ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 901/24
INTERLED LTD
Παραπονούμενη
εναντίον
NICOLAOU CONSTRUCTIONS & ANAKENISI4HOME
Κατηγορούμενη
Ημερομηνία: 13.07.2026
Εμφανίσεις:
Για Παραπονούμενη: κα. Μ. Σιαμούτη για Μ. Α. Σιαμούτη Δ.Ε.Π.Ε.
Για Κατηγορούμενη: κ. Χ. Νεοφύτου για Νεοφύτου & Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η Κατηγορούμενη, μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ημερ. 23.04.2026, απέμεινε να αντιμετωπίζει 1 κατηγορία που αφορά το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής (κατηγορία 3), κατά παράβαση του άρθρου 305Α(2) του Ποινικού Κώδικα. Αντιμετώπιζε άλλες δύο κατηγορίες που αφορούσαν το πιο πάνω αδίκημα, στις οποίες αθωώθηκε, δυνάμει της προαναφερόμενης ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας που αντιμετωπίζει, «κατά ή περί την 20.01.2024, εξέδωσε την επιταγή της HELLENIC BANK με αριθμό [ ] για το ποσό των €5.000 προς όφελος ή/και σε διαταγή και/ή επ’ ονόματι των Παραπονουμένων, η οποία κατά ή περί την 02.07.2024, ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάστηκε στην εν λόγω Τράπεζα όπου κατέχουν λογαριασμό οι Παραπονούμενοι, δεν εξοφλήθηκε λόγω του ότι ο εκδότης της χωρίς εύλογη αιτία, προκάλεσε την μη εξόφληση της (stop payment) ή/και ανακάλεσε την πληρωμή της.»
Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, κατέθεσαν τρεις μάρτυρες, ο Δ.Μ. (Μ.Κ.1), η Μ.Λ. (Μ.Κ.2) και η Ε.Μ. (Μ.Κ.3). Εκ μέρους της Κατηγορούμενης, κατέθεσε ο Λ.Ν. (Μ.Υ.1).
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν επίσης 13 τεκμήρια.
Προχωρώ στην σύνοψη του συνόλου της μαρτυρίας που προσφέρθηκε, για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης, των γεγονότων που πλαισιώνουν την παρούσα.
Ο ΜΚ1 είναι ο διευθυντής της Παραπονούμενης, ο οποίος για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α). Σε αυτήν, αναφέρεται πέραν από το ότι είναι διευθυντής της Παραπονούμενης (τεκμήρια 1.1 και 1.2), πως η τελευταία διενήργησε για λογαριασμό της Κατηγορούμενης, εργασίες μεταλλικών κατασκευών σε οικοδομές, με την τελευταία να οφείλει στην πρώτη αρκετά χρήματα, ως η κατάσταση λογαριασμού της (τεκμήριο 2) για την εξόφληση της οποίας εξέδωσε διάφορες επιταγές, μεταξύ των οποίων και η επίδικη (τεκμήριο 3.3), η οποία υπογράφηκε και παραδόθηκε στον ίδιο, από τον διευθυντή της Κατηγορουμένης, δηλώνοντας την ετοιμότητα της να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Τις πιο πάνω επιταγές, τις κατέθεσε στον λογαριασμό της Παραπονούμενης στην Ελληνική Τράπεζα, σε ημερομηνίες μεταγενέστερες από αυτές που ήταν πληρωτέες, οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα επιστράφηκαν απλήρωτες, οι δύο λόγω εκπρόθεσμης κατάθεσης τους και η τρίτη λόγω ανάκλησης της από τον εκδότη. Η Παραπονούμενη ενημέρωσε τον διευθντή της Κατηγορούμενης για τα πιο πάνω και ζήτησε να γίνει άλλη διευθέτηση για το υπόλοιπο, χωρίς αποτέλεσμα και ως εκ τούτου, οι επιταγές παραμένουν απλήρωτες μέχρι και σήμερα.
Κατά την αντεξέταση του, αναγνώρισε επιστολή που έλαβε από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Κατηγορούμενη (τεκμήριο 4), επισημαίνοντας ότι η συγκεκριμένη επιστολή δεν απαντήθηκε διότι απεστάλη μετά την προώθηση της παρούσας, δεν συνοδευόταν από καμιά απόδειξη και εν πάση περιπτώσει ο ίδιος έλειπε στο εξωτερικό όταν παραλήφθηκε. Ο ίδιος από την παρούσα απαιτεί τα χρήματα των επιταγών που ανακλήθηκαν (μεταξύ των οποίων και η επίδικη) και αφορούν το υπόλοιπο της Κατηγορουμένης με βάση το τεκμήριο 2 και τα τιμολόγια που εκδόθηκαν (τεκμήρια 5.1 και 5.2), κατόπιν που παραδόθηκε στην Κατηγορούμενη προσφορά, την οποία αποδέχθηκε. Για μικρά έργα και μικρές εταιρείες, δεν απαιτείται η έκδοση διατακτικού πληρωμής από αρχιτέκτονα ή μηχανικό, το τι γίνεται δε είναι να εκδίδεται τιμολόγιο και να ακολουθεί πληρωμή. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο ίδιος είχε αγοράσει το εργοστάσιο της εταιρείας C.S.Mould Ltd και αρχικά εργοδοτούσε τον προηγούμενο ιδιοκτήτη της εν λόγω εταιρείας, μέχρι και το τελευταίο έργο που παρέδωσε στον ΜΥ1, οπότε και σταμάτησε να ασχολείται με τις μεταλλικές κατασκευές. Του υπεβλήθη πως για όλα τα έργα απαιτείται η έκδοση διατακτικού πληρωμής, για να καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό με τον ίδιο να αναφέρει πως ουδέποτε κατά την συνεργασία του με τον ΜΥ1 εκδόθηκε διατακτικό πληρωμής για να πληρωθεί και το τι γινόταν είναι να τελειώσουν την εργασία, να εκδώσουν τιμολόγιο και να πληρωθούν με επιταγή που τους έδιδε. Επίσης του υπεβλήθη πως χωρίς να προηγηθεί πιστοποίηση της ποιότητας της εργασίας, ο ίδιος δεν δικαιούται να εκδώσει οποιοδήποτε τιμολόγιο και να απαιτεί πληρωμή, ως επίσης ότι οι εργασίες που αναφέρονται στα τεκμήρια 5.1 και 5.2 ουδέποτε πιστοποιήθηκαν ως προς την εκτέλεση τους, με τον ίδιο να διερωτάται για ποιο λόγο αφ’ ης στιγμής η όποια συμφωνία ήταν μεταξύ της Παραπονουμένης και της Κατηγορούμενης.
Του υποδείχθηκαν επιστολές τις οποίες δεν αναγνώρισε (τεκμήρια προς αναγνώριση Α-Γ), όπως επίσης και το περιεχόμενο τους. Σε σχέση με το τιμολόγιο που κατέθεσε (τεκμήριο 5.2) το οποίο σχετίζεται με την επίδικη επιταγή, υπεβλήθη στον ΜΚ1 πως ο κ.Γ.Γ. ο οποίος ήταν ο αρχιτέκτονας μηχανικός του συγκεκριμένου έργου που αφορούσε κατασκευή ενός σκεπάστρου, προέβη σε μια σειρά παρατηρήσεων στις 15.01.2024 για σοβαρά ζητήματα που έχρηζαν άμεσης διόρθωσης του, με τον ίδιο να αναφέρει πως το συγκεκριμένο σκέπαστρο, έγινε επί τόπου, χωρίς κατασκευαστικό σχέδιο, αρνούμενος ότι το σχέδιο του σκεπάστρου ήταν αυτό που του υποδείχθηκε (τεκμήριο προς αναγνώριση Δ), αναφέροντας πως δεν γνωρίζει ποιού είναι το συγκεκριμένο σχέδιο αφού αναγράφεται πάνω “μια εταιρεία”. Ερωτηθείς πώς γίνεται να προχώρησε σε μια κατασκευή χωρίς να έχει το σχέδιο της, απάντησε πως τους υπέδειξαν τα υλικά και πήγαν επί τόπου και την κατασκεύασαν, ακολουθώντας τις οδηγίες που τους δόθηκαν, αποδεχόμενος ότι μια κατασκευή απαιτεί την ύπαρξη του σχεδίου της. Αρνήθηκε ότι για την συγκεκριμένη επίσης εργασία θα έπρεπε να εκδοθεί διατακτικό πληρωμής από τον Γ.Γ., αναφέροντας ότι οι υπεργολάβοι ενός έργου, εξαιρούνται από τα διατακτικά πληρωμής του αρχιτέκτονα προς τον εργολάβο.
Κατά την επανεξέταση του, ανέφερε πως τα έργα που περιλαμβάνονται στα τεκμήρια 5.1 και 5.2 είναι οι τελευταίες εργασίες που έκανε με την Κατηγορούμενη, διότι δεν μπορούσε να αντέξει οικονομικά.
H MK2, αναγνώρισε τα τεκμήρια 3.1-3.3 ως επιταγές που εκδόθηκαν από τον λογαριασμό της Κατηγορουμένης. Με βάση τα όσα ανέφερε, οι εν λόγω επιταγές κατατέθηκαν στην Τράπεζα στις 02.07.2024 και ανακλήθηκαν την ίδια ημέρα. Εξήγησε πως προκειμένου μια επιταγή να ανακληθεί, ο πελάτης προσέρχεται σε κατάστημα της Τράπεζας και υπογράφει έντυπο ανάκλησης. Δεν γνώριζε εάν την συγκεκριμένη ημέρα που κατατέθηκαν οι επιταγές, ειδοποιήθηκε με κάποιο τρόπο ο πελάτης. Η διάρκεια ζωής μιας επιταγής είναι 6 μήνες και εάν μια επιταγή κατατεθεί μετά την παρέλευση των 6 μηνών, δεν χρειάζεται να υπογραφεί έντυπο ανάκλησης της πληρωμής της. Για την ανάκληση των επίδικων επιταγών, υπεγράφη έντυπο ανάκλησης της πληρωμής τους (τεκμήριο 7). Μια επιταγή χρειάζεται μια ημέρα για να κατατεθούν τα χρήματα στον λογαριασμό του δικαιούχου, όταν εκδίδεται από λογαριασμό της ίδιας Τράπεζας και εάν η Τράπεζα είναι διαφορετική χρειάζονται δύο ημέρες. Ανέφερε περαιτέρω πως στην συγκεκριμένη περίπτωση ως λόγος ανάκλησης της πληρωμής, δηλώθηκε το “άλλος λόγος” που είναι στις επιλογές του πελάτη. Οι άλλες του επιλογές είναι να πει πως χάθηκε η επιταγή ή δεν συμφωνεί με τον δικαιούχο ή άλλος λόγος χωρίς να αναφέρει τον επακριβή λόγο που ανακαλεί την πληρωμή. Ενδεχομένως να έχει και τέταρτη επιλογή αλλά δεν τη θυμόταν. Ερωτηθείσα εάν η Κατηγορούμενη είχε κατά την ημέρα ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών, επαρκή κεφάλαια στον λογαριασμό της, ανέφερε αρχικά πως δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα, μετά και την πληρωμή συγκεκριμένης δοσοληψίας στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, εκείνη την ημέρα, υποδεικνύοντας στην κατάσταση του συγκεκριμένου τραπεζικού λογαριασμού (τεκμήριο 8) πού φαίνοταν η κατάθεση των συγκεκριμένων επιταγών, πού η ανάκληση και επιστροφή τους, καθώς και το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την 02.07.2024, επισημαίνοντας πως είναι την 01.07.2024 και όχι την 02.07.2024 που κατατέθηκαν οι συγκεκριμένες επιταγές εκ των οποίων οι δύο επιστράφηκαν (τεκμήρια 3.1 και 3.2) επειδή είχαν λήξει. Ερωτηθείσα γιατί η επιταγή-τεκμήριο 3.3 δεν επιστράφηκε με ένδειξη ανεπαρκών υπολοίπων, ανέφερε πως μάλλον δεν πρόλαβε να επιστραφεί για τον συγκεκριμένο λόγο ως επίσης δεν γνώριζε να αναφέρει εάν είναι σύνηθες, ανάκληση επιταγής να γίνεται μετά που αυτή κατατίθεται για εξαργύρωση ή πίστωση λογαριασμού.
Κατά την αντεξέταση της, ανέφερε πως το εκπρόθεσμο μιας επιταγής το βλέπει ο λειτουργός της Τράπεζας όταν μια επιταγή τίθεται ενώπιον του για κατάθεση και στην προκειμένη μάλλον εκ παραδρομής παραλήφθηκαν οι συγκεκριμένες επιταγές. Δεν γνώριζε πότε οι επιταγές επιστράφηκαν στον δικαιούχο τους, ούτε και γνώριζε εάν υπήρχε δυνανότητα ανάκλησης των επιταγών από το ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας παρά μόνο ότι για να ανακληθεί η επιταγή χρειάζεται υπογραφή από τον εκδότη. Της υπεβλήθη η θέση πως τούτη η δυνατότητα υπάρχει και πως η πρακτική της Τράπεζας είναι να επικοινωνεί με τον πελάτη που προέβη σε ηλεκτρονική ανάκληση επιταγών, για να προσέλθει σε κατάστημα και να υπογράψει έντυπο, όπως και έγινε στην συγκεκριμένη περίπτωση εξ ου και η ΜΚ3 κάλεσε τον Κατηγορούμενο, με την ίδια να αναφέρει πως δεν γνωρίζει εάν έτσι είθισται να γίνεται και εάν έτσι έγινε. Ερωτηθείσα εάν γνωρίζει τον ΜΥ1 ανέφερε πως δεν μπορεί να θυμηθεί, επιθεωρώντας ωστόσο την ταυτότητα του επιβεβαίωσε πως πρόκειται για το πρόσωπο που στις 02.07.2024 έθεσε την υπογραφή του εκ μέρους της Κατηγορούμενης, στο έντυπο ανάκλησης της επιταγής-τεκμήριο 3.3, ως διευθυντής της τελευταίας και πως το συγκεκριμένο έντυπο ανάκλησης, υπογράφτηκε στην παρουσία της. Ερωτηθείσα εάν οι λόγοι ανάκλησης στους οποίους αναφέρθηκε, εμφανίζονται υπό μορφή αριθμών στο σύστημα, απάντησε θετικά συμφωνώντας πως δεν μπορείς να γράψεις ό,τι θέλεις και της υπεβλήθη πως στην συγκεκριμένη περίπτωση, της τέθηκε από τον ΜΥ1 ο λόγος που ήθελε να ανακαλέσει την συγκεκριμένη επιταγή και συγκεκριμένα η μη ολοκλήρωση εργασιών από τον κάτοχο της, με την ίδια να μην θυμάται εάν έτσι έγινε αναφέροντας πως για να μην το γράψει, μάλλον δεν θα της λέχθηκε. Ερωτηθείσα εάν υπάρχει κατάσταση των συνολικών εκροών και εισροών της Κατηγορούμενης, με βάση το τεκμήριο 8 για την περίοδο 02.07.2024-11.03.2023, απάντησε πως δεν είχε στην κατοχή της τέτοιο έγγραφο. Της υπεβλήθη η θέση πως όταν μια επιταγή κατατίθεται στην Τράπεζα, η τελευταία οφείλει να ελέγχει εάν υπάρχει εντολή ανάκλησης της και εάν τέτοια εντολή υπάρχει να επικοινωνεί με τον εκδότη για επιβεβαίωση, με την ίδια να αναφέρει πως δεν γνωρίζει εάν έτσι έπρεπε να γίνει.
Η ΜΚ3, είναι η υπεύθυνη του καταστήματος της Eurobank, πρώην Ελληνικής Τράπεζας, στο κατάστημα του Αγίου Δομετίου και υπεύθυνη του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού. Εξήγησε πως το τεκμήριο 8 είναι η κατάσταση του συγκεκριμένου τραπεζικού λογαριασμού, ημερομηνίας 02.07.2024, υποδεικνύοντας επ’ αυτού, το πού φαίνεται ότι οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν την 01.07.2024, αναφέροντας πως η ανάκληση της πληρωμής τους, ολοκληρώθηκε την επόμενη ημέρα στις 02.07.2024 που εμφανίστηκαν στο σύστημα της δικής τους Τράπεζας. Για την συγκεκριμένη ανάκληση, ο ΜΥ1 είχε προχωρήσει ηλεκτρονικά σε ανάκληση της πληρωμής τους στις 25.01.2024 στις 10:23 με την αιτιολογία σε ό,τι αφορά την επιταγή που τελειώνει στους αριθμούς 72591 “Replacement of Check to Transfer” και σε ό,τι αφορά τις άλλες δύο που τελειώνουν στους αριθμούς 2026 και 2028 προχώρησε σε ανάκληση της πληρωμής τους στις 23.01.2024 με την αιτιολογία “The work has not been performed”, όπως επίσης και μιας άλλης επιταγής, η οποία δεν είναι μέρος της διαδικασίας. Για τα παραπάνω, κατέθεσε αντίγραφο από το ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας, ως τεκμήριο 9. Δεν είχε οποιαδήποτε στοιχεία για το υπόλοιπο του συγκεκριμένου τραπεζικού λογαριασμού στις 23.01.2024 και ο λόγος είναι διότι όταν έγινε ηλεκτρονικά η ανάκληση της επιταγής, θα έπρεπε κανονικά να φτάσει στο κατάστημα για να ολοκληρωθεί και χειρόγραφα η ανάκληση. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έφτασε στην Τράπεζα. Παρόλα αυτά, οι συγεκριμένες επιταγές οι οποίες αφορούσαν συνολικά €25.000 κατατέθηκαν και όταν επικοινώνησαν με τον ΜΥ1 για το υπόλοιπο του λογαριασμού, αντιλήφθηκαν πως δεν είχε ολοκληρωθεί η ανάκληση της πληρωμής τους αφού ο τελευταίος τους ενημέρωσε πως είχε προβεί στα πιο πάνω. Τότε είναι που κλήθηκε να προσέλθει στο κατάστημα, εξ ου και το έντυπο ανάκλησης που υπεγράφη (τεκμήριο 7) φέρει ημερομηνία 02.07.2024. Οι άλλες δύο επιταγές, δεν θα μπορούσαν ούτως ή άλλως να τιμηθούν, αφού η κατάθεση τους ήταν εκπρόθεσμη ως φαίνεται και στο τεκμήριο 8. Ο πελάτης μπορεί σε κάθε περίπτωση, να ανακαλέσει την πληρωμή μιας επιταγής, μέχρι και δύο ημέρες μετά που αυτή κατατίθεται. Το υπόλοιπο του συγκεκριμένου λογαριασμού την 02.07.2024 ήταν €7.169,87 άρα κάλυπτε το ποσό της επίδικης επιταγής (τεκμήριο 3.3) που εν τέλει η πληρωμή της ανακλήθηκε. Ο λόγος που στο τεκμήριο 7, δεν αναγράφεται οτιδήποτε άλλο πέραν του “άλλου λόγου” ως αιτιολογία για την ανάκληση είναι διότι μαζί με αυτό, είχε σταλεί το τεκμήριο 8, στο οποίο φαινόταν ο λόγος που δηλώθηκε αφού τεχνικά το σύστημα, δίδει συγκρεκριμένες επιλογές που μπορούν να δηλωθούν. Δεν ήταν βέβαιη εαν μεταξύ των επιλογών που δίδει το σύστημα, είναι και η ασυμφωνία με τον δικαιούχο μιας επιταγής.
Η ΜΚ3, δεν αντεξετάστηκε.
Ο ΜΥ1, είναι ο διευθυντής της Κατηγορούμενης. Αναγνώρισε το τεκμήριο προς αναγνώριση Β (τεκμήριο 10) ως επιστολή που έλαβε από τον αρχιτέκτονα και επιβλέπων μηχανικό ενός έργου που αφορούσε κατασκευή στεγάστρου, την τοποθέτηση του οποίου ανέλαβε η Παραπονούμενη και δη ο ΜΚ1, δια μέσω της Κατηγορούμενης, με προσφορά που ετοιμάστηκε από τον κ.Κ.Σ., προκάτοχο του ΜΚ1, ο οποίος και ετοίμασε τα κατασκευαστικά σχέδια του συγκεκριμένου στεγάστρου. Η Κατηγορούμενη προσέφερε τις υπηρεσίες της στον ΜΚ1 για σκοπούς θεμελίωσης του στεγάστρου και είχαν παρευρεθεί σε συνάντηση με τον συγκεκριμένο αρχιτέκτονα δύο φορές, ώστε να τους εξηγήσει πώς αυτό θα γίνει. Με αυτό τον τρόπο δεν θα χρειαζόταν η ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων τα οποία θα αύξαναν το κόστος. Έδωσαν στον πελάτη προσφορά για €5.000, εκ των οποίων η Κατηγορούμενη θα λάμβανε το ποσό των €1.800 περίπου για τις υπηρεσίες και το κέρδος της και την εκτέλεση της εργασίας την ανέλαβε ο ΜΚ1, ως προκάτοχος του Κ.Σ. Η δουλειά αυτή, ήταν δουλειά μιας εβδομάδας και αντ’ αυτού πήρε δύο μήνες και παρόλα αυτά δεν έγινε σύμφωνα με τις οδηγίες του αρχιτέκτονα. Με τον συγκεκριμένο αρχιτέκτονα είχαν συνάντηση στο εργοτάξιο, τόσο ο ίδιος, όσο και ο ΜΚ1 όσο και ο Κ.Σ. γύρω στις 10.01.2024 όπου τους υπέδειξε ορισμένες παρατηρήσεις, αναφέροντας τους ότι θα τους απέστελνε και προειδοποιητική επιστολή, την οποία απέστειλε πράγματι στις 15.01.2024. Την εν λόγω επιστολή την πήρε ο ίδιος προσωπικά στον ΜΚ1 αναφέροντας του πως εντός 5 ημερών με βάση την επιστολή θα έπρεπε να προβούν σε διορθωτικές κινήσεις, για να παραδώσουν το στέγαστρο και να πληρωθούν, αφού ούτε προκαταβολή δεν είχαν πάρει. Ο ΜΚ1 παρότι συμφώνησε να πάει απαιτώντας ωστόσο να του εκδοθεί επιταγή για την πληρωμή του, όπως και έγινε. Αναγνώρισε το τεκμήριο προς Αναγνώριση Γ (τεκμήριο 11) ως την κατάσταση σε σχέση με την συγκεκριμένη εργασία την οποία απέστειλε ο ίδιος ως διευθυντής της Κατηγορούμενης προς τον ΜΥ1.
Εξήγησε πως το ποσό των €2.670 που αναφέρεται στο τεκμήριο 11, αφορά την προσφορά που τους δόθηκε από την C.S. MOULD και τα €450, εκ των υστέρων απαίτηση της εν λόγω εταιρείας και του ΜΚ1 λόγω της βαφής που δεν συμπεριλήφθηκε στην προσφορά. Την συγκεκριμένη προσφορά την κατέθεσε ως τεκμήριο 12[1] με συνημμένες φωτογραφίες κατασκευαστικών σχεδίων του στεγάστρου που τους είχε αποσταλεί από τον αρχιτέκτονα.
Η σχέση της εταιρείας C.S Mould με την Παραπονούμενη και την Κατηγορούμενη, έγκειτο στο ότι η τελευταία, συνεργαζόταν με την πρώτη για πάνω από 20 χρόνια και της ανέθετε μεταλλικές εργασίες και κατασκευές. Η μεταξύ τους συνεννόηση πάντα ήταν να τους δίνεται προσφορά με την εργασία που θα γινόταν, να να επανακοστολογείται στο τέλος η συγκεκριμένη εργασία, να βγαίνει τιμολόγιο και να πληρώνεται. Όταν υπήρχαν αρκετά υλικά και το έργο θα ήταν χρονοβόρο, μεσολαβούσαν ενδιάμεσες πληρωμές ανάλογα με τα διατακτικά που εξέδιδε ο αρχιτέκτονας προς τον εργολάβο, δια μέσω των οποίων πληρώνονταν οι ίδιοι οι οποίοι με τη σειρά τους πλήρωναν τους υπεργολάβους. Περί το 2021 περίπου η Παραπονούμενη ξεκίνησε να αγοράζει και να αναλάβει τις εργασίες, με οδηγίες και συντονισμό του διευθυντή της C.S. MOULD κ. Κ.Σ.. Το εν λόγω πρόσωπο τους είχε διαβεβαιώσει πως δεν θα άλλαζε κάτι, απλώς άλλαζε το όνομα και το «αφεντικό» οπότε εξακολούθησαν να συνεργάζονται πλέον με την Παραπονούμενη παρότι οι προσφορές έβγαιναν από τον Κ.Σ. εκ μέρους της πιο πάνω εταιρείας, αφού ήταν το πρόσωπο που κατείχε το θέμα μεταλλικών κατασκευών. Έγιναν κάποια έργα μαζί με την παραπονούμενη, υπό τον συντονισμό του Κ.Σ. ο οποίος είχε και την ευθύνη, πλην ορισμένων έργων στα οποία απουσίαζε λόγω ασθένειας με αποτέλεσμα η δουλειά να μην γίνεται σωστά από μέρους της Παραπονούμενης, όπως και στην παρούσα στην οποία ο Κ.Σ. απουσίαζε για λόγους υγείας παρόλο που ετοίμασε τα σχέδια για το συγκεκριμένο έργο και επειδή το συνεργείο δεν είχε τη σωστή επίβλεψη στην κατασκευή πήγαν λάθος οι μετρήσεις.
Ο αρχιτέκτονας τους επισήμανε από την αρχή ότι υπήρχε πρόβλημα το οποίο προσπάθησαν να λύσουν, δεν τα κατάφεραν και γι΄ αυτό η κατασκευή διήρκησε 2 μήνες, μέχρι να ολοκληρωθεί και εν τέλει δεν ολοκληρώθηκε. Αναπόφευκτα, η μη ολοκλήρωση επηρέασε και την Κατηγορούμενη που ήταν μέρος του έργου και εφόσον δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του αρχιτέκτονα, τότε δεν δικαιούνταν να έχουν καμμιά απαίτηση, από τον πελάτη. Στο ποσό των €5.000 που αφορά η επίδικη επιταγή, περιλαμβανόταν και ένα ποσό για άλλη εργασία που αφορούσε μια σκάλα που θα έφτιαχνε η Παραπονούμενη στο γραφείο τους την οποία επίσης ουδέποτε εκτέλεσε. Όταν πέρασε η διορία που έδωσε ο αρχιτέκτονας, πήρε τηλέφωνο τον ΜΚ1 και του είπε πως ο τελευταίος δεν θέλει να συζητήσει οτιδήποτε ενόψει του ότι ουδείς πήγε να διορθώσει το έργο και του έκλεισε το τηλέφωνο και του είπε δεν θα πληρωθεί κανείς, θα πάει άλλο συνεργείο να εκτελέσει τη δουλειά εκ μέρους της Κατηγορούμενης και το θέμα θεωρήθηκε λήξαν.
Καθ’ όλη την διάρκεια των πιο πάνω ημερών, μεταξύ 15.01.2024-20.01.2024 είχε καθημερινή επικοινωνία με τον ΜΚ1 ο οποίος ενώ τον διαβεβαίωνε πως θα πήγαινε να εκτελέσει την εργασία, προφασιζόταν μετά διάφορους λόγους και δεν πήγαινε οπότε και η ίδια η Κατηγορούμενη δεν είχε πλέον καμιά απαίτηση από τον πελάτη αφού εξάλλου για να πληρωθούν θα έπρεπε να εγκριθεί η συγκεκριμένη εργασία από τον αρχιτέκτονα και είτε να εκδώσει διατακτικό είτε να δώσει οδηγία στον πελάτη να πληρώσει. Ουδέποτε εκδίδεται τιμολόγιο πριν να εγκριθεί το οτιδήποτε από τον αρχιτέκτονα αφού προηγείται η αποστολή του δελτίου εργασιών, με την εκτελεσθείσα εργασία η οποία επιθεωρείται από τον αρχιτέκτονα και ο αρχιτέκτονας εκδίδει το διατακτικό και γίνεται η πληρωμή. Αφού τους υποδείξει ο τελευταίος το ποσό που εγκρίνεται να πληρωθεί, τότε εκδίδεται και από μέρους τους τιμολόγιο και απόδειξη, όταν γίνει η είσπραξη. Η συμφωνία για το συγκεκριμένο στέγαστρο ήταν προφορική. Σε όλα τα έργα, όταν εκτελείται μια εργασία από υπεργολάβο, το πρόσωπο που την εκτέλεσε, οφείλει να εκδώσει κατάσταση εργασιών παρουσιάζοντας τι εργασίες έγιναν προς τον εργολάβο, ο οποίος με την σειρά του την παρουσιάζει στον επιβλέποντα μηχανικό για έγκριση. Στην προκειμένη, αρκούσε επειδή το έργο ήταν μικρό, η Παραπονούμενη να παρουσιάσει τιμολόγιο, το οποίο δεν παρουσίασε ποτέ. Το τεκμήριο 2 που παρουσίασε ο ΜΚ1 δεν έχει καμιά σχέση με την παρούσα, πλην της τελευταίας αναφορά για €3.375 που φέρει την αναφορά «Γέρι- αρχιτέκτονας» το οποίο εκλαμβάνει από την ημερομηνία που αναγράφεται (23/2/24) ότι αφορά αυτό το έργο πλην όμως η χρέωση δεν ταιριάζει με την αποδοχή των €2.670 συν €450 που είναι οι βαφές που έπρεπε να κάνει, στο συγκεκριμένο έργο. Σε κάθε δε περίπτωση, αυτό δεν αποτελεί τιμολόγιο και πρώτη φορά το είδε στο Δικαστήριο, όπως και το τεκμήριο 5.2, το οποίο δεν φέρει την υπογραφή του. Εν πάση περιπτώσει, ό,τι αναγράφεται σε σχέση με το σκέπαστρο, είναι διαφορετικό από αυτά που συμφωνήθηκαν να γίνουν, τόσο ως προς τα υλικά, όσο και ως προς το ποσό. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο ΜΚ1, εξέδωσε τιμολόγια όπως ήθελε και μετά τα πήρε πίσω και τα διόρθωσε μόνος του.
Κατά την αντεξέταση του αναγνώρισε δέσμη από αποδείξεις που ως αποδέχθηκε, εκδόθηκαν όταν παραδόθηκαν στην Παραπονούμενη οι επιταγές που αφορούν την παρούσα (τεκμήριο 13), ως επίσης αποδέχθηκε ότι η επίδικη επιταγή, υπογράφτηκε από τον ίδιο αναφέροντας πως ο λόγος ήταν για να προχωρήσουν οι εργασίες που η Παραπονούμενη ανέλαβε για την πληρωμή των οποίων εν πάση περιπτώσει απαιτείτο να εκδοθεί εντολή πληρωμής. Αντ’ αυτού, τίποτα δεν εκδόθηκε εξ ου και ο αρχιτέκτονας, δια του τεκμηρίου 10, δεν αποδέχθηκε την παραλαβή του συγκεκριμένου έργου. Συμφώνησε πως για το συγκεκριμένο στέγαστρο, δόθηκε προσφορά ως το τεκμήριο 12 η οποία αφορούσε το ποσό των €2670, πλέον €450 τα οποία αφορούσαν τις βαφές, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στην προσφορά. Η Κατηγορούμενη, θα έπρεπε να ετοιμάσει τον χώρο, τις βάσεις από μπετόν και να συντονίζει την επίβλεψη του έργου.
Ερωτηθείς για ποιο λόγο στην επιστολή απαίτησης που κατέθεσε ως τεκμήριο 11, δεν αναφερόταν στην από μέρους της Κατηγορούμενης, έκδοσης επιταγής, ανέφερε πως πρόκειται για παράλειψη του, επειδή η πληρωμή της επιταγής είχε ήδη ανακληθεί. Η εν λόγω επιστολή δεν θυμόταν με βεβαιότητα εάν στάλθηκε ή παραδόθηκε δια χειρός στον ΜΚ1, πάντως θυμόταν πως ο δικηγόρος του την απέστειλε δια μέσω ιδιώτη επιδότη. Αρνήθηκε ότι πρόκειται για απόσπασμα ηλεκτρονικού μηνύματος και ερωτηθείς πώς θα επέδιδε το συγκεκριμένο έγγραφο ο επιδότης, αφού δεν αναφερόταν οποιαδήποτε διεύθυνση σε αυτό, ανέφερε πως υπάρχει και συνέχεια του συγκεκριμένου τεκμηρίου, και απαντώντας σε υποβολή που του τέθηκε πως το εν λόγω τεκμήριο είναι το τί ο ίδιος έστειλε στον δικηγόρο του μετά την επίδοση της παρούσας, ανέφερε πως σε κάθε περίπτωση, το τεκμήριο 11, ετοιμάστηκε και αποστάλθηκε πριν την καταχώρηση της παρούσας ποινικής διαδικασίας και υπήρχαν άλλα δύο παρόμοια έγγραφα αναγνωρίζοντας ωστόσο, ότι το τεκμήριο 11, ετοιμάστηκε από τον ίδιο και στάλθηκε στον συνήγορο του, για να ετοιμαστεί στην συνέχεια η επιστολή προς τον ΜΚ1.
Ερωτηθείς για πιο λόγο, αφού με τον ΜΚ1 είχαν διαφορές σε σχέση με άλλα έργα, για τις ισχυριζόμενες κακοτεχνίες των οποίων του παρέδωσε επιστολή (τεκμήριο 14), προπλήρωσε τον ΜΚ1 σε σχέση με την σκάλα που θα του έφτιαχνε στο γραφείο του και για το στέγαστρο στο Γέρι, ο ΜΥ1 απάντησε πως το έπραξε διότι πίστεψε τον Κ.Σ. πως η εργασία για το στέγαστρο θα ολοκληρωνόταν όπως και η σκάλα στο γραφείο του η οποία εν τέλει έγινε από άλλο πρόσωπο, με τις οδηγίες του Κ.Σ. Η επίδικη επιταγή ως ανέφερε, ήταν μεταχρονολογήμενη και δόθηκε όταν συμφωνήθηκε η εργασία για το στέγαστρο. Ό,τι αναγράφεται στο τεκμήριο 12, είναι οι προδιαγραφές του στεγάστρου και επιπλέον, υπήρχε και μια δεύτερη προσφορά, με διαφορετικά υλικά από αυτά που εν τέλει έγινε, τα οποία άλλαξαν στην συνάντηση που είχαν. Οι δε αποκλίσεις που παρατηρήθηκαν από τον αρχιτέκτονα, ήταν τα όσα προφορικά υπέδειξε πως έπρεπε να γίνουν, πλην των συγκολλήσεων για τις οποίες καθορίζεται δια νόμου ο τρόπος.
Ερωτηθείς για ποιο λόγο, αναφέρεται στην Παραπονούμενη εταιρεία, αφού η προσφορά δόθηκε από την εταιρεία C.S. Mould ανέφερε πως ο λόγος έγκειται στο ότι, η Παραπονούμενη είναι που ανέλαβε να εκτελέσει την εργασία εκ μέρους του διευθυντή της πιο πάνω εταιρείας Κ.Σ. υπό την καθοδήγηση του τελευταίου. Ερωτηθείς εάν οι άλλες δύο επιταγές που επιστράφηκαν διότι κατατέθηκαν εκπρόθεσμα, ανακλήθηκαν επίσης, απάντησε θετικά αναφέροντας πως δεν θυμόταν για ποιο έργο εκδόθηκε η μια ενώ η άλλη εκδόθηκε για το σπίτι του Ε., οι εργασίες του οποίου ολοκληρώθηκαν, πλην όμως με την συμβολή της Κατηγορουμένης και όχι από την Παραπονούμενη. Ερωτηθείς πως γίνεται να υπάρχει απόδειξη είσπραξης της επίδικης επιταγής με ημερομηνία 31.10.2023 ενώ η επιστολή του αρχιτέκτονα να στάλθηκε τον Ιανουάριο του 2024, απάντησε πως η εν λόγω επιταγή, δεν εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 2024 και ό,τι έγινε κατά τον παραπάνω μήνα ήταν να επιβεβαιωθεί πως η συγκεκριμένη επιταγή, δεν θα πληρωνόταν αφού παρήλθε η διορία που τους είχε δώσει ο αρχιτέκτονας και οι εργασίες δεν έγιναν. Σχολίασε επί τούτου, πως κανένα τιμολόγιο του παρουσιάστηκε για την συγκεκριμένη εργασία, ως θα έπρεπε να γίνει.
Κατά την επανεξέταση του, ανέφερε πως δεν ζήτησε να του δοθεί απόδειξη είσπραξης της επιταγής, διότι η επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη και ούτως ή άλλως, η Παραπονούμενη θα πληρωνόταν, αφού εκτελούσε την εργασία, εξ ου και η συγκεκριμένη ημερομηνία πληρωμής.
Έχοντας λάβει υπόψη μου κάθε τι που λέχθηκε από τις δύο πλευρές κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων τους, και κρίνοντας μη σκόπιμη την επανάληψη τους, (εκτός όπου και εάν χρειάζεται), προχωρώ, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας κατά νου, τις αρχές που διέπουν την διεργασία αυτή.
Όπως έχει υποδειχθεί στην Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Επίσης, σημειώνω πως ενόψει του ότι ό,τι απέμεινε να εξετάζεται είναι το κατά πόσο η Κατηγορούμενη, ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής άνευ εύλογης αιτίας, τα όσα γεγονότα ακούστηκαν και αφορούν τις κατηγορίες 1 και 2 από τις οποίες η τελευταία έχει απαλλαγεί δυνάμει της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, δεν θα με απασχολήσουν, εκτός και όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο και άπτεται της αξιολόγησης των μαρτύρων. Ενόψει τούτου, η παράθεση και αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της προσφερθείσας, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρίας, καθίσταται αχρείαστη και μη εξυπηρετούσα οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό, ιδιαίτερα λαμβανομένης υπόψη και της φύσης των αδικημάτων (βλ. σχ. Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας (1999) 2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28)
Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο, παρακολούθησα όλους ανεξαιρέτως του μάρτυρες, με ιδιαίτερη προσοχή και δη τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999)1 Α.Α.Δ. 1273), χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797).
Σημειώνω επίσης πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (βλ. Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45) φτάνει να υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση για τους λόγους που γίνεται δεκτό ή μη αποδεκτό, το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας. Είναι πολύ σημαντικό να λεχθεί ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί -και εκλαμβάνει ως δεδομένο- ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527). Διευκρινίζεται, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (βλ. Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).
Είναι προφανές από απλή ανάγνωση της προσφερθείσας μαρτυρίας αλλά και από την αντεξέταση του ΜΚ1 και το περιεχόμενο της μαρτυρίας της ΜΥ1 πως στην παρούσα, ό,τι αμφισβητείται από μέρους της υπεράσπισης, είναι το κατά πόσο η Κατηγορούμενη υπήρχε εύλογη αιτία να ανακληθεί η πληρωμή της επίδικης επιταγής.
Το ότι δηλαδή η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη έναντι εργασιών που ανατέθηκαν στην Παραπονούμενη να εκτελέσει, μεταξύ των οποίων και ένα σκέπαστρο/στέγαστρο, το ότι ο ΜΥ1 είναι το πρόσωπο που υπέγραψε τις επίδικες επιταγές και το πρόσωπο που στην συνέχεια ανακάλεσε την πληρωμή της με ηλεκτρονική εντολή στις 23.01.2024 και πως υπέγραψε το έντυπο ανάκλησης τους στις 02.07.2024 δεν είναι αμφισβητούμενα ζητήματα. Τουναντίον, είναι αποδεκτά όπως αποδεκτός είναι και ο λόγος που δηλώθηκε για την παραπάνω ανάκληση πληρωμής που ήταν το ότι η εργασίες δεν είχαν ολοκληρωθεί και πιο συγκεκριμένα πως είχε δηλωθεί «The Work has not been performed as». Τα πιο πάνω επομένως, αποτελούν και δικά μου ευρήματα.
Επίδικο επομένως ζήτημα, είναι μόνο το κατά πόσο υπήρχε εύλογη αιτία, να ανακληθεί η πληρωμή της επίδικης επιταγής. Επί τούτου, σχετική είναι η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΥ1.
Προτού ωστόσο προχωρήσω στην αξιολόγηση της, αξιολογώ την μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3, οι οποίες αμφότερες, ήταν παντελώς ανεξάρτητες από απόψεως γεγονότων. Με την μαρτυρία της ΜΚ3 κατέστη σαφές πως πρόκειται για εργοδοτούμενη στην Τράπεζα, υπεύθυνη του τραπεζικού λογαριασμού από των οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Από την μαρτυρία δε, της ΜΚ2 συνάγεται συμπερασματικά πως και εκείνη, είναι εργοδοτούμενη στην Τράπεζα. Και αναφέρω συμπερασματικά διότι ούτε η ιδιότητα, ούτε τα καθήκοντα ή και οτιδήποτε άλλο που να υποδηλοί την ιδιότητα της μάρτυρος, έχουν αναφερθεί στο Δικαστήριο. Για τούτο επανέρχομαι στο κατάλληλο σημείο.
Σε ό,τι αφορά την μαρτυρία της ΜΚ3, σημειώνω πως δεν έχει εν πάση περιπτώσει το περιεχόμενο της αμφισβητηθεί, αφού η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε και τα όσα ανέφερε παρέμειναν αναντίλεκτα. Ανεξαρτήτως όμως τούτου, σημειώνω πως η συγκεκριμένη μάρτυρας μόνο θετικές εντυπώσεις άφησε στο Δικαστήριο αφού ήταν ιδιαίτερα επεξηγηματική ως προς το πότε και με ποιο τρόπο, η επίδικη επιταγή ανακλήθηκε, όσο και σε σχέση με την διαδικασία που ακολουθήθηκε.
Σύμφωνα με την μαρτυρία της, εξ όσων προκύπτει από το τεκμήριο 8 αλλά και από την επίδικη επιταγή, αυτή φαίνεται να κατατέθηκε, όπως και άλλες δύο επιταγές την 01.07.2024 και εμφανίστηκαν στο σύστημα της Τράπεζας στην οποία εργάζεται στις 02.07.2024, οπότε και επιστράφηκαν διότι είχε ανακληθεί η πληρωμή τους. Τούτη έγινε από τον ΜΥ1 ηλεκτρονικά στις 23.01.2024 στις 10:23 (σε ό,τι αφορά την επίδικη επιταγή) με την αιτιολογία “The work has not been performed” ως δηλώθηκε στο σύστημα. Σημειώνω επί τούτου πως πράγματι, έτσι προκύπτει να έγινε εξ όσων φαίνεται από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 9 που η ΜΚ3 κατέθεσε σχετικά. Σε σχέση με το γιατί το έντυπο ανάκλησης (και) της συγκεκριμένης επιταγής φαίνεται να έχει υπογραφτεί στις 02.07.2024 με βάση το τεκμήριο 7, η μάρτυρας εξήγησε πειστικά πως ενώ η συγκεκριμένη ενέργεια θα έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί όταν στις 23.01.2024 ζητήθηκε η ανάκληση της πληρωμής, τούτο δεν έγινε, διότι η εντολή δεν έφτασε στο κατάστημα τότε, ώστε να ολοκληρωθεί η διαδικασία και πως τούτο έγινε αντιληπτό, όταν την 01.07.2024 κατατέθηκε για πληρωμή η συγκεκριμένη επιταγή, οπότε και κάλεσαν τον ΜΥ1 να προσέλθει για να υπογράψει το έντυπο και να ολοκληρωθεί η διαδικασία.
Το υπόλοιπο του συγκεκριμένου λογαριασμού απ’ όπου εκδόθηκε η επίδικη επιταγή ήταν στις 02.07.2024, €7.169,87 και κάλυπτε το ποσό της συγκεκριμένης επιταγής (τεκμήριο 3.3). Εξήγησε περαιτέρω με την ίδια πειστικότητα πως ο λόγος που στο συγκεκριμένο έντυπο δεν αναγράφεται ο λόγος ανάκλησης που δηλώθηκε στις 23.01.2024 ηλεκτρονικά, ήταν διότι αυτό συνοδευόταν από το τεκμήριο 9.
Τα όσα ανέφερε η ΜΚ3, είναι αποδεκτά στο σύνολο τους και αποτελούν και δικά μου ευρήματα.
Σε σχέση με τα όσα αναφέρθηκαν από την ΜΚ2, σημειώνω πως η εν λόγω μάρτυρας, παρότι δεν θεωρώ πως προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει ψέματα, εντούτοις η μαρτυρία της παρουσιάζει σε ορισμένα σημεία ασάφειες και δεν υποστηρίζεται ούτε από την έγγραφη μαρτυρία, αλλά ούτε και από την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΚ3, πλην του ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από τον λογαριασμό της Κατηγορουμένης και πως κατατέθηκε για πληρωμή την 01.07.2024 και επιστράφηκε επειδή η πληρωμή της ανακλήθηκε από τον εκδότη. Πρέπει επίσης να λεχθεί πως ούτε καν η ιδιότητα της εν λόγω μάρτυρος είναι γνωστή στο Δικαστήριο, αφού τίποτε περί τούτου έχει τεθεί στο Δικαστήριο. Η μόνη αναφορά που εντοπίζεται στην μαρτυρία της, είναι η αναφορά της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, όταν την κάλεσε στο εδώλιο ότι πρόκειται για «αρμόδια λειτουργό της Eurobank», χωρίς ωστόσο η ίδια η μάρτυρας να αναφέρει το οτιδήποτε στην συνέχεια, πόσο μάλλον ποια η σχέση της Ελληνικής Τράπεζας από την οποία προκύπτει να εκδόθηκε (μεταξύ άλλων) η επίδικη επιταγή και της Τράπεζας Eurobank που ως τεκμαίρεται από τις αναφορές της ΜΚ3, η πρώτη ήταν η προκάτοχος της τελευταίας. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί πως το ότι πρόκειται για εργοδοτούμενη στην πιο πάνω Τράπεζα συνάγεται από το περιεχόμενο των όσων απάντησε, η μαρτυρία της παρουσιάζει ως αναφέρω και πιο πάνω, ασάφειες και αδυναμίες, τέτοιες που την καθιστούν μη αποδεκτή.
Καταρχάς, σημειώνω πως αποτέλεσε θέση της πως η ανάκληση έγινε την 02.07.2024, με προβαλλόμενη αιτιολογία στο τεκμήριο 7 την επιλογή «Άλλος Λόγος» που είναι επιλογή που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο πελάτης χωρίς να αναφέρει οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια. Με βάση ωστόσο την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΚ3 αλλά και εξ όσων προκύπτει από το τεκμήριο 9, η ανάκληση είχε γίνει ηλεκτρονικά στις 23.01.2024, με την διαδικασία να ολοκληρώνεται πράγματι στις 02.07.2024, με την υπογραφή του τεκμηρίου 7. Η ΜΚ2 δεν γνώριζε καν εάν υπάρχει η δυνατότητα η ανάκληση μιας επιταγής να γίνει ηλεκτρονικά, παρόλο που παραδόξως, το τεκμήριο 7 με βάση τα λεγόμενα της ιδίας υπογράφτηκε στην παρουσία της, για την υπογραφή του οποίου ως ανέφερε η ΜΚ3 προηγήθηκε επικοινωνία με τον ΜΥ1. Θα αναμένετο συνεπώς από την ίδια, να γνώριζε αν μη τι άλλο τι είχε προηγηθεί, παρόλο που κατά την ίδια, δεν μπορούσε να θυμηθεί συγκεκριμένες λεπτομέρειες των γεγονότων, λόγο του χρόνου που παρήλθε. Υπενθυμίζω πως σε σχέση με τα πιο πάνω, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΚ3, το τεκμήριο 7 συνοδευόταν από το τεκμήριο 9 εξ ου και στο προεπιλεγμένο σημείο της αναφοράς της αιτιολογίας της ανάκλησης, συμπληρώθηκε η επιλογή «Άλλος λόγος». Είχε δε προηγηθεί ενημέρωση του ΜΥ1 ότι θα έπρεπε να παρουσιαστεί στο κατάστημα για να υπογράψει το τεκμήριο 7 και να ολοκληρωθεί η διαδικασία, γεγονότα τα οποία δεν αναφέρθηκαν από την ΜΚ2. Η δε όλη σύγχυση της μάρτυρος ενόσω κατέθετε, ήταν διάχυτη σε όλη την μαρτυρία της αφού ακόμη και για την ημερομηνία που οι επιταγές κατατέθηκαν για πληρωμή, αρχικά τελούσε υπό σύγχυση αναφέροντας πως τούτες κατατέθηκαν και ανακλήθηκαν την ίδια ημέρα, για να διορθώσει τις πιο πάνω αναφορές της στην συνέχεια, σε σχέση με την ημερομηνία κατάθεσης των επιταγών, όταν κλήθηκε να απαντήσει σε σχέση με το κατά πόσο κατά εκείνη την ημερομηνία, υπήρχαν επαρκή κεφάλαια στον λογαριασμό της Κατηγορούμενης. Και επί αυτού του σημείου όμως της μαρτυρίας της, παρατηρείται αντίφαση σε σχέση με τα όσα η ΜΚ3 ανέφερε, αφού ήταν θέση της ΜΚ2 πως κατά εκείνη την ημερομηνία της 02.07.2024, ο λογαριασμός δεν διέθετε επαρκή υπόλοιπα, αναφορά η οποία καταρρίφθηκε από την ΜΚ3. Με βάση συνεπώς τα πιο πάνω, κρίνω πως δεν δύναμαι να βασιστώ στην μαρτυρία της ΜΚ2 για να εξαγάγω οποιαδήποτε ευρήματα, την οποία και απορρίπτω, αφού τούτη δεν αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο.
Στρεφόμενη στην μαρτυρία του ΜΚ1 και του ΜΥ1, σημειώνω τα ακόλουθα.
Ο βασικός κορμός της μαρτυρίας του ΜΚ1 κατά την μαρτυρία του, είναι τα όσα γεγονότα δεν αμφισβητούνται. Τα σημεία εκείνα που ο ΜΚ1 αμφισβητήθηκε και αφορούν τα της επίδικης επιταγής, είναι το κατά πόσο δικαιούταν να λάβει η Παραπονούμενη αμοιβή, χωρίς η εργασία που εκτέλεσε να πιστοποιηθεί από τον μηχανικό/αρχιτέκτονα του έργου και χωρίς να εκδώσει για τούτη τιμολόγιο και το κατά πόσο τούτη εκτελέστηκε με βάση τα κατασκευαστικά σχέδια, ως επίσης και τα όσα σχετικά με τούτα ανέφερε κατά την αντεξέταση του.
Οφείλω εξ αρχής να αναφέρω πως ήταν εμφανές, από μόνο το περιεχόμενο της κυρίως εξέτασης του ΜΚ1 πως ο τελευταίος πέραν από την γενικότερη του θέση πως παρείχε υπηρεσίες στην Κατηγορούμενη, για τις οποίες η τελευταία εξέδωσε και του παρέδωσε μεταξύ άλλων την επίδικη επιταγή, πολύ λίγες έως και καθόλου λεπτομέρειες έδωσε, σε σχέση με την όλη συνεργασία της Παραπονούμενης και της Κατηγορούμενης, το τί ενδεχομένως μεσολάβησε εκκρεμούντων των παραπάνω εργασιών καθώς και το κατά πόσο υπήρξαν διαφωνίες με την Κατηγορούμενη. Τούτο, προκύπτει καταρχάς από τις απαντήσεις που έδωσε κατά την αντεξέταση του σε σχέση με τα παραπάνω αλλά και από τον τρόπο που απέφευγε να διευκρινίσει επιμέρους ζητήματα, όπως για παράδειγμα, το κατά πόσο ήταν εις γνώση του ή όχι, το γεγονός ότι για το συγκεκριμένο σκέπαστρο, ο αρχιτέκτοντας που του υποβλήθηκε πως το επέβλεπε, προέβη σε σειρά παρατηρήσεων, σε σχέση με την επάρκεια της συγκεκριμένης εργασίας. Όταν η παραπάνω θέση του τέθηκε υπό μορφή υποβολής, ο ΜΚ1 αρκέστηκε να αναφέρει πως για το συγκεκριμένο σκέπαστρο, δεν υπήρχε αρχιτεκτονικό ή άλλο σχέδιο που θα έπρεπε να εφαρμόσει και πως η τοποθέτηση έγινε με βάση τις υποδείξεις που τους έγιναν (χωρίς να αναφερθεί από ποιον και χωρίς όμως να του ζητηθεί να διευκρινίσει), και τα υλικά που τους δόθηκε. Με λίγα λόγια, ούτε επιβεβαίωσε, ούτε και διέψευσε το περιεχόμενο της επιστολής που του υποδείχθηκε, την οποία δεν αναγνώρισε. Το ότι ωστόσο δεν την αναγνώρισε, δεν ξενίζει, με δεδομένο το ότι ως φαίνεται από το περιεχόμενο της, παραλήπτης της δεν ήταν ο ίδιος, αλλά ο ΜΥ1. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν μπορώ να παραβλέψω το ότι ουδέποτε τέθηκε στον ΜΚ1 πως η συγκεκριμένη επιστολή περιήλθε με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο εις γνώση του, θέση που προέβαλε αργότερα στην δική του μαρτυρία, ο ΜΥ1. Επιπλέον, το ότι δεν υπήρχε αρχιτεκτονικό σχέδιο για το συγκεκριμένο στέγαστρο, φαίνεται να επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία του ΜΥ1, παρά τις διάφορες, αντιφατικές με τούτο θέσεις που προέβαλε ο τελευταίος, για τις οποίες επανέρχομαι στο κατάλληλο σημείο.
Ένα σημείο το οποίο μου προκάλεσε προβληματισμό από τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1, ήταν όταν κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, του υποδείχθηκε το τεκμήριο 12 (σε εκείνο το στάδιο τεκμήριο προς αναγνώριση Δ), το οποίο αφορά ηλεκτρονικό μήνυμα που φέρεται να απεστάλη στην εταιρεία C.S.Mould Ltd, (με αποστολές πάντως όχι τον ίδιο εξ όσων φαίνεται) σε σχέση με το συγκεκριμένο σκέπαστρο, την οποία δεν αναγνώρισε ο ΜΚ1, δίδοντας την εξής απάντηση:
«Ε. Σας παρουσιάζω αυτό το έγγραφο και πέστε μου, αν το αναγνωρίζετε.
Α. Όχι, δεν είναι δικό μου.
Ε. Δεν είναι δικό σας αυτό;
A. Όχι.
Ε. Ποιου είναι;
Α. Δεν ξέρω, γράφει πάνω μια εταιρεία.»
Το ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν αναγνωρίστηκε από τον ίδιο δεν ξενίζει, αφού δεν φαίνεται είναι στον ίδιο ή στην Παραπονούμενη που είχε αποσταλεί. Το ότι ωστόσο ο ΜΚ1 έδωσε την παραπάνω απάντηση, ξενίζει και προβληματίζει, υπό την εξής έννοια. Η συγκεκριμένη εταιρεία η οποία φέρεται ως ο παραλήπτης του εν λόγω τεκμηρίου, είναι εταιρεία την οποία ο ίδιος ο ΜΚ1 ανέφερε και ενέπλεξε στα των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα, αναφέροντας μάλιστα ότι, είναι από την ίδια που αγόρασε το εργοστάσιο στο οποίο διεξήγαγε τις εργασίες της η Παραπονούμενη και πως με τον διευθυντή της συγκεκριμένης εταιρείας η οποία μάλιστα λάμβανε προσφορές και τους προωθούσε την εκτέλεση έργων, συνεργάζονταν και τούτο διότι επρόκειτο για πελάτες που μέχρι πριν την πώληση του εργοστασίου είχε η συγκεκριμένη εταιρεία. Η συνεργασία τους δε, επεκτάθηκε και σε ό,τι αφορά το σκέπαστρο, για το οποίο εκδόθηκε είναι αποδεκτό από τις δύο πλευρές, η επίδικη επιταγή. Η απάντηση του ΜΚ1 επομένως επί του συγκεκριμένου ζητήματος, ξενίζει και προκαλεί και αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο πράγματι, το συγκεκριμένο έγγραφο ήταν η πρώτη φορά που το έβλεπε πλην όμως και επί αυτού του σημείου δεν μπορώ επίσης να παραβλέψω το ότι, σε κανένα σημείο η υπεράσπιση έθεσε στον ΜΚ1 τη θέση ότι, το πιο πάνω τεκμήριο, ήταν υπόψη της Παραπονούμενης.
Ό,τι τέθηκε στον ΜΚ1 σχετικά με τούτο, ήταν ότι για να εκπονηθεί οποιαδήποτε εργασία, απαιτείται να υπάρχει αρχιτεκτονικό σχέδιο, θέση με την οποία ο ΜΚ1 συμφώνησε, επιμένοντας ωστόσο στο ότι στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπήρχε συγκεκριμένο σχέδιο που θα έπρεπε να ακολουθήσουν. Πέραν ωστόσο των πιο πάνω υποβολών, καμμιά μαρτυρία προσφέρθηκε από μέρους της υπεράσπισης για να της στηρίξει, πέραν από το τεκμήριο 10 το οποίο κατέθεσε ο ΜΥ1 το οποίο αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, όπως και κάθε τι άλλο υποβλήθηκε στον ΜΚ1 σε σχέση το τι τυχόν ο αρχιτέκτονας του συγκεκριμένου έργου, υπέδειξε, ανέφερε ή ζήτησε. Από το δε περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου, προκύπτει ναι μεν εκ πρώτης όψεως, ο συγκεκριμένος αποστολέας, ο οποίος υπογράφει το εν λόγω μήνυμα ως «αρχιτέκτονας» να αναφέρεται σε ανέγερση του συγκεκριμένου σκεπάστρου κατά παράβαση μελέτης που εκπονήθηκε, προβαίνοντας μάλιστα σε σειρά παρατηρήσεων, πλην όμως με δεδομένο το ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν κλήθηκε στην διαδικασία για να δώσει μαρτυρία και να επιβεβαιώσει τα όσα επί των πιο πάνω, υποστήριξε ο ΜΥ1, καμμιά βαρύτητα μπορεί να του αποδοθεί.
Και τούτο διότι, η μαρτυρία του συγκεκριμένου προσώπου, θα ήταν άκρως διαφωτιστική για να διευκρινιστούν γενικότερα τα ζητήματα που αφορούν την παρούσα και κανένας λόγος δόθηκε από μέρους της υπεράσπισης, ως προς την μη κλήτευση του. Η άνευ ετέρου συνεπώς αποδοχή, των όσων η υπεράσπιση προέβαλε, σε σχέση με τα πιο πάνω, επικαλούμενη το περιεχόμενο του τεκμηρίου 10, θα εγκυμονούσε κατά την άποψη μου κινδύνους και δεν θα εξυπηρετούσε την ορθή αξιολόγηση της μαρτυρίας.
Στρεφόμενη στο κατά πόσο η Παραπονούμενη δικαιούταν να λάβει πληρωμή για τις εργασίες που εκτέλεσε, σημειώνω πως η θέση που υπέβαλε η υπεράσπιση στον ΜΚ1 ήταν ότι δεν δικαιούταν η τελευταία να λάβει πληρωμή καθότι για να δικαιούταν να το πράξει, η εργασία θα έπρεπε να πιστοποιηθεί από τον αρχιτέκτονα ως προς την επάρκεια της και ακολούθως να εκδοθεί τιμολόγιο, ανάλογα με το διατακτικό που θα εξέδιδε ο τελευταίος. Επί αυτών των θέσεων, ο ΜΚ1 ενέμεινε στην θέση του πως για μικρού εύρους εργασίες, όπως ήταν η προκείμενη, δεν απαιτείται η έκδοση διατακτικών και πως η μεταξύ τους συνεννόηση σε όλες τις εργασίες που εκτελούσαν, ήταν η πληρωμή και η έκδοση τιμολογίου. Ούτε και οι πιο πάνω υποβολές της υπεράσπισης έχουν υποστηριχθεί από οποιαδήποτε σχετική με τούτα μαρτυρία έτσι που να μην έχω λόγο να μην αποδεχθώ την θέση του ΜΚ1 όταν μάλιστα και ο ίδιος ο ΜΥ1, μεταξύ των διάφορων (αντιφατικών) αναφορών του σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα, αποδέχθηκε πως έτσι γινόταν πράγματι.
Περιπλέον όμως τούτου, οι συγκεκριμένες θέσεις της υπεράσπισης είναι προβληματικές και από μια άλλη σκοπιά. Ενώ από την μια προωθείτο η πιο πάνω θέση, από την άλλη και εξ όσων προκύπτει από το τεκμήριο 13 που αποτελεί δέσμη αποδείξεων είσπραξης, μεταξύ άλλων και της επίδικης επιταγής, τούτες δόθηκαν στην Παραπονούμενη περί τον Οκτώβριο του 2023, χωρίς μάλιστα να υπάρχει οποιοδήποτε διατακτικό πληρωμής, θέση με την οποία και οι δύο πλευρές συμφωνούν. Συγκεκριμένα, η επίδικη επιταγή φαίνεται να δόθηκε στην Παραπονούμενη, στις 31.10.2023, σε χρόνο δηλαδή προγενέστερο με βάση την μαρτυρία του ΜΥ1, από τον χρόνο που το συγκεκριμένο σκέπαστρο ολοκληρώθηκε, έστω με τον τρόπο που ο τελευταίος ισχυρίστηκε, κατά τρόπο που ξενίζει (και) η συγκεκριμένη θέση της υπεράσπισης, η οποία εν τοις πραγμάσι είναι αντιφατική.
Τώρα, σε σχέση με το κατά πόσο είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες για τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, σημειώνω τα ακόλουθα. Προκύπτει πράγματι, η επίδικη επιταγή να είχε εκδοθεί έναντι ή και έναντι της συγκεκριμένης εργασίας ανέγερσης του σκεπάστρου. Η θέση της συνηγόρου του Παραπονουμένου ως προβάλλεται δια μέσω της αγόρευσης της ότι τούτη εκδόθηκε για άλλη εργασία (αυτήν που αφορούσαν οι δύο άλλες επιταγές) δεν με βρίσκει σύμφωνη και ούτε βρίσκει έρεισμα στην μαρτυρία. Προκύπτει κατά τρόπο ξεκάθαρο, από μόνο το τεκμήριο 2 που αποτελεί την κατάσταση λογαριασμού που κατέθεσε ο ΜΚ1, πως μεταξύ του υπολοίπου της Κατηγορουμένης, ήταν και το υπόλοιπο για την συγκεκριμένη εργασία. Εξάλλου, αυτό υποστηρίζεται και από το τιμολόγιο (τεκμήριο 5.2) το οποίο κατέθεσε ο ΜΚ1 αντεξεταζόμενος. Το ότι η συγκεκριμένη εργασία εκτελέστηκε, επίσης δεν αμφισβητείται αφού ό,τι τέθηκε στον ΜΚ1 είναι ότι δεν εκτελέστηκε με βάση το πώς θα έπρεπε να εκτελεστεί. Επαναλαμβάνω πως την θέση αυτή η υπεράσπιση την βάσισε στην επιστολή που φέρεται να ετοίμασε ο αρχιτέκτονας (τεκμήριο 10), στο περιεχόμενο της οποίας δεν δύναμαι να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω.
Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία του ΜΚ1, της οποίας επαναλαμβάνω ο βασικός κορμός, περιστρέφεται γύρω από τα μη αμφισβητούμενα ζητήματα, παρά τις επιφυλάξεις που εκφράζω σε σχέση με συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας του, τα οποία ωστόσο δεν επηρεάζουν την υπόσταση ή την αξιοπιστία των αναφορών του σε σχέση με τα βασικά γεγονότα της παρούσας. Το κατά πόσο ευλόγως η μη η Κατηγορούμενη ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής, θα εξεταστεί υπο το πρίσμα της μαρτυρίας του ΜΥ1, την οποία αξιολογώ ευθύς αμέσως.
Σε σχέση με τον ΜΥ1, σημειώνω πως είναι γεγονός πως η μαρτυρία του ήταν πιο λεπτομερής, σε σχέση με την μαρτυρία του ΜΚ1, ο οποίος περιορίστηκε στην αναφορά των βασικών γεγονότων που κατέληξαν στην έκδοση της επίδικης επιταγής. Παρόλα αυτά, αξιολογώντας το περιεχόμενο της, βρίσκω πως τα πλείστα γεγονότα στα οποία ο ΜΥ1 αναφέρθηκε, όχι μόνο τέθηκαν μονόπλευρα, χωρίς ποτέ να τεθούν στον ΜΚ1 αλλά επιπρόσθετα, ορισμένα εξ αυτών, παρουσιάζουν αποκλίσεις τέτοιες, που θέτουν εν αμφιβόλω την αξιοπιστία των λεχθέντων του τελευταίου.
Πιο συγκεκριμένα, σημειώνω πως αποτέλεσε καταρχάς θέση του ΜΥ1 πως η επίδικη επιταγή εκδόθηκε έναντι στεγάστρου που ανέλαβε να ανεγείρει η Παραπονούμενη, κατόπιν προσφοράς που δόθηκε από την εταιρεία C.S.Mould Ltd και για μια σκάλα που η Παραπονούμενη θα ανήγειρε στα γραφεία της Κατηγορούμενης, την οποία δεν ανήγειρε ποτέ. Η τελευταία αυτή αναφορά του ΜΥ1 ουδέποτε τέθηκε στον ΜΚ1 και ακούστηκε για πρώτη φορά στην δική του μαρτυρία. Ούτε και το ότι επικοινώνησε ο ίδιος με τον ΜΚ1 και δη καθημερινά, μετά που ο αρχιτέκτονας προέβη σε υποδείξεις διόρθωσης, όπως ούτε και οτιδήποτε άλλο συναφές με αυτά, τέθηκε στον ΜΚ1.
Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της παράλειψης αντεξέτασης μαρτύρων κατηγορίας πάνω σε συγκεκριμένες θέσεις και θέματα. Στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 551 στη σελ. 590 αναφέρθηκαν τα εξής:
«Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd (1987) 1 C.L.R. 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 599».
Περιπλέον όμως τούτου, ακόμη και η αναφορά του ΜΥ1 ότι η Παραπονούμενη λάμβανε πληρωμή κατόπιν που εκτελούσε τις εργασίες που αναλάμβανε και αφότου πιστοποιείτο η ποιότητα τους, βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με τα όσα προκύπτουν από την έγγραφη μαρτυρία και τούτο με δεδομένο το ότι, ως αναφέρεται και κατά την αξιολόγηση του ΜΚ1, η συγκεκριμένη τουλάχιστον επίδικη επιταγή, φαίνεται να δόθηκε από την Κατηγορούμενη προς την Παραπονούμενη, στις 31.10.2023, πριν καν δηλαδή εκτελεστούν οι εργασίες τουλάχιστον του επίδικου σκεπάστρου με βάση τα όσα ανέφερε ο ΜΥ1. Κατά μονόπλευρο τρόπο, τέθηκαν από μέρους του και όλες οι λοιπές αναφορές του σε σχέση με την πρόοδο των εργασιών επί του συγκεκριμένου σκεπάστρου, ο χρόνος που χρειάστηκε να ολοκληρωθούν, οι συναντήσεις που ανέφερε πως έγιναν με τον αρχιτέκτονα παρουσία του ΜΚ1, αλλά πρωτίστως και το γεγονός ότι ο ίδιος επισκέφθηκε τον τελευταίο και του παρέδωσε την επιστολή που του απέστειλε ο αρχιτέκτονας (τεκμήριο 10) και πως παρόλα αυτά ο ΜΚ1 εγκατέλειψε το έργο και δεν ολοκλήρωσε πλήρως τις εργασίες. Τα γεγονότα αυτά, επαναλαμβάνω πως με κανένα τρόπο τέθηκαν στον ΜΚ1 προκειμένου να τα σχολιάσει και να θέσει την δική του θέση, έτσι που με δεδομένη την σημασία που ενέχουν σε συνάρτηση με το τι εξετάζεται, να μην μπορούν να ληφθούν υπόψη.
Στο πλαίσιο των πιο πάνω, μονοπλεύρως τεθείσεων θέσεων, ανακύπτει από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ1 και η εξής ουσιαστική αντίφαση στα λεγόμενα του. Αποτέλεσε θέση του κατά την κυρίως εξέταση του, πως κατόπιν που επισκέφθηκε τον ΜΚ1 αφότου έλαβε την επιστολή του αρχιτέκτονα, ο τελευταίος συμφώνησε να πάει και να ολοκληρώσει τις εργασίες που υποδείχθηκαν από τον τελευταίο, απαιτώντας να του εκδοθεί επιταγή για την πληρωμή του, όπως και έγινε. Τούτα τα γεγονότα ο ΜΥ1, τα προσδιόρισε αμέσως μετά τις 15.01.2024 που παρέλαβε την συγκεκριμένη επιστολή. Εξ όσων προκύπτει ωστόσο από το τεκμήριο 13 ως και πιο πάνω αναφέρω, την συγκεκριμένη επιταγή, όπως και άλλες, την παρέδωσε στην Παραπονούμενη στις 31.10.2023. Αντεξεταζόμενος επί του συγκεκριμένου σημείου, έδιδε ασαφείς και ακατανόητες απαντήσεις, οι οποίες κανένα λογικό έρεισμα έχουν. Ούτε και μπορεί να εξηγηθεί λογικά το ότι ενώ από την μια προωθούσε την θέση πως για να πληρωθεί η Παραπονούμενη θα έπρεπε να εκδώσει τιμολόγιο με σαφείς επεξηγήσεις ως προς την εργασία που εκτέλεσε και από την άλλη να προκύπτει ξεκάθαρα πως η Κατηγορούμενη εξέδωσε και παρέδωσε την επίδικη επιταγή στην Παραπονούμενη, προτού καν εκτελέσει οποιαδήποτε εργασία.
Αντιφάσεις περιπλέον παρατηρούνται και σε σχέση με τα λοιπά ζητήματα που αναφέρθηκε και που αφορούν μεν τις επιταγές, οι οποίες πλέον δεν αποτελούν επίδικα ζητήματα, πλην όμως σχετίζονται άρρηκτα, με την αξιοπιστία του ΜΥ1. Μεταξύ άλλων, ο ΜΥ1 προώθησε την θέση πως, για άλλες δύο επιταγές, πέραν της επίδικης, είχε προχωρήσει σε ανάκληση της πληρωμής τους, καθότι ούτε και για τα έργα για τα οποία οι συγκεκριμένες επιταγές εκδόθηκαν, η Παραπονούμενη ολοκλήρωσε τις εργασίες που έπρεπε να ολοκληρώσει. Προς ενίσχυση της θέσης του αυτής, κατέθεσε το τεκμήριο 14, το οποίο εκ της όψεως του φαίνεται να αποτελεί επιστολή προσφοράς, από κάποιο τεχνίτη, σε σχέση με το συγκεκριμένο έργο στο οποίο αμφότεροι οι ΜΚ1 και ΜΥ1 αναφέρθηκαν ως προς το ότι αφορούσαν οι άλλες δύο επιταγές που πλέον δεν εμπίπτουν στα επίδικα ζητήματα.
Η συγκεκριμένη επιστολή προσφοράς, φέρει ημερομηνία 2.09.2023 και δόθηκε ως η θέση του ΜΥ1, επειδή η Παραπονούμενη παρέλειπε να μεταβεί στο συγκεκριμένο έργο και να διορθώσει τις κακοτεχνίες που είχε προηγουμένως διενεργήσει. Το παράδοξο που προκύπτει εκ των πιο πάνω θέσεων είναι το εξής. Είναι αποδεχτό από τον ΜΥ1 ότι οι δύο συγκεκριμένες επιταγές, είχαν δοθεί για το συγκεκριμένο έργο και εξ όσων προκύπτει από το τεκμήριο 13, φαίνεται τούτες να είχαν δοθεί στην Παραπονούμενη από την Κατηγορούμενη στις 06.10.2023 και στις 31.10.2023 με ημερομηνίες πληρωμής την 30.11.2023 και 29.12.2023. Εάν συνεπώς στις 02.09.2023 ο ΜΥ1 διαπίστωσε πως δεν υπήρχε από μέρους της Παραπονούμενης πρόθεση να εκτελέσει τις συγκεκριμένες εργασίες, προς τί τότε η παράδοση σε αυτήν επιταγών, 1 μήνα και επιπλέον, αργότερα για το συγκεκριμένο έργο, όταν θέση της, με βάση το ότι αργότερα ανακάλεσε την πληρωμή τους, ήταν ότι ουδέποτε εκτέλεσε τις συγκεκριμένες εργασίες.
Ανεξάρτητα όμως των πιο πάνω, δεν μπορώ να παραγνωρίσω και το ότι, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ1, βασίστηκε στις αναφορές και ενέργειες τρίτων προσώπων, οι οποίες ως ήταν η θέση του οδήγησαν τον ίδιο στην απόφαση να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής των συγκεκριμένων επιταγών, όπως είναι ο αρχιτέκτονας Γ.Γ. και ο Κ.Σ., κανένα εκ των δύο προσώπων κλήθηκε στην διαδικασία για να δώσει μαρτυρία και αν διαφωτίσει το Δικαστήριο, ως προς τα όσα μετέφερε ο ΜΥ1 και τους αφορούσαν. Περιπλέον όμως τούτου, ακόμη και ο λόγος ο οποίος δηλώθηκε στην Τράπεζα για την ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής, δεν συνάδει ακριβώς με την προσκομισθείσα μαρτυρία, αφού ζητούμενο δεν ήταν το κατά πόσο η Παραπονούμενη ολοκλήρωσε τις εργασίες για τις οποίες έλαβε το χρηματικό αντάλλαγμα δυνάμει της επίδικης επιταγής, αλλά το κατά πόσο εν τέλει τις εκτέλεσε, με τον τρόπο που θα έπρεπε να τις ολοκληρώσει.
Σε κάθε περίπτωση και με δεδομένες τις πιο πάνω διαπιστώσεις μου, δεν μπορώ να προσδώσω πίστη στα όσα ο ΜΥ1 ανέφερε και απορρίπτω την δική του μαρτυρία.
Νομική Πτυχή
Τα αδικήματα που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη, εδράζονται επί του άρθρου 305Α(2) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«305Α(2) [..] πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της».
Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016 και αυτά συνίστανται στην (α) έκδοση της επιταγής και (β) στην πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του Κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής, στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.
Η ύπαρξη «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της πληρωμής μίας επιταγής, που προνοείται ως υπεράσπιση στο άρθρο 305Α(2) του Κεφ. 154, αναλύθηκε επίσης στην υπόθεση Ttozios Management Ltd (ανωτέρω) όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα[2]:
«[..]Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο Κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου (2) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της ο κατηγορούμενος ως εκδότης γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύτηκε (βλ. Diamonds Co Ltd ν. Χρήστου Γεωργίου (2011) 2 Α.Α.Δ 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής.».
Περαιτέρω, στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, ως προς τα της προαναφερόμενης υπεράσπισης, επεξήγησε με την απόφαση του τα εξής:
«Εύλογη αιτία, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου (2001) 2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α(2) της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson (1872) L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575). Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται, όπως λέχθηκε, στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο (2), χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση, (δέστε σχετικά και την Philippa Estates Ltd v. Ρούσου (2006) 2 Α.Α.Δ. 142).»
Όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα: (α) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» από πλευράς Κατηγορουμένου, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι, κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης, «γραπτώς παρέθεσε» στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εξέδωσε την επιταγή, το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της, και (β) η εύλογη αιτία, «συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά», με τον λόγο της ανάκλησης που δήλωσε γραπτώς κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ό,τι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Συνεπώς, η ποινική ευθύνη του εκδότη μίας επιταγής, η πληρωμή της οποίας έχει ανακληθεί από τον ίδιο, καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο (2) του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, ως τούτο έχει προαναφερθεί.
Στην προκειμένη, είναι προφανές μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, πως έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και δη ότι η Κατηγορούμενη εξέδωσε προς όφελος της Παραπονουμένης την επίδικη επιταγή και προκάλεσε την μη εξόφληση τους στις 23.01.2024, σε χρόνο δηλαδή πριν αυτές καταστούν πληρωτέες. Η πλευρά της Κατηγορούμενης, η οποία είχε και το βάρος να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων πως η πρόκληση μη εξόφλησης τους οφείλετο σε εύλογη αιτία, απέτυχε σε αυτή της την προσπάθεια, με δεδομένη την απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΥ1, ο οποίος προσέφερε μαρτυρία εκ μέρους της Κατηγορουμένης.
Καθίσταται επομένως σαφές, πως η κατηγορία 3, έχει στοιχειοθετηθεί στον απαιτούμενο βαθμό και η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη σε αυτήν.
(Υπ.)............................ E.K.Mιντή, Ε.Δ.
[1] Τεκμήριο προς αναγνώριση Δ προηγουμένως
[2] Βλ. επίσης, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, L.C.D. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/01/2015, Χριστόδουλος Νεοφύτου ν A.S.G. Solar Technologies Ltd, Ποινική Έφεση 147/2015, 28/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:B426, Σάββας Χ'Γιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014,
24/10/2016, Δαμιανου ν Καναρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/18, 31/10/2018, N.C. Diamonds Co. Ltd v Χρίστου Γεωργίου, (2001) 2 Α.Α.Δ. 763, Philippa Estates Ltd v Γιαννάκη Ρούσου (2006) 2 Α.Α.Δ. 142, Νίκος Ιωάννου ν Ναναιμο Λτδ κ. α., (2005) 2 Α.Α.Δ. 555.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο