Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας
Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 10990/21
Αστυνομία
Κατηγορούσα Αρχή
-και-
1. Δημήτρης Κωνσταντίνου
2. Μαρία Κλείτου
(κ.α. όπως αναγράφονται στο Κατηγορητήριο)
Κατηγορούμενων
Ημερομηνία: 26η Ιουνίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Κωνσταντίνου με κα. Σιαπανή
Για Κατηγορούμενο 1: κος. Καζαντζής
Για Κατηγορούμενη 2: κος. Καζαντζής για κο. Μπετίτο
Για Κατηγορούμενη 3: κος. Ακάμας, με κα. Γρηγορίου και κα. Μιχαήλ
Για Κατηγορούμενη 4: κος. Νικολαΐδης
Για Κατηγορούμενες 6 και 10: κος. Χρίστου, με κο. Ζένιου και κο. Καζάκο
Για Κατηγορούμενη 8: κος. Αντωνέλλος με κο. Κωνσταντίνου
Για Κατηγορούμενη 9: κα. Λοϊζίδου με κο. Φλουρέντζο και κο. Γεωργίου
Για Κατηγορούμενη 11: κος. Σπύρου με κα. Αθανασίου
Ενδιάμεση Απόφαση
Η συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης έμελλε να επιβραδυνθεί, μια και οι συνήγοροι Υπεράσπισης πρόβαλαν ένσταση στην κατάθεσή και παράλληλα αίτημα διαγραφής μέρους της μαρτυρίας της 5ης κατά σειρά μάρτυρος που προσήλθε στο Δικαστήριο. Η ένσταση και το επάλληλο αίτημα βασίστηκαν στ’ ότι η μαρτυρία της προαναφερθείσας μάρτυρος περιλαμβάνει δηλώσεις που έγιναν προς τη μάρτυρα από το Στυλιανό Κωνσταντίνου, ο οποίος απεβίωσε, δι’ αυτοχειρίας στις 5.9.2019.
Προμετωπίδα του επιχειρήματος των συνηγόρων Υπεράσπισης αποτέλεσε η Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Muskita v Alsako (Aρ. 2) (2009) 1 A.A.Δ. 1481, πλαισιωμένη από αποφάσεις, κατά κύριο λόγο πρωτόδικες, οι οποίες, κατά τους συνηγόρους, υιοθέτησαν το σκεπτικό της Muskita (ανωτέρω), παγιώνοντας τοιουτοτρόπως τη νομική θέση στην Κύπρο ως προς το ζήτημα της αποδεκτότητας μαρτυρίας προσώπων που απεβίωσαν κι η οποία μεταφέρεται εξ ακοής. Προκαταλαμβάνοντας κι αντίστοιχο επιχείρημα της Κατηγορούσας Αρχής, οι συνήγοροι επεκτάθηκαν και σε κοινή εισήγησή τους ότι το δόγμα του res gestae, ως κανόνας του κοινοδικαίου που επέτρεπε την προσαγωγή εξ ακοής μαρτυρίας, δεν μπορεί εν προκειμένω να χρησιμοποιηθεί προκειμένου οι δηλώσεις του θανούντος να προσαχθούν στη δίκη.
Εξ αντιθέτου, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, υπεραμύνθηκε της προσπάθειάς της να καταθέσει τη συγκεκριμένη κατάθεση της μάρτυρος στην οποία γίνονται αναφορές σε δηλώσεις του μ. Στυλιανού προς την ίδια τη μάρτυρα, προβαίνοντας σ’ εκτενείς αναφορές σε Νομολογία του ΕΔΑΔ, αλλά και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αγρότου ν. Αγρότου (2016) 1 Α.Α.Δ. 1325. Γενικότερα η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ότι η απόφαση στην Muskita (ανωτέρω) δεν δημιούργησε άκαμπτο κανόνα, ως άλλωστε, κατά τη δική της ανάγνωση, διαφαίνεται κι από την απόφαση Αγρότου (ανωτέρω) κι επίσης εκδόθηκε δίχως το Ανώτατο Δικαστήριο – τότε ως Εφετείο - να έχει το προνόμιο της προσέγγισης του ΕΔΑΔ επί του θέματος. Το ζήτημα επίσης, κατά την άποψή της, μπορεί και πρέπει να περιληφθεί στο res gestae ως γεγονότα που αποτελούσαν μέρος των πεπραγμένων.
Προτού ενδιατρίψω περαιτέρω στις εκατέρωθεν εισηγήσεις κι εν τέλει να εγκύψω στο εγειρόμενο ζήτημα, οφείλω να προβώ σ’ ορισμένες διευκρινίσεις αναφορικά με τα όσα προνοούνται στο Νόμο και το, κατά την ταπεινή άποψή μου, σκεπτικό των επίμαχων προνοιών.
Πριν από 22 χρόνια, ο Νομοθέτης, εν τη σοφία του, τροποποίησε τον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9 με το Νόμο 32(Ι)/2004, προσθέτοντας σωρεία Άρθρων και καταργώντας παράλληλα σωρεία άλλων. Σημαντικότερη τροποποίηση στο Κεφ. 9 αποτέλεσαν οι πρόνοιες που επέτρεπαν πλέον την κατάθεση εξ ακοής μαρτυρίας. Θέσπισε παράλληλα και συγκεκριμένους κανόνες αναφορικά με την αξιολόγηση της εξ ακοής μαρτυρίας και τη βαρύτητα που το Δικαστήριο της δίνει ανά περίπτωση. Οι κανόνες τούτοι αποτελούν μη εξαντλητικό κατάλογο ασφαλιστικών δικλείδων κι αναδεικνύουν την ανάγκη για διύλιση της εξ ακοής μαρτυρίας προς διασφάλιση των συμφερόντων της δικαιοσύνης και της δίκαιης δίκης.
Το Νομικό πλαίσιο, ως σήμερα ισχύει, έχει ως εξής:
Εξ ακοής μαρτυρία σημαίνει δήλωση που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει σε πολιτική ή ποινική διαδικασία και η οποία προσάγεται ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτή (Άρθρο 23 του Κεφ. 9).
Εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής, χωρίς, κατά τ’ άλλα, μαρτυρία που θα ήταν σε κάθε περίπτωση απαράδεκτη να καθίσταται αποδεκτή. Το ποινικό Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχθεί μαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς της δικαιοσύνης (Άρθρο 24 του Κεφ. 9).
Εάν ο διάδικος που προσάγει εξ ακοής μαρτυρία δεν κλητεύει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση, τότε άλλος διάδικος προτού ο πρώτος διάδικος κλείσει την υπόθεσή του, δύναται να κλητεύσει το εν λόγω πρόσωπο και να το αντεξετάσει επί της αρχικής του δήλωσης, αλλά το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία να μην επιτρέψει την κλήτευση, αν κρίνει ότι η κλήτευση του εν λόγω προσώπου δεν είναι εφικτή, ή εύλογη ή και ότι δεν είναι αναγκαία για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης (Άρθρο 26 του Κεφ. 9).
Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων για να καταλήξει στην αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας. Μεταξύ των παραγόντων που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη συμπεριλαμβάνεται και το κατά πόσο ήταν εύλογο κι εφικτό να κληθεί ο αρχικός δηλώσας (Άρθρο 27 του Κεφ. 9).
Σ’ αυτό το σημείο, κρίνω σκόπιμο να τονίσω ορισμένα σημεία στο Νόμο. Κατά πρώτον, η εξουσία ποινικού Δικαστηρίου να μην αποδεχθεί εξ ακοής μαρτυρία είναι δυνητική. Επαφίεται, επομένως στο ποινικό Δικαστήριο, εάν ήθελε κρίνει ότι η δικαιοσύνη εξυπηρετείται με το να μην αποδεχθεί την προσαγωγή εξ ακοής μαρτυρίας, να την αποκλείσει. Ο αποκλεισμός τούτος μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο. Το γράμμα του Νόμου είναι, εν προκείμενω, σαφέστατο: Το ποινικό Δικαστήριο δεν αποκλείει κατά κανόνα εξ ακοής μαρτυρία. Αντίθετα, δύναται, ασκώντας δηλαδή τη διακριτική του ευχέρεια, να την αποκλείσει και μάλιστα σ’ οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Η διακριτική ευχέρεια τούτη ασκείται δικαστικώς κι επομένως τυχόν Απόφαση του Δικαστηρίου ν’ αποκλείσει εξ ακοής μαρτυρία, κατ’ επίκληση των προνοιών του Άρθρου 24 Κεφ. 9 και κατά παρέκκλιση από τα όσα προνοούνται ρητώς και απεριφράστως από την πρώτη μόλις πρόταση του ίδιου Άρθρου, θα πρέπει να αιτιολογεί τέτοιο αποκλεισμό με γνώμονα την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
Στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου επαφίεται και το να μην επιτρέψει στο διάδικο ο οποίος επιθυμεί να κλητεύσει μάρτυρα τον οποίο δεν κλήτευσε η πλευρά που προσήγαγε την εξ ακοής μαρτυρία στη βάση του Άρθρου 26 του Κεφ. 9. Οι δε λόγοι για το να μην επιτραπεί η κλήτευση αρχικού δηλώσαντα από τον αντίδικο γι’ αντεξέταση συμπεριλαμβάνουν και το ανέφικτο της κλήτευσής του, παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη, στη βάση του Άρθρου 27(2) του Κεφ. 9, κατά την απόδοση βαρύτητας στην εξ ακοής μαρτυρία.
Είναι δηλαδή, κατά την άποψή μου, προφανές ότι ο Νομοθέτης άφησε στην κρίση των Δικαστηρίων το κατά πόσο, αναλόγως της περίπτωσης, η δικαιοσύνη εξυπηρετείται ορθά, αφενός εάν, σε ποινική διαδικασία, θα πρέπει ν’ αποκλειστεί η κατά κανόνα πλέον αποδεκτή εξ ακοής μαρτυρία κι αφετέρου εάν ο αρχικός δηλώσας θα μπορεί ή θα πρέπει να κλητευθεί για ν’ αντεξεταστεί από την αντίδικη πλευρά.
Επισημαίνω ότι στο Νόμο δεν τίθεται οποιοσδήποτε περιορισμός - ούτε οποιαδήποτε προϋπόθεση - αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους μαρτυρία προσάγεται εξ ακοής. Δηλαδή, δεν υπάρχει οπουδήποτε στο Νόμο μας αναφορά που να κατηγοριοποιεί τις διάφορες περιπτώσεις για τις οποίες προσάγεται εξ ακοής μαρτυρία αντί του αρχικού δηλώσαντα. Ούτε υπάρχει, στο Νόμο μας, διαφοροποίηση μεταξύ των περιπτώσεων εκείνων όπου ο αρχικός δηλώσας δεν είναι δυνατό να εντοπιστεί και εκείνων που αυτός αρνείται να παραστεί στο Δικαστήριο ή εκείνων που αυτός απεβίωσε. Ο Νόμος, εν ολίγοις, δεν αποκλείει ρητώς εξ ακοής μαρτυρία με αναφορά στο λόγο που ο αρχικώς δηλώσας δεν προσάγεται στο Δικαστήριο. Ούτε δημιουργεί a priori εξ ακοής μαρτυρία διαφορετικών ταχυτήτων. Αντίθετα κι ως προανέφερα, στη βάση των προνοιών του Άρθρου 27 του Κεφ. 9, ο Νόμος περιστοιχίζει το Δικαστήριο με την εξουσία - και ταυτόχρονα με το καθήκον - να συμπεριλάβει όλους τους σχετικούς παράγοντες στο έργο απόδοσης βαρύτητας της μαρτυρίας που προσάγεται εξ ακοής.
Έχοντας αναλύσει τον τρόπο που, κατά την άποψή μου, ο Νόμος καθορίζει την προσέγγιση του Δικαστηρίου όσον αφορά την εξ ακοής μαρτυρία από το 2004 κι εντεύθεν, εξετάζω κατά δεύτερο, τους λόγους για τους οποίους έχουν τεθεί από το Νομοθέτη ασφαλιστικές δικλείδες. Η πρόθεση του Νομοθετή είναι, φρονώ, επίσης πασιφανής: Καθιστώντας την εξ ακοής μαρτυρία αποδεχτή, θέλησε να διασφαλίσει το δίκαιο της διαδικασίας για τον διάδικο εναντίον του οποίου – ή εναντίον της υπόθεσης του οποίου – προσάγεται από τον αντίδικο εξ ακοής μαρτυρία[1]. Το ζήτημα δεν είναι, φρονώ, δυνατό να ιδωθεί έξω από το ευρύτερο πλαίσιο της διασφάλισης της δίκαιης δίκης και της ακεραιότητας της δικαστικής διαδικασίας. Είναι επομένως ορθό να ειπωθεί ότι η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας, αυτή καθ’ αυτή, δεν αποτελεί παραβίαση του Άρθρου 6 της της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ»), νοούμενου ότι ενυπάρχουν δικλείδες που να διασφαλίζουν το δίκαιο της δίκης και τα Δικαστήρια εφαρμόζουν αυτές κατά την εκδίκαση υποθέσεων, οι οποίες, δεδομένης της αρχής της αποδοχής εξ ακοής μαρτυρίας, εξετάζονται in concerto και όχι in abstracto[2].
Βέβαια, η αποδοχή της εξ ακοής μαρτυρίας, δεν αποτελεί πρωτοτυπία του Κυπριακού Νόμου. Στην Αγγλία κι όσον αφορά τις ποινικές υποθέσεις, το ζήτημα ρυθμίστηκε - κατά τρόπο μάλιστα λεπτομερή - με το Criminal Justice Act του 2003. Ομοίως κι η Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων («ΕΔΑΔ»)[3] αλλά και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΔΕΕ»)[4] αποκαλύπτει ότι στα νομικά συστήματα πολλών χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται εξ ορισμού. Επί του ζητήματος, η Νομολογία τόσο του ΕΔΑΔ όσο και του ΔΕΕ συγκλίνει στ’ ότι το δίκαιο της διαδικασίας διασφαλίζεται μέσω της θέσπισης κι εφαρμογής των δικλείδων που παρέχουν στο Δικαστήριο εξουσία ελέγχου της εξ ακοής μαρτυρίας και της επίδρασης που, κατά περίπτωση, έχει στο επίδικο ζήτημα. Προσεκτική ανάγνωση της πιο πάνω Νομολογίας δεικνύει ότι πρόκειται, κατ’ ουσία, για εκείνες τις δικλείδες που ενυπάρχουν στις εξουσίες και στους κανόνες που και ο δικός μας Νόμος θεσπίζει και παρέχει στα Κυπριακά Δικαστήρια. Από την ίδια Νομολογία, αντλείται καθοδήγηση από τα Δικαστήρια της Ένωσης ως προς τους τρόπους προσέγγισης του θέματος της εξ ακοής μαρτυρίας, ούτως ώστε να μην παραβιάζεται το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
Κοινό όμως παρονομαστή στην ευρωπαϊκή Νομολογία, αποτελεί τ’ ότι οι αποδεικτικοί κανόνες ρυθμίζονται από το εθνικό δίκαιο εκάστου Κράτους - Μέλους[5]. Όπως ανέλυσα προηγουμένως, στο δικό μας Νόμο, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται επειδή είναι εξ ακοής.
Στο δικαιϊκό μας σύστημα πηγή δικαίου δεν αποτελεί μόνο ο Νόμος, αλλά – μεταξύ άλλων – κι οι προηγούμενες αποφάσεις ανώτερων Δικαστηρίων κατ’ εφαρμογή του δόγματος του stare decisis, τ’ οποίο συμβάλλει στη δημιουργία και διατήρηση ασφάλειας δικαίου, σε συνάρτηση με την ευρύτερη έννοια του Κράτους Δικαίου και του ελέγχου της Δικαστικής εξουσίας[6]. Η πιστή προσήλωση στο δόγμα προϋποθέτει όμως παράλληλα και ταύτιση δεδομένων επί των οποίων η εκάστοτε εφαρμοστέα αρχή δικαίου επιδρά.
Ως ήδη ανέφερα, οι συνήγοροι Υπεράσπισης με παρέπεμψαν επιμελώς στην Muskita (ανωτέρω). Δυο παράγραφοι της εν λόγω απόφασης πραγματεύονται το ζήτημα της προσαγωγής εξ ακοής μαρτυρίας όταν ο αρχικός δηλών απεβίωσε. Τις παραθέτω, σκοπίμως, αυτολεξεί:
«Εξετάσαμε τους λόγους για τους οποίους το πρωτόδικο δικαστήριο δεν επέτρεψε την κατάθεση του εν λόγω χειρόγραφου σημειώματος και για τους λόγους που εξηγούμε στη συνέχεια κρίνουμε ότι η απόφαση του είναι ορθή. Έκρινε δηλαδή ότι η περίπτωση δεν καλυπτόταν από τον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9 όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν. 32(I)/04 που επέτρεψε την αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας, για το λόγο ότι ο Νόμος αυτός δεν καλύπτει δηλώσεις από πρόσωπα που στο μεταξύ έχουν αποβιώσει. Έκρινε επίσης το δικαστήριο ότι δεν εμπίπτει η περίπτωση στις εξαιρέσεις που μπορεί να γίνει αποδεκτή η δήλωση ως επιθανάτια.
Από τις πρόνοιες του Άρθρου 26 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 32(I)/04, καθίσταται σαφές ότι η εξ ακοής μαρτυρία που θα παρουσιαστεί υπό μορφή δήλωσης προϋποθέτει και την ύπαρξη του προσώπου που είχε προβεί στη δήλωση, ούτως ώστε να είναι δυνατή η κλήτευση του για αντεξέταση, αν η άλλη πλευρά επιθυμεί τούτο. Επομένως ορθά έκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο ότι η χειρόγραφη σημείωση που αποδιδόταν στον αποβιώσαντα Γεώργιο Μουσκή δεν μπορούσε να παρουσιαστεί ως μαρτυρία για το αληθές του περιεχομένου της. Το Αρθρο 4 του Κεφ. 9, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίηση με το Ν. 32(I)/04, που επέτρεπε την παρουσίαση εγγράφων χωρίς την ανάγκη να κληθεί το πρόσωπο που το σύνταξε όταν αυτό ήταν εκτός της Δημοκρατίας ή αποβιώσας, καταργήθηκε με το Ν. 32(I)/04. Επομένως ορθά το δικαστήριο δεν επέτρεψε την εν λόγω μαρτυρία».
Συνάγεται ότι το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην Muskita διαμορφώθηκε από δύο παράγοντες: πρώτον από την θεώρηση ότι, βάσει του Άρθρου 26 του Κεφ. 9, για να παρουσιαστεί μαρτυρία υπό μορφή δήλωσης που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει στο Δικαστήριο «προϋποτίθεται» και η ύπαρξη του προσώπου που προέβη στη δήλωση και δεύτερον, θεωρήθηκε ότι η κατάργηση του Άρθρου 4 δεν επέτρεπε την κατάθεση έγγραφων δηλώσεων προσώπων που απεβίωσαν.
Υπενθυμίζεται, αλλά και τονίζεται, ότι το Άρθρο 4 του Κεφ. 9 αποτελούσε νομοθετική εξαίρεση στον κανόνα αποκλεισμού εξ ακοής μαρτυρίας κι αφορούσε σε δηλώσεις που περιλαμβάνονται σε έγγραφα[7]. Ως καταγράφεται στο απόσπασμα που παρέθεσα, στη Muskita το εγειρόμενο ζήτημα αφορούσε σε χειρόγραφο σημείωμα προσώπου που απεβίωσε και τ’ οποίο δεν ήταν δυνατό ν’ αντεξεταστεί επί του συγκεκριμένου χειρόγραφου σημειώματος.
Η Muskita όμως δεν ήταν η πρώτη φορά που το ζήτημα της αποδοχής έγγραφης δήλωσης αποβιώσαντα αλλά και η προσκόμιση εξ ακοής μαρτυρίας γενικότερα, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο. Ακόμα και πριν τη κατάργηση του με το Νόμο 32(Ι)/2004 και πριν την απόφαση στη Muskita, δύο αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστήριο πραγματεύθηκαν το Άρθρο 4 του Κεφ. 9, αλλά κι επεκτάθηκαν και σε γενικές αναφορές ως προς το κατά πόσο η δυνατότητα αντεξέτασης αρχικού δηλώσαντα προσέκρουε στα Άρθρα 30(3) και 12(5) του Συντάγματος και στο Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
Στη Λιασίδης ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 434 και για ό,τι εδώ ενδιαφέρει, έγινε, πρωτοδίκως, κατ’ επίκληση των Άρθρων 4(1) και (2) του Κεφ. 9, ως ίσχυαν τότε, δηλαδή έχοντας επεκταθεί για να καλύπτουν και ποινικές διαδικασίες, αποδεκτή κατάθεση μάρτυρος, η οποία μετά που την έδωσε στην Αστυνομία, έφυγε στο εξωτερικό και δεν κατέθεσε στη δίκη. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποφάσισε ότι το Άρθρο 4 του Κεφ. 9 δεν επιβίωσε την εισαγωγή του Συντάγματος στην Κυπριακή έννομη τάξη, λόγω του ότι αντιστρατευόταν του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, δηλαδή αποστερούσε από το πρόσωπο εναντίον του οποίου γίνεται δεκτή μαρτυρία μάρτυρος, τον οποίο το εν λόγω πρόσωπο δεν μπορεί ν’ αντεξετάσει επί των δηλώσεών του. Ως αποτέλεσμα, το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε επίσης ότι η επέκταση του Άρθρου 4 με τον τροποποιητικό Νόμο 94(Ι)/94, για να εφαρμόζεται και σε ποινικές υποθέσεις, έπεσε στο κενό.
Δύο περίπου χρόνια μετά την Λιασίδης, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέτασε εκ νέου το ζήτημα στην Απόφασή της στην υπόθεση A. Panayides Contracting Ltd. v. Νίκου Σταύρου Χαραλάμπους (2004) 1 Α.Α.Δ. 416. Πρωτοδίκως, στη βάση του Άρθρου 4(1)(β) του Κεφ. 9, έγινε δεκτή ως μαρτυρία κατάσταση λογαριασμού που εκδόθηκε από Νοσοκομείο της Αγγλίας αναφορικά με τα έξοδα περίθαλψης και νοσηλείας τραυματία από εργατικό ατύχημα. Κατ’ έφεση, εν όψει της έκδοσης της Απόφασης στη Λιασίδης (ανωτέρω), το Εφετείο επανάνοιξε την υπόθεση. Η δε Ολομέλεια παρεκκλίνοντας από το σκεπτικό στη Λασίδης ανέφερε, υπό Γαβριηλίδη Δ., τα εξής, τα οποία, παρά την έκτασή του, παραθέτω σκοπίμως αυτούσια:
«Από τη νομολογία του ΕΔΑΔ στην οποία έχουμε αναφερθεί, προκύπτουν τα ακόλουθα:
(1) Ουδέποτε το ΕΔΑΔ αποφάσισε, γενικά και αφηρημένα (in abstracto), ότι η περί Αποδείξεως Νομοθεσία ή Νομολογία του άλφα ή βήτα Κράτους-Μέλους, σύμφωνα με την οποία οι γραπτές καταθέσεις προσώπων μπορούσαν να παρουσιαστούν ως μαρτυρία, χωρίς την προσέλευση των προσώπων αυτών για να μαρτυρήσουν και αντεξεταστούν από την υπεράσπιση, παραβίαζε το άρθρο 6(3)(δ) της Σύμβασης λαμβανόμενο είτε αυτοτελώς είτε σε συνάρτηση με το άρθρο 6(1).
(2) Σε συγκεκριμένες υποθέσεις το ΕΔΑΔ αποφάσισε, ειδικά και συγκεκριμένα (in concreto), ότι η παρουσίαση των γραπτών καταθέσεων προσώπων ως μαρτυρίας, χωρίς την προσέλευση των προσώπων αυτών για να μαρτυρήσουν και αντεξεταστούν από την υπεράσπιση, παραβίαζε ή δεν παραβίαζε το άρθρο 6(1) της Σύμβασης λαμβανόμενο σε συνάρτηση με το άρθρο 6(3)(δ), ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.
Ειδικότερα,
(α) σε συγκεκριμένες υποθέσεις, όπου οι γραπτές καταθέσεις προσώπων τα οποία δεν προσήλθαν για να μαρτυρήσουν και αντεξεταστούν από την υπεράσπιση αποτελούσαν τη "μοναδική" ή την "κύρια" μαρτυρία επί της οποίας στηρίχθηκε η καταδίκη, το ΕΔΑΔ έκρινε ότι παραβιάστηκε το άρθρο 6(1) της Σύμβασης λαμβανόμενο σε συνάρτηση με το άρθρο 6(3)(δ),
(β) σε άλλες συγκεκριμένες υποθέσεις, όπου οι γραπτές καταθέσεις προσώπων τα οποία δεν προσήλθαν για να μαρτυρήσουν και αντεξεταστούν από την υπεράσπιση δεν αποτελούσαν τη "μοναδική" ή την "κύρια" μαρτυρία επί της οποίας στηρίχθηκε η καταδίκη, ή τα πρόσωπα αυτά δεν προσήλθαν επειδή, κάτι τέτοιο, ήταν εξ αντικειμένου αδύνατο, ή, αν και προσήλθαν, αντεξετάσθηκαν μερικώς, το ΕΔΑΔ έκρινε ότι δεν παραβιάστηκε το άρθρο 6(1) της Σύμβασης λαμβανόμενο σε συνάρτηση με το άρθρο 6(3)(δ)*.
Έχοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο είναι διατυπωμένα τα Άρθρα 30.2, 30.3(γ) και 12.5(δ) του Συντάγματος, αφενός, και τη νομολογία του ΕΔΑΔ, σύμφωνα με την οποία το ζήτημα κατά πόσο, με την παρουσίαση γραπτών καταθέσεων ως μαρτυρίας, παραβιάστηκε ή δεν παραβιάστηκε το άρθρο 6(3)(δ) της Σύμβασης, δεν εξετάζεται ούτε αποφασίζεται in abstracto, αλλά εξετάζεται και αποφασίζεται in concreto, ανάλογα, δηλαδή, με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, όπως εξηγήσαμε, και πάντοτε σε συνάρτηση με το άρθρο 6(1) της Σύμβασης, αφετέρου, καταλήξαμε στο συμπέρασμα, αντίθετα με τη Λιασίδης, ότι in abstracto στέρηση (δηλαδή από το νόμο) του δικαιώματος αντεξέτασης των μαρτύρων του διαδίκου ή του κατηγόρου από τον αντίδικο ή τον κατηγορούμενο στη βάση των Άρθρων 30.3(γ) και/ή 12.5(δ) του Συντάγματος, λαμβανομένων αυτοτελώς, μπορεί να υπάρξει μόνο στην περίπτωση των προσώπων τα οποία ο διάδικος ή ο κατήγορος καλεί στο εδώλιο του μάρτυρα για να μαρτυρήσουν.* Τέτοια in abstracto στέρηση δεν μπορεί να υπάρξει στην περίπτωση των προσώπων τα οποία ο διάδικος ή ο κατήγορος επιλέγει να μην καλέσει στο εδώλιο του μάρτυρα για να μαρτυρήσουν. Ούτε, βέβαια, στην περίπτωση των προσώπων τα οποία ο διάδικος ή ο κατήγορος δεν έχει τη δυνατότητα να καλέσει στο εδώλιο του μάρτυρα για να μαρτυρήσουν (γιατί π.χ. απουσιάζουν ή απέθαναν). Στην περίπτωση, επομένως, που ο διάδικος ή ο κατήγορος, ελεύθερα ή εξ ανάγκης, αντί να καλέσει το συντάκτη της γραπτής κατάθεσης στο εδώλιο του μάρτυρα για να μαρτυρήσει, καλεί ως μάρτυρα μόνο τον κάτοχο της γραπτής κατάθεσης απλώς για να την καταθέσει ως μαρτυρία, όπως κατ’ εξαίρεση του κανόνα εναντίον της αποδοχής εξ ακοής μαρτυρίας επιτρέπουν τα άρθρα 4 του Κεφ. 9 και 2 του Νόμου 94(Ι)/1994, ο αντίδικος ή ο κατηγορούμενος δεν στερείται του δικαιώματος αντεξέτασης του συντάκτη της γραπτής κατάθεσης, όπως αυτό κατοχυρώνεται στα Άρθρα 30.3(γ) και/ή 12.5(δ) του Συντάγματος, λαμβανόμενα αυτοτελώς, εφόσον ο τελευταίος, ελεύθερα ή εξ ανάγκης, δεν κλήθηκε, από το διάδικο ή τον κατήγορο, στο εδώλιο του μάρτυρα για να μαρτυρήσει*. Λόγος για στέρηση δικαιώματος αντεξέτασης από τον αντίδικο ή τον κατηγορούμενο των προσώπων τα οποία ο διάδικος ή ο κατήγορος, ελεύθερα ή εξ ανάγκης, δεν καλεί στο εδώλιο του μάρτυρα για να μαρτυρήσουν, αλλά παρουσιάζει απλώς τη γραπτή τους κατάθεση, είναι δυνατό να γίνει μόνο in concreto (ανεξάρτητα από το νόμο), σε συγκεκριμένη, δηλαδή, υπόθεση, και πάντοτε στη βάση των Άρθρων 30.3(γ) και/ή 12.5(δ) του Συντάγματος λαμβανομένων, όχι αυτοτελώς, αλλά σε συνάρτηση με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, εάν, βάσει των περιστατικών της, μπορεί να λεχθεί ότι, ως εκ της μη αντεξέτασης των εν λόγω προσώπων, στη γραπτή κατάθεση των οποίων στηρίχθηκε το δικαστήριο, ο αντίδικος ή ο κατηγορούμενος δεν έτυχε, τελικά, δίκαιης δίκης. Εάν, βάσει των περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης, κάτι τέτοιο δεν μπορεί, τελικά, να λεχθεί, η μη αντεξέταση των εν λόγω προσώπων, όπως και η στήριξη του δικαστηρίου στη γραπτή τους κατάθεση, έστω και αν αυτά ταξινομηθούν ως "μάρτυρες στη δίκη" (βλ. Kostovski, Delta), δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι στέρησε τα δικαιώματα αντεξέτασης του αντιδίκου ή του κατηγορουμένου βάσει των Άρθρων 30.3(γ) και/ή 12.5(δ) του Συντάγματος λαμβανομένων αυτοτελώς.*».
*Υπογραμμίσεις κι εμφάσεις δοθείσες.
Παρά τις εκτενείς κι εμπεριστατωμένες αναφορές από την πλειοψηφία της Ολομέλειας στην Panayides σ’ ευρωπαϊκή Νομολογία και στην προσέγγιση που πρέπει ν’ ακολουθείται όταν δεν γίνεται κλήτευση του αρχικού δηλώσαντος - ακόμα και λόγω θανάτου –, η Muskita δεν αναφέρθηκε στην Panayides. Πιθανόν η αναφορά να μην κρίθηκε αναγκαία λόγω της τροποποίησης του Κεφ. 9 και της κατάργησης του Άρθρου 4, πλην όμως ούτε αναφορά στην ευρωπαϊκή Νομολογία έγινε. Το τριμελές Εφετείο, μ’ αναφορά στο Άρθρο 26 του Κεφ. 9, ως αυτό είχε εισαχθεί πλέον με το Ν.32(Ι)/04, κατέληξε ότι το εν λόγω Άρθρο 26 προϋπέθετε και την ύπαρξη του προσώπου που προέβη στη δήλωση, περιορίζοντας τοιουτοτρόπως την εμβέλεια της, πλέον κατά κανόνα, αποδεχτής εξ ακοής μαρτυρίας, τουλάχιστον όσον αφορά την κατάθεση εγγράφων από πρόσωπα που απεβίωσαν.
Τέσσερις περίπου μήνες μετά την έκδοση της Muskita όμως, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέδωσε Απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου κ.α. (2010) 2 Α.Α.Δ. 94, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στην απόφαση του τριμελούς Εφετείου στη Muskita, μ’ αναφορές όμως στις προηγούμενες αποφάσεις της Ολομέλειας. Στην απόφαση της πλειοψηφίας, υπό του Κωνσταντινίδη Δ., εντοπίζεται το εξής απόσπασμα:
«Η αδυναμία αντεξέτασης του παραγωγού σε σχέση με τη δήλωση του ότι η ταινία ήταν γνήσια, καθιστούσε μη δίκαιη την αποδοχή της ως μαρτυρίας. Αναφέρθηκε συναφώς το Κακουργιοδικείο στις αρχές για το δίκαιο της δίκης όταν η καταδίκη στηρίζεται αποκλειστικά ή κατά τρόπο αποφασιστικό σε εξ ακοής μαρτυρία, παραπέμποντας σε νομολογία αγγλική αλλά και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ). Αυτό, βέβαια, σημαίνει πως δεν αποκλείεται εκ προοιμίου μια μαρτυρία ως εξ ακοής, όρος που εγγενώς επάγεται έλλειψη δυνατότητας αντεξέτασης. Είναι δε στοιχειώδες πως πάντοτε αναγνωριζόταν, με νόμο ή από το κοινοδίκαιο, δυνατότητα προσαγωγής εξ ακοής μαρτυρίας. Ιδιαιτέρως τώρα, στην Κύπρο, ενόψει της θέσπισης του περί Αποδείξεως (Τροποιητικού) Νόμου του 2004 (Ν. 32(Ι)/2004)*».
Υπενθυμίζεται ότι πρωτοδίκως στην Ευσταθιού (ανωτέρω), το Κακουργιοδικείο δεν απέκλεισε εξ αρχής την κατάθεση βιντεοταινίας ως εξ ακοής μαρτυρία, αλλά την επέτρεψε για περιορισμένο σκοπό, για να την απορρίψει στο τέλος της διαδικασίας, υπό τα περιστατικά της υπόθεσης, με αναφορά τόσο στην επίδραση της βιντεοταινίας στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά και μ’ αναφορά στη δίκαιη δίκη.
Στην Απόφαση που έδωσε ο Ναθαναήλ Δ., ο οποίος συμφώνησε με τη πλειοψηφία, τόνισε τη σημασία του δικαιώματος αντεξέτασης στο αντιπαραθετικό σύστημα, αλλά παράλληλα εξέφρασε κι άποψη ως προς το ζήτημα της αποδοχής εξ ακοής μαρτυρίας και της αξιολόγησής της, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες της υπό κρίση υπόθεσης. Στο λόγο του εντοπίζεται το εξής, βοηθητικό, απόσπασμα:
«Στο ακολουθούμενο σύστημα αντιπαράθεσης που λαμβάνεται στην Κύπρο, προερχόμενο και εδραζόμενο επί του αντίστοιχα θεμελιωμένου Αγγλοσαξονικού συστήματος κοινοδικαίου, αποτελεί ύψιστη και θεμελιώδη αρχή ότι έκαστος κατηγορούμενος δικαιούται να αντικρύσει και να αντικρούσει τον κατήγορο του, καθώς και όλους τους μάρτυρες του. Με συνακόλουθο βέβαια το δικαίωμα αντεξέτασης ως τον κλασσικό τρόπο ανίχνευσης της αλήθειας. Στις συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης, η προσπάθεια απόδειξης της αυθεντικότητας διά ενός εκ των τρόπων που επιχείρησε η κατηγορούσα αρχή, δηλαδή, με την εξ ακοής μαρτυρία μεταφοράς της θέσης του παραγωγού, δεν ήταν νομικά αποδεκτή για τους πιο κάτω λόγους:
Κατά αρχάς δεν ήταν περίπτωση που ήταν εξ αντικειμένου αδύνατη η παρουσίαση του παραγωγού ως μάρτυρα. Ο εκφρασθείς και μεταφερθείς διά στόματος του Γενικού Εισαγγελέα, φόβος του άγνωστου παραγωγού δεν αποτελούσε κατά νόμο αποδεκτό λόγο μη παρουσίασης του ως μάρτυρα*. […] Ενόψει της επιλογής να μη χρησιμοποιηθούν οι πρόνοιες του περί Προστασίας των Μαρτύρων Νόμου, ως ανωτέρω, η μόνη δυνατότητα που προσφερόταν ήταν η παρουσίαση της βιντεοταινίας μέσω τρίτου προσώπου με όλους τους κινδύνους να μην γίνει αποδεκτή η αυθεντικότητα διά της εξ ακοής μεταφοράς της θέσης του αγνώστου παραγωγού ως προς την αυθεντικότητα της. Και ο Γενικός Εισαγγελέας, καθιστώντας τον εαυτό του μάρτυρα και επιλέγοντας αυτό τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης, έγινε ο ίδιος κριτής του κατά πόσο ο άγνωστος παραγωγός ήταν αδύνατο να παρουσιαστεί ως μάρτυρας, δίνοντας προς αυτόν, λανθασμένα κατά την εκτίμηση μου, υπόσχεση ότι δεν θα τον καλούσε, κατ' αντίθεση προς την ευρύτερη υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να θέσει προς την υπεράσπιση όλο το αποδεικτικό υλικό και βεβαίως τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της, απότοκο των αρχών της δίκαιης δίκης και της ισότητας των όπλων […].
Κατά δεύτερο λόγο, επί υπαρκτού και κατά τα άλλα ικανού, αλλά και εξαναγκάσιμου προσώπου να καταθέσει ως μάρτυρας, δεν είναι νοητή η μη προσαγωγή του ως μάρτυρα ή η προσφορά του προς αντεξέταση, κατ' επιλογή της κατηγορούσας αρχής, αποστερώντας έτσι την υπεράσπιση από το δικαίωμα άσκησης της αντεξέτασης, εκτός όπου η ίδια κρίνει ότι ο μάρτυρας δεν θα είναι μάρτυρας αληθείας* (Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 612, σελ. 624-627, R. v. Oliva [1965] 3 All E.R. 1028)».
Αποτιμώντας τα όσα εδώ ενδιαφέρον από το λόγο στην Ευσταθίου, συνάγεται ότι το Δικαστήριο, αναφερόμενο στην αρχή ότι η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται εκ προοιμίου και στη σημασία της προσφοράς αρχικού δηλώσαντα προς αντεξέταση, εφάρμοσε το κριτήριο της σοβαρότητας του λόγου απουσίας του αρχικού δηλώσαντα σε ευθυγράμμιση με το όσα μεταγενέστερα καταγράφηκαν κι από το ΔΕΕ[8] αλλά και σ’ ευθυγράμμιση με το λόγο στην Panayides ως προς την in concerto συνεκτίμηση της αποδεικτικής αξίας της εξ ακοής μαρτυρίας και της επίδρασης της απουσίας αρχικού δηλώσαντα στο δίκαιο της συγκεκριμένης δίκης. Άλλωστε, μ’ οποιαδήποτε άλλη θεώρηση, δεν θα υπήρχε, εντός του πλαισίου, λόγος να γίνει αναφορά ως προς την πειστικότητα του λόγου που ο Γενικός Εισαγγελέας επικαλέστηκε για την απουσία του παραγωγού της βιντεοταινίας στο Δικαστήριο. Στέκομαι και στη δεύτερη επισήμανση στο λόγο του Ναθαναήλ Δ., πιο πάνω, στην οποία έδωσα έμφαση, όπου διαφαίνεται ότι όταν πρόσωπο είναι υπαρκτό, ικανό κι εξαναγκάσιμο, δεν νοείται η μη προσαγωγή του ως μάρτυρα ή η προσφορά του προς αντεξέταση. Επαναλαμβάνω ότι η ανάδειξη του ζητήματος και η απόδοση σημασίας στο λόγο απουσίας μάρτυρος καθορίζει και μέρος της προσέγγισης ως προς την εν τέλει αποδεικτικής αξία, εν όψει και της αρχής που διατυπώθηκε στο απόσπασμα της Απόφασης της πλειοψηφίας – και τ’ οποίο παρέθεσα πιο πάνω -, ότι δηλαδή «δεν αποκλείεται εκ προοιμίου μια μαρτυρία ως εξ ακοής, όρος που εγγενώς επάγεται έλλειψη δυνατότητας αντεξέτασης». Σημειώνω, με κίνδυνο να υποδείξω το προφανές, ότι ο λόγος απουσίας του αρχικού δηλώσαντα, δηλαδή αν θα ήταν εφικτό ή εύλογο να κλητευθεί, συνυπολογίζεται κατά την απόδοση βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας, με ρητή πρόνοια στο Άρθρο 27(2) του ίδιου του Κεφ. 9 και μάλιστα τίθεται ως ο πρώτος παράγοντας του μη εξαντλητικού καταλόγου που περιέχεται στο εν λόγω εδάφιο. Αυτή η προσέγγιση υιοθετήθηκε σε σωρεία Αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου[9].
Οι πιο πάνω αναφορές, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν είναι συμβατές με την προγενέστερη απόφαση του τριμελούς Εφετείου στη Muskita. Πουθενά στην Απόφαση της Ολομέλειας δεν γίνεται αναφορά στ’ ότι το Άρθρο 26 του Κεφ. 9, «προϋποθέτει» και την ύπαρξη του προσώπου που προέβη στην αρχική δήλωση. Κάτι τέτοιο θα έθετε την αξιολόγηση της εξ ακοής μαρτυρίας in abstracto. Αντίθετα, εκείνο που προκύπτει είναι ότι η εξ ακοής μαρτυρίας δεν αποκλείεται εκ προοιμίου, παρά το γεγονός ότι η αποδοχή της ενέχει ως εγγενές επακόλουθο την έλλειψη δυνατότητας αντεξέτασης κι ότι η ύπαρξη ή απουσία αντικειμενικά καλού λόγου για την μη κλήτευση μάρτυρα είναι ζήτημα που αποτιμάται στο σύνολο των περιστάσεων και κατά την αξιολόγηση της εξ ακοής μαρτυρίας, αλλά κι επί της βαρύτητας που θα της αποδοθεί in concerto. Συνάγεται επίσης, εκ των ενόντων μ’ ειδική όμως αναφορά στα κριτήρια που έθεσε ο λόγος του Ναθαναηλ Δ., ότι, σε περίπτωση που για σοβαρό λόγο ο αρχικός δηλώσας δεν παρουσιάζεται στο Δικαστήριο, το Δικαστήριο συνυπολογίζει τον παράγοντα τούτο όταν καλείται ν’ αποτιμήσει συνολικά την αξία της μαρτυρίας που μεταφέρεται εξ ακοής. Δεν είναι δυνατό να υποστυλωθεί λογικώς ο όποιος ισχυρισμός ότι ο θάνατος του αρχικού δηλώσαντος δεν αποτελεί σοβαρό λόγο για τη μη παρουσία του στο Δικαστήριο ή και να οδηγήσει το δίχως άλλο σε a priori αποκλεισμό εξ ακοής μαρτυρίας.
Ούσα χρονολογικά μεταγενέστερη, η Απόφαση στην Αγρότου (επίσης ανωτέρω), δεν μετέβαλε τα πράγματα, καθότι το Δικαστήριο εκεί επικεντρώθηκε στο ζήτημα της αξιολόγησης εξ ακοής μαρτυρίας, η οποία είχε αρχικώς γίνει δεκτή, λόγω κυρίως των συνθηκών υπό τις οποίες προσάχθηκε.
Μ’ αφορμή όμως το λόγο της Muskita, σ’ ορισμένες πρωτόδικες αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψαν οι συνήγοροι Υπεράσπισης, αφενός η Muskita ερμηνεύθηκε ως ν’ αφορά κάθε περίπτωση εξ ακοής μαρτυρίας όταν ο αρχικός δηλώσας στο μεταξύ απεβίωσε, είτε δηλαδή επρόκειτο για δήλωση σ’ έγγραφο είτε άλλως πως, αλλά κι αφετέρου ότι, κατά προέκταση του λόγου στην Muskita, η κατάργηση του Άρθρου 4 άφησε απλήρωτο κενό στο Νόμο που έχρηζε Νομοθετικής ρύθμισης, θεώρηση όμως η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν εντοπίζεται ρητώς στην ίδια τη Muskita.
Ως προς τα πιο πάνω είναι η, ταπεινή, άποψή μου ότι το Άρθρο 4 του Κεφ. 9 καταργήθηκε ακριβώς επειδή ο Νομοθέτης εισήγαγε στο Κεφ. 9 τα Άρθρα 23 έως 27, αλλά και το Άρθρο 34, τα οποία ρύθμισαν το ζήτημα της αποδεκτότητας της εξ ακοής μαρτυρίας τόσο ως προς τα έγγραφα αλλά και γενικώς, δίχως να διαχωρίζουν μεταξύ έγγραφης ή προφορικής δήλωσης, ο ορισμός της οποίας, ως ενυπήρχε στο Άρθρο 2 του Κεφ. 9 περιλάμβανε και τις δύο εκφάνσεις της[10]. Συναφώς, με τη θέσπιση ειδικών άρθρων που ρύθμισαν πλέον το ζήτημα της αποδεκτότητας εξ ακοής μαρτυρίας, δεν υπήρχε η όποια ανάγκη διατήρησης του εν λόγω Άρθρου 4, τ’ οποίο, αποτελούσε εξαίρεση στον, προ της τροποποιήσεως, γενικό κανόνα αποκλεισμού της εξ ακοής μαρτυρίας κι επαναλαμβάνω αφορούσε σε δηλώσεις σ’ έγγραφα - και μόνον -. Η αποδεκτότητα εξ ακοής μαρτυρίας προνοείτο πλέον από τις ειδικές ρυθμίσεις των Άρθρων 23 έως 27, οι οποίες έφεραν μια νέα εποχή στο Δίκαιο της απόδειξης, σ’ εξελικτική μάλιστα ευθυγράμμιση και με τις μεταρρυθμίσεις άλλων νομικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένου και του Αγγλικού, τ’ οποίο ρύθμισε το θέμα διεξοδικά, με τη θέσπιση των Civil Evidence Act 1995 και Criminal Justice Act 2003.
Η περί του αντιθέτου θεώρηση, ότι δηλαδή η κατάργηση του Άρθρου 4 του Κεφ. 9, άφησε νομοθετικό κενό που δύναται να οδηγήσει σ’ αποκλεισμό κατά τα άλλα αποδεχτής εξ ακοής μαρτυρίας, εξυπακούει και τον ταυτόχρονο περιορισμό της προσαγωγής εξ ακοής μαρτυρίας, κατάληξη που, αφενός - και κατά τρόπο παράδοξο - απολήγει σ’ αποτέλεσμα αντίθετο με την αρχική συμπερίληψη του Άρθρου 4 – ως δηλαδή εξαίρεση στον τότε γενικό κανόνα μη αποδοχής – κι αφετέρου, κατά την ταπεινή μου γνώμη, προσκρούει τόσο στο γράμμα όσο και στο πνεύμα των εκτενών τροποποιήσεων που ο Νόμος 32(Ι)/04 επέφερε στο Κεφ. 9, αλλά και στο λόγο της Ευσταθίου (ανωτέρω).
Στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β’ Έκδοση, σελίδες 293 και 294, αναφέρεται ότι, με τη θέσπιση του τροποποιητικού Νόμου 32(1)/04, η εξ ακοής μαρτυρία κατέστη πλέον αποδεκτή και καταργήθηκαν και βασικές νομοθετικές εξαιρέσεις οι οποίες επέτρεπαν την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας πριν από τη συγκεκριμένη τροποποίηση. Αναφέρεται επίσης ότι παράλληλα παρέμειναν και νομοθετικές εξαιρέσεις οι οποίες εξακολουθούν να εφαρμόζονται κι ότι μια εξ αυτών είναι το πρώτο παράπονο.
Στη σελίδα 312 του πιο πάνω συγγράμματος συναντούμε και τον εξής συλλογισμό των συγγραφέων:
«Μάλιστα, θα μπορούσε κανείς να προεκτείνει τον συλλογισμό στο ότι, από τη στιγμή που η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται τώρα από οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, δεν υφίσταται η όποια λογική χαρακτήριζε τα πράγματα πριν από τον Περί Αποδείξεως (Τροποποιητικό) Νόμο 32(Ι)/04 και τις εξαιρέσεις που καθιερώθηκαν στον κανόνα αποκλεισμού εξ ακοής μαρτυρίας».
Το πιο πάνω απόσπασμα θεωρώ αντανακλά και τη δική μου προβληματική και προσέγγιση επί του υπό κρίση ζητήματος.
Στην ενώπιον μου κρινόμενη περίπτωση, εκείνο που τίθεται προς εξέταση είναι το κατά πόσο θα γίνει αποδεχτή μαρτυρία της τότε νηπιαγωγού του μ. Στυλιανού η οποία προτίθεται να μεταφέρει στο Δικαστήριο προφορικά δηλώσεις του ιδίου προς εκείνη.
Έχω ήδη αναφερθεί στον τρόπο που οι αναφορές στην Ευσταθίου σκιαγραφούν την προσέγγισε του Δικαστηρίου. Προσθέτω ότι, επί του συγκεκριμένου ενώπιον μου θέματος, κι εν όψει και των αδικημάτων που βρίσκονται στο επίκεντρο της παρούσας υπόθεσης, ακόμα και πριν τη θέσπιση του τροποποιητικού Νόμου 32(1)/04 υπήρχε ο περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμος 119(1)/2000. Στο Άρθρο 14 του Ν.119(Ι)/2000 γίνεται ειδική ρύθμιση, αναφορικά με τη μεταχείριση δηλώσεων θυμάτων βίας σε συγκεκριμένα πρόσωπα, όταν αυτές έγιναν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του αδικήματος. Συγκεκριμένα το Άρθρο 14 του Ν.119(Ι)/2000 προνοεί:
«Χωρίς να επηρεάζονται οι διατάξεις του άρθρου 10 του περί Απόδειξης Νόμου, καταγγελία η οποία γίνεται από θύμα αδικήματος βίας προς οποιοδήποτε αστυνομικό, οικογενειακό σύμβουλο, λειτουργό ευημερίας, ψυχολόγο, γιατρό, περιλαμβανομένου ψυχιάτρου, που εξετάζει το θύμα, εκπαιδευτικό, μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής, μέλος του Συνδέσμου Πρόληψης και Αντιμετώπισης της Βίας στην Οικογένεια ή μέλη του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του θύματος εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξή του, αποτελεί μαρτυρία.».
Η συμπερίληψη της αναφοράς στο Άρθρο 10 του Κεφ. 9 δεν είναι, θεωρώ, τυχαία. Ο Νομοθέτης θέσπισε το συγκεκριμένο Νόμο πριν το ζήτημα της εξ ακοής μαρτυρίας ρυθμιστεί από την τροποποίηση του Κεφ. 9 με το Ν.32(Ι)/04. Το εγχείρημα τότε απαιτούσε τότε όπως γίνει ρητή πρόνοια, ούτως ώστε το ζήτημα να συγκαταλέγεται στις Νομοθετικές εξαιρέσεις κατά τον τρόπο και στην έκταση που το Άρθρο 14 του Ν.119(Ι)/2000 ρύθμιζε. Ειρήσθω εν παρόδω, με τροποποίηση του Άρθρου 14 με το Νόμο 212(Ι)/2004, προστέθηκαν και οι εκπαιδευτικοί στα πρόσωπα που συγκαταλέγονται στο Άρθρο. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το Άρθρο 14 του Ν.119(Ι)/2000, προνοεί ότι προκειμένου η καταγγελία να θεωρηθεί «μαρτυρία» αυτή θα πρέπει να γίνεται «εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος βίας». Δεν χρησιμοποιείται η ίδια φρασεολογία όπως και στο Άρθρο 10 του Κεφ. 9. Το Άρθρο 10 του Κεφ. 9 δίνει στο Δικαστήριο την εξουσία ν’ αποδεχθεί λεπτομέρειες άμεσου παραπόνου, νοουμένου ότι η δήλωση γίνεται «αμέσως μετά τη διάπραξη του πoιvικoύ αδικήματος, και προς το πρώτο πρόσωπο προς το οποίο ή τα πρώτα πρόσωπα προς τα όποια το πρόσωπο το οποίο προέβηκε στο παράπovo ή τη δήλωση, μίλησε μετά τη διάπραξη του πoιvικoύ αδικήματος, ή προς το πρόσωπο προς το οποίο ή προς τα πρόσωπα προς τα όποια το Δικαστήριο φρovεί ότι ήταν φυσικό να προβεί σε παράπovo ή δήλωση σε σχέση με το πoιvικό αδίκημα».
Σημαντικός κρίνεται και ο νομοθετικός καθορισμός δήλωσης που εμπίπτει στο Άρθρο 14 του Ν.119(Ι)/2000: τέτοια δήλωση, κατά το Νομοθέτη, αποτελεί μαρτυρία.
Με το χαρακτηρισμό της καταγγελίας που γίνεται σε, μεταξύ άλλων, κι εκπαιδευτικό, ως «μαρτυρία», αλλά και σε συνάρτηση με τα όσα αναφέρθηκαν στην Ευσταθίου (ανωτέρω), τέτοια μαρτυρία θεωρώ δεν θα μπορούσε ν’ αποκλειστεί a priori ως απαράδεχτη επειδή το πρόσωπο τ’ οποίο προέβη στην καταγγελία δεν βρίσκεται πλέον εν ζωή. Άλλωστε, όπως και στο Κεφ. 9, έτσι και στο Ν.119(Ι)/2000 δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά περί αποκλεισμού τέτοιας μαρτυρίας όταν μεταφέρεται εξ ακοής όπου το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση απεβίωσε. Η πρόνοια του Άρθρου 14 του Ν.119/(Ι)/2000, ως ήδη ανέφερα, αποτελούσε εξαίρεση που προϋπήρχε της θέσπισης του Νόμου 32(Ι)/2004 κι η οποία παρέμεινε αναλλοίωτη ακόμα και με τη νέα τάξη πραγμάτων που έφερε ο Ν.32(Ι)/2004. Η εν λόγω πρόνοια του Ν.119(Ι)/2000 δεν έτυχε ερμηνείας από τις προαναφερόμενες αυθεντίες. Ούτε εξερευνήθηκε, κατά περιπτωσιολογία, ο θάνατος του κατ’ ισχυρισμό θύματος βίας ως γεγονός που επήλθε μετά τη καταγγελία και πριν την εκδίκαση της υπόθεσης, ούτε βέβαια και το κατά πόσο και πότε ο χρόνος θεωρείται εύλογος. Συνδυαστική όμως ανάγνωση του Άρθρου 24 του Κεφ. 9 και του Άρθρου 14 του Ν.119(Ι)/2000, υπό το πρίσμα των αναφορών της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ευσταθίου (ανωτέρω) με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι δηλώσεις που φέρονται να έγιναν προφορικά από το μ. Στυλιανό προς την τότε εκπαιδευτικό του, δηλαδή στην, κατά τον ουσιώδη χρόνο, νηπιαγωγό του, δεν μπορούν ν’ αποκλειστούν εκ προοιμίου.
Το δε επιχείρημα των συνηγόρων Υπεράσπισης που τέθηκε απαντητικώς στην αγόρευση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο χαρακτηρισμός της καταγγελίας ως μαρτυρία προαπαιτεί όπως, η καταγγελία να είχε γίνει εντός εύλογου χρόνου από την τέλεση του αδικήματος, δεν μπορεί να επενεργήσει ούτως ώστε η μαρτυρία ν’ αποκλειστεί χωρίς διερεύνηση των συνθηκών υπό τις οποίες η καταγγελία έγινε. Τούτο εξυπακούει κι ότι το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα ν’ ακούσει και να αξιολογήσει τη μαρτυρία, η οποία θα τεθεί υπό τη βάσανο της αντεξέτασης και, εντός του συνόλου της λοιπής μαρτυρίας, να καταλήξει αναφορικά την αποδεικτική της αξία, αλλά και το αντίστοιχο βάρος που θα της αποδώσει, μια κι αυτή μεταφέρεται από ένα εκ των προσώπων που συγκαταλέγονται σε εκείνα που προνοεί το Άρθρο 14 του Ν.119(Ι)/2000.
Εν όψει και της αδιαμφισβήτητα αντικειμενικής αδυναμίας της Κατηγορούσας Αρχής να έχει το μ. Στυλιανό ως μάρτυρα, η επίδραση της μη δυνατότητας αντεξέτασής του από την Υπεράσπιση θα εξεταστεί στο σύνολο των όσων πρόκειται να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο, προκειμένου να κριθεί εάν μαρτυρία του, που μεταφέρεται εξ ακοής επηρεάζει τα δικαιώματα των Κατηγορούμενων.
Για τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η ένσταση των συνηγόρων Υπεράσπισης και το επάλληλο αίτημα για διαγραφή των επίμαχων παραγράφων από την κατάθεση της 5ης μάρτυρος, απορρίπτεται.
…………………………….
Π. Αγαπητός
Επαρχιακός Δικαστής
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Για την ιστορική εξέλιξη της αποδεκτότητας εξ ακοής μαρτυρίας βλέπε ενδελεχή αναφορά στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β’ Έκδοση, σελίδες 285 – 291.
[2] Δανείζομαι τη φράση που χρησιμοποιήθηκε στην A. Panayides Contracting Ltd. v. Νίκου Σταύρου Χαραλάμπους (2004) 1 Α.Α.Δ. 416, η οποία εκδόθηκε πριν την τροποποίηση του Κεφ. 9 με το Νόμο 32(Ι)/04, αλλά στην οποία η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου με αναφορές στη Νομολογία του ΕΔΑΔ, επεξήγησε, στο πλαίσιο των εχεγγύων της δίκαιης δίκης, τον τρόπο προσέγγισης του ζητήματος.
[3] Μόνο για να καταδειχθεί η διαπίστωση της αποδοχής εξ ακοής μαρτυρίας και σ’ άλλες ευρωπαϊκές χώρες και χώρες που ακολουθούν το κοινοδίκαιο: Βλ. Αποφάσεις στις Αίτηση 33354/96 Luca v. Italy, ημ. 27.5.2001, Αιτήσεις 26766/05 και 22228/06 Al-Khawaja and Tahery v. United Kingdom, ημ. 15.12.2011 και Αίτηση 9154/10 Schatschaschwili v. Germany, ημ. 15.12.2015
[4] Για τον ίδιο σκοπό όπως αναφέρεται στην υποσημείωση 3 ανωτέρω, βλ. C-348/21 HYA and others, ημ. 8.12.2022
[5] Βλ. παράγραφο 51 στην Απόφαση στην C-348/21 HYA and others, ημ. 8.12.2022 (υποσημείωση 4 ανωτέρω) και David Parris v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 186, στην οποία αναφέρθηκε ότι: «Αποτελεί θέμα του εθνικού δικαίου ο καθορισμός κανόνων για τη δεκτότητα μαρτυρίας και θέμα του Εθνικού Δικαστηρίου η αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας (Eur. Court H.R. Scherk judgment of 12 July 1988, Series A No. 140, p. 29, para. 46)», αλλά και A. Panayides Contracting Ltd. v. Νίκου Σταύρου Χαραλάμπους (2004) 1 Α.Α.Δ. 416 – υπό Γαβριηλίδη με αναφορά στη Νομολογία του ΕΔΑΔ.
[6] Για πλήρη ανάλυση με αναφορά σε παλαιότερη Νομολογία βλ. Απόφαση Ολομέλειας στην Γουότς κ.α. ν. Λαούρη κ.α. (2014) 1 Α.Α.Δ. 1410, όπου, μεταξύ άλλων, λέχθηκε: «Στο σύστημα του Κοινού Δικαίου, η αρχή της δεσμευτικότητας των δικαστικών αποφάσεων ως μια από τις πηγές δικαίου αποτελεί ένα από τους σημαντικότερους πυλώνες και συναρτάται άμεσα με τη βεβαιότητα του δικαίου και την επικράτηση του κράτους δικαίου (βλ. Δημοκρατία κ.ά. ν. Γιάλλουρου κ.ά., ανωτέρω)» και μετέπειτα, Αναφορικά με την Αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την Έκδοση του Victor Ν. Makushin (Αρ. 1) (2012) 1Α Α.Α.Δ. 20 και Κουλαππής ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. (2015) 1 Α.Α.Δ. 2376
[7] Παραθέτω, σκοπίμως, αυτούσιο απόσπασμα από το κείμενο του κατηργημένου Άρθρου 4 μαζί με τον τίτλο του:
Αποδεκτό έγγραφης απόδειξης* ως προς αμφισβητoύμεvα γεγovότα
4.-(1) Σε οποιαδήποτε διαδικασία στην όποια θα ήταν δεκτή άμεση πρoφoρική μαρτυρία γεγovότoς, οποιαδήποτε δήλωση που έγινε από κάπoιo πρόσωπο σε έγγραφο* και που τείνει να αποδείξει το γεγovός αυτό είναι, με την παρουσίαση του πρωτότυπου, δεκτή ως απόδειξη του γεγovότoς αυτού, αν πληρoύvται οι ακόλoυθoι όροι, δηλαδή-
(α) αν αυτός που πρoβαίvει στη δήλωση είτε-
(ι) είχε προσωπική γνώση των θεμάτων που περιλαμβάvovται στη δήλωση ή
(ιι) όταν το eν λόγω έγγραφο είναι ή αποτελεί μέρος υπoμvήματoς το οποίο φέρεται ως συνέχεια αυτού, προέβηκε στη δήλωση (στο μέτρο που αυτός δεν είχε προσωπική γνώση των θεμάτων που περιλαμβάvovται σε αυτή) κατά την εκπλήρωση καθήκovτoς να καταχωρίσει πληρoφoρία που δόθηκε σε αυτό από πρόσωπο το οποίο είχε ή μπoρoύσε εύλογα να υποτεθεί ότι είχε προσωπική γνώση των eν λόγω θεμάτων και
(β) τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), αν αυτός που πρoβαίvει στη δήλωση, κληθεί ως μάρτυρας στη διαδικασία:
Νοείται ότι o όρος, ότι αυτός που πρoβαίvει στη δήλωση πρέπει να κληθεί ως μάρτυρας, δεν είναι ανάγκη να πληρωθεί αν αυτός είναι νεκρός ή αvίκαvoς λόγω της σωματικής ή πνευματικής του κατάστασης να παραστεί ως μάρτυρας ή αν βρίσκεται εκτός Κύπρου και δεν είναι εύλογα πρακτικό να εξασφαλιστεί η παράσταση του ή αν κάθε εύλογη προσπάθεια ανεύρεσης του έγινε χωρίς επιτυχία.
*υπογραμμίσεις κι εμφάσεις δοθείσες
[8] Βλ. παράγραφο 55 στην C-348/21 HYA and others, ημ. 8.12.2022, όπου αναφέρεται: «Προκειμένου να ελέγξει την τήρηση της αρχής αυτής, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν υφίσταται σοβαρός λόγος για τη μη εμφάνιση του μάρτυρα και αν, στον βαθμό που η κατάθεσή του θα μπορούσε να αποτελεί το μοναδικό ή το καθοριστικό στοιχείο για την ενδεχόμενη καταδίκη του κατηγορουμένου, υφίστανται επαρκή αντισταθμιστικά στοιχεία και, ιδίως, ισχυρές δικονομικές εγγυήσεις για την εξισορρόπηση των δυσχερειών που προκαλεί στον κατηγορούμενο και στον συνήγορό του η συνεκτίμηση της κατάθεσης αυτής ως αποδεικτικού στοιχείου και για τη διασφάλιση του δίκαιου χαρακτήρα της ποινικής διαδικασίας στο σύνολό της»
[9] Βλ. Assad v Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 164/2016, ημερομηνίας 6.12.17, ECLI:CY:AD:2017:B447, Σάββα ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 204/2018, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B536 και Νικηφόρου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 19/2022, ημερομηνίας 6.3.23, ECLI:CY:AD:2023:B79
[10] Βλ. Άρθρο 2 του Κεφ. 9: «"δήλωση" σημαίνει οποιαδήποτε παρουσίαση ή περιγραφή ή παράσταση γεγονότος ή παρουσίαση ή έκφραση γνώμης, η οποία γίνεται προφορικά ή σε έγγραφο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο·»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο