ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 2724/24
Μεταξύ:
ROMAN GALIEV
εναντίον
1. TOP MARKETS SOLUTIONS LTD (HE272810) (πρώην TELETRADE-DJ INTERNATIONAL CONSULTING LTD)
2. SERGEI SHAMRAEV
3. I.L.
4. Γ.Γ.
5. Γ.Κ. Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 30.07.2026
Εμφανίσεις:
Για Παραπονούμενο: κ. Μ. Κιτρομηλίδης για Μ. ΚΙΤΡΟΜΗΛΙΔΗΣ, ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ Δ.Ε.Π.Ε.
Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Κ. Σπύρου για Παπαδόπουλος & Λυκούργος Δ.Ε.Π.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Στην παρούσα υπόθεση, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από δύο κατηγορίες οι οποίες σχετίζονται με το αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθού σε μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, κατά παράβαση του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 και 2012 (κατηγορίες 1 και 2) και της παράλειψης πληρωμής ετήσιας άδειας κατά παράβαση του Περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας Ν.63(Ι)/2002 (κατηγορίες 3 και 4).
Ειδικότερα, αυτό που καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη 1, είναι ότι κατά ή περί τις 02.04.2021 παρέλειψε να καταβάλει στον Παραπονούμενο €3.622 μηνιαίο μισθό και/ή χρηματική αντιμισθία, που προέκυψε από την εργοδότηση του από την Κατηγορούμενη για τον Μάρτιο του 2021 και συγκεκριμένα για την περίοδο από 01.03.2021-25.03.2021 (κατηγορία 1). Επίσης, ότι κατά ή περί τις 25.03.2021 τερμάτισε τις υπηρεσίες του Παραπονούμενου, παραλείποντας να του καταβάλει το ποσό των €2.043, ως αναλογία μη ληφθείσας άδειας που προέκυψε από την εργοδότηση του Παραπονούμενου για το έτος 2021 (κατηγορία 3).
Ο δε Κατηγορούμενος 2, κατηγορείται ότι ως διευθυντής και/ή ως πρόσωπο που κατείχε θέση συμβούλου και/ή ως αντιπρόσωπος και/ή εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της Κατηγορούμενης 1, της παρείχε συνδρομή, στην διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων (κατηγορίες 2 και 4).
Παρόμοιες κατηγορίες, αντιμετώπιζαν και άλλα 3 πρόσωπα, οι οποίοι ωστόσο στο ενδιάμεσο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν, για τους λόγους που εξηγούνται στην σχετική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.
Προς υποστήριξη των κατηγοριών, κατέθεσε ο Παραπονούμενος. Κατόπιν της κλήσης των Κατηγορουμένων σε απολογία, εκ μέρους και των δύο, μαρτυρία προσέφερε ο Κατηγορούμενος 2.
Στα πλαίσια δε, της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν 16 συνολικά, τεκμήρια, ενώ δηλώθηκαν (και εγκρίθηκαν ως τέτοια) παραδεκτά γεγονότα, τα οποία συνίστανται στο ότι το Έγγραφο Α1 αποτελεί πιστή μετάφραση της γραπτής δήλωσης του Παραπονούμενου-Έγγραφο Α και το Έγγραφο Β1, αποτελεί πιστή μετάφραση της γραπτής δήλωσης του Κατηγορούμενου 2-Έγγραφο Β. Παραδεκτά επίσης, είναι και τα προσόντα και κατάρτιση του Κατηγορούμενου 2.
Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα, αποτελούν εκ των προτέρων και ευρήματα του Δικαστηρίου.
Η αμφισβήτηση της υπόστασης των επίδικων κατηγοριών, από πλευράς υπεράσπισης έγκειται στο ότι, ναι μεν μεταξύ του Παραπονούμενου και της Κατηγορούμενης 1 υπήρχε σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου, πλην όμως ο Παραπονούμενος ουδέποτε εργάστηκε στον χρόνο για τον οποίο απαιτεί αμοιβή, έτσι ώστε να την δικαιούται. Περιπλέον, ότι οι όποιες άδειες δικαιούταν να λάβει με βάση την σύμβαση εργοδότησης του, λήφθηκαν και τίποτε του οφείλεται. Ανεξέρτητα των πιο πάνω, είναι η θέση της υπεράσπισης πως η παρούσα προωθείται καταχρηστικά από τον Παραπονούμενο και πάντως με υπέρμετρα αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος υποστηρίζει ότι, με γνώμονα την μαρτυρία του Παραπονούμενου, η οποία είναι και η μόνο αξιόπιστη μαρτυρία που τέθηκε στο Δικαστήριο (ως είναι η θέση του), αποδεικνύεται αφού δεν αμφισβητείται, ότι η Κατηγορούμενη 1, ουδέποτε του κατέβαλε τον μισθό που αναλογούσε για τον Μάρτιο του 2021 και πως ό,τι αναφέρθηκε από πλευράς Κατηγορουμένων ως προς τον ισχυρισμό ότι ο Παραπονούμενος δεν εργάστηκε τον Μάρτιο του 2021 για να δικαιούται μισθό, είναι εκ των υστέρων σκέψεις. Περιπλέον και εν σχέση με το ποσό που αντιστοιχεί στις άδεις που ο Παραπονούμενος δεν έλαβε και για τις οποίες δικαιούτο σε πληρωμή, είναι περαιτέρω θέση του κ. Κιτρομηλίδη, πως καμμιά μαρτυρία προσφέρθηκε από τους Κατηγορούμενους που να υποστηρίζει την θέση τους, ότι ο Παραπονούμενος έλαβε τα όποια ωφελήματα δικαιούταν.
Παραθέτω σύνοψη της μαρτυρίας που προσφέρθηκε, έτσι ώστε να υπάρχει σκιαγράφηση της, η οποία καθιστά ευκολότερη την κατανόηση των όσων ακολουθούν στην αξιολόγηση.
Ο Παραπονούμενος, κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α[1]), στην οποία αναφέρει πως γεννήθηκε στην Μολδαβία, μεγάλωσε στην Ρωσσία, διαμένει στην Κύπρο τα τελευταία 10 έτη και έγινε ευρωπαίος πολίτης το 2014 ως επίσης ότι έχει σημαντική εμπειρία εργασίας σε διάφορες αδειοδοτημένες Κυπριακές επενδυτικές εταιρείες.
Τον Νοέμβριο του 2020, υπέγραψε σύμβαση εργοδότησης με την Κατηγορούμενη 1 (τεκμήριο 1), η οποία αρχικά ονομαζόταν TELETRADE-DJ INTERNATIONAL CONSULTING LTD και έφερε αριθμό εγγραφής HE2728101 και αργότερα μετονομάστηκε σε TOP MARKETS SOLUTIONS LTD. Η Κατηγορούμενη 1 εκπροσωπείται από τον Κατηγορούμενο 2 και έχει ως ενεργή διευθύντρια της Ι.L. (πρώην Κατηγορούμενη 3) η οποία πληρώνει τους μισθούς και εκτελεί και άλλες οικονομικές εργασίες της Κατηγορούμενης 1. Προσλήφθηκε ως επικεφαλής του τμήματος συναλλαγών, τομέα στον οποίο έχει αρκετά σημαντική εμπειρία.
Μετά την πάροδο κάποιων μηνών και κατόπιν που κάποιο άλλο πρόσωπο πέρασε με επιτυχία τις εξετάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ο οποίος όταν ο ίδιος προσλήφθηκε, παρακολουθούσε προπαρασκευαστικά μαθήματα απόκτησης της εν λόγω πιστοποίησης, τον αντικατέστησε με αποτέλεσμα την απόλυση του από τον Κατηγορούμενο 2. Αποτελεί πεποίθηση του πως ο λόγος που αντικαταστάθηκε από το πιο πάνω πρόσωπο που δεν είχε καμιά εμπειρία αλλά ήταν έμπιστος του Κατηγορούμενου 2, ήταν για να ξεγελάσει ο τελευταίος τις αρχές, με ψευδείς και παραπλανητικές και αλλοιωμένες αναφορές, κάτι το οποίο ο ίδιος αρνήθηκε να πράξει προ της απόλυσης του για την οποία έλαβε προειδοποίηση στις 25.02.2021, με αναφορά ότι η απασχόληση του θα τερματιστεί στις 25.03.2021 (τεκμήριο 2).
Πριν λάβει την πιο πάνω επιστολή είχε κληθεί στο γραφείο του Κατηγορούμενου 2, όπου του λέχθηκε πως απολύεται διότι δεν ήταν ικανοποιημένοι με την απόδοση του και πως του δίδεται ένας μήνας προειδοποίησης κατά την διάρκεια του οποίου δεν χρειαζόταν να προσέρχεται στην εργασία του και ότι παρόλα αυτά θα του καταβαλλόταν μισθός μέχρι τις 25.03.2021. Ο ίδιος προθυμοποιήθηκε επειδή αγαπούσε την δουλειά του, να εργαστεί εξ αποστάσεως και να βοηθήσει το άτομο που διορίστηκε στην θέση του, εισήγηση με την οποία ο Κατηγορούμενος 2 συμφώνησε. Μπορούσε εν πάση περιπτώσει να το πράξει διότι υπήρχε τέτοια δυνατότητα και υποδομή από την εποχή της νόσου covid-19. Συγκεκριμένα υπήρχε δυνατότητα ελέγχου της ορθότητας των τακτικών αναφορών που τους αποστέλλονταν, διεργασία που ήταν στα καθήκοντα της θέσης που κατείχε και που σκοπό έχει την βεβαίωση ότι τούτες είναι ακριβείς. Παρουσίασε ως παράδειγμα, αντίγραφο στιγμιότυπου οθόνης από υπολογιστή (τεκμήριο 3).
Ενόσω εργαζόταν από το σπίτι, ενημερώθηκε περί τον Μάρτιο του 2021, ότι η Κατηγορούμενη 1 δεν θα του κατέβαλλε το ποσό των €80 που αφορούσε το κόστος ανανέωσης μιας πιστοποίησης από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, οπότε μέσω του εταιρικού συστήματος επικοινωνίας, απευθύνθηκε στην I.L., η οποία του απάντησε γραπτώς το μεσημέρι της 23.03.2021 (τεκμήριο 4). Η απάντηση της κατά την θέση του επιβεβαιώνει το ότι εργαζόταν τον επίδικο χρόνο. Προς το τέλος της εργοδότησης του και επειδή ανησυχούσε για την βιωσιμότητα της Κατηγορούμενης 1, λόγω του διορισμού άλλου ατόμου στην θέση του, εξέφρασε τις σκέψεις του στον μέτοχο της εταιρείας και λόγω αυτής του της κίνησης, ο Κατηγορούμενος 2 αποφάσισε να μην του καταβάλει τον μισθό του για τον Μάρτιο του 2021. Στις 02.04.2021, απευθύνθηκε δια μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος στην I.L. και της επισήμανε πως η μη πληρωμή μισθού αποτελεί ποινικό αδίκημα, δίδοντας τους προθεσμία μέχρι τις 06.04.2021.
Αργότερα, ανέλυσε την συνολική εικόνα της δραστηριότητας της Κατηγορούμενης 1 και κατέληξε πως πιθανόν τούτη να περιλάμβανε δραστηριότητα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και η άρνηση του ιδίου να συνεργαστεί σε ψευδή αναφορά, δημιούργησε εμπόδιο στην συνέχιση των πιο πάνω. Πριν υπογράψει την σύμβαση εργοδότησης του, ο Κατηγορούμενος 2 του πρότεινε να λαμβάνει μέρος του μισθού του σε άλλο τραπεζικό λογαριασμό και να αναγραφεί στην σύμβαση μικρότερο ποσό από αυτό που θα λάμβανε ώστε η Κατηγορούμενη 1 να πληρώνει λιγότερους φόρους. Τελικά συμφώνησαν ότι ο καθαρός μηνιαίος του μισθός μετά τις αποκοπές φόρων και άλλων, θα ανέρχεται στις €4.500. Συμφώνησε με την πιο πάνω ρύθμιση επειδή δεν ήθελε να χάσει αυτή την ευκαιρία εργασίας και αφού ο ίδιος θα δήλωνε αργότερα στην φορολογική του δήλωση, όσα θα λάμβανε. Κατόπιν των πιο πάνω η I.L. του ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος 2 αποφάσισε να δηλωθεί στην σύμβαση το ποσό των €3.000 μεικτά και τα υπόλοιπα θα του καταβάλλονταν σε ξεχωριστό τραπεζικό λογαριασμό ώστε στο τέλος να λαμβάνει €4.500. Παρουσίασε αντίγραφα καταστάσεων του τραπεζικού λογαριασμού του στην Τράπεζα Κύπρου και στην πλατφόρμα της εταιρείας Revolut (τεκμήρια 5, 6 και 9).
Ακολούθησε από μέρους του υποβολή καταγγελίας στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων και κατόπιν τούτης, διευθετήθηκε τριμερής συνάντηση τον Ιούνιο του 2021 (τεκμήριο 7) κατά την διάρκεια της οποίας η I.L. παρουσίασε έγγραφο που αποδεικνύει την εργοδότηση του την επίδικη περίοδο (τεκμήριο 8). Το τεκμήριο 8 είναι ημερομηνίας 24.03.2021 και αναφέρει πως απολύεται άμεσα, την εν λόγω ημέρα. Παρόλα αυτά, δεν του κατέβαλαν το μισθό του, αναφέροντας στο εν λόγω Τμήμα πως δεν εργαζόταν την εν λόγω περίοδο.
Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, κατέθεσε αντίγραφο κατάστασης αποδοχών εργοδοτούμενου, από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τα έτη 2020-2021 ως τεκμήριο 10.
Αντεξετάστηκε, ως προς την φύση των καθηκόντων του, έαν το τεκμήριο 3 που κατέθεσε αφορά στιγμιότυπο οθόνης από το οποίο φαίνονται τα εισερχόμενα μηνύματα που λάμβανε στην συγκεκριμένα πλατφόρμα, για να του υποβληθεί πως ό,τι παρουσίασε, είναι αυτοματοποιημένη ενημέρωση που λαμβάνει οποιοσδήποτε είναι συνδρομητής και πως δεν δείχνει πως ο ίδιος απέστειλε το οτιδήποτε ή ότι έλαβε εντολή να εκτελέσει το οτιδήποτε. Ερωτήθηκε για πιο λόγο δεν παρουσίασε και την εικόνα των εξερχομένων ηλεκτρονικών μηνυμάτων του, πότε εκτύπωσε το τεκμήριο 3, πώς από το τεκμήριο 4 προκύπτει να εκτελούσε τον δεδομένο χρόνο εργασίες για την Κατηγορούμενη 1. Επί τούτου ερωτήθηκε ποιες είναι οι εργασίες που εκτελούσε ενόσω κατά την θέση του εργαζόταν από το σπίτι, εάν του είχε παρασχεθεί από την Κατηγορούμενη 1 υπολογιστής για να εργάζεται από το σπίτι και εάν είχε πρόσβαση στο λογισμικό σύστημα της τελευταίας.
Του υποβλήθηκε η θέση πως η Κατηγορούμενη 1 είχε μεν πλάνο για εξ αποστάσεως εργασία το οποίο ωστόσο ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ, ότι από μόνος του όταν έλαβε την επιστολή προειδοποίησης στις 25.02.2021 αποφάσισε να μην ξαναπάει στην εργασία του, ενώ προηγουμένως μετέβαινε ανελλιπώς στην εργασία του. Ερωτήθηκε κατά πόσο τον Νοέμβριο του 2020, με βάση το τεκμήριο 5 που κατέθεσε ο ίδιος, είχε πληρωθεί από συγκεκριμένη, ανεξάρτητη εταιρεία από την Κατηγορούμενη 1 και κατά πόσο το ότι οι δύο πιο πάνω οντότητες συνδέονται είναι κάτι που γνωρίζει ή που υποθέτει. Ερωτηθείς ποια ήταν η κατάληξη της καταγγελίας που υπέβαλε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων, ανέφερε πως εξ όσων ενημερώθηκε το Τμήμα θεώρησε πως τα όποια χρήματα του οφείλονταν αφορούσαν την προειδοποίηση που του δόθηκε και όχι μισθό και παροτρύνθηκε από τους ίδιους να βρει ιδιωτικά δικηγόρο, παρόλο που διαφώνησε με την παραπάνω προσέγγιση.
Αναγνώρισε το τεκμήριο 11 ως επιστολή που απέστειλε ο ίδιος στο πιο πάνω Τμήμα και του υποβλήθηκε πως καμιά αναφορά έκανε σε αυτήν για οφειλόμενη ετήσια άδεια και πως ο λόγος είναι διότι η άδεια του, του είχε καταβληθεί. Ερωτήθηκε κατά πόσο προχώρησε με οποιαδήποτε αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και γιατί η παρούσα καταχωρήθηκε 3 χρόνια μετά τα ισχυριζόμενα γεγονότα. Tου υποδείχθηκαν διάφορα έγγραφα τα οποία δεν αναγνώρισε, πλην δύο στιγμιότυπων οθόνης που αποδέχθηκε πως περιέχουν αναφορές του ιδίου (τεκμήρια 12 και 13) με το ένα εξ αυτών να είχε αποσταλεί από μέρους του προς τρίτο πρόσωπο. Τέλος, του υποβλήθηκαν οι θέσεις πως κατείχε σημαντικό ρόλο στην Κατηγορούμενη 1 και δεν θα μπορούσε να τον εκτελεί εξ αποστάσεως και πως ουδέποτε του δόθηκε πρόσβαση να εργάζεται από το σπίτι, όπως και σε κανένα άλλο εργοδοτούμενο της πρώτης και πως καμιά εργασία εκτέλεσε τον Μάρτιο του 2021 και πως ό,τι ανέφερε, αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις για να στηρίξει την υπόθεση, όπως και το ζήτημα των αδειών που διεκδικεί.
Ο δε Κατηγορούμενος 2, στην δική του γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β), αναφέρει πως είναι ο Γενικός Διευθυντής και ένας εκ των Διευθυντών της Κατηγορούμενης 1. Ο Παραπονούμενος προσλήφθηκε στις 17.11.2020 στην Κατηγορούμενη 1 ως εποκεφαλής συναλλαγών με μεικτό μηνιαίο μισθό ύψους €3.000, και τελούσε υπό δοκιμαστική περίοδο μέχρι τις 17.02.2021. Ο ρόλος και τα καθήκοντα του (τα οποία απαριθμούνται στην γραπτή δήλωση) απαιτούσε την χρήση συγκεκριμένου λογισμικού μέσω του οποίου διεξάγονταν οι εμπορικές δραστηριότητες της Κατηγορούμενης 1. Η συγκεκριμένη υποδομή του λογισμικού, παρεχόταν από ξεχωριστό νομικό πρόσωπο, άσχετο με την Κατηγορούμενη 1, παρότι πριν από την εργοδότηση του Παραπονούμενου, είχαν τον ίδιο πραγματικό δικαιούχο. Η εταιρεία αυτή είναι η Teletrade D.J. Limited του Αγίου Βικεντίου και Γρεναδίνων και η Κατηγορούμενη 1 ήταν συμβεβλημένη μαζί της, δυνάμει συμφωνίας αγοράς και μεταβίβασης Άδειας χρήσης. Μετά τον θάνατο του τελικού δικαιούχου, όλων των συναφών με το όνομα «Teletrade» εταιρειών, οι οποίες βρίσκονταν ανά το παγκόσμιο, κάθε τμήμα/εταιρεία, αγοράστηκε από διαφορετικούς τελικούς δικαιούχους, εξ ου και η Κατηγορούμενη 1, η οποία χρησιμοποιούσε στο όνομα της την πιο πάνω φράση, μετονομάστηκε στην συνέχεια. Κατά την διάρκεια της εργοδότησης του Παραπονούμενου και παρότι ήταν μεν διαφορετικές οντότητες, δεν υπήρχε πλήρης ανεξαρτησία της Κατηγορούμενης 1 επιχειρησιακά, διότι εξαρτιόταν, από το ίδιο λογισμικό και την συμφωνία μεταξύ τους. Γι’ αυτό, ορισμένες τεχνικές και επιχειρησιακές λειτουργίες που ενέπιπταν στις αρμοδιότητες του επικεφαλής συναλλαγών, εμπεριείχαν αλληλεπίδραση της Κατηγορούμενης 1 και της πιο πάνω εταιρείας.
Στην βάση της μεταξύ τους συμφωνίας, η εταιρεία, παρείχε στην Κατηγορούμενη 1 ένα ειδικό διακομιστή συναλλαγών και τεχνική υποστήριξη και ο Παραπονούμενος εκτελούσε συγκεκριμένα καθήκοντα στην εν λόγω εταιρεία και λάμβανε πληρωμή γι’ αυτά και τούτο ήταν γνωστό στην διοίκηση της. Πριν από την εργοδότηση του Παραπονούμενου στην Κατηγορούμενη 1, είχε προηγηθεί ξεχωριστή συνέντευξη του και με την εν λόγω εταιρεία, οπότε αποτελεί έκπληξη για τον ίδιο η αναφορά του τελευταίου πως δεν γνωρίζει την συγκεκριμένη εταιρεία, αφού ως εκ της θέσης του θα αναμενόταν να αντιλαμβανόταν ότι πρόκειται για δύο οντότητες. Εξάλλου επικοινωνούσε με τον προϊστάμενο της εν λόγω εταιρείας και εκτελούσαν από κοινού εργασίες με το προσωπικό της και πρόκειται για πρόσωπα που περιγράφει σε ένα παραμύθι που έπλασε. Η παρούσα υπόθεση προωθείται καταχρηστικά λόγω προκατάληψης προς το πρόσωπο του και την Κατηγορούμενη 1.
Εξηγεί τα προσόντα και την κατάρτιση που κατέχει, επισημαίνοντας ότι οι αναφορές του Παραπονούμενου περί ανεπάρκειας του, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Τουναντίον, μετά τη λήξη της δοκιμαστικής περιόδου του Παραπονούμενου, είχαν διαπιστωθεί ανακριβείς πληροφορίες σε εκθέσεις που ο τελευταίος ετοίμασε, ως επίσης και σε σχέση με όσα δήλωσε στην συνέντευξη του. Η δε περίοδος εργοδότησης του, περιείχε συγκρούσεις με το προσωπικό εντός και εκτός της Κατηγορούμενης 1 με αποτέλεσμα να μην είναι η τελευταία ικανοποιημένη από την απόδοση του. Περιπλέον τούτου, δεν συνεργάστηκε δεόντως στο πλαίσιο της επιχειρηματικής δομής με την άλλη εταιρεία, και γι’ όλα τα πιο πάνω, αποφασίστηκε ο τερματισμός της απασχόλησης του εξ ου και του επιδόθηκε στις 25.02.2021 ειδοποίηση τερματισμού η οποία ανέφερε ως λήξη της εργοδότησης του, την 25.03.2021 με βάση το συμβόλαιο εργασίας του. Ο Παραπονούμενος αντέδρασε έντονα και παρόλα αυτά του επισημάνθηκε ότι λόγω των αρμοδιοτήτων και της θέσης του, αναμενόταν να εκτελέσει τα καθήκοντα του πλήρως και να ετοιμάσει τελική έκθεση παράδοσης αρμοδιοτήτων οπότε και οι προσβάσεις του παρέμειναν ενεργές.
Η αναφορά του Παραπονούμενου ότι ο ίδιος του είπε αρχικά να μην εργαστεί και ότι κατόπιν αποδέχθηκε το να εργάζεται ο τελευταίος από το σπίτι, δεν είναι αληθής, για σειρά από λόγους. Η τελευταία φορά που ο Παραπονούμενος εργάστηκε στην Κατηγορούμενη 1 πραγματικά, ήταν την 01.03.2021 οπότε και έλαβε πλήρως τον μισθό του για τον Φλεβάρη και από τις 02.03.2021 και εντεύθεν δεν ξαναπήγε στο γραφείο, ούτε και ενημέρωσε τον οποιοδήποτε, πλην της 12.03.2021 που πήγε στο γραφείο και μάζεψε τα πράγματα του. Τα πιο πάνω, φαίνονται ως ανέφερε από το εκτυπωμένο αρχείο ελέγχου πρόσβασης (τεκμήριο 14). Οι ισχυρισμοί περί εξ αποστάσεως εργασίας, δεν μπορούν να ευ σταθούν αφού τέτοια απόφαση δεν δύναται να λάβει ο ίδιος, αλλά αν μη τι άλλο το Διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας κατόπιν αιτήματος και απαιτείται η παροχή συμμορφούμενης τεχνικής υποδομής, ως επίσης το ασυμβίβαστο της θέσης του αυτής, καταφαίνεται και από το ότι ενώ λέει πως τέτοια ευχέρεια του παραχωρήθηκε στις 25.02.2021, στις 26.02.2021, ημέρα Παρασκευή και 01.03.2021, μετέβη κανονικά στην εργασία του, γεγονός που δεικνύει πως δεν του λέχθηκε τέτοιο πράγμα. Τέτοια δυνατότητα υπήρχε μόνο σε επείγουσες και έκτακτες περιστάσεις και παρότι τότε υπήρχε πανδημία, κανένας υπάλληλος δεν εργαζόταν από το σπίτι. Εάν δε, του έλεγαν να μην εργάζεται, θα του έδιδαν αποζημίωση αντί προειδοποίησης. Το γιατί δεν θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να εργάζεται από το σπίτι, αναφέρονται στην έκθεση λειτουργού συμμόρφωσης της Κατηγορούμενης 1 (τεκμήριο 15).
Στις 24.03.2021 ο ίδιος ειδοποιήθηκε από υπαλλήλους της εταιρείας πως ο Παραπονούμενος ανάρτησε και κοινοποίησε βλαπτικό για την φήμη της Κατηγορούμενης 1 και των υπαλλήλων της περιεχόμενο, στο εσωτερικό της δίκτυο. Για τούτα, έπλασε ένα παραμύθι με γεγονότα που αφορούν τον ίδιο και την εργοδότηση του, από το περιεχόμενο του οποίου και τις φράσεις και λέξεις που χρησιμοποιεί διαφαίνεται πως είναι ο ίδιος που το δημιούργησε, παρότι το αρνείται. Ωστόσο είναι ο μοναδικός που το έχει κοινοποιήσει. Τα παραπάνω τα έπραξε λίγο πριν τερματιστεί η εργοδότηση του, στο τέλος της 24.03.2021 και με σκοπό να του καταβάλει χρήματα η Κατηγορούμενη 1. Τον Μάρτιο του 2021, ο ίδιος επιχείρησε πολλές φορές να επικοινωνήσει μαζί του και να διευκρινίσει τους λόγους απουσίας του και ουδέποτε ο Παραπονούμενος του απάντησε και δεν τον κάλεσε ποτέ πίσω. Στις δε, 24.03.2021 μετά από επείγουσα σύσκεψη με τους υπαλλήλους της Κατηγορούμενης 1, αντιλήφθηκε ότι ο Παραπονούμενος δεν μεταβίβασε τα καθήκοντα του σε κανένα και πως έπαψε να εκτελεί οποιαδήποτε καθήκοντα αμέσως μετά την επίδοση της ειδοποίησης τερματισμού της απασχόλησης του, εξ ου και έπαψε να προσέρχεται στον χώρο εργασίας. Για τους παραπάνω λόγους, η Κατηγορούμενη 1 δεν είχε άλλη επιλογή από το να τερματίσει άμεσα την εργασιακή της σχέση με τον Παραπονούμενο, οπότε και ο ίδιος ετοίμασε επιστολή άμεσου τερματισμού της απασχόλησης του, λόγω των σοβαρών παραπτωμάτων που διέπραξε ο τελευταίος.. Κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβαν σε σχέση με το ότι καμιά εργασία εκτέλεσε ο Παραπονούμενος μέχρι τότε, αποφάσισαν πως η Κατηγορούμενη 1 δεν είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει τον μισθό του για τον Μάρτιο του 2021 αφού ουσιαστικά εγκατέλειψε την εργασία του. Για τούτο, ο Παραπονούμενος προχώρησε σε καταγγελία στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων για την οποία ενημερώθηκαν στις 27.05.2021 από τον λειτουργό Γ.Χ. Σε τούτη, η Κατηγορούμενη 1 ανταποκρίθηκε γραπτώς προς το πιο πάνω τμήμα, με ηλεκτρονικά μηνύματα της στις 27.05.2021 και 31.05.2021 (τεκμήριο 16) και τους ζητήθηκε να προσκομίσουν έγγραφα ως προς την θέση τους ότι ο Παραπονούμενος δεν δικαιούταν σε πληρωμή, τα οποία προσκομίστηκαν από τους I.L. και I.D. στο πιο πάνω Τμήμα, στις 08.06.2021,, στην παρουσία του Παραπονουμένου. Κατόπιν τούτου, το εν λόγω τμήμα δεν προώθησε την καταγγελία και ούτε άσκησε ποινική δίωξη. Τους αμέσως επόμενους μήνες, ο Παραπονούμενος εξακολουθούσε να ενοχλεί την Κατηγορούμενη, με απειλές και εκβιασμούς οι οποίοι αποστέλλονταν ηλεκτρονικά από ανώνυμες ηλεκτρονικές διευθύνσεις, αυτή την φορά πλάθοντας ένα παιχνίδι τρίλιζας το οποίο βασικά αποτελούσε εκβιασμό μέσω παιχνιδιού, ότι ουσιαστικά εάν δεν καταβληθεί ο μισθός του, το ποσό που απαιτούσε θα αυξανόταν και θα κατήγγελλε την Κατηγορούμενη 1 και άλλους εκβιαστικούς όρους. Τόσο η μυθοπλασία που έπλασε πριν απολυθεί όσο και το παραπάνω παιχνίδι, παρόλο που δεν τα αποδέχεται ο Παραπονούμενος, καταδεικνύουν την τάση του να λειτουργεί εκβιαστικά ως και την άρνηση του ότι εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντα του και απολύθηκε αλλά και ότι αφού εγκατέλειψε την εργασία του δεν δικαιούται σε πληρωμή, γι’ αυτό και 4 χρόνια μετά, προωθεί την παρούσα. Την στάση αυτή, την τήρησε και σε άλλες διαδικασίες, άσχετες με την παρούσα όπου δεν δίστασε να απειλήσει και Δικαστήριο.
Σε σχέση με την αποζημίωση για την ετήσια άδεια που απαιτεί, τούτη του έχει καταβληθεί μέχρι το σημείο που εγκατέλειψε την εργασία του. Ποτέ προηγουμένως της παρούσας, έθεσε τέτοιο ζήτημα, ούτε καν στα όσα τους απέστελλε κατά καιρούς, όπως ούτε και στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων. Το έπραξε, για να λάβει περισσότερα χρήματα και με σκοπό να δημιουργήσει επιζήμια εικόνα προς την Κατηγορούμενη 1. Ούτε και οι ισχυρισμοί του ότι η Κατηγορούμενη 1 συμμετέχει σε δραστηριότητες νομιμοποίησης εσόδων ευσταθούν αφού η τελευταία λειτουργεί εδώ και πολλά χρόνια, υπό την εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και διατηρεί χωριστά τμήματα κανονιστικής συμμόρφωσης και καταπολέμησης νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τα οποία είναι αρμόδια προς διασφάλιση της συμμόρφωσης με κανονιστικές απαιτήσεις. Ουδέποτε δε, οποιαδήποτε ρυθμιστική αρχή, προέβη σε διαπιστώσεις για την Κατηγορούμενη 1 και ούτε ο Παραπονούμενος ενόσω εκτελούσε τα καθήκοντα του, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, ανέφερε οτιδήποτε περί οποιασδήποτε παραβίασης. Ούτε και εν πάση περιπτώσει ο Παραπονούμενος προέβη προηγουμένως οπουδήποτε σε τέτοια αναφορά.
Αντεξετάστηκε και του υποβλήθηκε πως το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4 και δη η απάντηση της I.L. επιβεβαιώνει πως ο Παραπονούμενος εργαζόταν στην Κατηγορούμενη 1 μέχρι και την 24.03.2021, ως επίσης ότι στην 21.11.23, συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο απέστειλε επιστολή στην Κατηγορούμενη 1, σε σχέση με τον ισχυρισμό του Παραπονούμενου πως του οφείλεται μισθός που δεν του καταβλήθηκε, η οποία απαντήθηκε από τους δικηγόρους τους στις 11.12.23. Επίσης του υποβλήθηκε πως όλα αυτά τα χρόνια, ο Παραπονούμενος διαμαρτυρήθηκε για τούτο και δεν έμεινε άπραγος μέχρι την καταχώρηση της παρούσας, ότι ο Παραπονούμενος ποτέ δεν διετέλεσε εργοδοτούμενος οποιασδήποτε άλλης εταιρείας πλην της Κατηγορούμενης 1, ότι ο μισθός του ανερχόταν στις €4.500, ο οποίος του καταβαλλόταν σε δύο ξεχωριστές Τράπεζες, ότι τα περί της απόδοσης του Παραπονούμενου είναι εκ των υστέρων σκέψεις του και πάντως ψέματα.
Ερωτήθηκε επίσης γιατί όταν λήφθηκε η απόφαση της Κατηγορούμενης 1, στις 24.03.2021, για άμεσο τερματισμό της απασχόλησης του Παραπονούμενου δεν αναφέρεται πουθενά ότι δεν προσερχόταν στην εργασία του και του υποβλήθηκε επί τούτου πως ο λόγος, είναι διότι είναι ψέμα. Επίσης ερωτήθηκε πως είναι δυνατόν να απουσίαζε τόσες μέρες άνευ άδειας ως ήταν η θέση του Κατηγορούμενου 2 και να μην τον αναζητήσει κανένας και του υποβλήθηκε πως εργαζόταν καθ’ όλο τον Μάρτιο του 2021 και ότι η Κατηγορούμενη 1 ήταν υποχρεωμένη να του καταβάλει και χρηματική αντιμισθία για τις άδειες που δεν έλαβε το έτος 2021, ως επίσης ότι τα περί παραμυθιών και άλλων που ανέφερε στην γραπτή του δήλωση, ισχυριζόμενος ότι δημιουργήθηκαν από τον Παραπονούμενο, είναι ανυπόστατα και αβάσιμα και υποθέσεις δικές του και πως επειδή πίστεψαν ότι τούτα δημιουργήθηκαν από τον τελευταίο, αρνήθηκαν να τον πληρώσουν.
Ερωτήθηκε επίσης γιατί από την μια ανέφερε πως καταβλήθηκαν στον Παραπονούμενο όλα τα ωφελήματα του, συμπεριλαμβανομένων των αδειών και σε άλλο σημείο αναφέρει πως ο τελευταίος, χρησιμοποίησε την άδεια που δικαιούτο να λάβει.
Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και εξέτασα όπως επιβάλλεται τη μαρτυρία τους, καθώς και κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί υπό μορφή δηλώσεων ή εγγράφων εν τη εννοία του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ως άνω μαρτυρία, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των πραγματικών γεγονότων.
Υπενθυμίζεται εδώ, ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια ν' αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και ν' απορρίπτει το υπόλοιπο μέρος αυτής ως αναξιόπιστο, ενεργώντας αναλόγως. Για μερική αποδοχή μαρτυρίας, χρειάζεται βεβαίως ικανή αιτιολόγηση από το Δικαστήριο[2].
Είναι προφανές από απλή ανάγνωση της ως άνω σύνοψης της μαρτυρίας που οι δύο πλευρές προσέφεραν, πως τα ακόλουθα, αποτελούν κοινό τόπο ή αποδεκτά ή σε κάθε περίπτωση μη αμφισβητούμενα γεγονότα.
1. Ο Παραπονούμενος εργοδοτήθηκε στις 17.11.2020 στην εταιρεία Teletrade-DJ International Consulting Ltd ως επικεφαλής του Τμήματος Συναλλαγών και για την εργοδότηση του τούτη, υπέγραψε σύμβαση εργοδότησης, η οποία αποτελεί το τεκμήριο 1.
2. Ο μηνιαίος, μισθός του Παραπονούμενου, με βάση την εν λόγω γραπτή σύμβαση μετά τις οποιεσδήποτε αποκοπές, ανερχόταν στις €3.000 και οι ώρες εργασίας του καθορίζονταν με βάση το τεκμήριο 1, σε 40 ώρες εβδομαδιαίως.
3. Η εταιρεία Teletrade-DJ International Consulting Ltd σε κατοπινό της εργοδότησης του Παραπονούμενου χρόνο, μετονομάστηκε σε TOP MARKETS SOLUTIONS LTD και πρόκειται για το ίδιο νομικό πρόσωπο και πάντως για την Κατηγορούμενη 1.
4. Στις 25.02.2021, η Κατηγορούμενη 1, επέδωσε στον Παραπονούμενο το τεκμήριο 2, με βάση το οποίο, του γνωστοποιούσε τον τερματισμό της απασχόλησης του, δίδοντας του ένα μήνα προειδοποίησης, αναφέροντας πως η εργοδότηση του λήγει στις 25.03.2021.
5. Ο Παραπονούμενος, έλαβε μισθούς, μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2021 και για τον μήνα Μάρτιο του 2021 κανένα ποσό έλαβε.
6. Ο Παραπονούμενος, απέστειλε στις 22.03.2021, γραπτό μήνυμα στην πρώην Κατηγορούμενη 3, εκτελεστική και οικονομική διευθύντρια της Κατηγορούμενης 1, ως το τεκμήριο 4, με την ίδια να του απαντά στις 23.03.2021 γραπτώς, επίσης ως το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4.
7. Ο Κατηγορούμενος 2, συνέταξε το τεκμήριο 8, στις 24.03.2021, στο οποίο αναφέρει εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1, πως η τελευταία, αποφάσισε τον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης του Παραπονούμενου κατά την πιο πάνω ημερομηνία για τους κάτωθι λόγους:
7.1. “a serious offence in the course of his duty”
7.2. “improper behaviour in the course of his duties”
7.3. “serious and repeated violation of work regulations in relation to the employment”
8. Ο Παραπονούμενος, από τις 02.03.2021 και εντεύθεν, δεν μετέβη με φυσική παρουσία στις εγκαταστάσεις της Κατηγορούμενης 1, στις οποίες προηγουμένως εκτελούσε την εργασία του.
9. Ο Παραπονούμενος προέβη σε καταγγελία στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων, στα πλαίσια της οποίας απέστειλε στις 08.06.2021, γραπτό ηλεκτρονικό μήνυμα σε λειτουργό του πιο πάνω τμήματος, ως το περιεχόμενο του τεκμηρίου 11.
10. Το πιο πάνω Τμήμα, κάλεσε την Κατηγορούμενη 1 σε συνάντηση, η οποία πραγματοποιήθηκε στα γραφεία του πιο πάνω Τμήματος, μεταξύ εκπροσώπων της τελευταίας συμπεριλαμβανομένης της πρώην Κατηγορούμενης 3, του Παραπονούμενου και λειτουργού του πιο πάνω Τμήματος. Επίσης, ότι το πιο πάνω Τμήμα, δεν προχώρησε σε ποινική δίωξη κανενός εν σχέσει με την καταγγελία του Παραπονούμενου. Περιπλέον, ότι το τεκμήριο 16, αποτελεί αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε από την πρώην Κατηγορούμενη 3, εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 και του εν λόγω Τμήματος, προ και μέχρι την συνάντηση που διευθετήθηκε.
11. Ο Παραπονούμενος, απέστειλε σε πρόσωπο που εργαζόταν στην Κατηγορούμενη 1, γραπτό μήνυμα ως το περιεχόμενο του τεκμηρίου 13.
Τα πιο πάνω, μη αμφισβητούμενα και κοινώς αποδεκτά γεγονότα, αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου.
Στρέφομαι στα όσα αμφισβητούνται από την μια ή την άλλη πλευρά. Ουσιαστικός πυλώνας αμφισβήτησης είναι το κατά πόσο ο Παραπονούμενος, κατά την διάρκεια της περιόδου προειδοποιήσεως που του δόθηκε, εργάστηκε πραγματικά ή όχι και κάθε τι άλλου παρεμφερούς με τούτο λέχθηκε, από την μια ή την άλλη πλευρά. Είναι η θέση του Παραπονούμενου πως το έπραττε με εξ αποστάσεως εργασία, κατόπιν άδειας που του παραχωρήθηκε από τον Κατηγορούμενο 2, όταν ο ίδιος προθυμοποιήθηκε να εργαστεί, τον τελευταίο αυτό μήνα που του απέμενε, αντί να πληρωθεί την περίοδο προειδοποιήσεως του.
Είναι από την άλλη η θέση του Κατηγορούμενου 2, πως ουδέποτε δόθηκε στον Παραπονούμενο άδεια να εργάζεται εξ αποστάσεως, ούτε και τέτοια συζήτηση πως έγινε και πως ο τελευταίος αποφάσισε να μην εκτελέσει το οτιδήποτε, μεταξύ των οποίων και το να παραδώσει την εργασία που θα έπρεπε να παραδώσει, να αποχωρήσει από την εργασία του και να μην μεταβεί ποτέ ξανά σε αυτήν.
Σημειώνω πως από αμφότερες τις πλευρές, εισήχθη και παρεισέφρησε στην διαδικασία, στα πλαίσια των πιο πάνω προωθούμενων θέσεων, μεγάλο μέρος μαρτυρίας άσχετης μαρτυρίας η οποία αποπροσανατολίζει από το ζητούμενο. Τούτα έγκεινται από την πλευρά του Παραπονουμένου στον τρόπο που η Κατηγορούμενη 1 λειτουργούσε και εάν ήταν σύννομες ή μη οι πράξεις της, οι δυνατότητες, τα προσόντα του Κατηγορούμενου 2 κατά την θέση του πρώτου, ως επίσης και το κατά πόσο δικαίως ή μη προσλήφθηκε άλλο πρόσωπο στην θέση του. Σαφώς και τούτα θα αγνοηθούν από το Δικαστήριο, τα οποία και δεν λαμβάνω υπόψη μου, ούτε και θα με απασχολήσουν. Το ίδιο ισχύει και για μέρος της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από μέρους του Κατηγορούμενου 2 και αφορά το κατά πόσο μηνύματα που λάμβανε η Κατηγορούμενη 1 από ανώνυμους αποστολείς και συνίσταντο στην δημιουργία «μύθων» εν είδει παραμυθιού και παιχνιδιού «τρίλιζας», είχαν φτιαχτεί από τον Παραπονούμενο με σκοπό τον εκβιασμό της Κατηγορούμενης 1 ή και άλλων προσώπων. Και τούτα τα απορρίπτω και τα αγνοώ ως επίσης και κάθε τι άλλου λέχθηκε ως προς το νόμιμο του τερματισμού της απασχολήσεως του Παραπονουμένου, τις ικανότητες, δυνατότητες του τελευταίου, το κατά πόσο εκτελούσε τα καθήκοντα του σωστά, ως επίσης και τον τρόπο που κατά τον Κατηγορούμενο συμπεριφερόταν κατά την διάρκεια της εργοδότησης τους. Όλα τα πιο πάνω ζητήματα, δεν είναι ζητήματα που δύνανται να απασχολήσουν το παρών Δικαστήριο, το οποίο εν πάση περιπτώσει στερείται αρμοδιότητας να αποφασίσει οτιδήποτε άλλο, πέραν του εάν οφειλόταν στον Παραπονούμενο μισθός, ο οποίος δεν του καταβλήθηκε στον χρόνο που έπρεπε.
Παραμένω συνεπώς στο προκείμενο και αξιολογώ την μαρτυρία με γνώμονα τούτο.
Η μαρτυρία και των δύο πλευρών, παρουσιάζει αδυναμίες και προβλήματα, σε σχέση με τις θέσεις που έκαστη προώθησε. Αρχικά, αναφέρω για τον Παραπονούμενο πως η εντύπωση που αποκόμισα από τον ίδιο, δεν είναι θετική. Καταρχάς, σε όλη την μαρτυρία του, ήταν εμφανή τα συναισθήματα θυμού που έτρεφε, ενόψει της απόλυσης του, προς την Κατηγορούμενη 1 και ειδικότερα προς τον Κατηγορούμενο 2. Όλο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, περιέχει σωρεία αναφορών οι οποίες υπονοούν, διάπραξη σοβαρότατων αδικημάτων, από μέρους της Κατηγορούμενης 1, μη διστάζοντας μάλιστα σε κάποιο σημείο να ισχυριστεί, εμμέσως πλην σαφώς ότι ο λόγος απόλυσης του, σχετιζόταν με την άρνηση του ιδίου, να εκτελέσει οδηγίες οι οποίες αφορούσαν ενέργειες παράνομες. Στο πλαίσιο τούτο, ενέταξε και το ότι ο μισθός του δεν ήταν πραγματικά €3.000 ως αναγράφεται στην σύμβαση εργοδότησης του, αλλά σε €4.500 και τούτο με σκοπό να φοροδιαφεύγει η Κατηγορούμενη 1. Τεχνηέντως δε, δικαιολογεί την από μέρους του αποδοχή της πιο πάνω, έκνομης κατά τον ίδιο ρύθμισης, επειδή δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία αυτή να εργοδοτηθεί στην Κατηγορούμενη 1, αφού ο ίδιος θα δήλωνε στην φορολογική του δήλωση, το ορθό ποσό που θα λάμβανε. Και πράγματι, προκύπτει ναι μεν, να λάμβανε το επιπρόσθετο αυτό ποσό, σε δεύτερο τραπεζικό λογαριασμό, με τα ονόματα των αποστολέων των εμβασμάτων αυτών, (στην Τράπεζα που λάμβανε τον μισθό του και στην Τράπεζα που λάμβανε το επιπρόσθετο αυτό ποσό) να είναι συνώνυμα, πλην όμως δεν έχω πειστεί πως ο λόγος που αποδέχθηκε το οτιδήποτε σχετιζόταν με την εν λόγω πληρωμή, ήταν γιατί πίστευε πως έτσι θα έδειχνε την αφοσίωση του στην Κατηγορούμενη 1 και δεν ήθελε να χάσει αυτή την ευκαιρία εργοδότησης.
Στρεφόμενη στο δια ταύτα, του αν δηλαδή του λέχθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 πως μπορεί εκκρεμούσης της περιόδου προειδοποιήσεως του να μην εργάζεται και πως κατόπιν που ο ίδιος προθυμοποιήθηκε να το πράξει επειδή αγαπούσε την δουλειά του, ο Κατηγορούμενος 2 συμφώνησε με την πρόταση του να εργάζεται εξ αποστάσεως, δηλώνω ευθαρσώς πως δεν έχω πειστεί. Καταρχάς, η θέση αυτή είναι προβληματική από την άποψη ότι με βάση τον Νόμο, υπάρχει δυνατότητα καταβολής του χρηματικού ποσού που αντιστοιχεί σε προειδοποίηση, αντί της εργασίας κατ’ αυτήν την περίοδο. Επομένως, εάν πράγματι είχε λεχθεί στον Παραπονούμενο από τον Κατηγορούμενο 2 πως θα μπορούσε να μην προσέρχεται καθόλου στην εργασία του και παρόλα αυτά να πληρωθεί, γιατί να αποδεχόταν ο τελευταίος μια ρύθμιση, ως αυτήν που εισηγήθηκε ο Παραπονούμενος ότι αποδέχθηκε ο πρώτος, η οποία καθόλου επωφελής θα ήταν για την Κατηγορούμενη 1. Και τούτο, με δεδομένο το ότι με βάση τα λεγόμενα του Παραπονούμενου, η θέση του, είχε ήδη πληρωθεί από άλλο πρόσωπο, το οποίο ο ίδιος προσφέρθηκε να βοηθά κατά την διάρκεια της προειδοποιήσεως του. Ανεξάρτητα όμως τούτου, ο ίδιος παρουσίασε ιδιαίτερη δυσκολία κατά την αντεξέταση του, ως προς το να καταδείξει, τί είναι αυτό που εκτελούσε με εξ αποστάσεως εργασία, κατά την διάρκεια της προειδοποιήσεως του, παρότι σε μια προσπάθεια παραπλάνησης, κατέθεσε το τεκμήριο 3, που αποτελεί στιγμιότυπο οθόνης υπολογιστή, στο οποίο φαίνεται η εικόνα των εισερχομένων ηλεκτρονικών μηνυμάτων του, ισχυριζόμενος ότι τούτο αποδεικνύει πως εργαζόταν πραγματικά, κατά την επίδικη περίοδο. Τίποτα ωστόσο απ’ αυτό, δεν υποστηρίζει την θέση του και ούτε αντεξεταζόμενος κατόρθωσε να πείσει για τούτο. Με διάφορες δικαιολογίες και υπεκφυγές, προσπαθούσε να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, αφού το εν λόγω τεκμήριο δεν αποτελεί απτή απόδειξη του ότι εργαζόταν ή έστω του ότι είχε εκτελέσει την εν λόγω περίοδο οποιαδήποτε εργασία. Σημειώνω επίσης ότι σε κάποια στιγμή κατά την αντεξέταση του, παραδέχθηκε πως ουσιαστική εργασία από μέρους του, δεν είχε εκτελεστεί.
Πέραν δε τούτου, ενώ σε κάποια στιγμή, επίσης κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως του οφείλεται και η χρηματική πληρωμή αδειών που δεν έλαβε κατά το έτος 2021, είναι γεγονός πως πουθενά στην μαρτυρία που προσκόμισε, δεν φαίνεται να παραπονέθηκε οποτεδήποτε προηγουμένως για τούτο. Ούτε καν, στην γραπτή του δήλωση περιέχεται τέτοιος ισχυρισμός και φρονώ πως τούτες του οι αναφορές, ήταν ακόμη μια προσπάθεια να πλήξει στο μεγαλύτερο βαθμό που μπορούσε, την Κατηγορούμενη 1, ακριβώς λόγω των αρνητικών συναισθημάτων που ως φαίνεται, εξακολουθεί να τρέφει προς την ίδια και τον Κατηγορούμενο 2 επειδή ακριβώς, αντικαταστάθηκε.
Για τους παραπάνω λόγους, απορρίπτω την μαρτυρία του Παραπονούμενου, σε ό,τι αφορά το μέρος εκείνο που παρέμεινε αμφισβητούμενο, σημειώνοντας ότι η απόρριψη των θέσεων που από μέρους του προωθήθηκαν, δεν προκαταβάλλει και το αποτέλεσμα της παρούσας, με δεδομένο το μέρος εκείνο που αποτελεί κοινό έδαφος και που έχει αναχθεί σε μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.
Στρεφόμενη στην εκδοχή που προωθήθηκε από τον Κατηγορούμενο 2, σημειώνω πως παρότι δεν έχω αποκομίσει αρνητική εντύπωση από τον ίδιο, αφού οι απαντήσεις του σε αρκετά σημεία ήταν σαφείς και επεξηγηματικές, έχουσες λογικό περιεχόμενο, εντούτοις εντοπίζω πως και η δική του μαρτυρία, ήταν παρακείμενη από συναισθηματισμούς που έχουν να κάνουν με τον τρόπο, που ο Παραπονούμενος μεταχειρίστηκε την μεταξύ τους συνεργασία, αλλά πρωτίστως το γεγονός ότι τον καθιστά υπεύθυνο, για τα όσα η Κατηγορούμενη 1 έλαβε από άγνωστο παραλήπτη και που κατά την θέση του, προσβάλλουν, μέμφονται και σκοπό έχουν να πλήξουν την τελευταία και το προσωπικό της. Ως εκ τούτου, υπάρχουν σημεία στην μαρτυρία του που προβληματίζουν και παρουσιάζουν αδυναμίες, τέτοιες που καθιστούν το μέρος αυτό μη αποδεκτό, για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω.
Προτού ωστόσο αναφερθώ στο μέρος αυτό, σημειώνω πως αποδέχομαι την θέση του πως ουδέποτε συναίνεσε ο ίδιος σε πρόταση του Παραπονουμένου να εργαστεί εξ αποστάσεως. Και τούτο, για τους λόγους που εξηγώ κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του τελευταίου, αλλά και επιπροσθέτως του ότι πράγματι, η παρουσία του Παραπονούμενου τις επόμενες δύο εργάσιμες ημέρες, μετά την επίδοση της ειδοποίησης τερματισμού της εργοδότησης του, είναι ασύμβατη, με την θέση που προώθησε ο Παραπονούμενος. Σημειώνω επί τούτου, πως το σημείο αυτό από την μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2, ως προς τις ημέρες που ο Παραπονούμενος μετέβη στην εργασία του, δεν αμφισβητήθηκε, όπως δεν αμφισβητήθηκε και από τον ίδιο τον Παραπονούμενο, ο οποίος θυμόταν πως από τις αρχές Μαρτίου του 2021 και εντεύθεν, δεν είχε μεταβεί ξανά στην εργασία του. Παρόλα αυτά, με έχει προβληματίσει το πώς ενώ μια τέτοια σημαντική θέση ως αυτή που εκτελούσε ο Παραπονούμενος, απαιτούσε την φυσική παρουσία του στην Κατηγορούμενη 1, ως ήταν η θέση του Κατηγορούμενου 2, ο ίδιος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, δεν ασχολήθηκε καθόλου με το γεγονός ότι ο Παραπονούμενος, για περισσότερο από 20 ημέρες, παρέλειπε να εμφανιστεί στην εργασία του και πως τούτο έγινε αντιληπτό, όταν έτυχε για τούτο ενημέρωσης από το υπόλοιπο προσωπικό.
Τα πιο πάνω πραγματικά ξενίζουν και προβληματίζουν αφού δεν έχουν έρεισμα στην λογική και στην βάση επί των οποίων προώθησε τις θέσεις του ο Κατηγορούμενος 2. Ιδιαιτέρως, εάν λάβω υπόψη μου πως 1 ημέρα προ της κατ’ ισχυρισμό, ενημέρωσης του Κατηγορούμενου 2 για την απουσία του Παραπονουμένου από την εργασία του, η πρώην Κατηγορούμενη 3 φαίνεται να αντάλλαξε γραπτά μηνύματα με τον Παραπονούμενο, τα οποία άπτονταν του κατά πόσο ο τελευταίος θα αποζημιωνόταν σε σχέση με το ποσό που αντιστοιχούσε σε είδος επαγγελματικής άδειας που είχε εξασφαλίσει και καμμιά αναφορά γίνεται ως προς την απουσία του, επισημαίνοντας του μάλιστα πως η επόμενη ημέρα, θα ήταν και η τελευταία ημέρα εργασίας του. Ούτε όμως τέτοια αναφορά εντοπίζεται στην αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε από την πρώην Κατηγορούμενη 3, εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 και του λειτουργού του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, κατά τρόπο που εύλογα να δημιουργείται στο Δικαστήριο η πεποίθηση, πως πολύ καλά γνώριζε ο Κατηγορούμενος 2 πως ο Παραπονούμενος από τις 02.03.2021 και εντεύθεν δεν παρουσιαζόταν στο γραφείο και παρόλα αυτά, το ζήτημα δεν τον απασχολούσε μέχρι που λήφθηκαν στην Κατηγορούμενη 1, τα μηνύματα τα οποία ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε και που ως φαίνεται, πυροδότησαν την άμεση απόλυση του Παραπονούμενου στις 24.03.2021, μια ημέρα δηλαδή, προ της λήξης της περιόδου προειδοποιήσεως που του είχε δοθεί, στις 25.02.2021. Τούτο, οδηγεί στο συμπέρασμα πως η άρνηση της Κατηγορούμενης 1 να καταβάλει στον Παραπονούμενο τα χρήματα που αντιστοιχούσαν στις θεωρητικά, εργάσιμες ημέρες Μαρτίου δεν έγκειτο στο ότι ο τελευταίος εγκατέλειψε την εργασία του εκκρεμούσης της περιόδου προειδοποιήσεως, αλλά λόγω του θυμού και της απογοήτευσης που εισέπραξε η Κατηγορούμενη 1 εκ των πιο πάνω, θεωρώντας τον Παραπονούμενο υπεύθυνο για την αποστολή τους. Άλλωστε, τούτο επιμαρτυρείται και από το ότι στις 24.03.2021 (τεκμήριο 8), η Κατηγορούμενη 1 έλαβε απόφαση να τερματίσει αμέσως την εργοδότηση του Παραπονούμενου, διάβημα το οποίο από μόνο του δεν μπορεί να οδηγήσει σε οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα από το ότι, ανεξαρτήτως του εάν ο Παραπονούμενος προσερχόταν ή όχι στην εργασία του, η Κατηγορούμενη 1, εξακολουθούσε να θεωρεί πως είναι εργοδοτούμενος της και η σύμβαση εργοδότησης του σε ισχύ, εξ ου και τερμάτισε δίχως άλλο την ισχύ της.
Σε ό,τι δε αφορά τις λοιπές θέσεις που προωθήθηκαν από τον Κατηγορούμενο 2, ως προς το γιατί και πώς ο Παραπονούμενος λάμβανε πληρωμές σε δεύτερη Τράπεζα, επιπρόσθετες του συμφωνημένου μισθού του, σημειώνω πως κάθε τι αναφέρθηκε σε σχέση με το ζήτημα αυτό, προωθήθηκε μονόπλευρα χωρίς ποτέ να τεθούν οι θέσεις αυτές στον Παραπονούμενο, ώστε να θέσει την δική του θέση επ’ αυτών, έτσι που να μην μπορούν να γίνουν αποδεκτές, ούτως ή άλλως.
Τώρα, ως προς το κατά πόσο στον Παραπονούμενο είχαν καταβληθεί ή όχι οι όποιες πληρωμές αντιστοιχούσαν στις ετήσιες άδειες του, σημειώνω πως εκ της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 2, κατέστη σαφές πως η θέση που προώθησε ο τελευταίος, είναι ότι ο Παραπονούμενος καμμιά πληρωμή αντί ετήσιας άδειας δικαιούτο να λάβει, αφού έλαβε τις άδειες του προγενέστερα. Αυτή η θέση ωστόσο, ουδέποτε τέθηκε στον Παραπονούμενο, με τον τρόπο που προωθήθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 και δεν δύναμαι να την λάβω υπόψη. Σημειώνω ωστόσο ότι πράγματι, ως ανέφερε ο Κατηγορούμενος 2, (γεγονός που αποδέχομαι), ο Παραπονούμενος σε καμιά προγενέστερη της παρούσα επικοινωνία, είτε με την Κατηγορούμενη 1 ή τους εκπροσώπους της, είτε με το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων φαίνεται να είχε ο παραπονεθεί για τυχόν απλήρωτες άδειες και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ο τελευταίος προέβη σε οποιαδήποτε σχετική αναφορά, πλην σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης τους και τούτο με τρόπο γενικό και αόριστο.
Με δεδομένα συνεπώς τα πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2, πλην όσων σημείων ρητώς αναφέρω πιο πάνω πως δεν αποδέχομαι και όσων άλλων σημείων έχουν αποκλεισθεί ως μαρτυρία άσχετη, με τα επίδικα γεγονότα. Το μέρος από την μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 που είναι αποδεκτό, αποτελεί και μέρος των ευρημάτων μου.
Στρέφομαι με δεδομένα υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ως αναδείχθηκαν πιο πάνω, στην νομική πτυχή των επίδικων κατηγοριών.
Κατηγορία 1- Παράλειψη πληρωμής μισθού:
Η πιο πάνω κατηγορία στηρίζεται στα άρθρα 2,3,5,8, 9(1) και 20 του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 και 2012.
Με βάση τις λεπτομέρειες της πιο πάνω κατηγορίας, η Κατηγορούμενη 1, κατά ή περί τις 02.04.2021 παρέλειψε να καταβάλει στον Παραπονούμενο €3.622 μηνιαίο μισθό και/ή χρηματική αντιμισθία, που προέκυψε από την εργοδότηση του από την Κατηγορούμενη για τον Μάρτιο του 2021 και συγκεκριμένα για την περίοδο από 01.03.2021-25.03.2021.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου:
«[..] εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος [..]»
Μεταξύ των διατάξεων του Νόμου, είναι και τα όσα τo άρθρo 9 του εν λόγω Νόμου προβλέπει ως προς τον τρόπο και χρόνο καταβολής του μισθού από ένα εργοδότη, άρθρο που αποτελεί και την βάση της υπό κρίση κατηγορίας, σύμφωνα με το οποίο:
«9. -(1) Η συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία.»
Περαιτέρω, στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, οι έννοιες «εργοδοτούμενος» και «μισθός» ορίζονται ως εξής:
«"εργοδοτούμενος" σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται για άλλο πρόσωπο, είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και ο όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύεται ανάλογα και θα περιλαμβάνει την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας·
«μισθός» σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές·»
Σύμφωνα επομένως με τα πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου, στα πλαίσια της οποίας ο παραπονούμενος δικαιούτο να λάβει μισθό σε συγκεκριμένο χρόνο. Όσον αφορά το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού σύμφωνα με το άρθρο 12(3) του Νόμου, αυτό το φέρει ο εργοδότης στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συγκεκριμένα το πιο πάνω αναφερόμενο άρθρο έχει ως ακολούθως:
«(3) Το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης.»
Όπως έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, το υπό κρίση αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθού, είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης, αφού το στοιχείο της ένοχης διάνοιας ή εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής μισθών (MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoιν. ΄Εφ. αρ. 198/15, ημερ. 02.12.2016). Οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στην παράλειψη αυτή είναι αδιάφοροι (βλ. Οικονομίδης ν. Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων (1989) 2 Α.Α.Δ. 235. Η διάπραξη του αδικήματος συναρτάται με την ίδια την παράλειψη ή την αμέλεια και όχι τους λόγους για την παράλειψη ή την αμέλεια.
Σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 2, σημειώνω για σκοπούς πληρότητας, πως ενόψει του ότι κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, έπεται ότι εν πρώτοις, θα πρέπει να αποδειχθεί η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος, και ακολούθως να εξεταστεί κατά πόσο, η μαρτυρία είναι τέτοια που να μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του ως συνεργού ή εν προκειμένω, ότι παρακίνησε την Κατηγορούμενη 1, να μην πληρώσει στον Παραπονούμενο τον μισθό που ισχυρίστηκε ότι δεν έχει λάβει.
Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Παραπονούμενος ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης 1, δυνάμει σύμβασης εργοδότησης, η οποία διακόπηκε στις 24.03.2021. Προκύπτει δε εκ της εν λόγω σύμβασης, πως το δικαίωμα του να λαμβάνει μισθό, μετά από τις οποιεσδήποτε αποκοπές, ύψους €3.000 έναντι της εργασίας που θα εκτελούσε, η οποία συμφωνήθηκε στις 40 ώρες εβδομαδιαίως. Επίσης με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Παραπονούμενος, δεν εκτελούσε τα καθήκοντα που του επέβαλλε η εργασία του καθώς και η σύμβαση εργοδότησης του, από τις 02.03.2021 μέχρι και την 24.03.2021 που η πιο πάνω σύμβαση τερματίστηκε. Η υπεράσπιση αμφισβητεί το κατά πόσο, με δεδομένα τα πιο πάνω, ο Παραπονούμενος δικαιούτο να λάβει μισθό. Η προσέγγιση αυτή, με βρίσκει σύμφωνη και τούτο για τον εξής λόγο (και όχι για τους λόγους που εισηγείται η υπεράσπιση).
Το ότι η συγκεκριμένη επίδικη περίοδος, ήταν περίοδος κατά την οποία ο Παραπονούμενος τελούσε υπό περίοδο προειδοποιήσεως προ της λήξης της εργοδότησης του, δεν είναι άνευ σημασίας προκειμένου να αποφασιστεί εάν δικαιούτο ή όχι να πληρωθεί, με δεδομένο το ότι δεν εργάστηκε.
Με βάση τον Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμο του 1967, και ειδικότερα με βάση το άρθρο 14 του εν λόγω Νόμου, τα δικαιώματα των μερών κατά την διάρκεια περιόδου προειδοποιήσεως, διέπονται από τον Τρίτο Πίνακα του εν λόγω Νόμου. Μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών, είναι και το πότε, πώς, γιατί και για ποιο ποσό, εργοδοτούμενος δύναται να λάβει ή να μην λάβει πληρωμή, κατά την διάρκεια της περιόδου προειδοποιήσεως.
Σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3(2) του Τρίτου Πίνακα του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967:
«2. Όταν η αμοιβή του εργοδοτουμένου βασίζηται επί του αριθμού των ωρών τας οποίας εργάζεται και δεν ποικίλλει αναλόγως του ποσού της εκτελουμένης εργασίας, ο εργοδοτούμενος πληρώνεται διά τον αριθμόν των ωρών τας οποίας ειργάσθη διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως.
[…]
3(2) Όταν εργοδοτούμενος ο οποίος καλύπτεται υπό των διατάξεων της παραγράφου 2 ανωτέρω είναι-
(α) έτοιμος και πρόθυμος να εργασθή αλλά δεν παρέχεται εις αυτόν εργασία υπό του εργοδότου· ή
(β) ανίκανος προς εργασίαν λόγω ασθενείας, βλάβης, τοκετού ή νόσου·
(γ) απών επ' αδεία,
(δ) απών με γονική άδεια ή άδεια πατρότητας ή άδεια φροντίδας ή άδεια για λόγους ανωτέρας βίας
τότε ο εργοδότης καταβάλλει εις τον εργοδοτούμενον δι' εκάστην εβδομάδα της περιόδου της προειδοποιήσεως ουχί ολιγώτερον του μέσου όρου των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του κατά τας τελευταίας δώδεκα πλήρεις εβδομάδας προτού δοθή η προειδοποίησις:
Με δεδομένο το ότι αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά την εν λόγω περίοδο, ο Παραπονούμενος δεν εργάστηκε καθόλου, είμαι της άποψης ότι καμιά υποχρέωση υφίστατο από μέρους της Παραπονούμενης, να του καταβάλει οποιοδήποτε μισθό στον χρόνο που της αποδίδεται πως δεν το έπραξε. Ούτε και οποιαδήποτε εκ των παραγράφων (α)-(δ) του άρθρου 3 (2) του πιο πάνω Πίνακα, μπορεί να ισχύσει στην παρούσα με δεδομένο το εύρημα του Δικαστηρίου ότι καμιά άδεια δόθηκε στον Παραπονούμενο ώστε να μην προσέρχεται στην εργασία του. Ούτε όμως και ο ίδιος υποστήριξε οποτεδήποτε που να υποστηρίζει οποιανδήποτε εκ των πιο πάνω περιπτώσεων.
Ανεξάρτητα όμως τούτων, παραπέμπω και στην παράγραφο 6 του πιο πάνω Πίνακα, η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«6. Ουδεμία πληρωμή οφείλεται δυνάμει του παρόντος Πίνακος δi' οιανδήποτε περίοδον καθ' ην ο εργοδοτούμενος απουσιάζει εκ της εργασίας του λόγω εργατικής διαφοράς.»
Εργατική διαφορά, με βάση το άρθρο 2 του ίδιου Νόμου «σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται η διαφορά είτε μη·».
Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η επίδοση της ειδοποίησης τερματισμού της απασχόλησης του Παραπονούμενου στις 25.02.2021, αποτέλεσε το έναυσμα ως προς το να μην μεταβεί ξανά ο τελευταίος στην εργασία του και η πράξη του αυτή, είναι κατά την άποψη μου πράξη και συμπεριφορά που εμπίπτει ξεκάθαρα, στο τι ο νομοθέτης επέλεξε να καταστήσει, ως εργατική διαφορά για την οποία η απουσία του εργοδοτούμενου, του αποστερεί οποιαδήποτε πληρωμή διαρκούσης περιόδου προειδοποίησεως.
Συνεπώς, ακόμη και εάν η κατάληξη μου πιο πάνω ήταν διαφορετική, θα κατέληγα ούτως ή άλλως, πως με δεδομένα τα πιο πάνω, καμιά υποχρέωση υφίστατο την 02.04.2021 από μέρους της Κατηγορούμενης 1, ώστε να καταβάλει στον χρόνο αυτό, την πληρωμή που άλλως πως θα αναλογούσε στον Παραπονούμενο για την περίοδο 02.03.2021-25.03.2021.
Κατηγορία 2- Παράλειψη πληρωμής ετήσιας άδειας:
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 3, η Κατηγορούμενη 1, κατά ή περί τις 25.03.2021 τερμάτισε τις υπηρεσίες του Παραπονούμενου, παραλείποντας να του καταβάλει το ποσό των €2.043, ως αναλογία μη ληφθείσας άδειας που προέκυψε από την εργοδότηση του Παραπονούμενου για το έτος 2021.
Η πιο πάνω κατηγορία εδράζεται ουσιαστικά στα άρθρα 8 και 19 του Περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας Ν.63(Ι)/2002, τα οποία διαλαμβάνουν τα ακόλουθα:
Το άρθρο 8(2) του Περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας Νόμος του 2002 αναφέρει ότι:
«8.—(1) Όλοι οι εργαζόμενοι δικαιούνται σε ετήσια άδεια με αποδοχές τουλάχιστο τεσσάρων εβδομάδων σύμφωνα με τους όρους που προβλέπει η νομοθεσία ή οι συλλογικές συμβάσεις ή/και η πρακτική για την απόκτηση του δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας.
(2) Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών μπορεί να αντικατασταθεί από χρηματική αποζημίωση μόνο σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.»
Επίσης το άρθρο 19 του πιο πάνω Νόμου καθιστά ως αδίκημα, την παραβίαση οποιασδήποτε διάταξης του.
Είναι γεγονός και δεν χρειάζεται να λεχθεί τίποτε άλλο περί τούτου, πως μαρτυρία σε σχέση το κατ’ ισχυρισμό, οφειλόμενο ποσό έναντι αδειών που δεν λήφθηκαν κατά την διάρκεια της εργοδότησης, δεν έχει προσφερθεί. Η μοναδική μαρτυρία που τέθηκε τρόπον τινά, είναι τα όσα ο Παραπονούμενος ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενες, τα οποία σε κάθε περίπτωση, δεν έγιναν αποδεκτά. Δεν υπάρχει επομένως, υπόβαθρο γεγονότων που να απορρέει από αποδεκτή μαρτυρία ώστε το ζήτημα να με απασχολήσει περαιτέρω.
Σημειώνω, πως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, σε επίπεδο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας (1971) 2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις.
Αποτελεί θεμελιακή αρχή του ποινικού δικαίου πως το βάρος απόδειξης της ενοχής του Κατηγορούμενου, βαραίνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και η αυστηρότητα με την οποία εφαρμόζεται η αρχή του αποδεικτικού βάρους, επισημαίνεται στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363:
«Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη».[3]
Αναφέροντας όλα τα πιο πάνω και εφαρμόζοντας τα στα δεδομένα της παρούσας απόφασης έχοντας πάντα υπόψη μου την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, τα μη αμφισβητούμενα και παραδεκτά γεγονότα, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι οι κατηγορίες 1 και 3, δεν έχουν αποδειχθεί. Συνακόλουθα τούτου, δεν αποδεικνύονται ούτε και οι κατηγορίες 2 και 4 που αφορούν αποκλειστικά τον Κατηγορούμενο 2.
Με δεδομένα συνεπώς τα πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή κρίνω ότι δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που της αναλογεί και οι κατηγορίες είναι έκθετες σε απόρριψη. Συνακόλουθα, οι Κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν.
Ενόψει της παραπάνω κατάληξης, τα περί κατάχρησης της διαδικασίας, δεν θα με απασχολήσουν περαιτέρω, αφού θα είχαν ακαδημαϊκό και μόνο ενδιαφέρον.
Με δεδομένη την μαρτυρία που παρεισέφρησε στην διαδικασία από αμφότερες τις πλευρές και η οποία αφορά ισχυρισμούς περί νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, απάτης και υποβολής ψευδών δηλώσεων στις αρχές της Δημοκρατίας, κρίνω σκόπιμο, όπως αντίγραφο της παρούσας κοινοποιηθεί στον Γενικό Εισαγγελέα, για τις δικές του ενδεχομένως ενέργειες και διερεύνηση, ως ο κατ’ εξοχήν αρμόδιος.
(Υπ.) ..........................
Ε.Κ. Μιντή Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Πιστή μετάφραση της οποίας κατατέθηκε ως Έγγραφο Α1.
[2] Βλ. το σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελ. 141-143 και τις αποφάσεις, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Σάββα ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 39, Σάββα v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Νικολαίδης v. Αστυνομία (2003) 2 Α.Α.Δ. 271 και Π.Ε. 89/12 Αγαθοκλέους v. Αστυνομίας, ημερ.24.7.2013.
[3] (βλ. επίσης Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 102).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο