ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: E.Κ.Μιντή, Ε.Δ.
Αρ. Yπόθεσης: 7432/25
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ
Κατηγορούσα Αρχή
και
1. A.P. ZANNETOS CYCLES CO LTD
2. Α.Π.Ζ.
3. ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΖΑΝΕΤΤΟΥ
Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 9 Ιουλίου 2026
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Καλλένου.
Για Κατηγορούμενους 1 και 3: κα. Θ. Ραφτοπούλου για Α. Ευαγγέλου & Σια Δ.Ε.Π.Ε.
Κατηγορούμενη 3 παρούσα
ΠΟΙΝΗ
Οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 στην παρούσα, κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής στο αδίκημα της παράλειψης καταβολής οφειλόμενου ποσού δασμού, φόρου και χρηματικής επιβάρυνσης πλέον τόκο που είχε βεβαιωθεί κατά παράβαση του άρθρου 94 και 115(1)[1] του Περί Τελωνειακού Κώδικα του 2004, Ν. 94(I)/2004. Την ίδια κατηγορία αντιμετώπιζε και ο Κατηγορούμενος 2, η ποινική δίωξη για τον οποίο αναστάλθηκε, με βάση την απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα, ημερομηνίας 30.06.2026.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1 και 2, που αφορούν αντιστοίχως τους Κατηγορούμενους 1 και 3, η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει στον Αναπληρωτή Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων εντός 21 μερών από τη λήψη σχετικής κοινοποίησης, ήτοι της εκ των υστέρων βεβαίωσης τελωνειακής οφειλής και/ή άλλης τελωνειακής οφειλής 509/2015, ημερομηνίας 27.07.2015, την οποία παρέλαβε στις 30.07.2015, το συνολικό ποσό των €45.228 το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό εισαγωγικού δασμού €8.009, δασμού αντιντάμπινγκ ύψους €27.744, φόρου προστιθέμενης αξίας €5.363 και χρηματικής επιβάρυνσης ύψους €4.112, πλέον νόμιμο τόκο. Η δε Κατηγορούμενη 3 κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα της ως διευθύντρια της Κατηγορούμενης 1, συναίνεσε ή συνήργησε ή αμέλησε στην παράλειψη της τελευταίας, να καταβάλει τα πιο πάνω ποσά.
Τα γεγονότα ως αναφέρθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής και ως περαιτέρω διευκρινίστηκε κατόπιν της αγόρευσης προς μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων από την υπεράσπιση, είναι ως αναγράφονται στις λεπτομέρειες των επίδικων κατηγοριών και εξακολουθεί να οφείλεται το ποσό των €45.228 πλέον νόμιμος τόκος. Ένεκα της εκκρεμούσας οφειλής, ζητείται στην βάση των άρθρων 115 και 116 του Περί Τελωνειακού Κώδικα, διάταγμα καταβολής του εν λόγω ποσού. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης, ασκήθηκε από μέρους των Κατηγορουμένων προσφυγή, στην βάση του άρθρου 146 του Συντάγματος, η οποία εκδικάστηκε και απορρίφθηκε στις 25.01.2018, με αποτέλεσμα να ασκηθεί από μέρους τους η υπ’ αριθμό 32/18 έφεση, η οποία αποσύρθηκε στις 13.12.2022, πριν να οδηγηθεί σε ακρόαση. Εκκρεμούσε τότε παράλληλα, πολιτική αγωγή εναντίον της Κατηγορούμενης 1, η οποί απέληξε στην εκ συμφώνου έκδοσης απόφασης εναντίον της, την ημέρα που η πιο πάνω έφεση αποσύρθηκε. Το Τμήμα Τελωνείων, δεν καθυστέρησε σκόπιμα στην προώθηση της παρούσας, αφού ο λόγος που η παρούσα ποινική δίωξη καταχωρήθηκε τον Οκτώβριο του 2025, παρότι η οφειλή βεβαιώθηκε 10 έτη προηγουμένως, ήταν διότι αρχικά εκκρεμούσε η προσφυγή που ασκήθηκε εκ μέρους των Κατηγορουμένων, αργότερα η έφεση και η πολιτική αγωγή.
Παρότι αναγνωρίζεται από πλευράς κατηγορούσας αρχής πως η άσκηση οποιονδήποτε ενδίκων μέσων δεν έχει ανασταλτικό χαρακτήρα σε ό,τι αφορά την προώθηση μιας ποινικής δίωξης, εντούτοις, ως Τμήμα ανέφερε, θεώρησαν ότι για να ασκηθεί η ποινική δίωξη θα ήταν ορθότερο να υπάρχει τελεσίδικη απόφαση επί του προκείμενου και ακολούθως να ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα έχουν ποινικό χαρακτήρα. Από τις δε, 13.12.2022 που η έφεση αποσύρθηκε, μέχρι και την ημέρα καταχώρησης της παρούσας, έγιναν διάφορες προσπάθειες εξεύρεσης διευθέτησης της οφειλής, οι οποίες δεν απέληξαν οπουδήποτε.
Οι Κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορουμένων, αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής τους, αναφέρθηκε καταρχάς στο λευκό ποινικό μητρώο αμφοτέρων, καθώς και στην παραδοχή τους στο Δικαστήριο. Αναφερόμενη περιπλέον στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, προσκόμισε στο Δικαστήριο επιστολή που ετοιμάστηκε από το δικηγορικό γραφείο που τους εκπροσωπεί, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε, αναφέροντας ότι τούτη είναι που απεστάλη στον Γενικό Εισαγγελέα για σκοπούς αναστολής της ποινικής δίωξης των Κατηγορουμένων, αίτημα το οποίο είχε απορριφθεί. Επί των εν λόγω συνθηκών, συνοψίζοντας τα όσα ανέφερε και τα όσα στην εν λόγω επιστολή περιέχονται, προκύπτουν τα ακόλουθα. Μετά το καταστροφικό τσουνάμι το 2004, ο Κατηγορούμενος 2 αποφάσισε να εισαγάγει στην Κύπρο, ποδήλατα από τη Σρι Λάκα, όπως και έπραξε. Τα εν λόγω ποδήλατα εισάχθηκαν στην Κύπρο, πέρασαν όλες τις σχετικές διαδικασίες του Τμήματος Τελωνείου, μεταξύ των οποίων και ο έλεγχος και βασιζόμενοι σε αυτόν κατέβαλαν τα ανάλογα τέλη και τους δασμούς και προχώρησαν στην πώληση τους. Από εκ των υστέρων έλεγχο που ξεκίνησε από το 2012, το Τμήμα Τελωνείων είχε διαπιστώσει πως τα εν λόγω ποδήλατα, δεν προέρχονταν από την Σρι Λάνκα, αλλά από την Κίνα εξ ου και επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη 1 η επίδικη τελωνειακή οφειλή αντί αυτής που θα δικαιούτο εάν τα ποδήλατα ήταν από την Σρι Λάνκα, εισαγωγή για τα οποία θα επέτρεπε στην Κατηγορούμενη 1, «προτιμησιακή μεταχείριση».
Το 2015 απεστάλη η επίδικη βεβαίωση, η οποία παραλήφθηκε στις 30.7.15, εναντίον της οποίας καταχωρήθηκε η υπ’ αρ. 1304/2015 αίτηση ακύρωσης. Ενόσω η πιο πάνω αίτηση εκκρεμούσε, ο Διευθυντής Τελωνείου, καταχώρησε την υπ’ αρ. 4797/2016 αγωγή, αξιώνοντας τα οφειλόμενα ποσά. Η πιο πάνω αίτηση ακύρωσης, απορρίφθηκε προδικαστικώς στις 25.01.2018, για λόγους που αφορούσαν την εκτελεστότητα της προσβαλλόμενης πράξης και όχι την ουσία της αίτησης. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης, ασκήθηκε η υπ’ αριθμό έφεση 3/2018, η οποία ωστόσο αποσύρθηκε ενόψει της στο μεταξύ έκδοσης αποφάσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο, επί άλλων προσφυγών που εκκρεμούσαν ενώπιον του, με αιτητές άλλους από τους Κατηγορούμενους, οι οποίες αφορούσαν πανομοιότυπα ζητήματα. Για τους ίδιους λόγους, στις 16.11.2022, η Κατηγορούμενη 1 αποδέχθηκε και την έκδοση απόφασης εναντίον της, στην αγωγή που εκκρεμούσε στο πολιτικό Δικαστήριο.
Σε ό,τι αφορά τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις των Κατηγορουμένων, αναφέρθηκε πως η Κατηγορούμενη 1 ιδρύθηκε το 1984 με διευθυντές την Κατηγορούμενη 3 και τον πρώην Κατηγορούμενο 2 οι οποίοι είναι σύζυγοι και ασχολείτο ενίοτε με την εισαγωγή και πώληση ποδηλάτων. Ουδέποτε απασχόλησε την Κυπριακή Δημοκρατία προηγουμένως με οποιασδήποτε φύσης οφειλή ή για άλλους λόγους και ήταν πάντοτε τυπική στις κρατικές και άλλες υποχρεώσεις της. Όταν τα ποδήλατα που αποτελούν την πηγή της επίδικης διαφοράς εισάχθηκαν στην Κύπρο, έφεραν σήμανση από το Τμήμα Εμπορίου της Σρι Λάνκας και επιπλέον τούτου, η καταγωγή τους προέκυπτε και από τις συσκευασίες και τα εξαρτήματα τους που έφεραν τη σήμανση «Made in Sri Lanka», γεγονός που ενίσχυε την πεποίθηση των Κατηγορουμένων ότι πράγματι αυτή ήταν και η χώρα καταγωγής τους. Οι Κατηγορούμενοι ξεγελάστηκαν από τρίτους, αφού όλα τα έγγραφα και βεβαιώσεις που προσκόμισαν στο Τελωνείο, είχε τις παραπάνω σημάνσεις και καμιά πρόθεση εξαπάτησης είχαν, ούτε και πρόθεση να αποφύγουν να καταβάλουν δασμούς, τους οποίους αρχικά κατέβαλαν όπως τους υποδείχθηκαν. Οι εργασίες της Κατηγορούμενης 1 διακόπηκαν στις 31.12.2020 λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει ο πρώην Κατηγορούμενος 2 και το κατάστημα που διατηρούσαν έκλεισε και δεν διαθέτει κανένα περιουσιακό στοιχείο. Ο λόγος δε που δεν διαγράφηκε ακόμη από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, είναι πιθανώς η οφειλή που αφορά η παρούσα.
Σε ό,τι αφορά την Κατηγορούμενη 3, αναφέρθηκε περιπλέον των πιο πάνω πως πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 74 ετών, οικοκυρά, με μόνη πηγή εισοδημάτων την μηνιαία σύνταξη που λαμβάνει, ύψους €511,32. Ουδέποτε απασχόλησε την Δικαιοσύνη με οποιοδήποτε τρόπο ενώ η εκκρεμότητα της παρούσας, της έχει προκαλέσει άγχος, ανασφάλεια και αναστάτωση . Φροντίζει τον 82 ετών, πρώην Κατηγορούμενο 2, σύζυγο της, ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρότατα νευρολογικά και άλλα προβλήματα υγείας. Ο λόγος δε που η επίδικη οφειλή δεν αποπληρώθηκε, είναι η μη οικονομική τους δυνατότητα να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό, λόγω των χαμηλών εισοδημάτων τους.
Επικαλούμενη τα πιο πάνω, η συνήγορος των Κατηγορουμένων, ζήτησε από το Δικαστήριο όπως ασκηθεί η μέγιστη δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο τους.
Σύμφωνα με το άρθρο 94 του Περί Τελωνειακού Κώδικα του 2004 (94(I)/2004) ως αυτό ίσχυε κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα υπόθεση χρόνο:
«94. Κάθε πρόσωπο που παραλείπει, αρνείται ή και αμελεί να καταβάλει στο Διευθυντή, εντός είκοσι μίας ημερών, από τη λήψη της σχετικής κοινοποίησης οποιοδήποτε ποσό δασμού ή και φόρου που βεβαιώθηκε σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβλήθηκαν σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι ένα χρόνο έτος ή και στις δύο αυτές ποινές.»
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 116 του ίδιου Νόμου:
«116.-(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οπουδήποτε άλλου νόμου, το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής να εκδώσει Διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στο Διευθυντή το εν λόγω ποσό.
(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το Διάταγμα που εκδίδεται με βάση το εδάφιο (1), θεωρείται ότι αποτελεί απόφαση πολιτικού δικαστηρίου και είναι δυνατό να συντάσσεται, υπογράφεται και εκτελείται ως απόφαση σε αγωγή σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.»
Η σοβαρότητα των αδικημάτων που οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν, αντικατοπτρίζεται στην προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, η οποία αποτελεί και την αφετηρία του Δικαστηρίου για την επιμέτρηση της[2]. Η τελική ποινή που το Δικαστήριο θα καταλήξει, θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τις περιστάσεις που περιβάλλουν τα επίδικα γεγονότα, να εξυπηρετεί τους σκοπούς του Νόμου, αλλά και να αρμόζει τελικώς, στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Οι συνθήκες διάπραξης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού του βαθμού σοβαρότητας ενός αδικήματος[3].
Από την έρευνα στην οποία έχω προβεί, η μοναδική απόφαση η οποία έχω εντοπίσει, η οποία πραγματεύτηκε τόσο ζητήματα καταδίκης, όσο και ζητήματα της ποινής που επιβλήθηκε σε αδικήματα ίδια με αυτά που οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν, είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Krashias Footwear Industry Ltd, Ποιν. Έφεση 332/2015 (σχ. με τις εφέσεις 333-336/2015), στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο, στα πλαίσια εξέτασης της έφεσης 332/2015 η οποία ασκήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα, εισηγούμενος ανεπάρκεια της χρηματικής ποινής των €400 που το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε στους εφεσίβλητους κατόπιν ακρόασης της υπόθεσης, επικύρωσε την πιο πάνω ποινή και απέρριψε εν μέρει (ως προς το ύψος της ποινής) την έφεση του εφεσείοντα, κρίνοντας την ποινή που επιβλήθηκε ως αρμόζουσα. Προχώρησε δε και ανέφερε πως ορθά, κατά την επιβολή της ποινής, το πρωτόδικο Δικαστήριο ασκώντας τις εξουσίες που του παρείχε το άρθρο 116 του Ν.94(Ι)/2004, εξέδωσε εναντίον όλων των εφεσιβλήτων διάταγμα καταβολής της τελωνειακής οφειλής, επισημαίνοντας ωστόσο ότι λανθασμένα δεν επιδικάστηκε και ο τόκος στο εν λόγω διάταγμα, επιβάλλοντας το ίδιο, τον τόκο που το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε πως οφείλετο, με βάση τα ευρήματα του. Σημειωτέων ότι, στην πιο πάνω απόφαση, το σύνολο της τελωνειακής οφειλής των εφεσιβλήτων, ανερχόταν στις €323.189 και είχε προκύψει όπως και στην παρούσα, κατόπιν εκ των υστέρων βεβαίωσης και είχε προκύψει καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης, περίπου 3 ετών.
Σημειώνω βεβαίως ότι, προηγούμενες επιβληθείσες ποινές, είναι μεν ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής τους, πλην όμως δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου και τούτο γιατί, η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ 123).
Στην παρούσα, έχει αδιαμφισβήτητα τεθεί από μέρους της υπεράσπισης, πως τα επίδικα αδικήματα έχουν διαπραχθεί, χωρίς να υπάρχει από μέρους οποιονδήποτε εκ των Κατηγορουμένων δόλος ή πρόθεση καταστρατήγησης οποιασδήποτε υποχρέωσης που είχαν. Ξεγελάστηκαν κατά τον χρόνο που αποφάσισαν να εισαγάγουν τα ποδήλατα στην Κύπρο, πιστεύοντας καλόπιστα πως πράγματι, τούτα προέρχονταν από την Σρι Λάνκα. Έπεται επομένως πως η παρούσα, δεν κατατάσσεται με γνώμονα τα πιο πάνω, στις σοβαρότατες του είδους της, ούτε και προκύπτει εκ των όσων γεγονότων αναφέρθηκαν από την μια ή την άλλη πλευρά, οποιοσδήποτε επιβαρυντικός παράγοντας.
Παραμένει ωστόσο ως γεγονός, πως το σύνολο της τελωνειακής οφειλής των Κατηγορουμένων, είναι αρκετά υψηλό και κανένα ποσό έχει πληρωθεί έναντι του, παράγοντας που εντείνει κατά τα λοιπά, την σοβαρότητα της παρούσας.
Εν πάση περιπτώσει σημειώνω πως, η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους, δεν μειώνει σε καμμιά περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο των Κατηγορουμένων. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, χωρίς ωστόσο η διαδικασία της εξατομίκευσης να οδηγεί σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου[4] ή του στοιχείου της αποτροπής τόσο για τον ίδιο τον δράστη όσο και για κάθε επίδοξο παραβάτη γενικότερα.
Στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής επομένως, λαμβάνω υπόψιν μου κατ' αρχάς προς όφελος αμφοτέρων των Κατηγορουμένων, το λευκό ποινικό μητρώο τους, καθώς και την παραδοχή τους στα αδικήματα που αντιμετωπίζουν η οποία με δεδομένο τον χρόνο που επήλθε, θεωρείται και ως άμεση παραδοχή.
Περιπλέον τούτων, λαμβάνω επίσης προς όφελος τους το ότι, ουδέποτε απασχόλησαν στο παρελθόν την δικαιοσύνη και πως εκ της μακρόχρονης πορείας τους στον τομέα των πωλήσεων, από το 1984, προκύπτει (χωρίς να αμφισβητείται) πως ήταν πάντοτε τυπικοί προς τις υποχρεώσεις τους στην Δημοκρατία.
Σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι δεν συντρέχουν οποιεσδήποτε επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως και το ότι δεν προκύπτει οποιοσδήποτε δόλος ή σκοπιμότητα από μέρους τους, καθώς επίσης και το γεγονός ότι, έχουν καταβληθεί δασμοί (καίτοι το ύψος τους παρέμεινε αδιευκρίνιστο), προτού βεβαιωθεί από την Διευθύντρια Τελωνείων, ο ορθός (επίδικος) τελωνειακός δασμός που οφείλεται. Ως περαιτέρω μετριαστικό παράγοντα, λαμβάνω επιπρόσθετα του πιο πάνω πλαισίου και το ότι, δεν προκύπτει από τα όσα γεγονότα εκτέθηκαν ενώπιον μου οτιδήποτε που να παραπέμπει ή να καταδεικνύει προσχεδιασμό των αδικημάτων από μέρους των Κατηγορουμένων.
Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψιν τις γενικότερες περιστάσεις, προσωπικές και άλλες των Κατηγορουμένων και ειδικότερα σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 πως έχει τερματίσει τις εργασίες της από το 2020 και πως εναντίον της εκδόθηκε και απόφαση πολιτικού δικαστηρίου σε σχέση με την επίδικη οφειλή. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 3, λαμβάνω υπόψη την ηλικία της, την οικογενειακή και οικονομική της κατάσταση και δη ότι πρόκειται για οικοκυρά, της οποίας η πηγή εισοδημάτων είναι η μηνιαία σύνταξη της ιδίας και του συζύγου της, ως επίσης ότι η ίδια βαρύνεται και με την ευθύνη φροντίδας του άρρωστου συζύγου της, ο οποίος πάσχει από την νόσο «Alzheimer», από καρδιολογικά νοσήματα που είχαν ως αποτέλεσμα την τοποθέτηση βηματοδότη καρδιάς, ως επίσης και υποσκληρίδιο αιμάτωμα το οποίο αντιμετωπίστηκε χειρουργικά το 2024 και πως τα προβλήματα τούτα, ήταν το εφαλτήριο για να διακοπεί η λειτουργία της Κατηγορούμενης 1.
Επιπρόσθετα των πιο πάνω, λαμβάνονται επίσης υπόψη το άγχος, την αναστάτωση και την αγωνία που βιώνει η Κατηγορούμενη 3 για την έκβαση της παρούσας.
Στρέφομαι επίσης στον χρόνο που μεσολάβησε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλούμε να επιβάλω ποινή. Σημειώνω επί τούτου, πως εξ όσων προκύπτει από το περιεχόμενο της επίδικης βεβαίωσης (τεκμήριο Ε) η οποία προσκομίστηκε από την υπεράσπιση, στο πλαίσιο μετριασμού της ποινής των Κατηγορουμένων, τα αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν σε χρόνο που ανάγεται στο 2009-2010, 16 δηλαδή σχεδόν έτη, πριν από την καταχώρηση της παρούσας. Διαπιστώθηκαν δε, τον Ιούλιο του 2015 από το Τμήμα Τελωνείων, 6 δηλαδή σχεδόν έτη μετά και η παρούσα προωθήθηκε 10 και πλέον έτη αργότερα της εν λόγω διαπίστωσης τους. Χωρίς να διαλανθάνει την προσοχή μου πως καθ’ όλη την διάρκεια των παραπάνω ετών και δη πως από το 2015 μέχρι και το 2022, προκύπτει αδιαμφισβήτητα να εκκρεμούσαν μεταξύ των μερών, διάφορες δικαστικές διαδικασίες, δεν μπορώ να παραγνωρίσω το αντικειμενικό γεγονός του ότι, η παρέλευση αυτών των 10 και πλέον ετών, είχε ως αποτέλεσμα να μεταβληθούν οι συνθήκες αμφοτέρων των Κατηγορουμένων δραματικά, αφού η μεν Κατηγορούμενη 1 τερμάτισε την λειτουργία της εκκρεμούντος του παραπάνω χρονικού διαστήματος και η δε Κατηγορούμενη 3, απώλεσε την εργασία της και συνταξιοδοτήθηκε, αναλαμβάνοντας περαιτέρω χρέη φροντιστή του πρώην Κατηγορούμενου 2, του οποίου τα προβλήματα υγείας εμφανίστηκαν στο μεταξύ.
Ο λόγος δε, που έχει προβληθεί από μέρους της ευπαιδεύτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής πως το Τμήμα Τελωνείων, εκκρεμούντων των παραπάνω διαδικασιών, επιθυμούσε η οφειλή να καταστεί τελεσίδικη για να προωθήσει την ποινική δίωξη εναντίον των Κατηγορουμένων, δεν μπορεί κατά την άποψη μου να δικαιολογήσει την καθυστέρηση που αντικειμενικά έχει επιδειχθεί από μέρους του πιο πάνω Τμήματος στην προώθηση της παρούσας και ούτε συνάδει με τις ενέργειες που είχαν στο μεταξύ ληφθεί. Και εννοώ σαφώς και συνεκτιμώ για τούτο, το γεγονός ότι, μόλις ένα χρόνο αργότερα που τα επίδικα αδικήματα διαπιστώθηκαν και ενόσω η επίδικη οφειλή τελούσε υπό αμφισβήτηση, αφού εκκρεμούσε η αίτηση ακυρώσεως της, τίποτε δεν τους εμπόδισε, από του να προχωρήσουν με αστικές αξιώσεις, τις οποίες μάλιστα επέλεξαν, να προωθήσουν μόνο εναντίον της Κατηγορούμενης 1, παρά το γεγονός ότι το άρθρο 115 του Ν. 94(Ι)/2014, δημιουργεί (και) αστική εναντίον και των αξιωματούχων ενός νομικού προσώπου. Είναι επομένως προφανές, από το πιο πάνω ιστορικό πως την όλη ευθύνη σε σχέση με την καθυστέρηση της προώθησης της παρούσας, την φέρει αδικαιολόγητα η πλευρά της κατηγορούσας αρχής και τούτη δεν μπορεί παρά να επιδράσει, στο είδος και ύψος της ποινής που θα επιβληθεί στους Κατηγορούμενους αφού αναμφίβολα, η νομολογία αναγνωρίζει ως ελαφρυντικό παράγοντα την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος και τούτο διότι η χρονική αυτή διάσταση μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και τον αναμορφωτικό της ρόλο, ενώ οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου στο διαρρεύσαν διάστημα μπορεί να αλλάξουν ριζικά[5]. Και τούτο, χωρίς να παραγνωρίζεται το ότι, η πιο πάνω καθυστέρηση αποτελούσε και μια ευκαιρία ουσιαστικά προς τους Κατηγορούμενους να συμμορφωθούν, κάτι που δεν έχουν πράξει και που επίσης αναμφίβολα σταθμίζεται μαζί με τους λοιπούς παράγοντες.
Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα από τη μια και από την άλλη τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, καταλήγω ότι, η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της χρηματικής ποινής σε αμφότερους τους Κατηγορούμενους.
Επιβάλλω συνεπώς τις ακόλουθες ποινές:
Στην 1η κατηγορία στην Κατηγορούμενη 1, χρηματική ποινή €750.
Στην 2η κατηγορία στην Κατηγορούμενη 3, χρηματική ποινή €500.
Στρεφόμενη στο κατά πόσο ενδείκνυται στην παρούσα να εκδοθεί και διάταγμα καταβολής του οφειλόμενου ποσού, στην βάση του άρθρου 116 του Ν. 94(I)/2004, οφείλω ευθύς εξαρχής να εκφράσω το ότι το αίτημα αυτό της κατηγορούσας αρχής με έχει προβληματίσει, παρόλο που τίποτε έχει τεθεί από μέρους της υπεράσπισης, είτε ως προς τα ζητήματα που προβληματίζουν το Δικαστήριο ή και ως προς τυχόν άλλους λόγους.
Σε ό,τι αφορά την Κατηγορούμενη 1, ο προβληματισμός μου έγκειται στο ότι έχει ήδη εκδοθεί εναντίον της απόφαση στην πολιτική αγωγή που ασκήθηκε από μέρους της κατηγορούσας αρχής, γεγονός που από μόνο του, εξουδετερώνει την όποια ανάγκη έκδοσης του. Περιπλέον τούτου, η έκδοση ενός δεύτερου διατάγματος με το ίδιο περιεχόμενο, μόνο πλεονασμό θα συνιστούσε και ενδεχομένως να περιέπλεκε και την εκτέλεση του αχρείαστα αφού με βάση τον νόμο, το εν λόγω διάταγμα εκδίδεται από το Ποινικό Δικαστήριο και θεωρείται ότι αποτελεί απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. Συνεπώς καταλήγω πως εναντίον της Κατηγορούμενης 1 δεν ενδείκνυται η έκδοση του.
Σε ό,τι αφορά την Κατηγορούμενη 3, ο προβληματισμός μου έγκειται στο ότι η κατηγορούσα αρχή,
είχε κάθε ευκαιρία να προωθήσει την αγωγή και εναντίον της Κατηγορούμενης 2, όταν τούτη προωθήθηκε το 2016 εναντίον της Κατηγορούμενης 1 και η οποία είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης εναντίον της τελευταίας. Οι πρόνοιες του άρθρου 115(3) του Ν. 94(Ι)/2014, είναι ξεκάθαρες ως προς την από κοινού, αλληλέγγυα ή κεχωρισμένα αστική ευθύνη ενός αξιωματούχου με το νομικό πρόσωπο που διαπράττει το αδίκημα[6] και κανένας λόγος έχει προβληθεί, ως προς το γιατί η αστική απαίτηση της οφειλής, προωθήθηκε μόνο εναντίον της Κατηγορούμενης 1. Από την άλλη, δεν μπορώ να παραβλέψω το ότι, η πλευρά της υπεράσπισης, ουσιαστικά τίποτε ανέφερε σε σχέση με το συγκεκριμένο αίτημα καθιστώντας σαφές με τα λεγόμενα της, πως η επίδικη οφειλή, δεν δύναται να εισπραχθεί, αφού κανένα περιουσιακό στοιχείο έχει η Κατηγορούμενη 1 και καμιά εργασία διεξάγει. Ανεξάρτητα των πιο πάνω, με προβληματίζει επίσης η πάροδος τόσων πολλών ετών, από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, σε συνάρτηση με το πώς και σε ποια έκταση οι προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης 3 έχουν μεταβληθεί, ως οι εν λόγω παράγοντες αναλύονται πιο πάνω και το κατά πόσο, με τούτα τα δεδομένα και έχοντας και ως γνώμονα το πώς το Τμήμα Τελωνείων, μεταχειρίστηκε το ζήτημα της οφειλής σε σχέση με την Κατηγορούμενη 3 όλα αυτά τα χρόνια, δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος εναντίον της.
Καταλήγω πως, με βάση τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, του πολύ μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από όταν τα αδικήματα διαπράχθηκαν, του γεγονότος ότι η φύση του αιτούμενου διατάγματος είναι πολιτική, του ότι το Τμήμα Τελωνείων, αποτάθηκε στην πολιτική δικαιοδοσία το 2016 επιλέγοντας να μην προωθήσει την υπόθεση και εναντίον της Κατηγορούμενης 3 και απαιτεί 10 έτη μετά, αίτημα το οποίο θα μπορούσε να προωθήσει τότε αλλά και το εύρος της μεταβολής των προσωπικών συνθηκών της Κατηγορούμενης 3, όπως και τις παρούσες προσωπικές και ιδιαίτερα οικονομικές περιστάσεις της, πως η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, δεν θα αποτελούσε δίκαιη μεταχείριση της Κατηγορούμενης 3.
Συνεπώς, το αίτημα απορρίπτεται.
(Υπ.)......................................
Ε. Κ. Μιντή, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Σε ό,τι αφορά την Κατηγορούμενη 3.
[3] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, ημερομηνίας 11.5.2022
[4] Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ 498, Antoniades v. Police (1986) 2 C.L.R. 21.
[5] Ως προς τη σημασία της καθυστέρησης βλ., μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, 361, Γενικός Εισαγγελέας v. Αρέστη (1996) 2 Α.Α.Δ. 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση (2000) 2 Α.Α.Δ. 252, 265, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.α. (Αρ. 2) (2001) 2 Α.Α.Δ. 617, Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 701, Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104, Αβραάμ ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 365, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σενέκκη κ.α. (2012) 2 Α.Α.Δ. 285, και ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Ανδρέου, Ποιν. Έφ. 84/15, ημερ. 3.2.16.
[6] 115(3) Πρόσωπο που σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) υπέχει ποινική ευθύνη για τελούμενο από νομικό πρόσωπο αδίκημα, ευθύνεται αλληλεγγύως με το νομικό πρόσωπο ή κεχωρισμένως σε οποιαδήποτε αστική διαδικασία.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο