στην κουζίνα σπασμένα γυαλιά και το χέρι της παραπονούμενης να αιμορραγεί, προσθέτοντας πως η παραπονούμενη του είπε πως έσπασαν γυαλιά στον πάγκο της κουζίνας, αυτή γλίστρησε, ακούμπησε το χέρι της στον πάγκο και σκίστηκε (Τεκμήριο 50, παρ. 33).  Παρόλον που ο Κατηγορούμενος προβάλλει πως δεν ήταν παρών κατά τον τραυματισμό της ΜΚ12, σαφείς ήταν οι θέσεις της Υπεράσπισης, όπως αυτές προωθήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία.  Η θέση που υποβλήθηκε στη ΜΚ12, ήταν η εξής: 

 

«E.      Και ο ίδιος, σου υποβάλλω, ήρθε στον νεροχύτη της κουζίνας, μάζεψε τα γυαλιά του ποτηριού που είχαν σπάσει και χτύπησες και σου έβαλε την πετσέτα. 

A.        Έχω αναφερθεί ήδη στο περιστατικό.  Έγινε από μπουκάλι που μου έριξε από απόσταση. 

E.        Και σου υποβάλλω ότι αυτό ήταν και αυτό που είπες και στους δικούς σου, στην αδελφή σου, στον αδελφό σου, στη μητέρα σου.  Αυτό τους είχες πει στην αρχή.  Μετά το άλλαξες. 

A.        Συγγνώμη, μπορεί να διευκρινιστεί η ερώτηση; Ποιο αυτό και τι άλλαξα μετά;

E.        Εγώ λέω ότι είπες τους την αλήθεια στην αρχή.  Είπες τους ότι κόπηκες με το γυαλί που έπεσες στον πάγκο, που έτσι έγινε.  Τούτο είπες σε όλους, είπες την αλήθεια στην αρχή και μετά άλλαξες το.

A.        Κύριε Δικαστά, το περιστατικό είναι με το μπουκάλι που ήρθε κατά πάνω μου από απόσταση.  Οι δικαιολογίες, τα ψέματα, σε εισαγωγικά, που είπα στην οικογένεια μου και σε άλλα πρόσωπα, τα οποία με ρωτούσαν τι έπαθα, μπορεί να ήταν και η ίδια απάντηση, μπορεί να ήταν διαφορετική, δεν θυμάμαι τι απάντησα ως ψέμα πώς το έπαθα, γιατί απλά προσπαθούσα να μην πω την αλήθεια γιατί φοβόμουν για την ίδια μου τη ζωή. 

E.        Δεν είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα, εννοώντας αυτό που λέω εγώ ότι είναι η αλήθεια, που είπες και στο νοσοκομείο που σε πήρε να σε ράψει;»

 

Παρατηρείται συνεπώς, πως συνιστά στην ουσία κοινή συνισταμένη της μαρτυρίας των δύο άμεσα εμπλεκομένων (παραπονούμενης και Κατηγορούμενου) ότι του τραυματισμού προηγήθηκε σπάσιμο γυαλιού και ότι το σπασμένο γυαλί είναι που προκάλεσε το τραύμα.  Η θέση λοιπόν του ΜΥ4 ότι το τραύμα αποκλείεται να προήλθε από επαφή με σπασμένο γυαλί δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο ως προς τις πραγματικές περιστάσεις που περιβάλλουν τον τραυματισμό και έρχεται σε αντίθεση ακόμα και προς τις θέσεις της Υπεράσπισης όπως αυτές υποβλήθηκαν στην ουσιαστικότερη μάρτυρα της Κατηγορούσας Αρχής, δηλαδή τη ΜΚ12 (βλ. Πολυκάρπου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 149/15, ημερ. 25.4.17, ECLI:CY:AD:2017:D145[5] και Μαρσέλλο κ.α. ν. Κωνσταντίνου, Ποιν. Έφ. 167/13, ημερ. 18.1.17[6]). 

 

Πέραν των ανωτέρω, ζητήθηκε από τον ΜΥ4 από την Κατηγορούσα Αρχή, να προσκομίσει βιβλιογραφία που να υποστηρίζει τη θέση του ότι, δηλαδή, το τραύμα αποκλείεται να προκλήθηκε από σπάσιμο γυαλιού στο σημείο.  Ενώ αρχικώς είπε «πέτε μου πότε θέλετε να σας τη φέρω», όταν προτάθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή να γίνει κάποιο διάλειμμα για να την εντοπίσει είπε «Είναι αδύνατο αυτή τη στιγμή, λυπάμαι.… Εν μπορώ να βρω βιβλιογραφία τώρα, ούτε στο internet θα πάω να βρω βιβλιογραφία….».  Τονίζουμε πως δεν θεωρούμε υποχρέωση, υπό προϋποθέσεις, κάποιου πραγματογνώμονα να προσκομίσει βιβλιογραφία ή επιστημονικά άρθρα για να τύχει αποδοχής η μαρτυρία του.  Πλην όμως σε αυτή την περίπτωση, του ζητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή να το πράξει και δεν το έκανε, παραλείποντας με τον τρόπο αυτό να τεκμηριώσει με παραπομπή σε κάποιο σύγγραμμα τις επιστημονικές του απόψεις οι οποίες έρχονται σε καταφανή αντίθεση όχι μόνο με την προηγηθείσα, μη αμφισβητηθείσα, επαναλαμβάνουμε, ιατρική μαρτυρία του ΜΚ14, αλλά και τις θέσεις των δύο πλευρών. 

 

Ο ΜΥ4 στήριξε την άποψη του στο ότι αν έσπαζε το γυαλί στο αντιβράχιο, θα ανέμενε να υπήρχαν πολλαπλά μικρά τραύματα – αμυχές πέριξ του κύριου τραύματος, αναλόγως του σε πόσα κομμάτια έσπασε το γυαλί, και δέχτηκε, συνάμα, ότι τα θραύσματα μπορεί να είναι πολλά, μπορεί λίγα, μπορεί να είναι μεγάλα μπορεί να είναι μικρά και ότι σε περίπτωση θρυμματισμού γυαλιού, το σε πόσα κομμάτια θα σπάσει το γυαλί είναι άγνωστο και οι παρακείμενοι τραυματισμοί μπορεί να είναι ένας, μπορεί δύο, μπορεί δέκα.  Με αυτά τα δεδομένα, και χωρίς να έχει ερωτηθεί η παραπονούμενη αυτές τις λεπτομέρειες (λ.χ. το σε πόσα κομμάτια έσπασε το μπουκάλι), δεν είναι σαφές το τι ακριβώς θα ανέμενε ο ΜΥ4 να φαινόταν στις φωτογραφίες Τεκμήριο 28, οι οποίες, υπενθυμίζουμε, δεν λήφθηκαν την ημέρα του τραυματισμού, αλλά 17 περίπου ημέρες μετά (και συγκεκριμένα στις 15.12.21 σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ7 με τον τραυματισμό να έχει παραδεκτώς επέλθει το βράδυ της 27.11.21).  Υποδείχθηκαν, εξάλλου, στον ΜΥ4 κατά την αντεξέταση του και οι φωτογραφίες Τεκμήριο 42 στις οποίες φαίνονται κάποια σημάδια πέραν του κυρίως τραύματος, με τον ΜΥ4 να λέει πως θεωρεί πως είναι οι ραφές χωρίς όμως να μπορεί να το πει με βεβαιότητα αφού η φωτογραφία «είναι χάλια», εννοώντας πως δεν είναι καλής ποιότητας.  Με άλλα λόγια, μη έχοντας δει πλησιόχρονες του τραυματισμού φωτογραφίες, ή καλύτερα και ιδανικά, το τραύμα αυτό καθαυτό (όπως είχε την ευκαιρία να το δει ο ΜΚ14), δεν μπορεί να αποκλειστεί το να υπήρχαν κάποια επιφανειακά τραύματα από θραύσματα γυαλιού (είτε ένα μόνο είτε περισσότερα), τα οποία να μην φαίνονται στις φωτογραφίες Τεκμήριο 28.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει πως δεν μπορεί να βασιστεί με ασφάλεια στη μαρτυρία και συμπεράσματα του ΜΥ4 για να σχηματίσει τη δική του κρίση με την εφαρμογή των επιστημονικών του θέσεων επί των γεγονότων

 

Όσον τώρα αφορά στη θέση του ότι επί καιρώ Covid οι ενήλικοι ασθενείς έμπαιναν μόνοι τους στα Τμήματα Πρώτων Βοηθειών, «οπόταν εφόσον η ασθενής δαμέ ήταν ενήλικη, εν μόνη της που μπήκε στις Πρώτες Βοήθειες», σημειώνουμε τα εξής:  Κατά τον Νοέμβριο του 2021, σύμφωνα με το βιογραφικό του σημείωμα Τεκμήριο 57, ο ΜΥ4 εργαζόταν ως «Medical Officer in Emergency Department» στο American Medical Center και όχι στο Απολλώνειο Νοσοκομείο το οποίο η ΜΚ12 επισκέφθηκε.  Δεν ήταν σε θέση, λοιπόν, ο μάρτυρας να δώσει θετική και αξιόπιστη μαρτυρία επί του θέματος, πόσο μάλλον να εκφράσει μία τόσο δογματική θέση.  Εξάλλου, όποιοι και να ήταν οι «γενικοί κανόνες», η θέση του ΜΚ14 ότι ειδικά στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών γίνονταν κάποτε «παρανομίες» επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο ΜΚ7 συνόδευσε τη ΜΚ12 στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γ.Ν. Λευκωσίας στις 15.12.21, οπότε και έβγαλε τις φωτογραφίες Τεκμήριο 28.  Συνεπώς ούτε σε αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του ΜΥ4 αισθάνεται πως μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο.

 

Στρεφόμαστε τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των άμεσα εμπλεκομένων, ήτοι της παραπονούμενης (ΜΚ12) και του Κατηγορούμενου

 

Έχοντας υπόψιν το ότι η παραπονούμενη είναι η ουσιωδέστερη μάρτυρας στην παρούσα υπόθεση, την παρακολουθήσαμε με αυξημένη προσοχή και εξετάσαμε εξονυχιστικά τη μαρτυρία της.  Πριν από οτιδήποτε άλλο όμως, θα πρέπει να σημειώσουμε πως ένα μέρος της μαρτυρίας της δεν αμφισβητήθηκε.

 

Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητήθηκε ότι η ΜΚ12 ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δασκάλα ειδικής εκπαίδευσης, τοποθετημένη σε σχολείο στην Αραδίππου.  Δεν αμφισβητήθηκε επίσης, όπως άλλωστε προαναφέρθηκε, πως η ΜΚ12 γνωρίστηκε με τον Κατηγορούμενο σε μπυραρία στη Λευκωσία περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2021 και ότι η ερωτική τους σχέση ξεκίνησε μία περίπου εβδομάδα μετά τη γνωριμία τους και συγκεκριμένα στις 5.11.21.  Δεν αμφισβητήθηκε επιπλέον ότι την εβδομάδα που ακολούθησε, η σχέση της ΜΚ12 με τον Κατηγορούμενο ήταν καλή, με συναντήσεις στην οικία του, τηλεφωνήματα και μηνύματα.  Συνιστά περαιτέρω κοινό έδαφος ότι τα πράγματα στη σχέση τους κύλησαν πολύ γρήγορα και ότι σύντομα μετά την έναρξη της η ΜΚ12 ξεκίνησε να διανυκτερεύει στην οικία του Κατηγορούμενου και να μεταφέρει προσωπικά της αντικείμενα σε αυτή.  Δεν αρνείται περαιτέρω ο Κατηγορούμενος ότι μεταξύ του και της παραπονούμενης υπήρχαν διαφωνίες, έντονες συζητήσεις και καβγάδες. 

 

Δέχεται η πλευρά της Υπεράσπισης ότι τα ξημερώματα της 13.11.21 η ΜΚ12 μετέβη στην οικία του Κατηγορούμενου, διανυκτέρευσε εκεί και το πρωινό της 13.11.21 ο Κατηγορούμενος τη σύστησε στα παιδιά του.  Τα παιδιά του Κατηγορούμενου διανυκτέρευαν στην οικία του δύο Σαββατοκύριακα τον μήνα.  Επιβεβαίωσε επίσης μέσω της μαρτυρίας του ο Κατηγορούμενος ότι ενίοτε τα παιδιά του κοιμόντουσαν στον καναπέ στο σαλόνι της οικίας του.  Αποτελεί περαιτέρω κοινό έδαφος ότι μετά από τηλεφώνημα που έλαβε από τη μητέρα της, η ΜΚ12 είπε ψέματα στον Κατηγορούμενο ότι συγγενικό της πρόσωπο διαγνώστηκε με καρκίνο, αποχώρησε από την οικία του και πέρασε το βράδυ στο πατρικό της.

 

Επίσης είναι αποδεκτό από την Υπεράσπιση ότι στις 27.11.21 η ΜΚ12 υπέστη τραυματισμό στο χέρι.  Επιπλέον είναι αποδεκτό ότι τα ξημερώματα της 28.11.21 ο Κατηγορούμενος τραβούσε βίντεο ενόσω η ΜΚ12 προέβαινε σε πεολειχία.  Συνιστά επίσης κοινό έδαφος ότι ο Κατηγορούμενος μετέφερε τη ΜΚ12 στις Πρώτες Βοήθειες του Απολλώνειου Νοσοκομείου στις 28.11.21, λόγω του τραυματισμού στο χέρι της.  Μετά την επίσκεψη στο Απολλώνειο, η ΜΚ12 έλαβε άδεια απουσίας από την εργασία της – αρχικά για μία εβδομάδα και στη συνέχεια για ακόμη μία. 

 

Ενόσω η ΜΚ12 βρισκόταν σπίτι με άδεια ασθενείας, συνόδευε τον Κατηγορούμενο στις διανομές προϊόντων σε στρατόπεδα.  Κοινό τόπο αποτελεί επίσης το ότι η ΜΚ12 είχε πάει στο πατρικό σπίτι του Κατηγορούμενου για φαγητό και ότι είχε επικοινωνία και με τη μητέρα του (τη ΜΥ1) όταν τηλεφωνούσε η τελευταία στον γιο της «για καληνύχτα». 

 

Είναι επίσης αποδεκτό ότι στις 11.12.21 ο Κατηγορούμενος, η παραπονούμενη και τα παιδιά του μετέβησαν για χριστουγεννιάτικες αγορές.  Περαιτέρω συνιστά κοινό έδαφος ότι προτού πάει η ΜΚ12 στο πατρικό της στις 15.12.21, μιλούσε στο τηλέφωνο με τον Κατηγορούμενο.  Ενώ δεν αμφισβητείται ότι αργότερα την ίδια ημέρα η ΜΚ12 προέβη στην επίμαχη καταγγελία. 

 

Όσον τώρα αφορά στα επίδικα περιστατικά, λέγουμε εξαρχής πως η γενική εντύπωση που αποκομίσαμε για την παραπονούμενη – ΜΚ12 ήταν πάρα πολύ καλή.  Η γενικότερη συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα απέπνεε ειλικρίνεια, απλότητα και αυθορμητισμό, αναφερόμενη δε στα βιώματα της πηγαία – και όχι επιτηδευμένα – κρίνουμε, φορτιζόταν συναισθηματικά.  Μας εντυπωσίασε θετικά η λεπτομερής περιγραφή της περί των επίδικων γεγονότων, η οποία συνιστά ισχυρή ένδειξη ότι περιέγραψε βιωματικές εμπειρίες και όχι φανταστικά κατασκευάσματα.  Η εντύπωση τούτη κατέστη ισχυρότερη όταν κατά την κυρίως εξέταση της κλήθηκε να περιγράψει και διά ζώσης τα περιστατικά, πράγμα που έπραξε με ευκολία και παραστατικότητα χωρίς ασάφειες ή υπερβολές.  Κατά την αντεξέταση της παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της, χωρίς να υποπέσει σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις.  Η δε μαρτυρία άλλων μαρτύρων κατηγορίας επιβεβαιώνει, είτε άμεσα είτε έμμεσα, διάφορες πτυχές της μαρτυρίας της ΜΚ12 ενώ ρίχνει φως σε άλλες, ειδωμένες δε συνολικώς, οι μαρτυρίες που προσφέρθηκαν συνθέτουν μία ολοκληρωμένη εικόνα των όσων διαμείφθηκαν εκείνες τις 40 περίπου ημέρες που η ΜΚ12 βρισκόταν σε σχέση με τον Κατηγορούμενο. 

 

Όπως προαναφέρθηκε, μεταξύ του πρώτου ραντεβού (5.11.21) και του Σαββατοκύριακου 12 – 13 Νοεμβρίου, η σχέση παραπονούμενης και Κατηγορούμενου έβαινε καλώς, με την παραπονούμενη να έχει διαπιστώσει μόνο κάποια στοιχεία ζήλιας από πλευράς του Κατηγορούμενου τα οποία αντιλήφθηκε και η μητέρα της σύμφωνα με τη μαρτυρία της τελευταίας. 

 

Ανοίγουμε εδώ μία παρένθεση για να σημειώσουμε πως ήταν η θέση της ΜΚ12 ότι από τα αρχικά στάδια της σχέσης, ο Κατηγορούμενος ήθελε να ελέγχει το καθετί που αφορούσε την ίδια (ήθελε να ελέγχει το κινητό της, τις κλήσεις της, με ποιον μιλά και που πηγαίνει) και ότι υπήρχαν συζητήσεις μεταξύ τους αναφορικά με πρόσωπα του παρελθόντος της.  Κατά την αντεξέτασή της, χωρίς να αμφισβητηθούν ευθέως οι πιο πάνω αναφορές της, τής υποβλήθηκε η θέση ότι η ίδια είναι που ήθελε να ελέγχει τον Κατηγορούμενο και όχι το αντίθετο, με παραπομπή στα μηνύματα που έστειλε στον Κατηγορούμενο στις 14.12.21 (βλ. Τεκμήριο 52, σελ. 19: «οκ αγάπη», «τι δουλειά αν επιτρέπεται», στα οποία ο Κατηγορούμενος απάντησε: «εν επιτρέπεται»).  Η ΜΚ12 δεν συμφώνησε με τη θέση, λέγοντας πως ο Κατηγορούμενος της υπέβαλλε τι να κάνει και καθοδηγούσε τη συμπεριφορά και τα λεγόμενά της.  Έχουμε την άποψη ότι το σύνολο των μηνυμάτων που ανταλλάχθηκαν εκείνη την ημέρα (14.12.21, Τεκμήριο 52, σελ. 14 και επ.) δεν τεκμηριώνουν διάθεση ελέγχου του Κατηγορούμενου, αλλά μάλλον πειράγματα μεταξύ ενός ζευγαριού.  Εξάλλου, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος ζήλευε και ήθελε να ελέγχει τη ΜΚ12 από τα αρχικά στάδια της σχέσης, επιβεβαιώνεται, πέραν από τη μαρτυρία της μητέρας της, και από τη μαρτυρία της αδερφής της παραπονούμενης και τη συνομιλία που η τελευταία άκουσε μέσα στο αυτοκίνητο, στην οποία ο Κατηγορούμενος είπε στη ΜΚ12 «Γιατί άλλαξε η συμπεριφορά σου;  Μήπως γαμήθηκες με κάποιον στο σχολείο;» και σε άλλο σημείο άκουσε ότι της είπε «γιατί δεν άφησες το κινητό σου στο σπίτι, πριν φύγεις για το σχολείο;».  Η ΜΚ6, υπενθυμίζουμε, δεν ήταν σε θέση να τοποθετήσει με χρονική ακρίβεια το τηλεφώνημα, είπε, όμως, ότι ήταν λίγες μέρες μετά την έναρξη της σχέσης.  Επιβεβαιώνεται επίσης και από τη μαρτυρία της ΜΚ3 η οποία ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος έπαιρνε τη ΜΚ12 τηλέφωνο τις ώρες που έκανε μάθημα και η ΜΚ12 μετά τα τηλεφωνήματα ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση λόγω των σκηνών ζηλοτυπίας που της έκανε από το τηλέφωνο, πράγμα που η ΜΚ12 εκμυστηρεύθηκε στη ΜΚ3 σε ανύποπτο χρόνο (και προφανώς πριν τις 27.11.21 που ήταν η τελευταία μέρα που η ΜΚ12 πήγε στην εργασία της πριν τις 14.12.21) όταν η τελευταία τη ρώτησε τι συμβαίνει.  Εν τέλει, έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας της ΜΚ12, τη γενικότερη θετική εικόνα που αποκομίσαμε για αυτήν, τη σταθερότητα στη θέση της πως ο Κατηγορούμενος τη ζήλευε και επιθυμούσε να ελέγχει τις κινήσεις της, και το γεγονός ότι αυτή η πτυχή της μαρτυρίας της υποστηρίζεται από τα λεγόμενα των ΜΚ3, ΜΚ6 και ΜΚ9 και τα όσα περιέπεσαν στη δική τους αντίληψη, αποδεχόμαστε πως έτσι είχαν τα πράγματα. 

 

Σκηνή ζηλοτυπίας και παράπονα του Κατηγορούμενου για το παρελθόν της παραπονούμενης είναι και αυτά που κατά την παραπονούμενη οδήγησαν στον καβγά της 12.11.21 (συγκεκριμένα είχε δει ο Κατηγορούμενος φωτογραφίες της παραπονούμενης σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης με κάποιο άντρα πάνω σε πλοιαράκι) και εν τέλει στη μετάβαση της στην οικία του Κατηγορούμενου λίγο μετά τα ξημερώματα της 13.11.21.  Η διά ζώσης περιγραφή της παραπονούμενης για το περιστατικό παρατίθεται αυτούσια:

 

«A.      Πέρασα στο σπίτι, τα παιδιά κοιμόντουσαν στον καναπέ, εμείς είχαμε πάει στην κουζίνα, στον πάγκο τον κεντρικό. Συζητούσαμε, αν θυμάμαι καλά πίναμε κρασί, δεν θυμάμαι τι συζητούσαμε συγκεκριμένα, όμως θυμάμαι τι του έλεγα, ήταν αντιδραστικός, δεν με πίστευε, ήταν πάρα πολύ αντιδραστικός, άρχισε να φωνάζει και κάποια στιγμή επειδή είδα ότι δεν έβγαζα άκρη με τα λεγόμενά του, ό,τι του έλεγα επέμενε στα δικά του. Του είπα "είναι αργά, είμαι κουρασμένη, έχω ξυπνήσει από το πρωί", γιατί όπως σας είπα τότε δούλευα στην Αραδίππου, οπότε είχα πρωινό ξύπνημα και "θα πάω στο σπίτι μου να ξεκουραστώ, αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα, να πάω στο σπίτι μου και θα τα πούμε αύριο". Εκείνη την ώρα εγώ έφυγα από την κουζίνα και όδευσα προς την εξώπορτα. Να σημειώσω ότι από τις προηγούμενες φορές που είχα πάει στο σπίτι του, ο τρόπος για να βγεις έξω από το σπίτι του, τελείως έξω γιατί υπάρχει καγκελόπορτα στην αυλή, είναι να πατήσεις ένα κουμπάκι από το εξωτερικό του σπιτιού, δίπλα στην εξώπορτα, να ανοίξει η καγκελόπορτα για να μπορείς να βγεις της εξώπορτας και μετά στην καγκελόπορτα να μπορείς να κλείσεις. Οπότε αυτό έπραξα, πάτησα το κουμπάκι για να βγω έξω. Άνοιξα την πόρτα την εξωτερική και πάτησα το κουμπάκι για να βγω στην καγκελόπορτα, η πόρτα έκλεισε πίσω μου, του είπα "φεύγω", δεν μίλησε, δεν αντέδρασε και εκείνη την ώρα η πόρτα έκλεισε, πίσω μου όμως σε λίγα δευτερόλεπτα, δεν πρόλαβα να κατεβώ τα σκαλάκια για να πάω στην καγκελόπορτα, με άρπαξε από το το μαλλί, με έσυρε μέσα στο σπίτι, εξυλοκόπησεν με, με χτυπούσε στα πλευρά και αν θυμάμαι, ό, τι αντικείμενο έβρισκε, σκαμπό, κάτι σκαμπουδάκια χαμηλά, με χτύπησε, ήταν μπροστά από τα σκαλοπάτια του σπιτιού του γιατί είναι διώροφο και μου είπε "τόλμησες να φύγεις χωρίς την άδειά μου"; Εγώ άρχισα να κλαίω, να ουρλιάζω, τα παιδιά του ξύπνησαν. Τους είπε, αν θυμάμαι, ότι "όλα καλά, συνεχίστε τον ύπνο σας" και μου είπε "δεν θα φύγεις σήμερα από εδώ". Έκλεισε την πόρτα, έβαλε συναγερμό και μου είπε "απόψε δεν θα πας πουθενά, θα μείνεις εδώ μαζί μου"».

 

Δεν υποβλήθηκε κάποια συγκεκριμένη ερώτηση στην παραπονούμενη σε σχέση με το πιο πάνω περιστατικό.  Αυτό που επιχειρήθηκε ήταν να αντικρουστεί η μαρτυρία της, μέσω (i) της υπόδειξης της φωτογραφίας Τεκμήριο 45 (1η σελίδα) που σύμφωνα με τα όσα φαίνονται στην εκτύπωση φαίνεται να λήφθηκε στις 13.11.21, ώρα 19:07, στην οποία η ΜΚ12 και ο Κατηγορούμενος απεικονίζονται αγκαλιασμένοι και χαμογελαστοί και (ii) του γεγονότος ότι στις 18.11.21 ο Κατηγορούμενος της ζήτησε να φύγει από το σπίτι του και εκείνη αρνήθηκε (βλ. Τεκμήριο 51, σελ. 2 και 8).  Ως προς το πρώτο, η ΜΚ12 επανέλαβε πως μετά το περιστατικό, μετέβησαν στην κρεβατοκάμαρα της οικίας του Κατηγορούμενου και όταν ξύπνησε η ΜΚ12 «ήταν λες και δεν είχε συμβεί το οτιδήποτε κακοποιητικό συμβάν απέναντι στο πρόσωπο μου και στο σώμα μου», προσθέτοντας πως η 13.11.21 ήταν μία από τις καλές μέρες της σχέσης τους.  Εκείνη ήταν, υπενθυμίζουμε, η ημέρα που κατά παραδοχή και των δύο, ο Κατηγορούμενος σύστησε τη ΜΚ12 στα παιδιά του.  Ως προς το δεύτερο, ανέφερε ότι φοβόταν να φύγει αφού είχε προηγηθεί το περιστατικό κακοποίησης της 13.11.21 και επιπλέον ότι με τη συμπεριφορά του ο Κατηγορούμενος προσπαθούσε να την κάνει να λέει πράγματα που στην ουσία δεν εννοούσε, απλά και μόνο για να πηγαίνει με τα νερά του επειδή η συμπεριφορά του ήταν αλλοπρόσαλλη, «δεν ήταν ποτέ μαύρο ή άσπρο, ήταν όλα τα χρώματα μαζί»

 

Αυτό είναι το κατάλληλο σημείο να σχολιαστεί και η περιγραφή της παραπονούμενης ως προς τη «ρουτίνα» της σχέσης της με τον Κατηγορούμενο καθώς και οι θέσεις της ως προς το γιατί δεν τον εγκατέλειψε ενωρίτερα της 15.12.21.  Πέραν των απειλών του Κατηγορούμενου στις οποίες η ΜΚ12 αναφέρθηκε σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας της για εκείνη και την οικογένεια της,[7] ανέφερε επίσης πως ο Κατηγορούμενος επέκρινε τις συνομιλίες που είχε με παλαιότερους συντρόφους της και είχε αποθηκευμένες στο κινητό της, καθώς και διάφορες αναρτήσεις της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε κάποιες εκ των οποίων απεικονιζόταν με μαγιό.  Τη ρωτούσε γιατί ανεβάζει τέτοιες φωτογραφίες, της έλεγε ότι είναι «πουτάνα» και «ποιος εν να γυρίσει να σε δει;», όπως είπε δε, από τις πολλές φορές που άκουσε αυτά τα λόγια «…έκαμεν με να πιστέψω ότι όντως είμαι πουτάνα.  Έτσι με έκαμε να νιώθω».  Αναφέρθηκε επίσης η ΜΚ12 σε πολλά σημεία της μαρτυρίας της και στην αμφιθυμία του Κατηγορούμενου και στις διάφορες εναλλαγές στη συμπεριφορά του έναντι της.  Είπε συγκεκριμένα πως στη σχέση τους δεν υπήρχαν μόνο οι κακές μέρες αλλά και οι καλές μέρες, λέγοντας πως «οι καλές μέρες ήταν πολύ καλές».  Επειδή δε δεν ήταν κακοποιητικές όλες οι μέρες, ο Κατηγορούμενος την έκανε να έχει αμφιβολίες και αμφιθυμίες με τον ίδιο τον εαυτό της.  Είπε σε ένα σημείο «… είχα τις αμφιβολίες μου γιατί υπήρχαν και οι καλές μέρες γιατί δεν με κακοποιούσε καθημερινά, όλη μέρα».  Την χτυπούσε, είπε, τη μία μέρα και την άλλη ήταν πολύ καλός, με το μοτίβο να επαναλαμβάνεται.  Ήταν αλλοπρόσαλλη, είπε, η συμπεριφορά του και η ίδια δεν ήξερε πώς να αντιδράσει.  Τις μέρες που δεν υπήρχε κακοποίηση, η ΜΚ12 χαλάρωνε ψυχολογικά, υπήρχαν στιγμές που περνούσε καλά και ένιωθε πιο ήρεμη και ανάλαφρη.  Είπε «εγώ ήμουν καλά τις μέρες που ήταν καλός απέναντι μου και περιποιητικός και έκαμνε τα αστεία του γιατί δεν με κακοποιούσε».  Όπως ανέφερε, όταν είχε δεμένο το χέρι της (δηλαδή μετά τις 28.11.21), ο Κατηγορούμενος της έκοβε το κοτόπουλο για να μπορεί να φάει, τη βοηθούσε να βγάλει το σακάκι της και να κάνει μπάνιο, της κτένιζε τα μαλλιά και την αποκαλούσε «γυναίκα του». 

 

Οι πιο πάνω αναφορές της παραπονούμενης, δίδουν, πιστεύουμε το στίγμα των διαφόρων περιγραφών της για τα συναισθήματα και τις σκέψεις της κατά τον ουσιώδη χρόνο.  Εξ αυτών προκύπτει η ύπαρξη μίας σχέσης η οποία προχώρησε πάρα πολύ γρήγορα, με το ζεύγος να προχωρά σε συγκατοίκηση σε λιγότερο από ένα μήνα μετά τη γνωριμία.  Στα πλαίσια της, ο Κατηγορούμενος μείωνε με τα λόγια του την παραπονούμενη, η οποία έφθασε σε σημείο να αμφισβητεί και η ίδια την αξία της και να πιστέψει πως είναι «πουτάνα» ως η προσαπτόμενη «κατηγορία».  Η σχέση ήταν έντονη και ασταθής στην οποία πολύ κακές μέρες εναλλάσσονταν με πολύ καλές μέρες (οι οποίες ήταν, αριθμητικά, και οι περισσότερες της σχέσης).  Στις πολύ καλές μέρες της σχέσης, ο Κατηγορούμενος ήταν περιποιητικός, η παραπονούμενη χαλάρωνε και είναι προφανώς αυτές οι πολύ καλές μέρες που προκάλεσαν και στην ίδια αμφιβολίες και αμφιθυμίες.  Αυτές οι καλές μέρες (στις οποίες, σε αντίθεση με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης, η ΜΚ12 έκανε αναφορά εξαρχής, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της), η σύγχυση που προφανώς διακατείχε την παραπονούμενη η οποία προκαλείτο από την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου και τα μειωτικά του λόγια τα οποία επέδρασαν στο πως αντίκριζε και η ίδια τον εαυτό της, σε συνδυασμό με τις απειλές τις οποίες, όπως είπε, είχε πάντοτε στο πίσω μέρος του μυαλού της, είναι που παρέχουν ικανή, κατά τη γνώμη μας, εξήγηση για τη συμπεριφορά της η οποία, δεν θα πρέπει, θεωρούμε, να ιδωθεί κατά πώς την αντικρίζει ένας τρίτος που βλέπει την κατάσταση εκ των υστέρων, αντικειμενικά και από απόσταση (βλ. Brierley v. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 476[8]), αλλά μέσα από τα μάτια και την ψυχή της ίδιας κατά τον ουσιώδη χρόνο.  Και έχουμε την άποψη πως δεν σημαίνει ότι ψεύδεται ένας μάρτυρας που περιγράφει τον παραλογισμό που βιώνει.  Αν η μοναδική λογική και αποδεκτή αντίδραση για ένα θύμα βίας θα ήταν να απομακρυνθεί άμεσα από τον θύτη και να αποκαλύψει την κακοποίηση, και αυτή ήταν στην ουσία η εισήγηση της Υπεράσπισης, δεν θα ήταν αντιμέτωπη η κοινωνία μας με τόσα φαινόμενα κατ’ εξακολούθηση βίας εναντίον προσώπων, συνήθως γυναικών.  Εξάλλου κάθε άνθρωπος έχει τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και επεξεργάζεται τα γεγονότα με τον δικό του τρόπο βάσει της ιδιοσυγκρασίας του, της προσωπικότητας του, των βιωμάτων του και των συνθηκών της τυχόν θυματοποίησης του, με τον τύπο του εγκλήματος, τη διάρκεια του και των ενεργειών του δράστη να παίζουν και αυτά τον ρόλο τους.  Τηρουμένων των αναλογιών, σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την απόφαση Αντωνίου v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 766, η οποία παρότι αφορούσε ανήλικα πρόσωπα, εντούτοις θέτει γενικότερες αρχές.  Λέχθηκαν εκεί τα εξής:

 

«Οι σεξουαλικές παρενοχλήσεις, επιθέσεις ή βιασμοί που εκδηλώνονται επί ανηλίκων προσώπων, αγγίζουν τόσο βαθειά την προσωπικότητα των θυμάτων ώστε να μην μπορεί να ανευρεθεί ένα συγκεκριμένο πρότυπο συμπεριφοράς από τα παραπονούμενα πρόσωπα, εφόσον διαφορετικές είναι οι αντιδράσεις ενός εκάστου ανάλογα με τον ψυχισμό τους. Χωρίς προς στιγμήν να παραγνωρίζεται η πρωταρχική ανάγκη η ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεση να αξιολογείται στη βάση του τεκμηρίου της αθωότητας αφενός, αλλά και στην ανάγκη θεμελίωσης των κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αφετέρου, πρέπει και το Δικαστήριο να είναι δεκτικό στην ολοένα και πλέον αποδεκτή και συγκλίνουσα θέση, ότι τα θύματα των σεξουαλικών επιθέσεων βιώνουν μια πληθώρα ψυχολογικών μετατραυματικών εμπειριών που αναμφίβολα επηρεάζουν και την δυνατότητα τους να υποβάλουν άμεσα το παράπονο τους, αλλά και τη δυνατότητα τους να λειτουργούν και να αντιδρούν πάντοτε κατά τρόπο που εκλογικευμένα θα θεωρείτο αναμενόμενος. Τα πιο πάνω αναφέρονται και εξηγούνται με επάρκεια και στο σύγγραμμα του Andrew Ashworth: "Principles of Criminal Law" 3η έκδ., σελ. 368-372.» (έμφαση δική μας)

 

Η Υπεράσπιση προσπάθησε να αναδείξει και το γεγονός ότι η παραπονούμενη είχε ελευθερία κινήσεων κατά τη διάρκεια της σχέσης της με τον Κατηγορούμενο.  Πλην δύο περιπτώσεων (η μία αποτελεί το αντικείμενο της 11ης κατηγορίας και η άλλη τα όσα μεσολάβησαν μεταξύ του τραυματισμού του χεριού της και του ισχυριζόμενου βιασμού), η ΜΚ12 δεν αρνήθηκε πως μπορούσε να φεύγει από την οικία του Κατηγορούμενου, πως έτυχε να κοιμηθεί στο πατρικό της ενόσω ήταν σε σχέση με τον Κατηγορούμενο (λ.χ. όπως έπραξε τη φορά που την πήρε τηλέφωνο η μητέρα της και την πληροφόρησε πως ο ΜΚ5 έμαθε ότι ο Κατηγορούμενος είναι επικίνδυνος) και πως παρέδιδε μαθήματα τα απογεύματα σε παιδιά, στην απουσία του Κατηγορούμενου.  Το γεγονός αυτό, παραδεκτό όπως είπαμε από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής (πλην, πάντα, των δύο περιπτώσεων που αναφέρθηκαν πιο πάνω), δεν μεταβάλλει βεβαίως τα πράγματα.  Εντάσσεται και αυτό στο ευρύτερο πλαίσιο συμπεριφοράς της ΜΚ12 και των λόγων για τους οποίους δεν έθεσε τέρμα στη σχέση ενωρίτερα, όπως τους εξέθεσε η ίδια και αναφέρθηκαν πιο πάνω.

 

Συναφής με τα πιο πάνω είναι και η θέση των διαφόρων μελών της οικογένειας της παραπονούμενης ότι η συμπεριφορά της έναντι τους άλλαξε ενόσω αυτή βρισκόταν σε σχέση με τον Κατηγορούμενο και ότι απομακρύνθηκε από αυτούς.  Η παραπονούμενη επιβεβαίωσε, μέσω της δικής της μαρτυρίας, ότι η συμπεριφορά της άλλαξε έναντι των οικείων της, λέγοντας, μεταξύ άλλων, ότι τους μιλούσε απότομα και τους έλεγε πράγματα «που ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί για το πώς συμπεριφερόμουν εγώ στην αδερφή μου και στη μητέρα μου», και ότι περιόρισε τις επαφές της μαζί τους.  Οι σχετικές θέσεις της παραπονούμενης υποστηρίζουν την αλήθεια των αναφερομένων από τους οικείους της, συνάδουν πλήρως με αυτές και γίνονται αποδεκτές.  Η δε απομάκρυνση της από τους οικείους της, την έθεσε σε ακόμα πιο ευάλωτη θέση, γεγονός που σίγουρα έπαιξε τον ρόλο του στο πώς αντέδρασε η παραπονούμενη ενόσω ήτο σε σχέση με τον Κατηγορούμενο. 

 

Εν τέλει, η παραμονή ενός θύματος σε μία κακοποιητική σχέση, δεν αποτελεί πάντα «παράλογη επιλογή», αλλά είναι συχνά το αποτέλεσμα διαφόρων παραγόντων που μπορεί να οδηγήσουν εκεί όπως ο φόβος, η απομόνωση του θύματος, η καταρράκωση της προσωπικότητας και της αυτοπεποίθησης του, ενώ η εναλλαγή σκηνικών βίας με περιόδους ηρεμίας και φροντίδας δημιουργεί σύγχυση στα θύματα καθυστερώντας την απόφαση αποχώρησης.  Όλα τα πιο πάνω στοιχεία υφίσταντο στην επίμαχη σχέση.  Καταλήγουμε, συνεπώς, πως το γεγονός ότι η ΜΚ12 δεν εγκατέλειψε τον Κατηγορούμενο ενωρίτερα της 15.12.21 ή το γεγονός ότι δεν μίλησε ενωρίτερα στους οικείους της, δεν οδηγεί απαρεγκλίτως, σε απόφανση περί αναξιοπιστίας της, ακόμα και αν η σχέση ήταν σύντομη, με δεδομένα τα προεκτεθέντα ως προς τις ιδιαίτερες περιστάσεις που τη διείπαν. 

 

Τα όσα ακολούθησαν τις επόμενες μέρες (δηλαδή από τα μέσα Νοεμβρίου και πριν τις 27-28.11.21), προκύπτουν συνδυαστικά μέσω των μαρτυριών των ΜΚ5, ΜΚ9, ΜΚ12 και Κατηγορούμενου, καθώς και από τα μηνύματα που αντάλλαξε το ζεύγος και φαίνονται στο Τεκμήριο 51.  Στις 20.11.21, και παρά τα όσα προηγήθηκαν στις 18 και 19 Νοεμβρίου, το ζεύγος αντάλλαξε τα μηνύματα που φαίνονται στη σελ. 7 του Τεκμηρίου 51, από τα οποία προκύπτει η αποκατάσταση της σχέσης.  Στις 23.11.21, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΚ9, υπήρξε νέος τσακωμός ο οποίος οδήγησε στην εκδίωξη της ΜΚ12 από την οικία του Κατηγορούμενου, με τη ΜΚ9 να μιλά με τον Κατηγορούμενο την ίδια ημέρα ο οποίος της είπε πως δεν έδιωξε τη ΜΚ12, ότι απλά τη δοκίμαζε και ότι την αγαπά.  Στις 24.11.21 η ΜΚ9 ενημερώθηκε από τον ΜΚ5 ότι ο τελευταίος έμαθε πως ο Κατηγορούμενος είναι επικίνδυνος, πράγμα για το οποίο η ΜΚ9 ενημέρωσε με τη σειρά της τη ΜΚ12.  Το ότι η ΜΚ12 έλαβε τέτοια ενημέρωση προκύπτει και από τη μαρτυρία της ίδιας της ΜΚ12 κατά την αντεξέταση της, από την οποία επιβεβαιώνεται και η θέση της ΜΚ9 ότι η ΜΚ12 είχε στο μεταξύ επιστρέψει στην οικία του Κατηγορούμενου.  Μετά από αυτό το τηλεφώνημα είναι που κατά τη ΜΚ12 - και τούτο δεν αμφισβητείται από τον Κατηγορούμενο - η ΜΚ12 είπε ψέματα στον Κατηγορούμενο ότι έμαθε πως κάποιος ξάδερφος της έχει καρκίνο και αποχώρησε από την οικία του, για να διαμείνει στο πατρικό της τις επόμενες 1 – 2 νύχτες.  Η ΜΚ12 δεν τοποθέτησε με χρονολογική ακρίβεια το περιστατικό κατά το οποίο η μητέρα της την πληροφόρησε πως έμαθε ότι ο Κατηγορούμενος είναι επικίνδυνος, η ακριβής όμως ημερομηνία κατά την οποία αυτό επισυνέβη προκύπτει από την αναντίλεκτη σε αυτό το σημείο και εν πάση περιπτώσει αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΚ9.  Άλλωστε το ότι η ΜΚ12 δεν έμεινε εκείνο το βράδυ (της 24.11.21) στο σπίτι του Κατηγορούμενου επιβεβαιώνεται τόσο από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, όσο και από το μήνυμα που της απέστειλε το πρωινό της 25.11.21 («Καλημέρα, μου λείπεις …», βλ. Τεκμήριο 51, σελ. 6).  Πρόσθεσε η ΜΚ12 ότι «την ίδια μέρα ή μια δυο μέρες μετά, είχε έρθει ο κατηγορούμενος σπίτι μου, χτυπούσε τα κουδούνια και ήθελε να μου μιλήσει κτλ».  Δεν αντεξετάστηκε συγκεκριμένα επ’ αυτής της δήλωσης της.  Η θέση της όμως συνάδει πλήρως με τη μαρτυρία της μητέρας της σύμφωνα με την οποία στις 25.11.21 της τηλεφώνησε ανήσυχη η ΜΚ12 λέγοντας της πως ο Κατηγορούμενος βρισκόταν έξω από το σπίτι τους, της χτυπούσε τα τηλέφωνα και την πόρτα λέγοντας πως ήθελε να της μιλήσει και επιβεβαιώνεται ουσιαστικά από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 51, αφού στις 22:15 της 25.11.21 ο Κατηγορούμενος έστειλε στη ΜΚ12 μήνυμα «Σε παρακαλώ άνοιξε μου ένα λεπτό…» (βλ. Τεκμήριο 51, σελ. 6) και γίνεται αποδεκτή. 

 

Μετά από αυτά, και χωρίς να είναι ξεκάθαρο αν τούτο έγινε το βράδυ της 25.11.21 ή στις 26.11.21, η ΜΚ12 επέστρεψε και πάλι στο σπίτι του Κατηγορούμενου.  Η επόμενη έντονη συζήτηση ξεκίνησε, σύμφωνα με τη ΜΚ12 το πρωινό της 27.11.21, όταν ο Κατηγορούμενος διάβασε παλιές συνομιλίες της στο κινητό της.  Μετά τη συζήτηση ο Κατηγορούμενος την πήρε κομμωτήριο από το οποίο την έπιασε με τα παιδιά του και πήγαν όλοι μαζί σε πάρκο στους Αγίους Τριμιθιάς.  Εκεί  ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να στέλνει μηνύματα σε κάποια κοπέλα για να δείξει στη ΜΚ12 ότι μπορούσε και εκείνος να συνομιλεί με κοπέλες, οπότε και δημιουργήθηκε ένταση μεταξύ του ζεύγους.  Στον δρόμο της επιστροφής, πέταξε το τηλέφωνο της ΜΚ12 έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου, αλλά το τηλέφωνο δεν έσπασε και η ΜΚ12 το ανέκτησε.  Περί τις 22:00 ξεκίνησε καβγάς λόγω, πάλι, του περιεχομένου του τηλεφώνου της ΜΚ12.  Σε εκείνα τα πλαίσια ο Κατηγορούμενος ζήτησε από τη ΜΚ12 να τηλεφωνήσει στον ΜΚ2 και να του πει ότι είναι «πουτάνα», κάτι που η ΜΚ12 έπραξε επειδή είχε αρχίσει να φοβάται.  Της ζήτησε να τηλεφωνήσει και σε άλλον άνδρα τον οποίο έψαξε η ΜΚ12 ονομαστικά στο Facebook και να του ζητήσει να μην την ξαναενοχλήσει, πράγμα που επίσης έκανε.  Οι πιο πάνω περιγραφές της ΜΚ12 ήταν και πάλι λεπτομερείς.  Ούτε σε σχέση με αυτές αντεξετάστηκε.  Η δε θέση της ότι πήρε τηλέφωνο τον ΜΚ2 και του ανέφερε πως είναι «πουτάνα», επιβεβαιώνεται από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ2, διά της οποίας επιβεβαιώνεται, εμμέσως πλην σαφώς, και ο λόγος του καβγά του ζεύγους (περιεχόμενο του κινητού τηλεφώνου της ΜΚ12), αφού η ΜΚ12 είπε στον ΜΚ2, σύμφωνα με τα λεγόμενα του τελευταίου, πως «είμαι πουτάνα διότι έστελνα φωτογραφίες με αντρικά και γυναικεία μόρια σε άλλους», όταν δε αυτός τη ρώτησε γιατί το λέει αυτό, η ΜΚ12 του είπε πως αντάλλαξε φωτογραφίες που δεν είχαν σωστό περιεχόμενο με τρίτα πρόσωπα.  Σύμφωνα περαιτέρω με τη μαρτυρία του ΜΚ2, συνομίλησε με άντρα που του είπε πως ονομάζεται «Θ.Κ.».  Χωρίς κανένα δισταγμό, δεχόμαστε τη σχετική πειστικότατη μαρτυρία της ΜΚ12 πως το πρόσωπο που συνομίλησε με τον ΜΚ2 και του είπε ότι είναι ο «Θ.Κ.» ήταν πράγματι ο Κατηγορούμενος ο οποίος του μίλησε στην παρουσία της ΜΚ12.  Θα ήταν, προσθέτουμε, εκτός λογικής να αποδεχθεί κάποιος ότι η ΜΚ12, σε ανύποπτο χρόνο και αρκετά προ της καταγγελίας, σκηνοθέτησε το εν λόγω τηλεφώνημα και ζήτησε από κάποιον άλλο (άγνωστο) άντρα να πει στον ΜΚ2 ότι ονομάζεται «Θ.Κ.» και τα όσα άλλα ο ΜΚ2 ανέφερε, προσβάλλοντας παράλληλα τον εαυτό της.  Σύμφωνα περαιτέρω με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ2, η ΜΚ12 δεν του μίλησε ποτέ προηγουμένως με τέτοια λόγια για τον εαυτό της και ουδέποτε είχαν παρόμοιου περιεχομένου συζητήσεις και θα ήτο εξίσου εκτός λογικής να δεχθεί κάποιος πως η ΜΚ12 πήρε ένα βράδυ ένα συνάδελφο της (παντρεμένο με παιδιά) τηλέφωνο για να του πει τα όσα του είπε, άνευ λόγου και αιτίας, αν δεν είχε πράγματι εξαναγκαστεί να το πράξει από τον Κατηγορούμενο, ως η μαρτυρία της η οποία γίνεται αποδεκτή, από την οποία επιβεβαιώνεται άλλη μία φορά πως ο Κατηγορούμενος επιθυμούσε να την ελέγχει και ότι τη ζήλευε.  Σημειώνουμε εδώ πως δεν διαφεύγει την προσοχή μας πως ενώ στην κατάθεση της Τεκμήριο 38 η ΜΚ12 ξεκάθαρα ανέφερε πως η συνομιλία με τον ΜΚ2 έγινε μετά τις 22:00 της 27.11.21, από την προφορική της μαρτυρία αφήνεται να νοηθεί ότι η συνομιλία έλαβε χώραν ενωρίτερα.  Δεν έχουμε αμφιβολία πως η όποια σύγχυση στην προφορική της μαρτυρία ως προς την ώρα που πραγματοποιήθηκε το τηλεφώνημα προς τον ΜΚ2 οφείλεται σε καλόπιστο σφάλμα και ότι η ορθή ώρα είναι αυτή που ανέφερε στην κατάθεση της την οποία έδωσε χρονικά κοντά στα επίδικα γεγονότα, αφού το γεγονός ότι το πιο πάνω τηλεφώνημα έγινε το βράδυ επιβεβαιώνεται από τον ΜΚ2 στη δική του κατάθεση, Τεκμήριο 16.

 

Σύμφωνα περαιτέρω με τη μαρτυρία της παραπονούμενης, παρά τα πιο πάνω τηλεφωνήματα στα οποία προέβη (η ΜΚ12), ο Κατηγορούμενος εξακολουθούσε να είναι πολύ νευριασμένος και ξεκίνησε να της ρίχνει ό,τι έβρισκε μπροστά του – πορτοκάλια, τασάκια, αναμμένο αποτσίγαρο (το οποίο άγγιξε στο χέρι της αλλά δεν την έκαψε), μια μπουκάλα νερό που περιείχε μέσα αποτσίγαρα και μετά ένα μπουκάλι κρασιού.  Η πρώτη κίνηση που έκανε ήταν να φέρει τα δυο της χέρια μπροστά στο πρόσωπο της και η μπουκάλα έσπασε πάνω της και την έκοψε βαθιά στο δεξί της χέρι μεταξύ καρπού και αγκώνα και άρχισε να τρέχει πάρα πολύ αίμα.  Η παραπονούμενη έβαλε το χέρι της κάτω από τη βρύση στην κουζίνα και μετά το τύλιξε με αρκετό χαρτί κουζίνας το οποίο γέμισε αίμα σε δευτερόλεπτα.  Η ΜΚ12 είπε στον Κατηγορούμενο «δες τι μου έκαμες και μπροστά στα μωρά» και του ζήτησε να την πάρει στις Πρώτες Βοήθειες, αλλά αυτός αρνήθηκε και της είπε «στ’ αρχίδια μου, εν με κόφτει να μείνεις να πεθάνεις».  Ακολούθως η ΜΚ12 τύλιξε το χέρι της με πετσέτα κουζίνας και του ζήτησε να τη βοηθήσει να τη δέσει για να μείνει σταθερή, πράγμα που ο Κατηγορούμενος έκανε.  Τα παιδιά του Κατηγορούμενου έκλαιγαν και του ζητούσαν να ηρεμήσει, και ο Κατηγορούμενος απάντησε στο ένα παιδί «κοιμήσου να σου περάσει».  Επίσης έπιασε το κινητό τηλέφωνο της παραπονούμενης και αφαίρεσε όλες τις σταθερές συσκευές τηλεφώνου (από κουζίνα, καθιστικό και δωμάτιο) και τις έβαλε μέσα στο παντελόνι του για να μην μπορεί η παραπονούμενη να επικοινωνήσει με οποιονδήποτε.  Ακολούθως ξάπλωσε να κοιμηθεί δίπλα από τα παιδιά του.

 

Η ΜΚ12 αντεξετάστηκε εκτενώς από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης σε σχέση με τα ανωτέρω και της υποβλήθηκε η θέση του Κατηγορούμενου ως προς τον τρόπο πρόκλησης του τραυματισμού στο χέρι της.  Πλην όμως η παραπονούμενη δεν ταλαντεύθηκε.  Παρέμεινε σταθερή και κάθετη στην πιο πάνω εκδοχή της και με ευθύτητα, ευκολία και αυθορμητισμό απαντούσε κάθε ερώτηση που της τέθηκε σε σχέση με αυτή. 

 

Επιχειρήθηκε μέσω της αντεξέτασης της να καταδειχθεί πως θα ήταν αδύνατο να προκληθεί το τραύμα που προκλήθηκε με τον τρόπο που περιέγραψε.  Ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι «το μπουκάλι κρασιού δεν χτύπησε οποιοδήποτε σημείο του σώματος μου, αλλά χτύπησε σε αυτό εδώ το σημείο, που εάν κάνεις γροθιά θα αντιληφθείτε μόνοι σας πόσο σκληρό γίνεται, γιατί ήταν η αμυντική κίνηση που έμαθα στο Krav Maga και αυτό εδώ είναι πολύ σκληρό σημείο, γίνεται σκληρό σημείο εάν κάνουμε τη γροθιά μας έτσι και μπορείς να κόψεις πολλά χτυπήματα, ακόμα και στο σώμα από το σώμα του άλλου απέναντι σε κάποιον που σου κάνει επίθεση.».  Περιέγραψε επίσης, με αναφορά σε σημεία της δικαστικής αίθουσας, την απόσταση στην οποία βρισκόταν ο Κατηγορούμενος όταν της έριξε την μπουκάλα (περίπου 6 μέτρα).  Η ΜΚ12 απέρριψε κάθε υποβολή που της τέθηκε τείνουσα να καταδείξει το αδύνατο της εκδοχής της, λ.χ. ότι αν τα πράγματα γίνονταν όπως τα περιέγραψε, θα ράγιζε ή θα έσπαζε το κόκκαλο της.  Χωρίς να κλονιστεί καθόλου από τις υποβολές και αναφέροντας, ευλόγως, μη ούσα εμπειρογνώμονας, πως δεν γνώριζε τι θεωρητικά θα μπορούσε να γίνει, είπε πως αυτό που ξέρει είναι το αποτέλεσμα που υπήρχε στο δικό της σώμα και αυτό είναι που με συνέπεια, επιμονή και πειστικότητα περιέγραψε.  Πέραν δε της μαρτυρίας της ίδιας της παραπονούμενης η οποία περιέγραψε βιωματικά τα όσα έγιναν, όσον αφορά την υποβληθείσα θέση ότι θα έπρεπε να είχε σπάσει το κόκκαλο (αν τα πράγματα είχαν γίνει όπως τα περιέγραψε), επισημαίνουμε πως σύμφωνα με τη μαρτυρία των ΜΚ13, ΜΚ14 και ΜΥ4, η ρίψη άδειου μπουκαλιού βάρους 500 – 700 γρ. από απόσταση 6 μέτρων δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη σε κάταγμα του οστού.  Είναι δε σημαντικό να τονιστεί πως ακόμα και αν η μαρτυρία του ΜΥ4 γινόταν εξ ολοκλήρου αποδεκτή (που δεν έγινε για τους λόγους που προαναφέρθηκαν), αυτή δεν αποκλείει το να έγινε η επίθεση με τον τρόπο που περιέγραψε η παραπονούμενη, αφού, όπως αντιληφθήκαμε η μοναδική του «ένσταση» ήταν ότι η μπουκάλα έσπασε κατά την επαφή της με το χέρι, έχοντας αποδεχτεί (ο ΜΥ4) ότι αν η μπουκάλα χτυπούσε στο χέρι (και δεν έσπαζε εκείνη τη στιγμή) θα μπορούσε να προκληθεί το τραύμα που φαίνεται στις φωτογραφίες Τεκμήριο 28.[9]

 

Δεν αρνήθηκε η παραπονούμενη ότι ερωτήθηκε από διάφορα πρόσωπα ως προς τον τρόπο πρόκλησης του τραύματος στο χέρι της (τόσο από μέλη της οικογένειας της όσο και από άλλα πρόσωπα, περιλαμβανομένης της μητέρας του Κατηγορούμενου).  Εξήγησε όμως παράλληλα και πειστικά πως προσπαθούσε να βρει δικαιολογίες για όλους όσους τη ρωτούσαν τι έπαθε και ότι δεν θυμάται καν αν έδιδε την ίδια ή διαφορετική απάντηση, αφού, φοβούμενη ακόμα και για τη ζωή της, προσπάθεια της ήταν να αποκρύψει την αλήθεια.  Το ίδιο έπραξε (είπε, δηλαδή, ψέματα ως προς τον τρόπο πρόκλησης του τραύματος) και μιλώντας με τον ιατρό που την εξέτασε στις Πρώτες Βοήθειες στο Απολλώνειο Νοσοκομείο.  Όπως εξήγησε, παρόλο που είχε ζητηθεί από τον Κατηγορούμενο να περάσει έξω, ο Κατηγορούμενος παρέμεινε στον χώρο όπου βρισκόταν και η ίδια με τον ιατρό, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να πει την αλήθεια.  Θυμόταν ακόμη και το γεγονός ότι υπήρξε κάποια ένταση μεταξύ ενός νοσηλευτή ή νοσηλεύτριας και του Κατηγορούμενου που ζητούσε από τον τελευταίο να αποχωρήσει, με τον Κατηγορούμενο να του/της λέει «δεν θα την αφήσω μόνη της», λεπτομέρειες που έχουν τη δική τους σημασία και προσθέτουν στη θετική εικόνα που σχηματίσαμε, αφού συνηγορούν υπέρ της εντύπωσης που αποκομίσαμε περί του ότι τα βιώματα της είναι που μετέφερε η ΜΚ12 στο Δικαστήριο και όχι κατασκευάσματα της φαντασίας της.  Πρόσθεσε δε η ΜΚ12 πως οι απειλές που δέχθηκε σε συνδυασμό με τα όσα προηγήθηκαν ενέτειναν τον φόβο της και την ατολμία της να αποκαλύψει την αλήθεια.  Και απ’ αυτού του θέματος παρατηρούμε πως η ΜΚ12 δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση, απέρριψε δε με συνέπεια κάθε υποβολή προς την κατεύθυνση ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν μαζί της στο Νοσοκομείο και ότι βρισκόταν πέραν των δύο ωρών μόνη της με τους ιατρούς.  Τα όσα δε περιέγραψε, ότι δηλαδή πράγματι ζητείτο από τον Κατηγορούμενο να αποχωρήσει αλλά αυτός δεν έφυγε, συνταιριάζει με τη μαρτυρία του ΜΚ14 ότι ενώ επί καιρώ Covid υπήρχαν αυστηρά μέτρα ως προς το ποιος μπορούσε να μπει στο Απολλώνειο Νοσοκομείο, ειδικά στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών, λόγω της φύσης του (τμήματος) και της πολυκοσμίας, γίνονταν μερικές φορές «παρανομίες». 

 

Υποβλήθηκε στη ΜΚ12 ότι η άδεια ασθενείας που της δόθηκε από τον ιατρό ήταν για περίοδο μίας εβδομάδας (επειδή, σύμφωνα με τη θέση της Υπεράσπισης, «δεν ήταν τόσο τραγικό το τραύμα σου») και ότι είναι η ίδια που ζήτησε δύο εβδομάδες επειδή δεν ήθελε να επιστρέψει πίσω στην εργασία της.  Η ΜΚ12, προτού ακόμη της υποδειχθεί το έγγραφο που κατατέθηκε εν τέλει ως Τεκμήριο 44, ανέφερε πως πράγματι η αρχική της άδεια ασθενείας της ήταν για μία εβδομάδα (παρόλο που η εισήγηση του ιατρού ήταν εξαρχής για δύο εβδομάδες), αλλά μετά, επειδή αισθανόταν αρκετό πόνο, πήρε παράταση για ακόμα μία εβδομάδα.  Σε περαιτέρω ερωτήσεις που της έγιναν επί του θέματος, η ΜΚ12 έδωσε ακόμη περισσότερες λεπτομέρειες, εξηγώντας πως λόγω του ότι τα παιδιά με τα οποία είχε να κάνει ενέπιπταν στην «ειδική εκπαίδευση» και δεν αντιλαμβάνονται το πόσο προσεχτικά πρέπει να είναι όταν κάποιος έχει ένα τραύμα, όταν βεβαιώθηκε σε συνομιλία της με τη Διευθύντρια του σχολείου πως υπήρχε αντικαταστάτρια, παράτεινε την άδεια της για ακόμα μία εβδομάδα αφού δεν είχε αναρρώσει.  Δεν διαπιστώνουμε οτιδήποτε που να τείνει να πλήξει την αξιοπιστία της ΜΚ12.  Όσον δε αφορά στη σοβαρότητα του τραύματος, η ΜΚ12 είπε πως είδε με τα μάτια της το κόκκαλο της και ότι το τραύμα ήταν πάρα πολύ βαθύ με πολλές ραφές εσωτερικά και εξωτερικά, με το γεγονός ότι συρράφηκαν διάφορα στρώματα να επιβεβαιώνεται από το ιατρικό πιστοποιητικό του ΜΚ14, Τεκμήριο 48.  Και ο ΜΥ4 χαρακτήρισε άλλωστε το τραύμα ως «αρκετά μεγάλο».

 

Τα όσα ακολούθησαν του τραυματισμού, περιεγράφηκαν από τη ΜΚ12 στην προφορική της μαρτυρία ως εξής:

 

«Α. […] Και αφού κοιμήθηκαν και οι τρεις, κάποια στιγμή εγώ από το κλάμα, από τον πόνο, από την ένταση, ούτε παυσίπονο δεν είχα, είχα κουρνιάσει στον...δεν θυμάμαι σε ποιον καναπέ, αν ήταν ο μπροστά ή ο πίσω, είχα κουρνιάσει σε μια γωνιά, δεν θυμάμαι πόσες ώρες κατάφερα να κοιμηθώ από την εξάντληση και από τον πόνο και κάποια στιγμή με είχε ξυπνήσει, μου είπε ότι είμαι αναίσθητη και μου είπε ότι "θέλω να μου κάμεις πίπα όπως κάμνεις σε όλους τους άλλους γιατί μόνο έτσι ευχαριστιούμαι εγώ". Εγώ του είπα "όχι", αλλά μόλις είδα το ύφος του και την αντίδρασή του, ήταν έτσι αρκετά θυμωμένος, ότι θέλω να γίνει το δικό μου, ξάπλωσε ήδη στον καναπέ που σας είχα υποδείξει στη φωτογραφία 9 που φαίνεται το πίσω μέρος, φωτογραφία 8, 9 ο γκρίζος καναπές πίσω (βλέπει το Τεκμήριο 1 η μάρτυρας). Είχε πάρει ήδη θέση στον καναπέ, είχε ήδη βγάλει το παντελόνι του, οπότε στο κάτω μέρος ήταν γυμνός και μου είπε "θα μου κάμεις πίπα". Εγώ, όπως σας είπα, αντέδρασα, μου είπε "όχι, θα μου το κάμεις" και μάλιστα, εκείνη την ώρα πήρε το κινητό του, το κινητό του στα χέρια του, είπε μου "εν να σε βγάλω βίντεο όπως έβγαζες και με τους άλλους, όπως οι άλλοι έχουν βίντεο δικά σου", δεν θυμάμαι ακριβώς. Εγώ είχα δει το φλας του κινητού. Δεν ξέρω εάν έβγαζε βίντεο εκείνη την ώρα, όπως είχα πει στην κατάθεσή μου, ή απλά άνοιξε το φλας για να...για να μου πει ότι και καλά "βγάζω βίντεο". Και μου μιλούσε, εννοώ όπως είπα, έβγαζε βίντεο και μου υποδείκνυε στην ουσία τι να κάμω. Εγώ στο μεταξύ πονούσα το δεξί μου χέρι που ήταν δεμένο με τις πετσέτες και στηριζόμουν στο αριστερό χέρι. Ελαλούσε μου να του...να ακουμπάω το πέος του με το χέρι μου, είπα του "πονώ". Ελαλούσεν μου "εν με κόφτει". "Κάμε τζιείνο που σου λαλώ" τζιαι γενικά "εδιάταζεν" με, να το πω στο τι να κάμνω. Μου υπέβαλλε αρκετές φορές τι να κάμνω.

E.               Είπες ότι του είπες "όχι", αλλά εν τέλει του έκανες πεολειχία. Για ποιον λόγο του έκαμες πεολειχία; 

A.               Γιατί είχε προηγηθεί το περιστατικό με το χέρι μου, είχα δεμένο το χέρι μου, πονούσα πάρα πολλά, σφάδαζα από τους πόνους και λέω αφού του είπα όχι και αντέδρασε, αν συνεχίσω να είμαι αρνητική, τι άλλο να πάθω; Να πεθάνω;»

 

Ενώ σε άλλο σημείο είχε αναφέρει πως προ της πράξης ο Κατηγορούμενος της είπε «εν να μου κάμεις πίπα όπως κάμνεις και τους άλλους. Δεν έχεις άλλη επιλογή» και σε άλλο σημείο είπε ότι «εγώ εσκέφτουμουν ότι αφού είχε προηγηθεί το γεγονός με το μπουκάλι και το τι μου είπε ότι δεν είχα άλλη επιλογή όσον αφορά την πεολειχία, προσπαθούσα να πηγαίνω με τα νερά του, να το πω λαϊκά, για να μην τον προκαλέσω να κάμει κάτι χειρότερο ή κάτι αντίστοιχο κλπ.»

 

Συνιστά κοινό έδαφος ότι κατά τη διάρκεια της πεολειχίας, ο Κατηγορούμενος έβγαζε βίντεο.  Κατ’ ακρίβεια, δεν έβγαλε ένα συνεχόμενο βίντεο, χωρίς διακοπές, αλλά διάφορα μικρά βίντεο (συνολικά έντεκα) τα οποία περιέχονται στο USB Τεκμήριο 10 (αρχεία 4280 έως 4290).  Με δεδομένο ότι τα βίντεο αποτελούν πραγματική μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο δύναται να παρακολουθήσει και να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα, αποτελώντας συνάμα ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας και ακρίβειας άλλης μαρτυρίας που παρουσιάζεται ενώπιον του (λ.χ. προφορικής) (βλ. σύγγραμμα των Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2014, σελ. 333-334, Ντιμιτρένκο ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 124/21, ημερ. 18.4.24), αξίζει να γίνει αναφορά στο περιεχόμενο των εν λόγω βίντεο, αφού αυτό επιβεβαιώνει κατά την κρίση μας διάφορα στοιχεία της μαρτυρίας της ΜΚ12: 

 

Ήταν η θέση της ΜΚ12 ότι κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης, ο Κατηγορούμενος της υπέβαλλε τι να κάνει.  Τούτο επιβεβαιώνεται από πάρα πολλά σημεία των βίντεο, στα οποία ο Κατηγορούμενος φαίνεται πράγματι να της λέει κατά τρόπο προστακτικό τι να κάνει («Βάρ’ τον ούλλο μέσα», «Δε το βίντεο.  Ε δε το!», «Γλύψε μου τζαι τ’ αρχίδια μου», «Πιο κάτω», «Άλλαξε στάση», «Φτύσ’ του», «Χαΐδευκε μου τα’ αρχίδια μου», «Παίζε την μες στο στόμα σου», «Γλώσσα! Παίξε τον να σου χύσω.  Πιο γλήορα» κτλ), με τη ΜΚ12 να υπακούει στις όποιες εντολές της έδιδε.  Όταν δε τη ρώτησε «Θέλεις να σε γαμήσω», αν και η ΜΚ12 αρχικά δεν απάντησε (προσπαθούσε όπως εξήγησε προφορικά να προσπεράσει την ερώτηση), τελικά του είπε «Κάμνω ό,τι θέλεις εσύ», και σε επόμενη ερώτηση «εσύ τι θέλεις» η ΜΚ12 δεν έδωσε καμία απάντηση (αρχείο 4288) γεγονός που επιβεβαιώνει τη θέση της ότι η ίδια δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, τι απάντηση έπρεπε να δώσει και ότι απλά υπάκουε εντολές για να μην αντιδράσει χειρότερα (ο Κατηγορούμενος).  Εν τέλει όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 10, η μοναδική πρωτοβουλία που πήρε η ΜΚ12 στην όλη σεξουαλική πράξη, ήταν όταν ρώτησε τον Κατηγορούμενο τι ήθελε να του κάνει για «να τελειώσει», που και αυτό με τη σειρά του επιβεβαιώνει ότι επιθυμία της ήταν να λήξει η σεξουαλική πράξη το συντομότερο δυνατό χωρίς να της ζητηθεί να κάνει κάτι περαιτέρω και χωρίς να προκαλέσει άλλη βίαιη αντίδραση από τον Κατηγορούμενο.  Ήταν επίσης η θέση της ΜΚ12 ότι πονούσε το δεξί της χέρι (το οποίο είχε λίγη ώρα πριν τραυματιστεί), πράγμα εμφανέστατο στο σύνολο σχεδόν των αρχείων.  Πέραν του ότι σε ένα σημείο (στο αρχείο 4283) του λέει ότι πονάει όταν αυτός της λέει δύο φορές «Εν το απολαμβάνεις», σε πολλά σημεία φαίνεται η ΜΚ12 να σταματά και να βλέπει το δεξί της χέρι που είναι τυλιγμένο με καρό πετσέτα της κουζίνας, οι εκφράσεις του προσώπου της και τα επιφωνήματα της δείχνουν πρόσωπο που πονά, βάζει σε κάποιο στάδιο το χέρι της στο πίσω μέρος της μέσης της με την έκφραση της επίσης να φανερώνει πόνο (εξήγησε προφορικά πως το σώμα της ήταν σε περίεργη στάση για να προστατεύει το δεξί της χέρι το οποίο ήταν τραυματισμένο και λόγω της στάσης της πονούσε και τη μέση και την πλάτη της), ενώ σε άλλα σημεία φαίνεται να σταματά και να κοιτάζει και το αριστερό της χέρι ανοίγοντας την παλάμη της και γενικότερα οι κινήσεις και οι εκφράσεις του προσώπου της ξεκάθαρα αποκαλύπτουν την υπερπροσπάθεια που κατέβαλλε για να συνεχίσει (βλ. ενδεικτικά αρχείο 4282, αρχείο 4284, αρχείο 4288, αρχείο 4289, αρχείο 4290).  Εντούτοις, σε κανένα στάδιο δεν τη ρώτησε ο Κατηγορούμενος αν θέλει να σταματήσει, παρά μόνο συνέχισε να της δίδει «εντολές» ως προς το τι να κάνει, όταν δε του επανέλαβε η ΜΚ12 πως είναι «με ένα χέρι» και ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το άλλο, ο Κατηγορούμενος της είπε «Εν με το σιέρι που γλύφεις εσύ;» (αρχεία 4283 και 4285), ενώ σε άλλο σημείο, όταν η ΜΚ12 του είπε πως δεν μπορούσε να ακολουθήσει την επιθυμία του («Πιο κάτω») λόγω του τρόπου με τον οποίο καθόταν (έχοντας προηγουμένως εξηγήσει στον Κατηγορούμενο ότι προσπαθούσε να πιέζεται το χέρι της στο χαρτί), αντί ο Κατηγορούμενος να σταματήσει, η αντίδραση του και η εντολή προς τη ΜΚ12 ήταν «Άλλαξε στάση» (αρχείο 4286), λόγια που χωρίς καμία αμφιβολία πλέον φανερώνουν τη διάθεση και στάση του.  Σε επιβεβαίωση της θέσης της ΜΚ12 ότι δεν ήθελε εκείνο το βράδυ να προβεί στην πεολειχία οδηγεί και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος ρώτησε από τα αρχικά στάδια της σεξουαλικής πράξης τη ΜΚ12 αν της αρέσει (ολοκληρωμένα τα λόγια του Κατηγορούμενου ήταν τα εξής: «Βάρ’ τον ούλλο μέσα.  Βάρ’ τον ούλλο.  Μα εν θωρείς το βίντεο.  Δε το βίντεο.  Ε δε το! Αρέσκει σου;») και η ΜΚ12 κούνησε το κεφάλι της δεξιά αριστερά, κίνηση που υποδείκνυε αρνητική απάντηση (όπως άλλωστε την εξέλαβε και ο Κατηγορούμενος όπως παραδέχθηκε στη δική του μαρτυρία, αν και προσπάθησε να τη συσχετίσει μόνο με τη κάμερα), με τον Κατηγορούμενο όχι μόνο να μη διερευνά καθόλου την αρνητική της απάντηση αλλά να την αγνοεί παντελώς και να της λέει αμέσως στη συνέχεια «Γλύψε μου τζαι τ’ αρχίδια μου» (βλ. αρχείο 4282). 

 

Επέμεινε η ΜΚ12 ότι ανέφερε στον Κατηγορούμενο ότι πονά το χέρι της αλλά εκείνος της είπε «εν με κόφτει, κάμε τζείνο που σου λαλώ».  Το ότι η ΜΚ12 ανέφερε στον Κατηγορούμενο ότι πονά το χέρι της, επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10.  Αυτό που δεν επιβεβαιώνεται, είναι ότι της είπε τη φράση «εν με κόφτει, κάμε τζείνο που σου λαλώ».  Η ΜΚ12 ανέφερε επίσης πως σε κάποιο στάδιο «έκανα μια κίνηση προς τα πίσω και τότε ο Θ.Κ.έσπρωξε το κεφάλι μου με το χέρι του και μου είπε να συνεχίσω».  Το γεγονός ότι στο βίντεο δεν καταγράφεται η φράση «εν με κόφτει, κάμε τζείνο που σου λαλώ» ή η κίνηση με το χέρι του Κατηγορούμενου, έδωσαν έναυσμα στην Υπεράσπιση να ισχυριστεί πως η ΜΚ12 ψεύδεται στις αιτιάσεις της.  Δεν συμφωνούμε.  Τα βίντεο που προβλήθηκαν ήταν αποσπασματικά και το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να καταλήξει ότι σε αυτά αποτυπώνεται το σύνολο της πράξης, η οποία, αντίθετα, φαίνεται να ξεκίνησε πριν από το πρώτο αρχείο (το αρχείο 4280).  Συγκρίνοντας δε το περιεχόμενο της έκθεσης Τεκμήριο 22 με τις διάρκειες των βίντεο, επιβεβαιώνεται πως απουσιάζουν από τις λήψεις κάποια κομμάτια της όλης πράξης.  Λ.χ. το αρχείο 4286 ξεκίνησε στις 3:19:32 και έχει διάρκεια 30 δευτερόλεπτα και το αμέσως επόμενο αρχείο (το 4287) ξεκινά στις 3:22:40.  Και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος άλλωστε παραδέχθηκε στη δική του μαρτυρία πως υπήρχαν σημεία στα οποία εκείνος σταμάτησε να τραβά βίντεο (προβάλλοντας βεβαίως πως όταν σταματούσε τη λήψη η ΜΚ12 του έλεγε να συνεχίσει για να βιντεοσκοπήσει ολόκληρη την πράξη).  Το γεγονός, λοιπόν, ότι δύο σημεία στα οποία η ΜΚ12 αναφέρθηκε δεν αποτελούν μέρος του περιεχομένου των αρχείων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν πλήττει την αξιοπιστία της.  Εξάλλου το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος αγνόησε τη δυσφορία και τον πόνο που η ΜΚ12 αισθανόταν λόγω του τραυματισμού του χεριού της, προκύπτει αβίαστα από το περιεχόμενο των αρχείων, όπως προαναφέρθηκε.  Ομοίως, η αξιοπιστία της δεν πλήττεται από το γεγονός ότι τη δεύτερη φορά που ο Κατηγορούμενος ρώτησε τη ΜΚ12 αν της αρέσει, αυτή του απάντησε «ναι» (αρχείο 4288).  Όπως εξήγησε προφορικά, την πρώτη φορά που τη ρώτησε είχε πει «όχι» (όπως επιβεβαιώνεται από το αρχείο 4282), αλλά η προσπάθεια της ήταν να του δώσει την απάντηση που αυτός θα θεωρούσε σωστή και να έχει τη στάση που αυτός θα θεωρούσε σωστή. 

 

Το περιεχόμενο των βίντεο επιβεβαιώνει, σημειώνουμε, και άλλη πτυχή της μαρτυρίας της ΜΚ12 και συγκεκριμένα τη θέση της ότι ο Κατηγορούμενος είχε γνώση του περιεχομένου του κινητού της (περιλαμβανομένων βίντεο και φωτογραφιών) καθώς και των μηνυμάτων που αντάλλαζε με πρώην σύντροφο της, τα οποία ο Κατηγορούμενος σχολίαζε κατά τη διάρκεια της επίμαχης σεξουαλικής πράξης.  Συγκεκριμένα στο αρχείο 4283 της λέει «Εν μου τα γλύφεις ούλλα όπως έτασσες του  Χ» (ο Χ, σημειώνουμε, είναι πρώην σύντροφος της ΜΚ12) και στο αρχείο 4284 της λέει «Ε μάνα μου εθκιάβασα ίνταμπου κάμνεις».  Στο αρχείο 4287 της λέει «Τα ούλλα του Χ ποια ένει που γλύφεις;» και σε απάντηση της ΜΚ12 «Έν ηξέρω» της λέει «Αφού εσύ τα έγραφες.  Εννα μου τα κάμεις τζαι ΄μένα; Εννα μου κάμεις τα ίδια;».  Η ΜΚ12 του απάντησε ότι δεν έκανε τίποτα και ο Κατηγορούμενος της είπε «Έγραφες τα μόνο;» και μετά «Αφού έγραφες τα, έχω τα μηνύματα»

 

Εν τέλει τίποτα δεν κλόνισε τις σταθερές και συνεπείς θέσεις που η ΜΚ12 προέβαλε ως προς το πώς οδηγήθηκαν τα πράγματα στην πράξη της πεολειχίας τα ξημερώματα της 28.11.21.  Η δε πραγματική μαρτυρία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο υποστηρίζει την εκδοχή της ως προς τα όσα προηγήθηκαν της πράξης, όπως αυτά φανερώνονται μέσα από τις λεκτικές και μη λεκτικές αντιδράσεις της ιδίας και τις εύγλωττες εκφράσεις του προσώπου της, αλλά και από τα λόγια του Κατηγορούμενου που ακούγονται στα βίντεο.

 

Το πρωινό της 28.11.21, ο Κατηγορούμενος πήρε τη ΜΚ12 στο Απολλώνειο Νοσοκομείο.  Στα όσα εκεί εκτυλίχθηκαν έγινε μνεία ανωτέρω, όσον δε αφορά στο ίδιο το τραύμα και τη θεραπεία που παρασχέθηκε στη ΜΚ12, μαρτυρία έδωσε ο ΜΚ14, η οποία έχει ήδη αξιολογηθεί.  Να σημειώσουμε επίσης πως όπως προκύπτει από τη μαρτυρία των ΜΚ6 και ΜΚ9, εκείνη την ημέρα (δηλαδή 28.11.21) είχε οργανωθεί οικογενειακό τραπέζι στον Μαθιάτη στο οποίο η ΜΚ12 δεν παρευρέθηκε.  Η ΜΚ12 είπε αρχικώς στην αδερφή της πως δεν θα πήγαινε επειδή είχε κανονίσει κάτι άλλο με τον Κατηγορούμενο, το βράδυ, όμως, την ενημέρωσε πως η πραγματικότητα ήταν ότι είχε τραυματιστεί στο χέρι και θα έμενε σπίτι με άδεια ασθενείας, κάτι για το οποίο η ΜΚ6 ενημέρωσε με τη σειρά της τη συνάδελφο της παραπονούμενης, δηλαδή τη ΜΚ3, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία της τελευταίας.  Για τον τραυματισμό της ενημέρωσε την ίδια ημέρα και τη μητέρα της και την επομένη, δηλαδή στις 29.11.21, τον αδερφό της (τον οποίο πήρε για να τον ενημερώσει ότι δεν θα πήγαινε τις δύο επόμενες εβδομάδες μάθημα αυτοάμυνας επειδή είχε ραφές στο χέρι). 

 

Οι μέρες που ακολούθησαν και τουλάχιστο μέχρι τις 4.12.21, φαίνεται να ήταν καλές για το ζεύγος.  Όπως είπε η ΜΚ12, χωρίς να τύχει αμφισβήτησης περί τούτου, όταν το χέρι της ήταν δεμένο δεν μπορούσε να το χρησιμοποιεί και ο Κατηγορούμενος τη βοηθούσε να φάει, να βγάλει το σακάκι της και να κάνει μπάνιο.  Πρόσθεσε δε σε άλλο στάδιο πως όταν επέστρεψε στην εργασία της, ζητούσε βοήθεια από τις συναδέλφους της για να γράφουν στα τετράδια των μαθητών ή να της φέρνουν έτοιμα φυλλάδια επειδή δεν μπορούσε να γράψει με το δεξί της χέρι. 

 

Ανοίγουμε εδώ άλλη μία παρένθεση για να αναφερθούμε στις περιστάσεις συμβίωσης των δύο (παραπονούμενης και Κατηγορούμενου).  Η ΜΚ12 είχε αναφέρει στην κατάθεση της Τεκμήριο 38 ότι στις 5.11.21 είχε δημιουργήσει δεσμό με τον Κατηγορούμενο και πως μετά από λίγες μέρες αποφάσισαν να συγκατοικήσουν (σελ. 1, γρ. 5, 6), καθώς και ότι στις 10.12.21 πήγε στο πατρικό της με τον Κατηγορούμενο για να μεταφέρει τα προσωπικά της αντικείμενα στο σπίτι του (σελ. 4, γρ. 93 έως 95).  Στην κυρίως εξέταση της ανέφερε πως είχαν ξεκινήσει να συγκατοικούν, αν θυμάται καλά, μέσα στον Νοέμβριο και ότι έμεινε αρκετές φορές στο σπίτι του Κατηγορούμενου.  Στην αντεξέταση της διευκρίνισε τα εξής:

 

«Α.      […] Εδώ που λέω ότι "αποφασίσαμε μετά από λίγες μέρες να συγκατοικήσουμε", δεν εννοώ ήταν από κοινού απόφαση μετά από λίγες μέρες.  Διευκρινίζω ότι η συγκατοίκηση έγινε, η ουσιαστική συγκατοίκηση, που με ανάγκασε να πάω στο σπίτι μου να πάρω τα πράγματα μου και να τα μεταφέρω στο δικό του σπίτι, όπως φαίνονται και σε φωτογραφίες, τα δικά μου αντικείμενα.  Έγινε αφού είχαμε πάει στο δικό μου σπίτι μαζί με τα παιδιά του να μεταφέρουμε τα πράγματα μου.  Τότε ήταν στην ουσία συγκατοίκηση.  Έμενα κάποια βράδια στο σπίτι του, αλλά δεν έμενα συνεχόμενα βράδια πριν το περιστατικό με το χέρι. 

E.        Άρα ήταν μόνιμη συγκατοίκηση μετά το περιστατικό με το χέρι; Αυτό μας λέτε;

A.        Έμενα καθημερινά στο σπίτι του όσο ήμουν με άδεια.»

 

Ανέφερε επίσης κατά την αντεξέταση της, πως είχε πληρώσει και τον λογαριασμό Netflix του σπιτιού.

 

Τίποτα από τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση.  Καταλήγουμε, συνεπώς, πως μετά τη γνωριμία τους, η ΜΚ12 ξεκίνησε να διανυκτερεύει κάποια βράδια στην οικία του Κατηγορούμενου.  Μετά τις 27-28.11.21 και μέχρι τη λήξη της σχέσης, έμενε στο σπίτι του κάθε βράδυ πλέον, με τη ΜΚ12 να μεταφέρει τα προσωπικά της αντικείμενα στην οικία του Κατηγορούμενου στις 10.12.21.  Σε κάποιο στάδιο, πλήρωσε και τον λογαριασμό Netflix του σπιτιού.

 

Το γεγονός ότι η ΜΚ12 ξεκίνησε να διαμένει μόνιμα στην οικία του Κατηγορούμενου μετά τα περιστατικά της 27 και 28 Νοεμβρίου, έδωσε έναυσμα σε περαιτέρω σειρά ερωτήσεων κατά την αντεξέταση της με τελική κατάληξη την υποβολή της θέσης ότι «εάν το περιστατικό με το χέρι σας γινόταν όπως το περιγράψατε στο Δικαστήριο, δεν υπήρχε περίπτωση, σας λέω εγώ, να πηγαίνατε να πιάσετε ούλλα σας τα πράγματα και να τα πάρετε στον Κατηγορούμενο.  Δεν υπήρχε ούτε και 1%»H ΜΚ12 και πάλιν δεν κλονίστηκε.  Εξήγησε ότι ο Κατηγορούμενος «την ανάγκασε» να μετακομίσει σπίτι του, όχι, όπως κατέστησε σαφές, με βία, αλλά «με τα λεγόμενα και τις πράξεις του».  Επανέλαβε πως η συμπεριφορά του είχε σκαμπανεβάσματα και ήταν καλός μαζί της τη μια μέρα και την άλλη κακοποιητικός.  Μάλιστα, όπως ανέφερε σε προγενέστερο στάδιο της μαρτυρίας της, τις ημέρες που ακολούθησαν τον τραυματισμό της, ο Κατηγορούμενος ήταν ιδιαίτερα περιποιητικός, τη βοηθούσε να φάει και να κάνει μπάνιο.  Κρίνουμε σκόπιμο να επαναλάβουμε και πάλι πως το γεγονός ότι κάποιος τρίτος, εκ των υστέρων, βλέπει ως παράλογη τη συμπεριφορά της παραπονούμενης, τούτο δεν σημαίνει ότι ψεύδεται.  Η συμπεριφορά της θα πρέπει, όπως έχει προαναφερθεί, να ιδωθεί μέσα από τα δικά της μάτια, και τα όσα μέχρι τότε βίωσε στα πλαίσια της επίμαχης σχέσης, που περιλάμβαναν φόβο που προκλήθηκε από απειλές και εκδήλωση βίαιης συμπεριφοράς σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες μέχρι τότε, τη μείωση της προσωπικότητας της σε σημείο που έκανε και την ίδια να αμφιβάλλει για τον εαυτό της και τις εναλλαγές στη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ο οποίος μετά τα όποια περιστατικά βίας τη φρόντιζε και της συμπεριφερόταν καλά, τη γνώρισε στα παιδιά του και τους γονείς του και την περιλάμβανε στις οικογενειακές του δραστηριότητες και την καθημερινότητα του και εν τέλει τις αμφιβολίες και αμφιθυμίες που είχε και η ίδια ένεκα ακριβώς αυτής της αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς και αντιμετώπισης της από τον Κατηγορούμενο.  Το γεγονός, λοιπόν, πως μετά τα όσα συνέβησαν στις 27.11.21 όχι μόνο δεν εγκατέλειψε τον Κατηγορούμενο, αλλά ξεκίνησε να διαμένει ουσιαστικά μαζί του, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα αναξιοπιστίας της μάρτυρος.

 

Όπως προαναφέρθηκε, οι μέρες που ακολούθησαν της 28.11.21 ήταν καλές.  Τούτο αντικατοπτρίζεται στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 52 (και των γραπτών μηνυμάτων που το ζεύγος αντάλλασσε), καθώς και στις διάφορες φωτογραφίες και βίντεο που παρουσιάστηκαν με πρωτοβουλία της Υπεράσπισης, στις οποίες το ζεύγος εμφανίζεται χαρούμενο, και συνάδει με την ειλικρινή προφορική μαρτυρία της ΜΚ12 καθώς και με την κατάθεση της (Τεκμήριο 38, σελ. 4, γρ. 91).  Ερωτηθείσα για το βίντεο ημερ. 30.11.21 η ΜΚ12 αναφέρθηκε ξανά τις εναλλαγές στη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ο οποίος τη μία μέρα ήταν πολύ καλά και την άλλη κακοποιητικός, προσθέτοντας ότι προφανώς το συγκεκριμένο λήφθηκε σε μία από τις καλές μέρες.  Ομοίως δέχτηκε ότι στο βίντεο που λήφθηκε την 1.12.21 η ίδια ήταν καλά, επαναλαμβάνοντας πως τις μέρες που δεν την κακοποιούσε ο Κατηγορούμενος χαλάρωνε και η ίδια.  Δέχθηκε ότι φαινόταν καλά (η ίδια) και στο βίντεο που τραβήχτηκε στις 2.12.21.  Ερωτηθείσα ειδικώς για το «ξέσπασμα γέλιου» στο βίντεο επανέλαβε και πάλι πως εκείνες τις μέρες ο Κατηγορούμενος δεν ήταν κακοποιητικός και προσπαθούσε και η ίδια να περνά και να είναι καλά «Εγώ ήμουν καλά τις μέρες που ήταν καλός απέναντι μου και περιποιητικός και έκαμνε τα αστεία του, γιατί δεν με κακοποιούσε.  Δεν υπήρχαν σκηνές βίας τις συγκεκριμένες μέρες».  Ήταν μέσα σε αυτές, τις καλές ημέρες τη σχέσης (2.12.21), που η ΜΚ12 απέστειλε γραπτό μήνυμα στον Κατηγορούμενο στο οποίο περιλαμβάνονταν δύο εικονίδια (emoji): ένα με ένα ζευγάρι με μία καρδιά στη μέση και ένα που απεικονίζει μπιμπερό.  Ερωτηθείσα γιατί έστειλε το δεύτερο εικονίδιο στον Κατηγορούμενο (το μπιμπερό), η ΜΚ12, χωρίς κανένα δισταγμό, αναφέρθηκε σε δύο περιπτώσεις στις οποίες ο Κατηγορούμενος της ανέφερε πως ήθελε να αποκτήσει παιδί μαζί της (ένα περιστατικό στο Mall και ένα περιστατικό εντός κάποιας εκκλησίας).  Σε υποβολή ότι αυτή είναι που ζητούσε από τον Κατηγορούμενο ένα παιδί (και συγκεκριμένα μια κόρη), ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος της είχε πει σε συζητήσεις ότι ήθελε να αποκτήσουν ένα παιδί και οικογένεια μαζί και την κατηύθυνε για να του λέει αυτά που ήθελε να ακούσει.  Αυτό το σκέλος της μαρτυρίας της δεν αποδυναμώνει, κρίνουμε, την αξιοπιστία της.  Συνάδει με τη γενικότερη κατάσταση που βίωνε, ένα κράμα φόβου, αμφιθυμίας και σύγχυσης.

 

Ανέφερε επίσης η ΜΚ12 ότι στις 2 και 3 Δεκεμβρίου δάνεισε στον Κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των €3.250 (βλ. τις καταθέσεις της Τεκμήρια 40 και 41).  Υποστήριξε ότι όταν συνόδευε τον Κατηγορούμενο στις διάφορες διανομές προϊόντων ενόσω βρισκόταν με άδεια ασθενείας άκουγε τον Κατηγορούμενο να μιλά στο τηλέφωνο με κάποιον Κυριάκο που εργάζεται στην τράπεζα και «γκρίνιαζε ότι δεν έφτασε στο ποσό του».  Το ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον χρόνο εκείνο αντιμετώπιζε κάποια προβλήματα με τη δουλειά του συνάδει με τη μαρτυρία της μητέρας του, ΜΥ1, η οποία ανέφερε ότι «είχε προβλήματα με τη δουλειά του, είχε έννοιες με τον στρατό, πώς να εξυπηρετήσει, πώς να τα βγάλει πέρα, τούτα ούλλα.  Αλλά έβλεπα τον, δεν ήταν το χαρούμενο πρόσωπο για να … είχε πολλά προβλήματα…».  Το γεγονός ότι η ΜΚ12 καταχώρησε αγωγή διά της οποίας διεκδικεί την επιστροφή του πιο πάνω ποσού, έδωσε έναυσμα σε υποβολή της Υπεράσπισης ότι καταχώρησε την αγωγή για να τιμωρήσει τον Κατηγορούμενο αφότου χώρισαν.  Η ΜΚ12 με πειστικότητα αρνήθηκε την υποβολή, επιμένοντας πως τα εν λόγω χρήματα δόθηκαν στον Κατηγορούμενο υπό μορφή δανεισμού και όχι ως το δικό της μερίδιο για τη συμβίωση, επισημαίνοντας επί του τελευταίου πως επρόκειτο για αρκετά μεγάλο ποσό (περί των €3.000) και συνεπώς δεν έβγαινε ούτε «μαθηματικά» η εισήγηση της Υπεράσπισης.  Δεν έχουμε διαπιστώσει οτιδήποτε που να μπορεί να δώσει υπόσταση στη θέση ότι η ΜΚ12 καταχώρησε την αγωγή για να τιμωρήσει τον Κατηγορούμενο.  Αντίθετα, δεχόμαστε πως κίνητρο της παραπονούμενης για την καταχώρηση της αγωγής είναι το να της επιστραφεί αυτό που θεωρεί πως δικαιούται μέσω της μοναδικής νόμιμης οδού, δηλαδή μέσω πολιτικού Δικαστηρίου. 

 

Ακολουθούν τα όσα, κατά τη ΜΚ12, επισυνέβησαν στις 4.12.21 και τα τηλεφωνήματα που έγιναν στην παρουσία της στο γραφείο του ΜΥ3 στο εστιατόριο [  ] προς τον θείο της, ΜΚ5, και τη μητέρα της, ΜΚ9, τα οποία περιέγραψε στην κατάθεση της, Τεκμήριο 40 και πιο αναλυτικά στην προφορική της μαρτυρία.  H μαρτυρία της σε σχέση με τα διαμειφθέντα εκείνη την ημέρα στο γραφείο του ΜΥ3 στο εστιατόριο [  ], συνάδουν, σε γενικές γραμμές, με τη μαρτυρία των ΜΚ5 και ΜΚ9.  Υπάρχουν βέβαια κάποιες επουσιώδεις, κατά την κρίση μας, αντιφάσεις μεταξύ των λεχθέντων των μαρτύρων.  Λόγου χάριν ο ΜΚ5 αναφέρθηκε σε δύο τηλεφωνήματα προς τον ίδιο – το πρώτο από τη ΜΚ12 και το δεύτερο από το κινητό τηλέφωνο του Κατηγορούμενου, ενώ η ΜΚ12 αναφέρθηκε σε ένα τηλεφώνημα προς τον ΜΚ5 στο οποίο του μίλησαν διαδοχικά εκείνη και μετά ο Κατηγορούμενος.  Δεν θεωρούμε πως τέτοιου είδους αντιφάσεις πλήττουν την αξιοπιστία των μαρτύρων, αλλά μάλλον την ενδυναμώνουν, φανερώνοντας έλλειψη προσυνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς τα όσα θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 612, 629).  Είναι δε λογικό ο ΜΚ5 να θυμάται καλύτερα και με περισσότερες λεπτομέρειες τα όσα συνέβησαν, συγκριτικά με τη ΜΚ12, αφού αυτή ήταν και η μοναδική επαφή του με τον Κατηγορούμενο, με το περιστατικό να είναι σοκαριστικό για τον ίδιο.  Το ίδιο ισχύει και για τη ΜΚ9 η οποία στη δική της μαρτυρία έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες απ’ ότι η ΜΚ12 ως προς το περιεχόμενο του τηλεφωνήματος της 4.12.21.  Η ουσία είναι, όπως προαναφέρθηκε, πως οι μαρτυρίες των τριών συνάδουν μεταξύ τους πως εξ αφορμής του σχολίου του ΜΚ5 κάτω από μία φωτογραφία της ΜΚ12 και του Κατηγορούμενου σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, η ΜΚ12 και ο Κατηγορούμενος συνομίλησαν με τους ΜΚ5 και ΜΚ9, με τη ΜΚ12 να μιλά στους δικούς της με απότομο τρόπο και να υπερασπίζεται τον Κατηγορούμενο (κατευθυνόμενη κατά τη θέση της από εκείνον ως προς το τι θα τους έλεγε), τον Κατηγορούμενο να ζητά εξηγήσεις, να βρίζει και να απειλεί, και τον ΜΥ3 να μιλά σε αμφότερους τους ΜΚ5 και ΜΚ9 με ήρεμο ύφος και να ζητά να πληροφορηθεί για το ποιος έδωσε στον ΜΚ5 πληροφορίες για τον χαρακτήρα του Κατηγορούμενου.  Με αυτά τα δεδομένα και τονίζοντας πως ουδεμία ερώτηση έγινε στη ΜΚ12 κατά την αντεξέταση της σε σχέση με αυτό το σκέλος της μαρτυρίας της, ούτε και της υποβλήθηκε οποιαδήποτε θέση παρουσιάζουσα μία άλλη εκδοχή ως προς τα όσα επισυνέβησαν εκείνη την ημέρα, η μαρτυρία της ΜΚ12 γίνεται αποδεκτή.  Προσθέτουμε δε εδώ πως η θέση που πρωτοπροβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο στη μαρτυρία του ότι στο εστιατόριο [  ] δεν υπάρχει γραφείο, πέραν του ότι ουδέποτε υποβλήθηκε στη ΜΚ12, καταρρίπτεται από τη μαρτυρία του ίδιου του ΜΥ3.

 

Παραπέμφθηκε περαιτέρω η ΜΚ12 στα μηνύματα που αντάλλαξε με τον Κατηγορούμενο στις 7.12.21, και χωρίς να αμφισβητήσει ότι έστειλε στον Κατηγορούμενο τα μηνύματα που φαίνονται στο Τεκμήριο 52 την εν λόγω ημερομηνία, και ενώ ανέφερε πως εξ όσων θυμόταν εκείνον τον καιρό παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα μετά το σχολείο στο πατρικό της, δεν μπορούσε να θυμηθεί γιατί έγραψε τα όσα έγραψε στον Κατηγορούμενο κατά τον ουσιώδη χρόνο.  Το ουσιώδες είναι ότι σε υποβολή πως τα εν λόγω μηνύματα κάθε άλλο από φόβο φανέρωναν, η ΜΚ12 επανέλαβε ότι ο Κατηγορούμενος δεν την κακοποιούσε καθημερινά και ότι υπήρχαν τόσο πολύ καλές στιγμές όσο και πολύ κακές.  Όταν επρόκειτο για μέρα που δεν την κακοποιούσε, περνούσε και η ίδια καλά, και ένιωθε πιο ήρεμη και πιο ανάλαφρη.  Ομοίως, παραπέμφθηκε σε μηνύματα που αντάλλαξε με τον Κατηγορούμενο την ίδια ημέρα (7.12.21) τα οποία είχαν ερωτικό περιεχόμενο και σε ερώτηση αν αυτή είναι συμπεριφορά γυναίκας που βίωσε βιασμό επτά ημέρες προηγουμένως αναφέρθηκε συναφώς ξανά στο ότι είχαν προηγηθεί περιστατικά βίας, ότι δεν ήταν κακοποιητικές όλες οι μέρες, ότι είχε και η ίδια αμφιβολίες και αμφιθυμίες και ότι δεν ήξερε πώς να αντιδράσει στα όσα συνέβαιναν.  Η σχετική απάντηση της μάρτυρος[10] συνταιριάζει με τα όσα προαναφέρθηκαν ως προς τους λόγους που δεν εγκατέλειψε τον Κατηγορούμενο παρά την εκδήλωση βίας, με τις θέσεις της να έχουν σχολιαστεί εκτενώς ανωτέρω.

 

Ακολούθησε, στις 10.12.21, η μεταφορά των προσωπικών αντικειμένων της παραπονούμενης στην οικία του Κατηγορούμενου και η επίσκεψη της την ίδια ημέρα στον ΜΚ14 για αφαίρεση των ραφών από το χέρι της (βλ. Τεκμήριο 48). 

 

Στις 11.12.21, ημέρα Σάββατο, η ηρεμία των προηγούμενων ημερών ανατράπηκε σύμφωνα με τα όσα η ΜΚ12 ανέφερε στην κατάθεσή της, αφού αφότου επέστρεψαν σπίτι μετά την αγορά χριστουγεννιάτικου δέντρου ξεκίνησε νέα διαφωνία μεταξύ της και του Κατηγορούμενου.  Ήταν τότε που ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα πάντοτε με τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη, τη χτύπησε πρώτα στο αριστερό της πόδι και μετέπειτα στο τραυματισμένο της χέρι, με αποτέλεσμα να ανοίξει η πληγή (δηλαδή, όπως προφορικά εξήγησε, η πληγή «ζούμιζε», δηλαδή έτρεχε υγρό και αίμα).  Η ΜΚ12 πόνεσε και σκούπισε την πληγή και ο Κατηγορούμενος της είπε «μεν το θωρείς έτσι τζαι εννά σου κάμω το άλλο σιηρόττερο».  Το γεγονός ότι την ίδια ημέρα λήφθηκαν οι φωτογραφίες Τεκμήριο 54 για τους λόγους που προαναφέρθηκαν δεν είναι ικανό να καταρρίψει την αξιοπιστία της εκδοχής της παραπονούμενης.  Δεν πρέπει εξάλλου να λησμονείται, πως στις φωτογραφίες δεν αποτυπώνεται τίποτα παρά μόνο μια στιγμή και δεν έχει τη δυνατότητα μία φωτογραφία να αποκαλύψει είτε το τι προηγήθηκε είτε το τι πραγματικά αισθάνεται το πρόσωπο που απεικονίζεται σε αυτή, εφόσον πολλά είναι που μπορεί εκάστοτε να κρύβονται πίσω από ένα χαμόγελο.  Το βράδυ της 11.12.21 ο Κατηγορούμενος της επέβαλε να σβήσει όλες τις συνομιλίες που είχε στο κινητό της καθώς και διάφορες παλιές φωτογραφίες και η ΜΚ12 έσβησε κάποιες από αυτές.  Κατά την κυρίως εξέταση της, τής υποδείχθηκε το Τεκμήριο 8, με τη μάρτυρα να λέγει ότι «πιθανόν να ήταν αυτό με το οποίο με χτύπησε στο χέρι και αυτό που λύγισε για να μου το φέρει γύρω από τον λαιμό».  Δεν υποβλήθηκε κάποια συγκεκριμένη ερώτηση στη μάρτυρα σε σχέση με το πιο πάνω περιστατικό, το οποίο περιέγραψε με λεπτομέρεια, με τη μάρτυρα να δίδει με ευκολία, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, περισσότερες λεπτομέρειες ως προς το πού και πώς άνοιξε η πληγή.  Το γεγονός ότι η πληγή στο χέρι της ΜΚ12 «άνοιξε» επιβεβαιώνεται από τον ΜΚ14 ο οποίος στο Τεκμήριο 48 κατέγραψε πως «στις 13.12.21 η ασθενής παρουσίασε μερική διάσπαση τραύματος όπου έγινε τοπική περιποίηση και περίδεση του τραύματος».  Η 13.12.21 είναι η Δευτέρα που ακολούθησε το Σαββατοκύριακου 11 – 12 Δεκεμβρίου 2021.  Αν και ο ΜΚ14 σημείωσε αυτή την ημερομηνία στο ιατρικό του πιστοποιητικό, είναι εμφανές πως αυτή ήταν η ημερομηνία στην οποία η ΜΚ12 τον επισκέφθηκε (όπως ανέφερε και η ίδια στην κυρίως εξέταση της), αφού μέσα από τη μη αμφισβητηθείσα και αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΚ3 επιβεβαιώνεται πως το προηγούμενο βράδυ, δηλαδή το βράδυ της 12.12.21, η ΜΚ12 την ενημέρωσε πως δεν θα πήγαινε σχολείο στις 13.12.21 επειδή υπήρχε επιπλοκή στο τραύμα (βλ. Τεκμήριο 17, σελ. 1).  Υπό το φως των ανωτέρω, ειλικρινής κρίνεται η ΜΚ12 και επ’ αυτού του σκέλους της μαρτυρίας της.  Σημειώνουμε βεβαίως ότι αν και δεν μπορούμε να αποδεχτούμε πως το αντικείμενο με το οποίο ο Κατηγορούμενος τη χτύπησε ήταν το Τεκμήριο 8 αφού ούτε η παραπονούμενη μπορούσε να τοποθετηθεί θετικά ως προς τούτο, δεχόμαστε εντούτοις ότι το χτύπημα έγινε με τη χρήση κάποιου κονταριού.

 

Η ΜΚ12 αναφέρθηκε στη συνέχεια στα όσα έλαβαν χώραν την Κυριακή 12.12.21.  Περιέγραψε τα διαμειφθέντα με μεγάλη λεπτομέρεια τόσο στην κατάθεση της, όσο και κατά την κυρίως εξέταση της, στα πλαίσια της οποίας της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 9 και ανέφερε πως επρόκειτο για ένα από τους κάδους ανακύκλωσης που είχαν στο σπίτι, εντός του οποίου υπήρχαν άδεια μπουκάλια μπύρας (είχε αναφέρει στην κατάθεση της πως ο Κατηγορούμενος της έριξε άδεια μπουκάλια μπύρας) και ένα σπασμένο μπουκάλι ουίσκι (είχε αναφέρει στην κατάθεση της πως της είχε ρίξει ένα μισογεμάτο μπουκάλι ουίσκι στα πόδια, το οποίο έσπασε δίπλα της) αναφέροντας συνάμα το ακριβές σημείο στο οποίο το μπουκάλι έσπασε, καθώς και τη συνομιλία του Κατηγορούμενου με τον γιο του η οποία ακολούθησε.  Περιέγραψε επίσης τις κινήσεις, τόσο του Κατηγορούμενου όσο και τις δικές της, όταν ο Κατηγορούμενος πήρε το αλουμινένιο σκουπόξυλο, το λύγισε και προσπάθησε να το περάσει γύρω από τον λαιμό της.  Το σύνολο των περιγραφών της έγινε κατά τρόπο αυθόρμητο, παραστατικό και κατά την κρίση μας πηγαίο.  Η ΜΚ12 δεν δίσταζε ούτε κόμπιαζε πριν τις απαντήσεις της οι οποίες, ιδιαίτερα εκεί όπου της ζητείτο να περιγράψει περιστατικά, ήταν χειμαρρώδεις και λεπτομερείς, επιβεβαιώνοντας την καλή εικόνα που αποκομίσαμε μέσα από το σύνολο της πολύωρης μαρτυρίας της και την έντονη πεποίθηση μας πως τα όσα περιέγραφε αποτελούσαν βιώματα και όχι επίπλαστες ιστορίες.  Το δε γεγονός ότι εντός του κάδου ανακύκλωσης (ο οποίος δεν της υποδείχθηκε μετά την καταγγελία της) υπήρχαν άδεια μπουκάλια που ανταποκρίνονται στις περιγραφές που έδωσε στην κατάθεση της (ακόμα και το σπασμένο μπουκάλι ουίσκι), υποστηρίζει την αξιοπιστία της μαρτυρίας της.  Όπως άλλωστε υποστηρίζουν την αξιοπιστία της εκδοχής της και τα τραύματα που ο ΜΚ13 εντόπισε σε διάφορα μέρη του σώματος της τρεις ημέρες μετά το πιο πάνω περιστατικό (βλ. Τεκμήριο 47 καθώς και τις φωτογραφίες Τεκμήριο 28). 

 

Να σημειώσουμε εδώ πως κατά την αντεξέταση της υποδείχθηκε στη ΜΚ12 το Τεκμήριο 2 και αυτή ανέφερε πως αν θυμάται καλά, το έγραψε «το τελευταίο Σαββατοκυρίακο πριν ελευθερωθώ, να το πω, στις 15.12, ήταν 11 – 12 Δεκεμβρίου».  Ερωτηθείσα γιατί έγραψε τα ωραία και συγκινητικά λόγια που φαίνονται στο Τεκμήριο 2, η μάρτυρας με την ίδια αμεσότητα εξήγησε πως είχαν προηγηθεί κακοποιητικές συμπεριφορές έτσι προσπαθούσε με κάθε μέσο και δύναμη που είχε να κάνει τον Κατηγορούμενο να πιστέψει πως η ίδια ήταν μαζί του και τον στήριζε, προκειμένου να αποφύγει περαιτέρω κακοποίηση.  Είπε χαρακτηριστικά πως η επιθυμία της ήταν να εγκαταλείψει τον Κατηγορούμενο και το όλο σκηνικό βίας και κακοποίησης και απλά περίμενε την κατάλληλη στιγμή, που ούτε η ίδια δεν ήξερε ποια είναι αυτή.  Δεν σκεφτόταν, όπως είπε, το μέλλον, αλλά το γεγονός ότι ζούσε.  Εκείνο το Σαββατοκύριακο (11-12.12.21) είχαν συζητήσει για την οικογένεια της, με τον Κατηγορούμενο να τη ρωτά αν θα επιλέξει την οικογένεια της ή τον ίδιο και η ΜΚ12 του είπε ότι θα απαρνηθεί την οικογένεια της.  Η τελευταία απάντηση της συνάδει με την έτερη θέση της ότι ο Κατηγορούμενος της ζήτησε εκείνη την ημέρα (δηλαδή 12.12.21) να πάρει τηλέφωνο τη μητέρα της και την αδερφή της και να τους πει ότι δεν ήθελε να έχει καμία σχέση μαζί τους, πράγμα που εν τέλει έπραξε.  Συνάδει και με το γεγονός ότι η ΜΚ12 έγραψε στο Τεκμήριο 2 «Στη μάμμα θα μιλήσω».  Η εν λόγω θέση της ΜΚ12 ήταν καθόλα πειστική και συνάδει περαιτέρω πλήρως με τη μαρτυρία των ΜΚ6 και ΜΚ9 ότι εκείνη την ημέρα τους πήρε τηλέφωνο η ΜΚ12 και είπε στη μεν ΜΚ6 ότι δεν ήθελε να την ξαναπάρει τηλέφωνο επειδή αισθανόταν ότι παίζεται κάποιο παιχνίδι πίσω από την πλάτη τους (εκείνης και του Κατηγορούμενου), στη δε ΜΚ9 ότι δεν ήθελε να έχει πλέον σχέση μαζί τους.  Εντός της ίδιας ημέρας πήρε τηλέφωνο και τον αδερφό της, ΜΚ8, και του είπε πως θα σταματούσε να πηγαίνει στα μαθήματα αυτοάμυνας. 

 

Ανοίγουμε εδώ ακόμα μία παρένθεση για να σημειώσουμε πως όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της ΜΚ12, θέση της είναι πως τα επίμαχα περιστατικά βίας έλαβαν χώρα στην παρουσία των παιδιών του Κατηγορούμενου.  Υποβλήθηκε στη μάρτυρα πως από το γεγονός και μόνο ότι έθεσε τα περιστατικά στην παρουσία των παιδιών (τα οποία δεν έμεναν κάθε μέρα με τον Κατηγορούμενο), προκύπτει ότι ψεύδεται.  Η ΜΚ12, όμως, ουδόλως κλονίστηκε, εμμένοντας με σταθερότητα στη θέση της ότι τα περιστατικά βίας έλαβαν χώραν στην παρουσία των παιδιών, την αντίδραση των οποίων περιέγραψε, άλλωστε, σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας της.  Ήταν πειστικότατη η ΜΚ12 στις αναφορές της.  Το δε γεγονός ότι επέμεινε μέχρι τέλους πως τα περιστατικά εκτυλίχθηκαν μπροστά στα μάτια των παιδιών του Κατηγορούμενου οι οποίοι, είπε, ήταν οι μοναδικοί μάρτυρες και «αν λάμβανε καταθέσεις η Αστυνομία από τα παιδιά ίσως θα το έλεγαν», ενισχύει παρά να αποδυναμώνει τη μαρτυρία της.  Αν στόχος της παραπονούμενης ήταν να παρουσιάσει σε Αστυνομία και Δικαστήριο μία κατασκευασμένη ιστορία θα επέλεγε, θεωρούμε, να τοποθετήσει χρονικά τα περιστατικά σε ημέρες που το ζεύγος ήταν μόνο του στο σπίτι και όχι στις ημέρες που ήταν τα παιδιά του εκεί υποδεικνύοντας ως αποκλειστικούς αυτόπτες μάρτυρες τους στενότερους συγγενείς του Κατηγορούμενου, δηλαδή τα παιδιά του, τα οποία κάλλιστα θα μπορούσαν να τη διαψεύσουν. 

 

Την επομένη ημέρα, δηλαδή στις 13.12.21, η ΜΚ12 δεν πήγε σχολείο λόγω του ότι η πληγή στο χέρι της είχε ανοίξει, όπως προαναφέρθηκε.  Περιέγραψε στην κατάθεση της τα όσα επισυνέβησαν και εκείνη την ημέρα.  Παρατηρείται πως από την κατάθεση της απουσιάζει αναφορά σε απόφαση χωρισμού, ενώ από τα μηνύματα που ανταλλάχθηκαν εκείνη την ημέρα φαίνεται να υπήρξε τέτοια απόφαση (βλ. Τεκμήριο 52, σελ. 13 και 14).  Το γεγονός αυτό δεν πλήττει, κατά την κρίση μας, την αξιοπιστία της μάρτυρος, αφού η όποια συζήτηση για χωρισμό δεν φαίνεται να υλοποιήθηκε, όπως ξεκάθαρα προκύπτει από τα (πολλά σε αριθμό) μηνύματα που ανταλλάγησαν την επόμενη ημέρα, 14.12.21, στα οποία η ΜΚ12 και ο Κατηγορούμενος αναφέρονται ο ένας στον άλλο ως «αγάπη μου» και ανταλλάζουν μηνύματα που δείχνουν ζευγάρι που μοιράζεται κοινή καθημερινότητα, όπως το αν θα τον συνοδεύσει η ΜΚ12 για να λάβει την τρίτη δόση εμβολίου, για το αν ο γιος του κατάφερε να παρακολουθήσει μάθημα εξ αποστάσεως, για παραγγελία σοκολάτων για το σπίτι κτλ (βλ. Τεκμήριο 52, σελ. 14 έως 19). 

 

Την επόμενη ημέρα, δηλαδή στις 14.12.21, η ΜΚ12 πήγε σχολείο.  Την ίδια ημέρα, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΚ6, η ΜΚ12 της τηλεφώνησε και της είπε ότι είναι εντάξει να μιλούν και κανόνισαν να μεταβούν μαζί στο σχολείο την επόμενη μέρα.  Σύμφωνα περαιτέρω με την επίσης αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΚ9, μετά το τηλεφώνημα της 12.12.21 είδε τυχαία στο σπίτι τους στη Λακατάμεια τη ΜΚ12 η οποία της είπε ότι ίσως και να ήταν υπερβολική η αντίδρασή της και ότι δεν θα διακόψει τις σχέσεις της μαζί τους.  Εκείνη ήταν η ημέρα που σύμφωνα με τη ΜΚ9 της ανέφερε τον αριθμό «1440».  Το γεγονός ότι δύο μέρες μετά το σκληρό τηλεφώνημα προς την αδερφή και τη μητέρα της η ΜΚ12 αναίρεσε τα όσα τους είπε, συνάδει και ενισχύει τη θέση της ΜΚ12 ότι τα όσα είπε στις 12.12.21 στην αδερφή και στη μητέρα της, δεν ήταν λόγια που εννοούσε. 

 

Η ΜΚ12 περιέγραψε επίσης τα όσα συνέβησαν στις 15.12.21, που είναι η ημέρα στην οποία προέβη στην καταγγελία στο ΤΑΕ Λευκωσίας η οποία οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας.  Η μαρτυρία της ως προς τα όσα προηγήθηκαν της καταγγελίας συνάδει με τα όσα ανέφεραν οι ΜΚ3, ΜΚ6 και ΜΚ9 και ουδόλως αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της.  Αυτό για το οποίο της υποβλήθηκαν ερωτήσεις, είχε να κάνει με τις φωτογραφίες που κατά τη θέση της λήφθηκαν εκείνο το βράδυ στις Πρώτες Βοήθειες (Τεκμήριο 28).  Η επί του προκειμένου μαρτυρία της ουδόλως ταλαντεύτηκε, εξήγησε δε πως δεν ανέφερε την ύπαρξη των φωτογραφιών στην Αστυνομία, επειδή δεν ερωτήθηκε κάτι σχετικώς και δεν θεώρησε ότι έπρεπε να πει κάτι αφού δεν ερωτήθηκε.  Η μαρτυρία της ΜΚ12, ότι οι πιο πάνω φωτογραφίες λήφθηκαν στις Πρώτες Βοήθειες στις οποίες μετέβη μετά την καταγγελία της στην Αστυνομία, η οποία επιβεβαιώνεται από την αξιόπιστη μαρτυρία του πατέρα της, ΜΚ7, γίνεται αποδεκτή.  Επαναλαμβάνουμε πως η θέση του ΜΚ7 ότι ο τελευταίος έλαβε τις φωτογραφίες στις 15.12.21 δεν αμφισβητήθηκε ρητώς∙ αντίθετα η Υπεράσπιση φαίνεται να το αποδέκτηκε μέσω των θέσεων που του υπέβαλε.  Σημειώνουμε εδώ πως η ΜΚ12 επέμεινε με πειστικότητα ότι όταν εξετάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο εκείνο το βράδυ, είχε στο κεφάλι της καρούμπαλα τα οποία ψηλάφισε ο ιατρός που την εξέτασε (δηλαδή ο ΜΚ13).  Με δεδομένη τη σταθερότητα στην προβολή της συγκεκριμένης θέσης (η οποία συνάδει με το γεγονός ότι η παραπονούμενη ζήτησε από τον πατέρα της να φωτογραφίσει και το κεφάλι της – βλ. Τεκμήριο 28), αλλά και τη γενικότερα πολύ καλή εντύπωση που αποκομίσαμε για εκείνην, δεχόμαστε ότι η παραπονούμενη πράγματι ψηλάφισε στο κεφάλι της κάποια εξογκώματα τα οποία όμως, ελλείψει ανάλογης ιατρικώς πλέον διαπίστωσης και καταγραφής τους από πλευράς του ΜΚ13 στο ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε, αδυνατούμε να καταλήξουμε σε εύρημα ως προς το τι ακριβώς ήταν.

 

Όπως προκύπτει από το σύνολο της αντεξέτασης της ΜΚ12, ουσιαστικό μέρος της αναλώθηκε στο να της υποδεικνύονται μηνύματα που αντάλλαξε με τον Κατηγορούμενο, τα οποία κατατέθηκαν αρχικά ως Τεκμήρια προς Αναγνώριση και στη συνέχεια, κατά τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου, ως Τεκμήρια 51 και 52.  Η ΜΚ12 ευθαρσώς επιβεβαίωσε πως αντάλλαζε μηνύματα με τον Κατηγορούμενο.  Όταν της υποδείχθηκαν αρχικά τα έγγραφα, η ΜΚ12 ανέφερε πως διέγραψε από το κινητό της το σύνολο των συνομιλιών της με τον Κατηγορούμενο επειδή δεν ήθελε να έχει κανένα στοιχείο που να της θυμίζει τη σχέση, συνεπώς είχε να δει τα όποια μηνύματα αντάλλαξαν, εδώ και 3,5 περίπου χρόνια, δεν ήταν σε θέση συνεπώς να επιβεβαιώσει την ανταλλαγή των μηνυμάτων που της υποδείχθηκαν, ούτε να θυμάται ακριβώς για ποιο λόγο έγραψε ό,τι έγραψε, ούτε το κατά πόσον στα όσα παρουσιάστηκαν περιέχετο το σύνολο των μηνυμάτων ή αν είχαν διαγραφεί κάποια.  Της υποβλήθηκε η θέση ότι διέγραψε τα μηνύματα «γιατί αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο από αυτό που λέτε εδώ στο Δικαστήριο».  Η ΜΚ12, όμως, ουδόλως κλονίστηκε, επιμένοντας πως διέγραψε τα μηνύματα για τον λόγο που ανέφερε.  Κρίνουμε πως η διαγραφή των μηνυμάτων που αντάλλαξε η ΜΚ12 με τον Κατηγορούμενο δεν πλήττει την αξιοπιστία της.  Βρίσκουμε απολύτως λογικό πρόσωπο που βίωσε δυσάρεστα γεγονότα μέσα σε μία σχέση να επιθυμεί να αφαιρέσει από αντικείμενα καθημερινής χρήσης όπως είναι το κινητό τηλέφωνο οτιδήποτε που να του θυμίζει την εν λόγω σχέση.  Αυτό ήταν άλλωστε που έπραξε, όπως είπε, χωρίς να τύχει αμφισβήτησης, και σε σχέση με φωτογραφίες που είχαν αναρτηθεί στο Facebook και στο Instagram προσθέτοντας αυθόρμητα και μη επιτηδευμένα «Μάλιστα πρόσφατα μου εμφανίζονταν ως story παλιές αναρτήσεις και έκανα τα πάντα για να διαγραφούν, γιατί δεν ήθελα να βλέπω μπροστά μου οποιοδήποτε στοιχείο μου θύμιζε τον κατηγορούμενο».  Εξάλλου, αφ’ ης στιγμής επρόκειτο για μηνύματα που ανταλλάγησαν, το να διαγράψει η ίδια τις συνομιλίες από το δικό της κινητό δεν θα οδηγούσε σε εξαφάνιση των συνομιλιών και από το κινητό του Κατηγορούμενου το οποίο ήταν, υπενθυμίζουμε, στα χέρια της Αστυνομίας.  Η διαγραφή των μηνυμάτων και το συνεπαγόμενο γεγονός ότι δεν τα είδε μετά το 2021, σε συνδυασμό με την έλευση τόσων ετών από τότε (περί των 3,5) δικαιολογούν, κρίνουμε, το ότι δεν θυμόταν να απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις που της υποβάλλονταν λ.χ. γιατί είπε στον Κατηγορούμενο ότι θα μιλούσε στη μητέρα της στις 26.11.21 ή γιατί έγραψε στις 7.12.21 ότι η μητέρα και η αδερφή της κάνουν «σύσκεψη» ή ποιο ήταν το πρόγραμμα των ιδιαιτέρων μαθημάτων που (παραδεκτώς) παρέδιδε τον Δεκέμβριο του 2021 ή τι της έλεγε η μητέρα της όταν τη συνάντησε στο πατρικό της την ίδια ημέρα ή αν μεσολάβησαν τηλεφωνήματα μεταξύ των μηνυμάτων.  Η ουσία είναι ότι, τα μηνύματα που αποσπασματικά παρουσιάστηκαν από την Υπεράσπιση (σε αυτό θα επανέλθουμε), δεν δημιουργούν ρήγμα ούτε και κλονίζουν την εκδοχή της για τους λόγους που πιο πάνω αναλύθηκαν. 

 

Η ΜΚ12 αναφέρθηκε επίσης στο πώς την έκαναν να αισθανθεί τα επίδικα περιστατικά.  Τα συναισθήματα που περιέγραψε ήταν βεβαίως αρνητικά.  Δεν διακρίναμε ενδείξεις ή στοιχεία που να καταρρίπτουν τα όσα η παραπονούμενη ανέφερε ή που να μπορούν να μας οδηγήσουν σε συμπέρασμα πως οι συνεπείς και πειστικές αναφορές της ως προς τα όσα είπε ότι ένιωσε δεν ήταν γνήσιες και ειλικρινείς.  Δεν παραβλέπουμε, όπως προαναφέρθηκε, πως σε χρονικά σημεία πλησίον των επίδικων γεγονότων, υπάρχουν φωτογραφίες και βίντεο που δείχνουν τη ΜΚ12 χαρούμενη και όχι φοβισμένη.  Το παραδέχθηκε άλλωστε και η ίδια ευθαρσώς στη μαρτυρία της, λέγοντας «υπήρχαν στιγμές που περνούσα καλά, που ένιωθα πιο ήρεμη και πιο ανάλαφρη αφού δεν υπήρχαν κακοποιητικές συμπεριφορές απέναντι μου, όμως αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι ήταν βίαιος και ότι μου είχε κάνει όλα αυτά που μου έχει κάνει».  Το γεγονός, λοιπόν, πως υπήρχαν και καλές στιγμές στη σχέση, οι οποίες αποτυπώθηκαν σε φωτογραφίες, βίντεο και μηνύματα, δεν δύνανται να αναιρέσουν τη βασιμότητα των όσων δήλωσε πως αισθανόταν, τόσο αμέσως μετά τα περιστατικά, όσο και γενικότερα, τα οποία την κράτησαν κοντά στον Κατηγορούμενο για 40 περίπου μέρες.  Ανέφερε τέλος η παραπονούμενη, πως για να αντιμετωπίσει τα όσα βίωσε, αποτάθηκε σε ψυχοθεραπεύτρια.  Η θέση της αυτή δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της. 

 

Όπως έχουμε πει, παρακολουθήσαμε την παραπονούμενη με ιδιαίτερη προσοχή.  Η εικόνα που μας άφησε, είναι αυτή ενός ειλικρινούς προσώπου.  Δεν θεωρούμε πως πρόκειται για πρόσωπο το οποίο θα έπλαθε με το μυαλό της όλες τις σκηνές τις οποίες λεπτομερώς περιέγραψε, σε μία ενορχηστρωμένη προσπάθεια να παραπλανήσει το Δικαστήριο, αφηγούμενη στην ουσία γεγονότα εξευτελιστικά για την ίδια και την προσωπικότητα της, συνοδευόμενα με την προβολή σε μία δικαστική αίθουσα βίντεο που λήφθηκαν στις πλέον προσωπικές της στιγμές.  Προφορικά υπήρξε παραστατικός και εν γένει πειστικότατος ο τρόπος με τον οποίο αφηγήθηκε τα διάφορα περιστατικά, περιλαμβανομένων των όσων προηγήθηκαν της πεολειχίας και τις συνθήκες υπό τις οποίες προέβη σε αυτή.  Η πειστικότητα και η σταθερότητα των όσων προέβαλε ήταν χαρακτηριστική, χωρίς να έχει κλονιστεί σε κανένα σημείο κατά την πολύωρη αντεξέταση της. 

 

Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος άφησε αρνητική εντύπωση στο Δικαστήριο.  Ό,τι αναδύθηκε έντονα από τη μαρτυρία του, ήταν η προσπάθεια του να πλήξει την προσωπικότητα της παραπονούμενης και να την αναδείξει ως πρόσωπο μειωμένης ηθικής και είναι χαρακτηριστικό τούτου το γεγονός ότι τουλάχιστο δέκα φορές στα πλαίσια της μαρτυρίας του ανέφερε πως η παραπονούμενη του είπε ότι στο παρελθόν συνευρέθηκε σεξουαλικά με δύο άντρες ταυτόχρονα (ακόμα και αν η ερώτηση δεν είχε σχέση με το θέμα αυτό), επτά περίπου φορές ανέφερε πως η παραπονούμενη είχε στο κινητό της τηλέφωνο βίντεο και φωτογραφίες σεξουαλικού περιεχομένου, και δύο τουλάχιστο φορές ανέφερε πως η παραπονούμενη του είπε ότι με πρώην σύντροφο της κάπνιζε «χόρτο», χωρίς τέτοια θέματα να έχουν άμεση (για να μην πούμε καμία απολύτως) σχέση με τα επίδικα περιστατικά.  Πέραν δε τούτου, επί της ίδιας της μαρτυρίας του παρατηρούνται αντιφάσεις, σε άλλα σημεία της η μαρτυρία στερείται λογικής και πειστικότητας, σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης του εμφανής ήταν η προσπάθεια του να υπεκφεύγει εκεί όπου συναντούσε δυσκολίες, ενώ η πλειοψηφία των προβληθεισών από αυτόν θέσεων, ανεφύησαν για πρώτη φορά στη δική του μαρτυρία, δίχως να δοθεί η ευκαιρία στους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής να τους σχολιάσουν. 

 

Ξεκινώντας από το τελευταίο, ο Κατηγορούμενος προέβαλε, μεταξύ άλλων, πως στο πρώτο ραντεβού η ΜΚ12 του είπε πως συνευρέθηκε σεξουαλικά με δύο άντρες ταυτόχρονα, ότι ο ίδιος είπε εξαρχής στην παραπονούμενη ότι η σχέση τους θα ήταν μόνο σεξουαλική αλλά εκείνη του είπε ότι θα αλλάξει και του ζήτησε μια ευκαιρία.  Όσον αφορά τις 12 - 13.11.21, προέβαλε πως η ΜΚ12 πήγε στην οικία του το βράδυ χωρίς να το θέλει εκείνος και ότι τον «απείλησε» ότι αν δεν της ανοίξει θα ξεκινούσε «να χτυπά τα κουδούνια» του σπιτιού του.  Υποστήριξε επίσης ότι μετά τις 12.11.21 η ΜΚ12 ξεκίνησε να μεταφέρει προσωπικά της αντικείμενα στο σπίτι του, ενώ εκείνος της έλεγε να μην τα παίρνει.  Προέβαλε επιπλέον πως η μητέρα της ΜΚ12 του είπε «Αν νομίζεις ότι την κόρη μου τη μεγάλωσα για να αναγιώνει τα κοπελλούθκια σου, εγελάστηκες».  Όσον αφορά το βίντεο Τεκμήριο 10, προέβαλε πως η ΜΚ12 ήταν που του ζήτησε να το γυρίσουν, ότι η ΜΚ12 ήταν που επέμενε να το γυρίσουν εκείνη τη μέρα παρά τον τραυματισμό της και ότι παρόλο που εκείνος σταμάτησε τη λήψη του βίντεο δύο φορές, η ΜΚ12 του είπε «άνοιξε το να το φκάλεις ούλλο».  Είπε επίσης πως ο ίδιος παρακαλούσε τη ΜΚ12 να την πάρει το ίδιο βράδυ (της 27.12.21) στο Απολλώνειο Νοσοκομείο, αλλά εκείνη αρνήθηκε.  Περαιτέρω προέβαλε πως στο εστιατόριο [  ] δεν υπάρχει γραφείο.  Προέβαλε επίσης ότι στις 11.12.21 ο γιος του Κωνσταντίνος ζήτησε από την παραπονούμενη να φύγει από το σπίτι και εκείνη «ετσιρίλλαν» ότι δεν θέλει να φύγει, έκλαιγε, έπιανε διάφορα πράγματα και τα χτυπούσε πάνω της και έλεγε «γιατί, μα γιατί μου συμβαίνει αυτό» και ότι γενικά η συμπεριφορά της ήταν αλλοπρόσαλλη αφού το ένα λεπτό γελούσε και το άλλο έκλαιγε.  Υποστήριξε επιπλέον ότι σε συζήτηση που είχαν λίγο πριν την ημέρα στην οποία προέβη στην καταγγελία, η ΜΚ12 του είπε «εν να σε καταστρέψω που εν να φύω» και ότι η ΜΚ12 μεταβαίνει σε χώρους όπου συχνάζουν τα παιδιά του και αποκαλύπτει την ύπαρξη και τη φύση της παρούσας υπόθεσης. 

 

Οι πιο πάνω θέσεις αναμφίβολα είναι, κατά την κρίση μας, ουσιώδεις, αφού άπτονται είτε των επίδικων περιστατικών και με αυτές επιχειρήθηκε να πληγούν βασικοί ισχυρισμοί της παραπονούμενης ως προς την εξέλιξη τους, είτε τείνουν να αποδώσουν στη ΜΚ12 κάποιο κίνητρο για την καταγγελία για την οποία μάλιστα, κατά τον Κατηγορούμενο πάντα, η ΜΚ12 απείλησε εμμέσως (λέγοντας του πως θα τον καταστρέψει).  Παραταύτα, ουδέποτε τέθηκαν οι ισχυρισμοί στη ΜΚ12 (ούτε και στη ΜΚ9 στον βαθμό που την αφορούσαν) για να έχει την ευκαιρία να τοποθετηθεί παρά μόνο προβλήθηκαν εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς από τον Κατηγορούμενο, κάτι που, αφενός, αντενδείκνυται από τη νομολογία και, αφετέρου, πλήττει την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής του (βλ. Μοσχάτου ν. Μοσχάτου (1999) 1 Α.Α.Δ. 785, Pal Tekinder v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 551, 590[11], Πολυκάρπου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 149/15, ημερ. 25.4.17, ECLI:CY:AD:2017:D145, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc. (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1527, 1541[12], Cross on Evidence, 4η εκδ., σελ. 227, Λ.Κ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 152/10, ημερ. 28.12.11, Μ.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 14/13, ημερ. 20.3.14[13] και Criminal Procedure in Cyprus, G.M. Pikis, σελ. 107[14]).  Δικαιολογία για την παράλειψη υποβολής των θέσεων του Κατηγορούμενου προς τη ΜΚ12, δεν δόθηκε. 

 

Αποτέλεσε κύρια και βασική θέση του Κατηγορούμενου πως ο ίδιος εξαρχής αποφάσισε ότι η σχέση του με την παραπονούμενη θα ήταν μόνο σεξουαλική και ότι δεν την έβλεπε σοβαρά, πράγμα που της είπε («τζαι εγώ ο ίδιος της έλεγα ξεκάθαρα τζαι με τζείνα που έμαθα τζαι τζείνα που είδα, δεν μπορώ να δω κάτι σοβαρά πέραν του σεξουαλικού» και σε άλλο σημείο ανέφερε πως όταν ξεκίνησε η ΜΚ12 να μεταφέρει πράγματα της στο σπίτι του «εκεί αντέδρασα, εξήγησα της ότι δεν θα πάει κάπου μακρυά…»), και ότι η προσπάθεια του μετά τις πρώτες μέρες της σχέσης ήταν να διακόψει τη σχέση και να απαλλαγεί από την παραπονούμενη.  Οι εν λόγω θέσεις του Κατηγορούμενου καταρρίπτονται μέσα από τη σωρεία μηνυμάτων που απέστειλε στη ΜΚ12 κατά τη διάρκεια της σχέσης τους (τα οποία φαίνονται, έστω και αποσπασματικά, στα Τεκμήρια 51 και 52), καθώς και από άλλα γεγονότα στα οποία θα αναφερθούμε.

 

Πιο συγκεκριμένα, στα μηνύματα Τεκμήρια 51 και 52 την αποκαλεί «αγάπη μου», «καρδούλα μου», «μωρό μου», «άγγελε μου», «γυναικούλα μου».  Στις 20.11.21 της λέει ότι το σπίτι του (το οποίο αποκαλεί στο μήνυμα «σπίτι μας») είναι άδειο χωρίς εκείνην και χωρίς ζωή και ότι λείπει (η παραπονούμενη) και αυτός τρελαίνεται.  Στις 25.11.21 της στέλνει μήνυμα λέγοντας της πως του λείπει.  Στις 26.11.21 της λέει ότι θα κάνει υπομονή αν ξέρει ότι εκείνη (η παραπονούμενη δηλαδή) είναι μαζί του και ότι δεν τον φοβίζουν οι δυσκολίες (εκφράζοντας παράλληλα παράπονο για τη ψυχρότητα της παραπονούμενης).  Στις 30.11.21 σε μήνυμα της παραπονούμενης ότι το απολαμβάνει που είναι μαζί, της απαντά «Το ελπίζω.  Παρόλο που δεν το βλέπω και δεν το νιώθω», παραπονείται, με άλλα λόγια, που η ΜΚ12 δεν του δείχνει ότι το απολαμβάνει που είναι μαζί.  Στις 2.12.21 (όταν η ΜΚ12 βρισκόταν με άδεια ασθενείας λόγω του τραυματισμού στο χέρι) της λέει να μη γράφει (προφανώς εννοεί με το δεξί χέρι που ήταν τραυματισμένο) και ότι «Δεν θέλω να πάθει κάτι δεν θα το αντέξω μετά τι θα κάνω εγώ» και την ίδια ημέρα, αφότου του απέστειλε η παραπονούμενη μήνυμα με εικονίδια ένα ζευγάρι και ένα μπιμπερό της απάντησε «Μεν μου κάνεις τέτοια και κάνω σ την από απόψε» συνοδευόμενο από τρία εικονίδια (emojis) μπιμπερό.  Στις 7.12.21 της λέει πως είναι δίπλα της ό,τι και να γίνει και πως δεν την αλλάζει με τίποτα και την ίδια ημέρα της είπε ότι την αγαπά.  Στις 8.12.21 της είπε ότι του λείπει πολύ και διερωτάτο τι θα κάνει «από Δευτέρας» (τη Δευτέρα 13.12.21, σημειώνουμε, θα επέστρεφε η ΜΚ12 στην εργασία της αφού θα έληγε η άδεια ασθενείας της), λέγοντας της πως ήδη στις δύο ώρες είχε τρελαθεί.  Στις 14.12.21 της έγραψε «Αν κάποτε γίνουμε ένα…» «Και εγώ θέλω να νιώθουμε άνετα»

 

Είναι εμφανές, πιστεύουμε, πως τα μηνύματα που της απέστελλε, καθόλου δεν υποστηρίζουν τη θέση του ότι είχε ξεκαθαρίσει στη ΜΚ12 ότι η σχέση τους θα ήταν μόνο σεξουαλική ή ότι προσπαθούσε διακαώς να τη ξεφορτωθεί.  Η έτερη θέση του ότι τα πιο πάνω μηνύματα ήταν «σεξουαλικού – ερωτικού περιεχομένου», με κάθε σεβασμό, προσβάλλει την ανθρώπινη λογική.  Τα επίθετα με τα οποία την αποκαλούσε, το γεγονός ότι αποκαλούσε το σπίτι του «σπίτι μας», το γεγονός ότι συζητούσε μαζί της για ένα ενδεχόμενο κοινό μέλλον, όχι μόνο καταρρίπτουν την εκδοχή του, αλλά πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του δείχνοντας πως επιχείρησε μέσω της μαρτυρίας του να μεταφέρει μία εντελώς αλλοιωμένη εικόνα των γεγονότων.  Ήταν δε εμφανής η προσπάθεια του να διαστρεβλώσει ακόμα και το αυτόδηλο νόημα που είχαν κάποια μηνύματα.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι σε μήνυμα της παραπονούμενης «Κι εμένα μου λείπεις αγάπη μου! Αλήθεια … πιστεύω ότι η λαμαρίνα δαγκώνετε για τα καλά από εμένα» της απάντησε «Δεν  νομίζω … μόνο από μεριάς μου».  Όταν ερωτήθηκε αν αυτό που εννοούσε στο μήνυμα του είναι ότι «δάγκωσε και αυτός τη λαμαρίνα» και είναι, σημειώνουμε, ξεκάθαρο ότι αυτό είναι που εννοούσε, στην αρχή απάντησε πως το «λαμαρίνα» το ανέφερε η παραπονούμενη και μετά «στο συγκεκριμένο μήνυμα μπορούσα να απαντήσω και στο “μου λείπεις”», αποφεύγοντας να δώσει κάποια απάντηση, τακτική στην οποία προσέφευγε και σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του όπως εκεί όπου σαφώς απέφυγε να απαντήσει στο ερώτημα του γιατί έστειλε στις 30.11.21 μήνυμα στη ΜΚ12 ρωτώντας της αν ντρέπεται που είναι μαζί του και δεν θέλει να μαθευτεί (Τεκμήριο 52, σελ. 1), όπου προσπάθησε να πείσει, ανεπιτυχώς βεβαίως, πως η συζήτηση τους ήταν «περί ερωτικού», λέγοντας εν τέλει πως δεν θυμάται τι αφορούσε η συζήτηση.  Παρόμοια η στάση του ήταν και όταν ερωτήθηκε αν στις 25.11.21 πήγε στο σπίτι της παραπονούμενης και την παρακαλούσε να του ανοίξει (το μήνυμα που της έστειλε ήταν «Σε παρακαλώ άνοιξε μου ένα λεπτό» - βλ. Τεκμήριο 51, σελ. 6), με την απάντηση του να είναι πως δεν θυμάται κάτι τέτοιο.  Όταν δε του υποδείχτηκε πως εκείνη την ημέρα (25.11.21) η ΜΚ12 δεν του απαντούσε στα μηνύματά του πράγμα επίσης αυτόδηλο από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 51 (βλ. σελ. 6), αυτός το αρνήθηκε, παραπέμποντας όμως στα μηνύματα της επόμενης ημέρας, αποφεύγοντας να σχολιάσει αυτό για το οποίο ερωτήθηκε, ότι, δηλαδή, η παραπονούμενη δεν του απαντούσε τα μηνύματα του κι όμως αυτός επέμενε να επικοινωνεί μαζί της.  Και ανοίγουμε εδώ μία παρένθεση για να σημειώσουμε ότι το περιεχόμενο του ίδιου μηνύματος διαψεύδει και τη θέση του (την οποία προώθησε σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του) ότι όταν η ΜΚ12 έφυγε από το σπίτι του για δύο μέρες αφότου πληροφορήθηκε από τη μητέρα της ότι ο ΜΚ5 έμαθε πως ο Κατηγορούμενος είναι επικίνδυνος, αυτός «ούτε την έψαξε, ούτε την εφοήτσιασε», αφού στις 25.11.21 και ενόσω η ΜΚ12 βρισκόταν στο πατρικό της, στις 22:15 της έστειλε μήνυμα «Σε παρακαλώ άνοιξε μου ένα λεπτό»

 

Πειστικότητας στερείται και η θέση του ότι προσπαθούσε να απαλλαγεί από την παρουσία της παραπονούμενης.  Δεν παραβλέπουμε πως πράγματι, όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 51 και 52, στις 18 - 19.11.21 ο Κατηγορούμενος είπε στη ΜΚ12 να φύγει από το σπίτι του (βλ. Τεκμήριο 51, σελ. 1, 2), ενώ στις 13.12.21 φαίνεται να είχε λάβει το ζεύγος απόφαση να χωρίσει (βλ. Τεκμήριο 52, σελ. 13, 14).  Όμως, όπως επίσης προκύπτει από τα ίδια Τεκμήρια (και πέραν και ανεξάρτητα από τη μαρτυρία της ΜΚ12), στις 19.11.21 η ΜΚ12 του είπε πως θα άφηνε τα κλειδιά του στο σπίτι του (βλ. Τεκμήριο 51, σελ. 2) και σύντομα μετά, ο Κατηγορούμενος εκδήλωνε ζεστά συναισθήματα προς τη ΜΚ12.  Συγκεκριμένα, σε μήνυμα που της απέστειλε στις 20.11.21, αποκαλώντας την «καρδούλα μου», της έλεγε ότι του λείπει και ότι το σπίτι τους είναι άδειο χωρίς εκείνην και δεν έχει ζωή και ότι δάγκωσε τη λαμαρίνα (βλ. Τεκμήριο 51, σελ. 7) και σε μηνύματα που της απέστειλε στις 14.12.21 την αποκαλούσε «αγάπη μου» και της έλεγε πως αν ποτέ γίνουν ένα θέλει να αισθάνονται και οι δύο άνετα.  Το γεγονός, συνεπώς, πως υπήρξαν στιγμές που ο Κατηγορούμενος είπε στη ΜΚ12 να χωρίσουν (και τούτο χωρίς να προκύπτει καν με καθαρότητα με ποιου την πρωτοβουλία απομακρύνθηκαν στις 13.12.21), δεν μπορεί να οδηγήσει σε αποδοχή της θέσης του ότι προσπαθούσε να απαλλαγεί από αυτήν.  Πέραν, εξάλλου, των μηνυμάτων που απεστάλησαν όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος έδωσε τα κλειδιά του σπιτιού του στη ΜΚ12, ενέργεια που δεν αναμένεται λογικά από πρόσωπο που θέλει να απαλλαγεί από την παρουσία άλλου, τη γνώρισε στους γονείς του και στα παιδιά του και την περιλάμβανε στις καθημερινές του δραστηριότητες, ενώ, όπως παραδέχτηκε, σε ουδεμία ενέργεια προέβη για να διακόψει την επαφή του μαζί της (λ.χ. να ανακτήσει τα κλειδιά του σπιτιού του, να αλλάξει τον κωδικό του συναγερμού, να σταματήσει να απαντά στα μηνύματα της, να την «μπλοκάρει» από το τηλέφωνο του, να αφαιρέσει τα πράγματα της από το σπίτι του, να μην την παίρνει μαζί του στις δραστηριότητες που έκανε με τα παιδιά του κτλ.).  Οι διάφορες δικαιολογίες που έδωσε, ότι «δεν είναι έτσι άνθρωπος» ή ότι θεωρεί ανώριμο το να «μπλοκάρει» την οποιαδήποτε ή ότι θεωρούσε πως μέσα από τη συζήτηση σιγά σιγά θα κατάφερνε να ξεφορτωθεί την παραπονούμενη ή ότι προσπαθούσε να «πηγαίνει με τα νερά της», πέραν του ότι αναδιαμορφώνονταν κατά το δοκούν και κατά το πώς τον συνέφερε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, καθόλου δεν πείθουν, υπό το φως του συνόλου των γεγονότων της παρούσας, μεταξύ άλλων, του περιεχομένου των μηνυμάτων που της απέστελλε.  Εν τέλει και μετά από ώρες αντεξέτασης ο Κατηγορούμενος μετέβαλε έτι περαιτέρω τις πιο πάνω θέσεις του, όταν ερωτηθείς γιατί δεν διέκοψε τη σχέση του με τη ΜΚ12 όταν αντιλήφθηκε ότι η σχέση δεν θα είχε αίσιο τέλος (βλ. παρ. 10 Τεκμηρίου 50) ανέφερε πως ήθελε μεν να διακόψει τη σχέση, «δηλαδή το που έφερνε τα πράγματα της στο σπίτι, η επαφή με τα μωρά μου κτλ», αλλά «το ερωτικό κομμάτι δεν ήθελα να το διακόψω», αναδιαμορφώνοντας εκ βάθρων τη θέση που προέβαλε στην κυρίως εξέταση του ότι η προσπάθεια και επιθυμία του ήταν να τερματίσουν τη σχέση τους (βλ. Τεκμήριο 50, παρ. 14, 15, 30).

 

Στα πλαίσια της ίδιας προσπάθειας, να καταδείξει, δηλαδή, από τη μία την εμμονή της ΜΚ12 με εκείνον και από την άλλη το γεγονός ότι ο ίδιος δεν την έβλεπε σοβαρά, επιχείρησε να δώσει μία άλλη διάσταση στο γεγονός ότι τη γνώρισε στους γονείς του.  Συγκεκριμένα, ερωτηθείς γιατί γνώρισε την παραπονούμενη στη μητέρα του, ανέφερε πως «τη συγκεκριμένη μέρα που θα πήγαινα στο σπίτι της να φάω απλά πήγα μαζί της».  Η θέση του αυτή καταρρίπτεται από τη μαρτυρία της μητέρας του, ΜΥ1, η οποία είπε πως είχε καλέσει η ίδια τον Κατηγορούμενο και τη ΜΚ12 για φαγητό μία Κυριακή (γνωρίζοντας, προφανώς, για την ύπαρξη της σχέσης) και αυτή ήταν η πρώτη φορά που γνώρισε τη ΜΚ12.  Το δε γεγονός ότι κατά παραδοχή τόσο του Κατηγορούμενου όσο και της ΜΥ1 η ΜΚ12 μιλούσε και η ίδια με τη μητέρα του Κατηγορούμενου τα βράδια όταν η ΜΥ1 τηλεφωνούσε στον γιο της για «καληνύχτα» δίδει και το αληθινό στίγμα των πραγμάτων, ότι, δηλαδή, η εικόνα που άφηνε ο Κατηγορούμενος δεν ήταν ότι επρόκειτο για κάτι περιστασιακό ή για μία αποκλειστικά «σεξουαλική σχέση».

 

Ήταν η θέση του, πως η ΜΚ12 κατασκεύασε την ιστορία που προώθησε στο Δικαστήριο προκειμένου, αφενός, να τον τιμωρήσει και να τον καταστρέψει μετά που την έδιωξε με οποιοδήποτε τρόπο μπορούσε από τη ζωή του, και αφετέρου, να τη δεχτεί πίσω η οικογένεια της αφού προηγουμένως «για να τον ικανοποιήσει» «πήγε» προς εκείνον, εννοώντας ότι πήρε το μέρος του έναντι της οικογένειας της η οποία, κατά τον Κατηγορούμενο, ήθελε να έχει τον έλεγχο και να επιβάλλεται το ένα άτομο προς το άλλο, επαναλαμβάνοντας τη θέση του περί του τι του είπε η μητέρα της παραπονούμενης μία μέρα που πήγε να την παραλάβει από το πατρικό της.  Τέτοιες θέσεις, επαναλαμβάνουμε, δεν υποβλήθηκαν στη ΜΚ12, στην οποία το μόνο που υποβλήθηκε που μπορεί να εκληφθεί πως σχετίζεται με τα κίνητρα της είναι ότι τα όσα ανέφερε περί παραχώρησης δανεικών προς τον Κατηγορούμενο αποτελούν δεύτερες σκέψεις για να τον τιμωρήσει.  Ούτε στη ΜΚ9 υποβλήθηκε ότι είπε οποτεδήποτε στον Κατηγορούμενο τα λόγια που ο τελευταίος της απέδωσε για πρώτη φορά στη μαρτυρία του.  Ανεξαρτήτως τούτου, όμως, η οικογένεια της παραπονούμενης ουδέποτε την εγκατέλειψε.  Το γεγονός ότι ο ΜΚ5 ρώτησε για τον Κατηγορούμενο και η ΜΚ9 της είπε ότι ο Κατηγορούμενος είναι επικίνδυνος για να απομακρύνει την κόρη της από τον τελευταίο, δείχνουν τη συνεχή έγνοια τους για την παραπονούμενη.  Απομακρύνθηκαν μεν από τη ΜΚ12, όπως προαναφέρθηκε, εφόσον αυτή ήταν η επιθυμία της τελευταίας, αλλά σύμφωνα με τη μαρτυρία ιδιαίτερα των ΜΚ6 και ΜΚ9, παρόλα όσα τους είχε πει η παραπονούμενη (ιδιαίτερα στις 12.12.21), μόλις η τελευταία τους είπε πως δεν ήθελε να διακόψει τις σχέσεις μαζί τους, αυτές χωρίς καμία αντίδραση, δέχτηκαν, γεγονός που δείχνει πως η ΜΚ12 καμία δικαιολογία δεν χρειαζόταν.  Περαιτέρω, έστω και αν δεν γνώριζε η ΜΚ12 για ορισμένες ενέργειες των μελών της οικογένειας της ενόσω βρισκόταν σε σχέση με τον Κατηγορούμενο (υπενθυμίζουμε πως έγινε αποδεκτό πως ο αδερφός της επικοινώνησε με ψυχολόγο για να τον βοηθήσει ως προς το πώς θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τη ΜΚ12 και η μητέρα της επικοινώνησε με τον ΣΠΑΒΟ, έχοντας υποψιαστεί πως η κόρη της ήταν θύμα κακοποίησης), οι ενέργειες τους δείχνουν οικογένεια δεμένη και αγαπημένη, τα μέλη της οποίας νοιάζονται το ένα για το άλλο, και που σίγουρα δεν απέρριψε την παραπονούμενη ούτως ώστε να χρειάζεται η τελευταία κάποια δικαιολογία (και μάλιστα τόσο σοβαρή) για να τη δεχτούν πίσω.  Όσον δε αφορά στη θέση πως η ΜΚ12 τον κατήγγειλε επειδή ήθελε να τον τιμωρήσει που την έδιωξε, επαναλαμβάνουμε πως καμία ένδειξη, πόσον μάλλον αξιόπιστη μαρτυρία, έχει προσφερθεί που να μπορεί να δώσει υπόσταση σε κάτι τέτοιο.  Εξάλλου, όπως και ο ίδιος παραδέχτηκε, την ημέρα στην οποία η ΜΚ12 προέβη στην καταγγελία, οι μεταξύ τους σχέσεις δεν ήταν κακές, και ο ίδιος, μάλιστα, είχε παραγγείλει σουβλάκια και την περίμενε για να φάνε μεσημεριανό. 

 

Ο Κατηγορούμενος υποστήριξε πως προτού η ΜΚ12 μεταβεί στην οικία του τα ξημερώματα της 12.11.21, αντάλλαξαν τηλεφωνήματα και γραπτά μηνύματα στα οποία εκείνος της έλεγε να μην πάει στο σπίτι του επειδή είχε τα παιδιά.  Προκαλεί όμως εντύπωση το γεγονός ότι ενώ ο Κατηγορούμενος εκτύπωσε και προσκόμισε στο Δικαστήριο σωρεία μηνυμάτων που αντάλλαξε με τη ΜΚ12, τα μηνύματα μεταξύ της 12ης έως τα ξημερώματα της 13ης Νοεμβρίου τα οποία θα μπορούσαν να παράσχουν απόδειξη για τη θέση του, δεν τα προσκόμισε.  Και τούτο παρόλο που ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι εκτύπωσε όλες τις συνομιλίες που είχε με τη ΜΚ12 στις ημερομηνίες που η ΜΚ12 είχε αναφέρει πως έλαβαν χώρα κάποια περιστατικά (και σαφώς η ΜΚ12 ανέφερε πως το πρώτο περιστατικό κακοποίησης έλαβε χώραν εκείνο το βράδυ όταν μετέβη σπίτι του).  Η επιλογή του αυτή, κατά την κρίση μας, δεν ήταν καθόλου τυχαία, αλλά σκόπιμη και εντάσσεται και αυτή μέσα στην προσπάθεια του να παρουσιάσει μια εικόνα περί των γεγονότων που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.  Όταν δε ερωτήθηκε ρητώς κατά την αντεξέταση του γιατί δεν εκτύπωσε τα μηνύματα εκείνης της νύχτας, σαφώς απέφυγε να απαντήσει στην ερώτηση (η οποία του υποβλήθηκε τρεις φορές), λέγοντας πρώτα πως οι κάμερες μιλούν από μόνες τους (θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε), και μετά ότι της εξήγησε πως είχε τα παιδιά του.  Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του, όταν ερωτήθηκε επί του ιδίου θέματος, ανέφερε πως ίσως δεν υπάρχουν μηνύματα (text messages) επειδή τότε ακόμη μιλούσαν μέσω Viber ή Messenger, θέση που βεβαίως δεν συνάδει με την απάντηση που έδωσε σε προγενέστερο σημείο της αντεξέτασης του, όπου εξήγησε πως «… δηλαδή το πρώτο μήνυμα 5 του μήνα που δεν είχε κάτι, δεν θεώρησα σκόπιμο ότι χρειάζεται.»

 

Στο σημείο αυτό, και ως προς το ότι αποσπασματικά είναι που παρουσιάστηκαν τα όποια μηνύματα από την Υπεράσπιση, σημειώνουμε πως ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δέχεται ότι δεν εκτύπωσε το σύνολο των μηνυμάτων που αντάλλαξε με την παραπονούμενη.  Είπε «έκρινα σκόπιμο ότι είναι ημερομηνίες τα οποία υπάρχουν συμβάντα, δηλαδή το πρώτο μήνυμα 5 του μήνα που δεν είχε κάτι, δεν θεώρησα σκόπιμο ότι χρειάζεται»[15].  Όσον τώρα αφορά στη θέση της Υπεράσπισης ότι θα μπορούσε η Αστυνομία να ελέγξει το περιεχόμενο των μηνυμάτων στο κινητό τηλέφωνο του Κατηγορούμενου εφόσον αυτό ήταν στα χέρια της, συμφωνούμε με την κα Μασούρα ότι ούτε η παραπονούμενη, ούτε ο Κατηγορούμενος έκαναν λόγο στις καταθέσεις τους για ύπαρξη γραπτών μηνυμάτων που να σχετίζονται με τα επίδικα περιστατικά, ούτως ώστε να τεθεί η Αστυνομία σε εγρήγορση και να προσπαθήσει, αξιοποιώντας νόμιμα μέσα, να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτά.  Το κινητό τηλέφωνο παραλήφθηκε, κρατείτο και ελέγχθηκε από την Αστυνομία μόνο για να εντοπιστεί το βίντεο στο οποίο καταγράφηκε η πεολειχία σύμφωνα με τα όσα η παραπονούμενη ανέφερε στην κατάθεση της (και στη συνέχεια για να εντοπιστούν όσα αρχεία ζήτησε η Υπεράσπιση). 

 

Στα πλαίσια της προσπάθειας του να πλήξει την εκδοχή της ΜΚ12 για τα όσα συνέβηκαν εκείνο το πρώτο βράδυ (που ήταν κατ’ ακρίβεια ξημερώματα της 13ης Νοεμβρίου και όχι της 12ης Νοεμβρίου), ανέφερε πως αν η ΜΚ12 έλεγε αλήθεια, το περιστατικό θα είχε καταγραφεί στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της οικίας του.  Όμως, κανένας Αστυνομικός δεν ερωτήθηκε από την Υπεράσπιση ως προς τα αποτελέσματα τυχόν ελέγχου στο καταγραφικό του κυκλώματος.  Περαιτέρω, ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε ως προς τον χρόνο που τα αρχεία εικόνας του κυκλώματος παρέμεναν φυλαγμένα στο σύστημα που είχε εγκατεστημένο στο σπίτι του, ούτε, κατ’ επέκταση, αν όταν έγινε η έρευνα στην οικία του (16.12.21) το σύστημα διατηρούσε τις καταγραφές της 13.11.21.  Το πλέον ουσιώδες, όμως, είναι άλλο.  Η θέση της ΜΚ12 δεν ήταν ότι ο ξυλοδαρμός έλαβε χώραν έξω από την οικία του Κατηγορούμενου, αλλά εντός αυτής, υποδεικνύοντας μάλιστα η παραπονούμενη στη δική της μαρτυρία το σημείο των σκαλιών (εντός της οικίας) στο οποίο την έσυρε όταν την τράβηξε από τα μαλλιά και τη χτυπούσε (φωτογραφία 9 στο Τεκμήριο 1).[16]  Μαρτυρία ότι το εσωτερικό της οικίας καλυπτόταν από σύστημα παρακολούθησης, δεν προσφέρθηκε.

 

Επιχειρώντας να καταρρίψει την εκδοχή της ΜΚ12 ως προς τον τρόπο τραυματισμού του χεριού της, ο Κατηγορούμενος, αφενός, προέβαλε πως προσπάθησε να κάνει αναπαράσταση του τραυματισμού και το μπουκάλι κρασιού δεν θα έσπαζε και αφετέρου, προσκόμισε τα αποτελέσματα έρευνας στην οποία προέβη στο διαδίκτυο (Τεκμήριο 53).  Ως προς το πρώτο, διεφάνη κατά την αντεξέτασή του πως η «αναπαράσταση» στην οποία προέβη ουδόλως προσομοιάζει με την περιγραφή που η ΜΚ12 έδωσε, αφού ο Κατηγορούμενος απλά κτυπούσε τη μπουκάλα που κρατούσε με το ένα χέρι στο άλλο χέρι, ενώ η θέση της ΜΚ12 είναι ότι ο Κατηγορούμενος της έριξε το μπουκάλι από αρκετή απόσταση.  Ως προς την έρευνα στο διαδίκτυο (κατ’ ακρίβεια πρόκειται για απαντήσεις που έλαβε από συστήματα τεχνητής νοημοσύνης – το ένα της εταιρείας Google και το άλλο από την εφαρμογή ChatGPT), πέραν του ότι πρόκειται για πληροφορίες άγνωστης πηγής και ποιότητας (και γι’ αυτό τον λόγο ουδεμία βαρύτητα μπορεί να τους αποδοθεί), επισημαίνουμε ότι τα αποτελέσματα της δεν βοηθούν την εκδοχή του, αφού σύμφωνα με την έρευνα του ένα μπουκάλι μπορεί να σπάσει όταν ριχθεί σε άνθρωπο αν χτυπήσει σε σκληρό μέρος του σώματος (Τεκμήριο 53, σελ. 2).  Το ότι όταν ένα γυάλινο μπουκάλι κρασιού ριχθεί με βιαιότητα και χτυπήσει στο αντιβράχιο θα μπορούσε να σπάσει, ήταν άλλωστε και η θέση που υποστηρίχθηκε από τον εμπειρογνώμονα που κάλεσε ο ίδιος.[17]  Προσπάθησε περαιτέρω ο Κατηγορούμενος να υποβαθμίσει τον τραυματισμό της παραπονούμενης, λέγοντας πως το σχίσιμο δεν ήταν βαθύ.  Η θέση του βεβαίως αυτή καταρρίπτεται τόσο από τον ΜΚ14, όσο και από τον ΜΥ4 ο οποίος χαρακτήρισε το τραύμα της ΜΚ12 ως «αρκετά μεγάλο». 

 

Ο Κατηγορούμενος αντεξετάστηκε επίσης επί της θέσης του ότι ο ίδιος παρακαλούσε τη ΜΚ12 να την πάρει στις Πρώτες Βοήθειες μετά τον τραυματισμό στο χέρι της αλλά εκείνη δεν ήθελε και ότι την ίδια νύχτα της είχε προτείνει να πραγματοποιήσουν την επόμενη ημέρα το βίντεο (εφόσον, κατά την εκδοχή του, η ΜΚ12 του είχε πει το μεσημέρι της 27.11.21 ότι το βράδυ θα είχαν σεξουαλική επαφή και θα τη βιντεοσκοπούσαν αφότου του έδειξε παρόμοιο βίντεο με πρώην σύντροφο της), αλλά εκείνη του είπε «και γιατί όχι τώρα».  Εκείνος, σύμφωνα με τα όσα προώθησε, ξαφνιάστηκε θετικά και πραγματοποίησαν το βίντεο. 

 

Παραπέμψαμε πιο πάνω, στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΚ12, στα σημεία των βίντεο Τεκμήριο 10 που επιβεβαιώνουν την εκδοχή της ΜΚ12 και, προσθέτουμε εδώ, καταρρίπτουν συνάμα την εκδοχή του Κατηγορούμενου, ο οποίος αντεξεταζόμενος επί του περιεχομένου του Τεκμηρίου 10 συστηματικά απέφευγε να δώσει ευθείς απαντήσεις στα όσα ερωτάτο.  Ο Κατηγορούμενος σαφώς αντιλήφθηκε πως η ΜΚ12 «δεν το απολαμβάνει» κάτι που της είπε δύο φορές (βλ. αρχείο 4283), με τη ΜΚ12 να του απαντά πως πονάει, γεγονός που ήταν άλλωστε εμφανές σε πολλά σημεία των βίντεο.  Αν η θέση του Κατηγορούμενου ότι ο ίδιος δήθεν επέμενε να την πάρει στο νοσοκομείο και ότι της είπε να μην έχουν επαφή εκείνο το βράδυ ήταν αληθής, η μοναδική λογική, αναμενόμενη και ανθρώπινη αντίδραση θα ήταν να της πει να σταματήσουν και όχι, αγνοώντας παντελώς τον πόνο της, να της λέει «εν μου τα γλύφεις ούλλα όπως έτασσες του Χ» (αρχείο 4283) ή να την ειρωνεύεται ρωτώντας την «εν με το σιέρι που γλύφεις εσύ;» (αρχείο 4285) ή να της λέει να αλλάξει στάση (αφού πονούσε) προκειμένου να προβεί στις πράξεις που της ζητούσε (αρχείο 4286).  Ούτε θα της έλεγε πως ο ίδιος βλέπει το αποτέλεσμα όταν εκείνη του έλεγε πως δεν του τα «γλύφει ούλλα» λόγω του τραυματισμού της (αρχείο 4285) και η θέση του ότι η απάντηση του ήταν τέτοια επειδή η ίδια ζήτησε να γίνει η πράξη, στερείται πειστικότητας.  Πέραν τούτου, τη ρώτησε από τα αρχικά στάδια ο Κατηγορούμενος αν της αρέσει (της είπε «Βάρ’ τον ούλλο μέσα. Βάρ’ τον ούλλο. Μα εν θωρείς το βίντεο. Δε το βίντεο. Ε δε το! Αρέσκει σου;»), με τη ΜΚ12 να κουνά το κεφάλι δεξιά και αριστερά, κίνηση που σαφώς υποδηλοί αρνητική απάντηση.  Η θέση του ότι αυτό που δεν της άρεσε ήταν «ξεκάθαρα» (κατ’ εκείνον) το ότι της ζητούσε να κοιτάξει τη κάμερα, δεν πείθει.  Αυτό που θα μπορούσε να πει κάποιος είναι ότι δεν ήταν απολύτως ξεκάθαρο το αν εννοούσε η ΜΚ12 πως δεν της άρεσε αυτό που συνέβαινε και θα αναμενόταν από τον αποδέκτη της αρνητικής απάντησης να διερευνήσει τι είναι αυτό που δεν της άρεσε.  Κάτι που ο Κατηγορούμενος δεν έκανε με την αμέσως επόμενη φράση του να είναι «Γλύψε μου τζαι τ’ αρχίδια μου».  Ως προς το γιατί δεν τράβηξε ένα βίντεο αλλά έντεκα, και πάλι οι θέσεις του δεν ήταν καθαρές, εφόσον από τη μία είπε ότι το έπραξε για να διαλέξει το καλό πλάνο που θα έστελνε στην παραπονούμενη[18] και από την άλλη ότι της έστειλε και τα έντεκα βίντεο.[19]  Ενώ, και όσον αφορά τη θέση του ότι η παραπονούμενη είναι που του έδειχνε, με δική της πρωτοβουλία, τα όσα αντάλλασσε με προηγούμενους συντρόφους της, αυτή καταρρίπτεται από το αρχείο 4287 όπου η παραπονούμενη αρνείται ότι έκανε αυτά που της απέδιδε με πρώην σύντροφο της, με τον Κατηγορούμενο να της απαντά «αφού έγραφες τα, έχω τα μηνύματα».  Και αν η θέση του ότι η παραπονούμενη του έδειξε βίντεο σεξουαλικού περιεχομένου με πρώην σύντροφο της και του ζήτησε να πράξουν τα ίδια και να τα βιντεοσκοπήσουν ήταν αληθής, δεν θα του απαντούσε «εν ηξέρω» στην ερώτηση «τα ούλλα του Χ ποια ένει που γλύφεις», ούτε θα του απαντούσε «δεν έκαμνα τίποτα» στην ερώτηση «εννά μου κάμεις τα ίδια;».  Από τα πιο πάνω καταρρίπτεται βεβαίως και η θέση του ότι αδιαφορούσε παντελώς για τα βίντεο – φωτογραφίες και συνομιλίες που υπήρχαν στο κινητό της παραπονούμενης.  Εν τέλει η θέση του ότι η σεξουαλική πράξη και η βιντεοσκόπηση της αποτελούσε επιθυμία της παραπονούμενης όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται, αλλά σαφώς καταρρίπτεται από το περιεχόμενο των έντεκα βίντεο στα οποία η ταλαιπωρία και η απαρέσκεια της παραπονούμενης ήταν εμφανής.

 

Αντιφατική εγγενώς επί των δικών της όρων είναι και η μαρτυρία του ως προς τα όσα επισυνέβησαν στις 11.12.21.  Στη γραπτή του δήλωση ανέφερε πως έκαναν οικογενειακώς χριστουγεννιάτικες αγορές, επέστρεψαν αργά στο σπίτι και η υπόλοιπη ημέρα κύλησε απολύτως ομαλά, παραπέμποντας μάλιστα σε φωτογραφίες που λήφθηκαν εκείνη την ημέρα την ώρα του ηλιοβασιλέματος (βλ. παρ. 40 του Τεκμηρίου 50).  Στην προφορική του όμως μαρτυρία, τόσο κατά την κυρίως εξέταση του[20] όσο και κατά την αντεξέταση του,[21] ανατρέποντας εξ ολοκλήρου την πιο πάνω εκδοχή του, ανέφερε πως εκείνη την ημέρα υπήρξε διαφωνία μεταξύ εκείνου και της ΜΚ12 η οποία οδήγησε μάλιστα τον μικρό του γιο στο να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού και να καλεί τη ΜΚ12 «να φύγει από το σπίτι του παπά του» η οποία (ΜΚ12) ξεκίνησε να τσιριλλά, να κλαίει και να χτυπά πάνω στο σώμα της ό,τι έβρισκε μπροστά της.  Αυτή η εκ βάθρων αναδιαμόρφωση των θέσεων του Κατηγορούμενου (τις οποίες, επαναλαμβάνουμε, προέβαλε για πρώτη φορά κατά τη δική του μαρτυρία), με την τελευταία εκδοχή να έχει προωθηθεί προφανώς προκειμένου να παρουσιάσει την παραπονούμενη ως πρόσωπο ουσιαστικά ανισόρροπο, επιβεβαιώνει την αναξιοπιστία του Κατηγορούμενου και το ψευδές της εκδοχής του. 

 

Ανέφερε επίσης πως το αλουμινένιο σκουπόξυλο Τεκμήριο 8 ήταν λυγισμένο επειδή βρισκόταν στον κίτρινο κάλαθο ανακύκλωσης «για πετάξιμο» και δεν θα μπορούσε στην κατάσταση που ήταν να το «περάσει» γύρω από τον λαιμό της ΜΚ12.  Και αυτό το σκέλος της επιχειρηματολογίας περισσότερο θα λέγαμε (παρά μαρτυρίας γεγονότων), του Κατηγορούμενου δεν πείθει, αφού παραβλέπει πως η θέση της ΜΚ12 δεν ήταν ότι εξαρχής το αλουμινένιο σκουπόξυλο ήταν στην κατάσταση που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο.  Θέση της ήταν ότι το αλουμινένιο σκουπόξυλο ήταν ίσιο, ο Κατηγορούμενος το χτύπησε στο γόνατο του και λύγισε (χωρίς να αναφερθεί στο πόσο το λύγισε) και επιχείρησε να το περάσει γύρω από το λαιμό της.  Το γεγονός συνεπώς πως το αλουμινένιο σκουπόξυλο ανευρέθηκε από την Αστυνομία, μέρες μετά το συμβάν, τελείως λυγισμένο, ουδόλως αποκλείει την εκδοχή της ΜΚ12, όπως ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να πείσει. 

 

Ο Κατηγορούμενος προέβαλε επίσης πως η ΜΚ12 έκανε «reset» το κινητό της πριν το παραδώσει, υποστηρίζοντας ότι αν δεν το έκανε, θα μπορούσε να ελεγχθεί το κινητό και να διαπιστωθεί αν υπήρχαν στο κινητό της τα βίντεο που της απέστειλε ή κάποιο σύστημα παρακολούθησης.  Επί τούτου, λέγουμε και πάλι, πως ουδείς μάρτυρας, είτε Αστυνομικός, είτε, κυρίως η ΜΚ12 δεν ερωτήθηκε κάτι σχετικό.  Το μόνο που είπε η παραπονούμενη στη δική της μαρτυρία είναι πως έσβησε τις συνομιλίες της με τον Κατηγορούμενο για να μην έχει τίποτα που να της θυμίζει την επίμαχη σχέση.  Εν πάση περιπτώσει, η ΜΚ12 δεν θα είχε λόγο να αποκρύψει από την Αστυνομία το περιεχόμενο των βίντεο Τεκμήριο 10 – αντίθετα, αυτή είναι που αποκάλυψε στην κατάθεση της την ύπαρξή τους.  Ούτε απέκρυψε η ΜΚ12 από το Δικαστήριο ότι στο παρελθόν αντάλλαξε αρχεία ερωτικού περιεχομένου με προηγούμενο σύντροφό της.  Δεν είναι, δηλαδή, αντιληπτό τι είναι που προσπάθησε η ΜΚ12 να αποκρύψει για να μην αποδειχτεί πως οι ισχυρισμοί της είναι προϊόν της φαντασίας της, ως η θέση του Κατηγορούμενου.  Επιπλέον, αναφερόμενη σε εφαρμογή παρακολούθησης, η θέση της ΜΚ12 ήταν ότι ο Κατηγορούμενος της είπε πως εγκατέστησε στο κινητό που της έδωσε εφαρμογή ηχογράφησης κλήσεων κάνοντας την να πιστεύει πως παρακολουθούσε τις συνομιλίες της και είδε επιπλέον μια εφαρμογή που δεν γνώριζε τι είναι.  Με άλλα λόγια, η θέση της ήταν ότι αυτό ήταν κάτι που ο Κατηγορούμενος την έκανε να πιστεύει πως συνέβαινε και όχι κάτι που γνώριζε μετά βεβαιότητας πως συνέβαινε.[22] 

 

Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε τις τηλεφωνικές επικοινωνίες με τους ΜΚ5 και ΜΚ9 στις 4.12.21.  Ερωτηθείς γιατί θεωρούσε ότι αυτά τα δύο πρόσωπα προέβησαν στις σχετικές αναφορές στο Δικαστήριο, χωρίς να αποδώσει κάποιο κίνητρο στους ΜΚ5 και ΜΚ9, απάντησε μόνο πως δεν υπάρχει γραφείο πίσω από το (εστιατόριο) [  ], και διερωτάτο γιατί δεν έλαβε κατάθεση η Αστυνομία από τον ιδιοκτήτη του [  ] για να τον ρωτήσει αν υπάρχει το γραφείο που η ΜΚ12 ισχυρίζεται ότι υπάρχει.  Πέραν του ότι δεν απάντησε στο ερώτημα που του τέθηκε, η θέση του καταρρίπτεται από τη μαρτυρία του ΜΥ3 ο οποίος εξήγησε πως «ανεβαίνοντας τα σκαλιά της τουαλέτας να πας πάνω, μόλις γυρίσουμε δεξιά, στα αριστερά υπάρχει πόρτα που οδηγεί στην είσοδο του γραφείου μου, που είναι στο πίσω μέρος του εστιατορίου» και ότι «τζαι του Θ.Κ. του έχω απόλυτη εμπιστοσύνη, γιατί ξανακάτσαμε μαζί στο γραφείο και συζητήσαμε …», επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό πως το γραφείο στο οποίο η ΜΚ12 αναφέρθηκε (την ύπαρξη του οποίου αρνήθηκε, αντίστοιχα, ο Κατηγορούμενος παρότι, κατά τον ΜΥ3, την γνώριζε), πράγματι υπάρχει.

 

Εν κατακλείδι, κρίση μας είναι πως ο Κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο.  Οι αντιφάσεις και οι ανακολουθίες στην εκδοχή του δεν ήταν επουσιώδεις ή ασήμαντες, ούτε και συνάδει η μαρτυρία του με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία που προσφέρθηκε στην παρούσα, είτε από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής είτε από πλευράς ΥπεράσπισηςΗ ένορκη του μαρτυρία κρίνεται αναξιόπιστη και εξωπραγματική∙ μία εκ των υστέρων επινόηση από μέρους του με μοναδικό στόχο να πλήξει την προσωπικότητα της παραπονούμενης και να διαστρεβλώσει την πραγματικότητα.  Εν τέλει, κρίνουμε πως η μαρτυρία του δεν μπορεί να αποτελέσει ικανή βάση για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. 

 

Επανερχόμαστε στην παραπονούμενη για να πούμε πως μας απασχόλησε το κατά πόσον ισχύει κανόνας πρακτικής ή άλλη διάταξη, που επιβάλλει στο Δικαστήριο την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας ή την αυτοπροειδοποίηση του για τους ενδεχόμενους κινδύνους να καταλήξει σε εύρημα ενοχής, χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας.

 

Το αδίκημα του βιασμού στην προκειμένη περίπτωση εδράζεται στο άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.  Στην υπόθεση Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.147/16 κ.ά., ημερ. 20.11.19, είχε αποφασισθεί πως παρά τις καταργήσεις σε διάφορα νομοθετήματα εντούτοις «… παραμένει ο κανόνας πρακτικής για αναζήτηση ενίσχυσης της μαρτυρίας των παραπονουμένων όταν οι κατηγορίες για σεξουαλικά αδικήματα στηρίζονται στον Ποινικό Κώδικα …», με το Ανώτατο Δικαστήριο να εξηγεί τη μέθοδο αξιολόγησης σε υποθέσεις στις οποίες τυγχάνει εφαρμογής ο κανόνας πρακτικής ή υπάρχει υποχρέωση προς αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας.

 

Περαιτέρω οι κατηγορίες 2 έως 10 και 12 εδράζονται και στον περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμο του 2000, Ν. 119(Ι)/2000, στο άρθρο 16 του οποίου αναφέρεται ότι το Δικαστήριο δύναται να κρίνει ένοχο τον κατηγορούµενο µε µόνη την κατάθεση του θύµατος, εφόσον δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική µαρτυρία.  Το άρθρο αυτό έτυχε ερμηνείας στις υποθέσεις A.G. v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 119/2020, ημερ. 16.4.21 και Γιώρκας v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 27/21 ημερ. 16.3.22.

 

Τα πράγματα άλλαξαν με τη θέση σε ισχύ, στις 13.5.21, του περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας Νόμου, Ν.115(Ι)/21, το άρθρο 29 του οποίου έχει πλαγιότιτλο «Μη απαίτηση για ενισχυτική μαρτυρία» και προβλέπει τα εξής:

 

«29.  Για την απόδειξη αδικήματος βίας κατά γυναίκας δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού ή της ένορκης μαρτυρίας γυναίκας, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού ή την ένορκη μαρτυρία γυναίκας».

 

Ως προς το τι συνιστά «αδίκημα βίας κατά γυναίκας» σχετικό είναι το άρθρο 5 του Νόμου 115(Ι)/21.  Περιλαμβάνουν τέτοια αδικήματα, το αδίκημα του βιασμού βάσει το άρθρου 144 του Κεφ. 154 (βλ. άρθρο 5(α) σε συνδυασμό με τον Πίνακα του Νόμου), καθώς και οποιαδήποτε αδικήματα εμπίπτουν στον ορισμό του όρου «ενδοοικογενειακή βία» (βλ. άρθρο 5(ζ) του Νόμου).  Ο όρος «ενδοοικογενειακή βία» ορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου και σημαίνει:

 

«(α) πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά προσώπου που προκαλεί βλάβη σε μέλος της οικογένειάς του και περιλαμβάνει βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος και τον περιορισμό της ελευθερίας του, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 4 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία των Θυμάτων) Νόμου,

(β) επιπροσθέτως των προβλεπόμενων στον περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία των Θυμάτων) Νόμο αδικημάτων, αδίκημα βίας κατά γυναίκας όταν αυτό διαπράττεται εναντίον προσώπου από μέλος της οικογένειας του, είτε διαμένει είτε διέμενε με αυτό στο παρελθόν, ανεξαρτήτως του κατά πόσο μοιράζεται ή έχει μοιρασθεί την ίδια στέγη με το θύμα·»

 

Συνεπώς δεν απαιτείται πλέον ενισχυτική μαρτυρία ή ελλείψει αυτής αυτοπροειδοποίηση για το αδίκημα του βιασμού.  Το ίδιο κατά την κρίση μας ισχύει και όσον αφορά τις κατηγορίες που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο που έχουν ως βάση αδικήματα που καθιερώνονται από τα άρθρα 3 και 4 του Νόμου 119(Ι)/2000, εφόσον με τις κατηγορίες 2 έως 10 και 12 προσάπτεται στον Κατηγορούμενο πως με τις πράξεις του προκάλεσε στη ΜΚ12 (την οποία η Κατηγορούσα Αρχή θεωρεί μέλος της οικογένειας του Κατηγορούμενου) σωματική και ψυχική βλάβη και εν πάση περιπτώσει οι κατηγορίες αφορούν αδικήματα κατά γυναίκας από μέλος της οικογένειας της.  Ο Νόμος 115(Ι)/21 είναι, σε σχέση με τον Νόμο 119(Ι)/2000, όχι μόνο μεταγενέστερος (lex posterior) αλλά και ειδικός (lex specialis) και ως τέτοιος είναι αυτός που τυγχάνει εφαρμογής. 

 

Το ότι δεν απαιτείται πλέον, ως θέμα κανόνα πρακτικής, η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας για το αδίκημα του βιασμού βάσει του άρθρου 144 του Κεφ. 154 επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από το Εφετείο στην Κ.Ι. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 145/22, ημερ. 31.7.25, το οποίο υπέδειξε, μάλιστα, πως το άρθρο 29 του Νόμου 115(Ι)/21 έχει αναδρομική ισχύ ώστε να τυγχάνει εφαρμογής και στα αδικήματα που αφορούν σε χρόνο πριν την έκδοση του εν λόγω Νόμου. 

 

Παρά την κατάργηση της υποχρέωσης αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας ή, ελλείψει αυτής, αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για να καταδικάσει στην απουσία της, όπως υποδεικνύεται στις υποθέσεις Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 99/21, ημερ. 11.5.22, ECLI:CY:AD:2022:B183 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 231/18, ημερ. 19.11.19, ECLI:CY:AD:2019:B473, το Δικαστήριο εξακολουθεί να κέκτηται διακριτική ευχέρεια να αναζητήσει τέτοια ενισχυτική μαρτυρία, όχι βεβαίως παραβλέποντας τις διατάξεις της νομοθεσίας (βλ. υπόθεση Ε.Α., ανωτέρω), αλλά σε περίπτωση που είναι της γνώμης ότι συγκεκριμένοι λόγοι, φέρ’ ειπείν η καθυστέρηση στην υποβολή του παραπόνου ή έρεισμα στη συγκεκριμένη μαρτυρία που υποδηλώνει ότι δυνατόν να μην είναι αξιόπιστη, δικαιολογούν τέτοια ενέργεια. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Γ. Ι. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/19, ημερ. 18.9.20, «Κριτήριο για την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας είναι πλέον οι συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης και όχι η κατηγορία του μάρτυρα ή η φύση των αδικημάτων των κατηγοριών».  Οι περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να προκύπτει ανάγκη αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας δεν μπορεί να παρατεθούν εξαντλητικά.  Καθοδήγηση όμως αντλείται από τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Ε.Α., ανωτέρω:

 

«Συνεπώς η υποχρέωση για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν δημιουργείται, όπως συνέβαινε με βάση τον καταργηθέντα κανόνα πρακτικής, από το γεγονός και μόνο ότι ο μάρτυρας είναι παραπονούμενος σε σεξουαλικό αδίκημα. Ένας ακριβώς από τους λόγους που οδήγησαν στην κατάργηση του κανόνα ήταν ότι θεωρήθηκε προσβλητική για τις γυναίκες, νοουμένου ότι οι γυναίκες είναι κατά κανόνα παραπονούμενα πρόσωπα σε τέτοιου είδους υποθέσεις, η αντίληψη ότι η μαρτυρία τέτοιων προσώπων είναι εγγενώς επισφαλής (Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2020 ed., 4-469).  Επίσης αποφασίστηκε ότι παραβιάζει την αρχή της ισότητας και αποτελεί εκδήλωση δυσμενούς διάκρισης με βάση το φύλο (Balelala v. State [2004] FJCA 49).

 

Στην Makanjuola (ανωτέρω)[23] η ανάγκη έχει συγκεκριμενοποιηθεί.  Προκειμένου να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια το δικαστήριο για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας θα πρέπει να υπάρχει έρεισμα στη συγκεκριμένη μαρτυρία που να υποδηλώνει ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα δυνατόν να μην είναι αξιόπιστη.  Έχουμε ήδη αναφερθεί στο παράδειγμα του καθυστερημένου παραπόνου.  Μια άλλη περίπτωση θα μπορούσε να είναι η ύπαρξη προηγούμενης αντιφατικής δήλωσης του μάρτυρα.  Ο Lord Taylor, CJ στην Makanjuola, ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα κατά τρόπο ενδεικτικό:

 

«The judge will often consider that no special warning is required at all.  Where, however, the witness has been shown to be unreliable, he or she may consider it necessary to urge caution.  In a more extreme case if the witness is shown to have lied, to have made previous false complaints or to bear the defendant some grudge, a stronger warning may be thought appropriate and the judge may suggest it would be wise to look for some supporting material before acting on the impugned witness's evidence.  We stress that these observations are merely illustrative of some, not all of the factors, which judges may take into account in measuring where a witness stands in the scale of reliability and what response they should make at that level in their directions to the jury. »

 

Αφ΄ ης στιγμής το δικαστήριο αποφασίσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία και τέτοια μαρτυρία δεν εντοπιστεί, εναπόκειται και πάλι στη διακριτική του ευχέρεια ο τρόπος διατύπωσης και η ένταση της αυτοπροειδοποίησης, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης, τα εγειρόμενα θέματα, το περιεχόμενο και την ποιότητα της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα.  Δεν απαιτείται προδιαγεγραμμένος τύπος.»

 

Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν ακόμα πιο πρόσφατα στην V.B κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 151, 152 και 156/23, ημερ. 19.9.25. 

 

Στην υπό κρίση περίπτωση, επαναλαμβάνουμε την καθαρότητα και επάρκεια της μαρτυρίας της ΜΚ12 η οποία απάντησε με λεπτομέρεια και σαφήνεια κάθε πτυχή που απασχόλησε και δεν εντοπίζουμε καμία αδυναμία στη μαρτυρία της που να μας οδηγεί σε επιθυμία ή ανάγκη αναζήτησης ενίσχυσης.  Ουδεμία ένδειξη υπάρχει ότι η παραπονούμενη είχε οποιαδήποτε κίνητρα να εξυπηρετήσει εάν προέβαλλε και προωθούσε μια ανυπόστατη καταγγελία ούτε και διαπιστώσαμε ότι θα είχε η παραπονούμενη κάποιο όφελος από μία ψευδή καταγγελία.  Τα όσα ο Κατηγορούμενος προέβαλε περί ύπαρξης αλλότριων κινήτρων δεν έγιναν αποδεκτά για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω.  Είναι δε χαρακτηριστικό ότι, ακόμα και όταν η ΜΚ12 μίλησε πλέον στη μητέρα και στην αδερφή της για τα όσα της συνέβαιναν, η ίδια πίστευε ότι μετά θα επέστρεφε πίσω στον Κατηγορούμενο, κάτι που επιβεβαιώθηκε ουσιαστικά από τη μητέρα της στη δική της μαρτυρία, η οποία ήταν και εκείνη που την έπιασε και την πήρε στην Αστυνομία.  Με άλλα λόγια, ακόμα και όταν μίλησε στους οικείους της, δεν το έπραξε προκειμένου να καταλήξει το θέμα στην Αστυνομία.  Ούτε διαπιστώσαμε την ύπαρξη οποιωνδήποτε αντιφατικών δηλώσεων ή συμπεριφορών τέτοιας φύσης που να επηρεάζουν την αξιοπιστία της και να καθιστούν ριψοκίνδυνη τη στήριξη σε αυτή.  Με το γεγονός ότι η ΜΚ12 δεν εγκατέλειψε τον Κατηγορούμενο μετά τα επίμαχα περιστατικά ασχοληθήκαμε πιο πάνω, όπως ασχοληθήκαμε και με το γεγονός ότι ενδιάμεσα των επίδικων περιστατικών υπάρχουν μηνύματα, φωτογραφίες και βίντεο που δείχνουν ένα ζευγάρι που περνά καλά.  Οι εξηγήσεις της παραπονούμενης ήταν ειλικρινείς και πειστικές.  Το γεγονός ότι η ΜΚ12 δεν αντέδρασε κατά τον τρόπο που θα θεωρείτο εκλογικευμένα ως ο αναμενόμενος (δηλαδή να απομακρυνθεί άμεσα από τον Κατηγορούμενο), δεν συνεπάγεται αναξιοπιστία της ούτε εγείρει ερωτηματικά ως προς αυτήν.  Είναι πλέον αποδεκτό πως οι άνθρωποι αντιδρούν διαφορετικά στο τραυματικό βίωμα σοβαρών σεξουαλικών επιθέσεων, ότι δεν υπάρχει στερεότυπη αντίδραση, ότι τα τραυματικά βιώματα δυνατό να προκαλέσουν διάφορα αισθήματα (όπως ντροπή, σοκ, ενοχή) τα οποία εμποδίζουν την υποβολή παραπόνου και τέλος ότι ένα αργοπορημένο παράπονο δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ψευδές παράπονο (βλ. απόφαση Ε.Α., ανωτέρω).  Και η παραπονούμενη, εν προκειμένω, τελούσα σε μία κατάσταση σύγχυσης, αμφιθυμίας και φόβου, δεν εγκατέλειψε τον Κατηγορούμενο χωρίς αυτό, να πλήττει έστω και στο ελάχιστο την αξιοπιστία της εκδοχής της.  Ούτε και το γεγονός ότι η παραπονούμενη ερωτηθείσα από οικογένεια, συναδέλφους και μητέρα του Κατηγορούμενου ως προς το πώς τραυματίστηκε το χέρι της έδωσε άλλη εκδοχή από αυτή που προώθησε σε Αστυνομία και Δικαστήριο μας οδηγεί σε ανάγκη αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας ή ελλείψει αυτής αυτοπροειδοποίηση.  Στη Δ.Σ.Δ. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 271/22, ημερ. 20.12.23, λέχθηκε ότι:

 

«Τοιουτοτρόπως δεν χρειάζεται προειδοποίηση σε κάθε υπόθεση καθυστερημένου παραπόνου. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από το σύγγραμμα Rook and Ward on Sexual Offences, 6η έκδοση (2021), στην παρ. 19.114, σελ. 1091:

"In cases which depend upon the credibility of the complainant, there will frequently be evidence of (i) contemporary lies; (ii) late disclosure; (iii) significant inconsistencies between accounts; and (iv) particularly in cases where sexual abuse is alleged over a substantial period, allegations raised for the first time when the complainant gives evidence at trial. Where any of these issues are of significance to the complainant's reliability and credibility, the trial judge should properly expose them in his summing up. It does not, however follow, that in such cases a Makanjuola warning is necessary. The critical issue is that the jury can properly evaluate the evidence". (Υπογράμμιση δική μας).

Ως παράδειγμα εφαρμογής της Makanjuola στο εν λόγω σύγγραμμα (παρ. 19.115), αναφέρεται η απόφαση του Εφετείου της Βόρειας Ιρλανδίας στην Udaykamaur v. Joshi [2012] NICA 56.

Κατά πόσο θα δοθεί προειδοποίηση είναι θέμα το οποίο επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, και παράλειψη να το πράξει δεν συνιστά απαραίτητα καλή βάση για επιτυχημένη έφεση (Blackstone's Criminal Practice 2023, F.5), ακόμη και αν όλα τα μέλη του Εφετείου θα έδιναν τέτοια προειδοποίηση (βλ. BJ [2020] NICA 5).»

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η ΜΚ12 ευθαρσώς παραδέχτηκε πως σε κανέναν από αυτούς που τη ρώτησαν δεν είπε την αλήθεια, προσπαθώντας να βρει δικαιολογίες για όλους όσους τη ρωτούσαν, λέγοντας χαρακτηριστικά «οι δικαιολογίες, τα ψέματα, σε εισαγωγικά, που είπα στην οικογένεια μου και σε άλλα πρόσωπα, τα οποία με ρωτούσαν τι έπαθα, μπορεί να ήταν και η ίδια απάντηση, μπορεί να ήταν διαφορετική, δεν θυμάμαι τι απάντησα ως ψέμα πώς το έπαθα, γιατί απλά προσπαθούσα να μην πω την αλήθεια γιατί φοβόμουν για την ίδια μου τη ζωή».  Δεν θεωρούμε πως η εν λόγω ενέργεια – να ψευστεί, δηλαδή, ως προς τον τρόπο πρόκλησης του τραύματος – εγείρει ερωτηματικά ή έρεισμα σε θέση πως η μαρτυρία της στο Δικαστήριο δυνατό να μην είναι αξιόπιστη, αφού αν είχε πει τότε την αλήθεια, θα αποκάλυπτε παράλληλα την κακοποίηση, κάτι που για τους λόγους που πολλάκοις εξήγησε, δεν ήταν έτοιμη να πράξει.  Εντάσσεται με άλλα λόγια και αυτό στο ίδιο πλαίσιο της μη άμεσης αποκάλυψης της αλήθειας.

 

Εν τέλει κρίνουμε πως η μαρτυρία της παραπονούμενης ουδεμία αμφιβολία μας αφήνει για την ποιότητά της.  Αντιθέτως, κρίνουμε πως παρέχει απόλυτη ασφάλεια για εξαγωγή ευρημάτων χωρίς αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας.  Συνακόλουθα, η μαρτυρία της παραπονούμενης κρίνεται αξιόπιστη και υιοθετείται στο σύνολό της.

 

Ανεξαρτήτως και χωρίς να επηρεάζονται καθόλου τα πιο πάνω, στην παρούσα υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία[24] και συγκεκριμένα τα βίντεο Τεκμήριο 10, τα όσα συνάγονται από τα οποία σχολιάστηκαν εκτενώς ανωτέρω.

 

Υπό το φως όλων των ανωτέρω, και εις επίμετρον των πιο πάνω επιμέρους διαπιστώσεων μας, καταλήγουμε και στα εξής ευρήματα:

 

Η σχέση της παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο ξεκίνησε στις 5.11.21 και η παραπονούμενη ξεκίνησε να διαμένει περιστασιακά στην οικία του Κατηγορούμενου.

 

Το βράδυ της 12.11.21 καβγάδισαν μέσω τηλεφώνου σχετικά με πρόσωπο του παρελθόντος της ΜΚ12 και η ΜΚ12 αποφάσισε να πάει σπίτι του για να συζητήσουν και να τα βρουν.  Μετέβη στο σπίτι του Κατηγορούμενου τα ξημερώματα της 13.11.21 ο οποίος της φώναζε και ήταν αντιδραστικός, οπότε η ΜΚ12 αποφάσισε να φύγει.  Άνοιξε την εξώπορτα και βγήκε έξω.  Δεν έφθασε όμως μέχρι την καγκελόπορτα και ο Κατηγορούμενος βγήκε και εκείνος έξω από την πόρτα, την τράβηξε από τα μαλλιά, την έσυρε στο πάτωμα μέσα στο σπίτι και ξεκίνησε να την κλωτσά και να τη χτυπά σε όλο της το σώμα, στην κοιλιά, στο στομάχι, στα πόδια και στα χέρια.  Αυτό συνέβαινε ενώ τα παιδιά του (αγόρια, ηλικίας 8 και 11 ετών) κοιμόντουσαν στον καναπέ.  Η ΜΚ12 προσπάθησε να ξεφύγει αλλά ο Κατηγορούμενος κλείδωσε την πόρτα, έβαλε συναγερμό και έπιασε το κινητό της.  Της είπε «απόψε δεν θα πας πουθενά, θα μείνεις εδώ μαζί μου».  Έτσι διανυχτέρευσε στην οικία του και το πρωί της 13.11.21 ο Κατηγορούμενος τη σύστησε στα παιδιά του. 

 

Στις 27.11.21 δημιουργήθηκε από το πρωί ένταση μεταξύ του ζεύγους.  Κατά τις 22:00 ξεκίνησαν να καβγαδίζουν και πάλι με αφορμή κάτι που είδε στο κινητό της.  Της ζήτησε να καλέσει τον συνάδελφο της, ΜΚ2, σε ανοιχτή ακρόαση και να του πει ότι είναι πουτάνα.  Η ΜΚ12 το έπραξε επειδή άρχισε να φοβάται τον Κατηγορούμενο.  Στη συνέχεια της ζήτησε να τηλεφωνήσει σε άλλο πρόσωπο και να του πει να μην την ξαναενοχλήσει, όπως και έπραξε.  Συνέχισε όμως (ο Κατηγορούμενος) να είναι πολύ νευριασμένος και σε κάποιο στάδιο ξεκίνησε να ρίχνει προς το μέρος της ΜΚ12 διάφορα αντικείμενα (τασάκια, αναμμένο αποτσίγαρο, μια μπουκάλα με νερό και αποτσίγαρα την οποία έριξε στο κεφάλι της) και στη συνέχεια ένα μπουκάλι κρασί το οποίο της έριξε με δύναμη.  Η ΜΚ12 έβαλε τα χέρια της μπροστά από το πρόσωπο.  Μόλις χτύπησε η μπουκάλα στο δεξί της χέρι η μπουκάλα έσπασε και την έκοψε βαθιά μεταξύ καρπού και αγκώνα και ξεκίνησε να αιμορραγεί.  Το τραύμα ήταν τόσο βαθύ που η ΜΚ12 είδε το κόκκαλο της.  Του ζήτησε να την πάρει στις Πρώτες Βοήθειες, αλλά ο Κατηγορούμενος αρνείτο.  Της είπε «στ’ αρχίδια μου, εν με κόφτει να μείνεις να πεθάνεις».  Το αίμα δεν σταματούσε και η ΜΚ12 τύλιξε το χέρι της με μία πετσέτα.  Τα παιδιά του Κατηγορούμενου, τα οποία ήταν μάρτυρες του περιστατικού έκλαιγαν και του ζητούσαν να ηρεμήσει.  Η ΜΚ12 αισθανόταν ανήμπορη ενώ ο Κατηγορούμενος είχε πάρει το κινητό της και είχε αφαιρέσει όλες τις σταθερές συσκευές τηλεφώνου και τις έβαλε μέσα στο παντελόνι του.  Μετά πήγε για ύπνο.  Γύρω στις 03:00 της 28.11.21 της είπε «θέλω να μου κάμεις πίππα γιατί έτσι εφκαριστιούμαι εγώ».  Η ΜΚ12 αρνήθηκε, αλλά ο Κατηγορούμενος της είπε ότι δεν έχει επιλογή και ότι θα του το κάνει (αυτό που ζήτησε).  Τότε πήγαν στον παραδίπλα καναπέ και η ΜΚ12, φοβούμενη πως ο Κατηγορούμενος θα την ξαναχτυπούσε, του έκανε πεολειχία, με τον Κατηγορούμενο να τη βιντεογραφεί.  Ο Κατηγορούμενος της υποδείκνυε τι να κάνει και αγνόησε τα παράπονα της ότι πονούσε το χέρι της.  Τα πιο πάνω διήρκησαν κάποια λεπτά μέχρι που ο Κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε στο στόμα της.  Στο Τεκμήριο 10 περιέχονται έντεκα βίντεο στα οποία φαίνεται η πράξη.  Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος της είπε «τωρά νιώθω οκ», πήγε στον δίπλα καναπέ και κοιμήθηκε.  Η ΜΚ12 κοιμήθηκε στον καναπέ όπου είχε γίνει η πράξη. 

 

Στις 28.11.21 ο Κατηγορούμενος πήρε τη ΜΚ12 στο Απολλώνειο Νοσοκομείο όπου εξετάστηκε από τον ΜΚ14.  Ο ΜΚ14 διερεύνησε το τραύμα και βρήκε τραύματα στους υποκείμενους μύες χωρίς άλλες κακώσεις στα εν τω βάθη ευγενή στοιχεία.  Προέβη σε χειρουργικό καθαρισμό και συρραφή κατά στρώματα (βλ. Τεκμήριο 48).  Το τραύμα φαίνεται στις φωτογραφίες Τεκμήριο 42 τις οποίες τράβηξε η παραπονούμενη, σε χρόνο μετά την αφαίρεση των ραφών και στις φωτογραφίες Τεκμήριο 28 που λήφθηκαν στις 15.12.21 (βλ. φωτογραφίες 5, 6 και 7).

 

Ο ΜΚ14 έδωσε στην παραπονούμενη άδεια ασθενείας για δύο συνολικά εβδομάδες.  Μετά το πιο πάνω περιστατικό, η παραπονούμενη ξεκίνησε να διαμένει μόνιμα στην οικία του Κατηγορούμενου, τον συνόδευε στην εργασία του (διανομές προϊόντων σε στρατόπεδα) και στις 10.12.21 μετέφερε τα προσωπικά της αντικείμενα εκεί.  Ενόσω το χέρι της ήταν δεμένο δεν μπορούσε να το χρησιμοποιεί και ο Κατηγορούμενος τη βοηθούσε να φάει, να βγάλει το σακάκι της και να κάνει μπάνιο.  Όταν επέστρεψε στην εργασία της, ζητούσε βοήθεια από τις συναδέλφους της για να γράφουν στα τετράδια των μαθητών ή να της φέρνουν έτοιμα φυλλάδια επειδή δεν μπορούσε να γράψει με το δεξί της χέρι.

 

Στις 11.12.21 όταν επέστρεψαν σπίτι μετά από χριστουγενιάτικες αγορές, προέκυψε διαφωνία μεταξύ του Κατηγορούμενου και της ΜΚ12.  Ξεκίνησε να της φωνάζει και αρχικά της έριξε δύο πορτοκάλια τα οποία τη χτύπησαν στην πλάτη.  Στη συνέχεια πήγε προς το μέρος της και τη χτύπησε με ένα αλουμινένιο σκουπόξυλο στο αριστερό πόδι κάτω από το γόνατο και μετά στο τραυματισμένο χέρι με κάποιο κοντάρι με αποτέλεσμα να ανοίξει η πληγή της η οποία «ζούμιζε», δηλαδή έτρεχε υγρό και αίμα.  Ο Κατηγορούμενος της είπε «μεν το θωρείς έτσι τζαι εννα σου κάμω το άλλο σιηρόττερο»

 

Την Κυριακή 12.12.21 μετά τις 05:00 ο Κατηγορούμενος ξύπνησε τη ΜΚ12 και της είπε να φύγει από το σπίτι.  Έπιασε ένα σκαμπό και το πίεζε στο σώμα της, την κλωτσούσε στα πλευρά και της είπε «μα τον Θεό, αν δεν σε αγαπούσα ήταν να σε σκοτώσω»

 

Αργότερα, την ίδια ημέρα, μετά τις 10:30 το πρωί, ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να καταναλώνει αλκοόλ και ρωτούσε τα παιδιά του αν ξέρουν κάποιο με το όνομα Χ.  Τα παιδιά δεν ήξεραν και μετά έκανε την ίδια ερώτηση στη ΜΚ12 η οποία του είπε πως είναι συμμαθητής της.  Ο Κατηγορούμενος της είπε «ετόλμησες τζαι είπες στα μωρά μου ότι ξέρεις τον Χ, που του έκαμνες πίππες τζαι εγαμιέσουν στα μπαλκόνια τζαι στα αυτοκίνητα ρα πουτάνα;» και ξεκίνησε μετά να της ρίχνει ό,τι έβρισκε μπροστά του.  Της έριξε άδεια μπουκάλια μπύρας και τη χτυπούσε στην πλάτη με γεμάτα μπουκάλια μπύρας.  Της έριξε ένα μισογεμάτο μπουκάλι ουίσκι στα πόδια, το οποίο έσπασε δίπλα της.  Την κυνηγούσε γύρω από το τραπέζι της κουζίνας και όταν την ακινητοποίησε τραβώντας της τα μαλλιά, της άδειασε ένα μπουκάλι νερού που περιείχε νερό και αποτσίγαρα.  Μετά την περιέλουσε με το νερό που υπήρχε στον κουβά της σφουγγαρίστρας το οποίο είχε μέσα καθαριστικό και της έριξε τον κάδο με τα χαρτιά της τουαλέτας.  Πήρε ένα αλουμινένιο σκουπόξυλο και τη χτυπούσε σε διάφορα μέρη του σώματος της, στο αριστερό πόδι, την πλάτη και το κεφάλι.  Στη συνέχεια λύγισε το σκουπόξυλο, πήγε από πίσω της και προσπάθησε να το περάσει γύρω από τον λαιμό της, αλλά η ΜΚ12 προστάτευσε τον λαιμό της με τα χέρια της.  Τα παιδιά του ήταν παρόντα στο περιστατικό, ήταν τρομοκρατημένα και έκλαιγαν.  Ακολούθως ο Κατηγορούμενος πήγε προς το μέρος της, έβγαλε το πέος του, τράβηξε το κεφάλι της προς το πέος του και της είπε «έλα να μου κάμεις πίππα όπως κάμνεις τους άλλους».  Η ΜΚ12 πήγε στον καναπέ και ο Κατηγορούμενος πήγε από πάνω της, έβγαλε ξανά έξω το πέος του και της είπε «μόνο για να σε κατουρούν τζαι το κατούρημα εν τζαι πολύ σου».  Η ΜΚ12 τράβηξε την κουκούλα του φούτερ της πάνω από το κεφάλι της και ο Κατηγορούμενος ούρησε πάνω στην κουκούλα της.  Μετά συνέχισε την ούρηση του στην τουαλέτα.  Επέστρεψε στον καναπέ και συνέχισε να πίνει μέχρι που αποκοιμήθηκε.  Το σπίτι ήταν κλειδωμένο και ούτως η άλλως η ίδια δεν τολμούσε να φύγει. 

 

Στις 15.12.21, η ΜΚ12 εκμυστηρεύθηκε στην αδερφή της και τη μητέρα της το τι συνέβαινε.  Ακολούθησε η υποβολή καταγγελίας στο ΤΑΕ Λευκωσίας και η μετέπειτα μετάβαση της στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας συνοδεία του πατέρα της.  Εκεί εξετάστηκε από τον ΜΚ13 ο οποίος κατέγραψε στην έκθεση του Τεκμήριο 47 πως η ΜΚ12 αισθανόταν άλγος ημιθωρακίου αριστερά, δακτύλου άκρα χειρός δεξιά καθώς και κεφαλαλγία.  Ο ίδιος διαπίστωσε περαιτέρω αιμάτωμα κνήμης αριστερά και οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης, σπονδυλικής χώρας και εκδορές δεξιάς άκρας χειρός.  Ενόσω βρίσκονταν στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών, ο πατέρας της παραπονούμενης τράβηξε με το κινητό του τις φωτογραφίες Τεκμήριο 28. 

 

Μετά το πρώτο περιστατικό που επισυνέβη στις 13.11.21, η ΜΚ12 αισθάνθηκε εγκλωβισμένη και έλεγε «αποκλείεται να μου συμβαίνει αυτό».  Πονούσε όλο της το σώμα και σκεφτόταν τις απειλές που προηγήθηκαν για την οικογένεια της η οποία είναι η αχίλλειος πτέρνα της.  Μετά την πεολειχία που έγινε υπό τις περιστάσεις που περιέγραψε, η ΜΚ12 αισθανόταν ένα ράκος, «ένα πιόνι που το χειρίζεται ο ίδιος όπως θέλει», κακοποιημένη σωματικά, ψυχικά και ψυχολογικά.  Μετά το περιστατικό της 11.12.21 κατά το οποίο διασπάστηκε η πληγή στο χέρι της, η ΜΚ12 και πάλι ένιωσε χάλια.  Φοβόταν για το χέρι της που είχε χτυπηθεί στο ίδιο σημείο και γενικότερα θεωρούσε πως «δεν είχε τέλος αυτό το μαρτύριο».  Όταν δε ο Κατηγορούμενος της ούρησε στο κεφάλι, ένιωσε ότι της συμπεριφερόταν «σαν ζώο».  Γενικότερα μετά τα περιστατικά των δύο τελευταίων ημερών (11 και 12 Δεκεμβρίου) ένιωθε χάλια, ήταν ψυχολογικό ράκος και ένιωθε πως τελειώνει η ζωή της.  Πίστευε ότι θα τη βρουν σε κάποιο χαντάκι παρατημένη.  Αισθανόταν ότι ο Κατηγορούμενος έκανε τα πάντα για να τη μειώσει και να την κάνει να νιώσει χάλια – ψυχολογικά, συναισθηματικά και σωματικά.  Πονούσε, όπως χαρακτηριστικά είπε, «και στην καρδιά και στο σώμα», δεν πίστευε ότι της συνέβαινε αυτό που συνέβαινε και νόμιζε πως βρίσκεται σε ταινία τρόμου.  Μετά την καταγγελία και για να αντιμετωπίσει τα όσα βίωσε, η ΜΚ12 αποτάθηκε σε ψυχοθεραπεύτρια.

 

Νομική πτυχή

 

Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Woolmighton v. D.P.P. [1935] AC 462, Charitonos a.o. v. The Republic (1971) 2 C.L.R. 40).  Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363).  Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401). 

 

Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα του βιασμού.  Το άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 150(Ι)/2020, έχει ως εξής:

 

«144. Όποιος έρχεται σε παράνομη συνουσία διά κολπικής, πρωκτικής ή στοματικής διείσδυσης του πέους στο σώμα άλλου προσώπου, χωρίς τη συναίνεσή του ή με συναίνεση η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας, απειλής ή φόβου είναι ένοχος κακουργήματος που καλείται βιασμός και υπόκειται στην ποινή φυλάκισης διά βίου.»

 

Είναι σαφές από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου πως για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ήλθε σε παράνομη συνουσία (διά κολπικής, πρωκτικής ή στοματικής διείσδυσης του πέους του στο σώμα άλλου προσώπου), ήτοι είτε χωρίς τη συναίνεση του άλλου προσώπου είτε με τη συναίνεση του, η οποία όμως να δόθηκε υπό το κράτος βίας, απειλής ή φόβου.  Προσθέτουμε πως πέραν των πιο πάνω συστατικών, τα οποία αφορούν την αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του βιασμού, θα πρέπει να αποδειχθεί και η απαιτούμενη ένοχη διάνοια (mens rea) του κατηγορούμενου.  Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold 2000, στην παρ. 20-33:

 

«It must be proved that at the time of the non-consensual intercourse, the defendant either knew that the victim was not consenting or that he was reckless as to whether she or he was consenting: … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … ……

Sexual intercourse is a continuing act, which ends upon withdrawal. If therefore, a man becomes aware that the other person is not consenting after intercourse has commenced and he does not desist, he will be guilty of rape from the moment that he realizes that she or he is not consenting;»

 

Σχετική και η Ν.Χ. ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 503, όπου λέχθηκε πως «…, συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο ότι αποδείχθηκε η απαραίτητη ένοχη διάνοια (mens rea) του εφεσείοντα, ότι δηλαδή αυτός γνώριζε, κατά τον ουσιώδη χρόνο της προαναφερόμενης πράξης, ότι η παραπονούμενη δεν συναινούσε σ' αυτή ή ότι ήταν αδιάφορος ως προς το εάν συναινούσε ή όχι, αφού μάλιστα άσκησε και κάποια σωματική βία για να επιτύχει το σκοπό του.»

 

Το ζήτημα της συναίνεσης απασχόλησε στην Bejandi ν. Δημοκρατίας (2014) 2(Β) Α.Α.Δ. 935, στην οποία με παραπομπή σε αγγλική νομολογία, αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Ο ορισμός του βιασμού εντοπίζεται στο Άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. Στο βαθμό και την έκταση που μας αφορά το ερώτημα που τίθεται είναι απλό: «Είχε συναινέσει η παραπονούμενη κατά το χρόνο της συνουσίας ή όχι; Και αν ναι, η συναίνεση της δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης ή όχι;» Δεν απαιτείται από την κατηγορούσα αρχή να αποδείξει ότι είχε ασκηθεί βία ή υπήρχε φόβος για σωματική βλάβη, η απόδειξη της οποίας απαιτείται μόνο εφόσον υπήρχε «συναίνεση». Ούτε απαιτείται όπως η παραπονούμενη επιδείξει ή αναφέρει ρητά στον κατηγορούμενο την έλλειψη της συναίνεσης της, όμως η κατηγορούσα αρχή πρέπει να παρουσιάσει μαρτυρία, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, που να καταδεικνύει αυτή την έλλειψη συναίνεσης.

 

Για την έννοια της «συναίνεσης», θεωρούμε ότι χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Dunn, LJ στην υπόθεση R. v. Olugboja [1981] EWCA Crim 2:

 

Although "consent" is an equally common word it covers a wide range of states of mind in the context of intercourse between a man and a woman, ranging from actual desire on the one hand to reluctant acquiescence on the other. We do not think that the issue of consent should be left to a jury without some further direction. What this should be will depend on the circumstances of each case. The jury will have been reminded of the burden and standard of proof required to establish each ingredient, including lack of consent, of the offence. They should be directed that consent, or the absence of it, is to be given its ordinary meaning and if need be, by way of example, that there is a difference between consent and submission; every consent involves a submission, but it by no means follows that a mere submission involves consent. (per Coleridge J. in R. v Day [1841] 9 C. & P. 722, at page 724). In the majority of cases, where the allegation is that the intercourse was had by force or the fear of force, such a direction coupled with specific references to and comments on the evidence relevant to the absence of real consent will clearly suffice. In the less common type of case where intercourse takes place after threats not involving violence or the fear of it, as in the examples given by Mrs. Trewella, to which we have referred earlier in this judgment, we think that an appropriate direction to a jury will have to be fuller. They should be directed to concentrate on the state of mind of the victim immediately before the act of sexual intercourse, having regard to all the relevant circumstances, and in particular the events leading up to the act, and her reaction to them showing their impact on her mind. Apparent acquiescence after penetration does not necessarily involve consent, which must have occurred before the act takes place. In addition to the general direction about consent which we have outlined, the jury will probably be helped in such cases by being reminded that in this context consent does comprehend the wide spectrum of states of mind to which we earlier referred, and that the dividing line in such circumstances between real consent on the one hand and mere submission on the other may not be easy to draw. Where it is to be drawn in a given case is for the jury to decide, applying their combined good sense, experience and knowledge of human nature and modern behaviour to all the relevant facts of that case.”

 

Υπάρχει διαφορά μεταξύ του να συναινέσει κάποιο πρόσωπο και του να ενδώσει στη σεξουαλική επαφή. Το πρώτο περιλαμβάνει το δεύτερο. Όμως το να ενδώσει απλώς στη σεξουαλική επαφή δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι συναινεί.»

 

Σχετική και η πιο πρόσφατη απόφαση Mazid v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 215/16, ημερ. 30.4.20, ECLI:CY:AD:2020:B135:

 

«Το πρωτόδικο δικαστήριο ανέλυσε ειδικά το κακούργημα του βιασμού, το οποίο προνοείται από το άρθρο 144 του Κεφ. 154, και συνίσταται σε παράνομη συνουσία με γυναίκα, χωρίς τη συναίνεση της ή με τη συναίνεση της, μεταξύ άλλων, εφόσον η συναίνεση δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης.   Στην προκείμενη περίπτωση, όπως, ορθά, συμπέρανε το πρωτόδικο δικαστήριο, ο εφεσείων κατ΄ επανάληψη ήρθε σε συνουσία με την παραπονούμενη, από την ηλικία των 12 χρόνων, η οποία  (παραπονούμενη), υπό το κράτος απειλών και εκφοβισμού της εκ μέρους του εφεσείοντα για τη σωματική ακεραιότητα της μητέρας και του αδελφού της, αποδεχόταν χωρίς καμιά διαμαρτυρία, αντίδραση και αντίσταση εκ μέρους της, τα όσα διέπραττε ο εφεσείων.   Υπό αυτές τις περιστάσεις, όπως ορθά παρατήρησε το Κακουργιοδικείο, δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί, στον εφεσείοντα, εύλογη αιτία να πιστεύει ότι η παραπονούμενη έδιδε εκούσια και ανεπηρέαστα τη συναίνεσή της, στις πολλές σεξουαλικές επαφές που είχε μαζί της. Ήταν επομένως εύρημα του Κακουργιοδικείου ότι, σ΄ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα των 4 σχεδόν χρόνων, ο εφεσείων είχε πολύ συχνά σεξουαλική επαφή με την παραπονούμενη, χωρίς αντίδραση εκ μέρους της, ως αποτέλεσμα απειλών και εκφοβισμού της, από τον εφεσείοντα.»

 

Στην προκειμένη περίπτωση, αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι η παραπονούμενη, περί τις 03:00 της 28.11.21, προέβη σε πεολειχία στον Κατηγορούμενο (η οποία αποτυπώθηκε στο Τεκμήριο 10).  Υπήρξε, δηλαδή, στοματική διείσδυση του πέους του Κατηγορούμενου στο σώμα της παραπονούμενης και συνεπώς, συνουσία εν τη εννοία του άρθρου 144 του Κεφ. 154. 

 

Τα όσα προηγήθηκαν της εν λόγω συνουσίας, σύμφωνα και πάλι με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, είναι τα εξής:  Το βράδυ της 27.11.21 (περί τις 22:00) έγινε καβγάς μεταξύ της παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου, στα πλαίσια του οποίου η παραπονούμενη, κατόπιν απαίτησης του Κατηγορούμενου και φοβούμενη αυτόν, τηλεφώνησε σε συνάδελφο της και του είπε ότι είναι «πουτάνα» και σε κατοπινό σημείο ο Κατηγορούμενος, όντας νευριασμένος ξεκίνησε να ρίχνει προς το μέρος της διάφορα αντικείμενα, μεταξύ άλλων, ένα μπουκάλι κρασί το οποίο της έριξε με δύναμη και το οποίο την έκοψε βαθιά μεταξύ καρπού και αγκώνα και ξεκίνησε να αιμορραγεί.  Η παραπονούμενη του ζήτησε να την πάρει στις Πρώτες Βοήθειες, αλλά ο Κατηγορούμενος αρνείτο και της είπε «στ’ αρχίδια μου, εν με κόφτει να μείνεις να πεθάνεις».  Απομάκρυνε δε από την παραπονούμενη όλες τις τηλεφωνικές συσκευές, περιλαμβανομένου του κινητού της τηλεφώνου.  Γύρω στις 03:00 της 28.11.21 ο Κατηγορούμενος ξύπνησε την παραπονούμενη και της είπε «θέλω να μου κάμεις πίππα γιατί έτσι εφκαριστιούμαι εγώ».  Η ΜΚ12 αρνήθηκε, αλλά ο Κατηγορούμενος της είπε ότι δεν έχει επιλογή και ότι θα του το κάνει (αυτό που ζήτησε).  Τότε πήγαν στον παραδίπλα καναπέ και η ΜΚ12, φοβούμενη πως ο Κατηγορούμενος θα την ξαναχτυπούσε, προέβη στην πιο πάνω αναφερόμενη πράξη (δηλαδή την πεολειχία).  Τα πιο πάνω ευρήματα καταδεικνύουν την απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας του παράνομου της επίμαχης συνουσίας, εφόσον ο Κατηγορούμενος είχε προκαλέσει λίγη ώρα προηγουμένως τον σοβαρότατο τραυματισμό στο χέρι της παραπονούμενης, υποδεικνύοντας της, αμέσως πριν την πράξη, πως δεν είχε άλλη επιλογή από του να προβεί στην πράξη, και η παραπονούμενη ενέδωσε φοβούμενη τυχόν επανάληψη της βίας που προηγήθηκε λίγο πριν, διαπιστώσεις που οδηγούν ακριβώς στο συμπέρασμα ότι η συνουσία επιτεύχθηκε κατόπιν της συναίνεσης της παραπονούμενης η οποία δόθηκε υπό το κράτος απειλής ή φόβου.

 

Τα ευρήματα μας δε, καταδεικνύουν έξω από κάθε λογική αμφιβολία και την ύπαρξη της απαιτούμενης ένοχης διάνοιας από πλευράς του Κατηγορούμενου, αφού όταν ο Κατηγορούμενος ζήτησε από την παραπονούμενη να προβεί σε πεολειχία, αυτή αρνήθηκε, και είναι μόνο όταν ο Κατηγορούμενος της είπε πως δεν έχει άλλη επιλογή από του να πράξει αυτό που της ζήτησε που η παραπονούμενη ενέδωσε και προέβη στην πράξη.  Συνεπώς ο Κατηγορούμενος σαφώς και γνώριζε πως η «συναίνεση» της παραπονούμενης δεν δόθηκε εκούσια και ανεπηρέαστα, αλλά ότι ήταν το αποτέλεσμα της προηγηθείσας βίαιης συμπεριφοράς του, της αρνητικής αντίδρασης του όταν η ΜΚ12 του είπε πως δεν ήθελε να προβεί στην πράξη που της ζήτησε και της μετέπειτα υπόδειξης του πως η παραπονούμενη δεν έχει επιλογή. 

 

Καταλήγουμε λοιπόν πως η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την ενοχή του Κατηγορούμενου στην πρώτη κατηγορία.

 

Η τρίτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας.  Το εν λόγω αδίκημα προβλέπεται στο άρθρο 231 του Κεφ. 154 το οποίο προβλέπει ότι:

 

«231. Όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές». 

 

Το άρθρο 4(1) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν. 119(Ι)/2000, καθιστά το αδίκημα αυξημένης σοβαρότητας όταν διαπράττεται από ένα μέλος της οικογένειας σε βάρος άλλου μέλους και σύμφωνα με το άρθρο 4(2)(i) η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης αυξάνεται από 7 σε 10 έτη.

 

Ο όρος «βαριά σωματική βλάβη» ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, ως εξής:

 

«“βαριά σωματική βλάβη” σημαίνει σωματική βλάβη που ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό ή επικίνδυνη σωματική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή μόνιμη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται μέχρι τη μόνιμη παραμόρφωση ή τη μόνιμη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωματικού οργάνου, μεμβράνης ή αίσθησης»

 

Στην απόφαση Αχτάρ ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 397 εξηγήθηκε ότι «στην έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης αποδίδεται η συνήθης γραμματική έννοια. Σύμφωνα με την απόφαση D.P.P. v. Smith [1960] 44 Cr. App. R. 261 και το σύγγραμμα του Archbold - πιο πάνω - σελ. 1858, παρ. 19-206, δεν είναι αναγκαίο, κατά τη σύγχρονη νομολογία, η βαριά σωματική βλάβη να είναι είτε μόνιμη, είτε επικίνδυνη».  Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, έκδοση 2026, στην παρ. Β2.79, αναφέρονται τα εξής:

 

«Grievous bodily harm means really serious harm (DPP v Smith [1961] AC 290; Cunningham [1982] AC 566). It may be physical or psychiatric (Ireland [1998] AC 147) but not merely psychological (Dhaliwal [2006] EWCA Crim 1139). It may also result from infection, but need not be permanent or dangerous (Ashman (1858) 1 F&F 88). In determining its seriousness account must be taken of its effect on the individual victim (Golding [2014] EWCA Crim 889; Bollom [2003] EWCA Crim 2846). Injury to a finger could thus be grievous bodily harm where V is a professional musician. A number of minor injuries may collectively be grievous (Birmingham [2002] EWCA Crim 2608). Expert evidence may be required, and will certainly be required (as to both cause and effect) in cases of psychiatric injury, just as in cases brought under s. 47 (see B2.43).»

 

Η λέξη «παράνομα» στο άρθρο 231 του Κεφ. 154 αποδίδει πράξη η οποία γίνεται χωρίς οποιοδήποτε νομικό έρεισμα.

 

Ως προς το νοητικό στοιχείο (mens rea) του αδικήματος, στην Αχτάρ, ανωτέρω, επεξηγείται ότι η πρόθεση εμπεριέχεται ως συστατικό στοιχείο στο αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης χωρίς να χρειάζεται η απόδειξη οποιασδήποτε ειδικής πρόθεσης.  Το νοητικό στοιχείο του αδικήματος αναλύθηκε διεξοδικά από το Εφετείο στη Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 136/24, ημερ. 31.3.25, από την οποία και τα αποσπάσματα που ακολουθούν:

 

«Επί του παρόντος θα πρέπει εδώ κατ΄ αρχάς να πούμε ότι είναι αναμφίβολα ορθή η διαπίστωση ότι τόσον το αδίκημα του Άρθρου 231 Π.Κ. όσον και αυτό του Άρθρου 324(1) διαπράττονται και με απερισκεψία (recklessness). Πρόκειται για την ενσυνείδητη ή υποκειμενική απερισκεψία τύπου «Cunningham» για την οποία στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας (2015) 2(Α) Α.Α.Δ. 256 λέχθηκαν τα εξής:

 

«Ο όρος "recklessness" (ενσυνείδητη ή υποκειμενική αμέλεια ή αμέλεια πρώτου βαθμού), εξηγήθηκε στην υπόθεση Cunningham [1957] 2 All ER 412, ως η ενσυνείδητη ανάληψη κινδύνου (conscious risk talking) ως εξής:

"the accused has foreseen that the particular kind of harm might be done and yet has gone on to take the risk of it"».

 

… … …

 

Συναφώς υπενθυμίζουμε, αφενός εν σχέσει με το Άρθρο 231 Π.Κ. ότι αρκεί είτε η πρόθεση είτε η απερισκεψία για οποιαδήποτε, ακόμα και για ελάχιστη σωματική βλάβη, η οποία ακουσίως (inadvertently) καταλήγει σε βαριά σωματική βλάβη, π.χ. ένα σπρώξιμο (όπως ήταν η υπόθεση Theofanous v. Police (1985) 2 C.L.R. 34) και αφετέρου εν σχέσει με το αδίκημα του Άρθρου 324(1) Π.Κ. ότι αρκεί είτε η πρόθεση είτε η απερισκεψία για οποιαδήποτε ζημιά σε περιουσία οποιασδήποτε αξίας (Θωμά v. Αστυνομίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 255).

 

Είναι εξίσου χρήσιμο να τονιστεί ξανά αυτή η ιδιορρυθμία του αδικήματος του Άρθρου 231 Π.Κ., όπως αυτή χαρακτηριστικά παρατίθεται στο σύγγραμμα Card, Cross & Jones Criminal Law, (ανωτέρω), σ. 87, §3.37:

 

"Generally, D must intend, or be reckless as to, the consequence of the actus reus of the offence in question as it is described in the definition of the offence [..................] There are some exceptional offences where intention or recklessness, or in some cases only intention, in relation to something less than the actual consequence required for their actus reus suffices. For example, in the offences under the Offences Against the Person Act 1861, s 20 of unlawfully and maliciously wounding another and of unlawfully and maliciously inflicting grievous bodily harm on another, D has sufficient mens rea if he merely intended or was reckless as to some unlawful physical harm to a person, albeit of a minor nature: he need not have foreseen that his act might cause physical harm of the gravity described in the statute, ie a wound or grievous bodily harm".

 

Παρομοίως, σε σχέση με το ίδιο άρθρο, εξηγείται και στο σύγγραμμα Smith, Hogan & Ormerod's Criminal Law (ανωτέρω) σ. 743, §16.4.12 ότι:

 

"D must intend or be reckless, but what is "the particular kind of harm" that must be intended or foreseen? As a matter of general principle, the answer might be expected to be that it is necessary that D has mens rea as to all the elements of the actus reus - including the wounding or GBH. The criminal law has developed differently. The position is that it is enough that D foresaw that some bodily harm, not necessarily amounting to wounding or GBH, might occur".

(Έμφαση δοθείσα)

 

Είναι νομίζουμε σαφές πως η προαναφερθείσα διατύπωση του Κακουργοδικείου περί του ότι ήταν «αρκετό» να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε «συνήθη πρόθεση (basic intent) δηλαδή πρόθεση να επιφέρει τη σωματική βλάβη» που επέφερε (δηλαδή τη βαριά σωματική βλάβη), συνιστούσε σφάλμα, καθότι δεν απέδιδε επακριβώς τη νομική πτυχή του θέματος.  Αυτό επειδή δεν απαιτείται πρόθεση για τη «βαριά» σωματική βλάβη. Η οποία άλλωστε όπου απαιτείται, όπως στο Άρθρο 228(α) Π.Κ. συνιστά «ειδική πρόθεση» για επέλευση του συγκεκριμένου αποτελέσματος. Δεν θα μπορούσε η ίδια πρόθεση ή επιδίωξη να αποκαλείται στη μια περίπτωση «συνήθης» και στην άλλη «ειδική».  

 

Στην περίπτωση του Άρθρου 231 Π.Κ. το αναμενόμενο ερώτημα είναι κατά πόσον πληρούται η πιο πάνω ελάχιστη mens rea του αδικήματος. Ειδικότερα εξετάζεται κατά πόσον ο κατηγορούμενος είχε την πρόθεση να επιφέρει ή υπήρξε απερίσκεπτος ως προς την επέλευση ακόμα και της πιο μικρής σωματικής βλάβης. Αυτό ή οτιδήποτε πέραν αυτού πληροί την υποκειμενική υπόστασή του. Αυτή είναι η minimum mens rea του αδικήματος και κανονικά σε αυτή πρέπει να επικεντρώνεται η δικαστική διεργασία.» 

 

Στην προκειμένη περίπτωση, καταλήξαμε πως ο Κατηγορούμενος, έχοντας νευριάσει με την παραπονούμενη, ξεκίνησε να ρίχνει προς το μέρος της διάφορα αντικείμενα (τασάκια, αναμμένο αποτσίγαρο, μια μπουκάλα με νερό και αποτσίγαρα την οποία έριξε στο κεφάλι της) και στη συνέχεια ένα άδειο μπουκάλι κρασί το οποίο της έριξε με δύναμη.  Η παραπονούμενη έβαλε τα χέρια της μπροστά από το πρόσωπό της και μόλις χτύπησε η μπουκάλα στο δεξί της χέρι η μπουκάλα έσπασε και την έκοψε βαθιά μεταξύ καρπού και αγκώνα και ξεκίνησε να αιμορραγεί.  Το τραύμα ήταν τόσο βαθύ που η ΜΚ12 είδε το κόκκαλο της.  Κατά τη διερεύνηση του τραύματος από τον ιατρό (ΜΚ14), βρέθηκαν τραύματα στους υποκείμενους μύες και έγινε χειρουργικός καθαρισμός και συρραφή κατά στρώματα (εσωτερικά και εξωτερικά).  Στην παραπονούμενη χορηγήθηκε άδεια ασθενείας δύο εβδομάδων και κατά την εν λόγω περίοδο, ο Κατηγορούμενος τη βοηθούσε να φάει, να κάνει μπάνιο και να ντυθεί, ενώ ακόμα και όταν επέστρεψε στην εργασία της δεν μπορούσε να γράψει με το δεξί της χέρι.  Τα πιο πάνω αβίαστα αποκαλύπτουν την πλήρωση όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος του άρθρου 231 του Κεφ. 154.  Ομοίως δε, αποκαλύπτουν την ύπαρξη της αναγκαίας ένοχης διάνοιας από πλευράς του Κατηγορούμενου, αφού αυτός έριξε την άδεια γυάλινη μπουκάλα προς το μέρος της παραπονούμενης, προφανώς έχοντας πρόθεση να τη χτυπήσει με τη μπουκάλα και συνεπώς να της προκαλέσει έστω και ελάχιστη σωματική βλάβη, ή, εν πάση περιπτώσει, αδιαφορώντας ως προς το αν θα επερχόταν τέτοιο αποτέλεσμα.  Το γεγονός ότι δεν είχε την πρόθεση να της προκαλέσει τη βαριά σωματική βλάβη που εν τέλει προκλήθηκε, είναι αδιάφορο. 

 

Έχοντας διαπιστώσει τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 231 του Κεφ. 154, εγείρεται το ερώτημα του κατά πόσον αυτό διαπράχθηκε εναντίον μέλους της οικογένειας του Κατηγορούμενου ως η καταλογιζόμενη κατηγορία.  Ο ορισμός της φράσης «μέλος της οικογένειας» δίδεται στο άρθρο 2 του Νόμου 119(Ι)/2000:

 

«"μέλος της οικογένειας" σημαίνει—

(α) άντρα και γυναίκα που—

(i) έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι, ή

(ii) συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο·

(β) γονείς των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α)·

(γ) τέκνα των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) ανεξάρτητα αν αυτά είναι φυσικά ή υιοθετημένα τέκνα του ενός ή και των δύο εν λόγω προσώπων καθώς και τα εγγόνια των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α)·

(δ) κάθε πρόσωπο το οποίο διαμένει με οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα·»

 

Με δεδομένο ότι Κατηγορούμενος και παραπονούμενη δεν ήταν νυμφευμένοι, το κρίσιμο ερώτημα είναι το κατά πόσον αυτοί συζούσαν ως ανδρόγυνο κατά τον χρόνο που το αδίκημα διαπράχθηκε.  Σύμφωνα με τα ευρήματα στα οποία καταλήξαμε βάσει της αξιόπιστης μαρτυρίας της παραπονούμενης, μετά τη γνωριμία τους, αυτή ξεκίνησε να διανυκτερεύει κάποια βράδια στην οικία του Κατηγορούμενου.  Μετά το Σαββατοκύριακο 27 - 28.11.21 και μέχρι τη λήξη της σχέσης, έμενε στο σπίτι του κάθε βράδυ πλέον, με την παραπονούμενη να μεταφέρει τα προσωπικά της αντικείμενα στην οικία του Κατηγορούμενου στις 10.12.21. 

 

Στη βάση των ανωτέρω, έχουμε την άποψη ότι η περιστασιακή διανυκτέρευση στην οικία του Κατηγορούμενου πριν τα περιστατικά της 27 – 28 Νοεμβρίου του 2021, δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι οι δύο τους «συζούσαν ως ανδρόγυνο» και κατ’ επέκταση να καταστήσει την παραπονούμενη «μέλος της οικογένειας» του Κατηγορούμενου. 

 

Με δεδομένη τη νομολογιακή θέση που εκφράστηκε στην A.G. v. Αστυνομία, Ποιν. Έφ. 119/20, ημερ. 16.4.21, ECLI:CY:AD:2021:B147, ότι «όταν ο νόμος προνοεί αυστηρότερη ποινή όταν περιγραφόμενο αδίκημα διαπράττεται κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις που θεωρούνται επιβαρυντικές, ουσιαστικά, έστω και αν δεν είναι νομοτελειακά ακριβές, δημιουργείται ένα νέο αδίκημα, που στοιχειοθετείται με την απόδειξη όλων των συστατικών στοιχείων του περιγραφόμενου αδικήματος, πλέον των επιβαρυντικών περιστάσεων», και με δεδομένη την κατάληξη μας ότι αποδείχθηκε εν προκειμένω η διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα αλλά όχι το αδίκημα του άρθρου 4(1), (2)(i) του Νόμου 119(Ι)/2000 και ενόψει του σταδίου στο οποίο η υπόθεση ευρίσκεται, καθίσταται αναγκαίο να εξεταστεί κατά πόσο η παρούσα είναι κατάλληλη περίπτωση για να διαταχθεί τροποποίηση της κατηγορίας στη βάση του άρθρου 85(4)[25] του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο έτυχε ερμηνείας σε πολλές αποφάσεις.[26] 

 

Για την εφαρμογή του άρθρου 85(4) πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

(α) Με την προσαχθείσα μαρτυρία πρέπει να αποδεικνύεται η διάπραξη από τον κατηγορούμενο ποινικού αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο.

(β) Να είναι αδύνατη η καταδίκη του κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου.

(γ) Με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα ο κατηγορούμενος να μην υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που θα μπορούσε να του έχει επιβληθεί αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου.

(δ) Η μεταβολή του κατηγορητηρίου να μην επηρεάζει δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του.

 

Στην προκειμένη περίπτωση κρίνουμε ότι πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις.  Κατ’ αρχάς, για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρθηκαν, αποδείχθηκε η από μέρους του Κατηγορούμενου διάπραξη του αδικήματος της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης στην παραπονούμενη, αδίκημα που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, και η καταδίκη του Κατηγορούμενου γι’ αυτό το αδίκημα είναι αδύνατη χωρίς τη μεταβολή του κατηγορητηρίου.  Καταδικαζόμενος δε γι’ αυτό το αδίκημα, ο Κατηγορούμενος θα υπόκειται σε μικρότερη ποινή συγκρινόμενη με την ποινή που επιφέρει το αδίκημα που περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο.  Κρίνουμε επιπλέον πως η προσθήκη της εν λόγω κατηγορίας στο κατηγορητήριο ουδόλως επηρεάζει δυσμενώς τον Κατηγορούμενο στην Υπεράσπιση του, αφού θέση του ήταν πως δεν ήταν εκείνος που προκάλεσε τον τραυματισμό της παραπονούμενης, αλλά ότι τραυματίστηκε μόνη της από απροσεξία (βλ. παρ. 33 του Τεκμηρίου 50). 

 

Στη βάση των πιο πάνω καταλήγουμε ότι η υπό κρίση περίπτωση είναι κατάλληλη για την εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 85(4) του Κεφ.155 με την προσθήκη μίας νέας, δέκατης τρίτης κατηγορίας, ως εξής:

 

«ΈΚΘΕΣΗ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 

Πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231, Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί.

 

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

 

Ο κατηγορούμενος, την 27η Νοεμβρίου 2021, στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, προκάλεσε παράνομα βαριά σωματική βλάβη στη Ν.Α, δηλαδή της έριξε μια γυάλινη μπουκάλα η οποία την έκοψε βαθιά στο χέρι με αποτέλεσμα να χρειαστεί συρραφές.»

 

Η πέμπτη, η έκτη, η όγδοη και η δωδέκατη κατηγορία, αφορούν το αδίκημα της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη.  Το άρθρο 243 του Κεφ. 154 προβλέπει τα εξής:

 

«243. Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.»

 

Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο και η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης από την εν λόγω επίθεση.

 

Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που προκαλεί σε άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του.  Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από άλλο πρόσωπο χωρίς συγκατάθεση.  Πρόκειται στην ουσία για προσπάθεια προσβολής των εννόμων αγαθών κάποιου και συγκεκριμένα εδώ της σωματικής του ακεραιότητας.  Απαιτείται όπως η πράξη του δράστη συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση η οποία τείνει να προκαλέσει τον φόβο και περαιτέρω η δράση με κάποιο αντικείμενο ή με γροθιά, συνιστά επίθεση ακόμα και εάν δεν πετυχαίνει το στόχο («… is an assault even though the person striking misses his aim», Archbold 2000, §19-172).

 

Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο (mens rea) της επίθεσης, σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 574, όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας σε βάρος του θύματος.  Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα (παρανόμως – unlawfully).  Η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία (recklessness).  Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξη του, προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974).

 

Ως προς την ερμηνεία του όρου σωματική βλάβη, στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, αναφέρεται ότι «σωματική βλάβη» σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή είτε μόνιμη είτε προσωρινή.  Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης.  Στο σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading Evidence and Practice, 41η έκδοση, παρ. 20 – 116, αναφέρεται ότι πραγματική σωματική βλάβη σημαίνει κάποια πραγματική σωματική κάκωση.  Δεν είναι ανάγκη ο τραυματισμός να έχει μόνιμο χαρακτήρα ή να είναι τέτοιος που να τον κατατάσσει στη βαριά σωματική βλάβη (βλ. Αχτάρ ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 397).  Στην υπόθεση Georghiades v. Police (1985) 2 C.L.R. 56, μια επιπόλαιη εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 του Κεφ. 154 (βλ. επίσης R. v. Miller (1954) 2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου (1989) 2 Α.Α.Δ. 61). 

 

Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι σε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες, περιλαμβάνεται στις εκθέσεις αδικήματος το άρθρο 4, εδάφια (1) και (2) του Νόμου 119(Ι)/2000.  Η ευπαίδευτη συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή αναφέρει στην αγόρευση της πως η ποινή του αδικήματος του άρθρου 243 του Κεφ. 154, «φυσικά αυξάνεται με τον Ν.119(Ι)/2000».  Έχουμε διεξέλθει το άρθρο 4 του εν λόγω Νόμου και διαπιστώνουμε πως το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη δεν συγκαταλέγεται στα αδικήματα των οποίων η ποινή αυξάνεται με βάση το άρθρο 4(2) του Νόμου.[27]  Η συμπερίληψη συνεπώς του άρθρου 4 του Νόμου 119(Ι)/2000 δεν προσθέτει οτιδήποτε στα συστατικά στοιχεία του άρθρου 243 του Κεφ. 154. 

 

Καταλήξαμε ότι στις 11.12.21, ο Κατηγορούμενος χτύπησε την παραπονούμενη με ένα αλουμινένιο σκουπόξυλο στο αριστερό πόδι κάτω από το γόνατο και μετά στο τραυματισμένο χέρι με κάποιο κοντάρι με αποτέλεσμα να ανοίξει η πληγή της.  Η ενέργεια του Κατηγορούμενου να χτυπήσει την παραπονούμενη με το πιο πάνω αντικείμενο αναμφίβολα συνιστά επίθεση και η διάσπαση του τραύματος που είχε η παραπονούμενη στο χέρι με αποτέλεσμα η πληγή της να «ζουμίζει» δηλαδή να καταστεί χαίνουσα με ροή υγρού και αίματος, συνιστά πραγματική σωματική βλάβη εντός της έννοιας της νομολογίας.  Καταλήγουμε συνεπώς πως η Κατηγορούσα απέδειξε ότι στις 11.12.21 ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε παράνομα στην παραπονούμενη χτυπώντας την με κάποιο κοντάρι στο χέρι, προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη. 

 

Καταλήξαμε επίσης πως στις 12.12.21 ο Κατηγορούμενος, αφότου ζήτησε από την παραπονούμενη να φύγει από το σπίτι, έπιασε ένα σκαμπό και το πίεζε στο σώμα της, την κλωτσούσε στα πλευρά και της είπε «μα τον Θεό, αν δεν σε αγαπούσα ήταν να σε σκοτώσω».  Και αργότερα, την ίδια ημέρα, πήρε ένα αλουμινένιο σκουπόξυλο και χτυπούσε την παραπονούμενη σε διάφορα μέρη του σώματος της (στο αριστερό πόδι, στην πλάτη και στο κεφάλι) και ακολούθως λύγισε το αλουμινένιο σκουπόξυλο και προσπάθησε να το περάσει γύρω από τον λαιμό της.  Στις 15.12.21, και χωρίς να έχει μεσολαβήσει άλλο κακοποιητικό συμβάν, η παραπονούμενη εξετάστηκε από ιατρό (τον ΜΚ13), ο οποίος διαπίστωσε αιμάτωμα κνήμης αριστερά και οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης, σπονδυλικής χώρας, καθώς και εκδορές δεξιάς άκρας χειρός (σχετικές και οι φωτογραφίες Τεκμήριο 28 που λήφθηκαν την ίδια ημέρα).  Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων, καταλήγουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο Κατηγορούμενος, στις 12.12.21, σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις (ως οι λεπτομέρειες της έκτης και της όγδοης κατηγορία), επιτέθηκε παράνομα στην παραπονούμενη ως ανωτέρω, προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη, ήτοι εκδορές και μώλωπες. 

 

Αποτέλεσε περαιτέρω διαπίστωσή μας ότι στις 13.11.21, όταν η παραπονούμενη επιχείρησε να εγκαταλείψει την οικία του Κατηγορούμενου, αυτός την τράβηξε από τα μαλλιά, την έσυρε στο πάτωμα μέσα στο σπίτι και ξεκίνησε να την κλωτσά και να την χτυπά σε όλο της το σώμα, στην κοιλιά, στο στομάχι, στα πόδια και στα χέρια.  Οι πιο πάνω ενέργειες του Κατηγορούμενου αναμφίβολα συνιστούν επίθεση εναντίον της παραπονούμενης.  Όμως στη βάση των ευρημάτων μας, δεν μπορούμε να καταλήξουμε παράλληλα πως από την εν λόγω επίθεση προκλήθηκε στην παραπονούμενη πραγματική σωματική βλάβη.  Η παραπονούμενη ανέφερε πως μετά το πιο πάνω περιστατικό πονούσε όλο της το κορμί, χωρίς όμως να αναφερθεί σε τυχόν τραύματα που προκλήθηκαν εκείνη την ημέρα.  Ούτε και επισκέφθηκε ιατρό.  Ούτε και προσφέρθηκε μαρτυρία ότι τυχόν μώλωπες ή εκδορές θα παρέμεναν στο σώμα της ένα και πλέον μήνα αργότερα όταν επισκέφθηκε ιατρό (στις 15.12.21), ούτε και προσφέρθηκε μαρτυρία ότι τυχόν μώλωπες ή εκδορές που τότε (δηλαδή στις 15.12.21) εντοπίστηκαν προκλήθηκαν ένα και πλέον μήνα προηγουμένως.  Το δεύτερο, λοιπόν, συστατικό στοιχείο του αδικήματος ήτοι η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης δεν έχει, κατά την κρίση μας, αποδειχθεί στον βαθμό που απαιτείται. 

 

Σε σχέση με την πέμπτη κατηγορία, παρατηρείται διάσταση μεταξύ των ευρημάτων μας (ότι ο Κατηγορούμενος κτύπησε την παραπονούμενη με κάποιο κοντάρι) και των λεπτομερειών του αδικήματος ως αναγράφονται στο κατηγορητήριο (ότι την κτύπησε με αλουμινένιο σκουπόξυλο).  Περαιτέρω, σε σχέση με τη δωδέκατη κατηγορία, καταλήξαμε ότι ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε στην παραπονούμενη εντός της έννοιας του άρθρου 242 του Κεφ. 154, χωρίς όμως να έχει αποδειχτεί ότι εκ της επίθεσης αυτής προκλήθηκε πραγματική σωματική βλάβη.  Επιπλέον, σε σχέση με όλες τις κατηγορίες, παρατηρείται η λανθασμένη συμπερίληψη στις εκθέσεις αδικημάτων του άρθρου 4(1) και (2) του Νόμου 119(Ι)/2000.  Εγείρεται λοιπόν και πάλι θέμα τροποποίησης του κατηγορητηρίου, θέμα σε σχέση με το οποίο οι νομικές αρχές παρατέθηκαν πιο πάνω. 

 

Όσον αφορά στο αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας, τα ευρήματα μας αφορούν τη διάπραξη ακριβώς του ίδιου αδικήματος, με μοναδικό διαφοροποιητικό στοιχείο το αντικείμενο με το οποίο ο Κατηγορούμενος χτύπησε την παραπονούμενη.  Θεωρούμε πως η μεταβολή του κατηγορητηρίου δεν επηρεάζει δυσμενώς τον Κατηγορούμενο στην Υπεράσπιση του, εφόσον αυτός προέβαλε πως δεν χτύπησε καθόλου την παραπονούμενη στις 11.12.21 (βλ. παρ. 40 του Τεκμηρίου 50), ενώ, και όσον αφορά στο αλουμινένιο σκουπόξυλο, ο Κατηγορούμενος επικέντρωσε τα επιχειρήματα του μόνο στο αδύνατο της κίνησης που περιέγραψε η παραπονούμενη ότι έγινε με αυτό κατά την επίθεση της 12.12.21 (όγδοη κατηγορία – προσπάθεια να την πνίξει) (βλ. παρ. 42 του Τεκμηρίου 50).

 

Όσον τώρα αφορά στο αδίκημα της δωδέκατης κατηγορίας, αποδείχθηκε η από μέρους του Κατηγορούμενου διάπραξη του αδικήματος της κοινής επίθεσης εναντίον της παραπονούμενης (άρθρο 242 του Κεφ. 154), αδίκημα που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, και η καταδίκη του Κατηγορούμενου γι’ αυτό το αδίκημα είναι αδύνατη χωρίς τη μεταβολή του κατηγορητηρίου.  Καταδικαζόμενος δε γι’ αυτό το αδίκημα, ο Κατηγορούμενος θα υπόκειται σε μικρότερη ποινή από την ποινή που επιφέρει το αδίκημα που περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο.  Η προσθήκη της νέας κατηγορίας στο κατηγορητήριο και πάλι δεν επηρεάζει δυσμενώς τον Κατηγορούμενο στην Υπεράσπιση του, η θέση του οποίου ήταν πως το περιστατικό που η παραπονούμενη περιέγραψε ουδέποτε έλαβε χώραν (βλ. παρ. 32 του Τεκμηρίου 50). 

 

Ενώ, και όσον αφορά την αφαίρεση από τις εκθέσεις αδικημάτων του άρθρου 4(1) και (2) του Νόμου 119(Ι)/2000, ουδείς δυσμενής επηρεασμός προκαλείται στον Κατηγορούμενο, αφού οι λεπτομέρειες των αδικημάτων, σε σχέση με τις οποίες ο Κατηγορούμενος προέβαλε ό,τι επιθυμούσε, παραμένουν ανεπηρέαστες από τη μεταβολή. 

 

Στη βάση των πιο πάνω καταλήγουμε ότι η υπό κρίση περίπτωση είναι κατάλληλη για την εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 85(4) του Κεφ.155 με την προσθήκη τεσσάρων νέων κατηγοριών, ήτοι της δέκατης τέταρτης έως και της δέκατης έβδομης κατηγορίας, ως εξής:

 

«ΈΚΘΕΣΗ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 

Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί.

 

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

 

Ο κατηγορούμενος, την 11η Δεκεμβρίου 2021, στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, επιτέθηκε παράνομα εναντίον της συμβίας του Ν.Α. προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη, δηλαδή τη χτύπησε με αλουμινένιο σκουπόξυλο στο πόδι και με κάποιο κοντάρι στο χέρι, με αποτέλεσμα να ανοίξει η πληγή που αναφέρεται στη 13η κατηγορία.

 

ΈΚΘΕΣΗ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

ΔΕΚΑΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 

Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί.

 

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

 

Ο κατηγορούμενος, την 12η Δεκεμβρίου 2021, στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, επιτέθηκε παράνομα εναντίον της συμβίας του Ν.Α. προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη, δηλαδή την κλωτσούσε στα πλευρά της και την πίεζε στο σώμα της με ένα σκαμπό, με αποτέλεσμα να υποστεί μώλωπες και εκδορές.

 

ΈΚΘΕΣΗ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

ΔΕΚΑΤΗ ΈΚΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 

Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί.

 

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

 

Ο κατηγορούμενος, την 12η Δεκεμβρίου 2021, στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, επιτέθηκε παράνομα εναντίον της συμβίας του Ν.Α. προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη, δηλαδή τη χτύπησε με ένα αλουμινένιο σκουπόξυλο σε διάφορα μέρη του σώματος της και προσπάθησε να την πνίξει, με αποτέλεσμα να υποστεί μώλωπες και εκδορές. 

 

ΈΚΘΕΣΗ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

ΔΕΚΑΤΗ ΈΒΔΟΜΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 

Κοινή επίθεση, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί.

 

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

 

Ο κατηγορούμενος, την 13η Νοεμβρίου 2021, στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, επιτέθηκε παράνομα εναντίον της Ν.Α., δηλαδή τραβώντας την από τα μαλλιά, την έριξε στο πάτωμα και την κλωτσούσε σε όλο της το σώμα.»

 

Η έβδομη και η ένατη κατηγορία, αφορούν το αδίκημα της κοινής επίθεσης εναντίον μέλους της οικογένειας.  Το άρθρο 242 του Κεφ. 154 προβλέπει ότι:

 

«242. Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.»

 

Το άρθρο 4 εδάφιο (1) και (2) (ιβ) του Νόμου 119(Ι)/2000, καθιστά το εν λόγω αδίκημα, αυξημένης σοβαρότητας στην περίπτωση που διαπράττεται «από ένα μέλος της οικογένειας σε βάρος άλλου μέλους».

 

Τόσο η λέξη «παρανόμως», όσο και η έννοια του όρου «επίθεση» έχουν ήδη αναλυθεί πιο πάνω.  Πιο πάνω έχει επίσης αναλυθεί το νοητικό στοιχείο της επίθεσης. 

 

Έχουμε καταλήξει ότι στις 12.12.21, ο Κατηγορούμενος κυνηγούσε την παραπονούμενη γύρω από το τραπέζι της κουζίνας και όταν την ακινητοποίησε τραβώντας της τα μαλλιά της άδειασε ένα μπουκάλι νερού το οποίο είχε μέσα νερό και αποτσίγαρα.  Μετά την περιέλουσε με το νερό που υπήρχε στον κουβά της σφουγγαρίστρας το οποίο είχε μέσα καθαριστικό.  Λίγη ώρα αργότερα, όταν η παραπονούμενη βρισκόταν στον καναπέ έβγαλε έξω το πέος του και της είπε «μόνο για να σε κατουρούν τζαι το κατούρημα εν τζαι πολύ σου».  Η παραπονούμενη τράβηξε την κουκούλα του φούτερ της πάνω από το κεφάλι της και ο Κατηγορούμενος ούρησε πάνω στην κουκούλα της.  Η παραπονούμενη ένιωθε πως τελειώνει η ζωή της, αισθανόταν ότι βρίσκεται σε ταινία τρόμου και πίστευε ότι θα τη βρουν σε κάποιο χαντάκι παρατημένη. 

 

Υπό το φως των ευρημάτων μας, καταλήγουμε πως η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει αμφότερα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κοινής επίθεσης αφού έχει καταδείξει πως ο Κατηγορούμενος, χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη δικαιολογία, βάση ή έρεισμα προέβη στις πιο πάνω κινήσεις που ασφαλώς συνιστούν πράξεις με εχθρική πρόθεση εις βάρος της παραπονούμενης οι οποίες έτειναν να προκαλέσουν τον φόβο τον οποίο πράγματι της προκάλεσαν.  Αυτή δε ήταν ακριβώς και η πρόθεση του Κατηγορούμενου, η οποία αβίαστα εξάγεται από τις περιβάλλουσες το επίμαχο περιστατικό συνθήκες όπως διαπιστώθηκαν. 

 

Εξετάζοντας το ερώτημα του κατά πόσον η παραπονούμενη ήταν «μέλος της οικογένειας» του Κατηγορούμενου κατά τον πιο πάνω χρόνο, η απάντηση θα πρέπει να είναι καταφατική.  Όπως προκύπτει από τα ευρήματα, μετά τα περιστατικά της 27ης – 28ης Νοεμβρίου του 2021, η παραπονούμενη ξεκίνησε να διαμένει μόνιμα στην οικία του Κατηγορούμενου και σε κάποιο στάδιο πλήρωσε και τον λογαριασμό Netflix του σπιτιού, οι δύο τους μοιράζονταν την καθημερινότητα τους (με την παραπονούμενη να τον συνοδεύει καθημερινά στις διανομές στις οποίες προέβαινε στα πλαίσια της εργασίας του), και δύο μέρες πριν τα επίμαχα συμβάντα, η παραπονούμενη μετέφερε στην οικία του όλα τα προσωπικά της αντικείμενα και ρούχα.  Με άλλα λόγια, κατά τον ουσιώδη χρόνο, Κατηγορούμενος και παραπονούμενη, συζούσαν σαν ανδρόγυνο. 

 

Καταλήγουμε συνεπώς πως η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τις λεπτομέρειες των αδικημάτων που φαίνονται στην έβδομη και την ένατη κατηγορία.  Υφίσταται εντούτοις κάποιο σφάλμα στις εκθέσεις αδικήματος των κατηγοριών αφού σε αυτές γίνεται αναφορά στο άρθρο 4(2)(Φ) του Νόμου 119(Ι)/2000.  Η κα Μασούρα αναφέρει στην αγόρευσή της ότι το εδάφιο (2)(Φ) του άρθρου 4 του Νόμου 119(Ι)/2000 υπήρχε στον αρχικό νόμο, αλλά αυτό τροποποιήθηκε από τον Νόμο 78(Ι)/2017.  Σημειώνουμε πως πράγματι αυτή είναι η εικόνα που αποκομίζεται από την ιστοσελίδα cylaw.org.cy.  Πλην όμως ανατρέχοντας στο αρχικό κείμενο του Νόμου 119(Ι)/2000, όπως δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 3420, 21.7.2000, σελ. 1359), το σχετικό εδάφιο είχε εξαρχής την αρίθμηση (2)(ιβ), ο δε Νόμος 78(Ι)/2000 δεν τροποποίησε το εν λόγω εδάφιο· τροποποίησε μόνο το εδάφιο 2(στ) του άρθρου 4.  Συνεπώς προκύπτει ανάγκη εξέτασης και πάλι του ενδεχομένου προσθήκης νέων κατηγοριών, προκειμένου οι εκθέσεις των αδικημάτων να περιλαμβάνουν την ορθή παράγραφο του εδαφίου (2) του άρθρου 4.  Στρεφόμενοι στις προϋποθέσεις του άρθρου 85(4) κρίνουμε και πάλι πως αυτές πληρούνται, εφόσον πρόκειται για τα ίδια ακριβώς αδικήματα με αυτά που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, με τις ίδιες λεπτομέρειες, σε σχέση με τα οποία ο Κατηγορούμενος προέβαλε οτιδήποτε επιθυμούσε στα πλαίσια της Υπεράσπισης του.  Προστίθενται συνεπώς δύο νέες κατηγορίες, ήτοι η δέκατη όγδοη και η δέκατη ένατη κατηγορία, με τις ίδιες λεπτομέρειες αδικημάτων, με μοναδική διαφοροποίηση την αντικατάσταση του εδαφίου (2)(Φ) του άρθρου 4, από το εδάφιο (2)(ιβ), ως εξής:

 

«ΈΚΘΕΣΗ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

ΔΕΚΑΤΗ ΌΓΔΟΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 

Κοινή επίθεση, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και κατά παράβαση του άρθρου 4(1)(2)(ιβ) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί.

 

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

 

Ο κατηγορούμενος, την 12η Δεκεμβρίου 2021, στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, επιτέθηκε παράνομα εναντίον της συμβίας του Ν.Α., δηλαδή τραβώντας την από τα μαλλιά της άδειασε ένα μπουκάλι νερού με αποτσίγαρα στο πρόσωπο και την περιέλουσε με νερό και καθαριστικό πατώματος.

 

ΈΚΘΕΣΗ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

ΔΕΚΑΤΗ ΈΝΑΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 

Κοινή επίθεση, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και κατά παράβαση του άρθρου 4(1)(2)(ιβ) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί.

 

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

 

Ο κατηγορούμενος, την 12η Δεκεμβρίου 2021, στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, επιτέθηκε παράνομα εναντίον της συμβίας του Ν.Α., δηλαδή ούρησε πάνω στο κεφάλι της.»

 

Η δεύτερη, η τέταρτη και η δέκατη κατηγορία, αφορούν το αδίκημα της πρόκλησης ψυχικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας.  Η δεύτερη κατηγορία συναρτάται με τον βιασμό της παραπονούμενης, η τέταρτη προς την άρνηση του Κατηγορούμενου να τη μεταφέρει στις Πρώτες Βοήθειες μετά τον τραυματισμό του χεριού της και η δέκατη προς την πράξη του Κατηγορούμενου να ουρήσει πάνω στο κεφάλι της παραπονούμενης.  Το άρθρο 3(1) του Νόμου 119(Ι)/2000 στο οποίο το αδίκημα βασίζεται, προβλέπει τα εξής:

 

«3.—(1) Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.»

 

Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:

(α) Η ύπαρξη κάποιας πράξης, παράλειψης ή συμπεριφοράς,

(β) Ενός μέλους της οικογένειας εναντίον άλλου μέλους της οικογένειας, 

(γ) Η οποία να έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικής, σεξουαλικής ή ψυχικής βλάβης.

 

Ο όρος «ψυχική βλάβη» δεν ορίζεται στον Νόμο 119(Ι)/2000Στο σύγγραμμα Smith, Hogan, and Ormerod’s Criminal Law, 15η έκδοση, στη σελίδα 687, σχετικά με το συστατικό στοιχείο της «σωματικής βλάβης» στο αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, γίνεται η εξής επισήμανση για τις περιπτώσεις που αφορούν «ψυχιατρική βλάβη», και τα οποία, κατά τη γνώμη μας, ισχύουν κατ’ αναλογίαν και για τη ψυχική βλάβη: 

 

«It has been held that actual bodily harm is not limited to physical injury. It includes psychiatric injury. … While physical injury is within the ordinary experience of a jury, psychiatric injury is not, so, if the prosecution wish to rely on it, they must call exert evidence to prove that the alleged condition amounts to psychiatric injury. Even where the victim can give evidence of physical and mental symptoms of psychiatric injury, expert evidence is necessary to prove causation. …».

 

(Βλ. επίσης τη Ν.Χ. ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 503, 512).

 

Έχουμε την άποψη ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει, στον βαθμό που απαιτείται, την πρόκληση ψυχικής βλάβης στην παραπονούμενη ένεκα των τριών πιο πάνω περιστατικών.  Έγιναν μεν δεκτά τα όσα η παραπονούμενη ανέφερε πως αισθάνθηκε μετά τα επίμαχα περιστατικά όπως δεκτό επίσης έγινε πως μετά τη λήξη της σχέσης της με τον Κατηγορούμενο επισκέφθηκε ψυχοθεραπεύτρια (η οποία δεν κλήθηκε για να δώσει μαρτυρία), πλην όμως ουδεμία επιστημονική μαρτυρία παρουσιάστηκε που να εξηγεί τι είδους ψυχική βλάβη υπέστη η παραπονούμενη και ότι αυτή ήταν συνεπεία της εκάστοτε συγκεκριμένης πράξης στην οποία κάθε κατηγορία αναφέρεται.  Οι όποιες αναφορές της παραπονούμενης ως προς την καθόλα εύλογη ψυχολογική της αναστάτωση μετά τα επίμαχα περιστατικά, ο φόβος και η καταρράκωση της αξιοπρέπειας της καίτοι αξιόπιστες, όπως προαναφέρθηκε, δεν αρκούν, κατά την κρίση μας, από μόνες τους για στοιχειοθέτηση των σχετικών κατηγοριών στον βαθμό που απαιτείται.  Με άλλα λόγια, δεν μπορούμε, μόνο στη βάση των συναισθημάτων της παραπονούμενης, να οδηγηθούμε σε συμπέρασμα πως αυτά που αισθανόταν συνιστούν «ψυχική βλάβη», εντός της έννοιας του Νόμου.  Συνεπώς καταλήγουμε πως δεν έχει αποδειχθεί η συνδρομή του τρίτου συστατικού στοιχείου του αδικήματος.

 

Επιπλέον, σε σχέση με τη δεύτερη και την τέταρτη κατηγορία (ημερομηνίες αδικημάτων 27 και 28 Νοεμβρίου του 2021), κρίνουμε πως δεν έχει αποδειχθεί ούτε το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αφού για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω, καταλήξαμε πως η παραπονούμενη δεν μπορεί να θεωρηθεί «μέλος της οικογένειας» του Κατηγορούμενου, εφόσον πριν τις 28.11.21, διέμενε μόνο περιστασιακά στην οικία του Κατηγορούμενου. 

 

Απομένει η ενδέκατη κατηγορία η οποία αφορά το αδίκημα του άρθρου 250 του Κεφ. 154 το οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο (ήτοι πριν την τροποποίηση που επήλθε με τον Νόμο 190(Ι)/2021), προνοούσε τα εξής:

 

«250. Όποιος αρπάζει ή απαγάγει άλλο, με σκοπό να προκαλέσει τον κρυφό και άδικο περιορισμό αυτού, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων.»

 

Στο αγγλικό (αρχικό) κείμενο του Κεφ. 154, το πιο πάνω άρθρο έχει ως εξής:

 

«250. Any person who kidnaps or abducts any person, with intent to cause that person to be secretly and wrongfully confined, is guilty of a felony and is liable to imprisonment for seven years.»

 

Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:

 

(α) Η αρπαγή ή απαγωγή προσώπου,

(β) Με σκοπό να προκληθεί ο κρυφός και άδικος περιορισμός του.

 

Η λέξη «άδικο» συνιστά μετάφραση της αγγλικής λέξης «wrongfully» η οποία εντοπίζεται στο αρχικό αγγλικό κείμενο του Ποινικού Κώδικα και δεν μπορεί παρά να σημαίνει περιορισμό που δεν νομιμοποιείται ή δεν βρίσκει νόμιμη δικαιολογία.  Σχετικά με τη λέξη «κρυφό» (secretly), σε αυτή δύναται να αποδοθεί η συνήθης γραμματική έννοια της δηλαδή ότι κάτι γίνεται χωρίς να καθίσταται γνωστό σε άλλους.

 

Ως προς το νοητικό στοιχείο του αδικήματος, καθοδήγηση δύναται να αντληθεί από το σύγγραμμα The Penal Law of India του Dr. Sir Gour, 9η έκδοση, Τόμος ΙΙΙ, όπου στις σελ. 2866 έως 2868 αναλύεται το αδίκημα του άρθρου 365[28] του Ινδικού Ποινικού Κώδικα το οποίο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 250 του Κεφ. 154.  Αναφέρονται εκεί, μεταξύ άλλων, τα εξής:

 

«2. Kidnapping and abducting for secret confinement – […] The mens rea in such a case consists in the illegal means employed and in abridging the personal liberty of the person wrongfully confined. 

3. Intention of abductors – The intention of the abductors has to be judged from the facts and circumstances of the case including what the abductors did at the time of the abduction and immediately thereafter.

[…]

Where the facts and circumstances clearly indicate that the intention of the abductors was to secretly confine the abducted person against her will there could be no doubt that all the ingredients of Sec. 365 I.P.C. were made out.»

 

Σύμφωνα με τα ευρήματα μας, το βράδυ της 12.11.21 ο Κατηγορούμενος και η παραπονούμενη καβγάδισαν μέσω τηλεφώνου και η παραπονούμενη αποφάσισε να πάει σπίτι του για να συζητήσουν και να τα βρουν.  Μετέβη στο σπίτι του Κατηγορούμενου τα ξημερώματα της 13.11.21 ο οποίος της φώναζε και ήταν αντιδραστικός, οπότε η ΜΚ12 αποφάσισε να φύγει.  Άνοιξε την εξώπορτα και βγήκε έξω.  Δεν έφθασε όμως μέχρι την καγκελόπορτα και ο Κατηγορούμενος βγήκε και εκείνος έξω από την πόρτα, την τράβηξε από τα μαλλιά, την έσυρε στο πάτωμα μέσα στο σπίτι και ξεκίνησε να την κλωτσά και να την χτυπά σε όλο της το σώμα, στην κοιλιά, στο στομάχι, στα πόδια και στα χέρια.  Η ΜΚ12 προσπάθησε να ξεφύγει αλλά ο Κατηγορούμενος κλείδωσε την πόρτα, έβαλε συναγερμό και έπιασε το κινητό της.  Της είπε ότι δεν θα πάει πουθενά και ότι θα μείνει μαζί του.  Έτσι η παραπονούμενη διανυκτέρευσε αναγκαστικά στην οικία του. 

 

Υπό το φως των ανωτέρω, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος ενεργώντας ως ανωτέρω, διά της βίας (τραβώντας την από τα μαλλιά) και καταφανώς χωρίς τη συναίνεση της παραπονούμενης (η οποία εξήλθε της οικίας του και κατευθυνόταν προς την καγκελόπορτα), τη μετέφερε πίσω στην οικία του και την κλείδωσε εντός αυτής ενεργοποιώντας το σύστημα συναγερμού της οικίας και συνάμα αφαίρεσε το κινητό της παραπονούμενης από την κατοχή της, με αποτέλεσμα να αδυνατεί η τελευταία να επικοινωνήσει με τον οποιοδήποτε.  Καταδείχθηκε, συνεπώς, τόσο η συνδρομή του δεύτερου συστατικού στοιχείου του αδικήματος, όσο και η ύπαρξη της αναγκαίας πρόθεσης του Κατηγορούμενου να στερήσει την προσωπική ελευθερία της παραπονούμενης (αφού την κλείδωσε εντός της οικίας του) και να προκαλέσει τον κρυφό (τον οποίο η παραπονούμενη δεν μπορούσε να γνωστοποιήσει στον οποιονδήποτε) και συνάμα άδικο (αφού έγινε χωρίς νόμιμη δικαιολογία) περιορισμό της στην οικία του. 

 

Ως προς το πρώτο συστατικό στοιχείο, σημειώνουμε τα εξής:  Το αδίκημα δύναται να διαπραχθεί με δύο τρόπους: είτε με την αρπαγή προσώπου («kidnap» στο αρχικό αγγλικό κείμενο), είτε με την απαγωγή προσώπου («abduct» στο αρχικό αγγλικό κείμενο).  Διά των λεπτομερειών του αδικήματος, αποδίδεται στον Κατηγορούμενο ότι τέλεσε το αδίκημα «αρπάζοντας» την παραπονούμενη.  Όσον αφορά τον όρο «αρπαγή», αυτός δεν ορίζεται στο Κεφ. 154.  Όμως από τα άρθρα 245, 245Α και 246, σε συνδυασμό με το άρθρο 248 του Κεφ. 154, προκύπτουν με καθαρότητα οι περιπτώσεις που συνιστούν «αρπαγή» εντός της έννοιας του Ποινικού Κώδικα, που περιλαμβάνουν τη χωρίς συναίνεση μεταφορά προσώπου από τη Δημοκρατία ή από νόμιμη κηδεμονία.  Έχει συνεπώς δίκαιο η κα Μασούρα στην εισήγηση της ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας δεν θα μπορούσε να λεχθεί πως υπήρξε «αρπαγή» της παραπονούμενης από τον Κατηγορούμενο.  Ομοίως, όμως, έχει δίκαιο στη θέση ότι στη βάση των ευρημάτων μας έχει αποδειχθεί η απαγωγή (abduction) της παραπονούμενης από τον Κατηγορούμενο.  Ο όρος «απαγωγή» ερμηνεύεται στο άρθρο 247 του Κεφ. 154:

 

«247. Όποιος με βία εξαναγκάζει ή με οποιαδήποτε απατηλά μέσα παρακινεί άλλο να φύγει από κάποιο τόπο, θεωρείται ότι απαγάγει το εν λόγω πρόσωπο.»

 

Σύμφωνα με τα ευρήματα, ο Κατηγορούμενος με βία εξανάγκασε την παραπονούμενη να φύγει από την αυλή της οικίας στην οποία ήτο η παραπονούμενη (κατευθυνόμενη προς την καγκελόπορτα με σκοπό να εγκαταλείψει την οικία) και τραβώντας την από τα μαλλιά τη μετέφερε εντός της οικίας, όπου στη συνέχεια τη χτύπησε (15η κατηγορία) και την κλείδωσε, αφαιρώντας παράλληλα το κινητό της τηλέφωνο.  Η μεταφορά της παραπονούμενης από το εξωτερικό της οικίας (όπου βρισκόταν κατευθυνόμενη προς την καγκελόπορτα) στο εσωτερικό της, αρκεί, κατά την κρίση μας, για τη διάπραξη του αδικήματος, κατ’ αναλογία των αποφασισθέντων στην R. v. Wellard [1978] 3 All ER 161,[29] που αφορούσε το αγγλικό αδίκημα «kidnapping».[30]

 

Προκύπτει συνεπώς και πάλι η ανάγκη να εξεταστεί το κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 85(4) του Κεφ. 155 για προσθήκη κατηγορίας.  Για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, κρίνουμε πως διά της προσαχθείσας μαρτυρίας αποδείχθηκε η διάπραξη αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο και η καταδίκη του Κατηγορούμενου σε αυτή είναι αδύνατη χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου.  Με την καταδίκη του για το νέο αδίκημα, ο Κατηγορούμενος δεν θα υπόκειται βεβαίως σε μεγαλύτερη ποινή, αφού πρόκειται για το ίδιο αδίκημα (αυτό του άρθρου 250 του Ποινικού Κώδικα), το οποίο όμως διαπράχθηκε με άλλο τρόπο από αυτόν που εμφαίνεται στην υφιστάμενη ενδέκατη κατηγορία.  Περιπλέον, κρίνουμε πως η μεταβολή του κατηγορητηρίου κατά τον πιο πάνω τρόπο, δεν θα επηρέαζε δυσμενώς τον Κατηγορούμενο στην Υπεράσπιση του, ο οποίος έδωσε τη δική του εκδοχή ως προς το σύνολο των διαμειφθέντων τη 13η Νοεμβρίου του 2021 (βλ. παρ. 32 του Τεκμηρίου 50), η οποία αξιολογήθηκε.

 

Καταλήγουμε συνεπώς ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για την εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 85(4) του Κεφ.155 με την προσθήκη μίας νέας, εικοστής κατηγορίας, ως εξής:

 

«ΈΚΘΕΣΗ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

ΕΙΚΟΣΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 

Απαγωγή προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό του, κατά παράβαση του άρθρου 250 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

 

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

 

Ο κατηγορούμενος, την 13η Νοεμβρίου 2021, στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, απήγαγε τη Ν.Α. στερώντας την ελευθερία της, με σκοπό να προκαλέσει τον κρυφό και άδικο περιορισμό της.» 

 

Κατάληξη

 

Υπό το φως όλων των ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στη δεύτερη, τέταρτη και δέκατη κατηγορία, καθώς και στην τρίτη, πέμπτη, έκτη, έβδομη, όγδοη, ένατη, ενδέκατη και δωδέκατη κατηγορία[31] και βρίσκεται ένοχος στην πρώτη, δέκατη τρίτη, δέκατη τέταρτη, δέκατη πέμπτη, δέκατη έκτη, δέκατη έβδομη, δέκατη όγδοη, δέκατη ένατη και εικοστή κατηγορία.

 

 

(Υπ.)........................................
                                                                                  Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ

                                                                                                           (Υπ.)........................................                                                                                                                  Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ

                                                                                                           (Υπ.)........................................                                                                                                                      Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ

 

Πιστόν αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Βλ. πρακτικά ημερ. 23.5.25, σελ. 56.

[2] Από τα πρακτικά ημερ. 23.5.25, σελ. 4 πρακτικών αντεξέτασης:

«Ε. Το τηλέφωνο του κατηγορούμενου το αναφέρεις στην κατάθεση σου την πρώτη που έδωσες, στο Τεκμήριο 38.  Το δικό σας το τηλέφωνο τότε, συμφωνείτε μαζί μου ότι ήταν το 99….;»

[3] Η θέση που του υποβλήθηκε είναι «λανθασμένα εσείς βγάλατε οποιεσδήποτε φωτογραφίες.  Είναι δουλειά της Αστυνομίας τούτα».

[4] Από τα πρακτικά ημερ. 24.6.25, σελ. 10:

«E. Άρα συμφωνείς μαζί μου ότι αυτό ήταν καθαρό κόψιμο και όχι κάτι περισσότερο;»

«E. Άρα αυτό που περιγράφετε εδώ δεν είναι κτύπημα, είναι κόψιμο.  Συμφωνούμε;»

«E. Επειδή κρατούμε τα λίγο πιο απλά εμείς, συμφωνείτε δηλαδή μαζί μου ότι δεν είναι κτύπημα αυτό, είναι κόψιμο».

[5] «Θα αναμενόταν επίσης να διατυπώνετο ευθεία και σαφής υποβολή για το τι συνέβη σε σχέση με την εκδοχή που εν τέλει προώθησε…. … …

Είναι παγίως εδραιωμένη αρχή του δικαίου ότι παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει.

Όπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. ν Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό. (βλ. επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v The Jonitexo Ltd (1987) 1 CLR 383 και Τάκη ν Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 599 και Σιακαλλής ν Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 146). Ομοίως, αντιφατική υποβολή με τις θέσεις που προωθούνται εν τέλει ενόρκως ουσιωδώς πλήττουν την αξιοπιστία της όλης εκδοχής ενός μάρτυρα. Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει, θεωρούμε αβάσιμη την έφεση και την απορρίπτουμε».

[6] «Όπως έχουμε σημειώσει πιο πάνω, ο συνήγορος είναι εκπρόσωπος του διάδικου και οι δηλώσεις του τον δεσμεύουν. (Βλ. Ανδρέου ν Almifalani (2009) 1 A.A.Δ. 608). Στην υπόθεση Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 551, τονίστηκε ότι, «η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό». Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε προσφάτως και στην υπόθεση Ρεβέκκα Πέτρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 41/2015, ημερ. 25 Οκτωβρίου 2016,  στην οποία έκαμε αναφορά ο συνήγορος των εφεσειόντων.»

[7] Από τα πρακτικά της κυρίως εξέτασης ημερ. 23.5.25, σελ. 17:

«Μου είχε αναφέρει ότι ξέρει τον Αρχηγό της αστυνομίας, ότι θα βάλει ναρκωτικά στο αυτοκίνητο της μητέρας μου, θα πάει στο σχολείο να πει για το όνομά μου τζιαι να πάει τζιαι στη σχολή του αδελφού μου να την κάμει λαμπόγυαλο...δεν θυμούμαι….»

[8] «Το κατά πόσο η παραπονούμενη επέδειξε, μετά τις ενέργειες που απέδωσε στον εφεσείοντα, τέτοια συμπεριφορά που δεν συνήδε με συμπεριφορά θύματος βιασμού, δεν είναι δυνατό να αποφασιστεί με μόνο του τι εκλογικευμένα ένα τρίτο άτομο θα ανέμενε και μάλιστα εκ των υστέρων από ένα θύμα βιασμού.»

[9] Βλ. πρακτικά ημερ. 11.11.25, σελ. 15, γρ. 13-16, σελ. 16, γρ. 9-15, σελ. 18, γρ. 17-26 και σελ. 20, γρ. 28-29.

[10] Πρακτικά αντεξέτασης της ΜΚ12, ημερ. 23.5.25, σελ. 30 και 31:

«Έχω ήδη πει ότι... συγγνώμη, να ξαναπάω στην ημερομηνία.  Μάλιστα.  7 Δεκεμβρίου '21.  Έχει προηγηθεί το περιστατικό με το μπουκάλι, το περιστατικό με το τράβηγμα των μαλλιών και άλλα περιστατικά που με χτυπούσε και μου έριχνε διάφορα αντικείμενα.  Θα επαναλάβω αυτά που έχω πει ήδη, ότι δεν ήταν κακοποιητικές όλες οι μέρες και ο κατηγορούμενος με έκανε να έχω αμφιβολίες και αμφιθυμίες με τον εαυτό μου, γιατί δεν ήξερα ποια ήταν η συμπεριφορά του γενικότερα.  Με χτυπούσε μια μέρα ανελέητα, την άλλη μέρα ήταν πολύ καλός.  Με ξαναχτυπούσε άλλη μέρα, πάλι ήταν πολύ καλός.  Ήταν αλλοπρόσαλλη η συμπεριφορά του και δεν ήξερα πώς να αντιδράσω.  Τα μηνύματα που δείχνουν αυτό που όλοι βλέπουμε στα χαρτιά, δεν αναιρεί το γεγονός ότι με βίασε και με κακοποίησε.  Το ότι εγώ σε κάποια μηνύματα αναφέρω συγκεκριμένα πράγματα, να αναφέρω ότι είχαν προηγηθεί όλα αυτά τα περιστατικά και φοβόμουν, εξακολουθούσα να φοβάμαι για τη ζωή μου, πάντα το είχα στο πίσω μέρος του μυαλού και τις απειλές απέναντι μου και στην οικογένεια μου και τον φόβο.  Αλλά υπήρχαν οι καλές μέρες και οι κακές μέρες.  Αυτή ήταν η ρουτίνα μου μαζί με τον κατηγορούμενο.»

[11] «Παραπονείται ευρύτερα η υπεράσπιση ότι το Κακουργιοδικείο θεώρησε ότι ουσιώδεις πτυχές της θέσης των εφεσειόντων δεν τέθηκαν υπόψη των μαρτύρων κατηγορίας και ως εκ τούτου είτε δεν εξετάστηκαν καθόλου από το Δικαστήριο, είτε θεωρήθηκαν ως εκ των υστέρων σκέψεις και ήταν εν πάση περιπτώσει απορριπτέες. Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd 1 C.L.R. 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 599.»

[12] «Yπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται.  Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται.  Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε.  Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο.  Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.»

[13] «Κατανοούμε το θεμιτό της προσπάθειας του συνηγόρου να πλήξει την αξιοπιστία του μάρτυρα δια της ανάδειξης αυτού του τελευταίου στοιχείου, αλλά θα αναμέναμε όχι μόνο ανάλογη αλλά και πολύ πιο έντονη προσπάθεια να αναδειχθούν αναλήθειες σε σχέση με τα περιστατικά που συνθέτουν τις σοβαρότατες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Αντ’ αυτού είχαμε απλώς μερικές υποβολές που παρέμειναν ανυποστήριχτες και απλαισίωτες καθώς επίσης και μερικές “χαλαρές” ερωτήσεις που εν πάση περιπτώσει απαντήθηκαν με απόλυτη επάρκεια από τον μάρτυρα. Στην πρόσφατη υπόθεση Λ.Κ. v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 152/10, ημερ. 28.12.2011, η οποία επίσης αφορούσε σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου λέχθηκαν σχετικά στη σελ.5 τα εξής:

«Όπως είπαμε και προηγουμένως, ασφαλώς και έχει μεγάλη σημασία το γεγονός ότι ο εφεσείων κατά την πρωτόδικη διαδικασία παρέλειψε να αντεξετάσει την παραπονούμενη ως προς τα συμβάντα στα οποία βασίζεται η καταγγελία της. Ο ισχυρισμός ότι η αντεξέταση δεν έγινε γιατί τέτοια γεγονότα δεν έλαβαν ποτέ χώρα, δεν αντέχει ούτε στην πιο απλοϊκή λογική. Ασφαλώς και, ιδιαίτερα μάλιστα, θα λέγαμε, στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου στην καταγγελία, αν επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες.»»

[14] « where the version or a particular account of facts relating to an incident of the accused differs from that of a prosecution witness then the witness must be confronted with the version of the accused and any failure to adhere to this course will seriously weaken the weight of the evidence of the accused on the matter. It is improper for counsel for the defence to make suggestions regarding the testimony of a witness without such allegations having been first put to the witness in cross-examination.»

[15] Σε σχέση με τα όσα η κα Μασούρα αναφέρει στη σελ. 15 της αγόρευσης της, πρέπει να σημειώσουμε βεβαίως ότι τα μηνύματα στα οποία αναφέρεται δεν απουσιάζουν.  Το μήνυμα που εστάλη μετά το «δεν με φοβίζουν οι δυσκολίες» φαίνεται στη σελ. 5 του Τεκμηρίου 51 (περί το μέσο) και το μήνυμα που εστάλη μετά το «αγάπη» (σελ. 6 του Τεκμηρίου 51) φαίνεται στη σελ. 4 του Τεκμηρίου 51.

[16] Βλ. πρακτικά κυρίως εξέτασης ημερ. 23.5.25, σελ. 19-20.

[17] Βλ. πρακτικά ημερ. 11.11.25, σελ. 20.

[18] Βλ. πρακτικά ημερ. 1.8.25, σελ. 47.

[19] Βλ. πρακτικά ημερ. 24.9.25, σελ. 2.

[20] Βλ. πρακτικά ημερ. 24.7.25, σελ. 13 και 21.

[21] Βλ. πρακτικά ημερ. 1.8.25, σελ. 54 – 55.

[22] Βλ. πρακτικά ημερ. 23.5.25, σελ. 22.

[23] Σημείωση δική μας: Η αναφορά του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι στην υπόθεση Makanjuola; Easton, [1995] 2 Cr.App.R. 469.

[24] Ως προς το τι συνιστά «ενισχυτική μαρτυρία», βλ. Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 258:

«Τι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία αποτέλεσε το θέμα πολλών δικαστικών αποφάσεων τόσο στην Αγγλία όσο και στην Κύπρο, και εξετάστηκε με πολλή λεπτομέρεια από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Η απόφαση του Λόρδου Reading στην υπόθεση R. v. Baskerville έχει επανειλημμένα κριθεί ότι συνοψίζει όλα τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν την ενισχυτική μαρτυρία. Πρέπει να έχει προέλευση ανεξάρτητη από το μάρτυρα τη μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να ενισχύσει και να τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι όχι μόνο διαπράχθηκε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο υπόδικος, αλλά επίσης ότι εκείνος που το διέπραξε ήταν ο κατηγορούμενος. Όπως υποδεικνύεται στην πρόσφατη δικαστική απόφαση Turner v. Blunden δεν απαιτείται όπως η ενισχυτική μαρτυρία αποδεικνύει αφ' εαυτής τα αμφισβητούμενα γεγονότα ή τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Ό,τι απαιτείται είναι η μαρτυρία να έχει ανεξάρτητη προέλευση από το συνένοχο (accomplice) και να τείνει να καταδείξει σε μια ή περισσότερες ουσιώδεις λεπτομέρειες ότι διαπράχθηκε το κρινόμενο έγκλημα και ότι ο εγκληματίας είναι ο κατηγορούμενος.»

[25] «85 (4) Αν στο τέλος της δίκης το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχτεί με μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα που δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία δεν δύναται να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία καταδικαζόμενος δεν θα υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και ότι ο κατηγορούμενος δεν θα επηρεαζόταν με αυτό δυσμενώς στην υπεράσπιση του, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο κατηγορίας ή κατηγοριών εναντίον του κατηγορούμενου για τέτοιο ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα, και το Δικαστήριο αποφασίζει για αυτά ωσάν η κατηγορία αυτή ή οι κατηγορίες αποτελούσαν μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο.»

[26] Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις Panayides and Others v. Police (1985) 2 C.L.R. 147, Κυριάκου v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 458, Πουλλαούας v. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 494, Smache v. Αστυνομίας (Αρ. 1) (2010) 2 Α.Α.Δ. 378, Σάββα v. Δήμου Πάφου (2011) 2 Α.Α.Δ. 196 και Shail v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 137/14, ημερ. 8.7.16.

[27] Παρενθετικά σημειώνουμε πως το άρθρο 3(4) είναι που θα μπορούσε να εκληφθεί ως σχετικό (βλ. Γιώρκας ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 27/21, ημερ. 16.3.22), πλην όμως αυτό καθιερώνει αδίκημα που επιφέρει ποινή μεγαλύτερη από αυτήν που επιφέρει το άρθρο 243 του Κεφ. 154.

[28] «365. Whoever kidnaps or abducts any person with intent to cause that person to be secretly and wrongfully confined, shall be punished with imprisonment of either description for a term which may extend to seven years, and shall also be liable to fine.»

[29] «All that has to be proved is the false imprisonment, the deprivation of liberty coupled with a carrying away from the place where the victim wants to be. It may be that in some circumstances the movement would not be sufficient in the estimation of the jury to amount to a carrying away. Every case has to be considered on its own facts. In this case the victim was carried away by the appellant for no less than 100 yards and put into a motor car. In our judgment, there was ample evidence that the victim was carried away from the place where she wanted to be, namely by the side of her boyfriend on Stafford Common.» (έμφαση δική μας)

[30] Με το ημεδαπό αδίκημα της «απαγωγής» προσομοιάζει το αγγλικό αδίκημα «kidnapping» (βλ. Blackstone’s Criminal Practice 2026, παρ. Β2.121: «Kidnapping is a common-law offence. The offence consists of the taking or carrying away of one person by another by force or fraud, without the consent of that person and without lawful excuse.»).

[31] Βλ. Shail v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 137/14, ημερ. 8.7.16, Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 99/21, ημερ. 11.5.22, ECLI:CY:AD:2022:B183.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο