ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή Αιτ. Προφ. 177/2026
Αναφορικά με το αίτημα προφυλάκισης των:
1. Μ.Α.
2. Π.Β.
Ύποπτες
Ημερομηνία: 23.07.2026
Eμφανίσεις:
Για την Αστυνομία: κα Ε. Δημητρίου Θεοδότου
Για την Ύποπτη 1: κα Πελοπίδα για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε.
Για την Ύποπτη 2: καμιά εμφάνιση (αυτοπροσώπως)
Ύποπτες παρούσες
ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΠΡΟΦΥΛΑΚΙΣΗΣ
(Από έδρας)
Με την παρούσα αίτηση η Αστυνομία ζητάει την κράτηση των υπόπτων για περίοδο 5 ημερών. Σημειώνω ότι οι ύποπτες φαίνεται να έχουν συλληφθεί η μεν 2η ύποπτη σήμερα, στις 09:45 το πρωί και η 1η ύποπτη, στις 06:35 το πρωί. Εικάζω ότι συνελήφθησαν σε σχέση με τα υπό διερεύνηση αδικήματα διότι δεν αναφέρεται οτιδήποτε στην μαρτυρία. Δύο είναι ουσιαστικά τα αδικήματα που φαίνεται στην Αίτηση να διερευνώνται, παρότι υπάρχει καταγραφή τρίτου αδικήματος, ως «ηθικοί αυτουργοί» κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κεφ. 154, για το οποίο δεν χρειάζεται να αναφέρω ότι δεν αποτελεί αφ’ εαυτού αδίκημα. Παραπέμπω για τούτο στην Ιγνατίου ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 502.
Ως έχει διευκρινιστεί από τον μάρτυρα κατόπιν διευκρινίσεων που ζητήθηκαν από το Δικαστήριο, διερευνάται το αδίκημα της διάδοσης στο διαδίκτυο, υλικού σεξουαλικού περιεχομένου κατά παράβαση του περί της Μη Συναινετικής Χρήσης Προσωπικού Υλικού Σεξουαλικού Περιεχομένου Νόμου του 2024, Ν. 148(Ι)/2024 και του αδικήματος της διέγερσης για διάπραξη ποινικού αδικήματος κατά παράβαση των άρθρων 370 και 176 του Κεφ. 154.
Για σκοπούς πληρότητας σημειώνω ότι αναζητείται τρίτος ύποπτος, ενώ 4ο πρόσωπο που θεωρήθηκε επίσης ύποπτο, είναι ελεύθερο και τούτο διότι το αίτημα έκδοσης εντάλματος σύλληψης του, προσέκρουσε στην άρνηση του Δικαστηρίου να το εκδώσει, καθότι τεκμαίρεται από τα συμφραζόμενα στο Έγγραφο Α ότι δεν υφίστατο αναγκαιότητα για την έκδοσή του.
Η συνήγορος της 1ης ύποπτης δεν ενέστη στο αίτημα, ούτε κατ' ουσία, ούτε και για τον χρόνο που ζητείται, ενώ η 2η ύποπτη ενιστάμενη τρόπον τινά και κατόπιν ερώτησης που υπέβαλε στον μάρτυρα, ανέφερε πως δεν είναι ακριβώς ως παρουσιάζονται τα γεγονότα, αφού παραδέχεται ως φαίνεται την εμπλοκή της σε κάποιο βαθμό, σε ό,τι αφορά την ύπαρξη του συγκεκριμένου video, το οποίο θα γίνει κατανοητό στη συνέχεια τι αφορά, όχι όμως με τον τρόπο που παρουσιάζεται να το έχει πράξει. Περιπλέον τούτου, η αίτηση την ανησυχεί και τούτο διότι έχει δύο ανήλικα παιδιά, για τα οποία δεν υπάρχει άλλο πρόσωπο να τα θέσει υπό την προστασία του, σε περίπτωση που τούτη παραμείνει υπό κράτηση.
Σημειώνω καταρχάς, ότι η αίτηση πληροί όλα τα τυπικά γνωρίσματα αίτησης προφυλάκισης. Παρ' όλα αυτά, τούτο δεν αποτελεί λόγο έγκρισης αφού εξετάζεται περιπλέον, αν η ουσία της αίτησης και της μαρτυρίας που τη στηρίζει είναι τέτοια, που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Επιπρόσθετα των τυπικών προϋποθέσεων της αιτήσεως, με βάση το άρθρο 24 του Κεφ. 155, περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, άλλες τέσσερις προϋποθέσεις θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά, προκειμένου το υπέρτατο δικαίωμα της ελευθερίας ενός ατόμου να περιορίζεται με διαταγή κράτησης. Είναι για τούτο τον λόγο που ακόμη και όταν δεν υπάρχει ένσταση στο αίτημα, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο και αποτελεί καθήκον του να εξετάζει και να ασκεί δικαστική κρίση, ως προς το κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
Οι αρχές οι οποίες διέπουν το ζήτημα αυτό έχουν αποκρυσταλλωθεί στην απόφαση σταθμός Stamataris v. Police (1983) και αντανακλώνται σε όλη τη μεταγενέστερη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συνοψίζονται δε με ιδιαίτερη ευκρίνεια, στην πιο πρόσφατη απόφαση, στην υπόθεση Yordanova v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 22/24, ημερ. 19.2.2024, στην οποία και παραπέμπω.
Με βάση τις εν λόγω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί από την μαρτυρία της Αστυνομίας η οποία φέρει και το σχετικό αποδεικτικό βάρος ότι:
A. Η μαρτυρία η οποία στηρίζει το αίτημα προφυλάκισης αποκαλύπτει εύλογη υπόνοια ότι έχει διαπραχθεί αδίκημα ή αδικήματα.
Β. Θα πρέπει να υπάρχει εύλογη και γνήσια υποψία απορρέουσα από τη μαρτυρία που βρίσκεται στην κατοχή της Αστυνομίας ότι οι ύποπτες εμπλέκονται σε αυτά.
Γ. Η διερεύνηση της υπόθεσης θα πρέπει να είναι εκκρεμής και εξυπακούεται ότι ύποπτο πρόσωπο δύναται να κρατηθεί, μόνο σε σχέση με τα αδικήματα για τα οποία έχει συλληφθεί (βλ. σχετικά Ιγνατίου (ανωτέρω)). Δεν νοείται η κράτηση ενός υπόπτου, για σκοπούς διερεύνησης άλλων αδικημάτων από την Αστυνομία και ιδιαίτερα, σε σχέση με τυχόν άλλα πρόσωπα. Ούτε και η κράτηση για σκοπούς αλίευσης μαρτυρίας είναι δυνατό να γίνεται αφού η μαρτυρία πρέπει να υφίσταται, κατά τον χρόνο της αίτησης και τούτο ως λογική απόρροια της 2ης προϋπόθεσης πιο πάνω.
Δ. Τέλος, η κράτηση ενός υπόπτου προσώπου, θα πρέπει να είναι ευλόγως αναγκαία και τούτο προς διευκόλυνση της ολοκλήρωσης της διερεύνησης.
Από το αναντίλεκτο περιεχόμενο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου προς υποστήριξη του αιτήματος προκύπτουν τα ακόλουθα συνοπτικά, πλην όμως σχετικά γεγονότα που πλαισιώνουν την παρούσα.
Την 01/06/2026 λήφθηκε στο κεντρικό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του Κλάδου Υποδιεύθυνσης Διερεύνησης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος επιστολή, από πρόσωπο που φέρεται να είναι αντιπρόεδρος της Παγκύπριας Οργάνωσης Αποκατάστασης Αναπήρων (ΠΟΑΑ) πως στο διαδίκτυο διατίθετο-αγνώστως μέχρι τότε πώς-, video, που προήρχετο από διαδικτυακή ζωντανή μετάδοση, στην πλατφόρμα «TikTok», στην οποία συμμετείχαν διάφοροι χρήστες και στο οποίο φερόταν να απεικονιζόταν πρόσωπο το οποίο φαίνεται με βάση την καταγγελία να είναι άτομο με αναπηρία. Το εν λόγω video φαίνεται να προήρχετο από συγκεκριμένο λογαριασμό και κατά τη διάρκεια του ακούγονται φράσεις οι οποίες με βάση τη μαρτυρία του μάρτυρα, κάποιο πρόσωπο με το όνομα "Χ." και συγκεκριμένο όνομα λογαριασμού, αναφέρει φράσεις προς το φερόμενο θύμα όπως: «δείξε λίγο το μποξεράκι». Ακολούθως η δεύτερη ύποπτη φέρεται με βάση την ίδια μαρτυρία να έχει πει στο ίδιο πρόσωπο «Χ. δείξε μας λίγο και μπροστά», με άλλους χρήστες να παρίστανται χρονικά και κατά τη διάρκεια του εν λόγω video και να έχουν όλοι κλειστές τις κάμερες της οθόνης τους, πλην του Χ.. Ορισμένα στοιχεία, κάποιων από τους εν λόγω λογαριασμούς είχαν σε κάθε περίπτωση περιέλθει εις γνώση της Αστυνομίας και επρόκειτο για λογαριασμούς χρηστών που το πρόσωπο τους δεν ήταν εμφανές, πλην όμως συμμετείχαν κατά την διάρκεια του πιο πάνω video.
Έγιναν για τούτο εξετάσεις, ανέφερε ο μάρτυρας, χωρίς να καταστεί δυνατό να ταυτοποιηθεί, μέχρι ενός χρονικού σημείου, οποιοσδήποτε από τους συμμετέχοντες. Την 21/07/2026 λήφθηκε κατάθεση από συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο κατονομάζεται ως «Πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου με σύνδρομο Down», στην οποία φέρεται να ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ενημερώθηκε ο ίδιος στις 19/07/2026 για το συγκεκριμένο video από συγκεκριμένο πρόσωπο, δεν γνωρίζει το πρόσωπο που εμπλέκεται στο πιο πάνω video, φερόμενο ως θύμα, αλλά ενημερώθηκε από φιλικό του πρόσωπο, τον Χ.Γ. ότι τούτο διατηρεί λογαριασμούς στις πλατφόρμες «TikTok» και «Facebook». Από τον Χ.Γ. εξασφαλίστηκε στην συνέχεια μαρτυρία και φέρεται ο ίδιος να ανέφερε περαιτέρω, πώς στις 19/07/2026, σε video ζωντανής μετάδοσης στο «TikTok», είχε καλέσει « τις τρεις κοπέλες που συμμετείχαν στο υπό αναφορά video» και ανέφερε πως γνώριζε πως σε τούτο (χωρίς να διευκρινίζεται στη μαρτυρία, εάν τούτο αφορά το πρώτο ή το video στο οποίο το συγκεκριμένο πρόσωπο αναφέρθηκε), συμμετείχαν συγκεκριμένοι διαδικτυακοί λογαριασμοί, τους οποίους παρέθεσε στην Αστυνομία. Την 21/07/2026, πρόσωπο με το όνομα Χ.Π. μετέβη στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας και παραδέχθηκε, ως φέρεται να έπραξε, ότι η ίδια εμπλέκετο στο περιστατικό με το video. Πρόκειται για το πρόσωπο που έχω αρχικώς αναφέρει ότι αυτήν τη στιγμή βρίσκεται ελεύθερο, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω. Κατά τη διάρκεια της λήψης της ανακριτικής κατάθεσης της εν λόγω γυναίκας, παρατέθηκαν από την ίδια στοιχεία στην Αστυνομία, όπως τα κινητά τηλέφωνα των συγκεκριμένων λογαριασμών, που είχαν διαπιστωθεί πως ήταν ενεργοί, κατά τη διάρκεια του video, στοιχεία τα οποία και κατόπιν των ενεργειών που αναφέρονται στη σελίδα 4 του Εγγράφου Α, οδήγησαν στην ταυτοποίηση των υπόπτων 1 και 2, για τις οποίες εκδόθηκε από άλλο Δικαστήριο ένταλμα σύλληψης. Φαίνεται και φέρονται και οι δύο ύποπτες να μην αρνούνται τουλάχιστον τη συμμετοχή τους, στο συγκεκριμένο video.
Κατόπιν διευκρινίσεων που παρείχε στο Δικαστήριο ο μάρτυρας, υποστήριξε πως υπάρχει από μέρους της Αστυνομίας η υποψία πως πιθανόν στους διαδικτυακούς λογαριασμούς των υπόπτων, να υπάρχει ολόκληρο το video, οι οποίοι δεν ελέγχθηκαν ακόμη και πως εάν τούτη υπάρχει, μπορεί να εντοπιστεί αμέσως από την Αστυνομία. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οποιαδήποτε εκ των υπόπτων διέδωσε το συγκεκριμένο video στο διαδίκτυο και η υποψία αυτή απορρέει από την συμμετοχή τους κατά την ζωντανή μετάδοση στην πλατφόρμα «tik tok», τον κρίσιμο χρόνο.
Είναι η θέση της Αστυνομίας σε σχέση με τις τρεις πρώτες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εγκριθεί η παρούσα πως σε αυτό το στάδιο, είναι «περί υπονοιών και μόνο ο λόγος» συνεπώς υπάρχει μαρτυρία ικανή. Σε σχέση με την αναγκαιότητα έκδοσης του παρόντος επιζητούμενου διατάγματος, είναι η θέση της πως με δεδομένη τη δυνατότητα εξ αποστάσεως επέμβασης στον λογαριασμό από τον οποίο ως ο μάρτυρας ξεκαθάρισε, η Αστυνομία πιστεύει ότι θα εντοπίσει είτε το επίδικο video ή/και οτιδήποτε άλλο, (απροσδιόριστα και γενικώς) ότι η κράτηση των υπόπτων είναι αναγκαία.
Είναι προφανές από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου ότι υπάρχει μαρτυρία ότι έχουν διαπραχθεί τα αδικήματα, για τα οποία οι ύποπτες έχουν συλληφθεί. Και τούτο από μόνο το περιεχόμενο της πληροφορίας που έλαβε η Αστυνομία την 01/06/2026.
Δεν είναι ωστόσο καθόλου προφανές πώς είτε η ύποπτη 1 είτε η ύποπτη 2 συνδέονται με το αδίκημα της διάδοσης υλικού σεξουαλικού περιεχομένου, το οποίο διερευνάται μεταξύ άλλων. Η παρουσία τους από μόνη της, κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου video, στο οποίο δεν αρνούνται ότι συμμετείχαν, δεν μπορεί επουδενί να μετουσιωθεί σε εύλογη και γνήσια υποψία ότι είναι τα πρόσωπα που διέρρευσαν το συγκεκριμένο video, ιδιαιτέρως. Πρόκειται κατά την άποψη μου περί εικασίας σε αυτό το στάδιο και όχι υπόνοιας η οποία εύλογα να προκύπτει, από την μαρτυρία που κατέχεται.
Ούτως ή άλλως, ο μάρτυρας κατέστησε σαφές κατά την μαρτυρία του, αλλά και στην γραπτή του μαρτυρία, πως για τούτο, δεν υπάρχει μαρτυρία αυτή την στιγμή στην κατοχή της Αστυνομίας. Σύνδεση υπάρχει σε σχέση με την 2η ύποπτη, σε σχέση με το αδίκημα της διέγερσης προς διάπραξη ποινικού αδικήματος, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 370 και 176 του Ποινικού Κώδικα και τα αδικήματα που παρατέθηκαν ενώπιον μου. Δεν υπάρχει ωστόσο, σε σχέση με την 1η ύποπτη κατά την άποψη μου. Καμία απολύτως μαρτυρία υπάρχει, που να στηρίζει τέτοια σύνδεση.
Δεν μπορώ επίσης να παραγνωρίσω το ότι από την 01/06/2026 που η πληροφορία βρίσκεται στην κατοχή της Αστυνομίας, παρέμεινε ουσιαστικά χωρίς καμμιά διερεύνηση, μέχρι και τις 19/07/2026 που δεύτερο πρόσωπο μετέβη στην Αστυνομία. Το ότι κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, δεν έγινε κατορθωτή η ταυτοποίηση των χρηστών, τα στοιχεία των διαδικτυακών λογαριασμών των οποίων ήταν στην διάθεση της Αστυνομίας, ως ο μάρτυρας ανέφερε, δεν μπορεί να δικαιολογήσει σε καμία περίπτωση την αδράνεια που επιδείχθηκε, αφού κανένα ουσιαστικό διάβημα αναφέρθηκε να έγινε.
Τούτη, η τελευταία μου αναφορά, ως προς τον χρόνο που παρήλθε από τότε μέχρι και σήμερα, είναι καταλυτική και ως προς το εξής. Ακόμη και αν θεωρούσα ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία ικανοποιεί και την 2η προϋπόθεση της σύνδεσης των υπόπτων, με τα υπό διερεύνηση αδικήματα, η προϋπόθεση της αναγκαιότητας έκδοσης του αιτήματος που ζητείται, για τους λόγους που υποστηρίχθηκαν, δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί. Και τούτο διότι (α) με δεδομένο το ότι παρήλθαν σχεδόν 2 μήνες από όταν η καταγγελία λήφθηκε, (β) οι συσκευές των υπόπτων, είναι στην κατοχή της Αστυνομίας και (γ) ότι ο φόβος της Αστυνομίας είναι να μην διαγραφούν από τους διαδικτυακούς λογαριασμούς των υπόπτων, στοιχεία που πιστεύεται πως μπορεί να αποτελέσουν μαρτυρία και τα οποία ως ο μάρτυρας ανέφερε, δύναται να εξαχθούν αμέσως (νοουμένου ότι υφίστανται), εάν ελεγχθούν αυτή την στιγμή συγκεκριμένοι λογαριασμοί, δεν προκύπτει καμιά απολύτως αναγκαιότητα, οι ύποπτες να κρατηθούν περαιτέρω.
Σε ό,τι δε αφορά τον κίνδυνο διαφυγής τους με δεδομένη την σοβαρότητα των αδικημάτων που διερευνώνται εναντίον τους, σημειώνω πως καμιά ένδειξη τέτοια αναφύεται και ούτε οτιδήποτε περί τούτου έχει υποστηριχθεί.
Για όλους τους παραπάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται και οι ύποπτες να αφεθούν ελεύθερες.
Αναμένεται ότι, η Αστυνομία θα ενεργήσει αμέσως, σε ό,τι απαιτείται για την ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης.
(υπ.)......................................
Ε. Κ. Μιντή, E.Δ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο